Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Κυκλοφόρησε!


Το "Κοράκι σε άλικο φόντο" βρίσκεται ήδη στα ράφια. Όπως συμβαίνει με όλα τα βιβλία, η διανομή θα χρειαστεί θα χρειαστεί περίπου δυο εβδομάδες για να ολοκληρωθεί. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάποιος αλγόριθμος για να προβλέψει κανείς πού θα το βρει και πού όχι, είτε μιλάμε για Αθήνα, είτε για επαρχία. Λογικά, ως το Σάββατο (14/11) θα είναι παντού στην Αθήνα και στα μεγάλα της επαρχίας (Θεσσαλονίκη-Πάτρα, τουλάχιστον) και ως το άλλο Σάββατο (21/11) θα βρίσκεται παντού.

Ανέβασα το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου και στο Scribd. Εκεί θα βρείτε και το δελτίο τύπου για το βιβλίο (μια σύντομη περίληψη).

Όπως είχα υποσχεθεί, ιδού και το εξώφυλλο σε ικανοποιητική ανάλυση. Νομίζω η εκτύπωση είναι ελαφρώς πιο σκούρα, ακόμη πιο κοντά στο άλικο. Πάντως η εντυπωσιακή δουλειά που έκανε ο Γιώργος Ναζλής έχει εισπράξει πάρα πολύ θετικά σχόλια και σίγουρα βοηθά το βιβλίο να ξεχωρίσει από τα διπλανά του. Όσοι το πιάσετε στα χέρια σας, μην ξεχάσετε να ρίξετε μια ματιά και στο οπισθόφυλλο, έστω κι αν δεν είναι απόλυτα ορατή η λεπτοδουλειά που έκανε ο καλλιτέχνης εκεί.

Κι οι χάρτες του Ozzo ταλαιπωρήθηκαν λίγο από τη βιβλιοδεσία, όπως συμβαίνει συνήθως, αλλά σίγουρα δε χάνουν τη μεγαλοπρέπειά τους.

Ούτε είναι ώρα για γκρίνιες. Προτιμώ να θυμηθώ και να ευχαριστήσω όσου έβαλαν ένα χεράκι για να φτάσει το βιβλίο σ' εσάς όσο καλύτερο γίνεται. Αν δεν το είχαν τιμήσει οι εκδόσεις Πατάκη με την επιλογή τους, δε θα είχε κυκλοφορήσει. Οπότε, οφείλω μια ανάρτηση για τη συνεργασία μου μαζί τους. Αλλά σήμερα θέλω να πω για τους φίλους που αν δεν είχαν βάλει το χέρι τους, αν δεν είχαν πει τη γνώμη τους, το κείμενο δε θα είχε τη μορφή με την οποία τελικά τυπώθηκε. Δε θέλω να μπω στη λογική του ποιος βοήθησε περισσότερο, ούτε να δώσω μια ξερή αλφαβητική σειρά. Έτσι, με χρονική σειρά, από τους πρώτους που αναμίχθηκαν στην επεξεργασία του κειμένου (και όχι μόνο) όταν ακόμη γραφόταν, ως τους πιο πρόσφατους αρωγούς:

Ευχαριστώ, Θύμιο Μαγγίνα.
Ευχαριστώ, Γιώργο Παούρη.
Ευχαριστώ, Γιώργο Αναγνωστόπουλε.
Ευχαριστώ, Γιώργο Φρέρη.
Ευχαριστώ, Ευθυμία Δεσποτάκη.
Ευχαριστώ, Σπύρο Λουκόπουλε.
Ευχαριστώ, Γιάννη Πλιώτα.
Ευχαριστώ, Παναγιώτη Κροκιδά.
Ευχαριστώ, Αντώνη Πάσχο.
Ευχαριστώ, Αναστασία Τσιότσκα.
Ευχαριστώ, Γιώργο Χατζηκυριάκο.

Ελπίζω να μην ξέχασα κανέναν.

Και για να κλείσουμε λίγο... γλυκά και ιντριγκαδόρικα, ιδού η τούρτα-έκπληξη που έφτιαξε η Ευθυμία για να γιορτάσει η παρέα όταν το βιβλίο πήγε τυπογραφείο:

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Δείγμα γραφής (το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου δωρεάν)

Η κυκλοφορία του πρώτου μυθιστορήματος των Γιων της Στάχτης είναι θέμα ημερών, εκτός απροόπτου. Όπως κάθε συγγραφέας, θέλω να αποκτήσω όσο περισσότερους αναγνώστες γίνεται. Όχι όμως να αγγαρέψω ανθρώπους που θα με διαβάσουν από υποχρέωση (π.χ. επειδή με γνωρίζουν) ή θα πέσουν πάνω μου εντελώς στα τυφλά (π.χ. από μια φήμη που δεν ξέρουν αν πρέπει να εμπιστευτούν). Γι’ αυτό προσφέρω το πρώτο εισαγωγικό κεφάλαιο του «Κορακιού», 24 σελίδες μεσαίου σχήματος, ακριβώς όπως στάλθηκε στον τυπογράφο. Θα το βρείτε εδώ (σε μικρό και ελαφρύ pdf). Δεν αρκεί για να κατανοήσει κανείς όλη την έκταση της πλοκής, αλλά σίγουρα αποτελεί μια καλή πρόγευση του ύφους και του είδους του κειμένου. Έτσι, έχει ο καθένας τη δυνατότητα αν θέλει να κρίνει αν το «Κοράκι σε άλικο φόντο» είναι ένα βιβλίο που τον αφορά και στην ανάγνωση του οποίου θέλει να επενδύσει χρόνο.

Για όσους κουράζονται να διαβάζουν από την οθόνη ή θέλουν κάτι ακόμη πιο σύντομο, αμέσως μετά ακολουθεί το μικρό απόσπασμα που ο εκδοτικός οίκος επέλεξε για το οπισθόφυλλο ως ενδεικτικό της πένας μου (με την επισήμανση πως το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου δεν είναι σε πρώτο πρόσωπο):


Αυτή τη στιγμή...

... τριάντα δύο σταγόνες βροχής πέφτουν στο κεφάλι μου.

... ο σκοπός στον τέταρτο από αριστερά μου πύργο των τειχών φτερνίζεται – ως την αυγή θα έχει ανεβάσει πυρετό.

... σ’ ένα λιβάδι δυο μέρες δρόμο από δω, μια χρωματιστή νυχτοπεταλούδα σκίζει το κουκούλι της.

... στο κατάστρωμα ενός πλοίου που προσπαθεί να προσεγγίσει το λιμάνι της Φλοίσβης, μια σανίδα τρίζει κάθε φορά που τα κύματα πιέζουν το σκαρί.

... ένας λαγός διασχίζει τα σύνορα της Βασιλείας Αιγλωέων με την Κουβρατία και χάνεται από τα μάτια μου.

Δεν ξέρω αν υπάρχουν άλλοι ή άλλες σαν εμένα. Θα ήταν αδύνατο να συναντηθούμε μεταξύ μας. Είμαι εφτακοσίων έντεκα ετών. Αν είχα την αίσθηση του χρόνου, θα ήμουν κουρασμένη, θα ένιωθα μοναξιά. Αλλά όσο οξυμένες κι αν είναι οι άλλες μου αισθήσεις, αυτή την έχω χάσει.

Είναι αστείο.

Τουλάχιστον, αν θυμάμαι καλά τι πάει να πει «αστείο».

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Στιγμή 10

Κάποιοι μου είπαν πως οι δυο προηγούμενοι "κακοί" χαρακτήρες που παρουσίασα εκ πρώτης όψεως δεν φαίνονται πολύ κακοί (χωρίς εισαγωγικά). Δείτε, λοιπόν, κι ένα πραγματικό τέρας. Αλλά μην ξεχνάτε πως κι αυτό έχεις τις σκέψεις και τα κίνητρά του. Αν είχε μόνο ένστικτα, θα ήταν απλά ζώο.

(Μην αλλάξετε κανάλι, γιατί οι επόμενες Στιγμές θα είναι αφιερωμένες στις κυρίες του βιβλίου)

Γεώταυρος

Σήκωσε τα βαριά βλέφαρά του. Ασθενικές πράσινες ανταύγειες από τις φλόγες στο βάθος των ματιών του απλώθηκαν σαν βρύα στις πέτρες και στους σωρούς από γυμνά οστά. Οστά ανθρώπων που είχε σύρει ως εκεί, ενώ σφάδαζαν και ούρλιαζαν. Παλιά οστά ζώων, εξιλαστήριων θυμάτων που οι χωρικοί τα είχαν πνίξει στα έλη, ελπίζοντας μάταια να τον κατευνάσουν και να ξεγελάσουν την πείνα του για να μην εμφανιστεί. Αρχαία οστά ηρώων που είχαν αναζητήσει το λημέρι του για να τον φονεύσουν.

Η καρδιά του χτύπησε μια φορά και το αίμα κύλησε νωθρά στις φλέβες του. Θα μούγκριζε από οδύνη, μα δεν υπήρχε ακόμη καθόλου αέρας στα τεράστια πνευμόνια του. Πήρε μια πρώτη βαθιά ανάσα. Πόσοι κύκλοι των εποχών είχαν περάσει από το τελευταίο του ξύπνημα; Ακολούθησαν κι άλλοι σφυγμοί, πυκνότεροι, ισχυρότεροι. Ο ιχώρας ζέστανε τα σωθικά του, κόχλασε, έβρασε μέσα του. Η ακατάβλητη δύναμη επέστρεψε στα μέλη του που είχαν μείνει διπλωμένα κάτω από το κορμί του στη διάρκεια της μακροχρόνιας νάρκης. Σηκώθηκε αργά, κυρτώνοντας τη ράχη του για να ξεπιαστεί. Ξεφύσησε κι η καυτή πνοή του εξάτμισε λίγη από την υγρασία του χώρου. Όχι αρκετή για να σταματήσει ο βαρύς αέρας να κολλάει στο πυκνό κόκκινο τρίχωμά του.

Με τα μουδιασμένα ακόμη πόδια του να τρεκλίζουν, διέσχισε το σπήλαιο. Έψαξε στις γωνίες, έσκυψε να δει καλύτερα εκείνο που μάντευε πως δε θα είχε αλλάξει. Οι τρεις αδελφοί του ήταν ακόμη νεκροί. Δεν ήξερε γιατί είχαν προτιμήσει να αναστήσουν μόνο αυτόν, δεν ήξερε πώς τον είχαν επιλέξει, τι ήθελαν να κάνει. Δεν ήξερε καν για ποιον από τους θεούς δούλευε. Κανείς δεν είχε καταδεχτεί να εμφανιστεί μπροστά του, κανενός το ναό δεν είχε δει έξω στα χωριά.

Μαζί με τη θέρμη στο κορμί του είχε επιστρέψει και η οργή στον νου του, η δίψα για αίμα. Πήρε τον ανηφορικό δρόμο. Στο στενότερο σημείο της σήραγγας, έσκυψε το κερασφόρο του κεφάλι και έβαλε όλη του τη δύναμη για να προχωρήσει. Τα πλευρά του ξύστηκαν στις πέτρες, βγάζοντας έναν στριγκό μεταλλικό ήχο και πετώντας σπίθες. Έφτασε στο νερό και βούτηξε χωρίς δισταγμό.

Κολύμπησε, νιώθοντας το νερό να βράζει γύρω του. Αναδύθηκε από τα στάσιμα νερά καλυμμένος με λάσπη και ξεριζωμένα νούφαρα. Προχώρησε ως την κοντινότερη συστάδα καλαμιών και πάτησε στην ξηρά. Μουγκάνισε βροντερά για να δηλώσει την παρουσία του και το έδαφος σείστηκε από μια μικρή δόνηση. Κυρίαρχος και πάλι. Δυνατός. Τρομερός.

Και πάλι δεν ήρθε κανένα όραμα να τον βρει. Δεν είχε συγκεκριμένο σκοπό, συγκεκριμένα όρια. Δεν του επέβαλαν κάποιον τόπο στον οποίο να περιορίσει την τιμωρία της παρουσίας του, κάποια συγκεκριμένη κατηγορία θυμάτων που έπρεπε αποκλειστικά να επιλέγει, κάποια μέθοδο που επιβαλλόταν να χρησιμοποιήσει. Δεν είχε ιδέα τι του ζητούσαν να πράξει πριν επιστρέψει στη λήθη. Αυτή η ελευθερία επιλογής τού ήταν αφύσικη, τον τρόμαζε και τον μπέρδευε. Τον θύμωνε. Τι άλλο να κάνει παρά να τσακίσει όσα χωριά έβρισκε στο δρόμο του, να μην αφήσει πέτρα πάνω σε πέτρα, ειδικά στους ναούς που η εγγύτητά τους του προξενούσε δυσφορία, ακόμη και πόνο; Το μόνο που έμενε ν’ αποφασίσει ήταν αν θα περιπλανιόταν πάνω ή κάτω από το ποτάμι αυτή τη φορά.

Άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνση της αυγής, τα ρουθούνια του γεμάτα από τις μυρωδιές του ζωντανού κόσμου. Τσαλαπάτησε μικρούς θάμνους, ένιωσε με ευχαρίστηση δέντρα και μικρούς βράχους να κομματιάζονται από τα μαύρα κέρατά του. Έκλεισε τα μάτια για να απολαύσει τη στιγμή.

Ξαφνικά σταμάτησε, όσο πιο γρήγορα του επέτρεπε η ορμή του θηριώδους κορμιού του.

Είχε επικρατήσει απόλυτη, αφύσικη ησυχία. Τα πουλιά είχαν πετάξει μακριά και τα ζωντανά του δάσους είχαν λουφάξει τρομοκρατημένα. Κι εκείνος δεν ανέπνεε καν. Το μόνο που κουνούσε ήταν τα μυτερά αυτιά του, αναζητώντας την καλύτερη κλίση για να αφουγκραστεί. Αγκομαχητό, πόδια που σέρνονταν προσπαθώντας να μην κάνουν θόρυβο, ζωντανό ξύλο που παραμέριζε τρίζοντας αμυδρά. Ακολούθησε τους ήχους, πολτοποιώντας πεσμένα φύλλα στο διάβα του, συνθλίβοντας ξερά κλαδιά.

Έφτασε στο φρύδι του λόφου. Έσκυψε και είδε τη ματωμένη γυναίκα με τα σκισμένα ενδύματα να προχωρά ανάμεσα στους θάμνους, αγνοώντας το μονοπάτι. Τα μάτια της ήταν υγρά. Φοβόταν και υπέφερε. Ωραία. Πιο κάτω στην πλαγιά, τρεις άντρες την έψαχναν, με σιδερένιες ακίδες στα χέρια. Τρεις μικρές ψυχές, τρεις ζωές που αυτός μπορούσε να τις σβήσει μέσα σε μια στιγμή καθώς θα κατηφόριζε, δίχως καν να σταθεί. Το κουρέλιασμα της σάρκας τους δε θα χόρταινε το μίσος του για πάνω από μια στιγμή. Αλλά κάτι θα ήταν, ώσπου να βρει πιο πολλά θύματα συγκεντρωμένα.

Σαν από προαίσθημα, η γυναίκα ύψωσε το κεφάλι της και το βλέμμα της διασταυρώθηκε με το δικό του. Δεν μπόρεσε να ουρλιάξει από τρόμο, γιατί ο πανικός έφραξε το λαιμό της. Του άρεσε αυτό. Ετοιμάστηκε να μουγκανίσει για να τον αντιληφθούν κι οι άλλοι, να οσφρανθεί την ευωδιά του κρύου ιδρώτα που θα τους έλουζε πριν τους τσακίσει. Έσκαψε το χώμα ανυπόμονα με την οπλή του. Μα κάτι τον έκανε να διστάζει. Βιαζόταν. Η όρεξη να σπείρει τον όλεθρο σε όσους πιο πολλούς προλάβει, πριν ξαναπέσει σε νάρκη, τον κατέτρωγε σαν τη μεγαλύτερη πείνα, τον μαστίγωνε και τον καθοδηγούσε σαν τη βέργα του ζευγολάτη.

Αλλά κάτι από το μαρτύριο της γυναίκας μιλούσε μέσα του, τραγουδούσε στον καυτό ιχώρα στις φλέβες του. Μήπως να σκότωνε μόνο τους άντρες κι εκείνη να την κρατούσε για λίγο ζωντανή, να επέτεινε την οδύνη της;

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Φεμινισμός, ο Φανταστικός

«[…] Όταν μαχαίρωσες εκείνον τον Στύγιο αξιωματικό, απαρνήθηκες την εύνοια του Ζάραλο, και την προστασία του, και βρέθηκες κυνηγημένη από τους Στύγιους».

«Το ξέρω» απάντησε βαρύθυμα. «Μα τι άλλο μπορούσα να κάνω; Ξέρεις ποια ήταν η αιτία».

«Ξέρω» συμφώνησε. «Αν ήμουν εκεί, θα τον είχα μαχαιρώσει εγώ. Αλλά όταν μια γυναίκα ζει σε στρατόπεδο εκστρατείας, πρέπει να περιμένει τέτοια πράγματα».

Η Βαλέρια χτύπησε το μποτοφορεμένο πόδι της καταγής κι έβρισε.

«Γιατί οι άντρες δε μ’ αφήνουν να ζήσω σαν άντρας;»

«Μα είναι προφανές!»

- Robert E. Howard, Κόκκινα Καρφιά, 1936



Μια φορά κι έναν καιρό, σε σκοτεινούς φαλλοκρατικούς καιρούς, τα πράγματα ήταν απλά. Η ημίγυμνη δεσποσύνη τσίριζε. Ο Κόναν έμπαινε ανάμεσα σ’ εκείνη και το φοβερό θηρίο που την απειλούσε. Το σκότωνε. Η δεσποσύνη τού δινόταν. Κι εκεί τέλειωνε ο ρόλος της. Στον πολυσέλιδο Άρχοντα των Δαχτυλιδιών; Τρεις γυναικείοι χαρακτήρες όλοι κι όλοι, σε ρόλους αβανταδόρικους, μα δευτερεύοντες. Λες κι η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού είχε κλειδώσει όλες τις γυναίκες σπίτι πριν ξεκινήσει για την αναζήτησή της. Ευτυχώς, η κοινωνία δεν έμεινε εκεί. Εξελίχθηκε προς το καλύτερο. Και μαζί της εξελίχθηκαν οι κόσμοι της λογοτεχνίας του φανταστικού. Εμφανίστηκαν στο χαρτί ανεξάρτητες αμαζόνες που μπορούσαν να τα βάλουν με οποιονδήποτε άντρα. Χώρες στις οποίες οι άνθρωποι ήταν ακόμη πιο προοδευτικοί από εμάς, ζούσαν με πραγματική ισότητα: ακόμη και στο στρατό τους υπηρετεί το ωραίο φύλο.

Είναι όμως τόσο απλά τα πράγματα;

Ας ξεκινήσουμε ανάποδα, από το σήμερα προς το χθες. Σε μεγάλο μέρος της σύγχρονης παραγωγής του φανταστικού, είτε μιλάμε για βιβλία γραμμένα από γυναίκες, είτε μιλάμε για βιβλία γραμμένα από άντρες που δηλώνουν «φεμινιστές», βρίσκουμε τρεις βασικές παραδοχές:

- Μπορεί να υπάρξει μια γυναίκα (μοναδική ή μέλος μιας μικρής ομάδας με παρόμοιες ικανότητες), η οποία διαπρέπει στην ξιφομαχία. Διάφοροι άντρες την υποτιμούν και τα βάζουν συνεχώς μαζί της, εξαιτίας της προκατάληψής τους, αλλά τους νικά τον έναν μετά τον άλλο. Δεν έχει ανάγκη τη βοήθεια κανενός. Για να μην αναφέρω ότι εμφανισιακά μοιάζει περισσότερο με μοντέλο παρά με Βουλγάρα αρσιβαρίστρια.

- Μπορεί να υπάρξει μικτός στρατός από άντρες και γυναίκες, είτε σε ξεχωριστές μονάδες, είτε και ανάκατοι στις ίδιες.

- Μπορεί να υπάρξει πλήρης ισότητα σε μια προβιομηχανική κοινωνία.

Προσωπικά διαφωνώ και με τα τρία. Να τα δούμε ένα-ένα:

α. Η αμαζόνα

Σύμφωνα με όσους ασχολούνται με την ξιφασκία και τις πολεμικές τέχνες, μια γυναίκα μπορεί να είναι απολύτως αξιόμαχη. Αξιοποιώντας τη μεγαλύτερη ευλυγισία και ταχύτητά της, δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από έναν άντρα με τον ίδιο όγκο και την ίδια εμπειρία. Αλλά οι άντρες είναι κατά μέσο όρο πιο δυνατοί και πιο μεγαλόσωμοι. Και τα δυο φύλα αγωνίζονται σε διαφορετικές κατηγορίες πυγμαχίας και πολεμικών τεχνών όχι εξαιτίας κάποιας παλιομοδίτικης διάκρισης, αλλά για τον ίδιο ακριβώς λόγο που ένας άντρας εξήντα κιλών αγωνίζεται σε διαφορετική κατηγορία από έναν άντρα εκατό κιλών. Ο όγκος και η δύναμη είναι καθοριστικοί παράγοντες σε μια αναμέτρηση σώμα με σώμα. Η μεγάλη εμπειρία μπορεί να ισοσκελίσει αυτές τις ανισότητες, όπως και οποιαδήποτε άλλη, μα πρέπει κανείς να επιβιώσει αρκετά πριν την αποκτήσει. Αυτό σημαίνει πως μια γυναίκα η οποία συνεχώς μονομαχεί με τους καλύτερους για να αποδείξει την αξία της, αργά ή γρήγορα θα συναντήσει εκείνους τους λίγους που εκτός από δυνατότεροί της και ψηλότεροί της (άρα και με μακρύτερα χέρια που θα την φτάνουν χωρίς εκείνη να τους φτάνει) θα είναι ταυτόχρονα το ίδιο γρήγοροι κι ευλύγιστοι μ’ εκείνη.

Και υπάρχουν και δυο πιο τεχνικά ζητήματα. Πρώτον, ο άντρας είναι πιο ανθεκτικός. Δε μιλάμε για τον πόνο της γέννας, ούτε την αντοχή στα μικρόβια. Μιλάμε για το ποιος έχει περισσότερο αίμα στο κορμί του και ποιου τα ζωτικά όργανα κρύβονται πίσω από μεγαλύτερα στρώματα σάρκας. Ποιος, δηλαδή, είναι λιγότερο πιθανό να πεθάνει από το ίδιο ακριβώς τραύμα. Το δεύτερο ζήτημα είναι η έλλειψη κατάλληλων δασκάλων. Για να εκμεταλλευτεί τις αρετές του σώματός της μια γυναίκα, πρέπει να μάθει να μάχεται σαν γυναίκα. Η δύναμή της, απ’ ότι έχω διαβάσει, βρίσκεται στον άξονα της μέσης κι όχι στον άξονα των ώμων, όπως στον άντρα. Αν είναι η μοναδική θηλυκή ξιφομάχος του κόσμου, θα έχει διδαχθεί αναγκαστικά από άντρα, άρα θα ξέρει να πολεμά σαν άντρας – σαν μικρόσωμος κι αδύναμος άντρας. Αν ανήκει σε κάποια σπάνια παράδοση πολεμιστριών, όσο μακρά κι αν είναι αυτή, θα έχει ένα και μοναδικό κέντρο (π.χ. ένα μοναστήρι ή ένα αυτοκρατορικό τάγμα), άρα δεν μπορεί να είναι τόσο ανεπτυγμένη όσο η αντρική ξιφασκία που θα την εξελίσσουν ταυτόχρονα εκατοντάδες σχολές σε όλο τον κόσμο.

Όλα αυτά, βέβαια, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τον πιο σημαντικό παράγοντα. Για κάθε γυναίκα, είτε τη Βαλέρια, είτε την Ιππολύτη, είτε οποιαδήποτε άλλη ανίκητη αμαζόνα, υπάρχουν κάποιες μέρες του μήνα που βρίσκεται σε μειωμένη μαχητική ικανότητα (στην καλύτερη των περιπτώσεων). Σε έναν μοχθηρό φαλλοκρατικό κόσμο, όπου το να κουβαλά μια γυναίκα σπαθί είναι επαρκής λόγος για να την προκαλέσει κανείς, ποιος θα φανεί τόσο ιππότης ώστε να περιμένει να την αντιμετωπίσει μεθαύριο; Κανείς μας δεν είναι απολύτως αυτάρκης, κανείς δεν είναι αδιάλειπτα στα καλύτερά του. Ακόμη και ο Κόναν έχει κακές μέρες (π.χ. όταν είναι λιάρδα, όπως στο Rogues in the House). Πόσο ρεαλιστική είναι μια πολεμίστρια που μοιάζει με διαφήμιση λακ; Που τίποτα δεν της χαλάει καν το μαλλί;

Όχι, λοιπόν, ότι δε μπορεί να υπάρξει μια γυναίκα ικανή να σταθεί ανάμεσα στους ισχυρότερους πολεμιστές ενός κόσμου, αλλά υπό συνθήκη. Ενταγμένη σε κάποια παράδοση που να είναι λογικό να την έχει γεννήσει. Με πολλή δουλειά, ουσιαστικά αφοσιωμένη σ’ αυτό που κάνει. Έχοντας τη δυνατότητα να αποκτήσει την απαραίτητη εμπειρία, αντί να βολοδέρνει από σύγκρουση σε σύγκρουση ώσπου να πεθάνει. Και με τις αδύναμες στιγμές της, στις οποίες αναγκαστικά θα στηριχτεί σε άλλους, όπως κάνουμε όλοι.

β. Ο στρατός των ίσων ευκαιριών

Αυτό είναι πιο εύκολο να το καταρρίψει κανείς. Είδαμε πως μπορούν να υπάρξουν άξιες πολεμίστριες. Στην ιστορία του δικού μας κόσμου, πέρασαν και λίγες σημαντικές γυναικείες μονάδες, έστω κι αν είχαν πάντα ρόλο σωματοφυλακής. Προσωπικά πιστεύω πως το «ασθενές» φύλο είναι ικανό να προσαρμοστεί πιο εύκολα από το «ισχυρό» στην πειθαρχία του στρατού. Αλλά θα έπαιρνα μαζί μου στον πόλεμο μια γυναικεία μονάδα, αν ήμουν στρατηγός σε κάποιον κόσμο με μεσαιωνική ή αναγεννησιακή τεχνολογία; Μόνο από απελπισία.

Πολύ απλά, όταν δεν έχεις πια δυο αντιπάλους, αλλά εκατό από τη μια πλευρά κι εκατό από την άλλη, τότε το λόγο παίρνουν οι μέσοι όροι. Στριμωγμένη στους στίχους μιας συμπαγούς παράταξης, η γυναίκα δε μπορεί να αξιοποιήσει ούτε στο ελάχιστο την ευελιξία και την ταχύτητά της. Το μικρότερο μέγεθος δεν αξίζει και πολλά όταν είσαι στατικός στόχος. Κι απέναντί θα βρισκονται άντρες που μπορούν να την χτυπήσουν δυνατότερα απ’ όσο μπορεί να τους χτυπήσει αυτή, που είναι ανθεκτικότεροι, βαρύτεροι και αντέχουν περισσότερη ώρα να κοπιάζουν φορτωμένοι με πανοπλία και ασπίδα. Ενώ η μεγαλύτερη μυϊκή τους δύναμη σημαίνει πως θα χρησιμοποιούν μακρύτερα και βαρύτερα όπλα…

Βέβαια, στα περισσότερα βιβλία οι στρατιωτίνες υπηρετούν σαν τοξότριες. Και τα ολυμπιακά ρεκόρ δείχνουν ότι δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά ευστοχίας ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες. Αλλά η αξία ενός τόξου έγκειται στην απόσταση στην οποία μπορεί να ρίξει ένα βέλος με αρκετή ορμή για να καρφωθεί αυτό κάπου. Πράγμα που εξαρτάται από το πόσο σκληρό είναι το τόξο, πόσο δύσκολο είναι δηλαδή να τραβηχτεί η χορδή. Είτε έχουμε να κάνουμε με ξύλινο τόξο, είτε με σύνθετο τόξο, είτε με τζάγρα (crossbow), ακόμα και με κάποιο φαντασιακό όπλο από μέταλλο ή μαγικό υλικό. Οι άντρες, όντας δυνατότεροι, θα χρησιμοποιούν σκληρότερα τόξα και θα έχουν μεγαλύτερο βεληνεκές. Εν ολίγοις, αν βάλεις τοξότριες απέναντι σε τοξότες, οι άντρες θα τις σκοτώσουν όλες πριν αυτές φτάσουν αρκετά κοντά για να μπορούν να τους πετύχουν.

Υπάρχει, βέβαια, το πλεονέκτημα των αριθμών. Αν ο αντίπαλός σου έχει φέρει μόνο άντρες στο πεδίο της μάχης, π.χ. δέκα χιλιάδες άτομα, γιατί εσύ να μην πάρεις μαζί σου και μερικές γυναίκες; Ακόμη κι αν δεν είναι αντάξιες των συμπολεμιστών τους, δε θα βρεις πέντε χιλιάδες ακόμη; Αυτό θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιβίωση ενός μικρού προοδευτικού κράτους μέσα σε έναν κατά τα άλλα φαλλοκρατικό κόσμο που το επιβουλεύεται από μισαλλοδοξία (κλισέ στα βιβλία που χρησιμοποιούν αυτήν εδώ τη σύμβαση). Το «καλό» κράτος θα έχει σχεδόν διπλάσιο στρατό από τους γείτονές του, με τον ίδιο ακριβώς πληθυσμό.

Έχουν χρησιμοποιηθεί διάφορα επιχειρήματα για τη μη συμμετοχή γυναικών στους πολέμους, όπως το ότι ένας άντρας θα νιώσει να του κόβονται τα πόδια αν δει δίπλα του μια γυναίκα να σκοτώνεται, σε σχέση με το να δει έναν άλλο άντρα. Μα αυτά βασίζονται στις κοινωνικές δομές του δικού μας κόσμου. Υποθέτουμε πως σε έναν κόσμο με παράδοση στις στρατιωτίνες, δε θα υπάρχουν τέτοια ταμπού, όπως δε θα υπάρχει και ταμπού που να κάνει τους αντιπάλους να διστάζουν να τις χτυπήσουν. Αλλού είναι το θέμα. Το σεξ είναι γνωστό αγχολυτικό και πριν από μια μάχη υπάρχει μεγάλος άγχος, οπότε για κάθε εκατό άντρες και εκατό γυναίκες που θα έχεις, χρειάζεσαι και πενήντα ευνούχους για να τους εμποδίζουν να έρθουν σε επαφή. Αλλιώς, όταν φτάσει επιτέλους η ώρα της μάχης, δε θα μπορούν πάρουν τα πόδια τους! Φυσικά, αστειεύομαι. Κι αυτό, επίσης, είναι ένα θέμα που μια κοινωνία μαθημένη σε μικτούς στρατούς θεωρητικά θα έχει βρει τρόπο να το λύσει.

Αλλά ένας λόχος που περιέχει γυναίκες, είτε αποκλειστικά, είτε μαζί με άντρες, πρέπει να διατηρεί δύναμη μεγαλύτερη από την ονομαστική του. Για να το κάνω λιανά, όποια μέρα του μήνα κι αν γίνει τελικά η μάχη, κάποιες από τις στρατιωτίνες θα είναι ανίκανες να συμμετάσχουν. Άρα, για να κατεβάσει μια μονάδα εκατό γυναίκες στην πρώτη γραμμή, χρειάζεται να αποτελείται από τουλάχιστον εκατόν δέκα. Αυτό σημαίνει πως ο εξοπλισμός κι η συντήρησή του θα κοστίζουν περισσότερο από ενός αντρικού λόχου. Κι επίσης σημαίνει πως είναι αδύνατον ένας τέτοιος λόχος να κάνει γυμνάσια με την ακριβή διάταξη που θα πολεμήσουν τα μέλη του, καθώς είναι αδύνατον να ξέρουν ποιες θα λείψουν τελικά και ποιες θα είναι εκεί.

Παραδόξως, δεν έχω ακούσει καν για κάποιο έργο φεμινιστικής φαντασίας στο οποίο να χρησιμοποιείται μαγεία για τη ρύθμιση της περιόδου και την αντιμετώπιση των πόνων της.

γ. Η δίκαιη κοινωνία

Οι πιο παρατηρητικοί ίσως έχουν προσέξει πως χρησιμοποιώ στα άρθρα μου τον όρο «προβιομηχανική», αντί για «μεσαιωνική». Πολλοί θεωρούν πως ο τυπικός φάνταζυ κόσμος ορίζεται από την έλλειψη πυρίτιδας. Κατά τη δική μου γνώμη, ο πραγματικός διαχωριστικός παράγοντας είναι η έλλειψη της μαζικής παραγωγής αγαθών, είτε με τεχνολογικό, είτε με μαγικό τρόπο. Αυτό που μένει, είναι η σκληρή χειρωνακτική εργασία που έχει μικρή απόδοση όσο καλά κι αν οργανωθεί.

Ένας αγρότης, σε ποιο από τα παιδιά του θα αφήσει το χωραφάκι του; Λογικά σ’ εκείνο που θα μπορεί να το δουλέψει καλύτερα, το πιο δυνατό και ανθεκτικό, που αναγκαστικά θα είναι αγόρι. Το ίδιο ισχύει και για έναν ψαρά με τη βάρκα του ή έναν βιοτέχνη με το εργαστήριό του. Και το κράτος, που εκτός από το να συλλέξει φόρους, έχει ανάγκη να επανδρώσει το στρατό του, θα προτιμήσει τους άντρες από τις γυναίκες (για τους λόγους που ανέπτυξα πιο πάνω), οπότε αυτούς θα αναγνωρίζει ως πολίτες με δικαίωμα ψήφου, κοινωνικές μονάδες, κεφαλές οικογενειών κτλ.

Μέσα σε μια φτωχή οικογένεια, οι γυναίκες δεν εργάζονταν λιγότερες ώρες από τους άντρες τους (το αντίθετο, αν συνυπολογίσει κανείς και τα οικιακά). Αλλά δεν μπορούμε να κρίνουμε με τα δικά μας μέτρα, εμείς που έχουμε αλουμινένια τενεκεδάκια μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, με το πάτημα ενός κουμπιού. Μια κοινωνία στην οποία ακόμη και τα απλούστερα πήλινα σκεύη απαιτούν ιδρώτα στον τροχό, θα πάρει όποια μέτρα χρειάζονται για να είναι βιώσιμη, όσο άδικα κι αν τα βρίσκουμε σήμερα. Η γυναίκα δεν μπορεί να είναι ίση με τον άντρα σε μια προβιομηχανική κοινωνία, γιατί οι πόροι δεν είναι αρκετοί.

Γιατί όχι μια βιομηχανική κοινωνία, τότε, σα θέμα βιβλίου φάνταζυ; Με μαγικά εργοστάσια, ας πούμε; Ή ακόμη και η προσπάθεια χειραφέτησης του ωραίου φύλου στην αρχή μιας τέτοιας κοινωνίας; Μα εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα· αυτό εδώ το άρθρο περιγράφει περισσότερες λύσεις απ’ ότι έχω δει να χρησιμοποιούνται στα δήθεν φεμινιστικά μυθιστορήματα του χώρου. Έχουν άραγε ξοδέψει οι συγγραφείς τους έστω και πέντε λεπτά σκέψης σ’ αυτά που γράφουν; Μήπως αναφέρονται τελικά σε φανταστικά πλάσματα που έχουν γυναικεία όψη αλλά δε διαφοροποιούνται σε τίποτε από τους άντρες;


Και για να δούμε τι έγραφαν πραγματικά τα «φαλλοκρατικά γουρούνια» των απαρχών του λογοτεχνικού μας είδους.

Η Βαλέρια από το απόσπασμα στην αρχή του άρθρου μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τους άντρες που προσπαθούσαν να απλώσουν χέρι πάνω της. Ήταν πιο γρήγορη κι ευέλικτη από τον Κόναν. Σκότωνε τους αντιπάλους της με χτυπήματα σε καίρια σημεία, αντί να τους κόβει φέτες όπως εκείνος. Ο μεγάλος έρωτας του Κόναν, η Μπελίτ, είναι η αδιαμφισβήτητα επιτυχημένη αρχηγός των πειρατών της Μαύρης Ακτής, αρκετά καλή με το τόξο για να διδάξει τη χρήση του στους ναύτες της, αν και η ίδια δε φαίνεται πως συμμετείχε στις μάχες. Οι σκλάβες που συναντάει ο Κόναν – η Ολίβια, η Οκτάβια, η Ζηνοβία, η Νατάλα – αν και ανίκανες να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, είναι πρακτικές: επιλέγουν να τον βοηθήσουν για να τις βοηθήσει, δε διστάζουν να διατρέξουν θανάσιμο κίνδυνο και του σώζουν τη ζωή. Η αρχοντική ερωμένη Ναφερτάρι διαθέτει αρκετή γυναικεία πονηριά για να βάλει άλλους να πολεμήσουν γι’ αυτήν και παίρνει τα πράγματα στα χέρια της όταν αυτό εποδεικνύεται αναγκαίο. Γενικά, οι γυναικείοι χαρακτήρες στις ιστορίες του Robert E. Howard διακρίνονται από φιλοδοξίες και ικανότητες που συμβαδίζουν με το υπόβαθρο του καθενός τους.

Στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, η Γκαλάντριελ είναι υπόδειγμα ηγέτη και επισκιάζει τον σύζυγό της. Η Άργουεν ενσαρκώνει το ιδανικό για το οποίο πολεμάει ο Άραγκορν, χωρίς το οποίο θα λύγιζε. Ενώ η Έογουιν όχι μόνο κάνει αυτό που κανείς άντρας δε μπορεί, αλλά επίσης μετά τον πόλεμο αφιερώνεται στην αντιμετώπιση των πληγών που άφησε πίσω του. Υπάρχουν πράγματα στα οποία οι γυναίκες είναι το ίδιο καλές με τους άντρες κι άλλα ακόμη στα οποία είναι καλύτερες. Τα δυο φύλα, ίσα ή άνισα, (ευτυχώς) δεν είναι ίδια. Οι γυναίκες δεν είναι το ίδιο καλές με τους άντρες στο να σκοτώνουν. Δεν είναι ντροπή. Μπορούν να γίνουν θεραπεύτριες, ανιχνεύτριες, εταίρες, ηγέτιδες, μάγισσες – φάνταζυ γράφουμε, επιτέλους! Και μπορούν να ειπωθούν ενδιαφέρουσες ιστορίες γύρω απ’ αυτούς τους ρόλους, με δράση και αγωνία και ένταση.

Αν οι πατέρες του φάνταζυ διέπραξαν κάποιο σφάλμα, είναι πως απευθύνθηκαν κυρίως στο αντρικό κοινό, σε μια εποχή που υπήρχαν μόνο άρρενες αναγνώστες για το λογοτεχνικό είδος που έγραφαν. Έδωσαν πολύ λίγο χρόνο και πολύ λίγο βάρος στους θηλυκούς χαρακτήρες τους. Αλλά τουλάχιστον τους έβαλαν να σκέφτονται και να πράττουν με βάση αυτά που πραγματικά θα ήθελαν και θα μπορούσαν. Νομίζω τελικά πως ο φεμινισμός στη λογοτεχνία αντιμετωπίζει ακριβώς το πρόβλημα στόχου με τον φεμινισμό στη ζωή. Θέλουμε οι γυναίκες να επιτρέπεται να κάνουν ότι κι οι άντρες, ανεξάρτητα από τη σχετική ικανότητά τους; Ή θέλουμε να έχουν τη δυνατότητα να δράσουν στα πεδία στα οποία είναι ικανές και να τους αποδίδεται ο ίδιος ακριβώς σεβασμός όπως σ’ έναν άντρα που κάνει το αντίστοιχο;

Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Στιγμή 9

Κάθε εμπόδιο για καλό. Ο χρόνος που μου δίνεται ώσπου να κυκλοφορήσει το βιβλίο, είναι μια καλή ευκαιρία για να κάνω κάποια πράγματα που είχα παραμελήσει, όπως να ολοκληρώσω τις 'Στιγμές'.

Και πάλι ένας από τους "κακούς" χαρακτήρες στο προσκήνιο, ο κόμης Χανσίκο. Αυτός δεν ανήκει στους Αιγλωείς, αλλά κατάγεται από τη μακρινή χώρα που λέγεται Ναντάρ. Μάλιστα, είναι ένα από τα πιο επιφανή τέκνα της.

[όσοι είναι καινούριοι αναγνώστες ή παρακολουθούν το ιστολόγιο μέσω facebook, ίσως δεν κατανοούν τι ακριβώς είναι αυτό εδώ το κείμενο, οπότε ας ρίξουν μια ματιά εδώ)

Κόμης Χανσίκο

Λαχανιασμένος, ξέπνοος από τον πόθο, ο Χανσίκο αναζητούσε με τα χείλη του το λαιμό της Άλμα. Χανόταν ανάμεσα στους βοστρύχους της που είχαν το χρώμα του καλογυαλισμένου ξύλου, πιο σκούροι από το κάστανο, πιο ανοιχτόχρωμοι από τον έβενο. Σαν να βυθιζόταν σε σκοτεινά νερά. Όπως όταν ήταν παιδί και βουτούσε στον Ωκεανό μαζί με τα ξαδέλφια του κοντά στο υποστατικό του παππού του. Θυμήθηκε πώς αναζητούσε τότε τον βυθό, να κλείσει λίγη άμμο μέσα στις χούφτες του για να μπορέσει να αποδείξει αργότερα πως έφτασε βαθύτερα από τους άλλους. Πώς στέρευε κάθε φορά η ανάσα του κι όμως δεν εγκατέλειπε την προσπάθεια για να μην ηττηθεί…

Μόλις ακούστηκε η θύρα του υπνοδωματίου να ανοίγει απότομα, μια μικρή τρομαγμένη κραυγή βγήκε από το στόμα της Άλμα. Αυτός ήταν ήδη όρθιος, το λυγερό του σώμα είχε τιναχτεί πιο γρήγορα κι από κυρτωμένο έλασμα που άξαφνα αφήνεται ελεύθερο. Είχε το σπαθί του στο χέρι και για μια στιγμή κράτησε την ανάσα του, βέβαιος πως θα αναγκαζόταν να αθετήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στη γυναίκα που αγαπούσε. Η Άλμα επιθυμούσε να μη μονομαχήσει ο Χανσίκο ποτέ με το σύζυγό της, να μην τον σκοτώσει – δεν έφταιγε εκείνος που οι δυο τους είχαν γνωριστεί πολύ αργά και δεν είχαν καταφέρει να ενώσουν τις ζωές τους νόμιμα, μόνιμα και δημόσια.

Μα στο κατώφλι δε στεκόταν ο απατημένος υποκόμης Αρνάντο. Μόνο ο Ρουίς, ο εσκουέρο του Χανσίκο, προσωπικός υπηρέτης και μαθητής του.

Το μελαχρινό αγόρι δεν ένιωσε έκπληξη βλέποντας ατημέλητα τα κορακίσια μαλλιά που λυτά έπεφταν στους ώμους του άντρα, βαριά από τον ιδρώτα. Δεν απέστρεψε το βλέμμα του από ντροπή στη θέα του γυμνού σώματος. Είχε μοιραστεί αρκετές φορές το κρεβάτι του αφέντη και δασκάλου του. Ήταν έθιμο παλιό – από την εποχή τον πολεμάρχων ακόμα, που έπαιρναν ομήρους τους γιους των εχθρών τους – να διδάσκει κάθε γενιά την επόμενη. Να της μαθαίνει κάθε τέχνη απαραίτητη στον άντρα· τέχνες της διακυβέρνησης, της μάχης και του έρωτα.

«Συγνώμη για την ενόχληση» είπε ο μικρός. «Μα είναι αληθινά απαραίτητη η παρουσία σας αμέσως τώρα».

Ο Χανσίκο ήταν ευέξαπτος και το ξάφνιασμά του είχε μετατραπεί σε οργή, αφού δεν έβρισκε άλλη διέξοδο. Μα ο Ρουίς ήταν καλό παιδί, έξυπνο και υπάκουο και ποτέ δεν του είχε δώσει αφορμή για τιμωρία. Ανήκε στη νέα γενιά των εσκουέρο. Δεν ήταν παιδί ευγενών, το είχαν αρπάξει οι Καναΐτες σε κάποια επιδρομή τους, αφού είχαν σφάξει τους γονείς του. Περατινοί δουλέμποροι το είχαν φέρει πίσω στην πατρίδα του, ξέροντας πως οι Νανταρινοί θα πλήρωναν όσο-όσο για να το γλιτώσουν από τη σκλαβιά σε κάποια ξένη χώρα. Αν το αγόρι ολοκλήρωνε τη μαθητεία του με επιτυχία, μπορούσε να αποκτήσει κάποιο σημαντικό αξίωμα στο μέλλον, ίσως κι έναν κατώτερο τίτλο. Δε θα διακινδύνευε να χάσει τέτοια μοναδική ευκαιρία για μια ανοησία.

Ο κόμης ένευσε και φόρεσε βιαστικά το παντελόνι του. Ξυπόλυτος ακόμη, δίχως ν’ αφήσει το όπλο του στην άκρη, ακολούθησε το παιδί που είχε βγει έξω στο διάδρομο. Το βρήκε να στέκει στο πλάι ενός συνομήλικού του, ενός ακόμη σκλάβου από το ίδιο περατινό φορτίο. Είχε κι εκείνο το αγόρι αγοραστεί, απελευθερωθεί και υιοθετηθεί ως εσκουέρο, από τον ίδιο το βασιλιά. Μα κανείς δεν ήξερε από πού ακριβώς καταγόταν. Είχε μαλλιά πολύ κατσαρά, σαν των Καναϊτών, κι όμως κατάξανθα σαν τον Νταετών που ζούσαν βόρεια της Ναντάρ. Τα μαύρα μάτια του ήταν τρομερά και όμορφα συνάμα, όπως ξεχώριζαν στο χιονόλευκο πρόσωπό του.

Δε θα γινόταν ποτέ άξιος πολεμιστής ή ηγέτης. Ήταν ντροπαλό, λεπτό κι αδύναμο κι η φωνή που έβγαινε από τα ροδένια χείλη του μπορούσε να συγκριθεί μόνο με των αηδονιών. Όμως ο ηγεμόνας είχε πριν χρόνια βρει τη σύζυγό του μέσα στην αγκαλιά του εραστή της. Είχε νικήσει στη μονομαχία που ακολούθησε, μα είχε βγει σημαδεμένος στο πρόσωπο και στην ψυχή. Ο Ινέγο ο Ωραίος είχε καταντήσει Ινέγο ο Μισογύνης και δεν ήθελε καμιά γυναίκα κοντά του πια. Ο θεσμός του εσκουέρο ήταν γι’ αυτόν μόνο και μόνο μια δικαιολογία για να έχει κάθε τόσο καινούριο όμορφο αγόρι στο πλευρό του, σε μια σχέση που προσέφερε σ’ αυτόν απόλαυση και στο κάθε παιδί απολύτως τίποτε. Πολλοί ευγενείς, πωρωμένοι από τη φρίκη του πολέμου και μαλθακοί από τον όγκο των λάφυρων, δεν είχαν καμιά αντίρρηση να τον μιμηθούν.

Ο Ρουίς κι ο φίλος του έπεσαν μαζί στα γόνατα, στη στάση του ικέτη. Το ξανθό αγόρι έτρεμε, έμοιαζε ανίκανο να μιλήσει. Ποιος ξέρει τι είχε δει εκείνη τη νύχτα, τι είχε υποστεί. Ήταν κοινό μυστικό πως ο Ινέγο γινόταν κάθε μέρα και σκληρότερος.

«Έλεος» ανέλαβε ο Ρουίς να σπάσει τη σιωπή. «Δώσε άσυλο στον κατατρεγμένο, αφέντη».

Ο Χανσίκο έτριψε το σαγόνι του κι έριξε μια κλεφτή ματιά προς την Άλμα που είχε προβάλει στη θύρα του υπνοδωματίου, κρύβοντας το σώμα της με το μεταξωτό σεντόνι. Δεν ήξερε αν έπρεπε να αψηφήσει το βασιλιά, παλιό του συμπολεμιστή και άξιο ηγέτη. Γιατί είχε επιλέξει να έρθει στη δική του έπαυλη ο μικρός φυγάδας; Επειδή ήταν φίλος με τον Ρουίς από τις δύσκολες ώρες της αιχμαλωσίας; Επειδή ο ίδιος ο κόμης ήταν από τους πιο όμορφους άντρες στη χώρα κι αυτό έκανε τους άλλους να τον εμπιστεύονται; Ο Χανσίκο ήθελε να πιστεύει πως υπήρχε πιο σημαντικός λόγος. Όλοι ήξεραν πως επωμιζόταν τις ευθύνες του με ευσυνειδησία. Μαζί με τη δύναμη που του έδινε ο τίτλος του, μαζί με την εξουσία, είχε και την υποχρέωση να φροντίζει τους κατώτερους, να τους προστατεύει. Το πίστευε ειλικρινά.

«Έλεος» είπε και το ξανθό αγόρι, σαν αδύναμη ηχώ του Ρουίς.

Ο Χανσίκο δεν πρόφτασε να απαντήσει, δεν πρόφτασε να αποφασίσει καν. Άκουσε φωνές από το ισόγειο και κλαγγές και τον κρότο από ξύλο που σπάει. Έτρεξε και στάθηκε στο κεφαλόσκαλο, μεγαλοπρεπής όπως οι φλόγες από τους δαυλούς φώτιζαν το ακόμη γυμνό από τη μέση και πάνω σώμα του, όπως η λάμψη τους αντανακλάτο από τη λεπίδα στο χέρι του. Αντίκρισε πολεμιστές που συγκρούονταν, δικούς του άντρες και αρματωμένους στρατιώτες της βασιλικής φρουράς που είχαν εισβάλει στο χώρο. Κάποιοι είχαν πιαστεί στα χέρια, κάποιοι είχαν πέσει, κάποιοι έκαναν κύκλους για να βρεθούν σε στρατηγικά ευνοϊκή θέση.

Και στο κέντρο, πάνω στον κόκκινο τάπητα που τον είχε κάνει ακόμα πιο κόκκινο το χυμένο αίμα, δέσποζε ο μαυροντυμένος στρατηγός Ζικάρ. Ψηλός, χλωμός, με καλοξυρισμένο πρόσωπο, με τα ξανθά μαλλιά του σε κοτσίδα δεμένη χαμηλά στον αυχένα, όπως συνηθιζόταν στην πατρίδα του τη Νταέτια. Εκείνος ο άντρας ήταν από τους πιο μισητούς ανθρώπους σε όλη τη Ναντάρ. Όχι μόνο επειδή ήταν ο εκτελεστής του βασιλιά, το σιδερένιο χέρι που μοίραζε τις ποινές που κανείς ντόπιος δε θα τολμούσε να επιβάλει στους συμπατριώτες του. Αλλά και ακριβώς επειδή ήταν ξένος, επειδή δεν ανήκε σε κάποια βαθμίδα της νανταρινής κοινωνίας, δεν προσποιούνταν καν πως ασπαζόταν τα ιδανικά και τις αρχές των ανθρώπων που τον φιλοξενούσαν. Κι ακόμη περισσότερο επειδή ήταν ίσως ο καλύτερος ξιφομάχος σε ολόκληρη τη χώρα και οι ευγενείς τον ζήλευαν και τον φοβούνταν.

Ο Χανσίκο δεν κοίταξε πίσω του προς το παρόν. Με ένα νόημά του, οι υπηρέτες θα οδηγούσαν την Άλμα έξω δίχως να τη δει κανείς. Δεν έπρεπε να τη βρουν εκεί όταν θα έψαχναν την έπαυλη για να ξετρυπώσουν τον φυγάδα. Μα ο κόμης ένιωθε πως στεκόταν σε ένα σταυροδρόμι και αδυνατούσε να δει που οδηγούσε κάθε μονοπάτι που ανοιγόταν μπρος του. Μπορούσε να κάνει κι ένα δεύτερο νόημα, να χαθεί και το ξανθό αγόρι μέσα στη νύχτα χωρίς να το βρουν οι διώκτες του. Μπορούσε να επικαλεστεί τον τίτλο του, να απαιτήσει να σεβαστούν το άβατο της οικίας του, το πόσο μεγάλος ήρωας ήταν και πόσο θα εξοργιζόταν ο λαός αν τον προσέβαλαν. Μπορούσε ακόμη και να απαιτήσει εξηγήσεις από τον Ζικάρ για όσα είχαν ήδη συμβεί. Πολύ καιρό ήθελε να αναμετρηθεί μαζί του, να βρει μια αφορμή να δείξει πως δεν ήταν δυνατόν ένας ξένος να είναι καλύτερος από τους κορυφαίους μαχητές της Ναντάρ. Όμως το κορμί του κόμη ήταν ακόμη χαυνωμένο από τον έρωτα κι ο στρατηγός είχε στη μέση του κρεμασμένη τη νταετίκα, τον μικρό πέλεκυ που εκτόξευε πριν τραβήξει το σπαθί του. Ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος, ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση.

Ή μήπως έπρεπε να ενεργήσει με σύνεση ο Χανσίκο;

«Ο βασιλιάς έχασε το παιχνίδι του» είπε ο Ζικάρ με τη βαριά ξενική προφορά του κι η βροντερή φωνή του έκανε τις αψιμαχίες γύρω του να καταλαγιάσουν. «Απαιτεί να του δώσεις το δικό σου».

Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010

Άπνοια

Με το ένα και με το άλλο, έχουμε φτάσει στον Αύγουστο, τον μήνα που δεν κυκλοφορούν νέα βιβλία κι οι υπάλληλοι των εκδοτικών οίκων μπορούν επιτέλους να πάνε διακοπές (εκτός από τους πωλητές, που ήδη προωθούν βοηθήματα και άλλα σχολικά για το φθινόπωρο). Πράγματι, αν και είναι μια περίοδος που διαβάζονται πολλά βιβλία, δεν αγοράζονται καινούρια. Όλοι πιάνουμε αυτά που έχουμε συσσωρεύσει κατά τη διάρκεια της χρονιάς και δεν είχαμε νωρίτερα την ευκαιρία να ασχοληθούμε μαζί τους, εκείνα που μας δανείζουν φίλοι ή εκείνα που αγοράσαμε τον Ιούνιο για όλο το τρίμηνο.

Σχετικά με το δικό μου βιβλίο, η μόνη εκκρεμότητα που είχε απομείνει τον Ιούλιο ήταν κάτι μικροδιορθώσεις στο εξώφυλλο (είναι εξαίρετο κι ελπίζω πως σύντομα θα το έχω τελειωμένο για να σας το δείξω εδώ). Ήταν τόσο ελάχιστη η δουλειά αυτή, ώστε πιστεύω πως θα έχει γίνει εδώ και μέρες. Οπότε, δεν υπάρχουν πλέον τεχνικοί λόγοι καθυστέρησης. Ο τυπογράφος μπορεί να πιάσει δουλειά και από Σεπτέμβρη να κυκλοφορήσει το "Κοράκι", μόλις κρίνει ο οίκος ότι η περίοδος είναι η κατάλληλη για την προώθησή του.

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Στιγμή 8

Συνεχίζουμε να ρίχνουμε ματιές μέσα στο μυαλό των χαρακτήρων του βιβλίου. Όπως είχα πει, τα επόμενα κείμενα θα ασχοληθούν με τους «κακούς». Ο σημερινός, την εποχή που διαδραματίζεται το «Κοράκι σε άλικο φόντο», είναι ένας από τους ισχυρότερους άντρες στη Βασιλεία Αιγλωέων. Πώς ήταν, όμως, στα νιάτα του;

Πορφύριος

Ο υπηρέτης με το φαγητό, ακόμη δεν έχει φανεί κι η πείνα δεν άφηνε τον Πορφύριο να συγκεντρωθεί. Σηκώθηκε εκνευρισμένος και πλησίασε τα μεγάλα παράθυρα. Η θαλασσινή αύρα ήρθε και χάιδεψε απαλά το πρόσωπό του. Το μέγαρο ήταν το ψηλότερο κτήριο έξω από το Σεπτό Παλάτι και το δικό του γραφείο βρισκόταν ακριβώς δίπλα στου Έπαρχου, γωνιακό. Κοίταξε στο βάθος, δυο περατινά πλοία που έκαναν ελιγμούς για να προσεγγίσουν τις αποβάθρες. Κοίταξε και χαμηλά στο λιμάνι, το ανθρωπομάνι που ερχόταν κι έφευγε, που αγόραζε και πουλούσε, που απλά ρέμβαζε. Αλλά ο Πορφύριος δεν είδε τίποτε. Το μυαλό του ήταν αλλού. Η κούραση έκανε όλη την πικρία και την απογοήτευσή του να βγουν στην επιφάνεια.

Το πρωί, στον διάδρομο, είχε ακούσει τους υφισταμένους του να τον κακολογούν. Αν δεν ήταν άκληρος ο Έπαρχος και δεν τον είχε ανιψιό, δε θα είχε τέτοιο αξίωμα τόσο νέος! Ποιο αξιώματα; Ούτε εργάτη δεν θα τον είχαμε εδώ μέσα! Μόνο αυτό είχαν να πουν όλοι στην πρωτεύουσα, από τον Μέγα Λογοθέτη ως τον τελευταίο γραφέα: ο Πορφύριος ο νεότερος είναι ανιψιός του Πορφύριου του πρεσβύτερου, το μόνο του προσόν. Κανείς δεν κοίταζε αν έφευγε κάθε μέρα βράδυ από γραφείο του, κανείς δεν σκεφτόταν πως η Περιφέρεια λειτουργούσε καλύτερα όσο αυτός αποκτούσε πιο πολλές αρμοδιότητες, κανείς δεν έδινε σημασία στις τόσες γνωριμίες και διασυνδέσεις που είχε αποκτήσει ανάμεσα στα σημαντικά πρόσωπα της Αυλής.

Ο άνεμος είχε πέσει, τα πανιά των δυο πλοίων είχαν κρεμάσει σαν μισοξηλωμένα παραπετάσματα, σαν σακουλιασμένο δέρμα.

Ο Πορφύριος αναστέναξε. Πού ήταν η ισχύς που έπρεπε να συνοδεύει τη θέση του; Πού ήταν όλη αυτή η αίγλη που θαύμαζε στα παιδικά του χρόνια, η χρυσή άλως σεβασμού που έμοιαζε να συνοδεύει τον θείο του; Γιατί αυτόν δεν τον χαιρετούσαν όλοι στον δρόμο, δεν του έκαναν υποκλίσεις, δεν τον καλούσαν σε όλες τις δεξιώσεις και τις εσπερίδες; Γιατί δεν λειτουργούσε σαν αφροδισιακό η εξουσία του, δεν έλκυε τις γυναίκες στην αγκαλιά του;

Ίσως έφταιγε και το βάρος του. Πάντα είχε μια τάση να παχαίνει, τώρα την επιδείνωναν τα τσιμπολογήματα στο γραφείο, η καθιστική εργασία, το άγχος. Κι εδώ ένα ασήμαντο ελάττωμα που υπερκάλυπτε τόσες αρετές. Τις πλούσιες μπούκλες του. Το μουστάκι που τόσο φρόντιζε. Τα ενδύματα από το πιο ακριβό μετάξι και τους καλύτερους ράφτες. Το χρυσάφι που σκόρπιζε απλόχερα όταν–

Ακούστηκε ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χτύπημα.

Ο Πορφύριος στράφηκε απότομα, έτοιμος να επιπλήξει τον υπηρέτη του. Η θύρα άνοιξε απότομα κι αντίκρισε μια γυναίκα. Διστακτικά, η άγνωστη πέρασε μέσα δίχως να περιμένει πρόσκληση. Αμέσως έγινε κατακόκκινη, χαμήλωσε το βλέμμα και έκλεισε τη θύρα πίσω της. Εντελώς αθόρυβα, σαν φοβισμένη γάτα.

Ήταν μια πολύ εντυπωσιακή γυναίκα, νεαρή∙ σχεδόν κορίτσι. Ψηλή – ίσως ένα κεφάλι ψηλότερή του – με σταρένιο δέρμα, μακριά ίσια μαλλιά στο χρώμα του μελιού, μεγάλα γαλανά μάτια. Υγρά μάτια, θλιμμένα, ικετευτικά. Τα φτωχικά ενδύματά της ήταν σεμνά, φαρδιά, ως και τα μανίκια κατέβαιναν στη μέση της παλάμης. Κι όμως, η κίνησή της, είχε δώσει στον Πορφύριο την αίσθηση της λυγερής χάρης, των θηλυκών γραμμών και καμπυλών. Ένιωσε έξαψη στη θωριά της, ένα ρίγος.

Εκείνη πήρε βαθιά ανάσα, αναζητώντας θάρρος.

«Πήρα το θάρρος να σε επισκεφτώ, κύρη», είπε βιαστικά, πνιγμένα, «γιατί είσαι νέος, θυμάσαι τι είναι ο έρωτας».

Συνέχισε μονοκοπανιά, να προλάβει πριν ο αέρας αδειάσει από πνευμόνια της, ένωσε τις λέξεις σε μία:

«Είμαι ορφανή, παραδουλεύτρα στο υποστατικό του Έπαρχου, λογοδοσμένη μ’ έναν από τους φρουρούς του. Θέλει να τον στείλει στον πόλεμο, να σκοτωθεί, για να μ’ έχει δική του. Είσαι δικός του άνθρωπος, συγγενής, μπορείς να του αλλάξεις γνώμη, να μας γλιτώσεις αν το θες».

Ύστερα, βουβάθηκε ξαφνικά. Το ήξερε πως είχε δείξει μεγάλο θράσος, πως είχε υπερβεί τα όρια. Αναρωτιόταν κι η ίδια πως είχε τολμήσει να τα πει όλα αυτά, αναρωτιόταν τι συνέπειες έπρεπε να υποστεί.

Ο Πορφύριος ένιωσε το στόμα του στεγνό. Είχε απέναντί του αυτήν την καλλονή που κρεμόταν από το στόμα της, που ένιωθε την ανάγκη να της κάνει οποιαδήποτε χάρη για να την δει να χαμογελάει. Μόνη της εκεί, δίχως τη συνοδεία κάποιας γηραιάς θείας ή τροφού, δίχως να την περιμένει κάποιος στο σπίτι. Σκέφτηκε να πάει στο πλευρό της, να δηλώσει τη στήριξή του, να της χαϊδέψει το λευκό της χέρι παρήγορα. Από την άλλη, είχε το θείο του, που αποδεικνυόταν λίγος, πενιχρός στα στερνά του. Ήταν αυτός που τον είχε αναδείξει, τον είχε υιοθετήσει σχεδόν, του είχε προσφέρει όσα είχε – ας ήταν άξιος να τα κατέχει, χωρίς τον Πορφύριο τον πρεσβύτερο, δεν θα τα είχε γνωρίσει ποτέ. Κι αν έρχονταν αντιμέτωποι, αν τα πράγματα έφταναν στα άκρα, το σκάνδαλο θα κατέστρεφε τον γέρο ολοκληρωτικά.

Το δίλλημα ήταν μεγάλο, το μεγαλύτερο που είχε συναντήσει ως τότε στη ζωή του.

Μπορούσε να κάνει υπομονή, να μη φανεί άπληστος σαν τον θείο του, να δρέψει με το καλό το μπουμπούκι που είχε μπρος του μια και μόνη φορά, αντί να το θελήσει μόνιμο στολίδι στο κρεβάτι του. Με αντάλλαγμα, τη βοήθεια που του ζητούσε. Ή να δείξει πως ήταν έτοιμος, πως δεν ήταν νωρίς, πως δεν ήταν απλά ένας ανιψιός. Να απαιτήσει να παραιτηθεί ο Έπαρχος και να τον χρίσει αντικαταστάτη του. Εκτός αν ήθελε να διαπομπευτεί δημόσια.

Έπρεπε να ηρεμήσει, να σκεφτεί λογικά, να επιλέξει ορθά. Να ζυγίσει προσεκτικά τα ‘επιθυμώ’ και τα ‘μπορώ’.

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

Βλέπω στεριά!

Τον φάγαμε τον γάιδαρο, το Κοράκι απλώνει τα φτερά έτοιμο για πτήση.

Χθες ήμουν στα γραφεία των εκδόσεων Πατάκη, για τις τελευταίες λεπτομέρειες. Οριστικοποιήθηκε ο Μάιος ως μήνας κυκλοφορίας, μίλησα και με κάθε είδους υπεύθυνους, σε όλα τα στάδια και τα επίπεδα από τα οποία περνά ένας τίτλος. Είδα λίγο και τους φρενήρεις ρυθμούς που χρειάζονται για να κυκλοφορούν βιβλία το ένα μετά τον άλλο, όλο το έτος. Τα τηλέφωνα να χτυπάνε, συγγραφείς και γραφίστες να μπαινοβγαίνουν ο καθένας για το θέμα του, ώρες και ώρες δουλειάς να κρύβονται πίσω από τις σελίδες που φτάνουν στα χέρια μας.

Στον πολύ θετικό απολογισμό της ημέρας, σημειώνω και μια σύντομη συνάντηση με τον κύριο Φίλιππο Μανδηλαρά, ο οποίος μάλιστα έχει την εποπτεία σε κάποια θέματα του βιβλίου μου. Τον είχα ακουστά σαν άνθρωπο που αγαπά τη φαντασία (με όσο ευρύ θέλετε, τον ορισμό), αλλά αυτό ακούγεται πολύ ξερό και λίγο τώρα που τον ειδα από κοντά. Για όσους δεν το έχουν υπόψη, είναι ο συγγραφέας (μεταξύ άλλων) των Μπανανόψαρων και της Νίκης.

Τέλος, γνώρισα και τον εικονογράφο που θα δημιουργήσει το εξώφυλλο, τον Γιώργο Ναζλή, με τον οποίο καταλήξαμε σε μια ιδέα εργασίας. Αναμείνατε στο ακουστικό σας για το αποτέλεσμα.


Κι ένα δωράκι για όσους είχατε την υπομονή και παρακολουθήσατε το ιστολόγιο ως εδώ.



Ο χάρτης του Ozzo που δείχνει το μέρος της Πλάσης που είναι γνωστό στους Αιγλωείς. Η εικόνα είναι πολύ απλοποιημένη σε σχέση με το αυθεντικό καλλιτέχνημα, όπως θα παρουσιαστεί στο βιβλίο για να είναι αναγνώσιμη σε μέγεθος δυο σελίδων 14x21 (δείτε ένα δείγμα από το πλήρες έργο εδώ). Ουσιαστικά μόνο οι ακτογραμμές φαίνονται και μάλιστα στο βιβλίο θα είναι μονόχρωμη η εκτύπωση. Αλλά αρκεί για να πάρετε μια ιδέα και να απαντηθεί η συνήθης ερώτηση: "Πώς είναι ο κόσμος σου;"

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Οπισθόφυλλο

Όσο πλησιάζει η μεγάλη ώρα της κυκλοφορίας, τόσο περισσότερα άτομα με ρωτούν για θέμα του βιβλίου. Δε λέω πολλά και μοιάζω αναίτια μυστικοπαθής, αλλά η αλήθεια είναι απλή. Με τόσους χαρακτήρες που περιέχει το κείμενο, τόσες "διχάλες" στην πλοκή και τόσα θέματα που προσπάθησα ν' αγγίξω, αδυνατώ να συνοψίσω το βιβλίο χωρίς να πλατειάσω και χωρίς ν' αποκαλύψω κάποιες σημαντικές ανατροπές.

Πάντως έφτασα η ώρα που έτρεμα και βρέθηκα αναγκασμένος να γράψω το κείμενο για το οπισθόφυλλο, ένα από τα πιο σημαντικά δολώματα για τον αναγνώστη, ίσως το κριτήριο με το οποίο θ' αποφασίσει αν θα πάρει μαζί του στο ταμείο το βιβλίο που σήκωσε από το ράφι.

Έκοψα, έραψα, συμβουλεύτηκα φίλους και τελικά υπέβαλλα πριν πέντε λεπτά το κείμενο που ακολουθεί. Ίσως γίνουν κάποιες μικροαλλαγές από τον εκδότη, αλλά χοντρικά το παρακάτω θα δείτε στο οπισθόφυλλο και ελπίζω να είναι κάπως κατατοπιστικό.


Για όλα τα έθνη βόρεια του Ωκεανού, η Βασιλεία Αιγλωέων είναι συνώνυμη με τον πολιτισμό και τον πλούτο, με την πολιτική και τη στρατιωτική ισχύ. Μια θρησκευτική έριδα, όμως, ξεσκεπάζει την παρακμή στην οποία έχει περιέλθει, δίνοντας πρόσφορο έδαφος στους εχθρούς που καραδοκούν. Προδοσίες και ραδιουργίες, ασταμάτητες στρατιές, βλάσφημα ξόρκια, στοιχειά και τέρατα, απειλούν να διαμελίσουν τη χώρα.

Σ’ ένα απομονωμένο μοναστήρι, ο Φιλάρετος μεγαλώνει μέσα σε κλοιό από προστατευτικά ψεύδη. Στα πεδία των μαχών, ο Αργυρός ανδραγαθεί για δυο δεκαετίες. Στη διεφθαρμένη Αυλή, ο Σεβαστιανός είναι πρώτος μεταξύ ίσων μια ολόκληρη ζωή.

Δίχως πλήρη εικόνα του κινδύνου, δίχως να γνωρίζονται καν, ο καθένας τους πράττει ό,τι θεωρεί σωστό. Ίσως μπορούν να σώσουν τους Αιγλωείς, αν επιτύχουν τους στόχους τους…

…και οι τρεις ταυτόχρονα.

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Οι Περιφέρειες - Νεάπολης

Η Περιφέρεια Νεάπολης είναι σχεδόν ταυτόσημη με την ίδια τη Νεάπολη. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών και κωμοπόλεων πηγαινοέρχονται τόσο συχνά στην πρωτεύουσα για δουλειές, ώστε είναι σχεδόν κι αυτοί μέρος του πληθυσμού της. Οι κάτοικοι της μακράν μεγαλύτερης πόλης της γνωστής Πλάσης, είναι ένα πλήθος, υπερήφανο για τη δύναμη που του δίνει ο αριθμός των μελών του, η ποικιλομορφία του κι η αστική του παράδοση. Κυκλοφορούν αμέτρητες ιστορίες, παραμύθια και μύθοι, ακόμη και παροιμίες, με πρωταγωνιστές τον Πρώτο Αυτοκράτορα και τους συνεργάτες του, σε βαθμό αυτά τα πρόσωπα να έχουν χάσει κάθε ιστορικότητα και να έχουν μετατραπεί σε αφηγηματικά αρχέτυπα.

Το χρυσό το μήλο
(παραμύθι που λένε οι ζητιάνοι)


Ο Πρώτος Αυτοκράτορας, που λέτε, έβγαινε από το Παλάτι κάθε τόσο με το χρυσό φορείο του που το κουβανούσανε δέκα υπηρέτες στους ώμους τους. Ήθελε να βλέπει την πόλη που είχε φτιασμένη και να τη θαμάζει, τι είχε ν’ αφήσει πίσω να τον σχωρνάνε οι κατοπινοί ως τα σήμερα κι ακόμα. Δέκα χρόνια γυρνούσε, κι ακόμη δεν την είχε δει όλη, τόση που είναι.

Μια μέρα, είπε να δει και πώς ζούμε κι εμείς οι παρακατιανοί και πήρε να κατεβαίνει την Κωπαϊνή. Ότι έφτασε εδώ δίπλα, στην Κρήνη του Κυριανού και είδε τους ζητιάνους του παλιού καιρού, μαύρισε η ψυχή του. Τι να την κάμει μετά τη μαρμαρένια κόρη στην Κρήνη, άμα έχει και τόση ασκήμια γύρω; Ποιος θα γυρνάει να την κοιτάξει, αντί να κλείνει τα μάτια και να περνάει στα γρήγορα;

«Μη στεναχωριέσαι διόλου», του λέει ο Έπαρχος που ήτανε μαζί του στο φορείο. «Να στους διώξω εγώ όσο να πεις κύμινο. Τι κατάλαβες τόσον καιρό που δε με άφηνες; Τώρα τους είδες και με τα μάτια σου κι ησύχασες».

Ύστερα, ο Πρώτος Αυτοκράτορας έκαμε ένα φεγγάρι να φανεί από το Παλάτι, όπως τον είχε ορμηνεμένο ο πονηρός ο Έπαρχος. Έπιασε κι έλεγε ο κόσμος πως αρρώστησε ο κύρης μας και φέρνανε γιατριές και μαντζούνια και καταπότια, μα δεν τον έπιανε τίποτα. Και κρέμασε ο κόσμος μαύρα πανιά στα παναθύρια, πένθος πριν καν πεθάνει ο άνθρωπος. Ώσπου στο τέλος μαθεύτηκε η αλήθεια από μια μαγείρισσα πολύ κουτσομπόλα, που δεν κρατιότανε να μη βάλει ξόμπλια για κανένανε και για τίποτις. Είχε, λέει, βγάλει ο Αυτοκράτορας μιαν άσπρη τρίχα κι είχε πέσει να πεθάνει από το κακό του που γέρναγε και είχε να βρίσκει μόνο κακά κι αρρώστιες πια.

Κι αφού όλοι οι καλοστεκούμενοι γερόντοι πήγανε στο Παλάτι και του είπανε τι τρώγανε και πόσο και τι άλλο κάνανε κι ήτανε κοτσονάτοι, στο τέλος ήρθε κι ένας σοφός από τα μέρη των Δηωτών που ήτανε, λέει, χίλιω χρονώ. Ψόματα, ντε. Ήτανε ο Έπαρχος, βαμμένος με καπνιά και μια τουλούπα μπαμπάκι για άσπρα γένια. Τους έβαλε αυτός στο νου πως είναι λέει μια μηλιά σε άγριους τόπους, και βγάνει χρυσά μήλα μια φορά στα χίλια χρόνια κι όποιος τον φάει τον καρπό της, θα μείνει νέος ως τα στερνά του κι αρρώστια δε τον ξαναρίχνει στο στρώμα. Μόνο για να το βρει το δέντρο άνθρωπος, πρέπει να μην είναι γερός, να ‘χει κάτι να γιατρευτεί.

Όσο να πεις κύμινο, όλοι οι αναπήροι βρεθήκανε όξω από τις πύλες. Άλλοι γιατί τόσο τους έκοβε, ότι αυτοί τάχα θα σώνανε τον Αυτοκράτορα, άλλοι κανακεμένοι με φλουριά κι άλλοι σπρωγμένοι με το ζόρι, με το κοντάρι στην πλάτη. Πήρανε όλοι μαζί τη Βασιλική Οδό, κουτσαίνοντα, σκουντουφλόντα, σέρνοντα, όπως μπορούσε ο καθείς. Μερικοί πάει καλιά τους, δεν ήταν για τίποτις άλλο από διακονιά. Άλλοι κουτσοβολεύανε καμιά δουλίτσα και σταθήκανε στα χωριά που συναντάγανε κι άμα ξεμάθανε το καθισό μπορέσανε και παντρευτήκανε και ξεκινήσανε ζωή καλή. Άλλοι-παράλλοι, πάλι, αποκάμανε και ξαναπιάσανε τη ζητιανιά, αλλά σε καινούριο τόπο πια. Καλώς-κακώς, την ξέμαθε τη φάρα μας η Νεάπολη εκείνα τα χρόνια.

Λίγοι φτάσανε και σε ξένους τόπους και κάμανε καλά ή άσκημα, κατά τον κόσμο που ζούσε σ’ εκείνα τα μέρη. Στο τέλος δεν είχε μείνει άνθρωπος να ρωτάει πια για το δέντρο με τα χρυσά τα μήλα, μονάχα τέσσαροι που είχανε πιάσει φιλία, ένας στραβός, ένας λωλός, ένας κουτσός κι ένας κουφός. Αυτοί άλλο τίποτις καλύτερο δεν είχανε βρει να κάμουνε στο δρόμο και δε σταθήκανε πουθενά, αλλά και κακό δεν τους είχε βρει, μιας και βοηθάγανε ο ένας τον άλλο. Με υπομονή, με καλή οικονομία, με κουβέντα, τα καταφέρανε και φτάσανε ως το Ραδινό, που ξεκινάνε τόποι απολίτιστοι.

Εκεί ήτανε ένας βαρκάρης που πέρναγε τον κόσμο απέναντι στο ποτάμι. Κι οι αναπήροι βρήκανε μπροστά τους παλικάρια. Ήτανε αρχοντόπουλα στους τόπους τους κι είχανε αποφασίσει ο καθένας να βρει το χρυσό το μήλο για τον βασιλέ του, σαν ακούσανε για δαύτο. Έτσι, θα τους ιστορούσανε σε τραγούδια, θα καλοπαντρευότανε, θα τους λούζανε στα φλουριά και θα τρώγανε κι οι ίδιοι από το δέντρο, να μείνουμε νέοι ως τα στερνά τους. Κι αφού έπρεπε να είναι λειψοί, είχε ο καθείς κόψει το μικρό του το δαχτύλι.

Αυτοί πλερώσανε και πήγανε απέναντι δια μιας. Οι αναπήροι δεν είχανε μήτε χάλκινο. Ο βαρκάρης σταύρωσε τα χέρια και τους λέει:

«Γιατί να τραβήξω κουπί για τα μούτρα σας; Μην και σας χρωστάω από πουθενά;»

Αποκρίθηκε τότε ο λωλός, που έτρεχε η γλώσσα του πιο μπροστά από το μυαλό του:

«Δε μας χρωστάς, λες; Δεν είσαι γερός του λόγου σου; Δεν είναι και τ’ αδέρφια σου και τα παιδιά σου; Δε θες να κάμει και γερά εγγόνια; Σαν δε γεννιόμαστε εμείς να είμαστε λειψοί, κάποιος άλλος θα ήτανε. Ξέρεις αν ήσουνα εσύ ή οι δικοί σου;»

Δεν έβρισκε τι να πει ο βαρκάρης, δεν το ‘χε ξανασκεφτεί κιόλα, τους φόρτωσε και τους πάει απέναντι. Εκεί είδανε σκοτωμένους σωρό, είχανε ορμήσει οι βάρβαροι στα παλικάρια κι είχανε περαστεί λεπίδι. Όσοι γλιτώσανε, είχανε κρυφτεί στα δάσα και σαν είδανε τους τέσσερις φίλους, πέσανε να ξεπληρώσουν σ’ εκείνους το αίμα. Ο κουφός δεν άκουσε τίποτις να σκιαχτεί, ο κουτσός δεν πρόφταινε να γλιτώσει, ο στραβός δεν ήξερε πού να πάει, ο λωλός πού να πήγαινε μοναχός του; Σαν τους είδανε οι βάρβαροι πως δεν αρχίσανε να τρέχουνε, μήτε και είχανε όπλα στα χέρια, είπανε πως κάτι παραπάνω θα ξέρουνε ετούτοι και δεν τολμήσανε να τους πλησιάσουνε.

«Ας τους», είπανε, «ας μην τους κόψουμε εμείς. Θα τους κόψει ο Δημιουργός όποτε είναι η ώρα τους».

Έτσι, περάσανε κι από κει και φτάσανε σε μια σπηλιά που απόξω στεκότανε μια γριά άσκημη, ψηλή και κοκαλιάρα, με μαλλιά σα σκοινιά.

«Μην ξέρεις από πού πάνε για το δέντρο με τα χρυσά τα μήλα, καλή κυρά;», τη ρωτήσανε.

Εκείνη άναψε ένας φανάρι και μπήκε στη σπηλιά και τους έκαμε νόημα να πάνε ξοπίσω της. Πηγαίνανε-πηγαίνανε, φτάνουνε σε μια κάμαρα μεγάλη σαν παλάτι, γεμάτη πέρα για πέρα και από το πάτωμα ως το ταβάνι με φλουριά. Μες τα φλουριά στεκότανε ένα παιδί όμορφο και ξανθό και τους είπε άμα θέλουνε να τους δώσει από ένα σακί άπατο, να βάλουνε μέσα όσα φλουριά τράβαγε η ψυχή τους. Εκεί λιποψυχήσανε κι είπανε να παρατήσουνε το χρυσό το μήλο, μα το παιδί έπιασε και κύλαγε τα φλουριά στη χούφτα του, να τα δούνε να τα ζηλέψουνε. Οι τρεις σκεφτότανε πως θα κάνανε ζωή χρυσή, γιατί άμα είσαι πλούσιος, κανένας δε σε κοιτάει άμα έχεις ένα χέρι ή ένα ποδάρι. Μα ο στραβός τους πήρε στανικώς να προχωρήσουνε και να προκάμουνε τη γριά που είχε πιάσει και ξεμάκραινε. Σαν τη φτάσανε, τους λέει εκείνη:

«Καλά που δε σταθήκατε, γιατί άμα σκοτεινιάζει, το παιδί γίνεται θεριό που τρώει ανθρώπους. Πριν λίγο στάθηκε ένας Περατινός και τώρα δεν είχε ούτε κοκαλάκι να δείτε».

Λέει κι ο στραβός:

«Τι να σταθούμε. Ψεύτικα ήτανε τα φλουριά. Τα άκουγα εγώ που δεν κουδουνίζανε σωστά, όπως τα χρυσά που ‘χει ο κόσμος στο πουγκί και δε μου δίνει».

Εκεί η γριά τους έπεψε να προχωρήσουνε μοναχοί. Χωθήκανε βαθύτερα στη σπηλιά, πηγαίνανε-πηγαίνανε και βρίσκουνε άλλη γριά άσκημη, αδερφή με την πρώτη. Ετούτη ήτανε χοντρή και ιδρωμένη και αγκομάχαγε με κάθε ανάσα και κάθε βήμα και κάθε λόγο. Τους έδωσε ένα αναμμένο φανάρι και τους είπε:

«Σαν βρείτε μια αδερφή μου που είναι ακόμα πιο κάτω, μην λησμονήσετε να της πείτε

να ξυστρίσει τ’ άλογο το ξεξύστριστο,
το ξεπέταλωτο, το ξεκαπιστρωμένο.
Ν’ αλέσει το κριθάρι το ανάλεστο,
το άλιαστο, το ξαναποκρισαρωμένο.
Και να γανώσει το κακάβι το ξεγάνωτο,
το καλοξεπλυμένο, το καλοξανακολλημένο.


Όπως σας το λέω, έτσι να το πείτε».

Ο λωλός πήρε το φανάρι, έπιασε να μουρμουράει το γλωσσοδέτη της γριάς πάλι και πάλι, σαν το μουρλό το τούμπανο, και έκοψε μπροστά, ξοπίσω κι οι άλλοι. Πιο πέρα, βγήκανε σε ανοιχτό τόπο, ένα δάσο σκοτεινό, στριμωγμένο ανάμεσα σε δυο βουνά, σε μια γούβα σαν αμασχάλη. Είχε νυχτώσει για τα καλά και δίχως το φανάρι, μήτε και θα ξέρανε πού πάνε και πού είν’ το μονοπάτι. Πηγαίνανε-πηγαίνανε κι αρχίσανε κι ακούγανε λύκους ν’ ουρλιάζουνε, όλο και πιο σιμά. Πιαστήκανε χέρι-χέρι και ανοίξανε όσο μπορούσανε το βήμα, μα φτάσανε και βλέπανε κόκκινα μάτια μέσα στα δέντρα.

Λέει τότε ο κουτσός:

«Αμολυθείτε, αδέρφια, και τρέχετε. Ας μείνω εγώ παραπίσω. Άμα είναι να φάει απόψε το κοπάδι, ας φάει ένανε μονάχα, μη μας φάει όλους άδικα».

Στην αρχή δε θέλανε, μα σαν είδανε πως άλλο δε μπορούσε να γενεί, σταθήκανε, τον φιλήσανε σταυρωτά και δώσανε δρόμο. Προχώραγε κι εκείνος όπως-όπως, έβλεπε και δεν έβλεπε στα σκοτάδια, μα δεν ήθελε και να σταθεί να πεθάνει, κι ας μην το ‘λπιζε να γλιτώσει. Εκεί που προχώραγε, βρίσκει ένα παιδί όμορφο με μαλλιά καστανά κι έκλαιγε. Είχε γυρίσει το ποδάρι του όπως έτρεχε και δεν μπορούσε πια να περπατήσει διόλου. Το λυπήθηκε ο κουτσός και το φορτώθηκε στην πλάτη, ας πήγαινε τώρα πιο αργά ακόμα. Λέει, άμα μας φτάσουνε τα θεριά, το πετάω μες τα δέντρα το παιδί και άμα δεν το μυριστούνε, γλιτώνει.

Μόλις σιμώνουνε οι λύκοι κι είπε πάει χαμένος, πηδάει το παιδί χάμω και γίνεται άντρας ολόκληρος. Κάνει μια έτσι με το χέρι του και τα ζώα σταθήκανε και λουφάξανε και δεν τολμάγανε να κάμουνε βήμα.

«Καλά που δε με παράτησες, όπως με είδες», λέει το παλικάρι με τα καστανά μαλλιά. «Θα σε κάνανε μια χαψιά σα σε βρίσκανε μονάχο τα θεριά. Έτσι έκαμε κι ένας Δαετός που πέρασε, είπε ‘ο καθένας ότι είναι άξιος ατός του, ας κάμει’. Και δεν έμεινε από τούτονε τίποτις να σαβανώσει η μάνα του και να κλάψει η αδερφή του».

Τι να πει ο κουτσός; Ευχαρίστησε κι έδωσε να προλάβει τους άλλους. Εκείνοι είχανε φτάσει πέρα απ’ το δάσο, εκεί που άνοιγε δεύτερη σπηλιά στο βουνό και περίμενε δίπλα σε βράχια πεσμένα μια γριά καμπούρα, με μια μύτη κι ένα σαγόνι τόσο γυρισμένα που αγγίζανε μεταξύ τους. Όπως πήγαινε μπρος ο λωλός, πριν προλάβουνε να τη χαιρετίσουνε οι άλλοι, της λέει:

«να ξυστρίσει τ’ άλογο το ξεξύστριστο,
το ξεπέταλωτο, το ξεκαπιστρωμένο.
Ν’ αλέσει το κριθάρι το ανάλεστο,
το άλιαστο, το ξαναποκρισαρωμένο.
Και να γανώσει το κακάβι το ξεγάνωτο,
το καλοξεπλυμένο, το καλοξανακολλημένο».


Του λέει εκείνη:

«Μπράβο, παλικάρι μου. Οι άλλοι κουτσά-στραβά το είπανε και περάσανε. Ο Ελεβός που σκέφτηκε πώς δεν τον ξαναβλέπω και δε με έχει ανάγκη, πήγε να περάσει έτσι και τον πλακώσανε τα βράχια. Εσύ τέλεια και παρατέλεια το είπες, γι’ αυτό θα σου δώσω ορμήνια: τον κουφό βάλτε μπροστά τώρα».

Έτσι κάμανε, και με τον κουτσό πάλι στη συντροφιά τους, χωθήκανε στη σπηλιά. Πηγαίνανε-πηγαίνανε, μισόσβησε το φανάρι τους και πηγαίνανε ψηλαφιστά, ώσπου φτάσανε μπρος σε μια στενή τρύπα και μπροστά της ήτανε ένας σκύλος μεγάλος και μαύρος. Ήτανε δεμένος με αλυσίδα και δε μπορούσε ούτε να χιμήσει, ούτε να φύγει. Μόνο αλύχταγε και έβριζε με ανθρώπινη φωνή και περιγέλαγε τους αναπήρους, πως φτάσανε τέσσαροι ως εκεί γιατί δεν όλοι μαζί δεν κάνουν έναν άντρα σωστό. Κοντά στο σκύλο, ήτανε αφημένο ένα τσεκούρι με μακρύ στειλιάρι. Οι άλλοι είχανε αφρίσει με τα όσα ακούγανε, θέλανε και να περάσουνε, είπανε να σκοτώσουνε το σκυλί. Μα ο κουφός πήγαινε μπροστά και πρόλαβε και πήρε το τσεκούρι πρώτος. Ετούτος δεν είχε ακούσει καμιά βρισιά και έβλεπε και καλύτερα που ήτανε μαθημένος να ‘χει μάτια μοναχά. Δίνει μια καλή μες το σκοτάδι με τη φαρδιά μεριά του τσεκουριού και τον ξαπλώνει κάτω το σκύλο, ζωντανό ακόμα.

Δεν προλάβανε να τον δρασκελίσουνε, ξαναπετάγεται θεριεμένη η φλόγα του φαναριού, φωτίζεται ο τόπος, γίνεται ο σκύλος παιδί όμορφο με μαλλιά μαύρα. Λέει:

«Καλά και τρίκαλα που δεν κάματε καθόλου να με σκοτώσετε. Και να μου δίνατε μία να μου πάρετε το κεφάλι, πάει καλά. Έναν Κουβράτος που πήγε να περάσει, από τα νεύρα του και το κακό του, μου έδωσε μια και δυο και δέκα και με έκαμε κομμάτια κι ύστερα ζωντάνεψα και τον έφαγα. Άιντε τώρα και το ‘βρατε το δέντρο, πιο κάτω είναι. Μόνο ό,τι κάμετε κι ό,τι πείτε, καλά να το στοχαστείτε».

Λίγο ακόμα πήγανε, φτάσανε σε ένα δέντρο τόσο ‘δα, κοκκινωπό, με ένα χρυσό μήλο μονάχα να κρέμεται στα κλωνιά του. Δεύτερο δεν είχε, μήτε φύλλο. Δίπλα στεκότανε μια γριά, αδερφή με τις άλλες τρεις. Ετούτη ήτανε μαυριδερή και ζαρωμένη σα σταφίδα, τόσο που ίσα ξεχώριζε το στόμα της το φτενό μέσα στις άλλες γραμμές στα μούτρα της. Καλοσώρισε τους τέσσαρους φίλους και τους λέει:

«Άτυχοι είσαστε, παιδιά μου. Το χρυσό το μήλο είναι καινούριο, σε χίλια χρόνια θα ξαναγενεί καινούριο. Τόσο κόπο κάματε να φτάσετε, ένας σας θα φάει μονάχα».

Απογοητευτήκανε, το κουβεντιάσανε. Κανένας τους δεν ήθελε να το στερήσει από τους άλλους, ξέρανε πως όποιος γενεί γερός, θα τους καταφρονήσει τους άλλους και δε θα ‘νε φίλοι πια. Έτσι είπανε να το πάρουνε το φρούτο και να το πάνε στον Αυτοκράτορα που το ήθελε από την αρχή και ήτανε και της σειράς του. Μόλις συμφωνήσανε, πάνω στη στιγμή, φτάσανε κι άλλες τρεις γριές και το δέντρο ζωντάνεψε κι έγινε παιδί όμορφο με μαλλιά κόκκινα. Στο χέρι του το δεξί κράταγε το χρυσό το μήλο και το ‘δινε.

«Είστε άξιοι να το πάρετε», τους συντυχαίνει. «Τόσα κάματε σωστά και περάσατε. Άμα λέγατε εσείς να το φάτε το χρυσό το μήλο κι εκεινού που του το τάξατε να μην του πάτε τίποτις, σαν που είπε ο Δάνονας, θα σας πιάνανε οι ρίζες μου και θα σας τραβάγανε ζωντανούς στο χώμα».

Έκαμε ο λωλός ν’ απλώσει το χέρι, μα στάθηκε σα μιλήσανε οι γριές:

«Δεν κάνει να σας το πει το παιδί, μα το χρυσό το μήλο είναι η ζωή του. Άμα μείνουνε γυμνά τα κλωνιά, πάει, σβήνει και χάνεται».

Τέτοιο πράμμα, ούτε να το ακούσουνε οι αναπήροι. Γυρίσανε όπως ήτανε να φύγουνε, όπως είχανε έρθει. Μα πάλι μπροστά τους είδανε το δέντρο, αντί να μείνει πίσω από την πλάτη τους το παιδί. Και τώρα τα κλωνιά του ήτανε βαριά από τον καρπό και κοντεύανε να σπάσουνε. Κι οι γριές είχανε γενεί πανώριες νιες, με χαμηλό το βλέμμα. Ετούτες επιμείνανε και τους ταΐσανε με το ζόρι τα φρούτα, ένα στον καθένα, κι ήτανε γλυκά-ολόγλυκα.

«Τώρα είστε αλήθεια άξιοι», είπε η φωνή του παιδιού που ήτανε δέντρο. «Άμα σαν τον Δηώτη που έφτασε ως εδώ, κι όλα τα άλλα τα έπραξε σωστά, δε σας ένοιαζε ούτε ο εαυτός σας, μα δε σας νοιάζανε κι οι άλλοι για να κάμετε το σκοπό σας, πάλι χαμένοι θα πηγαίνατε και δηλητήριο θα ήτανε το μήλο το χρυσό στ’ αχείλι σας».

Κι έτσι πάψανε να ‘ναι λειψοί οι τέσσαροι φίλοι, γίνανε γεροί και σωστοί στα όλα τους και παντρευτήκανε τις τέσσαρες πανώριες. Μα το χρυσό το μήλο κάνει τους ανθρώπους να ξεχνάνε όλους τους παλιούς πόνους, κι έτσι ξεχάσανε κι εκείνοι τη Νεάπολη και μείνανε στις σπηλιές να φυλάνε το δέντρο με τις γυναίκες τους. Ποιος το ξέρει, μπορεί και ως τα σήμερα κι ακόμα.

Κι ο Πρώτος Αυτοκράτορας που ‘χε αρχίσει πια να γερνάει, μήλο χρυσό δεν έλαβε και πέθανε όπως ο καθείς. Κι άμα πέθανε κι ο Έπαρχος ο πονηρός, ξαναγέμισε η Νεάπολη σιγά-σιγά με ζητιάνους και κρατάει η φάρα μας μέχρι τα σήμερα κι ακόμα.

Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

Τελευταία Νέα

Τέλος και η επιμέλεια πια. Εκκρεμούν η μετατροπή σε φιλμ, το εξώφυλλο (με το κείμενο του οπισθόφυλλου που πρέπει να γράψω ο ίδιος!) και κάτι μικρά τεχνικά θέματα με το χάρτη.

Προφανώς, το βιβλίο δεν κυκλοφόρησε το Μάρτη που είχα γράψει στην τελευταία σχετική ανάρτηση, ούτε και θα προλάβει να βγει πριν το Πάσχα, που είχα αναφέρει σε κάποιες κατ' ιδίαν συζητήσεις. Νέος στόχος, να προλάβουμε την Πρωτομαγιά.

Και για να μην καταντήσω να ακούγομαι σαν τον ψεύτη βοσκό,έχω εμφανιστεί στον κατάλογο Μάρτη-Απρίλη των εκδόσεων Πατάκη για βιβλιοπώλες (σελ 47, δεξιά, χωρίς κωδικό ή τιμή, ακόμη, βέβαια) και, φυσικά, στον έντυπο γενικό κατάλογο εκδόσεων για Μάρτιο-Απρίλιο, για όποιον έχει πρόσβαση. Όπως παρατήρησε ένας φίλος, είμαι ο μόνος Έλληνας στην κατηγορία φαντασίας. Αγχώθηκα.

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Φανταστικοί θεοί

«Δεν υπάρχει τίποτα που να μην το κόβει το ατσάλι», απάντησε ο Κόναν. «Έριξα το τσεκούρι μου στο δαίμονα και δεν πληγώθηκε, μα μπορεί να αστόχησα στο λυκόφως ή ένα κλαδί να το εξοστράκισε. Δεν πάω γυρεύοντας να βρω δαίμονες· αλλά δε βγαίνω κι από το δρόμο μου για να τους αφήσω να περάσουν»
- Robert E. Howard, Πέρα από το Μαύρο Ποταμό, 1935

Η Υβοριανή Εποχή είναι γεμάτη μοχθηρές θρησκείες που απαιτούν φριχτές υπηρεσίες από τους πιστούς τους, όπως ανθρωποθυσίες. Ακόμα χειρότερα, υπάρχουν ένα σωρό ενσαρκωμένοι δαίμονες οι οποίοι δεν περιμένουν υπομονετικά να βρεθεί σάρκα στο βωμό τους: την αρπάζουν μόνοι τους και την καταβροχθίζουν – ή της κάνουν ό,τι άλλο τραβάει η ψυχή τους (θυμηθείτε τον Tsotha-lanti*). Αλλά όντας υλικοί, καταλήγουν κι αυτοί να πέσουν από το σπαθί του Κόναν, όπως κάθε άλλος αντίπαλος. Δε μιλάω για τέρατα που αδαείς άγριοι λατρεύουν ως θεούς, μιλάω για όντα που παρουσιάζονται αντικειμενικά στις ιστορίες ως υπερφυσικής/εξωκοσμικής φύσης.

Οι θεοί της Υβοριανής Εποχής, από την άλλη, αν και η λατρεία τους είναι πολύ πιο διαδεδομένη από εκείνη των δαιμόνων και η ύπαρξή τους αποδεδειγμένη, έχουν μια μάλλον μπλαζέ προσέγγιση. Δεν απαιτούν εντυπωσιακά καλές πράξεις από τους πιστούς τους. Δεν επεμβαίνουν για να εμποδίσουν τα έργα των εξαιρετικά δραστήριων δαιμόνων**. Και σε καμία περίπτωση δεν εμφανίζονται οι ίδιοι. Ο Κόναν αντιμετωπίζει δαίμονες τουλάχιστον στο ένα τρίτο των ιστοριών στις οποίες πρωταγωνιστεί. Αγγέλους και άβαταρ δε συναντά πουθενά.

Θα μπορούσε κανείς να αποδώσει το φαινόμενο στις απόψεις του Howard, σύμφωνα με τις οποίες το Σύμπαν είναι εχθρικό προς τον άνθρωπο, ένα ατίθασο πράγμα που καταστρέφει τους αδύναμους και δαμάζεται από τους ισχυρούς. Εξωτερική βοήθεια δεν είναι ούτε διαθέσιμη, ούτε επιθυμητή από τον αληθινό ήρωα, ο οποίος εμπιστεύεται μόνο το ατσάλι στο χέρι του.

Βέβαια, μια πιο πρακτική θεώρηση λέει πως το όλο θέμα ήταν πρακτική λογοτεχνική επιλογή. Τι ενδιαφέρον θα παρουσίαζαν οι περιπέτειες ενός ανθρώπου τον οποίο από τις δυσκολίες θα έβγαζε πάντα ένας (από μηχανής) θεός; Αν οι υπερφυσικές δυνάμεις ξεκαθάριζαν μεταξύ τους τούς λογαριασμούς τους, ποιος ο λόγος να εμπλακούν θνητοί; Κι αν δεν εμπλέκονταν θνητοί, υπήρχε κανένας λόγος να αναφέρονται όλα αυτά στα κείμενα; Είναι πιο ουσιώδες κομμάτι της καθημερινότητας από το πώς ένα λιοντάρι κυνηγάει μια γαζέλα; Εν ολίγοις, δαίμονες υπήρχαν για να έχει ενδιαφέροντες αντιπάλους ο Κόναν και οι θεοί έμεναν αμέτοχοι για να έχει όλα τα βλέμματα στραμμένα πάνω του και μόνο.

Στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, από την άλλη, απουσιάζει κάθε αναφορά σε ναό και ιερατείο, του Καλού ή του Κακού. Όχι βέβαια γιατί ο Καθηγητής ήταν εχθρός της οργανωμένης θρησκείας – κάθε άλλο. Και δεν είναι θέμα έλλειψης θεών στη Μέση Γη. Η εξαντλητική λεπτομέρεια με την οποία περιγράφει τη θεογονία του στο Σιλμαρίλλιον αποδεικνύει πως δε θεωρούσε σε καμία περίπτωση τον κόσμο που έπλαθε πλήρη, χωρίς αυτήν. Και η θεία παρέμβαση είναι ζωτικό μέρος του Άρχοντα. Ο πανταχού παρών χαρακτήρας, εκείνος που γνωρίζει τα πάντα για τα γεγονότα (έστω κι αν είναι εξοργιστικά φειδωλός με τις πληροφορίες), που ρυθμίζει τις εξελίξεις, που διαθέτει όλων των ειδών τις ευκολίες για να είναι δημοφιλής και να προωθεί την πλοκή (τον θαυμάζουν οι πάντες, κάνει μάγια, δέρνει, πετάει σοφίες, έχει πάντα δίκιο), τι είναι τελικά; Ένας από τους (αρχ)αγγέλους που κυκλοφορούν στον πλανήτη.

Έχει ειπωθεί από μελετητές του έργου του Tolkien πως, λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, δεν ένιωθε άνετα να περιγράψει μια τεχνητή θρησκεία με τον ίδιο τρόπο που περιέγραφε τεχνητές γλώσσες, τεχνητή χλωρίδα και πανίδα, τεχνητούς πολιτισμούς. Άλλοι έχουν πει πως σύμφωνα με την Καθολική πίστη του Καθηγητή, η επιλογή στη ήταν θέμα του ανθρώπου, εξαρτώμενη από την ισχύ της θέλησής του, αλλά το κρινόμενο ζήτημα ήταν απλά αν το δημιούργημα θα δεχθεί το χέρι που του τείνει ο δημιουργός του, δίχως το οποίο δεν υπάρχει σωτηρία.

Εγώ και πάλι θα δώσω μια πιο πρακτική ερμηνεία. Εφόσον υπάρχει μόνο ένας θεός στη Μέση Γη, θα υπήρχε μόνο μία θρησκεία. Και με τα τσιράκια του εν λόγω Υπέρτατου Όντος να σουλατσάρουν εδώ κι εκεί, δεν θα υπήρχαν Σχίσματα και αιρέσεις και διαφορετικά δόγματα, όλοι θα πίστευαν τα ίδια ακριβώς πράγματα (τα σωστά). Αυτό όμως θα στερούσε τον Καθηγητή από δυο συμβάσεις δίχως τις οποίες ο Άρχοντας των δαχτυλιδιών θα ήταν τριάντα σελίδες το πολύ:

α) Οι ναοί είναι εκ φύσεως αρχεία. Διατηρούν και διαδίδουν τη μνήμη του δόγματός τους, και μαζί της ένα σωρό άλλες πληροφορίες που σε κάποιον φάνηκαν σχετικές. Οπότε, θα μπορούσε η Συντροφιά να χτυπήσει την πόρτα της πιο κοντινής εκκλησίας και να μάθει σχεδόν τα πάντα (και μαζί της ο αναγνώστης), αντί να περιμένει πότε ο Γκάνταλφ θα δώσει λίγες ακόμη πληροφορίες με το σταγονόμετρο.

β) Το ιερατείο θα αποτελούσε ενοποιό δύναμη και θα δρομολογούσε τη συνεργασία των διαφόρων φυλών ενάντια στον Σάουρον, η οποία όπως έχουν τώρα τα πράγματα τρώει το μισό βιβλίο για να επιτευχθεί.


Στο σύγχρονο φάνταζυ αντίθετα, πολλά έργα ακολουθούν τις τρέχουσες ιδέες και τοποθετούν τον κλήρο του φανταστικού τους κόσμου σε ρόλο συντηρητικού/οπισθοδρομικού παράγοντα του οποίου οι αντιρρήσεις πρέπει να καμφθούν (συνηθέστερα, η επιρροή του στο λαό/στους κυβερνώντες πρέπει να εκμηδενιστεί) για να δράσουν αποτελεσματικά οι δυνάμεις του Καλού. Οι παραπάνω προσεγγίσεις είναι το ίδιο θεμιτές όπως κι οι αντίθετες. Αλλά συνδυάζονται με έναν ευρύτατο σκεπτικισμό στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και/ή στο σύνολο των θετικά σκιαγραφούμενων χαρακτήρων του βιβλίου. Η πίστη παρουσιάζεται ως ελάττωμα λιγοστών θρησκόληπτων που κάνουν τη ζωή δύσκολη για όλους. Κι αυτό θεμιτό είναι, αλλά τα δυο στοιχεία μαζί χωλαίνουν σημαντικά από συγγραφικής άποψης.

Από τη μια, η πλοκή αναγκάζεται να μπει στο καλούπι της ιδεολογίας του συγγραφέα και όχι το αντίστροφο. Κι η λογική των Howard-Tolkien έμπαζε, αλλά το αναγνωστικό κοινό δεν έδωσε σημασία γιατί η στρέβλωση έγινε υπέρ του κειμένου. Αν η στρέβλωση γίνεται υπέρ της στράτευσης, ποιο το όφελος; Αν είναι οι παπάδες να χρησιμοποιηθούν ψυχαναγκαστικά σαν παράπλευρο εμπόδιο που γεμίζει αδιάφορες σελίδες, γιατί να μην παραλειφθούν εντελώς, να μην πάρει τη θέση τους το κενό, να μην εξερευνηθεί η σχετικά αγνοημένη προοπτική ενός κόσμου που δεν έχει γνωρίσει καθόλου την ιδέα της θρησκείας; Γιατί να θεωρούνται ορισμένες δομές του γήινου παρελθόντος σταθερά κάθε κόσμου, ακόμη κι εκείνες (όπως η φεουδαρχία) που δεν ήταν καν παγκόσμιες; Που δεν ήταν καν σταθερές της καθημερινότητας των προγόνων του συγγραφέα, όταν αυτός είναι Έλληνας;

Από την άλλη, αν η θρησκεία δεν είναι η συνεκτική δύναμη ενός φανταστικού λαού σε ψευδομεσαιωνικό κόσμο, τι παίρνει τι θέση της; Για μερικούς συγγραφείς, η λύση είναι η εθνική συνείδηση. Μα αυτή αποτελεί εφεύρεση του νεότερου κόσμου, σε μεγάλο βαθμό επακόλουθο της τυπογραφίας που δημιούργησε την ενημέρωση και την προπαγάνδα. Αν δεν υπάρχει διάδοση των νέων σε μεγάλη κλίμακα (και με κατευθυνόμενη χροιά), πώς θα νοιαστεί ο αγρότης της ενδοχώρας για τις πειρατικές επιδρομές στα παράλια; Είναι πρόβλημα άλλου, όχι δεινό των συμπατριωτών του. Πάντα με παραξένευε η συμπεριφορά φανταστικών χωρικών που με προθυμία πετούσαν τα τσαπιά για να τρέξουν να πολεμήσουν τους εισβολείς στην άλλη άκρη της χώρας.

Η πραγματική Ιστορία μιλάει για ανθρώπους που γκρίνιαζαν ακόμη και για έκτακτους φόρους λόγω πολέμου, όχι να γίνει ολόκληρη επιστράτευση που θα τους ξεβόλευε. Δεν αρκεί ένα καλό οδικό δίκτυο και η προφορική διάδοση των νέων για να νιώσουν γείτονες μεταξύ τους οι κάτοικοι δυο διαφορετικών πόλεων. Χρειάζεται ένας καλός μηχανισμός διοχέτευσης πληροφοριών. Κι αν δεν έχει εφευρεθεί ακόμη η τυπογραφία ή κάποιο μαγικό υποκατάστατό της, το μόνο που μένει είναι ένα οργανωμένο ιερατείο με κοινό, αποκρυσταλλωμένο δόγμα. Αλλιώς ξεχνάμε την κοινωνική συνοχή σε μεγάλη κλίμακα και πάμε πίσω στις εποχές της πόλης-κράτους, εκεί που οι σχέσεις μέσα στην πόλη είναι στενές κι η αλληλεγγύη σε εθνικό επίπεδο χαλαρή (που είναι επίσης θεμιτό και σχετικά ανέγγιχτο στο φάνταζυ).

Μια άλλη εναλλακτική πηγή κοινωνικής συνοχής που ευτυχώς δεν έχει κυριαρχήσει ακόμη στο κακογραμμένο φάνταζυ, είναι η πολιτική ιδεολογία. Απαιτεί κι αυτή τυπογραφία, αλλά και γρήγορες μεθόδους επικοινωνίας (αλλιώς πώς θα συντονίζεται η δράση των ομοϊδεατών σε πολλά σημεία της χώρας;) Απαιτείται ακόμη μια στοιχειώδης ελευθερία του λόγου (το πολύ να σε κυνηγάνε γι’ αυτά που λες κι όχι επειδή μιλάς χωρίς να διαθέτεις αξίωμα). Αλλά κι όλα αυτά να τα υποθέσουμε, η πολιτική είναι περισσότερο διασπαστική παρά συνεκτική. Δεν έχει νόημα δίχως κάποιον αντίπαλο εντός της ίδιας κοινωνίας (αν μιλάμε για κράτη με ένα μόνο κόμμα-ιδεολογία, δεν έχει κοινωνιολογική διαφορά από κράτη με μια μόνο θρησκεία). Υπονοείται από την ύπαρξη πολιτικής, τέλος, ένα καλό βιοτικό επίπεδο που επιτρέπει στον πολίτη να νιώσει ασφαλής, ικανός να κάνει μια επιλογή για τον εαυτό του. Δηλαδή, ικανός να σταθεί χωρίς τους άλλους να τον στηρίζουν.

Αλλοτριωμένος.

Κι αν η πολιτική απουσιάζει από το φάνταζυ, παρ’ όλ’ αυτά τα επακόλουθά της επικρατούν σε πολλά βιβλία. Ο λαός συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα, όπως βολεύει το συγγραφέα και την πλοκή, όχι όπως θα ήταν λογικό. Γενικά ατομιστής και με άποψη για τα πάντα. Γνήσιο τέκνο του εικοστού πρώτου αιώνα κι όχι του κόσμου στον οποίο κατοικεί. Κι από την άλλη, έτοιμος να βγει στο δρόμο μαζί με τον όχλο, χωρίς προοικονομία και σοβαρό λόγο, μόνο με θυμόσοφες αναλύσεις του «έτσι είναι ο τάδε λαός, έρμαιο του τάδε πράγματος». Αλλά τι τον ενώνει με τους υπόλοιπους ροπαλοφόρους, τι τον φέρνει στο πλευρό τους; Η θρησκεία στην οποία δεν πιστεύει; Η πολιτική που δεν έχει εφευρεθεί ακόμη στον κόσμο του; Η εθνική του συνείδηση που έχει διαμορφωθεί και συντηρείται ανεξήγητα; Ποια είναι η κινητήρια δύναμη της κοινωνίας στην οποία ζει; Η δύναμη που την κρατά ενωμένη;

Για να το πω όσο πιο απλά γίνεται, ένας πρόγονός σας θα αυτοπροσδιοριζόταν (ανάλογα με την εποχή που γεννήθηκε) ως π.χ. Αθηναίος ή Χριστιανός/Ρωμιός ή Έλληνας ή Δημοκράτης. Μόνο ο τελευταίος κι εσείς σήμερα έχετε την πολυτέλεια να δηλώσετε «ιδιώτες». Γιατί οι υπηρεσίες του στρατού, της πυροσβεστικής, των τραπεζών, σας επιτρέπουν να επιβιώσετε χωρίς να ενταχθείτε κάπου. Οι χαρακτήρες ενός φανταστικού προβιομηχανικού κόσμου δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα.

Νομίζω εξήγησα πως οι δυο πατέρες του φάνταζυ προσπάθησαν να γράψουν κάτι που να είναι καλό γενικώς. Κι έδωσα παραδείγματα για το πώς μπορεί να βρεθεί μια ενδιαφέρουσα πλοκή φάνταζυ με τη θρησκεία ή με την έλλειψή της (χωρίς ν’ αγγίξω καν το γόνιμο ζήτημα των πραγματικά υπαρκτών θεών και των πιθανών παρεμβάσεών τους). Μπορεί, βέβαια, κάποιος να με αγνοήσει, να κουτσουρέψει τη θρησκεία χωρίς να αντικαταστήσει την κοινωνική της υπόσταση με κάτι άλλο και να επιμείνει να γράφει για ξεροκέφαλα ιερατεία, που η στενομυαλιά τους δεν προσθέτει πιο πολλή ουσία στην πλοκή απ’ ότι θα είχε μια απεργία των ταξιτζήδων. Αλλά ας έχει υπόψη πως γράφει για το Σήμερα, κάτι που ίσως Αύριο να είναι το ίδιο ξεπερασμένο όπως έχει καταντήσει τώρα η μεσαιωνική προσέγγιση για τη θρησκεία. Πως γράφει δηλαδή, ένα αλληγορικό σχόλιο για το σύγχρονο κόσμο, έστω κι αν το ντύνει με δράκους. Ένα κείμενο που του αξίζει να ξεχαστεί αργά ή γρήγορα, γιατί δεν προσπαθεί να καταπιαστεί με αλήθειες ανεξάρτητες από τον τόπο και το χρόνο.


*: "Λένε πως μια χορέυτρια από τη Σάντιζαρ κοιμήθηκε υπερβολικά κοντά στα προανθρώπινα ερείπια στο Λόφο του Ντάγκοθ και ξύπνησε στην αγκαλιά ενός μαύρου δαίμονα· πως απ’ αυτή την ανόσια ένωση γεννήθηκε το καταραμένο υβρίδιο που οι άνθρωποι αποκαλούν Τσόθα-λάντι-"
- Robert E. Howard, Η Άλικη Ακρόπολη, 1933

**: Εξαίρεση αποτελεί εν μέρει το ατυχές διήγημα «Ο φοίνικας στο σπαθί», που είναι μια πρόχειρη διόρθωση/συμπλήρωση του εξαιρετικού «Με τούτο το τσεκούρι κυβερνώ» στο οποίο πρωταγωνιστούσε άλλος ήρωας του Howard (ο Κουλ), οπότε δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μέτρο για τις ιστορίες του Κόναν.

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2010

Στιγμή 7

Σήμερα βλέπουμε τον τελευταίο από τους «ήρωες της δεύτερης γραμμής», ένα από τους ανώτερους κρατικούς λειτουργούς. Καθώς πλησιάζει σιγά-σιγά η ημερομηνία της έκδοσης, οι Στιγμές θα επικεντρώσουν στο αντίπαλο δέος, τους «κακούς». (Αν έχουμε καινούριους αναγνώστες που δεν γνωρίζουν τι είναι οι στιγμές, ας ρίξουν μια ματιά εδώ)

Πολυκράτης


Στηρίχτηκε στον παραστάτη πριν χτυπήσει το ρόπτρο. Ένιωθε αδύναμος. Η αυστηρή νηστεία που είχε επιβάλει στον εαυτό του για πάνω από δέκα ημέρες αποδείχτηκε κακή ιδέα. Δεν έμοιαζε λιγότερο υπέρβαρος το πρωί στον καθρέπτη, έμοιαζε ταλαιπωρημένος, σαν να ανάρρωνε από μακρά ασθένεια. Το ανοιχτόχρωμο δέρμα του και τα αχυρένια μαλλιά του δε βοηθούσαν. Έπρεπε να το είχε απλά αποδεχτεί· είχε κληρονομήσει την ευφυΐα και τη μεθοδικότητα που χαρακτήριζε τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του. Και μαζί της είχε κληρονομήσει αποστροφή για τη σωματική άσκηση, συνδυασμένη με λαιμαργία. Έτσι όπως τα είχε καταφέρει, η σκέψη του φαγητού είχε γιγαντωθεί μέσα του, σχεδόν καλύπτοντας ακόμη και την εικόνα εκείνης.

Η εξώθυρα άνοιξε απότομα και τον έπιασε απροετοίμαστο, κάνοντας έναν χείμαρρο παγωμένου ιδρώτα να τρέξει στον αυχένα και την πλάτη του. Μόρφασε νευρικά, άνοιξε το στόμα του και δε βγήκε φωνή. Θύμωσε. Είχε καταστρώσει τέλειο σχέδιο, είχε πάει με συνταγή στα χέρια. Γιατί να γεννηθεί τόσο αγχωτικός; Καθάρισε το λαιμό του, κορδώθηκε για να τονίσει το αξιόλογο ύψος του και δρασκέλισε το κατώφλι με ύφος κατακτητή. Ο αποσβολωμένος υπηρέτης μόλις που πρόλαβε να παραμερίσει. Την επόμενη στιγμή ο Πολυκράτης δήλωσε το όνομά του και την καταγωγή του και παρέδωσε το δώρο που είχε φέρει για την οικοδέσποινα.

Ήταν πολύ προσεκτικά διαλεγμένο. Είχε δωροδοκήσει ένα σωρό εμπόρους για να μάθει τι της άρεσε. Ως και το μεταξωτό του περιτύλιγμα δεν ήταν ένα τυχαίο κομμάτι πανάκριβου πανιού. Είχε την ίδια ακριβώς απόχρωση με τα πράσινα μάτια της. Αυτό ήταν από τα πιο δύσκολα κομμάτια του σχεδίου. Χρειάστηκε οι υπηρέτριες των γονιών του να ανακρίνουν διακριτικά τις υπηρέτριες του δικού της σπιτικού και τελικά ο ίδιος να καταλήξει στο ποια μαρτυρία ήταν η πιο αξιόπιστη.

Ξεφύσησε ενοχλημένος στην ανάμνηση του κόπου του και άφησε να τον οδηγήσουν στον εσωτερικό κήπο, εκεί που βρίσκονταν ήδη οι υπόλοιποι υποψήφιοι μνηστήρες. Το περίμενε πως θα είχε να κάνει με τους πιο εμφανίσιμους, τους πιο πλούσιους και τους πιο έξυπνους νέους της Νεάπολης. Μόνο οι άριστοι από τους ανύπαντρους βρίσκονταν εκεί – γι’ αυτό ακριβώς τον κοίταξαν με μισό μάτι. Έγλειψε τα ξεραμένα χείλη του, έτοιμος να το βάλει στα πόδια. Αν δε φοβόταν τόσο τις επιπλήξεις των γονιών του που τον είχαν αναγκάσει να συμμετάσχει κι εκείνος στη διαδικασία, θα έβαζε την ουρά στα σκέλια και θα αποχωρούσε. Να είναι πολύ λίγος για τη γυναίκα που είχε ερωτευτεί, το άντεχε. Να τον σφυροκοπούν κάθε μέρα πως δεν είναι λίγος, δεν το άντεχε.

Άρχισε να χαιρετά όσους γνώριζε καλά ή έστω εξ όψεως. Άλλοι χαμογέλασαν, άλλοι δεν έκρυψαν τη δυσφορία για την επαφή με τις ιδρωμένες του παλάμες. Δεν τον απασχόλησε. Χρησιμοποιούσε διακριτικά τον όγκο του για να φτάσει στο σημείο που έπρεπε. Ο αρχιτέκτονας που είχε χτίσει την έπαυλη ορκιζόταν ότι το πιο βολικό σημείο για να παρακολουθήσει εκείνη τον κήπο κρυμμένη στα διαμερίσματά της, ήταν ακριβώς πάνω από το σιντριβάνι. Ότι λεγόταν εκεί, θα έφτανε στα αυτιά της πεντακάθαρα, ενώ τον ομιλητή θα τον μισόκρυβε – κολακευτικά, στην περίπτωση του Πολυκράτη – το περβάζι.

Όταν στάθηκε ακριβώς εκεί που ήθελε, έφερε για μια τελευταία φορά στ’ αυτιά του τις φράσεις που είχε ετοιμάσει για να την εντυπωσιάσει. Είχε βασιστεί στα όσα η ίδια συζητούσε στον γυναικωνίτη της μητρόπολης με τις φίλες της για τον ιδανικό σύζυγο. Αυτά είχαν κοστίσει πιο πολύ για να μαθευτούν κρυφά, αλλά ήταν και τα πιο εύκολα προσβάσιμα – μυστικά μεταξύ γυναικών.

Δεν πρόλαβε να βρει ή να δημιουργήσει αφορμή για να πει κάτι.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, εμφανίστηκε μια υπηρέτρια που μοίραζε γλυκίσματα από ένα καλάθι και ζητούσε συγνώμη για την αναμονή. Το στομάχι του Πολυκράτη διαμαρτυρήθηκε έντονα. Αυτός κοκκίνισε ντροπιασμένος, αν και κανείς δεν του έδωσε σημασία. Δεν άπλωσε το χέρι του να τιμήσει το κέρασμα. Όταν η υπηρέτρια επέστρεψε στο μαγειρείο και οι άλλοι μνηστήρες ξανάρχισαν τις συζητήσεις, την πρώτη φορά που το γαλανό βλέμμα του διασταυρώθηκε μ’ εκείνο κάποιου άλλου, ντράπηκε που ήταν αναψοκοκκινισμένος και κοκκίνισε ακόμη περισσότερο. Ένιωσε να πνίγεται, να τον στενεύει ο χιτώνας του στο λαιμό. Τα φρύδια του έσταζαν ιδρώτα.

«Όλοι συμφωνούμε πως είναι η ομορφότερη κόρη στη Βασιλεία Αιγλωέων», είπε ένας εντυπωσιακός μελαχροινός χιλίαρχος που είχε έλθει με την επίσημη στολή του.

«Η ομορφότερη των τελευταίων εκατό χρόνων λέει ο παππούς μου», υπερθεμάτισε ένας από τους Καλόθετους, φορτωμένος στο χρυσάφι.

«Ναι, μη με διακόπτεις», τον αποπήρε ο στρατιωτικός. «Αλλά πού ακούστηκε μια γυναίκα να καλεί μνηστήρες για να επιλέξει το σύζυγό της; Ο αυτοκράτορας, ναι, πολλές φορές έχει γίνει. Σπουδαίοι άρχοντες; Ναι. Αλλά μια γυναίκα;»

«Μα η Όμορφη Σελάη!» αναφώνησε αυθόρμητα ο Πολυκράτης. «Που οι Παλιοί Αιγλωείς κίνησαν όλα τα πλοία τους για χάρη της κι έκαψαν το πλούσιο Άρκειο! Δε μάθατε κι εσείς ανάγνωση από την Αρκειάδα; Δε θυμάστε στην πρώτη ραψωδία το δείπνο των βασιλέων που είχαν όλοι αποδεχθεί την πρόσκλησή της για να επιλέξει σύντροφο ανάμεσά τους;»

Όλοι στον κήπο είχαν σταματήσει να μιλούν κι είχαν στραφεί προς το μέρος του. Άλλοι ενοχλημένοι, άλλοι δύσπιστοι, άλλοι πρόθυμοι να ακούσουν περισσότερα, ελάχιστοι πεπεισμένοι πως άκουσαν κάτι σημαντικό και ουσιώδες. Ο Πολυκράτης σφίχτηκε. Δεν πίστευε πως μπορούσε να γίνει ακόμη πιο κόκκινος απ’ ότι ήδη ήταν, αλλά τα κατάφερε.

Και τώρα τι; Πίστευε πως η πρόθεσή της δεν ήταν να θέσει τον εαυτό της στο ίδιο επίπεδο με την ομορφότερη γυναίκα όλων των εποχών. Δεν ήταν εγωισμός το κίνητρό της, αλλά μια απόπειρα να αναβιώσει κάτι που θεωρούσε όμορφο, να προτρέψει τους άλλους να φερθούν ξεχωριστά για μια μέρα, όχι ειδικά σ’ εκείνη.

Να το πει αυτό; Ή να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να στρέψει τη συζήτηση εκεί που ήθελε, να προβάλει τον εαυτό του; Σίγουρα είχε κεντρίσει την περιέργειά τη ήδη, ώστε να θέλει να μάθει περισσότερα γι’ αυτόν. Κι οι άλλοι δε θα έμεναν άφωνοι για πολύ ακόμη, ό,τι και να τους έλεγε. Ακόμα χειρότερα, αν δεν έλεγε κάτι αμέσως.

Είχε μόνο μια στιγμή στη διάθεσή του για να αποφασίσει.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Νεότερα

Χτες είδα την πρώτη σελιδοποίηση του βιβλίου. Το κοντέρ έγραψε κάπου ανάμεσα στο τετρακόσια ενενήντα και στο πεντακόσια. Βάλτε και τους χάρτες που θα μπουν, καμιά διόρθωση, τον βλέπω στρογγυλό τον αριθμό τελικά.

Μόλις τελειώσει το τρέχον χέρι επιμέλειας και ξαναγίνει σελιδοποίηση, θα πάρω το διορθωμένο κείμενο για να το ελέγξω. Ακολουθεί ένα τελευταίο χέρι από την επιμελήτρια και ταυτόχρονα η δημιουργία εξωφύλλου-οπισθόφυλλου.

Οι χάρτες, που τους ανέφερα πιο πάνω, περιμένουν τελική έγκριση από τον υπεύθυνο έκδοσης. Θα τους δείτε όταν θα έχουν την τελική τους μορφή με την οποία θα εμφανιστούν στο βιβλίο, όταν θα είναι βέβαιο πως δεν χρειάζονται άλλες διορθώσεις.

Κατά τα άλλα, ο Ιανουάριος προφανώς δεν ισχύει πια σαν χρόνος έκδοσης. Άνευ απροόπτου, πάμε για Μάρτη πια.

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Πηγές έμπνευσης

Λέει εύστοχα ο nihilio* στην τελευταία του ανάρτηση για το 2009:

Σε πρώτο επίπεδο μας λένε, αντί να εμπνεόμαστε από ψευδομεσαιωνικούς κόσμους και να τους αντιγράφουμε, να πάρουμε ως πηγή έμπνευσης το Βυζάντιο και την αρχαία Ελλάδα. […] το να παίρνεις το κλισαρισμένο Τολκιενικό πρότυπο και να του δίνεις ένα άλλο χρώμα δεν κάνει το αποτέλεσμα λιγότερο κλισαρισμένο, αντίθετα το κάνει ακόμα πιο γραφικό. Το να γράψει κανένας τον Άρχοντα των Δακτυλιδιών με σάτυρους και δρυάδες αντί για ξωτικά και νάνους και ακρίτες αντί για ρέηντζερ είναι μάλλον αστείο (πόσο μάλλον αν αντί για ορκ έχει Τούρκους).

Δυστυχώς, εδώ καταδεικνύεται μια μεγάλη αλήθεια για το ελληνικό φανταστικό: οι περισσότεροι συγγραφείς επιδιώκουν την «ελληνικότητα» ως ζητούμενο. Παίρνουν ένα δεδομένο πλαίσιο (το φάνταζυ), αφαιρούν αυτό που δεν τους κάνει (τη «δυτική» ατμόσφαιρα) και την αντικαθιστούν με κάτι που τους αρέσει καλύτερα (ελληνικά στοιχεία). Αλλά για να ταιριάξουν πλαίσιο και περιεχόμενο, πρέπει να δουλευτούν και τα δύο, αλλιώς γίνονται σαλάτα με ετερόκλητες γεύσεις. Σαν να προσπαθείς να βάλεις έναν τετράγωνο πίνακα σε ορθογώνια κορνίζα.

Χρησιμοποίησα τη λέξη ‘πλαίσιο’ εσκεμμένα. Είτε μας αρέσει, είτε όχι, δεν γράφουμε ανεπηρέαστοι. Ακόμη κι αν δεν έχουμε διαβάσει οι ίδιοι Τόλκιεν ή Χάουαρντ ή οποιονδήποτε άλλο επηρέασε σημαντικά τη λογοτεχνία φαντασίας με τα βιβλία του, έχουμε διαβάσει έργα τρίτων που γράφτηκαν υπό αυτήν την επιρροή. Για να είμαστε ακριβείς, ήμασταν εκτεθειμένοι από παιδιά σε εικόνες, ταινίες, κόμικ, κινούμενα σχέδια, βιβλία, κάθε είδους αφηγηματική ή εικαστική δημιουργία που θα ήταν αλλιώτικη αν δεν είχαν υπάρξει στο παρελθόν οι προαναφερθέντες γίγαντες του είδους.

Είτε πούμε πως είναι αρχέτυπα που υπάρχουν ούτως ή άλλως στο συλλογικό ασυνείδητο, είτε πούμε πως είναι πρότυπα που τα σχημάτισαν οι πατέρες του φάνταζυ κι ύστερα διαδόθηκαν μέσω της pop culture, ορισμένα πράγματα είναι εδώ κι είμαστε αναγκασμένοι να τα λάβουμε υπόψη. Η ομάδα από ασύμβατους χαρακτήρες που παρά τις εσωτερικές συγκρούσεις της θα σώσει τον κόσμο, ο σιωπηρός ξένος που τελικά είναι πρίγκιπας κάποιας ξένης χώρας, ακόμη και σ’ ένα παιδί είναι γνώριμα, δίχως να προέρχονται από τα παραμύθια.

Το φάνταζυ είναι φαντασία και, αυτό που χρειαζόμαστε είναι καλή κοσμοπλασία και καλές ιστορίες, όχι επιπλέον περιορισμούς στη φαντασία του συγγραφέα.

λέει ακόμη ο nihilio και αγγίζει μια ακόμη μεγάλη αλήθεια: Είμαστε περιορισμένοι. Μπορεί η φαντασία να μας ανοίγει θεωρητικά άπειρους ορίζοντες, αλλά το φάνταζυ είναι αυτό που οι αγγλόφωνοι αποκαλούν genre – ένα είδος με δικούς του κανόνες, σαν το γουέστερν ή το αστυνομικό, ένα είδος με κλισέ. Μπορούμε να τα σεβαστούμε, να τα ανατρέψουμε, να τα παραλλάξουμε, να παίξουμε μ’ αυτά, να τα χτίσουμε από την αρχή. Αλλά για να το κάνουμε αυτό, πρέπει να τους γνωρίζουμε τους κανόνες πρώτ’ απ’ όλα, ποιοι είναι, γιατί είναι έτσι κι από πού προέρχονται. Αυτή η προσέγγιση επέτρεψε να εμφανιστούν νέοι δημοφιλείς συγγραφείς όταν τα κλισέ είχαν πια παγιωθεί. Η δύναμη του Μούρκοκ, ας πούμε, είναι το ότι έγραφε κάνοντας σαφές πως είχε υπόψη του τον Τόλκιεν και τον Χάουαρντ και τους διαστρέβλωνε εσκεμμένα.

Όποιος δε με πιστεύει ότι είναι απαραίτητη μια τέτοια γνώση για να σταθεί κανείς συγγραφικά χωρίς να γίνει ρεζίλι, ας δοκιμάσει να σκεφτεί μια πρωτότυπη πλοκή για αστυνομικό μυθιστόρημα. Μετά ας ρωτήσει κάποιον φίλο του που να ασχολείται με το είδος, για να μάθει σε ποιο βιβλίο της Άγκαθα Κρίστι – γραμμένο δεκαετίες πριν – υλοποιήθηκε η «πρωτότυπη» ιδέα του. Τα πρώτα πράγματα που θα σκεφτούμε, είχαν χρόνο να τα σκεφτούν άλλοι πριν από εμάς. Μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα παραπέρα, ένα βήμα σε απάτητες περιοχές, μόνο αν λάβουμε υπόψη μας όσο περισσότερα γίνεται απ’ αυτά που έχουν προηγηθεί. Για κάθε ιδέα που καλύπτεται σε βιβλίο, γεννιέται μία δεύτερη, ανεκμετάλλευτη ακόμη, η οποία δεν θα μπορούσε χωρίς την πρώτη.

Δυστυχώς, έχουν παρουσιαστεί τελευταία διάφοροι φωστήρες στο ελληνικό φανταστικό, οι οποίοι διατείνονται με υπερηφάνεια πως δεν διαβάζουν φαντασία (και δυο-τρεις που λένε πως δε διαβάζουν γενικώς, πράγμα που εξηγεί γιατί δεν ξέρουν να γράφουν και γιατί δε θα μάθουν ποτέ, εκτός αν το Άγιο Πνεύμα αρχίσει να μοιράζει επιφοιτήσεις Δημιουργικής Γραφής). Αυτοί συνήθως κρύβονται πίσω από κάποια δικαιολογία του τύπου «εκμεταλλεύομαι τα κλισέ του είδους», οπότε πρέπει να πρόκειται για εξαιρετικές ιδιοφυίες, μιας και τα κλισέ τα έμαθαν από πέντε ταινίες που έχουν δει ενώ άλλοι κάνουν διδακτορικά στο θέμα και δεν τολμούν να πουν πως το έχουν καλύψει πλήρως.

Εδώ ίσως βρεθεί κανείς να θέσει ενστάσεις. Δηλαδή, τι πρέπει να γίνει; Να διαβάσουμε τα δεκάδες χιλιάδες βιβλία φάνταζυ που γράφτηκαν τα τελευταία εβδομήντα χρόνια; Σίγουρα δεν μπορούμε. Αλλά η λύση σε καμία περίπτωση δεν είναι να μην διαβάσουμε κανένα. Πώς θα επιλέξει ο καθένας να διευρύνει τις γνώσεις του, είναι επιλογή του. Εγώ υποστηρίζω πως όσο περισσότερο τις διευρύνει, τόσο καλύτερο φάνταζυ θα γράφει. Κι αν πείτε πως όλα τα παρουσιάζω πιο εύκολα για τους παλιότερους συγγραφείς, σκεφτείτε: πώς προέκυψε το δικό τους περιεχόμενο, με παρθενογένεση;

Και πάλι καταφεύγω στο nihilio, αλλά αυτή τη φορά για να διαφωνήσω ελαφρώς μαζί του:

Γιατί, κακά τα ψέματα, οι θρύλοι και οι παραδόσεις αφορούν ελάχιστα τον μέσο κάτοικο του αστικού περιβάλλοντος κάτω από 30. […] Οπότε το να γράψει κάποιος φανταστικό με ξωθιές και τελώνια αφορά μικρή μερίδα του κοινού, που δείχνει να έχει περισσότερο λαογραφικό ενδιαφέρον και που μάλλον είναι αρνητικό σε δραματικές τροποποιήσεις των θρύλων και παραδόσεων.

Λογικό ακούγεται. Αλλά υπήρχαν περισσότεροι στην Μεγάλη Βρετανία που να τους αφορούσαν elf και dwarf, περισσότεροι που να τα γνώριζαν (δεν είναι καν αγγλικοί μύθοι) και να ήταν δεκτικότεροι στην τροποποίησή τους; Δε νομίζω. Και μήπως ο Τόλκιεν έγραψε από επιλογή για τέτοια θέματα; Για να έχει πέραση στο πιθανό κοινό του; Όχι. Ήταν αυτό που γνώριζε, αυτό που είχε μελετήσει και αγαπούσε, γι’ αυτό μπόρεσε να το εκμεταλλευτεί στο έπακρο, να πάρει ό,τι ήθελε, να αλλάξει ό,τι δεν ήθελε και να πλάσει μια ιστορία. Αν έγραφε για τις Σταυροφορίες που ήταν πολύ πιο της μόδας την εποχή του στην Αγγλία, σήμερα δεν θα τον θυμόταν κανείς. Γιατί δεν το κάτεχε το θέμα.

Ο Χάουαρντ, γιατί έχει τόσες ιστορίες που μοιάζουν με γουέστερν, με pulp εξωτικές περιπέτειες, με ιστορικά, με τρόμου; Ας πούμε, δεν είναι σαφείς οι ομοιότητες στη σύλληψη του Red Nails με το νουάρ Red Harvest του Χάμετ, γραμμένο επτά χρόνια πριν; Έχασε ο Χάουαρντ από την επιλογή του αυτή; Δεν μπορεί να πει κανείς ότι αντέγραψε, απλά ανέπτυξε. Αυτά ήταν τα αναγνώσματά του, από τα περιοδικά που διάβαζε (και στα οποία επίσης έγραφε). Αν μια ιδέα και μια τεχνική λειτουργούσαν τοποθετημένες στον πραγματικό μας κόσμο, γιατί να μην λειτουργούσαν και σε κάποιου είδους φανταστικό υπόβαθρο; Έβλεπε πώς έστηναν, ας πούμε, οι άλλοι ένταση σε μια μονομαχία με πιστόλια, και έτσι έστησε ο ίδιος τις μονομαχίες με σπαθιά. Έτσι σκέφτηκε. Έτσι λειτούργησε. Και πέρασε κι αυτός στην Ιστορία με χρυσά γράμματα.

Και οι δυο περιπτώσεις είναι ίδιες. Τόλκιεν και Χάουαρντ διάβαζαν πολύ, είχαν ενδιαφέροντα, τα μελετούσαν σε βάθος και τα έκαναν φάνταζυ. Αν του ενός το πάθος ήταν τα σκανδιναβικά και γερμανικά έπη των ύστερων μεσαιωνικών χρόνων, ενώ του άλλου ήταν η «παραλογοτεχνία» της εποχής του, και τα δυο υπήρξαν εξεζητημένα και εξειδικευμένα. Θεωρητικά, σαν θέματα, ήταν αδύνατον να παράγουν κάτι δημοφιλές. Η τεράστια επιτυχία των δυο συγγραφέων δεν προέρχεται από τη θεματολογία τους αυτή καθεαυτή, αλλά από τη βαθιά γνώση της που διέθεταν, η οποία τους επέτρεψε να την κόψουν και να τη ράψουν στα μέτρα του ταλέντου τους.

Κι επίσης καταπιάστηκαν με πράγματα που γνώριζαν από τη ζωή τους. Ο θείος Μπομπ δεν έμαθε για τα άλογα διαβάζοντας γουέστερν. Ζούσε στο Τέξας και ίππευε συχνά. Ο Τόλκιεν δεν έμαθε τα δάση από εγχειρίδια Βοτανολογίας. Μεγάλωσε στην επαρχία, την εποχή που αυτό σήμαινε ύπαιθρο.

Έγραψα πιο πάνω ότι η «ελληνικότητα» ως ζητούμενο είναι κάτι αρνητικό. Και επιμένω. Λέω «γράφτε κάτι ελληνικό» υποθέτοντας ότι η Ελλάδα είναι αυτό που γνωρίζουμε, αυτό το οποίο μπορούμε να αξιοποιήσουμε για να γράψουμε καλά. Όχι για να διαφημίσουμε την Ελλάδα ή να πουλήσουμε βιβλία χάρη σ’ αυτήν. Απλά γιατί ίσως από εκεί μπορέσουμε να αντλήσουμε συγγραφική δύναμη για το έργο μας. Στην τελική, ποτέ δε θα έχουμε καλό ελληνικό φάνταζυ αν προσπαθούμε να γράψουμε κι εμείς για Βίκινγκ ή Κέλτες. Οι απόγονοί τους πάντα θα το κάνουν καλύτερα από μας.

Κι αν κάποιος δεν ξέρει αρκετά για την ελληνική Ιστορία-Μυθολογία για να την περάσει στο έργο του (ΔΕΝ είναι θανάσιμη αμαρτία), υπάρχουν άλλα πράγματα που θα γνωρίζει ή θα έχει ζήσει για να αξιοποιήσει. Αν του αρέσει η μαγειρική, ας γράψει για αλχημιστές, με μείγματα, μυστικές συνταγές και σπάνια υλικά. Αν του αρέσει η μπάλα, ας γράψει για οπαδισμό, στημένα παιχνίδια και πάθος των κερκίδων σε μια φανταστική αρένα. Αν κάνει ιστιοπλοΐα, ας γράψει μια ναυτική φανταστική περιπέτεια. Οτιδήποτε είναι κτήμα μας μπορεί να γίνει μια καλή αφορμή για φάνταζυ. Αυτό που μας λέει πώς να γράψουμε, αλλά δεν μπορεί να μας πει τι να γράψουμε, είναι το ίδιο το φάνταζυ. Είπα ότι πρέπει να έχουμε καλή γνώση του πεδίου, αλλά αν περιοριστούμε εκεί, όπως κάνουν πολλοί συγγραφείς, Έλληνες και μη, θα γράφουμε ανοησίες στερούμενες πειστικότητας, με κοινωνίες που δε θα ήταν βιώσιμες, με αναχρονισμούς, με ανακρίβειες. Η λογοτεχνία του φανταστικού ΔΕΝ είναι εγκυκλοπαίδεια. Δε θα μάθετε από εκεί τον κόσμο. Τα τόξα δεν λειτουργούν σαν τα πιστόλια. Τα άλογα είναι ζωντανά πλάσματα, δεν είναι ποδήλατα χωρίς αντιδράσεις. Μην αντιγράφετε ότι είδατε αλλού, ή ότι σας φαίνεται λογικό. Ή καθίστε να μάθετε ή μη μπαίνετε σε λεπτομέρειες που μπορεί να σας εκθέσουν.

Διαβάστε, λοιπόν, φάνταζυ. Και όχι μόνο φάνταζυ. Ζήστε. Κι ύστερα γράψτε γι’ αυτό που κατέχετε καλά. Αν είναι η Ελλάδα, καλώς. Αν είναι κάτι άλλο, και πάλι καλώς.


*: Προτείνω να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο, μιας και είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Για την ακρίβεια, προτείνω να παρακολουθείτε το ιστολόγιο του nihilio όπως κάνω κι εγώ