Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στιγμές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στιγμές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Στιγμή 11

Έχει τόσο καιρό να εμφανιστεί νέα ανάρτηση στο ιστολόγιο που ίσως κάποιοι να μη γνωρίζουν ή να μη θυμούνται τι είναι οι Στιγμές. Σε τέτοια περίπτωση, ρίξτε μια ματιά εδώ.

Κατά τα άλλα, δε θα πω ότι θα προσπαθήσω να έχω μια καινούρια ανάρτηση κάθε τόσο, γιατί το έχω ήδη πει και δεν έχω κατορθώσει να το τηρήσω. Θα πω μόνο πως θα κάνω ό,τι καλύτεορ μπορώ με το ιστολόγιο - και θα δούμε τι θα είναι αυτό.


Πριγκίπισσα Αγαθή

Η αύρα κόπαζε στιγμιαία κι ύστερα ξεκινούσε ξανά, σαν ανάσα. Ερχόταν από την πλευρά της θάλασσας, υγρή κι αμυδρή, ίδια με χάδι από ελαφρά βρεγμένο χέρι.

Ήταν όμορφη μέρα, ο ουρανός πεντακάθαρος, η ζέστη κι η δροσιά ευχάριστες μέσα στην ισορροπία τους. Όλοι στο Σεπτό Παλάτι είχαν αναζητήσει αφορμή για να βγουν στους κήπους. Οι υπηρέτες κι οι τεχνίτες θυμήθηκαν τις υπαίθριες εργασίες που είχαν παραμελήσει όσο είχε κρατήσει η καλοκαιρινή κάψα. Οι στρατιώτες έστεκαν ευθυτενείς αντί να λαγοκοιμούνται στη σκιά στηριγμένοι στα δόρατά τους. Οι αξιωματούχοι αποφάσισαν πως ήταν καιρός να κάνουν επιθεωρήσεις.

Οι πολύ υψηλόβαθμοι, βέβαια, δε χρειάζονταν δικαιολογίες· ο Μέγας Λογοθέτης Σεβαστιανός είχε απλά προστάξει να μεταφέρουν ένα γραφείο στην αυλή των διαμερισμάτων του για να δουλέψει εκεί. Η Αγαθή στάθηκε μαζί με τις συνοδούς της σεμνά δυο βήματα μακριά του, περιμένοντας υπομονετικά να ασχοληθεί μαζί της. Δάχτυλα ηλιόφωτος κυμάτιζαν πάνω της και στο πλακόστρωτο γύρω της, όπως το αεράκι έκανε τα φύλλα της κληματαριάς να κυματίζουν. Ο μεσήλικος άντρας σταμάτησε να διαβάζει μετά από λίγο, σήκωσε το βλέμμα του και αντιλήφθηκε της παρουσία της. Έκανε μια αφηρημένη κίνηση που θα μπορούσε να είναι κοφτό νεύμα χαιρετισμού, μα αντί να της μιλήσει άρχισε να γράφει μανιωδώς. Είχε συνοφρυωθεί κι ήταν φανερό πως πάσχιζε να κάνει τις σκέψεις του λέξεις πριν ξεγλιστρήσουν από το νου του.

Η Αγαθή έμεινε να ακούει το γρατσούνισμα της γραφίδας πάνω στην περγαμηνή, αμυδρό ανάμεσα στο τραγούδι των τζιτζικιών. Διέκρινε καθαρά το κείμενο – τα βαθυγάλαζα μάτια της δεν ήταν μόνο όμορφα, αλλά και κοφτερά. Ο Μέγας Λογοθέτης είχε καταπιαστεί με στρατιωτικά θέματα. Τον είδε να γράφει εκ παραδρομής ‘προσβολή του εχθρού’ αντί για ‘προβολή του εχθρού’. Και στις δυο περιπτώσεις έβγαινε νόημα, μα διαφορετικό. Και κάποιος λιγότερο οξυδερκής δε θα υποψιαζόταν πως η ‘προσβολή’, αν και πιο συνήθης έκφραση, δεν ταίριαζε με τον ειρμό του κειμένου. Πήρε βαθιά ανάσα κι άνοιξε το στόμα της για να του επισημάνει το σφάλμα, αλλά δεν τόλμησε να πάρει το λόγο μόνη της. Ένιωσε το βλέμμα της θείας της να πέφτει επικριτικό πάνω της, να της καίει την πλάτη.

Η Ισμήνη, ένα μόλις βήμα πίσω από την πριγκίπισσα, κατείχε άριστα τη γλώσσα των σωμάτων· θα είχε αναγνωρίσει το δισταγμό της, έστω κι αν δε θα είχε κατανοήσει ποιο ήταν το αντικείμενό του. Και γι’ αυτό ακριβώς την είχε πάρει μαζί της η Αγαθή, τη θεία και τροφό της, γιατί ήταν μαχητική, την ενθάρρυνε να διεκδικεί και την επέκρινε πάντα όταν συμβιβαζόταν. Δε θα της επέτρεπε να λιποψυχήσει. Για τον ίδιο λόγο η Αγαθή δεν είχε πάρει μαζί της την άλλη τροφό της, τη γερόντισσα Ουρανία, που ήταν αδελφή της Ισμήνης. Εκείνη, σαν μοναχή, πάσχιζε να είναι ήπια και συγκαταβατική και το ίδιο παρότρυνε και τους άλλους να κάνουν.

Ο Σεβαστιανός άφησε ξαφνικά το έγγραφο στην άκρη και ύψωσε το βλέμμα του από το γραφείο, καθυστερώντας φευγαλέα στο ύψος των γοφών της πριγκίπισσας και ξανά στο στήθος της. Όσο πιο πολύ μεγάλωνε, τόσο συχνότερα της συνέβαινε αυτό με τους άντρες, σαφής απόδειξη πως δεν ήταν πια κορίτσι αλλά γινόταν γυναίκα. Γυναίκα με πολύ θελκτικό σώμα. Στην αρχή κοκκίνιζε από ντροπή κι αναγκαζόταν να σκύβει το κεφάλι της, γιατί η αλλαγή ήταν πολύ έντονη στο λευκό της δέρμα. Αλλά με τις συμβουλές της Ισμήνης και τη δυνατή της θέληση είχε κατορθώσει να καταπνίξει την αυθόρμητη αντίδραση.

«Καλώς τες» τις υποδέχτηκε και επίσημα ο Μέγας Λογοθέτης.

Πάνω στην ώρα, οι υπηρέτες του έφεραν καθίσματα και κεράσματα. Οι δυο γυναίκες δέχτηκαν τις περιποιήσεις και ρώτησαν τι κάνει ο γιος του Σεβαστιανού, ο Πελάγιος, που ήταν σύντροφος στα παιδικά παιχνίδια της Αγαθής χρόνια πριν. Είπαν κι όλα τα άλλα πράγματα που επέβαλε η ευγένεια, μα δεν είχαν λησμονήσει το λόγο της επίσκεψής τους.

«Θα ήθελα την έγκρισή σου, θείε» δήλωσε τελικά η πριγκίπισσα.

Ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη του μεσήλικου άντρα. Δεν ήταν πραγματικά συγγενείς κι είχε να την ακούσει να τον αποκαλεί έτσι από τα μικράτα της. Σ’ αυτή τη νοσταλγική αντίδραση είχε ελπίσει και η Αγαθή και γι’ αυτό είχε επιλέξει τη συγκεκριμένη λέξη.

«Για ποιο πράγμα θες δική μου έγκριση κι όχι του πατέρα σου;» τη ρώτησε, ακόμη χαμογελαστός.

«Ονειρεύομαι να σπουδάσω στο Πανδιδακτήριο» αποκρίθηκε η κοπέλα. «Αν το πεις εσύ, θα γίνει».

Ο Μέγας Λογοθέτης έξυσε τα γκριζαρισμένα γένια του αμήχανος κι έριξε μια ερωτηματική ματιά στην Ισμήνη.

«Υπάρχουν πολύ πιο ταιριαστές ασχολίες για μια γυναίκα της αυτοκρατορικής οικογένειας από το να τυλίγουν επιδέσμους» είπε. «Ακόμη κι αν ξαναγίνει πόλεμος – κι ελπίζω να μην το δω όσο ζω».

«Δεν επιθυμώ να ασχοληθώ με τη Θεραπευτική» εξήγησε η πριγκίπισσα.

«Οι γυναίκες δε σπουδάζουν τίποτε άλλο στο Πανδιδακτήριο» τον άκουσε να απαντάει σφιγμένος.

«Ως τώρα» επέμεινε η πριγκίπισσα.

Δε δείλιασε. Δε χαμήλωσε το βλέμμα της. Συνέχισε να κοιτάζει το δεξί χέρι του πατέρα της, τον άνθρωπο που σε μεγάλο βαθμό όριζε τη χώρα. Προσηλώθηκε στα σκούρα μάτια του. Κι είδε τα φρύδια του να σμίγουν σιγά-σιγά γεμάτα προβληματισμό.

«Εκτός αν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος που πρέπει να συνεχιστεί αυτός ο αποκλεισμός» παρενέβη η Ισμήνη με γλυκό ύφος.

Τα λόγια της έμοιαζαν αυθόρμητα, μα η Αγαθή ήξερε πως η θεία της με πονηριά κατεύθυνε τους άντρες όπως κατεύθυνε και τη βελόνα ή τη σαΐτα του αργαλειού. Δεν τη στενοχωρούσε καθόλου που η Εκκλησία του Δημιουργού απαγόρευε το δεύτερο γάμο σε όσους χήρευαν. Πολύ όμορφη και σχετικά νέα, με σημαντική περιουσία, φημισμένη για τη νοικοκυροσύνη της, εύκολα θα έβρισκε σύζυγο. Μα η ανιψιά της την είχε ακούσει δεκάδες φορές να λέει πόσο ευτυχισμένη ήταν χωρίς κανέναν πάνω από το κεφάλι της.

Βαλλόμενος από δυο πλευρές, ο Σεβαστιανός μαλάκωσε. Σηκώθηκε και απάντησε μειλίχια:

«Έχω καθήκον να εξασφαλίζω πως η αυτοκρατορική οικογένεια αξιοποιεί το χρόνο της για να φανεί χρήσιμη στο λαό. Ο μεγαλειότατος θα είχε περάσει όλη του την εφηβεία στα κυνήγια και στον ιππόδρομο αν του το είχαν επιτρέψει οι προκάτοχοί μου. Θα ήταν σωστό κάτι τέτοιο; Θα ήταν αντάξιο του θρόνου;»

«Μα δε ζητώ διασκεδάσεις!» διαμαρτυρήθηκε η Αγαθή, εξοργισμένη για τη σύγκριση. «Γνώσεις ζητώ, που θα τις χρειαστώ όταν βρεθώ σύζυγος στο πλευρό κάποιου ηγεμόνα!»

«Οι γνώσεις δεν είναι χρήματα, να τις αποθησαυρίζουμε» αντέτεινε ο Σεβαστιανός. «Ήδη έχεις στη διάθεσή σου τις καλύτερες διδασκάλισσες της χώρας. Ειλικρινά δε νομίζω πως υπάρχει πιο μορφωμένη γυναίκα στην Πλάση απ’ τη δέσποινα Ουρανία. Ξέρει περισσότερα από μένα. Παίζει την Αριθμητική στα δάχτυλα. Απαγγέλει από στήθους τα κείμενα των Παλιών Αιγλωέων. Υμνογραφεί. Είναι όμως ικανή να κάνει τη δική μου δουλειά; Σε τι θα βοηθήσει τον μελλοντικό σου σύζυγο αν διδαχθείς, ας πούμε, Αστρονομία;

»Σου μιλάω σαν να είσαι δική μου θυγατέρα. Μάθε όσα μπορείς, μάθε κι όσα σου αρέσουν, αλλά δώσε προτεραιότητα σ’ αυτά που πραγματικά τιμούν μια γυναίκα. Βάλε πρώτη την ανέμη και δεύτερη τη γραφίδα. Μιας και μίλησες για γάμο, μην ακολουθήσεις το παράδειγμα της γερόντισσας Ουρανίας. Με διάφορες δικαιολογίες κατόρθωσε να μείνει ανύπαντρη και υποπτεύομαι πως κατά βάθος το επέλεξε γιατί δεν ήθελε περισπασμούς από τις μελέτες της. Αξιοθαύμαστη κατά τα άλλα, μοναδική, αλλά – με όλο το θάρρος – άχρηστη. Τι έχει προσφέρει μια γυναίκα στην κοινωνία, αν δεν έχει προσφέρει ένα παιδί;»

Η πριγκίπισσα ένιωσε το αίμα να πυρώνει το πρόσωπό της, ακόμη και τα αυτιά της. Δεν ενοχλήθηκε, ούτε έσκυψε για να κρυφτεί. Ήταν έξαλλη. Γιατί δεν την καταλάβαινε; Γιατί δεν ήθελε να την καταλάβει; Ήταν πανέξυπνος, δε μπορεί να μην έβλεπε πόσο μεγάλο όφελος θα είχε ένας βασιλιάς ή αυτοκράτορας αν η ίδια του η σύντροφος γνώριζε Ρητορική ή Νομική! Μήπως τόση ώρα τα λόγια του ήταν ύπουλα, διπλωματικά, με μόνο στόχο να την ξεγελάσουν και να την εξευμενίσουν; Και πού το πήγαινε; Σκόπευε να της προσφέρει κάτι; Κάτι μικρό κι ασήμαντο για να την κάνει να ξεχάσει το όνειρό της; Μήπως ο Μέγας Λογοθέτης πίστευε τελικά πως οι γυναίκες σε τίποτε δε μπορούσαν να είναι ισάξιες με τους άντρες; Δηλαδή, τι; Την προόριζε μόνο για να διακοσμήσει κάποια Αυλή με την παρουσία της και για να γεννήσει διαδόχους, να ακούει και να υπακούει σιωπηρή; Ή μήπως επειδή είχε χηρέψει νεότατος ο ίδιος ο Σεβαστιανός δεν είχε προλάβει να γνωρίσει την αληθινή αξία της γυναικείας στήριξης και δε μπορούσε να τη φανταστεί καν;

Ω, πόσο σύγχυση και πόσος θυμός! Είχε διδαχτεί από την Ισμήνη να ξεδιαλέγει τις σκέψεις της, να τις βάζει σε μια λογική σειρά και να τις κάνει ευγενικό λόγο με συνοχή. Αλλά για πρώτη φορά δεν ένιωθε ικανή. Την τρέλαινε αυτό το κουβάρι των παράλογων επιχειρημάτων του!

Έσφιξε τις μικροσκοπικές γροθιές της, όρθωσε το ανάστημά της που ήδη ήταν παρόμοιο με του βραχύσωμου Σεβαστιανού και με τα γαλανά μάτια της να πετούν σπίθες, μίλησε για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή της χωρίς να έχει αποφασίσει από πριν τι θα πει.

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Στιγμή 10

Κάποιοι μου είπαν πως οι δυο προηγούμενοι "κακοί" χαρακτήρες που παρουσίασα εκ πρώτης όψεως δεν φαίνονται πολύ κακοί (χωρίς εισαγωγικά). Δείτε, λοιπόν, κι ένα πραγματικό τέρας. Αλλά μην ξεχνάτε πως κι αυτό έχεις τις σκέψεις και τα κίνητρά του. Αν είχε μόνο ένστικτα, θα ήταν απλά ζώο.

(Μην αλλάξετε κανάλι, γιατί οι επόμενες Στιγμές θα είναι αφιερωμένες στις κυρίες του βιβλίου)

Γεώταυρος

Σήκωσε τα βαριά βλέφαρά του. Ασθενικές πράσινες ανταύγειες από τις φλόγες στο βάθος των ματιών του απλώθηκαν σαν βρύα στις πέτρες και στους σωρούς από γυμνά οστά. Οστά ανθρώπων που είχε σύρει ως εκεί, ενώ σφάδαζαν και ούρλιαζαν. Παλιά οστά ζώων, εξιλαστήριων θυμάτων που οι χωρικοί τα είχαν πνίξει στα έλη, ελπίζοντας μάταια να τον κατευνάσουν και να ξεγελάσουν την πείνα του για να μην εμφανιστεί. Αρχαία οστά ηρώων που είχαν αναζητήσει το λημέρι του για να τον φονεύσουν.

Η καρδιά του χτύπησε μια φορά και το αίμα κύλησε νωθρά στις φλέβες του. Θα μούγκριζε από οδύνη, μα δεν υπήρχε ακόμη καθόλου αέρας στα τεράστια πνευμόνια του. Πήρε μια πρώτη βαθιά ανάσα. Πόσοι κύκλοι των εποχών είχαν περάσει από το τελευταίο του ξύπνημα; Ακολούθησαν κι άλλοι σφυγμοί, πυκνότεροι, ισχυρότεροι. Ο ιχώρας ζέστανε τα σωθικά του, κόχλασε, έβρασε μέσα του. Η ακατάβλητη δύναμη επέστρεψε στα μέλη του που είχαν μείνει διπλωμένα κάτω από το κορμί του στη διάρκεια της μακροχρόνιας νάρκης. Σηκώθηκε αργά, κυρτώνοντας τη ράχη του για να ξεπιαστεί. Ξεφύσησε κι η καυτή πνοή του εξάτμισε λίγη από την υγρασία του χώρου. Όχι αρκετή για να σταματήσει ο βαρύς αέρας να κολλάει στο πυκνό κόκκινο τρίχωμά του.

Με τα μουδιασμένα ακόμη πόδια του να τρεκλίζουν, διέσχισε το σπήλαιο. Έψαξε στις γωνίες, έσκυψε να δει καλύτερα εκείνο που μάντευε πως δε θα είχε αλλάξει. Οι τρεις αδελφοί του ήταν ακόμη νεκροί. Δεν ήξερε γιατί είχαν προτιμήσει να αναστήσουν μόνο αυτόν, δεν ήξερε πώς τον είχαν επιλέξει, τι ήθελαν να κάνει. Δεν ήξερε καν για ποιον από τους θεούς δούλευε. Κανείς δεν είχε καταδεχτεί να εμφανιστεί μπροστά του, κανενός το ναό δεν είχε δει έξω στα χωριά.

Μαζί με τη θέρμη στο κορμί του είχε επιστρέψει και η οργή στον νου του, η δίψα για αίμα. Πήρε τον ανηφορικό δρόμο. Στο στενότερο σημείο της σήραγγας, έσκυψε το κερασφόρο του κεφάλι και έβαλε όλη του τη δύναμη για να προχωρήσει. Τα πλευρά του ξύστηκαν στις πέτρες, βγάζοντας έναν στριγκό μεταλλικό ήχο και πετώντας σπίθες. Έφτασε στο νερό και βούτηξε χωρίς δισταγμό.

Κολύμπησε, νιώθοντας το νερό να βράζει γύρω του. Αναδύθηκε από τα στάσιμα νερά καλυμμένος με λάσπη και ξεριζωμένα νούφαρα. Προχώρησε ως την κοντινότερη συστάδα καλαμιών και πάτησε στην ξηρά. Μουγκάνισε βροντερά για να δηλώσει την παρουσία του και το έδαφος σείστηκε από μια μικρή δόνηση. Κυρίαρχος και πάλι. Δυνατός. Τρομερός.

Και πάλι δεν ήρθε κανένα όραμα να τον βρει. Δεν είχε συγκεκριμένο σκοπό, συγκεκριμένα όρια. Δεν του επέβαλαν κάποιον τόπο στον οποίο να περιορίσει την τιμωρία της παρουσίας του, κάποια συγκεκριμένη κατηγορία θυμάτων που έπρεπε αποκλειστικά να επιλέγει, κάποια μέθοδο που επιβαλλόταν να χρησιμοποιήσει. Δεν είχε ιδέα τι του ζητούσαν να πράξει πριν επιστρέψει στη λήθη. Αυτή η ελευθερία επιλογής τού ήταν αφύσικη, τον τρόμαζε και τον μπέρδευε. Τον θύμωνε. Τι άλλο να κάνει παρά να τσακίσει όσα χωριά έβρισκε στο δρόμο του, να μην αφήσει πέτρα πάνω σε πέτρα, ειδικά στους ναούς που η εγγύτητά τους του προξενούσε δυσφορία, ακόμη και πόνο; Το μόνο που έμενε ν’ αποφασίσει ήταν αν θα περιπλανιόταν πάνω ή κάτω από το ποτάμι αυτή τη φορά.

Άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνση της αυγής, τα ρουθούνια του γεμάτα από τις μυρωδιές του ζωντανού κόσμου. Τσαλαπάτησε μικρούς θάμνους, ένιωσε με ευχαρίστηση δέντρα και μικρούς βράχους να κομματιάζονται από τα μαύρα κέρατά του. Έκλεισε τα μάτια για να απολαύσει τη στιγμή.

Ξαφνικά σταμάτησε, όσο πιο γρήγορα του επέτρεπε η ορμή του θηριώδους κορμιού του.

Είχε επικρατήσει απόλυτη, αφύσικη ησυχία. Τα πουλιά είχαν πετάξει μακριά και τα ζωντανά του δάσους είχαν λουφάξει τρομοκρατημένα. Κι εκείνος δεν ανέπνεε καν. Το μόνο που κουνούσε ήταν τα μυτερά αυτιά του, αναζητώντας την καλύτερη κλίση για να αφουγκραστεί. Αγκομαχητό, πόδια που σέρνονταν προσπαθώντας να μην κάνουν θόρυβο, ζωντανό ξύλο που παραμέριζε τρίζοντας αμυδρά. Ακολούθησε τους ήχους, πολτοποιώντας πεσμένα φύλλα στο διάβα του, συνθλίβοντας ξερά κλαδιά.

Έφτασε στο φρύδι του λόφου. Έσκυψε και είδε τη ματωμένη γυναίκα με τα σκισμένα ενδύματα να προχωρά ανάμεσα στους θάμνους, αγνοώντας το μονοπάτι. Τα μάτια της ήταν υγρά. Φοβόταν και υπέφερε. Ωραία. Πιο κάτω στην πλαγιά, τρεις άντρες την έψαχναν, με σιδερένιες ακίδες στα χέρια. Τρεις μικρές ψυχές, τρεις ζωές που αυτός μπορούσε να τις σβήσει μέσα σε μια στιγμή καθώς θα κατηφόριζε, δίχως καν να σταθεί. Το κουρέλιασμα της σάρκας τους δε θα χόρταινε το μίσος του για πάνω από μια στιγμή. Αλλά κάτι θα ήταν, ώσπου να βρει πιο πολλά θύματα συγκεντρωμένα.

Σαν από προαίσθημα, η γυναίκα ύψωσε το κεφάλι της και το βλέμμα της διασταυρώθηκε με το δικό του. Δεν μπόρεσε να ουρλιάξει από τρόμο, γιατί ο πανικός έφραξε το λαιμό της. Του άρεσε αυτό. Ετοιμάστηκε να μουγκανίσει για να τον αντιληφθούν κι οι άλλοι, να οσφρανθεί την ευωδιά του κρύου ιδρώτα που θα τους έλουζε πριν τους τσακίσει. Έσκαψε το χώμα ανυπόμονα με την οπλή του. Μα κάτι τον έκανε να διστάζει. Βιαζόταν. Η όρεξη να σπείρει τον όλεθρο σε όσους πιο πολλούς προλάβει, πριν ξαναπέσει σε νάρκη, τον κατέτρωγε σαν τη μεγαλύτερη πείνα, τον μαστίγωνε και τον καθοδηγούσε σαν τη βέργα του ζευγολάτη.

Αλλά κάτι από το μαρτύριο της γυναίκας μιλούσε μέσα του, τραγουδούσε στον καυτό ιχώρα στις φλέβες του. Μήπως να σκότωνε μόνο τους άντρες κι εκείνη να την κρατούσε για λίγο ζωντανή, να επέτεινε την οδύνη της;

Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Στιγμή 9

Κάθε εμπόδιο για καλό. Ο χρόνος που μου δίνεται ώσπου να κυκλοφορήσει το βιβλίο, είναι μια καλή ευκαιρία για να κάνω κάποια πράγματα που είχα παραμελήσει, όπως να ολοκληρώσω τις 'Στιγμές'.

Και πάλι ένας από τους "κακούς" χαρακτήρες στο προσκήνιο, ο κόμης Χανσίκο. Αυτός δεν ανήκει στους Αιγλωείς, αλλά κατάγεται από τη μακρινή χώρα που λέγεται Ναντάρ. Μάλιστα, είναι ένα από τα πιο επιφανή τέκνα της.

[όσοι είναι καινούριοι αναγνώστες ή παρακολουθούν το ιστολόγιο μέσω facebook, ίσως δεν κατανοούν τι ακριβώς είναι αυτό εδώ το κείμενο, οπότε ας ρίξουν μια ματιά εδώ)

Κόμης Χανσίκο

Λαχανιασμένος, ξέπνοος από τον πόθο, ο Χανσίκο αναζητούσε με τα χείλη του το λαιμό της Άλμα. Χανόταν ανάμεσα στους βοστρύχους της που είχαν το χρώμα του καλογυαλισμένου ξύλου, πιο σκούροι από το κάστανο, πιο ανοιχτόχρωμοι από τον έβενο. Σαν να βυθιζόταν σε σκοτεινά νερά. Όπως όταν ήταν παιδί και βουτούσε στον Ωκεανό μαζί με τα ξαδέλφια του κοντά στο υποστατικό του παππού του. Θυμήθηκε πώς αναζητούσε τότε τον βυθό, να κλείσει λίγη άμμο μέσα στις χούφτες του για να μπορέσει να αποδείξει αργότερα πως έφτασε βαθύτερα από τους άλλους. Πώς στέρευε κάθε φορά η ανάσα του κι όμως δεν εγκατέλειπε την προσπάθεια για να μην ηττηθεί…

Μόλις ακούστηκε η θύρα του υπνοδωματίου να ανοίγει απότομα, μια μικρή τρομαγμένη κραυγή βγήκε από το στόμα της Άλμα. Αυτός ήταν ήδη όρθιος, το λυγερό του σώμα είχε τιναχτεί πιο γρήγορα κι από κυρτωμένο έλασμα που άξαφνα αφήνεται ελεύθερο. Είχε το σπαθί του στο χέρι και για μια στιγμή κράτησε την ανάσα του, βέβαιος πως θα αναγκαζόταν να αθετήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στη γυναίκα που αγαπούσε. Η Άλμα επιθυμούσε να μη μονομαχήσει ο Χανσίκο ποτέ με το σύζυγό της, να μην τον σκοτώσει – δεν έφταιγε εκείνος που οι δυο τους είχαν γνωριστεί πολύ αργά και δεν είχαν καταφέρει να ενώσουν τις ζωές τους νόμιμα, μόνιμα και δημόσια.

Μα στο κατώφλι δε στεκόταν ο απατημένος υποκόμης Αρνάντο. Μόνο ο Ρουίς, ο εσκουέρο του Χανσίκο, προσωπικός υπηρέτης και μαθητής του.

Το μελαχρινό αγόρι δεν ένιωσε έκπληξη βλέποντας ατημέλητα τα κορακίσια μαλλιά που λυτά έπεφταν στους ώμους του άντρα, βαριά από τον ιδρώτα. Δεν απέστρεψε το βλέμμα του από ντροπή στη θέα του γυμνού σώματος. Είχε μοιραστεί αρκετές φορές το κρεβάτι του αφέντη και δασκάλου του. Ήταν έθιμο παλιό – από την εποχή τον πολεμάρχων ακόμα, που έπαιρναν ομήρους τους γιους των εχθρών τους – να διδάσκει κάθε γενιά την επόμενη. Να της μαθαίνει κάθε τέχνη απαραίτητη στον άντρα· τέχνες της διακυβέρνησης, της μάχης και του έρωτα.

«Συγνώμη για την ενόχληση» είπε ο μικρός. «Μα είναι αληθινά απαραίτητη η παρουσία σας αμέσως τώρα».

Ο Χανσίκο ήταν ευέξαπτος και το ξάφνιασμά του είχε μετατραπεί σε οργή, αφού δεν έβρισκε άλλη διέξοδο. Μα ο Ρουίς ήταν καλό παιδί, έξυπνο και υπάκουο και ποτέ δεν του είχε δώσει αφορμή για τιμωρία. Ανήκε στη νέα γενιά των εσκουέρο. Δεν ήταν παιδί ευγενών, το είχαν αρπάξει οι Καναΐτες σε κάποια επιδρομή τους, αφού είχαν σφάξει τους γονείς του. Περατινοί δουλέμποροι το είχαν φέρει πίσω στην πατρίδα του, ξέροντας πως οι Νανταρινοί θα πλήρωναν όσο-όσο για να το γλιτώσουν από τη σκλαβιά σε κάποια ξένη χώρα. Αν το αγόρι ολοκλήρωνε τη μαθητεία του με επιτυχία, μπορούσε να αποκτήσει κάποιο σημαντικό αξίωμα στο μέλλον, ίσως κι έναν κατώτερο τίτλο. Δε θα διακινδύνευε να χάσει τέτοια μοναδική ευκαιρία για μια ανοησία.

Ο κόμης ένευσε και φόρεσε βιαστικά το παντελόνι του. Ξυπόλυτος ακόμη, δίχως ν’ αφήσει το όπλο του στην άκρη, ακολούθησε το παιδί που είχε βγει έξω στο διάδρομο. Το βρήκε να στέκει στο πλάι ενός συνομήλικού του, ενός ακόμη σκλάβου από το ίδιο περατινό φορτίο. Είχε κι εκείνο το αγόρι αγοραστεί, απελευθερωθεί και υιοθετηθεί ως εσκουέρο, από τον ίδιο το βασιλιά. Μα κανείς δεν ήξερε από πού ακριβώς καταγόταν. Είχε μαλλιά πολύ κατσαρά, σαν των Καναϊτών, κι όμως κατάξανθα σαν τον Νταετών που ζούσαν βόρεια της Ναντάρ. Τα μαύρα μάτια του ήταν τρομερά και όμορφα συνάμα, όπως ξεχώριζαν στο χιονόλευκο πρόσωπό του.

Δε θα γινόταν ποτέ άξιος πολεμιστής ή ηγέτης. Ήταν ντροπαλό, λεπτό κι αδύναμο κι η φωνή που έβγαινε από τα ροδένια χείλη του μπορούσε να συγκριθεί μόνο με των αηδονιών. Όμως ο ηγεμόνας είχε πριν χρόνια βρει τη σύζυγό του μέσα στην αγκαλιά του εραστή της. Είχε νικήσει στη μονομαχία που ακολούθησε, μα είχε βγει σημαδεμένος στο πρόσωπο και στην ψυχή. Ο Ινέγο ο Ωραίος είχε καταντήσει Ινέγο ο Μισογύνης και δεν ήθελε καμιά γυναίκα κοντά του πια. Ο θεσμός του εσκουέρο ήταν γι’ αυτόν μόνο και μόνο μια δικαιολογία για να έχει κάθε τόσο καινούριο όμορφο αγόρι στο πλευρό του, σε μια σχέση που προσέφερε σ’ αυτόν απόλαυση και στο κάθε παιδί απολύτως τίποτε. Πολλοί ευγενείς, πωρωμένοι από τη φρίκη του πολέμου και μαλθακοί από τον όγκο των λάφυρων, δεν είχαν καμιά αντίρρηση να τον μιμηθούν.

Ο Ρουίς κι ο φίλος του έπεσαν μαζί στα γόνατα, στη στάση του ικέτη. Το ξανθό αγόρι έτρεμε, έμοιαζε ανίκανο να μιλήσει. Ποιος ξέρει τι είχε δει εκείνη τη νύχτα, τι είχε υποστεί. Ήταν κοινό μυστικό πως ο Ινέγο γινόταν κάθε μέρα και σκληρότερος.

«Έλεος» ανέλαβε ο Ρουίς να σπάσει τη σιωπή. «Δώσε άσυλο στον κατατρεγμένο, αφέντη».

Ο Χανσίκο έτριψε το σαγόνι του κι έριξε μια κλεφτή ματιά προς την Άλμα που είχε προβάλει στη θύρα του υπνοδωματίου, κρύβοντας το σώμα της με το μεταξωτό σεντόνι. Δεν ήξερε αν έπρεπε να αψηφήσει το βασιλιά, παλιό του συμπολεμιστή και άξιο ηγέτη. Γιατί είχε επιλέξει να έρθει στη δική του έπαυλη ο μικρός φυγάδας; Επειδή ήταν φίλος με τον Ρουίς από τις δύσκολες ώρες της αιχμαλωσίας; Επειδή ο ίδιος ο κόμης ήταν από τους πιο όμορφους άντρες στη χώρα κι αυτό έκανε τους άλλους να τον εμπιστεύονται; Ο Χανσίκο ήθελε να πιστεύει πως υπήρχε πιο σημαντικός λόγος. Όλοι ήξεραν πως επωμιζόταν τις ευθύνες του με ευσυνειδησία. Μαζί με τη δύναμη που του έδινε ο τίτλος του, μαζί με την εξουσία, είχε και την υποχρέωση να φροντίζει τους κατώτερους, να τους προστατεύει. Το πίστευε ειλικρινά.

«Έλεος» είπε και το ξανθό αγόρι, σαν αδύναμη ηχώ του Ρουίς.

Ο Χανσίκο δεν πρόφτασε να απαντήσει, δεν πρόφτασε να αποφασίσει καν. Άκουσε φωνές από το ισόγειο και κλαγγές και τον κρότο από ξύλο που σπάει. Έτρεξε και στάθηκε στο κεφαλόσκαλο, μεγαλοπρεπής όπως οι φλόγες από τους δαυλούς φώτιζαν το ακόμη γυμνό από τη μέση και πάνω σώμα του, όπως η λάμψη τους αντανακλάτο από τη λεπίδα στο χέρι του. Αντίκρισε πολεμιστές που συγκρούονταν, δικούς του άντρες και αρματωμένους στρατιώτες της βασιλικής φρουράς που είχαν εισβάλει στο χώρο. Κάποιοι είχαν πιαστεί στα χέρια, κάποιοι είχαν πέσει, κάποιοι έκαναν κύκλους για να βρεθούν σε στρατηγικά ευνοϊκή θέση.

Και στο κέντρο, πάνω στον κόκκινο τάπητα που τον είχε κάνει ακόμα πιο κόκκινο το χυμένο αίμα, δέσποζε ο μαυροντυμένος στρατηγός Ζικάρ. Ψηλός, χλωμός, με καλοξυρισμένο πρόσωπο, με τα ξανθά μαλλιά του σε κοτσίδα δεμένη χαμηλά στον αυχένα, όπως συνηθιζόταν στην πατρίδα του τη Νταέτια. Εκείνος ο άντρας ήταν από τους πιο μισητούς ανθρώπους σε όλη τη Ναντάρ. Όχι μόνο επειδή ήταν ο εκτελεστής του βασιλιά, το σιδερένιο χέρι που μοίραζε τις ποινές που κανείς ντόπιος δε θα τολμούσε να επιβάλει στους συμπατριώτες του. Αλλά και ακριβώς επειδή ήταν ξένος, επειδή δεν ανήκε σε κάποια βαθμίδα της νανταρινής κοινωνίας, δεν προσποιούνταν καν πως ασπαζόταν τα ιδανικά και τις αρχές των ανθρώπων που τον φιλοξενούσαν. Κι ακόμη περισσότερο επειδή ήταν ίσως ο καλύτερος ξιφομάχος σε ολόκληρη τη χώρα και οι ευγενείς τον ζήλευαν και τον φοβούνταν.

Ο Χανσίκο δεν κοίταξε πίσω του προς το παρόν. Με ένα νόημά του, οι υπηρέτες θα οδηγούσαν την Άλμα έξω δίχως να τη δει κανείς. Δεν έπρεπε να τη βρουν εκεί όταν θα έψαχναν την έπαυλη για να ξετρυπώσουν τον φυγάδα. Μα ο κόμης ένιωθε πως στεκόταν σε ένα σταυροδρόμι και αδυνατούσε να δει που οδηγούσε κάθε μονοπάτι που ανοιγόταν μπρος του. Μπορούσε να κάνει κι ένα δεύτερο νόημα, να χαθεί και το ξανθό αγόρι μέσα στη νύχτα χωρίς να το βρουν οι διώκτες του. Μπορούσε να επικαλεστεί τον τίτλο του, να απαιτήσει να σεβαστούν το άβατο της οικίας του, το πόσο μεγάλος ήρωας ήταν και πόσο θα εξοργιζόταν ο λαός αν τον προσέβαλαν. Μπορούσε ακόμη και να απαιτήσει εξηγήσεις από τον Ζικάρ για όσα είχαν ήδη συμβεί. Πολύ καιρό ήθελε να αναμετρηθεί μαζί του, να βρει μια αφορμή να δείξει πως δεν ήταν δυνατόν ένας ξένος να είναι καλύτερος από τους κορυφαίους μαχητές της Ναντάρ. Όμως το κορμί του κόμη ήταν ακόμη χαυνωμένο από τον έρωτα κι ο στρατηγός είχε στη μέση του κρεμασμένη τη νταετίκα, τον μικρό πέλεκυ που εκτόξευε πριν τραβήξει το σπαθί του. Ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος, ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση.

Ή μήπως έπρεπε να ενεργήσει με σύνεση ο Χανσίκο;

«Ο βασιλιάς έχασε το παιχνίδι του» είπε ο Ζικάρ με τη βαριά ξενική προφορά του κι η βροντερή φωνή του έκανε τις αψιμαχίες γύρω του να καταλαγιάσουν. «Απαιτεί να του δώσεις το δικό σου».

Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

Στιγμή 8

Συνεχίζουμε να ρίχνουμε ματιές μέσα στο μυαλό των χαρακτήρων του βιβλίου. Όπως είχα πει, τα επόμενα κείμενα θα ασχοληθούν με τους «κακούς». Ο σημερινός, την εποχή που διαδραματίζεται το «Κοράκι σε άλικο φόντο», είναι ένας από τους ισχυρότερους άντρες στη Βασιλεία Αιγλωέων. Πώς ήταν, όμως, στα νιάτα του;

Πορφύριος

Ο υπηρέτης με το φαγητό, ακόμη δεν έχει φανεί κι η πείνα δεν άφηνε τον Πορφύριο να συγκεντρωθεί. Σηκώθηκε εκνευρισμένος και πλησίασε τα μεγάλα παράθυρα. Η θαλασσινή αύρα ήρθε και χάιδεψε απαλά το πρόσωπό του. Το μέγαρο ήταν το ψηλότερο κτήριο έξω από το Σεπτό Παλάτι και το δικό του γραφείο βρισκόταν ακριβώς δίπλα στου Έπαρχου, γωνιακό. Κοίταξε στο βάθος, δυο περατινά πλοία που έκαναν ελιγμούς για να προσεγγίσουν τις αποβάθρες. Κοίταξε και χαμηλά στο λιμάνι, το ανθρωπομάνι που ερχόταν κι έφευγε, που αγόραζε και πουλούσε, που απλά ρέμβαζε. Αλλά ο Πορφύριος δεν είδε τίποτε. Το μυαλό του ήταν αλλού. Η κούραση έκανε όλη την πικρία και την απογοήτευσή του να βγουν στην επιφάνεια.

Το πρωί, στον διάδρομο, είχε ακούσει τους υφισταμένους του να τον κακολογούν. Αν δεν ήταν άκληρος ο Έπαρχος και δεν τον είχε ανιψιό, δε θα είχε τέτοιο αξίωμα τόσο νέος! Ποιο αξιώματα; Ούτε εργάτη δεν θα τον είχαμε εδώ μέσα! Μόνο αυτό είχαν να πουν όλοι στην πρωτεύουσα, από τον Μέγα Λογοθέτη ως τον τελευταίο γραφέα: ο Πορφύριος ο νεότερος είναι ανιψιός του Πορφύριου του πρεσβύτερου, το μόνο του προσόν. Κανείς δεν κοίταζε αν έφευγε κάθε μέρα βράδυ από γραφείο του, κανείς δεν σκεφτόταν πως η Περιφέρεια λειτουργούσε καλύτερα όσο αυτός αποκτούσε πιο πολλές αρμοδιότητες, κανείς δεν έδινε σημασία στις τόσες γνωριμίες και διασυνδέσεις που είχε αποκτήσει ανάμεσα στα σημαντικά πρόσωπα της Αυλής.

Ο άνεμος είχε πέσει, τα πανιά των δυο πλοίων είχαν κρεμάσει σαν μισοξηλωμένα παραπετάσματα, σαν σακουλιασμένο δέρμα.

Ο Πορφύριος αναστέναξε. Πού ήταν η ισχύς που έπρεπε να συνοδεύει τη θέση του; Πού ήταν όλη αυτή η αίγλη που θαύμαζε στα παιδικά του χρόνια, η χρυσή άλως σεβασμού που έμοιαζε να συνοδεύει τον θείο του; Γιατί αυτόν δεν τον χαιρετούσαν όλοι στον δρόμο, δεν του έκαναν υποκλίσεις, δεν τον καλούσαν σε όλες τις δεξιώσεις και τις εσπερίδες; Γιατί δεν λειτουργούσε σαν αφροδισιακό η εξουσία του, δεν έλκυε τις γυναίκες στην αγκαλιά του;

Ίσως έφταιγε και το βάρος του. Πάντα είχε μια τάση να παχαίνει, τώρα την επιδείνωναν τα τσιμπολογήματα στο γραφείο, η καθιστική εργασία, το άγχος. Κι εδώ ένα ασήμαντο ελάττωμα που υπερκάλυπτε τόσες αρετές. Τις πλούσιες μπούκλες του. Το μουστάκι που τόσο φρόντιζε. Τα ενδύματα από το πιο ακριβό μετάξι και τους καλύτερους ράφτες. Το χρυσάφι που σκόρπιζε απλόχερα όταν–

Ακούστηκε ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χτύπημα.

Ο Πορφύριος στράφηκε απότομα, έτοιμος να επιπλήξει τον υπηρέτη του. Η θύρα άνοιξε απότομα κι αντίκρισε μια γυναίκα. Διστακτικά, η άγνωστη πέρασε μέσα δίχως να περιμένει πρόσκληση. Αμέσως έγινε κατακόκκινη, χαμήλωσε το βλέμμα και έκλεισε τη θύρα πίσω της. Εντελώς αθόρυβα, σαν φοβισμένη γάτα.

Ήταν μια πολύ εντυπωσιακή γυναίκα, νεαρή∙ σχεδόν κορίτσι. Ψηλή – ίσως ένα κεφάλι ψηλότερή του – με σταρένιο δέρμα, μακριά ίσια μαλλιά στο χρώμα του μελιού, μεγάλα γαλανά μάτια. Υγρά μάτια, θλιμμένα, ικετευτικά. Τα φτωχικά ενδύματά της ήταν σεμνά, φαρδιά, ως και τα μανίκια κατέβαιναν στη μέση της παλάμης. Κι όμως, η κίνησή της, είχε δώσει στον Πορφύριο την αίσθηση της λυγερής χάρης, των θηλυκών γραμμών και καμπυλών. Ένιωσε έξαψη στη θωριά της, ένα ρίγος.

Εκείνη πήρε βαθιά ανάσα, αναζητώντας θάρρος.

«Πήρα το θάρρος να σε επισκεφτώ, κύρη», είπε βιαστικά, πνιγμένα, «γιατί είσαι νέος, θυμάσαι τι είναι ο έρωτας».

Συνέχισε μονοκοπανιά, να προλάβει πριν ο αέρας αδειάσει από πνευμόνια της, ένωσε τις λέξεις σε μία:

«Είμαι ορφανή, παραδουλεύτρα στο υποστατικό του Έπαρχου, λογοδοσμένη μ’ έναν από τους φρουρούς του. Θέλει να τον στείλει στον πόλεμο, να σκοτωθεί, για να μ’ έχει δική του. Είσαι δικός του άνθρωπος, συγγενής, μπορείς να του αλλάξεις γνώμη, να μας γλιτώσεις αν το θες».

Ύστερα, βουβάθηκε ξαφνικά. Το ήξερε πως είχε δείξει μεγάλο θράσος, πως είχε υπερβεί τα όρια. Αναρωτιόταν κι η ίδια πως είχε τολμήσει να τα πει όλα αυτά, αναρωτιόταν τι συνέπειες έπρεπε να υποστεί.

Ο Πορφύριος ένιωσε το στόμα του στεγνό. Είχε απέναντί του αυτήν την καλλονή που κρεμόταν από το στόμα της, που ένιωθε την ανάγκη να της κάνει οποιαδήποτε χάρη για να την δει να χαμογελάει. Μόνη της εκεί, δίχως τη συνοδεία κάποιας γηραιάς θείας ή τροφού, δίχως να την περιμένει κάποιος στο σπίτι. Σκέφτηκε να πάει στο πλευρό της, να δηλώσει τη στήριξή του, να της χαϊδέψει το λευκό της χέρι παρήγορα. Από την άλλη, είχε το θείο του, που αποδεικνυόταν λίγος, πενιχρός στα στερνά του. Ήταν αυτός που τον είχε αναδείξει, τον είχε υιοθετήσει σχεδόν, του είχε προσφέρει όσα είχε – ας ήταν άξιος να τα κατέχει, χωρίς τον Πορφύριο τον πρεσβύτερο, δεν θα τα είχε γνωρίσει ποτέ. Κι αν έρχονταν αντιμέτωποι, αν τα πράγματα έφταναν στα άκρα, το σκάνδαλο θα κατέστρεφε τον γέρο ολοκληρωτικά.

Το δίλλημα ήταν μεγάλο, το μεγαλύτερο που είχε συναντήσει ως τότε στη ζωή του.

Μπορούσε να κάνει υπομονή, να μη φανεί άπληστος σαν τον θείο του, να δρέψει με το καλό το μπουμπούκι που είχε μπρος του μια και μόνη φορά, αντί να το θελήσει μόνιμο στολίδι στο κρεβάτι του. Με αντάλλαγμα, τη βοήθεια που του ζητούσε. Ή να δείξει πως ήταν έτοιμος, πως δεν ήταν νωρίς, πως δεν ήταν απλά ένας ανιψιός. Να απαιτήσει να παραιτηθεί ο Έπαρχος και να τον χρίσει αντικαταστάτη του. Εκτός αν ήθελε να διαπομπευτεί δημόσια.

Έπρεπε να ηρεμήσει, να σκεφτεί λογικά, να επιλέξει ορθά. Να ζυγίσει προσεκτικά τα ‘επιθυμώ’ και τα ‘μπορώ’.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Στιγμή 7

Σήμερα βλέπουμε τον τελευταίο από τους «ήρωες της δεύτερης γραμμής», ένα από τους ανώτερους κρατικούς λειτουργούς. Καθώς πλησιάζει σιγά-σιγά η ημερομηνία της έκδοσης, οι Στιγμές θα επικεντρώσουν στο αντίπαλο δέος, τους «κακούς». (Αν έχουμε καινούριους αναγνώστες που δεν γνωρίζουν τι είναι οι στιγμές, ας ρίξουν μια ματιά εδώ)

Πολυκράτης


Στηρίχτηκε στον παραστάτη πριν χτυπήσει το ρόπτρο. Ένιωθε αδύναμος. Η αυστηρή νηστεία που είχε επιβάλει στον εαυτό του για πάνω από δέκα ημέρες αποδείχτηκε κακή ιδέα. Δεν έμοιαζε λιγότερο υπέρβαρος το πρωί στον καθρέπτη, έμοιαζε ταλαιπωρημένος, σαν να ανάρρωνε από μακρά ασθένεια. Το ανοιχτόχρωμο δέρμα του και τα αχυρένια μαλλιά του δε βοηθούσαν. Έπρεπε να το είχε απλά αποδεχτεί· είχε κληρονομήσει την ευφυΐα και τη μεθοδικότητα που χαρακτήριζε τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του. Και μαζί της είχε κληρονομήσει αποστροφή για τη σωματική άσκηση, συνδυασμένη με λαιμαργία. Έτσι όπως τα είχε καταφέρει, η σκέψη του φαγητού είχε γιγαντωθεί μέσα του, σχεδόν καλύπτοντας ακόμη και την εικόνα εκείνης.

Η εξώθυρα άνοιξε απότομα και τον έπιασε απροετοίμαστο, κάνοντας έναν χείμαρρο παγωμένου ιδρώτα να τρέξει στον αυχένα και την πλάτη του. Μόρφασε νευρικά, άνοιξε το στόμα του και δε βγήκε φωνή. Θύμωσε. Είχε καταστρώσει τέλειο σχέδιο, είχε πάει με συνταγή στα χέρια. Γιατί να γεννηθεί τόσο αγχωτικός; Καθάρισε το λαιμό του, κορδώθηκε για να τονίσει το αξιόλογο ύψος του και δρασκέλισε το κατώφλι με ύφος κατακτητή. Ο αποσβολωμένος υπηρέτης μόλις που πρόλαβε να παραμερίσει. Την επόμενη στιγμή ο Πολυκράτης δήλωσε το όνομά του και την καταγωγή του και παρέδωσε το δώρο που είχε φέρει για την οικοδέσποινα.

Ήταν πολύ προσεκτικά διαλεγμένο. Είχε δωροδοκήσει ένα σωρό εμπόρους για να μάθει τι της άρεσε. Ως και το μεταξωτό του περιτύλιγμα δεν ήταν ένα τυχαίο κομμάτι πανάκριβου πανιού. Είχε την ίδια ακριβώς απόχρωση με τα πράσινα μάτια της. Αυτό ήταν από τα πιο δύσκολα κομμάτια του σχεδίου. Χρειάστηκε οι υπηρέτριες των γονιών του να ανακρίνουν διακριτικά τις υπηρέτριες του δικού της σπιτικού και τελικά ο ίδιος να καταλήξει στο ποια μαρτυρία ήταν η πιο αξιόπιστη.

Ξεφύσησε ενοχλημένος στην ανάμνηση του κόπου του και άφησε να τον οδηγήσουν στον εσωτερικό κήπο, εκεί που βρίσκονταν ήδη οι υπόλοιποι υποψήφιοι μνηστήρες. Το περίμενε πως θα είχε να κάνει με τους πιο εμφανίσιμους, τους πιο πλούσιους και τους πιο έξυπνους νέους της Νεάπολης. Μόνο οι άριστοι από τους ανύπαντρους βρίσκονταν εκεί – γι’ αυτό ακριβώς τον κοίταξαν με μισό μάτι. Έγλειψε τα ξεραμένα χείλη του, έτοιμος να το βάλει στα πόδια. Αν δε φοβόταν τόσο τις επιπλήξεις των γονιών του που τον είχαν αναγκάσει να συμμετάσχει κι εκείνος στη διαδικασία, θα έβαζε την ουρά στα σκέλια και θα αποχωρούσε. Να είναι πολύ λίγος για τη γυναίκα που είχε ερωτευτεί, το άντεχε. Να τον σφυροκοπούν κάθε μέρα πως δεν είναι λίγος, δεν το άντεχε.

Άρχισε να χαιρετά όσους γνώριζε καλά ή έστω εξ όψεως. Άλλοι χαμογέλασαν, άλλοι δεν έκρυψαν τη δυσφορία για την επαφή με τις ιδρωμένες του παλάμες. Δεν τον απασχόλησε. Χρησιμοποιούσε διακριτικά τον όγκο του για να φτάσει στο σημείο που έπρεπε. Ο αρχιτέκτονας που είχε χτίσει την έπαυλη ορκιζόταν ότι το πιο βολικό σημείο για να παρακολουθήσει εκείνη τον κήπο κρυμμένη στα διαμερίσματά της, ήταν ακριβώς πάνω από το σιντριβάνι. Ότι λεγόταν εκεί, θα έφτανε στα αυτιά της πεντακάθαρα, ενώ τον ομιλητή θα τον μισόκρυβε – κολακευτικά, στην περίπτωση του Πολυκράτη – το περβάζι.

Όταν στάθηκε ακριβώς εκεί που ήθελε, έφερε για μια τελευταία φορά στ’ αυτιά του τις φράσεις που είχε ετοιμάσει για να την εντυπωσιάσει. Είχε βασιστεί στα όσα η ίδια συζητούσε στον γυναικωνίτη της μητρόπολης με τις φίλες της για τον ιδανικό σύζυγο. Αυτά είχαν κοστίσει πιο πολύ για να μαθευτούν κρυφά, αλλά ήταν και τα πιο εύκολα προσβάσιμα – μυστικά μεταξύ γυναικών.

Δεν πρόλαβε να βρει ή να δημιουργήσει αφορμή για να πει κάτι.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, εμφανίστηκε μια υπηρέτρια που μοίραζε γλυκίσματα από ένα καλάθι και ζητούσε συγνώμη για την αναμονή. Το στομάχι του Πολυκράτη διαμαρτυρήθηκε έντονα. Αυτός κοκκίνισε ντροπιασμένος, αν και κανείς δεν του έδωσε σημασία. Δεν άπλωσε το χέρι του να τιμήσει το κέρασμα. Όταν η υπηρέτρια επέστρεψε στο μαγειρείο και οι άλλοι μνηστήρες ξανάρχισαν τις συζητήσεις, την πρώτη φορά που το γαλανό βλέμμα του διασταυρώθηκε μ’ εκείνο κάποιου άλλου, ντράπηκε που ήταν αναψοκοκκινισμένος και κοκκίνισε ακόμη περισσότερο. Ένιωσε να πνίγεται, να τον στενεύει ο χιτώνας του στο λαιμό. Τα φρύδια του έσταζαν ιδρώτα.

«Όλοι συμφωνούμε πως είναι η ομορφότερη κόρη στη Βασιλεία Αιγλωέων», είπε ένας εντυπωσιακός μελαχροινός χιλίαρχος που είχε έλθει με την επίσημη στολή του.

«Η ομορφότερη των τελευταίων εκατό χρόνων λέει ο παππούς μου», υπερθεμάτισε ένας από τους Καλόθετους, φορτωμένος στο χρυσάφι.

«Ναι, μη με διακόπτεις», τον αποπήρε ο στρατιωτικός. «Αλλά πού ακούστηκε μια γυναίκα να καλεί μνηστήρες για να επιλέξει το σύζυγό της; Ο αυτοκράτορας, ναι, πολλές φορές έχει γίνει. Σπουδαίοι άρχοντες; Ναι. Αλλά μια γυναίκα;»

«Μα η Όμορφη Σελάη!» αναφώνησε αυθόρμητα ο Πολυκράτης. «Που οι Παλιοί Αιγλωείς κίνησαν όλα τα πλοία τους για χάρη της κι έκαψαν το πλούσιο Άρκειο! Δε μάθατε κι εσείς ανάγνωση από την Αρκειάδα; Δε θυμάστε στην πρώτη ραψωδία το δείπνο των βασιλέων που είχαν όλοι αποδεχθεί την πρόσκλησή της για να επιλέξει σύντροφο ανάμεσά τους;»

Όλοι στον κήπο είχαν σταματήσει να μιλούν κι είχαν στραφεί προς το μέρος του. Άλλοι ενοχλημένοι, άλλοι δύσπιστοι, άλλοι πρόθυμοι να ακούσουν περισσότερα, ελάχιστοι πεπεισμένοι πως άκουσαν κάτι σημαντικό και ουσιώδες. Ο Πολυκράτης σφίχτηκε. Δεν πίστευε πως μπορούσε να γίνει ακόμη πιο κόκκινος απ’ ότι ήδη ήταν, αλλά τα κατάφερε.

Και τώρα τι; Πίστευε πως η πρόθεσή της δεν ήταν να θέσει τον εαυτό της στο ίδιο επίπεδο με την ομορφότερη γυναίκα όλων των εποχών. Δεν ήταν εγωισμός το κίνητρό της, αλλά μια απόπειρα να αναβιώσει κάτι που θεωρούσε όμορφο, να προτρέψει τους άλλους να φερθούν ξεχωριστά για μια μέρα, όχι ειδικά σ’ εκείνη.

Να το πει αυτό; Ή να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να στρέψει τη συζήτηση εκεί που ήθελε, να προβάλει τον εαυτό του; Σίγουρα είχε κεντρίσει την περιέργειά τη ήδη, ώστε να θέλει να μάθει περισσότερα γι’ αυτόν. Κι οι άλλοι δε θα έμεναν άφωνοι για πολύ ακόμη, ό,τι και να τους έλεγε. Ακόμα χειρότερα, αν δεν έλεγε κάτι αμέσως.

Είχε μόνο μια στιγμή στη διάθεσή του για να αποφασίσει.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009

Στιγμή 6

Μια ομάδα από πολεμιστές που έχει ζήσει σε πολλές χώρες.

Οι Δέκα

Τον πρώτο καιρό δυσκολευόταν να κοιμηθεί.

Για έναν Νανταρινό, οι Λαίτιοι ήταν φρικτό μέρος. Άχρωμο, ψυχρό, αποπνικτικό. Μικρά κτήρια, στενοί δρόμοι, γκρίζα πέτρα που έσταζε υγρασία. Ομίχλη που σερνόταν στους δρόμους κι έκρυβε το ποτάμι, τις γέφυρες που οδηγούσαν στα δυο νησιά, τα πάντα λίγα βήματα πιο πέρα. Κρύο και χοντρόρουχα σε σκούρα χρώματα. Άνθρωποι σκυθρωποί και χλωμοί. Ο ίδιος ο ουρανός σαν στρωμένος με βαμβακερό ύφασμα που είχε σκουρύνει από τον ιδρώτα. Όταν δεν έβρεχε.

Αναπολούσε το φως που στεφάνωνε και χρύσιζε το κάθε τι στην πατρίδα του. Τα χαμόγελα που αποκάλυπταν λευκά δόντια και στόλιζαν μελαχροινά πρόσωπα. Ενδύματα και σπίτια σε χίλιες χαρούμενες αποχρώσεις. Την αίσθηση του ανοιχτού χώρου. Την καταγάλανη θάλασσα που καλούσε στην αγκαλιά της.

Ύστερα γνώρισε τη Ερδίνα, τη μικρή κόρη του αρτοποιού.

Πάλι δυσκολευόταν να κοιμηθεί, μα μόνο γιατί μετρούσε το χρόνο ώσπου να έρθει η δική του σειρά, μια φορά στο δεκαήμερο, να κοιμηθεί έξω από το μικρό κτήριο που νοίκιαζε με τους συντρόφους του και τον αρχηγό τους. Να κοιμηθεί στο πλευρό της, κρυφά από τους γονείς της, κρυφά από τους φίλους του. Δεν τους είχε ποτέ κρύψει κάτι άλλο, δεν είχε μυστικά πέντε χρόνια που γύριζε την Πλάση μαζί τους. Μα αυτή η πηγή φωτός και χρώματος στη ζωή του, στην καρδιά του την ίδια, που έκανε τους Λαίτιους υποφερτούς, δεν ήταν ακόμη έτοιμος να αποκαλύψει έστω και την ύπαρξή της.

Ένα βράδυ της έδωσε το ασημένιο δαχτυλίδι του αρραβώνα που με χίλιες οικονομίες είχε κατορθώσει να αγοράσει. Της υποσχέθηκε το χρυσό κόσμημα του γάμου. Και της ζήτησε να κάνει λίγη υπομονή ώσπου να διευθετήσει τις υποθέσεις του και να μπορέσουν να μείνουν μαζί – για πάντα. Κι εκείνη, με μάτια κλαμένα από χαρά, με χείλη που γελούσαν, τιτιβίζοντας σχεδόν, του είπε να βιαστεί, να προλάβει πριν γίνει πατέρας.

Κάθε φορά έβρισκε αφορμές να καθυστερήσει, να μην την αφήσει ώσπου να μην υπάρχουν άλλα περιθώρια. Μα το νέο τον ανάγκασε να κάνει την καρδιά του πέτρα και να βιαστεί· έστω κι αν τρεις φορές πισωγύρισε από το κατώφλι για να της δώσει ένα τελευταίο φιλί. Βιαζόταν γιατί μακριά της δε βρισκόταν πια η μοναξιά. Βρίσκονταν οι προετοιμασίες ώστε στην επόμενη έξοδό του να γίνει η τελετή που θα τους ένωνε. Ο Αρζέντ, ο διοικητής του, επέμενε να ζουν όλοι μαζί, να φυλάνε ο ένας την πλάτη του άλλου, να τηρούν το αυστηρό του πρόγραμμα, να μη βασίζονται σε άτομα έξω από τον στενό κύκλο τους. Μα ποτέ δεν είχε φανεί αρνητικός στην προοπτική της αποκατάστασής τους.

Ο στρατιώτης διέσχισε τους δρόμους βυθισμένος στις σκέψεις του. Ούτε που κατάλαβε πότε τέλειωσε η διαδρομή. Ήταν σαν να είχε περπατήσει ανάλαφρος πάνω στα σύννεφα, όχι μέσα στην ομίχλη των τελευταίων νυχτερινών ωρών που έκανε τα ενδύματά του να κολλούν στο δέρμα του, το μουστάκι και τα μαλλιά του μια λάσπη.

Ανέβηκε την πέτρινη σκάλα, δρασκέλισε το κατώφλι και αντίκρισε ένα άδειο δωμάτιο. Τα έπιπλα μαζεμένα στη γωνία, όλα τα φορητά αντικείμενα να λείπουν ή να φλέγονται στο τζάκι. Τίποτε να μη μείνει πίσω. Μ’ έναν κόμπο στο στομάχι, πέρασε την καταπακτή και βγήκε στο στάβλο που καταλάμβανε όλο το ισόγειο. Οι άλλοι είχαν τα σακίδιά τους έτοιμα, τα όπλα τους ζωσμένα, τις αρματωσιές φορεμένες. Σέλωναν τα άλογα, μαζί και το δικό του.

«Οι Λευκοί θα χτυπήσουν τους Γαλάζιους αύριο», είπε ένας από τους έξι τοξότες. «Θα τους εξοντώσουν όλους ταυτόχρονα. Το σχεδίαζαν μήνες. Κι αν δεν το είχαμε μάθει εμείς τόσο καιρό, δεν το έχουν μάθει και οι στόχοι».

«Ειρήνη», ψιθύρισε. Κι άλλο χαρούμενο νέο· θα ξεθύμαινε πλέον αυτή η ένταση που βασάνιζε τη χώρα. Η Ερδίνα δεν κινδύνευε, ζούσε σε μια συνοικία που δεν υπήρχε ούτε ένας Γαλάζιος. «Εμείς ποιον αναλάβαμε να σκοτώσουμε;»

«Κανέναν», τον διόρθωσε ο συνομιλητής του. «Οι Γαλάζιοι θα πεθάνουν εδώ, αλλά είναι ισχυροί στην επαρχία. Θα λυσσάξουν μετά το αυριανό. Και να μην ενδιαφερθούν για εκδίκηση, θα πολεμήσουν για να επιβιώσουν. Εμφύλιος μέχρι τελικής πτώσεως. Φεύγουμε».

Μια ακόμη μετακόμιση. Ο Αργκάν είχε γίνει Αρζέντ, είχε γίνει Ζίλμπερ, είχε γίνει Πράτιους. Τώρα άλλη μια χώρα, άλλο ένα ψευδώνυμο, άλλη μια καινούρια αρχή. Δε ρίζωσαν στους Λαίτιους. Δε θα ρίζωναν πουθενά. Κι αυτός τι έπρεπε να κάνει; Να παρατήσει τη γυναίκα που αγαπούσε, με το παιδί του στα σπλάχνα της; Να τη σύρει μαζί του έγκυο σε περιπλανήσεις και πολέμους; Να λιποτακτήσει, εγκαταλείποντας τους συντρόφους που του χρωστούσαν της ζωή τους και τους χρωστούσε τη δική του; Πώς να ζήσει στην ξενιτιά, χωρίς συμπατριώτες που τον καταλάβαιναν; Πώς να ζήσει οπουδήποτε χωρίς εκείνη; Πώς να τα συμβιβάσει και τα δύο;

Οι συνάδελφοί του, οι άλλοι τρεις ιππείς, είχαν σταθεί και τον κοιτούσαν που έμενε άπρακτος. Του έδειξαν μ’ έναν νεύμα του σαγονιού το δικό του σακίδιο και τη δική του λόγχη που τον περίμεναν στη γωνία. Η συντροφιά του ήταν ένα δεδομένο στη ζωή τους.

«Άντε, τι κάθεσαι;», προέτρεψε ο τοξότης που είχε μιλήσει και πριν.

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2009

Στιγμή 5

Όπου πάει ο Λεωσθένης, κοντά θα βρει κανείς και τον Αλγεινό.

Αλγεινός

Τροχοί πάνω στις πλάκες του δρόμου. Ενισχυμένοι με μέταλλο. Δεν ήταν κάρο χωρικού ή εμπόρου. Πέταλα αλόγων που προπορεύονταν, σποραδικές κλαγγές. Ένοπλοι συνοδοί. Μικρή ταχύτητα, καμιά βιασύνη. Δεν ήταν ούτε στρατιωτική άμαξα, λοιπόν.

Δεν έκανε τον κόπο να σηκώσει το κεφάλι του, συνέχισε να σέρνει τα πόδια κατάκοπος. Οι φτωχοί πολλές φορές τον λυπόντουσαν και τον έπαιρναν μαζί τους. Καμιά φορά, κι οι πολεμιστές έκαναν το ίδιο. Οι γενναιόδωροι μοιράζονταν το φαγητό τους μαζί του. Τους αντάμειβε με κάποια από τις χιλιάδες ιστορίες που είχε μάθει – ή βιώσει! – ζώντας στους δρόμους.

Αλλά οι πλούσιοι;

Μερικοί έκαναν πως δεν τον έβλεπαν, μερικοί κοντόστεκαν να τον φτύσουν για να διώξουν από πάνω τους την κακοτυχία που μπορεί να τους έφερνε η άθλια όψη του. Κανείς δεν τον είχε ποτέ ανεβάσει στο όχημά του, κανείς δεν του είχε προσφέρει ελεημοσύνη.

Εκείνη την ημέρα δεν έμελλε να ξεμπερδέψει τόσο εύκολα. Η άμαξα επιβράδυνε μόλις έφτασε πλάι του. Γέλια, αντρικά και γυναικεία ανάμικτα. Νεανικά, αλλά αμβλυμμένα από οινόπνευμα. Έριξε μια κλεφτή ματιά κι είδε το λακαρισμένο ξύλο, τα παραπετάσματα από ιώδες μετάξι. Στο παράθυρο του οχήματος φάνηκαν δυο άντρες, με τα μάτια θολωμένα από το ποτό, τα πρόσωπα κατακόκκινα. Δυο γυναίκες στριμώχτηκαν πλάι τους. Η μικρότερη έμοιαζε πολύ με τον ψηλότερο νεαρό, αδερφή ή το πολύ ξαδέρφη. Η μεγαλύτερη γυναίκα δεν είχε φτηνότερα ενδύματα από τους συνοδούς της, ούτε τη στόλιζαν λιγότερα κοσμήματα. Αλλά η πρόστυχη έκφρασή της, η κοκκινισμένη από χέννα τούφα που ξεκινούσε από το κέντρο του μετώπου της και κατέβαινε ως τον γυμνωμένο ώμο της, η έκταση του δέρματός της που έμενε ακάλυπτη από την εσθήτα της, όλα επιβεβαίωναν το επάγγελμα που της είχε εξασφαλίσει θέση στο όχημα και την εκδρομή.

Άρχισαν κι οι τέσσερις μαζί να περιγελούν το μοναχικό διαβάτη. Το χλωμό δέρμα του, τα αχυρένια μαλλιά του, τα αποστεωμένα μέλη του, τα κουρέλια που φορούσε. Δεν έδωσε σημασία. Είχε τη δυνατότητα να τους ξεφορτωθεί όλους, ακόμη και να τους σκοτώσει, μαζί και τους έξι καβαλάρηδες που τους συνόδευαν. Αλλά το είχε περάσει αυτό το στάδιο στη ζωή του και δε συμπεριφερόταν έτσι πια.

Βλέποντας πως δεν καταδεχόταν ούτε να στραφεί προς το μέρος τους, οι εύποροι ταξιδιώτες χειροτέρεψαν τις προσβολές τους, οι γυναίκες ειδικά τον προκάλεσαν και τον έλουσαν με χαρακτηρισμούς που θα έκαναν έναν λιγότερο ταξιδεμένο άντρα να κοκκινίσει. Άκουσε ύφασμα να θροΐζει καθώς του αποκάλυπταν μέρη της ανατομίας τους, ενώ οι άντρες χαχάνιζαν. Αλλά και πάλι δεν καταδέχτηκε να σηκώσει το κεφάλι του. Είχε κοφτερή γλώσσα όταν ήθελε και θα μπορούσε να τους αποστομώσει. Αλλά κι αυτό το στάδιο της ζωής του το είχε ξεπεράσει.

Στο τέλος βαρέθηκαν και πρόσταξαν τον αμαξά να επιταχύνει. Άκουσε τον απόηχο από τις ρόδες και τα πέταλα να σβήνει σταδιακά.

***

Άκουσε τα άλογα που χλιμίντριζαν και φρούμαζαν, τις χορδές των τόξων που πάλλονταν, τις κλαγγές του μετάλλου, το ξύλο που τσακιζόταν. Και στο τέλος σιωπή.

Πριν τα ουρλιαχτά.

Σκέφτηκε να περιμένει ή να προχωρήσει στο δάσος, ν’ αφήσει πίσω του το δρόμο και όσα τον περίμεναν πάνω σ’ αυτόν. Αλλά κι αυτή τη φάση της ζωής του την είχε ξεπεράσει.

Μετά τη στροφή, είδε ακριβώς αυτό που περίμενε. Η άμαξα πεσμένη στο πλάι, κατεστραμμένη, οι πολεμιστές πεσμένοι στις πλάκες κατάστικτοι από βέλη, τα πληγωμένα άλογα να προσπαθούν να σηκωθούν για να ακολουθήσουν όσα το είχαν σκάσει ήδη. Τραχείς ένοπλοι άντρες, ληστές, έψαχναν τα συντρίμμια του οχήματος και τα πτώματα. Έσερναν τους πλούσιους έξω, έτοιμοι ν’ αποτελειώσουν τους άντρες, να ακινητοποιήσουν τις γυναίκες. Δε χαχάνιζαν, δεν αστειεύονταν, δεν μιλούσαν καν. Προσπαθούσαν να πάρουν ότι μπορούσε να τους φανεί χρήσιμο πριν φύγουν βιαστικά – καινούρια όπλα, κέρματα, λίγες στιγμές ηδονής.

Στένεψαν τα μάτια τους ζυγίζοντας τον Αλγεινό, αν έπρεπε να τον αντιμετωπίσουν, να τον αγνοήσουν ή να του προσφέρουν μερτικό. Τελικά σήκωσαν τους ώμους τους. Του πέταξαν ένα καρβέλι λευκό ψωμί που είχε πέσει κοντά στα αίματα, μα δεν είχε λερωθεί. Ακολούθησε ένα μισοάδειο φλασκί με κρασί.

Είχε τρεις μέρες να βάλει αληθινό φαγητό στο στόμα του. Το λογικό ήταν να νεύσει την ευγνωμοσύνη του και να προχωρήσει. Να αφήσει τους ληστές να τον μετατρέψουν σε συνένοχό τους κατά κάποιον τρόπο. Να κρίνει εκείνους που είχαν σταθεί να τον περιγελάσουν, να πει πως τους άξιζε αυτό που πάθαιναν. Να τους κρίνει όπως τον είχαν κρίνει, άδικα.

Αλλά κι αυτή τη φάση της ζωής του την είχε ξεπεράσει.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

Στιγμή 4

Τι φανταστικός κόσμος θα ήταν η Πλάση, αν κάποιοι από τους μύθους της δεν ήταν αληθινοί;

Λεωσθένης

Τα στομάχια των τεσσάρων γερόντων σφίχτηκαν μόλις είδαν το σπίτι από μακριά. Δίπατο, ξύλο σε απαλό γαλανό χρώμα, πέτρα ασβεστωμένη, κεραμίδια ολοκαίνουρια, κλήματα να σκιάζουν την αυλή. Μεγάλος κήπος, φροντισμένος, χωρισμένος σε παρτέρια∙ λευκά ρόδα και κόκκινα γαρύφαλλα και, πιο κοντά στο σπίτι, λαχανικά για το τραπέζι. Στο μονοπάτι έτρεχαν έξι-εφτά παιδιά κι ένα μικρό σκυλί, κυνηγώντας ένα παρδαλό τόπι. Μια καστανή νέα γυναίκα – η λυγερή ομορφιά της αισθητή ακόμη κι από τόση απόσταση – άπλωνε φρεσκοπλυμένα ασπρόρουχα που σχεδόν άστραφταν στο ηλιόλουστο πρωινό.

Όσα χρειάζεται να έχει ένας άντρας για να ευτυχεί.

Μα οι γέροντες δε γαλήνευαν σε τέτοια θέα. Οι ανησυχίες που τους είχαν ταλανίσει σε όλο το ταξίδι, άξαφνα φούσκωσαν σαν αγριεμένες θάλασσες, απειλούσαν να τους πνίξουν στα τελευταία βήματα που χρειαζόταν να διασχίσουν τα γαϊδουράκια τους. Πλησίαζε η κρίσιμη στιγμή που θα μάθαιναν αν κάποιος από τους φόβους τους θα έβγαινε αληθινός. Θα τον έβρισκαν εκεί τον ήρωα; Θα ήταν εύκαιρος να τους βοηθήσει; Μήπως θα τον προσέβαλλαν τα φτωχικά τους δώρα που μπόρεσαν να συγκεντρώσουν; Έβαλαν τα χέρια μέσα στα σακούλια και ψηλάφισαν τα δοχεία, τα κουτιά, τα θηκάρια, αποζητώντας παρηγοριά, ένα στήριγμα αληθινό και απτό. Δεν τον ενδιέφεραν το Λεωσθένη οι ανταμοιβές, όλοι το ήξεραν. Μα τον είχαν τόση ανάγκη οι συμπατριώτες των γερόντων, ώστε εκείνοι αγωνιούσαν και για την παραμικρή λεπτομέρεια, το πιο απίθανο εμπόδιο που θα μπορούσε να κάνει την ικεσία τους ν’ αγνοηθεί.

Μηχανικά, σαν υπνωτισμένοι, ξεπέζεψαν. Χαιρέτησαν, έδεσαν τα ζώα τους, χάιδεψαν παιδικά κεφάλια, χτύπησαν τη θύρα, διάβηκαν το κατώφλι. Ο άντρας που αντίκρισαν ήταν ακόμη πιο μεγαλόσωμος απ’ ότι περίμεναν∙ η σύζυγός του που μπήκε να τους παρουσιάσει – αν και ασυνήθιστα ψηλή – μόλις που έφτανε ως τον ώμο του κι ας ήταν εκείνος καθιστός. Τα μέλη του ήταν χοντρά σαν κορμοί νεαρών δέντρων, οι μύες του φούσκωναν ακόμη και στην απόλυτα ήρεμη στάση του. Μέσα στις σκιές, το κεφάλι του, στεφανωμένο από πυκνά, κατάμαυρα κατσαρά μαλλιά και γένια, φάνταζε τρομερό, δυσοίωνο.

Υπήρχαν πολλά έπιπλα στο δωμάτιο, όλα σκαλισμένα με τέχνη κι αγάπη. Σκεύη χάλκινα σφυρηλατημένα με εικόνες ζώων και φυτών, πήλινα πιατικά ζωγραφισμένα με πουλιά και ψάρια. Δέρμα και ύφασμα, ιστορημένα κι αυτά, κάλυπταν τις επιφάνειες. Όλα έργα του Λεωσθένη, απ’ ότι έλεγαν οι φήμες. Αλλά το βλέμμα των γερόντων αδυνατούσε να ξεκολλήσει από τα τεράστια θηκάρια που καταλάμβαναν όλο το μήκος του αριστερού τοίχου. Εκείνα ήταν τα εργαλεία στη βοήθεια των οποίων προσέβλεπαν. Εκείνο το κρυμμένο ατσάλι που έμοιαζε να κοιμάται μέσα σε δερμάτινα σάβανα, είχαν έρθει να ξυπνήσουν.

Ένας από τους προεστούς έπεσε στα γόνατα και τον μιμήθηκαν κι άλλοι τρεις. Έτειναν μπρος τα χέρια τους, προσφέροντας τα δώρα που είχαν φέρει. Άρχισαν να εξηγούν την κατάντια των χωριών τους με φωνές άχρωμες, νεκρές, κουρασμένες, πιο λυπηρές από κάθε λυγμό ή αναστεναγμό.

***

Ο Λεωσθένης ένιωσε το πρόσωπό του να φλογίζεται, λες και τα γένια του είχαν πάρει φωτιά, λες και τσουρουφλιζόταν γοργά το δέρμα του προς το μέτωπο. Ζεσταινόταν και άσθμαινε.

Τώρα του ζητούσαν βοήθεια; Αφού είχαν πρώτα καταφύγει σε κάποιους δίδυμους ψευτο-ήρωες που δεν τους είχε ακούσει ποτέ; Ίδης και Πισαίος; Ποιοι ήταν αυτοί οι τιποτένιοι; Ποιος τους γνώριζε πέρα από το βάλτο που ζούσαν; Και τους μέτραγαν για τόσους σπουδαίους αυτοί οι επαρχιώτες, ώστε αφού δεν τα είχαν καταφέρει εκείνοι, τότε έπρεπε να ασχοληθεί με το ζήτημα ο μεγαλύτερος των Αιγλωέων ηρώων; Που τον είχαν για δεύτερη επιλογή μετά από τους νταήδες της γειτονιάς τους; Ούτε η πρώτη τους σκέψη ήταν καταφύγουν σ’ αυτόν, ούτε τον θεωρούσαν ύστατη λύση.

Ξεροκατάπιε και το βλέμμα του πήγε άθελα στο τεράστιο ρόπαλο από κόκκινο ξύλο, το έμβλημά του, κρεμασμένο στο κέντρο του τοίχου με τα άρματα. Αν δε σεβόταν τα χρόνια τους, θα τους έσπαγε τα κόκαλα ένα-ένα για την προσβολή που του έκαναν.

Έπρεπε να συγκρατηθεί, να τους χτυπήσει μόνο λεκτικά.

Έτριξε τα δόντια.

Έπρεπε.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Στιγμή 3

Αυτή τη φορά παρουσιάζω έναν χαρακτήρα που έχω ήδη μιλήσει γι' αυτόν (στην ανάρτηση περί μαγείας).

Μελέτιος

Έβλεπε το μείγμα να κοχλάζει στο βραστήρα, τα στέρεα υλικά να σηκώνονται στιγμιαία στην επιφάνεια μαζί με μικροσκοπικούς πίδακες, να ξαναβυθίζονται.

Άκουγε πίσω του τις σταγόνες να πέφτουν από το στόμιο του πρώτου άμβυκα, μία-μία, να καταλήγουν μέσα στον δεύτερο για να συνεχίσει η απόσταξη, να διαταράσσουν την επιφάνεια του υγρού με αλλεπάλληλα κύματα.

Αισθανόταν τον σκληρό βολβό που τεμάχιζε να λιγοστεύει, να γίνεται ελαφρύτερος με κάθε κατέβασμα του μαχαιριού, ενώ η λεπίδα βάραινε σχεδόν ανεπαίσθητα από τους χυμούς και τα κομματάκια που κολλούσαν πάνω της.

Γευόταν το πικρό κόμμι που μασούσε εδώ και ώρα, ενώνοντάς το με το σάλιο του ώσπου να μαλακώσει, να μετουσιωθεί και να γίνει έτοιμο για να προστεθεί στη χύτρα μαζί με όλα τα άλλα μέρη της συνταγής, το καθένα απαραίτητο με τον τρόπο του.

Οσφραινόταν τον ίδιο του τον ιδρώτα, το στυφό κάρβουνο στα πύραυνα, τα λαχανικά, τη σάρκα, το οινόπνευμα, τα πιο εξωτικά υλικά που είχε βγάλει από τα σφραγισμένα βάζα και απελευθέρωναν τις ευωδιές και τις αποφορές τους όσο περίμεναν να χρησιμοποιηθούν.

Ένιωθε – μ’ έναν τρόπο που οι άλλοι άνθρωποι ήταν αδύνατον να κατανοήσουν – τη σταδιακή αποδυνάμωση του άχρωμου, άοσμου, άγευστου υγρού που βρισκόταν διπλοκλειδωμένο στο ερμάρι του πίσω δωματίου. Η ουσία που ήταν φυλακισμένη μέσα του να διασπείρεται και να χάνεται οριστικά κι αυτός ακόμη δεν μπορούσε να βρει πώς να το συντηρήσει, πού να το χρησιμοποιήσει.

Και πάνω απ’ όλα ένα ενοχλητικό βουητό που δεν τον άφηνε να συγκεντρωθεί, ένα ερέθισμα λιγότερο σημαντικό από τα άλλα. Η φωνή του πελάτη του.

«… θέλω να είμαι βέβαιος πως το παιδί είναι δικό μου», μπαμπάλιζε ο γέρος.

Να μην παντρευόσουν γυναίκα σαράντα χρόνια νεότερή σου τότε, ήθελε να απαντήσει ο φαρμακός.

«Να πεθάνει, αν τόλμησε να με απατήσει!»

Αλλά ο εραστής της, που σίγουρα θα είναι γνωστός σου, δικός σου άνθρωπος, να μην πάθει τίποτε, γιατί είναι άντρας. Ή θα το σκεφτείς αργά και θα έρθεις πάλι, να σου βρω έναν τρόπο να μάθεις ποιος ήταν.

«Να σαπίσει το ξένο έμβρυο μέσα της και να πεθάνει κι αυτή!»

Κι αν αυτό δεν είναι ξένο, ίσως είναι το επόμενο. Ή μπορεί να παίρνει προφυλάξεις με τον εραστή που σίγουρα έχει. Αλλά δε βλέπεις μπροστά να μου ζητήσεις μια συνολική και μόνιμη λύση.

Ο φαρμακός σκούπισε τα χέρια του πάνω στο λευκό χιτώνα του και πρόσθεσε μερικούς χρωματιστούς λεκέδες ακόμη. Μπορούσε να εξυπηρετήσει το χούφταλο, να εξοντώσει τη γυναίκα του και το εξώγαμό της. Δυο νεκροί ακόμη, σιγά τη διαφορά. Μπορούσε κανείς να γνωρίζει αν θα επιβίωναν τη γέννα χωρίς τη δική του παρέμβαση, πόσα χρόνια τους έμελλε να ζήσουν ούτως ή άλλως; Η οδύνη του εραστή της, η πιθανή μετάνοια του γέρου; Δικά τους προβλήματα, καρποί της αφροσύνης τους. Ή μπορούσε ο Μελέτιος να φανεί προνοητικότερος από τον άντρα που είχε απέναντί του. Να δοκιμάσει το μυστηριώδες υγρό που είχε στο πίσω δωμάτιο, αντί να το αναβάλει συνέχεια με τη δικαιολογία πως έψαχνε καλύτερα ευκαιρία. Και στο τέλος θα του ξεθύμαινε εντελώς. Ας το έπαιρνε καλύτερα εκείνη η έγκυος και το αποτέλεσμα του πειράματος θα φαινόταν σε λίγους μήνες.

Αυτό πραγματικά ήταν κάτι με το οποίο τον ενδιέφερε να ασχοληθεί για λίγες στιγμές, πριν επιστρέψει στο τωρινό μείγμα που κόντευε να κόψει.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2009

Στιγμή 2

Ένας ακόμη χαρακτήρας στο προσκήνιο, απ' αυτούς που στο βιβλίο μένουν λίγο στη σκιά άλλων.

Αναρρωτιέμαι κατά πόσον κατορθώνω να γίνω κατανοητός μ' αυτά τα κειμενάκια σε όσους δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο. Ή τα βρίσκουν απλά καλογραμμένες (ελπίζω!) ασυναρτησίες.


Γελασηνός

Μελανά ενδύματα, κορακίσια μαλλιά, μαύρα μάτια, δέρμα χλωμό.

Όπως κατέβαινε τα λιγοστά σκαλιά που οδηγούσαν στον ημιυπόγειο χώρο, με βήμα λυγερό και γεμάτο αυτοπεποίθηση, θα ήταν εντυπωσιακός. Αν δεν φάνταζε τόσο μικροσκοπικός ανάμεσα στους γεροδεμένους του συντρόφους.

Είχε υποσχεθεί να φροντίσει το ζήτημα των εφοδίων χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες του ανάμεσα στον υπόκοσμο της Αργυρούπολης. Δεν άρεσε σε κανέναν από τους άλλους Γιους της Στάχτης το σχέδιό του. Κανείς τους δεν τον θεωρούσε αξιόπιστο. Μα δεν μπόρεσαν να προτείνουν κάτι άλλο. Κι έτσι τον ακολούθησαν στο άντρο της συμμορίας.


Οι κακοποιοί στράφηκαν όλοι μαζί προς το μέρος των επισκεπτών, λες και τα σώματά τους τα έλεγχε ένας μόνο νους. Στένεψαν τα μάτια τους καχύποπτα. Εκεί, στο αρχηγείο τους, στο άδυτό τους, ήταν αφέντες. Άγνωστοι περνούσαν το κατώφλι μόνο για να τους παρακαλέσουν. Ή για να τους αμφισβητήσουν.

Ο Γελασηνός χαμογέλασε πλατιά κι ήταν σαν να άνθιζε το πρόσωπό του. Τα χαρακτηριστικά του έπαψαν να είναι αδιάφορα. Έγινε κάποιος, κάποιος οικείος.

Η συμμορία σηκώθηκε αργά. Ο καθένας έσερνε την καρέκλα του κι έφερνε το χέρι του στο μαχαίρι που είχε θηκαρωμένο στη ζώνη του. Δεν είχαν ξεχάσει την προηγούμενη επίσκεψή του, κι ας είχε μεσολαβήσει σχεδόν μια δεκαετία από τότε:

Ο αρχηγός της συμμορίας ήταν σπουδαίος, όλοι τον φοβούνταν. Είχε μεγάλη αδυναμία στα τυχερά παιχνίδια. Πάντα κέρδιζε.

Αλλά πάντα έρχεται κι η ώρα που η τύχη στερεύει.

Μόλις έδυσε ο ήλιος, ήρθε ο αντίπαλος, όπως του είχε μηνύσει. Πολύ νεαρός, σχεδόν αγόρι. Μαυροφορεμένος για να δείχνει σοβαρός. Χαμογελαστός για να κρύβει τη νευρικότητά του. Με κάθε ζαριά, αποσπούσε και κάτι. Κάθε καινούριο στοίχημα τον έβρισκε νικητή. Χρήμα πέρασε στα χέρια του. Το δικαίωμα να απομυζά τους κατοίκους κακόφημων συνοικιών. Η κυριαρχία πάνω σε χρέη ακόμη απλήρωτα από εκείνους που είχαν δανειστεί.

Στον αρχηγό έμεναν πια μόνο τρία πράγματα να αποθέσει στο τραπέζι του παιχνιδιού. Η ζωή του. Η ηγεσία της συμμορίας. Η πίστη της ερωμένης του. Η πανύψηλη ξανθιά έσκυψε, αγωνιώντας να δει το αποτέλεσμα που θα έκρινε με ποιον έμελλε να κοιμάται πια. Ο λεπτός χιτώνας της κρεμάστηκε από τους ώμους της κι επέτρεψε στο Γελασηνό να θαυμάσει ακόμη περισσότερο από το λείο δέρμα του στήθους της. Σχεδόν αντίκριζε τις θηλές της. Τεντώθηκε για να δει πιο πολλά. Δυο κοκάλινοι κύβοι κύλησαν από το εσωτερικό της χειρίδας του.

Έκλεβε και τον είχαν καταλάβει.


Οι σύντροφοι του Γελασηνού τον κοίταξαν θορυβημένοι από τις απειλητικές κινήσεις των συμμοριτών. Εκείνος χαμογέλασε ακόμη πιο πλατιά.

«Είναι πολύ χωρατατζήδες οι φίλοι μου», ψιθύρισε για να τους καθησυχάσει και κατέβηκε το τελευταίο σκαλοπάτι. «Ξέρετε. Θα παραστήσουν ότι είναι έτοιμοι να μου επιτεθούν και μόλις το πιστέψετε, θα με σφίξουν στην αγκαλιά τους».

Τρεις λεπίδες κατευθύνθηκαν πάνω του από τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις. Ήταν γρήγορος, πολύ γρήγορος. Και υπεράνθρωπα ευλύγιστος. Χόρεψε ανάμεσα στα όπλα και τα απέφυγε. Οι σύντροφοί του, οι Γιοι της Στάχτης που είχε οδηγήσει ως εκεί, δεν ήταν το ίδιο προικισμένοι μ’ αυτόν. Άκουσε βογκητά πίσω του, τον υπόκωφο υγρό ήχο του ατσαλιού που καρφώνεται σε σάρκα.

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

Στιγμή 1

Πέρα από τα παραμύθια που συνεχίζουν ακάθεκτα (το είδατε το τελευταίο;), εγκαινιάζω ένα νέο είδος δημοσίευσης στο ιστολόγιο αυτό. Μικρά κείμενα από το παρελθόν των χαρακτήρων που εμφανίζονται στο «Κοράκι σε άλικο φόντο», πράγματα που συνέβησαν πριν την έναρξη του βιβλίου. Υπάρχουν πολλά πρόσωπα στους «Γιους της Στάχτης» κι αυτός είναι ένας τρόπος να τα παρουσιάσω σταδιακά, χωρίς αποσπάσματα από τα ίδια τα βιβλία, με κίνδυνο να αποκαλύψω περισσότερα απ’ όσα πρέπει.

Να σημειώσω ότι τα κειμενάκια αυτά δεν είναι απαραίτητο να τα διαβάσει κανείς για να κατανοήσει το βιβλίο (και τούμπαλιν, μπορείτε να τα απολαύσετε χωρίς να έχετε διαβάσει το βιβλίο).

Εκτός κι αν μου βρείτε καλύτερο όνομα, θα τα αποκαλώ «Στιγμές».

Κάνω την αρχή με έναν από τους «δευτερεύοντες» χαρακτήρες (τα εισαγωγικά γιατί η διάκριση αυτή είναι λίγο αντίθετη στην όλη σύλληψη των «Γιων»).


Νικήτας


Με σφιγμένα τα δόντια, τρυπούσε θώρακες, έσπαγε ασπίδες, τσάκιζε πρόσωπα. Κάποιοι άρπαζαν το δόρυ, αλλά δεν είχαν τη δύναμη να του το πάρουν από τα χέρια. Άλλοι χτυπούσαν το όπλο με τα σπαθιά τους, μήπως το σπάσουν, μα το ξύλινο στέλεχός του ήταν χοντρό σαν αντρικός καρπός, ένα μικρό δέντρο. Γύρω, οι γραμμές των δυο παρατάξεων είχαν μπλεχτεί. Βέλη συνέχιζαν να πέφτουν από ψηλά, αδυνατώντας να ξεχωρίσουν εχθρό από φίλο. Πάνω από τα κεφάλια υψώνονταν τα δυο λάβαρα, όμοια σε σχέδιο, τα χρώματά τους αντίστροφα. Όπως κι αν εξελισσόταν η μάχη, αιγλωικό σύμβολο θα κατέληγε στη λάσπη. Άρχισε να ψιχαλίζει.

Περπάτησε αργά όλη τη Μακρά Γέφυρα και γύρισε πάλι πίσω. Στο μουντό φως τη συννεφιασμένης μέρας, κάθε χρώμα έμοιαζε να έχει αποσυρθεί από το τοπίο και τους ανθρώπους. Η μενεξεδιά στολή του φάνταζε μελανή. Ο μάλλινος μανδύας ανέμιζε και ξεγελούσε τα μάτια, γινόταν ένα με τους γρανιτένιους ογκόλιθους πίσω από τον άντρα. Καμιά αντανάκλαση δεν πιανόταν στους κρίκους της αρματωσιάς του, τα σταχτιά φρύδια του δεν έκαναν αντίθεση με το ξυρισμένο δέρμα του κρανίου του.

«Εκατόνταρχε Νικήτα», τον υποδέχτηκε ο αρχιστράτηγος, που περίμενε υπομονετικά όσο εκείνος εξέταζε την τοποθεσία. «Λοιπόν;»

Μια λέξη όλη κι όλη, ένα τεράστιο δίλημμα.

«Θα την κρατήσουμε», αποφάσισε ο υπαξιωματικός. «Όσοι κι αν είναι οι αντίπαλοι, ό,τι κι αν χρειαστεί να κάνουμε».

Η βροχή είχε μουσκέψει τις πλάκες της γέφυρας. Μικροί καταρράχτες έρρεαν στα πλευρά της και κατέληγαν στον αφρισμένο Σπείρωνα, νερό ανάμικτο με αίμα παράσερνε κομμάτια μετάλλου, κομμάτια σάρκας. Παντού άψυχα κορμιά ανθρώπων και αλόγων, διαλυμένες άμαξες, γκρεμισμένα οδοφράγματα.

Πίσω στην επόμενη γραμμή άμυνας, ανασύνταξη. Δυο νεοσύλλεκτοι πέρασαν δίπλα από το Νικήτα, δυο πανικόβλητα παιδιά με μάτια διεσταλμένα από τρόμο. Λίγο πιο πίσω ακολουθούσε ο φίλος τους, ένα αγόρι που έμοιαζε πολύ μικρό για να παίζει πόλεμο με αληθινά όπλα. Ένα απελατίκι κατέβηκε βαρύ στην πλάτη του νεαρού, ο ώμος του δίπλωσε αφύσικα. Σωριάστηκε μπρούμυτα στις βρεγμένες πλάκες, να αγκομαχά λαβωμένος. Ο πεζικάριος του εχθρού έσκυψε να τον αποτελειώσει.

Ο εκατόνταρχος δεν είχε χρόνο για σκέψη, ούτε καν για να τραβήξει το όπλο του από το θηκάρι. Πίσω η ασφάλεια, μπρος ένας σύντροφος που κινδύνευε και δεκάδες εχθροί. Έκανε ότι του επέβαλε το ένστικτο. Έτρεξε μπροστά, όσο γρήγορα του επέτρεπε το σώμα του που ήταν περισσότερο δυνατό παρά ευέλικτο.