Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2009

Στιγμή 5

Όπου πάει ο Λεωσθένης, κοντά θα βρει κανείς και τον Αλγεινό.

Αλγεινός

Τροχοί πάνω στις πλάκες του δρόμου. Ενισχυμένοι με μέταλλο. Δεν ήταν κάρο χωρικού ή εμπόρου. Πέταλα αλόγων που προπορεύονταν, σποραδικές κλαγγές. Ένοπλοι συνοδοί. Μικρή ταχύτητα, καμιά βιασύνη. Δεν ήταν ούτε στρατιωτική άμαξα, λοιπόν.

Δεν έκανε τον κόπο να σηκώσει το κεφάλι του, συνέχισε να σέρνει τα πόδια κατάκοπος. Οι φτωχοί πολλές φορές τον λυπόντουσαν και τον έπαιρναν μαζί τους. Καμιά φορά, κι οι πολεμιστές έκαναν το ίδιο. Οι γενναιόδωροι μοιράζονταν το φαγητό τους μαζί του. Τους αντάμειβε με κάποια από τις χιλιάδες ιστορίες που είχε μάθει – ή βιώσει! – ζώντας στους δρόμους.

Αλλά οι πλούσιοι;

Μερικοί έκαναν πως δεν τον έβλεπαν, μερικοί κοντόστεκαν να τον φτύσουν για να διώξουν από πάνω τους την κακοτυχία που μπορεί να τους έφερνε η άθλια όψη του. Κανείς δεν τον είχε ποτέ ανεβάσει στο όχημά του, κανείς δεν του είχε προσφέρει ελεημοσύνη.

Εκείνη την ημέρα δεν έμελλε να ξεμπερδέψει τόσο εύκολα. Η άμαξα επιβράδυνε μόλις έφτασε πλάι του. Γέλια, αντρικά και γυναικεία ανάμικτα. Νεανικά, αλλά αμβλυμμένα από οινόπνευμα. Έριξε μια κλεφτή ματιά κι είδε το λακαρισμένο ξύλο, τα παραπετάσματα από ιώδες μετάξι. Στο παράθυρο του οχήματος φάνηκαν δυο άντρες, με τα μάτια θολωμένα από το ποτό, τα πρόσωπα κατακόκκινα. Δυο γυναίκες στριμώχτηκαν πλάι τους. Η μικρότερη έμοιαζε πολύ με τον ψηλότερο νεαρό, αδερφή ή το πολύ ξαδέρφη. Η μεγαλύτερη γυναίκα δεν είχε φτηνότερα ενδύματα από τους συνοδούς της, ούτε τη στόλιζαν λιγότερα κοσμήματα. Αλλά η πρόστυχη έκφρασή της, η κοκκινισμένη από χέννα τούφα που ξεκινούσε από το κέντρο του μετώπου της και κατέβαινε ως τον γυμνωμένο ώμο της, η έκταση του δέρματός της που έμενε ακάλυπτη από την εσθήτα της, όλα επιβεβαίωναν το επάγγελμα που της είχε εξασφαλίσει θέση στο όχημα και την εκδρομή.

Άρχισαν κι οι τέσσερις μαζί να περιγελούν το μοναχικό διαβάτη. Το χλωμό δέρμα του, τα αχυρένια μαλλιά του, τα αποστεωμένα μέλη του, τα κουρέλια που φορούσε. Δεν έδωσε σημασία. Είχε τη δυνατότητα να τους ξεφορτωθεί όλους, ακόμη και να τους σκοτώσει, μαζί και τους έξι καβαλάρηδες που τους συνόδευαν. Αλλά το είχε περάσει αυτό το στάδιο στη ζωή του και δε συμπεριφερόταν έτσι πια.

Βλέποντας πως δεν καταδεχόταν ούτε να στραφεί προς το μέρος τους, οι εύποροι ταξιδιώτες χειροτέρεψαν τις προσβολές τους, οι γυναίκες ειδικά τον προκάλεσαν και τον έλουσαν με χαρακτηρισμούς που θα έκαναν έναν λιγότερο ταξιδεμένο άντρα να κοκκινίσει. Άκουσε ύφασμα να θροΐζει καθώς του αποκάλυπταν μέρη της ανατομίας τους, ενώ οι άντρες χαχάνιζαν. Αλλά και πάλι δεν καταδέχτηκε να σηκώσει το κεφάλι του. Είχε κοφτερή γλώσσα όταν ήθελε και θα μπορούσε να τους αποστομώσει. Αλλά κι αυτό το στάδιο της ζωής του το είχε ξεπεράσει.

Στο τέλος βαρέθηκαν και πρόσταξαν τον αμαξά να επιταχύνει. Άκουσε τον απόηχο από τις ρόδες και τα πέταλα να σβήνει σταδιακά.

***

Άκουσε τα άλογα που χλιμίντριζαν και φρούμαζαν, τις χορδές των τόξων που πάλλονταν, τις κλαγγές του μετάλλου, το ξύλο που τσακιζόταν. Και στο τέλος σιωπή.

Πριν τα ουρλιαχτά.

Σκέφτηκε να περιμένει ή να προχωρήσει στο δάσος, ν’ αφήσει πίσω του το δρόμο και όσα τον περίμεναν πάνω σ’ αυτόν. Αλλά κι αυτή τη φάση της ζωής του την είχε ξεπεράσει.

Μετά τη στροφή, είδε ακριβώς αυτό που περίμενε. Η άμαξα πεσμένη στο πλάι, κατεστραμμένη, οι πολεμιστές πεσμένοι στις πλάκες κατάστικτοι από βέλη, τα πληγωμένα άλογα να προσπαθούν να σηκωθούν για να ακολουθήσουν όσα το είχαν σκάσει ήδη. Τραχείς ένοπλοι άντρες, ληστές, έψαχναν τα συντρίμμια του οχήματος και τα πτώματα. Έσερναν τους πλούσιους έξω, έτοιμοι ν’ αποτελειώσουν τους άντρες, να ακινητοποιήσουν τις γυναίκες. Δε χαχάνιζαν, δεν αστειεύονταν, δεν μιλούσαν καν. Προσπαθούσαν να πάρουν ότι μπορούσε να τους φανεί χρήσιμο πριν φύγουν βιαστικά – καινούρια όπλα, κέρματα, λίγες στιγμές ηδονής.

Στένεψαν τα μάτια τους ζυγίζοντας τον Αλγεινό, αν έπρεπε να τον αντιμετωπίσουν, να τον αγνοήσουν ή να του προσφέρουν μερτικό. Τελικά σήκωσαν τους ώμους τους. Του πέταξαν ένα καρβέλι λευκό ψωμί που είχε πέσει κοντά στα αίματα, μα δεν είχε λερωθεί. Ακολούθησε ένα μισοάδειο φλασκί με κρασί.

Είχε τρεις μέρες να βάλει αληθινό φαγητό στο στόμα του. Το λογικό ήταν να νεύσει την ευγνωμοσύνη του και να προχωρήσει. Να αφήσει τους ληστές να τον μετατρέψουν σε συνένοχό τους κατά κάποιον τρόπο. Να κρίνει εκείνους που είχαν σταθεί να τον περιγελάσουν, να πει πως τους άξιζε αυτό που πάθαιναν. Να τους κρίνει όπως τον είχαν κρίνει, άδικα.

Αλλά κι αυτή τη φάση της ζωής του την είχε ξεπεράσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: