Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

[Κριτική] Τα Χρονικά του Δρακοφοίνικα - Αδάμαστος

Ξεκινάω τη νέα σαιζόν με μια διαφορετική κριτική. Όχι ελληνικού βιβλίου φάνταζυ, αλλά ελληνικής ταινίας. Πέρσι, ο Αδάμαστος έκανε φεστιβαλική πρεμιέρα με αβέβαιο μέλλον. Αφού στο μεταξύ παίχτηκε με επιτυχία στον κινηματογράφο σε Αθήνα και επαρχία και μάζεψε μερικά βραβεία για ανεξάρτητες παραγωγές, σήμερα κυκλοφορεί σε dvd προς ενοικίαση, Σύντομα θα ακολουθήσει η διάθεση προς πώληση. Επ’ ευκαιρίας, επικαιροποιώ την κριτική που είχε γράψει για την πρεμιέρα και σας παρουσιάζω την ταινία:



Στην εποχή του σκότους, της κυριαρχία της αυτοκρατορίας του Δρακοφοίνικα, ο Ντράγκαρ είναι μονομάχος, σκλάβος που ζει αλυσοδεμένος όταν δεν σκοτώνει άλλους μονομάχους για την διασκέδαση των πλουσίων. Όταν η κακομαθημένη κόρη του στρατηγού Ακιλόνιου, η όμορφη Βαλέρια τον ζητήσει ως δώρο γενεθλίων, ο Dragar θα βρει την ευκαιρία να αποδράσει παίρνοντας ως όμηρο την Βαλέρια. Έτσι θα ξεκινήσει μια φονική καταδίωξη, που θα αλλάξει τους ρόλους, ενώ οι ήρωες θα έχουν να αντιμετωπίσουν ισχυρούς αντιπάλους που έχουν περάσει στη πλευρά του σκότους.

Η ταινία διαδραματίζεται στον κόσμο του Ελέμπρος, όπως και το επιτυχημένο κόμικ του Γιάννη Ρουμπούλια "Τα Χρονικά του Δρακοφοίνικα". Η ιστορία εκτυλίσσεται 200 χρόνια μετά το κόμικ και αφηγείται την ιστορία ενός πολεμιστή που τον υποδύεται ο ίδιος ο Ρουμπούλιας.


Ιδού και το τρέιλερ:




Είδα την ταινία στην πρεμιέρα. Βρίσκεται σχεδόν στο άνω όριο αυτών που μπορούσαν να επιτύχουν με τα διαθέσιμα μέσα. Φυσικά και δε συγκρίνεται με τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Αλλά είναι καλύτερη από πολλές ανεξάρτητες/β’ διαλογής ταινίες φαντασίας που εμφανίζονται στις ΗΠΑ απευθείας στην τηλεόραση ή σε dvd δίχως να περάσουν από τον κινηματογράφο. Απέφυγε τις λούμπες της προχειρότητας, της φτήνιας και της κακογουστιάς που χαρακτήριζαν τις αμέτρητες απομιμήσεις του Κόναν που βγήκαν σωρηδόν τη δεκαετία του ’80, ακόμα κι εκείνες που έγιναν επιτυχίες στη χώρα μας. Δε βρίσκω τον Αδάμαστο κατώτερο σε μέσο όρο από το Κακό (το πρώτο) που δικαίως, κατά τη γνώμη μου, βρήκε κινηματογραφική διανομή στο εσωτερικό και κυκλοφορία σε dvd στο εξωτερικό.

Τώρα, λεπτομερώς για κάθε τομέα:

Πλοκή: η βασικότερη του sword-and-sorcery. Διάφοροι άντρες κυνηγιούνται και σκοτώνονται μεταξύ τους με σπαθιά, ώσπου πέφτουν πάνω σ’ ένα μάγο που θέλει να κατακτήσει/καταστρέψει τον κόσμο. Αναγκάζονται να συνεργαστούν για να τον σταματήσουν και στην πορεία πεθαίνουν όσοι περίσσευαν (οι κακοί της αρχικής σύγκρουσης)

Χαρακτήρες: Τρεις κεντρικοί, ο λιγομίλητος και σκληρός βάρβαρος Ντράγκαρ που προσπαθεί να φτάσει στην πατρίδα του (ο Αδάμαστος του τίτλου), ο κυνικός μισθοφόρος Φάλκο και η κακομαθημένη αρχοντοπούλα Βαλέρια. Οι δυο πρώτοι είναι «στατικοί», δηλαδή δεν εξελίσσονται τόσο εντός της ταινίας, αλλά οι αποφάσεις τους κινούν την πλοκή. Η Βαλέρια αντι-δρα στα γεγονότα και μετατρέπεται σταδιακά σε δυναμική γυναίκα ικανή να ασκήσει την εξουσία που της δίνει η κοινωνική της θέση.

Για τον Ντράγκαρ θα ήθελα να πω ότι δεν μου θύμισε καθόλου τον Κόναν (καλό αυτό). Πιο πολύ στους ήρωες των σπαγγέτι γουέστερν νομίζω ότι παρέπεμπε, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τελικά τις ικανότητές τους με καταλυτικό τρόπο υπέρ των αμάχων, ενώ ισχυρίζονταν σε όλη την ταινία πως είναι παρτάκηδες.

Υπάρχουν αρκετοί δευτερεύοντες χαρακτήρες (ο κακός μάγος, ο πατέρας κι ο αδελφός της Βαλέρια, η γυναίκα του Ντράγκαρ, ο comic-relief έμπορος) οι οποίοι έχουν σαφώς καθορισμένους ρόλους και χρώμα. Ο καθένας είναι απαραίτητος με τον τρόπο του.

Οι τρίτοι χαρακτήρες είναι πολυάριθμοι (μισθοφόροι και βάρβαροι, κυρίως) και έχουν ελάχιστο σκηνικό χρόνο στη διάθεσή τους, οπότε ο θεατής δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τους περισσότερους.

Ερμηνείες: Κάποιοι από τους ηθοποιούς είναι επαγγελματίες κι αυτό φαίνεται στη φυσικότητα (μεγαλύτερη για κάποιους όπως ο Φλάβιος) με την οποία εκφέρουν ακόμα και ατάκες που δεν ήταν τόσο πετυχημένες ή φυσικές. Πολύ καλά τα πήγαν και οι τρεις ερασιτέχνες που έχουν κάποια εμπειρία από ταινίες (Κερμίτσης, Καπλανίδης, Ρουμπούλιας). Οι δυο πρώτοι είναι χαρισματικοί, αλλά την παράσταση την κλέβει ο τρίτος. Θεωρώ πως η φωνή του δεν είναι αρκετά τραχιά για το ρόλο του Ντράγκαρ, αλλά οι εκφράσεις και οι κινήσεις του είναι τόσο επιτυχημένες που καλύπτουν κάθε κενό με το παραπάνω.

Σκηνοθεσία/φωτογραφία/μοντάζ: Ο Κερμίτσης έχει δείξει και σε προηγούμενες δουλειές πως είναι ένα κλικ παραπάνω από τον φοιτητή που βρήκε μια κάμερα και κάνει χαβαλέ με τους φίλους του. Καδράρει σωστά και εφευρετικά, τολμάει να γυρίσει σε εξωτερικούς χώρους με φυσικό φως (οι σινεφίλ ίσως θυμούνται πόσο μεγάλο κατόρθωμα είχε χαρακτηριστεί πριν κάποια χρόνια η ταινία «Τα ρόδινα ακρογιάλια» ακριβώς για τον ίδιο λόγο) και σπανίως βγαίνει αφύσικη η εικόνα. Στήνει μάλιστα και μια νυχτερινή σκηνή στην οποία δεν είναι ούτε τόσο σκοτεινά που να μη βλέπεις τίποτα, ούτε τόσο φωτεινά που να συμπεράνεις αμέσως ότι είναι ντάλα μεσημέρι με φίλτρο. Ξέρει πως φάνταζυ δεν είναι απαραίτητα καβαλάρηδες με γούνινα σώβρακα να περνάνε μπρος από την κάμερα ανεμίζοντας σπαθιά. Ξέρει ποιες είναι οι σκηνές δραματικού βάρους κι ότι αυτές πρέπει να τις χειριστεί με φειδώ και ακρίβεια.

Εκεί που χάνει είναι στις μεταβάσεις από σκηνή σε σκηνή (υπερβολικά κοφτές, σχεδόν ασύνδετες), καθώς και στις σκηνές δράσης. Αυτές οι τελευταίες έχουν δικές τους απαιτήσεις και χρονισμό, στον οποίο ο Αδάμαστος υστερεί, πότε κάπως αργός στο να πάει από μια οπτική γωνία σε άλλη, πότε βιαστικός σε μεμονωμένα πλάνα που δεν προλαβαίνει ο θεατής να τα δει καλά-καλά. Δεν είναι ακριβώς κακό το αποτέλεσμα, αλλά ίσως το μοντάζ είναι η όψη στην οποία η ταινία απέχει πιο πολύ από το επίπεδο μια περιπετειώδους μεγάλης παραγωγής.



Σκηνικά: Πέρα από την πρόσοψη ενός αρχοντικού κι ένα λουτρό στην αρχή (και τα δυο δείχνουν σωστά, όχι αναχρονιστικά), η υπόλοιπη ταινία διαδραματίζεται στην ύπαιθρο. Τα τοπία είναι προσεκτικά επιλεγμένα και δημιουργούν την αίσθηση βουνών με πυκνά δάση, παρότι βρίσκονται σε Αττική/Βοιωτία/Φωκίδα. Ρησπέκτ. Μια σπηλιά που εμφανίζεται είναι επίσης όπως ακριβώς πρέπει. Μόνη παραφωνία ένα εξωτερικό της σπηλιάς που μου φάνηκε ψηφιακά (και άτεχνα) επεξεργασμένο.

Ενδυματολογία: Ορισμένα κοστούμια είναι του βάθους, αλλά τα περισσότερα του ύψους, είτε μιλάμε για φορέματα/χιτώνες, είτε για κεντητές αντρικές φορεσιές, είτε για αρματωσιές και όπλα. Το αποτέλεσμα, βέβαια, απέχει από τον αρχικό σχεδιασμό κατά περίπτωση, αλλά για να τον άγγιζε θα χρειαζόταν όλα τα χρήματα της παραγωγής (10.000 όλα κι όλα, ε;) να ξοδευτούν εκεί. Δεδομένου πως τα περισσότερα κοστούμια και αντικείμενα ήταν δανεικά/δωρεές, μια χαρά είναι το αποτέλεσμα. Αν έχω κάποιο παράπονο, είναι πως κάποια κομμάτια εξοπλισμού δεν ανήκουν απ’ όσο νομίζω στο ίδιο τεχνολογικό επίπεδο και δε θα έπρεπε να εμφανίζονται μαζί (δεν εννοώ το steampunk τουφέκι που κλέβει την παράσταση, αλλά πρωτομεσαιωνικά και αναγεννησιακά κομμάτια πανοπλίας ανάμεικτα). Επίσης, η κουκούλα και το τελετουργικό μαχαίρι του μοχθηρού Φούλγκριμ μου φάνηκαν κακοφτιαγμένα, ενώ ένα κοστούμι μου φάνηκε απόλυτη αποτυχία σαν σύνολο (της Ιλσαρέλ, το οποίο θα το χαρακτήριζα «γκοθού που ράβεται μόνη της»).



Εφέ: Η μαγεία απεικονίζεται με κάποιες μικρές ψηφιακές πινελιές που δε δείχνουν καθόλου ψεύτικες. Υπάρχουν επίσης κάποιοι ακρωτηριασμοί, οι οποίοι είναι πάντα χεριού (οι πιο εύκολοι να κατασκευαστούν), με μέτρια επιτυχία. Και για φινάλε ένα τέρας «παλιομοδίτικο», δηλαδή μάσκες και άλλα προσθετικά, όχι γραφικά σε υπολογιστή, πολύ πιο ειλικρινές και ταιριαστό με την υφή της υπόλοιπης ταινίας απ’ ότι θα ήταν κάτι ψηφιακό. Δεν προκαλεί άθελά του το γέλιο, ούτε σε κάνει να θυμηθείς πως βλέπεις ταινία και να χάσεις το φήλινγκ.

Μακιγιάζ: Άξιο αναφοράς, με εξαιρετικό αποτέλεσμα. Πάλι έχω ένσταση για την Ιλσαρέλ, που το μακιγιάζ της μου φάνηκε υπερβολικό και να την αδικεί (ως χαρακτήρα και ως ηθοποιό). Δημιουργούνται βέβαια κάποιες πρακτικές απορίες (Γιατί ο Ντράγκαρ κυκλοφορεί με φούμο γύρω από τα μάτια λες και είναι ρακούν; Πού βρίσκει καλλυντικά η γυναίκα του στον παγωμένο και βάρβαρο Βορρά;), αλλά νομίζω μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η έλλειψη εξέλιξης στην εμφάνιση των χαρακτήρων. Φυσικά δεν μπορούσαν να σκίσουν τα δανεικά κοστούμια ή να στραβώσουν και να λερώσουν τις δανεικές πανοπλίες (κάποια όπλα ευτυχώς φαίνονταν αρκετά χρησιμοποιημένα και φθαρμένα), ούτε και είναι εύκολο να έχεις συνέπεια πλάνο προς πλάνο σε μια ταινία που πήρε δυο χρόνια να γυριστεί. Πιο εύκολο είναι να λάμπουν φρεσκολουσμένα τα μαλλιά σε όλες τις σκηνές παρά να είναι όλο και πιο ιδρωμένα από σκηνή σε σκηνή. Το αναφέρω, όμως, γιατί η ταινία κατόρθωσε να βρει το δρόμο της στους κινηματογράφους και τα dvd και πλέον οφείλουμε να τη συγκρίνουμε με τις άλλες, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τις ιδιαιτερότητες της παραγωγής της.

Χορογραφίες μαχών: Το ελληνικό παράρτημα της ARMA (όμιλος που ασχολείται με τη μεσαιωνική και αναγεννησιακή οπλομαχία) σχεδίασε τις σκηνές δράσης και μέλη ανέλαβαν κάποιους από του πιο μικρούς και απαιτητικούς σε μαχητικές ικανότητες ρόλους. Οι άνθρωποι ξέρουν τι κάνουν και τους αξίζουν συγχαρητήρια για όσα προσέφεραν στην ταινία. Εκεί που δεν μπορούσαν να βοηθήσουν ήταν στο κινηματογραφικό σκέλος. Όπως εξηγούν δυο εκπαιδευτές της ARMA στο βιβλίο που έχουν γράψει, προπονούνται σε τεχνικές με τις οποίες νικάει κάποιος, όχι σε τεχνικές που να τον δείχνουν να νικά εντυπωσιακά (η δουλειά του επαγγελματία χορογράφου μαχών για ταινίες είναι κάτι τελείως διαφορετικό). Επίσης, δε νομίζω τα παιδιά της ARMA να είχαν πολλά να πουν για την αναμέτρηση με τους τεαρατώδεις Shadow Walkers, μιας κι αυτοί χρησιμοποιούσαν νύχια αντί για όπλα. Το αποτέλεσμα είναι ότι η συγκεκριμένη μάχη χωλαίνει σαφώς σε σχέση με όλες τις άλλες (οι Shadow Walkers έκαναν σπαστικές κινήσεις και έμοιαζαν με ακόμα πιο αποτυχημένη εκδοχή των αποτυχημένων Αθάνατων από το 300, γενικά κακή ιδέα).



Μουσική: Έχω επιφυλάξεις για κάποια σύντομα σημεία που αποτελούν φόρο τιμής στο κλασικό soundtrack του Κόναν. Κατά τα άλλα, είναι πραγματικά επική η μουσική και μου έμεινε στο μυαλό πολύ περισσότερο από εκείνες κάποιων υπερπαραγωγών που ακολουθούν την πεπατημένη με τα ουδέτερα βιολιά, το τετριμμένο ταν-ταν ταν-ταν στις σκηνές αγωνίας κτλ. κτλ. κτλ. Έχει κι ένα πολυφωνικό τραγούδι δίχως μουσική που θυμίζει κάπως το τραγούδι των νάνων στο Χόμπιτ. Η εκτέλεσή του είναι αξιοπρεπέστατη από τα παιδιά (όλοι ερασιτέχνες), οι στίχοι πραγματικά εντυπωσιακοί και το αποτέλεσμα δημιουργεί την απαραίτητη ανατριχίλα στο σωστό σημείο της ταινίας. Η μουσική είναι από τα πολύ θετικά σημεία του όλου εγχειρήματος

Σενάριο: Μπορεί να είμαι άδικος που αφήνω το πιο αδύναμο σημείο για το τέλος, μπορεί να ρίχνω πολύ βάρος εδώ γιατί είμαι συγγραφέας ο ίδιος. Αλλά θέλω να το τονίσω γιατί εδώ οι συντελεστές δεν έχουν καμιά δικαιολογία. Δε θα κόστιζε απολύτως τίποτα να βελτιώσουν το σενάριο, δε χρειαζόταν καν κόπος. Υπάρχει πολύς κόσμος που θα τους βοηθούσε χωρίς καμία απαίτηση. Τόσος κόσμος που δε θα δυσκολεύονταν να βρουν και να διαλέξουν κάποιον με τον οποίο να συνεργάζονται καλά και να μη φοβούνται πως θα αλλοίωνε το όραμά τους.

Δεν έχω θέμα με την εντελώς κλισαρισμένη πλοκή. Δεν μπορείς να είσαι πρωτοπόρος σε όλους τους τομείς ταυτόχρονα, κάπου πρέπει να πατήσεις για να κάνεις το άλμα σου. Καταπίνω και τα προκάτ ονόματα. Επίσης, το καταλαβαίνω πως κάποια πράγματα δεν μπορείς να τα γυρίσεις με φραγκοδίφραγκα κι αναγκαστικά τα αφήνεις έξω από το σενάριό σου, όσο κι αν ταιριάζουν με την ιστορία που λες. Εντάξει ως εδώ.

Αλλά οι διάλογοι είναι προβληματικοί, οι ατάκες συχνά ακούγονται ξύλινες και/ή ανούσιες. Αν δεν τις γέμιζαν με την παρουσία τους οι ηθοποιοί, η ταινία θα μου είχε κάνει πολύ χειρότερη εντύπωση. Και πάλι, οι ηθοποιοί δεν μπορούν να κάνουν θαύματα. Ας πούμε, η εξέλιξη της Βαλέρια δεν πείθει, γιατί δεν υπάρχει το υλικό να τη στηρίξει.

Ναι, είχε σημεία που το κοινό γέλασε ή χειροκρότησε στην πρεμιέρα κι άλλα (ειδικά με τον Ντράγκαρ) στα οποία η σιωπή λειτούργησε καλύτερα από οποιαδήποτε φράση κι αν έβαζαν στη θέση της. Αλλά υπάρχουν προβλήματα ρυθμού και το σύνολο βγαίνει πλαδαρό. Μετά την προβολή, οι συντελεστές παραδέχτηκαν πως η πλοκή έχει τρύπες γιατί κάποιες εξηγήσεις αναγκάστηκαν να τις κόψουν. Παρότι η ταινία κρατάει πάνω από δυο ώρες! Πιστεύω ακράδαντα πως ένα πιο σφιχτό σενάριο θα χωρούσε περισσότερα πράγματα σε λιγότερο χρόνο και θα είχε πιο έντονα και συνεχή συναισθήματα, με κορυφώσεις στα σωστά σημεία. Ειδικά το πρώτο ημίωρο είναι αμήχανο και αργό.

Επίσης, από τον κόσμο του Ελέμπρος, όπως κι αν είναι (έχω διαβάσει μόνο ένα τεύχος του κόμικ προς το παρόν) στην ταινία δεν πέρασε σχεδόν καθόλου χρώμα. Μόνο κάποιες αναφορές που έκλειναν το μάτι σε φίλους, γνωστούς και συμπαίχτες (ο Ελέμπρος ξεκίνησε ως υπόβαθρο σε παιχνίδι ρόλων, πριν ακόμα γίνει κόμικ), ήταν όμως ακατάληπτες για τους υπόλοιπους.

Ανακεφαλαίωση – υπάρχουν κάποια λίγα σημεία στα οποία θα μπορούσε να είχε γίνει καλύτερη δουλειά  με τα ίδια χρήματα και με τον ίδιο κόπο. Σε πολλά άλλα, μόνο το μεγάλο μεράκι του συνεργείου επέτρεψε να επιτευχθούν όσα επιτεύχθηκαν. Προσπάθησα να πω τη γνώμη μου όπως θα την έλεγα για μια οποιαδήποτε επαγγελματική ταινία. Καταλήγω πως είμαι υπερήφανος που έγινε μια τέτοια προσπάθεια στην άτολμη χώρα μας και δίνει παράδειγμα και σε άλλους δημιουργούς. Κι αν έχω άδικο και την υπερτιμώ, στην πρώτη κριτική μου ευχόμουν να δοθεί στον καθένα σας η ευκαιρία να κρίνει μόνος του. Με τις προβολές που έγιναν σε κινηματογράφους σε όλη τη χώρα και με την κυκλοφορία του dvd σήμερα, η ευχή μου πραγματοποιήθηκε. Είτε με εμπιστεύεστε, είτε είστε επιφυλακτικοί, δείτε την ταινία, κρίνετέ τη, πείτε την ειλικρινή γνώμη σας στους γνωστούς σας. Ο Αδάμαστος έφτασε ως εδώ με το σπαθί του (sic) κι αν το αξίζει, μ’ αυτό θα σας κερδίσει κι εσάς.




Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

[εργαλεία] Αγνώστου – Η φυλλάδα του Μέγ’ Αλέξανδρου

Όσα συνέβαιναν στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου καταγράφονταν από διάφορους ιστορικούς που συμμετείχαν σ’ αυτή. Όλα τα κείμενά τους χάθηκαν στα ταραγμένα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατό του. Όμως η φήμη του μεγάλου στρατηλάτη δε χάθηκε μαζί τους και ο κόσμος διψούσε να μάθει λεπτομέρειες. Έτσι, στο τέλος της ελληνιστικής εποχής εμφανίστηκε ένα μυθιστόρημα με τον τίτλο «Αλεξάνδρου Βίος» και την υπογραφή του Καλλισθένη, ενός μαθητή του Αριστοτέλη που πράγματι πήρε μέρος στην εκστρατεία και πράγματι είχε γράψει ιστορία της (σήμερα ξέρουμε πως το μυθιστόρημα είναι πολύ μεταγενέστερό του και άσχετο μ’ αυτόν, οπότε ο συγγραφέας του αναφέρεται συνήθως ως «Ψευδοκαλλισθένης»).

Η επιτυχία του μυθιστορήματος αυτού ήταν τεράστια, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, κυκλοφορούσε όλον το Μεσαίωνα και επηρέασε τη γραμματεία πολλών λαών, ιδιαίτερα τα έπη των Περσών μέσα από τα οποία πέρασε και στο Κοράνι. Πολλές εκδόσεις του μυθιστορήματος ήταν διασκευές, πότε πεζές και πότε ποιητικές. Λίγο πριν το 1700 εμφανίστηκε μια λαϊκή παραλλαγή του που την αγάπησαν πολύ οι Έλληνες και συνέχισαν να τη διαβάζουν ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Αυτή την εκδοχή περιλαμβάνει το βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα, γνωστή με τον τίτλο «Φυλλάδα του Μέγ’ Αλέξανδρου».

Εκδόσεις Στοχαστής, 1999, σελ. 230


Διαθέτει πλούσια εισαγωγή 60 σελίδων με πολλές επεξηγήσεις, η οποία όμως είναι από την έκδοση του 1935 και δεν περιλαμβάνει πολλά που έχει αποκαλύψει η ιστορική και φιλολογική έρευνα από τότε. Οι 30 εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο προέρχονται από μεσαιωνικά χειρόγραφα και είναι πολύ εντυπωσιακές (ειδικά αν λάβει κανείς υπόψη την προέλευσή τους, η οποία κυμαίνεται από τη Γαλλία ως τη Μογγολία). Δυστυχώς είναι ασπρόμαυρες και χάνεται κάτι από τη μαγεία τους. Για παράδειγμα, έτσι απεικόνισαν οι Βυζαντινοί τον Αλέξανδρο ως αυτοκράτορα της εποχής τους, να συαντά τα "ανθρωποπρόσωπα πουλιά":


ενώ παρακάτω δέχεται επίθεση από τους "αλογανθρώπους" με τα διαμαντένια βέλη:



Γιατί, λοιπόν, παρουσιάζω ένα μυθιστόρημα, έστω και τόσο παλιό, ως εργαλείο συγγραφής, αντί να του κάνω κριτική;

Το ίδιο το κείμενο είναι μάλλον ξερό και λιτό, χωρίς λογοτεχνικές αρετές, τα ελληνικά του ξεπερασμένα προ πολλού. Τα γεγονότα είναι τόσο διαστρεβλωμένα που κι ο πιο άσχετος από Ιστορία θα το καταλάβει (ο Αλέξανδρος είναι νόθος γιος κάποιου έκπτωτου Φαραώ, είναι Χριστιανός, νικά στους Ολυμπιακούς Αγώνες τον γιο του Δαρείου που τον λένε Νικόλαο). Μεγάλο κομμάτι του κειμένου είναι ανούσιο (επιστολές μεταξύ ηγεμόνων, κατεβατά με ονόματα – ανύπαρκτων – κατακτημένων λαών, ηθικό δίδαγμα στο τέλος κτλ.). Δε θα διασκεδάσει και πολύ ο σύγχρονος αναγνώστης πιστεύω.

Είναι πολύ ενδιαφέρον να μάθει κανείς πως οι περί τον Αλέξανδρο διηγήσεις υπήρξαν στην Αγγλία κάποτε το ίδιο δημοφιλείς μ’ εκείνες για το βασιλιά Αρθούρο. Όμως κι αυτό δε θα κάνει καλύτερο συγγραφέα όποιον το πληροφορηθεί.

Η αξία της «Φυλλάδας» για όποιον Έλληνα θέλει να γράψει φανταστικό είναι τεράστια. Θα μπορούσε να πει κανείς πως αποτελεί σύνοψη μύθων που όχι μόνο τους πίστευαν οι πρόγονοί μας, αλλά ήταν κοινοί και σε ολόκληρο το δυτικό κόσμο και τη σφαίρα επιρροής του. Μεταδόθηκαν σε Φράγκους, Σλάβους, Άραβες, Αιθίοπες, Αρμένιους… Η Φυλλάδα παρουσιάζει μάγια και μαντείες, τόπους και ανθρώπους με θαυμαστές ιδιότητες, το Αθάνατο Νερό, σπηλιές που οδηγούν σε άλλες διαστάσεις, Αμαζόνες, ίσως και κάποιες πρώιμες απόπειρες για Επιστημονική Φαντασία (ο Αλέξανδρος καταβαίνει στον βυθό μέσα σε έναν κρυστάλλινο θάλαμο για να τον δει). Κάποιες από τις ιδέες που περιέχει η «Φυλλάδα» έχουν αδίκως ξεχαστεί κι έχουν μείνει ανεκμετάλλευτες (όπως το δέντρο που μιλάει), άλλες είναι δοσμένες με τρόπο πολύ διαφορετικό από αυτόν που έχουμε συνηθίσει στη σύγχρονη φανταστική λογοτεχνία (όπως έχω γράψει κι εδώ).

Αξίζει να τα γνωρίσουμε όλα αυτά και να τα χρησιμοποιήσουμε. Ο καθένας μας κάτι θα βρει εκεί μέσα που να του μιλήσει και να έχει τη δυνατότητα να μιλήσει και στο κοινό του.

Ευκολία στην ανάγνωση: 2 στα 5

Χρησιμότητα: 5 στα 5

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

[κριτική] Η Γκρίζα Χώρα και άλλες ιστορίες από τον μακρινό Βορρά - Θωμάς Μαστακούρης



Ars Nocturna, 2013, σελίδες 188

Το βιβλίο
Μικρού σχήματος, λευκό χαρτί. Γράμματα κάπως πυκνά και μικρά. Η εικόνα στο εξώφυλλο είναι πίνακας που απεικονίζει τις Νόρνες (τις Μοίρες της σκανδιναβικής μυθολογίας) και το Κοσμικό Δέντρο. Σε κάποιες σελίδες περιέχονται μικρά σκίτσα που απεικονίζουν δείγματα μεσαιωνικής σκανδιναβικής τέχνης και στήνουν σωστή ατμόσφαιρα για τον αναγνώστη.

Τα περιεχόμενα του βιβλίου είναι διηγήματα με θέματα γύρω από τη Σκανδιναβία και την παράδοσή της. Αρχικά είχαν δημοσιευτεί στη θρυλική Ανθολογία Ε.Φ. των εκδόσεων Ωρόρα ("Ιστορίες με...") την εποχή που ο συγγραφέας ήταν υπεύθυνός της.

Συγκεκριμένα, τέσσερα διηγήματα (από τα οποία τα τρία είναι αλληλένδετα κι εδώ δημοσιεύονται ως ενιαίο κείμενο) και τρεις λογοτεχνικές διασκευές μύθων.

Ο συγγραφέας

Ο Θωμάς Μαστακούρης είναι περισσότερο γνωστός ως μεταφραστής βιβλίων του φανταστικού, ο πιο έμπειρος και παραγωγικός μάλλον. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στις εκδόσεις Ωρόρα έγραψε και δημοσίευσε αρκετά κείμενά του, κάποια από τα οποία συνδέονταν μεταξύ τους, αποτελώντας το ένα συνέχεια του άλλου.

Τα πρώτα διηγήματα που συμπεριέλαβε στους τόμους της ανθολογίας έδειξαν πολύ καλά δείγματα. Αργότερα, όταν η έμπνευση άρχισε να στερεύει και ο όγκος της εργασίας του αυξήθηκε, η ποιότητα έπεσε και στο τέλος έκανε μια παύση, μετά από την οποία επανήλθε με σπανιότερες συμμετοχές αλλά ωριμότερα γραμμένες.

Χαρακτηριστικά της γραφής του είναι η καλή ροή και η φυσικότητα στο λόγο, η γρήγορη δράση, ο ρεαλισμός στις λεπτομέρειες, η προσπάθεια δημιουργίας επικής ατμόσφαιρας, αλλά και ο αυτοσαρκασμός. Κάποιες λίγες φορές του ξεφεύγουν στομφώδεις εκφράσεις και εξεζητημένοι όροι που θυμίζουν αγγλικό συντακτικό. Λόγω της πίεσης του χρόνου, ήταν συχνά και ανεκτά τα λάθη (κυρίως τυπογραφικά και ελάχιστα εκφραστικά) την εποχή που πρωτοδημοσιεύτηκαν οι ιστορίες. Δυστυχώς δε λείπουν κι από την τωρινή αναδημοσίευση των κειμένων, παρότι με τις σύγχρονες συνθήκες δε δικαιολογούνται.

Οι ιστορίες

Τα κείμενα του βιβλίου καλύπτουν όλη την περίοδο που δημοσίευε κείμενα στις ανθολογίες της Ωρόρα, οπότε κάποια είναι πολύ καλά, κάποια άλλα αισθητά κατώτερα.

Η Γκρίζα Χώρα – Συνένωση τριών συνεχόμενων διηγημάτων με τον ίδιο ήρωα, τα οποία αρχικά δημοσιεύτηκαν ξεχωριστά, με τίτλους «Η Γκρίζα Χώρα», «Η βόλβα του Τρόντελαγκ» και «Το λυκοτόμαρο».
            Η Γκρίζα χώρα – Ένας Νορβηγός μάντης ξεκινά ταξίδι για την Αγγλία και καταλήγει σε μια από τις άλλες διαστάσεις της σκανδιναβικής μυθολογίας. Πετυχημένες περιγραφές, μικρές μόνο αστοχίες στην πλοκή κι ίσως το πιο ελληνικό σε ψυχή φινάλε στην ιστορία του ελληνικού φανταστικού. Ο ήρωας και ο αντίπαλός του απέχουν αρκετά από το τυπικό για την εποχή που θέλει να παρουσιάσει και να υμνήσει ο συγγραφέας, αλλά όσες φορές κι αν την έχω διαβάσει το παρέβλεψα τελείως και έβγαλα το συγγραφικό μου καπέλο στις τελευταίες γραμμές του κειμένου.
            Η βόλβα του Τρόντελαγκ – Ενώ το πρώτο διήγημα διαδραματιζόταν στην εποχή της ακμής των Σκανδιναβών, το δεύτερο μεταφέρει τον ήρωα με μαγικό τρόπο κάμποσα χρόνια στο μέλλον, στην περίοδο του (βίαιου) εκχριστιανισμού της πατρίδας του. Πιο περιπετειώδες από το προηγούμενο, με λιγότερο ρεαλιστικούς χαρακτήρες και κακούς που καταντούν καρικατούρες και δε βγάζουν νόημα.
            Το λυκοτόμαρο – Η κορύφωση και η πτώση του πρωταγωνιστή. Το πιο παθιασμένο από τα τρία κι ίσως το πιο προσεγμένο σε επίπεδο έκφρασης, αλλά ακολουθεί κι αυτό την πεπατημένη του προηγούμενου, με τους εντελώς τραβηγμένους κακούς. Ακόμα χειρότερα, παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με ένα ξένο διήγημα που είχε εμφανιστεί χρόνια πριν στις ανθολογίες της Ωρόρα (το μετριότατο «Πράξη Πίστης» του Γκάλαντ Έλφλαντσον που είναι πολύ δημοφιλές στην Ελλάδα εξαιτίας της χεβιμεταλάδικης θεματικής του: καλοί Βίκινγκ εναντίον κακών παπάδων)

Απρόσκλητοι Επισκέπτες – Ένα σκανδιναβικό πλοίο αναγκάζεται να κάνει στάση σε χριστιανικό μοναστήρι σκαρφαλωμένο σε απότομα βράχια κι αυτό που περιμένει το πλήρωμα δεν είναι καθόλου αναμενόμενο ή ευχάριστο… Διήγημα από τη δεύτερη περίοδο δημοσιεύσεων του συγγραφέα στις ανθολογίες. Σύντομο, δυναμικό, σφιχτό. Δε σφύζει από πρωτοτυπία, ούτε εμβαθύνει ιδιαίτερα στους χαρακτήρες, αλλά είναι πολύ ψυχαγωγικό. Είχε διασκευαστεί όμορφα και σε κόμικ από τις εκδόσεις Ψυχής τα Λαμπυρίσματα, σε σκίτσο Γιάννη Ρουμπούλια.

Ταξίδι στο Γιότουνχαϊμ / Ο θάνατος του Μπάλντερ / Στο Χλίντσκιαλφ – τρία σύντομα κείμενα που δοκιμάζει το καθένα να κάνει προσιτή τη σκανδιναβική μυθολογία στον σύγχρονο Έλληνα αναγνώστη (ως παραμύθι, ως λυρικό διήγημα φαντασίας, ως οικολογική παραβολή). Και οι τρεις προσπάθειες απέτυχαν, δεν είχαν τη λογοτεχνική αξία και την ανταπόκριση που έλπιζε ο συγγραφέας, αλλά είναι ειλικρινείς και τίμιες. [Το δεύτερο κείμενο δεν είχε εμφανιστεί στις ανθολογίες της Ωρόρα, αλλά στο σπάνιο βιβλιαράκι «Η ψυχή των μύθων», από τις ίδιες εκδόσεις. Περιείχε έξι ιστορίες από διάφορες αρχαίες-μεσαιωνικές μυθολογίες, διασκευασμένες δια χειρός Μαστακούρη]

Ετυμηγορία


Οι ιστορίες είναι του ύψους και του βάθους και με τον τρόπο του, το σύγχρονο ελληνικό φανταστικό τις έχει ξεπεράσει. Αξίζει, πάντως, να έχει κανείς διαβάσει την (αυθεντική) «Γκρίζα Χώρα» και το «Απρόσκλητοι επισκέπτες» και να πάρει το βιβλίο γι’ αυτά και μόνο.

Σε κάθε περίπτωση, ελπίζω να δούμε σύντομα και άλλες τέτοιες συλλογές, με παλιότερα και ίσως και νέα έργα του Μαστακούρη.


Αξιολόγηση: 3 στα 5 (μέσος όρος μεταξύ των ιστοριών)

Ελληνικότητα: 2 στα 5 (αθέλητη και ελάχιστη, αλλά πολύ σημαντική)

Άλλες γνώμες για το βιβλίο θα βρείτε εδώ κι εδώ.

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

[εργαλεία] Τα μουσικά όργανα των αρχαίων Ελλήνων - Κώστας Κοτσανάς

Κάποια βιβλία είναι μελέτες κι όχι λογοτεχνήματα. Δεν έχουν καν θέμα τη μελέτη της λογοτεχνίας. Κι όμως, μας είναι χρήσιμα, είναι εργαλεία της τέχνης μας. Για να γράψουμε καλύτερα είναι καλό να τα διαβάσουμε, ειδικά αν γράφουμε φάνταζυ που διαδραματίζεται σε κόσμους με τεχνολογία και βιοτικό επίπεδο περασμένων εποχών.

Δεν είναι μόνο οι μπαρούφες που θα γράψουμε αν δεν ερευνήσουμε πρώτα κάποια θέματα που δεν τα γνωρίζουμε αλλά η πλοκή μας απαιτεί να τα αναφέρουμε (ζώα, ιατρική, εξοπλισμός – η λίστα δεν έχει τέλος). Σε μελέτες θα βρούμε πολλές φορές συναρπαστικές πληροφορίες που θα μας δώσουν ιδέες για ιστορίες, πλοκές και περιπλοκές.

Έχω ήδη αναφέρει κάποια τέτοια βιβλία. Αλλά έχω διαβάσει πολύ περισσότερα και συνεχίζω να διαβάσω. Θ’ αρχίσω να τα αναφέρω εδώ και να τα αξιολογώ, μήπως φανούν και σ’ εσάς χρήσιμα. Θα τα βρίσκετε στο θέμα (ετικέτα) ‘εργαλεία’.

Κώστας Κοτσανάς – Τα μουσικά όργανα των αρχαίων Ελλήνων




Μικροσκοπικό βιβλιαράκι γραμμένο από τον άνθρωπο που δημιούργησε με δική του πρωτοβουλία το Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίαςκαι το Μουσείο Αρχαίων Ελληνικών Μουσικών Οργάνων και Παιχνιδιών (στο Κατάκολο της Ηλείας). Το βιβλίο παρουσιάζει τα 42 μουσικά όργανα που έχει ανακατασκευάσει ο Κοτσανάς σύμφωνα με τις περιγραφές των αρχαίων κειμένων.

Το κάθε όργανο παρουσιάζεται σε μεγάλη έγχρωμη φωτογραφία και συνοδεύεται από σύντομο κείμενο με πληροφορίες και πηγές, στα ελληνικά και στα αγγλικά (υπάρχουν επίσης γαλλική, ιταλική και – αν δεν απατώμαι – γερμανική έκδοση).

Το βιβλίο έχει κάποια αρνητικά σημεία:
  • Είναι μικροσκοπικό (64 μικρές σελίδες, με λιγοστό κείμενο) και με ποιότητα φυλλαδίου (οι σελίδες τσαλακώνουν και μόνο που τις κοιτάς) κι η τιμή του ελαφρά τσιμπημένη
  • Είναι δύσκολο να το βρει κανείς (νομίζω μόνο στο Amazon, στο Μουσείο και στις περιοδεύουσες εκθέσεις του)
  • Αν κάποιος δε γνωρίζει από κιθάρα, η ορολογία μπορεί να τον μπερδέψει
  • Δεν τοποθετούνται χρονικά τα περισσότερα όργανα, ώστε να φαίνεται ποια συνυπήρχαν και ποια αποτελούν μετεξελίξεις άλλων
  • Κάποιες λεπτομέρειες με προβλημάτισε από πού προέκυψαν. Για παράδειγμα, σε κάποια όργανα αναφέρεται πως οι χορδές δένονταν και ρυθμίζονταν με κομμάτια δέρματος, σε άλλα με κομμάτια δέρματος ή ξυλαράκια. Είμαστε βέβαιοι πως δε χρησιμοποιούνταν σε όλα τα όργανα και οι δυο μέθοδοι, ανάλογα με τον κατασκευαστή; Δεν είναι απίθανο να υπάρχει τεχνική εξήγηση, αλλά δεν τη βρήκα στο κείμενο
Όμως:
  • Μπορείτε να βρείτε όλες νομίζω τις πληροφορίες και τις εικόνες του βιβλίου δωρεάν στην ιστοσελίδα του Μουσείου, μαζί με πολλές ακόμη για αρχαίες εφευρέσεις, καθώς και κάποια βίντεο
  • Οι φωτογραφίες είναι λεπτομερέστατες
  • Ο συγγραφέας δεν είναι ούτε θεωρητικός, ούτε κανένας από τους άσχετους ερασιτέχνες που δηλώνουν ειδήμονες στην Αρχαία Ελλάδα και ισχυρίζονται διάφορες ανοησίες. Ασχολείται με το θέμα 25 χρόνια, βασίζεται μόνο σε αυθεντικές πηγές (κείμενα, εικόνες σε αγγεία, ανάγλυφα κτλ.), είναι μέλος της έγκριτης Εταιρείας Μελέτης Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας τουΤεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, όλα όσα περιγράφει τα έχει ανακατασκευάσει και λειτουργούν
  • Πολλά όργανα τοποθετούνται κοινωνικά, δηλαδή μαθαίνουμε αν τα χρησιμοποιούσαν μόνο σε θρησκευτικές ή μόνο σε λαϊκές γιορτές, αν τα έπαιζαν μόνο γυναίκες κτλ.
  • Αγοράζοντας το βιβλίο, ενισχύετε το Μουσείο και τις εκθέσεις που κάνει σε όλη την Ελλάδα, προσπάθεια μοναδική και πολύ αξιόλογη, η οποία δεν λαμβάνει κανενός είδους κρατική επιδότηση. Πραγματικά, αν έχετε τη δυνατότητα να το κάνετε, πάρτε το

Αυτή τη στιγμή που γράφω την ανάρτηση και ως τις 19 Απριλίου 2014, υπάρχει έκθεση του Μουσείου στην Αθήνα, στην οποία μπορείτε να δείτε αρχαίες ελληνικές εφευρέσεις και κάποια από τα ανακατασκευασμένα όργανα από κοντά. Βρίσκεται στο εμπορικό κέντρο Athens Heart (Πειραιώς 180) και η είσοδος είναι δωρεάν, ώρες 11:00-21:00 καθημερινά. Προτείνω να πάτε και/ή να ξεψαχνίσετε την ιστοσελίδα του Μουσείου. Αν δε ζείτε στην Αθήνα, ρίχνετε πού και πού καμιά ματιά στην ιστοσελίδα. Οι περιοδεύουσες εκθέσεις μπορεί να βρεθούν κάποια στιγμή κοντά σας, όπου κι αν ζείτε (π.χ. σε νησιά το καλοκαίρι)

Έχω και το «Οι εφευρέσεις των αρχαίων Ελλήνων» του ίδιου συγγραφέα και θα το παρουσιάσω επίσης στο μέλλον

Ευκολία στην ανάγνωση: 4 στα 5

Χρησιμότητα: 3 στα 5

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

[κριτική] Ο Λέκγουελ και οι ξεχασμένοι θεοί - Κωνσταντίνος Μίσσιος

Ποδαρικό στο νέο μήνα με μια νέα «στήλη». Από καιρό ήθελα ν’ αρχίσω ν’ ανεβάζω εδώ τη γνώμη μου για ελληνικά βιβλία φάνταζυ που διαβάζω κι επιτέλους το ξεκινάω. Θα βρίσκετε τις κριτικές με την ετικέτα «αντίπαλο δέος». Χρησιμοποιώ τον όρο με σκωπτική διάθεση και τον προτίμησα επειδή από τη μια το «η φαντασία των άλλων, οι άλλοι της φαντασίας» παραείναι μακρινάρι, ενώ από την άλλη το «κριτικές» παραείναι ξερό.

Σε καμία περίπτωση δε βλέπω τους συναδέλφους συγγραφείς ως αντιπάλους ή ανταγωνιστές. Ο λόγος που λέω τη γνώμη μου είναι ακριβώς γιατί θέλω να αναδειχθεί ο χώρος. Κάθε τόσο ακούω ανθρώπους να μου λένε πως δεν ήξεραν ότι υπάρχουν Έλληνες που γράφουν φάνταζυ. Ακόμα και τώρα, το 2014. Ας κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας ο καθένας για να διορθώσουμε αυτό το πρόβλημα. Αλλά δε θα είμαι και υπερβολικός, να τα βγάζω όλα αριστουργήματα. Για να δώσω δείγμα γραφής, ξεκινάω με το βιβλίο ενός συγγραφέα που είναι πολύ καλός φίλος.

(Προς το παρόν, η πρόθεσή μου είναι να ασχοληθώ μόνο με βιβλία φάνταζυ εδώ στο ιστολόγιο, αλλά θα δούμε πώς θα πάει το όλο πράγμα. Επίσης, εκτός από την ποιότητα των βιβλίων, θα βαθμολογώ και την ελληνικότητά τους ξεχωριστά, το πόσο τοπικό χρώμα έχουν. Δεν απαιτώ να δω τσολιάδες και μινώταυρους, πολύ ελληνικά είναι και άλλα πράγματα: η θάλασσα, ο ήλιος, οι ελιές. Το έχω ξαναπεί πως άλλο πράγμα είναι το ελληνικό φανταστικό κι άλλο το φανταστικό γραμμένο από Έλληνες. Και για μένα μετράει ένα ντόπιο βιβλίο να μου δίνει αυτό που δεν μπορεί να μου δώσει ποτέ ένα ξένο. Ακόμη κι αν διαδραματίζεται σε φανταστικό κόσμο, εκεί που πατάει στο δικό μας θέλω εικόνες και έννοιες που να τις μοιράζομαι όσο πιο πολύ γίνεται με το συγγραφέα του)

Διόπτρα, 2009, 552 σελίδες



Το βιβλίο

Μυθιστόρημα, δεύτερο έργο του συγγραφέα μετά την εξαιρετική συλλογή ιστοριών Τρόμου «Η νύχτα της λευκής παπαρούνας». Και τα δυο κυκλοφόρησαν από τη Διόπτρα, η οποία βρισκόταν ήδη σε ανοδική πορεία (σήμερα ανήκει στους «μεγάλους» ελληνικούς εκδοτικούς οίκους).

Ο Λέκγουελ έχει μπόλικες σελίδες, καλό δέσιμο και όμορφο εξώφυλλο, το οποίο όμως είναι ολόκληρο στους ίδιους τόνους, δίχως κάποιο στοιχείο που να ξεχωρίζει από την υπόλοιπη σύνθεση και να τραβά το μάτι του υποψήφιου αναγνώστη.

Το θέμα του βιβλίου είναι η βιογραφία του ομώνυμου ήρωα, οι περιπέτειες του σε έναν κόσμο που κάποια μέρη του είναι κολλημένα σε μια πατροπαράδοτη κατάσταση, ενώ άλλα μεταβάλλονται ραγδαία, με τα σύνορα των χωρών και τη θρησκεία να βρίσκονται σε ρευστή κατάσταση. Αντίστοιχα, ο ήρωας άλλοτε επαναπαύεται σε κάτι που δεν κρατάει για πολύ και άλλοτε νιώθει εγκλωβισμένος και ψάχνει για διέξοδο, αδυνατώντας να εκτιμήσει αυτά που έχει. Προνομιούχος και πάμπτωχος, εραστής και ερωμένος, εργάτης και κλέφτης, ο Λέκγουελ αλλάζει συνεχώς ρόλους και βιώνει διάφορες καταστάσεις. Έρχεται σε επαφή με ισχυρούς ανθρώπους, με μάγους και θεούς, βρίσκεται διαρκώς στο κέντρο των εξελίξεων της εποχής του, ακόμη κι όταν προσπαθεί να τις αποφύγει, ακόμη κι όταν φαίνεται να ζει σε κάποια ασήμαντη γωνιά του κόσμου. Κάθε τόσο τον βασανίζει ένα ερώτημα: τι αποτελεί δική του επιλογή, τι του συμβαίνει συμπτωματικά και τι σχεδιάστηκε από άλλους; Σε ποιο βαθμό καθορίζεται η ζωή του (και η ζωή του καθενός μας) από την Ελεύθερη Βούληση, την Τύχη και τη Μοίρα; Πού ισορροπούν αυτά τα τρία;

Ο συγγραφέας

Η πένα του Μίσσιου είναι εξαιρετική, απατηλά απλή, ποτέ όμως απλοϊκή. Η ανάγνωση ρέει αβίαστα, ποτέ δεν κουράζει.

Συν
  •             Αποφεύγει συστηματικά τις πομπώδεις καλολογικές εκφράσεις. Δε σου δίνει την αίσθηση πως διαβάζεις κάτι βεβιασμένα «λογοτεχνίζον» που καμία σχέση δεν έχει με τον τρόπο που μιλάει ο συγγραφέας του σε μια συζήτηση
  •            Έχει το χάρισμα να γίνεται κινηματογραφικός. Ζωντανεύει τις εικόνες του μέσα στο μυαλό του αναγνώστη δίχως να καταντά φλύαρος και να καταφεύγει σε μακροσκελείς περιγραφές. Το πετυχαίνει δίνοντας στις προτάσεις το σωστό ρυθμό και εκμεταλλευόμενος τις κοινές εμπειρίες που έχουμε όλοι, ένα είδος συλλογικής μνήμης οπτικών, ακουστικών, ακόμη και απτικών αισθητηρίων. Μ’ αυτά τα τεχνάσματα, σε κάνει να ξεχάσεις πως κρατάς βιβλίο στα χέρια σου και για λίγο νομίζεις πως τα ζεις όλα αυτά

Πλην
  •            Δε διαθέτει «παιδεία» στο φάνταζυ. Το ξέρει περισσότερο από παιχνίδια και ταινίες, παρά από βιβλία


Το κείμενο

Φιλοδοξία του βιβλίου ήταν να επιτύχει μια «μετα-φανταζυ» (πώς λέμε «μεταμοντέρνα»;) γραφή, δηλαδή να πατήσει πάνω σε συμβάσεις και κλισέ του φάνταζυ για να την ιστορία του δίχως να μπει στις συνήθεις λεπτομέρειες (πώς λειτουργεί η μαγεία, τι υπερφυσικές ικανότητες έχουν οι ιερείς, τι είδους μη ανθρώπινα πλάσματα ζουν στον κόσμο κτλ.). Ενώ, από την άλλη, σκοπός ήταν και να ανατρέψει τις προσδοκίες του αναγνώστη, εισάγοντας ρηξικέλευθα στοιχεία.

Για να γίνω πιο κατανοητός, θα δώσω ένα παράδειγμα. Σε κάποιο σημείο, παρουσιάζονται παραμορφωμένοι απόγονοι της φυλής των νάνων, ενώ οι ίδιοι οι νάνοι δεν αναφέρονται πουθενά. Θεωρείται προφανές πως θα υπάρχουν στον κόσμο του Λέκγουελ και πως εμείς θα γνωρίζουμε τη μορφή τους, εφόσον το βιβλίο είναι φάνταζυ κι εμείς αναγνώστες φάνταζυ.

Συν
  •           Ο πρωταγωνιστής πείθει. Πάντα έχει λογικές αντιδράσεις και κατανοητά συναισθήματα. Είναι εύκολο να ταυτιστεί κανείς μαζί του ή να τον ταυτίσει με ανθρώπους που έχει γνωρίσει. Το ίδιο ισχύει και για τους άλλους χαρακτήρες. Κανείς δε μοιάζει ουρανοκατέβατος ή γραφικός. Όλοι οι διάλογοι στέκουν.
  •            Το βιβλίο περιέχει δέκα ζωντανές «κινηματογραφικές» σκηνές που σου μένουν. Μη σας φαίνονται λίγα για τέτοιο μέγεθος κειμένου. Μιλάμε για αξέχαστα αποσπάσματα που δεν είναι δεδομένο ότι κάθε βιβλίο θα περιέχει έστω και ένα σημείο του επιπέδου τους*
  •            Υπάρχει άφθονα και σωστά δοσμένη προοικονομία στην κεντρική πλοκή. Κάθε φαινομενικά άσχετο γεγονός έρχεται να προσθέσει το λιθαράκι του και να δέσει με τα υπόλοιπα στο τέλος του βιβλίου
  •            Κάτι που μου άρεσε ιδιαίτερα ήταν η χρήση ονομάτων κυρίως με αέρα Μέσης ή Άπω Ανατολής αντί για τα συνήθη αγγλοσαξωνικά, κελτικά κτλ. Σαν να πιάνει ο «Λέκγουελ» μια άλλη γωνιά του ίδιου κόσμου στον οποίο διαδραματίζονται τα υπόλοιπα βιβλία φάνταζυ, μια αδίκως περιφρονημένη γωνιά
  •            Ένα ζήτημα για το οποίο ειπώθηκαν πολλά όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο είναι πως ο πρωταγωνιστής είναι αμφιφυλόφιλος («πανερωτικός», κατά τον ίδιο τον συγγραφέα). Προσωπικά, θεωρώ πως αν και ο Λέκγουελ ξεφεύγει από το κλισέ του αρρενωπού μεγάλου εραστή, δε δίνει την εντύπωση πως η επιλογή αυτή έγινε με το ζόρι, μόνο για να προκαλέσει. Το θέμα παρουσιάζεται χωρίς υπερβολές και εισάγεται με τον μοναδικό ίσως τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να περάσει στον ετεροφυλόφιλο αναγνώστη και να τον αγγίξει. Επίσης, απεικονίζεται σωστά η ανθρώπινη φύση και το όλο θέμα πατάει γερά σε μια ιστορική πραγματικότητα που συχνά την αποφεύγουμε αλλά η ύπαρξή της είναι αδιαμφισβήτητη (υπήρχαν σε κάποιες περιόδους/σε κάποιους τόπους αποδεκτές σεξουαλικές σχέσεις αντρών με παιδιά/εφήβους που ζούσαν μαζί τους ως υπηρέτες ή μαθητές). Η εκτίμησή μου είναι πως κανείς δε θα ενοχληθεί από την απεικόνιση του ερωτισμού στο βιβλίο, εκτός κι αν ξεκινήσει την ανάγνωση αποφασισμένος εκ των προτέρων να ενοχληθεί

Πλην
  •           Υπάρχει μια τάση αποσπασματικότητας. Ορισμένα κεφάλαια είναι σαν διηγήματα, συγγενή μεν και συνεχόμενα μεταξύ τους, χωρίς όμως να δένουν απόλυτα. Ορισμένοι χαρακτήρες εμφανίζονται ξαφνικά, δεν περιγράφονται εμφανισιακά (για πολλούς δεν ξέρουμε καν αν είναι νέοι, μεσήλικες ή γέροι!) και χάνονται το ίδιο απότομα. Ο Λέκγουελ κατά καιρούς εξαφανίζεται εντελώς για κάμποσες σελίδες. Μερικές φορές συσσωρεύονται στο προσκήνιο πρόσωπα χωρίς σαφή στόχο (δικό τους ή λογοτεχνικό). Ορισμένες λεπτομέρειες που αποδεικνύονται ουσιώδεις στο φινάλε παραμένουν θαμμένες ως τότε, ενώ δεν δίνονται όλες οι απαντήσεις που το κείμενο μοιάζει να υπόσχεται.
  •            Το βιβλίο έχει προβλήματα επιμέλειας· σποραδικές επαναλήψεις λέξεων, εξεζητημένες λέξεις που δεν χρησιμοποιούνται απολύτως σωστά, μια παροδική τάση προς το τέλος για πολύ επίκαιρες/προφορικές εκφράσεις (του τύπου «δεν την παλεύω», «μου την είπε» κτλ.), μια γενικότερη τάση να χρησιμοποιεί σύγχρονη ορολογία αταίριαστη με ψευδομεσαιωνικό κόσμο (π.χ. «καλοφτιαγμένη φάρσα φτιαγμένη από επαγγελματία του είδους», «σαδομαζοχιστικός καθαρμός»). Το κείμενο χρειαζόταν ακόμη χέρι διορθώσεων.
  •            Ένα πράγμα που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν η ασυνήθιστη προσέγγιση στο υποκείμενο των προτάσεων. Όταν παραλείπεται, εννοείται πάντα πως είναι ο ίδιος ο Λέκγουελ, ακόμη κι αν έχει δυο παραγράφους να αναφερθεί το όνομά του. Αυτό είναι έντονο και δημιουργεί αναγνωστικούς «λόξυγκες» σε δυο από τις δυνατότερες σκηνές του βιβλίου.**
  •            Τις πιο πολλές φορές, θεωρώ πως η αφαιρετική μέθοδος χωλαίνει. Στο θέμα της μαγείας, ειδικά, πιστεύω πως δεν μπορούν να υπάρξουν συμβιβασμοί. Δεν περιγράφεται ούτε στο ελάχιστο το οπτικό της κομμάτι, οπότε καταντά άχρωμη και χάνει τη… μαγεία της.
  •            Επίσης, ο Μίσσιος κάνει κάποιες παραδοχές στα σύγχρονα βιβλία θεωρούνται ξεπερασμένες (π.χ. εμφανίζεται μια παλαιάς κοπής συντεχνία κλεφτών). Δεν έχω ιδέα αν ο κόσμος του βιβλίου ήταν τεχνολογικά πρωτόγονος, αρχαϊκός ή μεσαιωνικός. Πανοπλίες από εντελώς διαφορετικές ιστορικές περιόδους συνυπάρχουν κτλ. Αυτό σε ένα παιχνίδι στον υπολογιστή δεν είναι πρόβλημα, μόνο η αισθητική μετράει εκεί. Αλλά σε βιβλίο δε στέκει. Επίσης, η ορολογία είναι προβληματική. Μικρά εμπορικά πλοία αναφέρονται ως «γαλέρες» (στην πραγματικότητα ήταν ένα είδος μεγάλου πολεμικού πλοίου), ενώ αγγλισμοί όπως «κοντόσπαθο» και «μακρύσπαθο» πετάγονται εδώ κι εκεί.
  •            Στην Επιστημονική Φαντασία χρησιμοποιείται ο όρος "technobabble" για τις επιστημονικοφανείς ασυναρτησίες που στόχευαν να κάνουν πειστικότερες τις παλιές ιστορίες: «Απέχαμε δέκα κιλοβούρμ από την τροχιά περιδίνησης του πλανήτη, όταν έβαλα μπρος τη γεννήτρια ενστάλαξης». Όπου ‘κιλοβούρμ’, ‘τροχιά περιδίνησης’ και ‘ενστάλαξη’ είναι έννοιες που κατανοούμε χοντρικά με τι σχετίζονται, αλλά δεν εξηγούνται πουθενά στο κείμενο. Αντίστοιχα, ο «Λέκγουελ» υποπίπτει ενίοτε σε… fantababble. Δηλαδή, εξωτικές λέξεις που λέγονται για να λέγονται, δίχως αντίκρισμα. Σπόροι μαγιάν στο ζεστό σαμίλ, δέντρα μπελούλ, φωτόλιθοι κι όποιος καταλάβει, κατάλαβε. Ευτυχώς είναι πολύ σπάνιο.
  •            Σε ζητήματα πολιτικής ή γεωγραφίας στο βιβλίο, τα πάντα θυσιάζονται για να δημιουργηθούν οι εντυπώσεις που απαιτεί η πλοκή. Τα μεγέθη που περιγράφονται δεν αντιστοιχούν με τον τρόπο που απεικονίζονται στο χάρτη οι τόποι. Τα ίδια άτομα που επιδίδονται σε φοβερές και τρομερές μηχανορραφίες, στο τέλος καταφεύγουν στην προφανή και εύκολη λύση που είχαν στη διάθεσή τους από την αρχή. Η πλουσιότερη πόλη του γνωστού κόσμου είναι χτισμένη σε ένα μέρος που πρέπει να είσαι ο Ιντιάνα Τζόουνς για να το φτάσεις. Η επεκτατική αυτοκρατορία μοιάζει να μην επωφελείται από τις κατακτήσεις της στο ελάχιστο, αφού πάντα τις λεηλατεί και τις ισοπεδώνει στη στιγμή για να φανεί πόσο κακή είναι.
  •            Τα εξωτικά ονόματα χρησιμοποιούνται χωρίς ειρμό. Βάζοντας σε κάθε χώρα ανάκατα ινδικά, αραβικά και κινέζικα, καμιά δεν αποκτά δικό της χρώμα. Το «ουτ α για» ας πούμε, δεν ακούγεται πειστικό πως ανήκει στη γλώσσα των ανθρώπων που αποκαλούν τη χώρα τους «Λιλ Λάι», ούτε και το «Λέκγουελ» μοιάζει για όνομα κατοίκου της.
  •            Κάποιες από τις ανατροπές των προσδοκιών του αναγνώστη είναι πολύ τολμηρές. Δεν μπορούν τα πάντα να τινάζονται κάθε τόσο στον αέρα, όσο κι αν αυτό στέκει απόλυτα στον πραγματικό κόσμο. Κάποιες φορές, πρέπει να ανταμείβεται η υπομονή που έδειξε κάποιος για 100 σελίδες και μια υποπλοκή που χτίστηκε προσεκτικά πρέπει να ολοκληρώνεται κάπως
  •            Οι περιγραφές απουσιάζουν σε υπερβολικό βαθμό. Το κείμενο συχνά καταφεύγει σε αοριστολογία χώρου-χαρακτήρων-εικόνων. Αποκόμισα την εντύπωση πως ίσως θα ήταν καλύτερα το ίδιο ακριβώς θέμα, με τους ίδιους χαρακτήρες, να είχε γραφτεί σαν μυθιστόρημα εποχής, με το υπερφυσικό να δρα στα παρασκήνια ιστορικών γεγονότων και την πλοκή να μένει στην ουσία η ίδια. Αυτό θα έκανε το βιβλίο προσιτό σε μεγαλύτερο κοινό (το θέμα του, ούτως ή άλλως, είναι υπαρξιακό και αφορά τους πάντες). Αλλά, κυρίως, θα χρειάζονταν τότε λιγότερες παραδοχές και ανοχές. Άλλο να πεις απλά «ανέμιζε η σημαία της Γαλλίας» (ας μην ξέρει ο αναγνώστης ποια ήταν το 1700, πάλι κάτι του λέει επειδή ξέρει τη χώρα), άλλο να πεις «ανέμιζε το λάβαρο του Ράγκαρας» και να μην προσδιορίσεις καν τι χρώμα έχει
  •            Κάποιες λίγες φορές οι συμπτώσεις μοιάζουν υπερβολικές και χάνεται παροδικά η ασάφεια που χαρακτηρίζει το βιβλίο (έβαλε το χέρι της η Μοίρα ή όχι;)
  •            Το ευρετήριο προσώπων πότε αποκαλύπτει εξελίξεις πρόωρα και πότε προσφέρει πρόσθετες πληροφορίες οι οποίες δεν περιέχονται καθόλου στο κείμενο.

Ετυμηγορία

Το βιβλίο είναι ευχάριστο στην ανάγνωση, έχει πολύ ενδιαφέρον θέμα και θίγει σημαντικούς προβληματισμούς για το πώς θα μπορούσε να γράφεται το φάνταζυ. Όμως οι πειραματισμοί του δεν υλοποιούνται με πλήρη επιτυχία. Δεν έχει κάποιο μεγάλο ελάττωμα, αλλά τα μικρά ελαττώματά του είναι αρκετά.

Κανείς δε θα χάσει διαβάζοντάς το, αλλά πολύ περισσότερα θα αποκομίσει κάποιος που γράφει ο ίδιος φάνταζυ και θα αναγκαστεί να σκεφτεί ή κάποιος που είναι αρκετά έμπειρος και απαιτητικός αναγνώστης, οπότε θα γίνει ίσως ακόμη απαιτητικότερος. Πιθανώς θα το απολαύσει και όποιος δε γνωρίζει καθόλου το είδος αλλά έχει μόνο μια ομιχλώδη ιδέα για το τι εστί φάνταζυ. Μάλλον αυτός θα παρακολουθήσει απρόσκοπτα την πλοκή. Για οποιονδήποτε άλλο, νομίζω πιο ωφέλιμο θα είναι να καταπιαστεί πρώτα με τους κλασικούς του φάνταζυ και να επιστρέψει στον «Λέκγουελ» αργότερα, όταν δε θα τον ξενίζουν πια οι καινοτομίες του βιβλίου και θα είναι σε θέση να τις εκτιμήσει καλύτερα. Όταν, δηλαδή, θα νιώσει πως του είναι προτιμότερο κάτι πρωτότυπο με αδυναμίες παρά ένα αψεγάδιαστο «μια από τα ίδια». 


Αξιολόγηση: 3.5 στα 5 (4/5 αν δεν έχετε τόση μανία με τη συνέπεια και τις λεπτομέρειες όπως εγώ)

Ελληνικότητα: 2 στα 5 (χωρίς αυτό να σημαίνει πως ακολουθεί την πεπατημένη του δυτικοευρωπαϊκού/κελτικού χρώματος)



*: (Για όσους έχουν ήδη διαβάσει το βιβλίο) η ερωτική σκηνή στη σπηλιά, οι άλλες δυο θεϊκές συναντήσεις, η επίσκεψη στο πατρικό σπίτι, το παιχνίδι των κύβων, η αρπαγή του Άσσι, η τελετή πάνω στην πυραμίδα, η περιγραφή του κόσμου των νεκρών, ο Λέκγουελ να περιφέρεται στο σκοτάδι κάτω από το διοικητήριο, ο Αλάκι ενάντια στις σκιές-φύλακες

**: (Για όσους έχουν ήδη διαβάσει το βιβλίο) ο Λέκγουελ να περιφέρεται στο σκοτάδι κάτω από το διοικητήριο, ο Αλάκι ενάντια στις σκιές-φύλακες 

Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Συγγραφικά μου νέα

Μετά από αρκετή σκέψη πάνω στο μεγαθήριο που ολοκλήρωσα πρόσφατα και το μέλλον του, συνειδητοποίησα πως είχα τη λύση στα χέρια μου από την αρχή. Η τετραλογία των Γιων της Στάχτης, όπως την είχα σχεδιάσει αρχικά, είχε ένα σημαντικό χρονικό κενό στη μέση. Μετά το τέλος του δεύτερου βιβλίου θα γινόταν ένα χρονικό άλμα και θα ξαναβρίσκαμε τους χαρακτήρες τρία έτη μετά στην αρχή του τρίτου βιβλίου.

Από την άλλη, κρίνοντας από τη διόγκωση του δεύτερου βιβλίου σε σχέση με το πρώτο, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο πλήθος των χαρακτήρων, το πιο πιθανό είναι ότι αυτό ακριβώς θα συμβεί και με το τρίτο και το τέταρτο.

Έτσι, πήρα τη μεγάλη απόφαση: χωρίζω το δεύτερο βιβλίο στα δύο κι εκεί τελειώνω μια πρώτη τριλογία των Γιων της Στάχτης, κλείνοντας όλα τα κύρια θέματα που έχω ανοίξει. Το τρίτο και το τέταρτο βιβλίο αναδιοργανώνονται για να γίνουν κι αυτά τρία. Και πάμε από μια τετραλογία σε δυο αλληλένδετες τριλογίες, από τις οποίες η πρώτη είναι σχεδόν έτοιμη.


Και λίγα λόγια για τη… διεθνή μου καριέρα.



Χάρις στη συνεργασία των καταστημάτων Public με το Amazon, δύο αντίτυπα του Κορακιού είναι άμεσα διαθέσιμα για παραγγελία οπουδήποτε στον κόσμο, σε μάλλον εξωφρενική τιμή μέσω Αμερικής ή λιγότερο εξωφρενική μέσω Αγγλίας. Βάζω και φωτογραφίες, μιας και ίσως κάποια στιγμή στο μέλλον να μην υπάρχει πια η συνεργασία μεταξύ των δύο βιβλιοπωλείων ή να έχουν δοθεί τα δυο αντίτυπα.



Επίσης, σε συνέντευξη που έδωσε στο βραβευμένο ρουμάνικο ηλεκτρονικό περιοδικό SRSFF που ασχολείται με το φανταστικό, ο Μιχάλης Μανωλιός είχε την καλοσύνη να αναφέρει τους Γιους της Στάχτης ως ένα από τα δυο πιο σημαντικά έργα φάνταζυ στην Ελλάδα κατά τη γνώμη του (το άλλο είναι οι «Λαξευτές της Παλίρροιας» της Βάσως Χρήστου). Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη ρουμανική γλώσσα, αλλά μπορείτε να δοκιμάσετε την τύχη σας με την αυτόματη μετάφραση του google. (Για όσους δεν τον γνωρίζουν, ο Μιχάλης Μανωλιός είναι από τις πιο σημαντικές πένες της ελληνικής Επιστημονικής Φαντασίας. Εδώ η κριτική μου για το δεύτερο βιβλίο του, «… και το τέρας»)

Τέλος, εδώ θα βρείτε το Κοράκι στο goodreads, μια αξιόλογη ιστοσελίδα με έμβλημα και στόχο το «γνωρίστε το επόμενο αγαπημένο σας βιβλίο». Η τελευταία (αυτή τη στιγμή) κριτική για το Κοράκι έρχεται από ελληνόφωνη αναγνώστρια βέβαια, αλλά από την Ολλανδία. Μπορείτε κι εσείς να δείτε γνώμες και βαθμολογίες εκεί για οποιοδήποτε βιβλίο σε οποιαδήποτε γλώσσα, γραμμένες από απλούς αναγνώστες. Ή να συμμετάσχετε με τη δική σας γνώμη και/ή βαθμολογία. Αξίζει τον κόπο, θεωρώ. Και από τη δική μου πλευρά, θεωρώ κάθε ειλικρινή αξιολόγηση του έργου, θετική ή αρνητική, ευπρόσδεκτη. Ειδικά με ενδιαφέρει να ακούσω τι άρεσε και τι δεν άρεσε, περισσότερο από το να λάβω μια αριθμητική επιβράβευση.