Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

Οι Περιφέρεις - Σπειρωνίας

Να και ένα παραμύθι από την Οικεία Ανατολή, από τη Σπειρωνία που βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της κι έχει ασυνήθιστη παράδοση.

Τα πέντε ανθρωπάκια

Ήτανε μια φορά μια κόρη. Δεν είχε δώσει ο Δημιουργός να κάμουν άλλα παιδιά οι δικοί της, μα έφτανε εκείνη, γιατί είχε όλα τα καλά μαζεμένα πάνω της. Και καλόκαρδη ήτανε, και χρυσοχέρα και ξουράφι το μυαλό της. Και την είχανε αρρεβωνιασμένη μ’ ένα παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά, μοναχογιός κι εκείνος.

Ο κύρης του παλικαριού είχε καΐκι και πήγαινε πέρα-δώθε στα νησιά να πουλάει και ν’ αγοράζει. Του ‘πε μια μέρα το παιδί:

«Μεγάλωσα πια. Δε μου ‘χεις εμπιστοσύνη να κάνω μόνος μου ταξίδι;»

Τι να κάμει ο γέρος, δεν ήθελε να τον κακοκαρδίσει το μοναχογιό του, τον άφησε. Κάνει ένα ταξίδι το παλικάρι, όλα καλά. Κάνει δύο, κάνει τρία. Κάθε βολά, μόλις γύρναγε, έστελνε με τον υπηρέτη στην αρρεβωνιάρα του δώρα νησιώτικα. Πότε σκουλαρίκια, πότε καθρέφτη, πότε ένα κλωνί κοράλλι να το βάνει στην κάμαρή της να βλέπει να τον έχει στο νου της.

Και στο δέκατο ταξίδι απάνω, τη μέρα όπου ήτανε να γυρίσει, ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Η κόρη είχε δει άσκημο όνειρο τη νύχτα, έβαλε κακό με το νου της. Το λέει του κυρού της, πάει εκείνος, ρωτάει, μαθαίνει. Γύρισε αργά το βράδυ στο σπίτι τους, κίτρινος ως το λεμόνι. Εκείνη είχε μείνει ξάγρυπνη από την ανησυχία της. Της είπε πως το παλικάρι καθυστέρησε στα νησιά με δουλειές κι έχει να ‘ρχεται σε λίγες μέρες. Μα η κόρη δεν τον πίστεψε τον κύρη της, τον έβλεπε που μάσαγε τα λόγια του. Τον έβαλε στα δυο στενά, ώσπου της μαρτύρησε το μυστικό: το παλικάρι είχε στείλει γραφή να χαλάσουν οι αρρεβώνες.

Η κόρη ήτανε να σκάσει. Σηκώθηκε και πήγαινε πέρα-δώθε από τη μια κάμαρα στην άλλη και ησυχία δεν έβρισκε. Ως το πρωί, δεν είχε ξαπλώσει στιγμή, ας την παρακαλάγανε οι γονιοί της. Μόλις έφεξε, το είχε πάρει απόφαση τι να κάμει. Παρήγγειλε του κυρού της να της φέρει μια φορεσιά αντρίκια• αφού δεν είχε αδερφούς να πάνε να ζητήσουν το δίκιο της, θα πήγαινε μοναχή της. Την ορμήνεψε κείνος να κάτσει ήσυχη, την ορμήνεψε η μάνα της, μα δε μπορέσανε να την κάμουνε καλά. Στο τέλος, της έγινε το χατίρι.

Ντύνεται παλικάρι η κόρη, μπαίνει σ’ ένα καΐκι που ‘πιανε ένα-ένα τα νησιά με τη σειρά, τάχαμου να μάθει τη ναυτική. Σα δέσανε στο πέμπτο λιμάνι, βλέπει η κόρη τον αρρεβωνιάρη της να παίρνει τον αέρα του έξω στη στεριά. Λέει του καπετάνιου η κοπέλα:

«Δεν κάνω εγώ για τη θάλασσα. Συχώρα με που σ’ απαρατάω και μη μου κάμεις πληρωμή».

Βγαίνει στη στεριά η κόρη, πήρε κι ακολούθαγε το παλικάρι στα στενά. Έφτασ’ αυτό σ’ ένα αρχοντόσπιτο δίπατο, χτυπάει τη θύρα. Ανοίγουνε δυο γυναίκες, μια μεγάλη, μια μικρή, μαύρες κι άσκημες σαν κάργιες, αλλά ντυμένες στο χρυσάφι. Κι ο νιος εφίληε το χέρι της μεγάλης λες και την είχε μάνα, αγκάλιαζε τη μικρή λες και την είχε γυναίκα. Μπήκανε μέσα, κλείσανε τη θύρα.

Η κόρη – αντρίκια ντυμένη ακόμα – πάει πίσω στο γιαλό. Στο δρόμο βάραγε τα στήθια της κι έλεγε να πέσει στα βράχια να σκοτωθεί, που την είχε απαρνηθεί ο αγαπητικός της για τα φλουριά. Μόλις έφτασε δίπλα στο κύμα, βλέπει μια γριά μαυροφορούσα να μαζεύει αρμυρίκια. Είπε να περιμένει, να μη σκοτωθεί μπρος σε ξένο άνθρωπο η κόρη, κι έκατσε συλλοϊσμένη σε μια πέτρα.

Σαν έφτασε κοντά της η γερόντισσα κούτσα-κούτσα, της άνοιξε κουβέντα.

«Καλώς τονε», της λέει – γιατί την πέρασε την κόρη για παλικάρι. «Εσένα που σε βλέπω κι είσαι ωραίος νέος, να σου δώκω μια συμβουλή. Να μην πας στην πέρα γειτονιά. Εκεί είναι μια μάνα και μια θυγατέρα που όποιονε λιμπιστούνε, τον ποτίζουνε ένα κακό νερό και τρελαίνεται για δαύτες και ξεχνάει και σπίτι και γυναίκα και παιδιά ακόμα, αν έχει. Κι άμα τους βαρεθούνε τους κακόμοιρους, τους στέλνουν εδωνά, να πέσουν μοναχοί τους στα βράχια να γενούν κομμάτια».

Η κόρη αναθάρρησε. Δεν την είχε απαρνηθεί με δική του βούληση ο αρρεβωνιάρης της, μον’ τον είχανε μαγεμένο. Κι όπως άκουγε τη γριά από την ομιλία, ήτανε πατριώτισσά της. Έτσι, είχε το θάρρος και τη ρώτησε:

«Κι όποιον έχουν δεμένο θείτσα, δε λύνεται με τίποτα;»

Κι η γριά αποκρίθηκε:

«Ο νους, παιδί μου είναι σαν το σπίτι. Πρέπει ν’ ανοίξεις πόρτες και παράθυρα για να αεριστεί. Πρέπει να λυθούνε τα δάτυλα και η μύτη, τ’ αυτιά και τα μάτια, τελευταία η γλώσσα».

«Και δε βρέθηκε κανένας να τις χαλάσει εκείνες τις δυο, να λευτερώσει τον τόπο;», ξαναρώτησε η κόρη.

«Ποιος έχει ανάκαρα;», κατηγόρησε η γριά.

«Εγώ ‘χω», είπε η κόρη.

Αφού την κοίταξε καλά-καλά, η μαυροφόρα έβαλε το χέρι στον κόρφο της κι έβγαλε ένα κουτί ντυμένο σε φίλντισι και το ‘δωσε στην κόρη. Το ανοίγει η κοπέλα, βλέπει έξι ανθρωπάκια σκαλιστά σε ξύλο και χρωματισμένα.

«Άμα τα βάλεις στο πάτωμα νύχτα», της είπε η γερόντισσα, «ό,τι χάρη θέλεις θα στην κάμουν ως το πρωί και μετά θα χαθούν. Μα το τελευταίο, το μαύρο, να μην το βγάλεις απ’ το κουτί».

Η κόρη την ευχαρίστησε τη μαυροφόρα, έβαλε το κουτί στο δικό της κόρφο κι έφυγε από το γιαλό. Κρύφτηκε, έβγαλε τα αντρίκια τα ρούχα και ξαναντύθηκε κοπέλα. Μετά πήγε στο σπίτι το δίπατο και χτύπησε την πόρτα. Κι άμα της άνοιξε η μεγάλη η γυναίκα, η μάνα, είπε πως είναι ορφανή και ψάχνει αφεντικά να πιάσει υπηρέτρια. Η άσκημη γυναίκα την κοίταξε καλά-καλά την κόρη κι απέ την έμπασε μέσα. Μόλις αντίκρισε τον αρρεβωνιάρη της η κοπέλα, ήθελε να ορμήσει απάνω του να τον συνεφέρει, μα κείνος την κοίταξε λες κι ήτανε ξένη.

Από κείνη την ώρα, οι δυο αφεντικίνες βάνανε την κόρη να κάνει πολλές δουλειές, να πλένει και να μαγειρεύει, να σκουπίζει και να σφουγγαρίζει, να ασβεστώνει και να σκαλίζει, να φέρνει νερό από το πηγάδι και να κόβει ξύλα για τη φωτιά. Τον αρρεβωνιάρη της τον συναντούσε συνέχεια, μα μάτια δεν είχε για δαύτη, μόνο για τη θυγατέρα του σπιτιού.

Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που το ‘χε κρυμμένο σ’ ένα άδειο πιθάρι στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο γαλανό σαν τα μάτια του αγαπητικού της. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά γαλάζια και της ζητάει ορμήνια.

Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο γαλάζιος νέος και χτυπάει τη θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και του ‘δειξε το χρυσό δαχτυλίδι της, τάχαμου ότι το είχε αγοράσει κείνος για μια κοπέλα που ήθελε να ζητήσει. Ο μαγεμένος το στριφογύρισε καλά-καλά στο χέρι του το δαχτυλίδι, το χάιδευε ώρα πολλή, μα στο τέλος είπε μονάχα πως πολύ ωραίο είναι. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το γαλάζιο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.

Από κείνη την ώρα, τα δάχτυλα του αρρεβωνιάρη της κοπέλας είχανε ξυπνήσει. Σαν πήγαιναν οι δυο άσκημες γυναίκες που τον είχαν δεμένο να τον ακουμπήσουν, ανατρίχιαζε. Μάνα και θυγατέρα σκύλιασαν. Βγάλανε το άχτι τους να μην αφήνουν σε χλωρό κλαρί την κόρη που τους έκανε την υπηρέτρια. Την έστελναν μέρα και νύχτα σε δουλειές, όχι μονάχα γυναίκειες, μα και βαριές αντρίκιες.

Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο κίτρινο, όπως το λούλουδο που της είχε δώσει ο αγαπητικός της σαν την πρωτοείδε στη βρύση του χωριού τους. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά κίτρινη και της ζητάει ορμήνια.

Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο κίτρινος νέος και χτυπάει τη θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και του ‘δειξε μια μπάλα μύρο από τα μέρη μας, τάχαμου πως είχε φέρει τέτοιο φορτίο με το καΐκι του. Ο μαγεμένος τη μύρισε καλά-καλά τη μπάλα, την έπλαθε στα χέρια, μα στο τέλος είπε μονάχα πως καλό μύρο είναι, από το ακριβό. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το κίτρινο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.

Από κείνη την ώρα, είχε ξυπνήσει η μύτη του αρρεβωνιάρη της κοπέλας. Όλο του φαινότανε πως βρωμάνε οι δυο άσκημες γυναίκες και έβανε να αρωματίζουνται για να τον πλησιάσουνε. Μάνα και θυγατέρα χολώσανε. Βγάλανε το άχτι τους να την αφήνουν νηστική την κόρη που τους έκανε την υπηρέτρια κι ας της είχαν φορτωμένες δουλειές για δυο ανθρώπους.

Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο άσπρο, σαν τα δόντια της τα μαργαριταρένια που φαινόντανε άμα έβλεπε τον αγαπητικό της να χορεύει στο πανηγύρι και χαμογέλαγε. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά άσπρη και της ζητάει ορμήνια.

Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο άσπρος νέος και χτυπάει τη θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και πήρε έναν ταμπουρά κι άρχισε να λέει τραγούδια από τα δικά μας τα μέρη. Ο μαγεμένος άκουσε και βούρκωσε, ζήταγε όλο ν’ ακούσει κι άλλο, μα στο τέλος είπε μονάχα πως καλά περάσανε. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το άσπρο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.

Από κείνη την ώρα, δεν τον χώραγε πια ο τόπος τον αρρεβωνιάρη της κόρης, είχανε ξυπνήσει τ’ αυτιά του. Είδανε και πάθανε οι κακούργες να τον κρατήσουνε να μη φύγει. Τα παρακάλια δεν πιάνανε, δεν ήθελε ν’ ακούει τη φωνή τους. Αναγκαστήκανε και τον ποτίσανε πάλι με το κακό νερό. Βγάλανε το άχτι τους στην κόρη που είχανε και τους έκανε την υπηρέτρια, αρχίσανε και τη δέρνανε με το παραμικρό.

Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο κόκκινο, σαν πως γίνανε τα μάγουλά της όταν της είχε πιάσει το χέρι ο αγαπητικός της για να της περάσει στο δαχτύλι τον αρρεβώνα. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά κόκκινη και της ζητάει ορμήνια.

Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο κόκκινος νέος και χτυπάει την θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και του ‘δωκε το μαντήλι που του ‘χε κεντημένο η αρρεβωνιάρα του και δεν είχε προλάβει να του το δώκει, δήθεν ότι ήτανε δικό του, από δική του αγαπητικιά. Ο μαγεμένος κοίταγε τα παγώνια και τα αμπέλια που ήταν ιστορημένα στο πανί, το γύρναγε από τη μια, το γύρναγε από την άλλη, μα στο τέλος είπε μονάχα να τη χαίρεται ο ξάδερφος την αγαπητικιά του τη χρυσοχέρα. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το κόκκινο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.

Από κείνη την ώρα, ξυπνήσανε τα μάτια του αρρεβωνιάρη της κόρης. Αντί να κοιτάζει τις δυο κακίστρες που τον είχανε μαγεμένο, κοίταγε κείνη όλη την ώρα κι αφαιρενότανε. Ζηλέψανε μάνα και θυγατέρα και της είπαν της κόρης να ετοιμάσει προικιά, για να στείλουνε γραφή σ’ ένα συγγενή τους να ‘ρθει να την πάρει νύφη.

Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει το πέμπτο ανθρωπάκι, βαμμένο πράσινο, σαν τα δικά της τα μάτια. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά πράσινη και της ζητάει ορμήνια.

Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο πράσινος νέος και χτυπάει την θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και ήθελε σώνει και καλά να μαγειρέψει η υπηρέτρια. Του κάμανε το χατίρι κι η κόρη έφκιασε ένα σωρό φαγιά από τα δικά μας τα μέρη. Έφαγε ο μαγεμένος κι όλο και συνερχότανε. Και μόλις γεύτηκε και το γλυκό στο τέλος, ξύπνησαν ο λόγος κι ο λογισμός του. Πετάγεται όρθιος και τα θυμήθηκε όλα. Μια ζήταγε σχώρεση από την αρρεβωνιάρα του, μια έψαχνε να βρει σπαθί στον οντά να χαλάσει τις κακούργες.

Μα οι άσκημες γυναίκες είχανε πονηρευτεί από τις τόσες επισκέψεις κι είχανε παρακλουθήσει την υπηρέτριά τους. Το φιλντισένιο κουτί που ‘χε κρυμμένο στο πιθάρι, το ‘χανε βρει και το ‘χανε παρμένο. Το βγάνει η μάνα από τον κόρφο της, τ’ ανοίγει η θυγατέρα και παίρνει το μαύρο ανθρωπάκι. Το απιθώνει στο πάτωμα, γίνεται παλικάρι με μαύρη φορεσιά. Είχε από ένα σπαθί σε κάθε χέρι και τις κόβει και τις δύο. Μετά έφυγε αμίλητο και δεν το ξανάδε κανένας.

Η κόρη κι ο αρρεβωνιάρης της πήρανε το πρώτο καΐκι που πέρασε, γυρίσανε στο χωριό τους και με την ευκή των γονιών τους παντρευτήκανε αμέσως. Κουμπάρο κάμανε τον καπετάνιο που είχε πάρει την κόρη στο καΐκι του για ναύτη, τον καιρό που ήτανε ντυμένη αντρίκια. Και κουμπάρα τη γριά τη μαυροφόρα. Στο γλέντι ήρθε και το πράσινο παλικάρι. Κι αφού έσυρε ένα χορό, γύρισε μετά κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

Αναγνώσματα - 2

Είπα, πριν συνεχίσω με (ελπίζω) πιο ενδιαφέροντα πράγματα, να δώσω και μια λίστα με τα βιβλία που με επηρέασαν σαν συγγραφέα και δεν ανήκουν στο χώρο της φανταστικής λογοτεχνίας.

Προσπαθώντας να κάνω τη λίστα μου, συνειδητοποίησα μερικά σημαντικά πράγματα:

α) Αφού κάθε βιβλίο που διαβάζω με επηρεάζει έστω και ελάχιστα, οι λίστες ποτέ δεν είναι πλήρεις (ήδη έχω βρει τρία που ξέχασα να συμπεριλάβω τις προηγούμενες δύο λίστες)

β) Από τότε που ανακάλυψα τη φανταστική λογοτεχνία (δεκαπέντε χρόνια πριν) δεν πολυδιαβάζω πράγματα που να είναι εκτός των ορίων της.

Παράλειψη, θα πει κανείς. Η αλήθεια είναι πως το φανταστικό με έκανε απαιτητικό. Θέλω ένα βιβλίο να έχει πλοκή ενδιαφέρουσα, δε μου αρκεί πια να είναι καλογραμμένο κι ας πραγματεύεται ανουσιότητες. Θέλω ένα βιβλίο να μη φοβάται να πειραματιστεί με τη γραφή, τη θεματολογία και τη δομή του. Θέλω ένα βιβλίο να μη λέει στον αναγνώστη αποκλειστικά αυτό που εκείνος ήδη γνωρίζει/πιστεύει, μόνο και μόνο για να του γίνει αρεστό.

Αυτά τα τρία στοιχεία, συχνά οδηγούν έναν συγγραφέα στις παρυφές του φανταστικού, ακόμη κι όταν το έργο του ανήκει στη λεγόμενη «κλασική» λογοτεχνία.

γ) Έχω διαβάσει λιγότερα σύγχρονα βιβλία, παρά παλιά.

Δεν πιστεύω πως «δε γράφονται πια βιβλία σαν εκείνα». Το αντίθετο• γράφονται καλύτερα βιβλία σήμερα παρά ποτέ. Αλλά όταν οι άνθρωποι που δόξασαν ένα λογοτεχνικό έργο έχουν πεθάνει κι αυτό ζει ακόμη, δε φοβάμαι τόσο μήπως πέσω θύμα της αναγνωστικής μόδας και των συγκυριών.

Κάθε λίγα χρόνια, εκδίδεται ένα «υπερευπώλητο» βιβλίο που πολλοί το διαβάζουν και μετά δεν το θυμάται κανείς. Γιατί; Γιατί επρόκειτο περί σαπουνόφουσκας εξαρχής.

Η όλη αξία τέτοιων περιπτώσεων έγκειται στο ότι πιάνουν τον παλμό της εποχής τους. Δεν είναι μικρό επίτευγμα. Μα είναι εφήμερο κι επιφανειακό.

δ) Πολλά από τα αγαπημένα μου βιβλία δεν έχουν θέση στις λίστες που σήκωσα.

Με άλλαξαν σαν άνθρωπο, άλλαξαν αυτά που έχω να πω και να γράψω, όχι όμως και τον τρόπο που τα λέω ή τα γράφω.

Αν και τα θέματα που μας απασχολούν, ο τρόπος που τα βλέπουμε, είναι το ίδιο σημαντικά με την ικανότητά μας να τα εκφράζουμε, συνήθως δεν τα μετράμε σαν μέρος τη συγγραφικής μας τέχνης.



(Αφού την έφτιαξα που την έφτιαξα τη λίστα μου, ας την παραθέσω τελικά, αν και η ουσία της δημοσίευσης βρίσκεται σε όσα διαβάσατε ήδη.

Αλέξανδρος Δουμάς, πατήρ / Αύγουστος Μακέ – Ο Κόμης Μοντεχρήστος – οι συνέπειες των πράξεων σε προσωπικό επίπεδο

Άρθουρ Κόναν Ντόιλ - Σέρλοκ Χολμς (άπαντα) – ο εξαιρετικά ικανός χαρακτήρας που γίνεται πιστευτός αντί να παίρνει εξωπραγματικές διαστάσεις ή να κουράζει με την εξήγηση των μεθόδων του

Ernest Hemingway - Ο γέρος και η θάλασσα – άλλο οι χαρακτήρες αρχέτυπα (καλό), άλλο οι χαρακτήρες σύμβολα (απλοϊκό)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Οι έμποροι των εθνών – τα ελληνικά μπορούν να είναι όμορφα και σωστά, ακόμη κι αν δεν ακολουθούν ψυχρά την πιο πρόσφατη γραμματική. Οι γλώσσες είναι ζωντανές κι όσο μια μορφή τους τη γράφει έστω και ένας μας, δεν καταντάει παρωχημένη

Dashiel Hammett - Continental Op (άπαντα) – οι διάλογοι πρέπει να είναι ρεαλιστικοί, λιτοί και περιεκτικοί, γεμάτοι ένταση. Όχι μακρόσυρτοι, μελοδραματικοί και γεμάτοι πληροφορίες που οι χαρακτήρες δεν έχουν κανέναν πιστευτό λόγο να τις εκφράσουν πέρα από το να τις μεταδώσουν στον αναγνώστη

Raymond Chandler – Φίλιπ Μάρλοου (άπαντα) – η μαγεία της περιγραφής σε πρώτο πρόσωπο, γεμάτης με υποκειμενικές εντυπώσεις και ευφάνταστες παρομοιώσεις

John Steinbeck - Τα σταφύλια της οργής – μια ιστορία μπορεί όχι μόνο να ξεκινά in medias res, αλλά και να τελειώνει έτσι

Franz Kafka - Η δίκη – δεν χρειάζεται πάντα να καταφεύγουμε σε κάποιο απτά υπερφυσικό εύρημα, ούτε όμως και στον σουρεαλισμό

Milorad Pavic - Το λεξικό των Χαζάρων – κάθε δομή ιστορίας που μπορεί να συλλάβει το ανθρώπινο μυαλό, οσοδήποτε περίπλοκη ή πρωτοποριακή, είναι δυνατόν να γραφτεί, αρκεί να βρεις κανείς το σωστό τέχνασμα για να την εκφράσει

Gabriel Garcia Marquez - Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου – η τραγικότητα δεν είναι προνόμιο μόνο μεγαλειωδών ατόμων, οι λογοτεχνικοί ήρωες μπορούν να κάνουν μεγάλα λάθη και να παραμένουν κατανοητοί στον αναγνώστη

Robert Luis Stevenson - Δρ Τζέκυλ και κος Χάιντ – πώς μια πολυπρόσωπη, σπονδυλωτή ιστορία μπορεί να διατηρεί τον ειρμό της και να μη μοιάζει συρραφή άσχετων τμημάτων

Italo Calvino - Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδευτής – η πλοκή μερικές φορές μπορεί να πηγαίνει μπρος και πίσω στο χρόνο, αλλά μπορεί επίσης και να ανοίγει σε ξεχωριστά παράλληλα μονοπάτια

Albert Camus - Ο Ξένος – υπόδειγμα λεπτομερούς περιγραφής χώρου/καταστάσεων αλλά και σκιαγράφησης χαρακτήρα

Ευγένιος Ιονέσκο – Ρινόκερος – το έργο δε μιλάει για το ναζισμό (ο ίδιος το είχε πει αυτό), αλλά για το δικαίωμα να διαφωνεί κανείς με την πλειοψηφία

Steven Pressfield - Πύλες της Φωτιάς – εδώ έμαθα ότι δε χρειάζεσαι μόνο μάχες, ούτε και αρκούν οι μάχες από μόνες τους, για να επιτευχθεί η επική ατμόσφαιρα

William S. Burroughs - The Soft Machine – η τεχνική Cut-Up, το απώτερο σύνορο της εναλλαγής σκηνών, οπτικών γωνιών, ακόμη και πλοκών

Αντώνης Σαμαράκης – Το λάθος – γράφτηκε πάνω από 40 χρόνια πριν, αλλά μοιάζει πολύ φρεσκότερο σε γραφή από τα αρτηριοσκληρωτικά «φετινά» ελληνικά μυθιστορήματα που αντιγράφουν είτε περσινές ξένες επιτυχίες, είτε τα δημοφιλή ελληνικά του ’30 και του ’70. Η πρώτη ίσως φορά που συνάντησα χαρακτήρες που θα μπορούσαν να είναι αληθινοί άνθρωποι κι όχι κατασκευάσματα από χαρτί και μελάνι

Αυτά, χωρίς συνδέσμους)

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

Οι Περιφέρειες - Κριθησίων

Μετά από ένα χρονικό κενό (λόγω ασθενείας), ένα ακόμη παραμύθι. Αυτή τη φορά, από την Περιφέρεια Κριθησίων, ανατολικά της Μυριάνδρου, κοντά στην πρωτεύουσα (και τα αυτιά των αρχόντων).


Του δράκου η νύφη


Μια φορά, ζούσε ένας άνθρωπος που δεν ημπόρεσεν να κάμει παιδιά με την κυρά του. Ήτανε τότες νόμος που έλεγε κάθε οικογένεια να έχει έναν άντρα στα κατάστιχα για να παγαίνει στρατιώτης και θα τους δίνει ο βασιλιάς κλήρο. Μα είχεν παραμεγαλώσει ο άνθρωπος που λέγαμεν και θα τον ησβήνανε από τα κατάστιχα και θα του ηπαίρνανε τον κλήρο πίσω. Και γιο ή γαμπρό για να γραφτεί ευτείνος δεν είχεν. Κι έλεγεν ο νόμος πως όποιος δεν ημπορεί να παγαίνει στρατιώτης, ας κρατεί τον κλήρο, μα να δίνει φόρο. Κι ούτε φλουριά είχεν ο ανθρωπάκος να δίνει, φτωχός ήτανε.

Εκεί που ηκαθότανεν συλλοϊσμένος σε μια πέτρα, έρχεται ένας δράκος και τον ρώταγε τι έχει. Ευτείνος δεν ήθελεν να ειπεί, μα με τα πολλά παρακάλια, είπεν τον πόνο του.

«Και γι’ αυτό χολοσκάς;», λέει ο δράκος. «Να σου δώσω εγώ ένα φουντούκι να το φάει η κυρά σου και σε εννιά μήνες να γεννήσει. Κι αν είναι γιος, γράφ’ τον στα κατάστιχα, αν είναι θυγατέρα θα σου στέλνω κάθε χρονιά να πλερώνεις φόρο να κρατείς τον κλήρο σου. Κι αν είναι αγόρι, μου το δώνεις για παραγιό σα γίνει δεκάξι χρονώ, αν είναι κοπελούδα μου τη δώνεις για κυρά μου σα γίνει δεκατεσσάρω».

Πήρεν ο άνθρωπος το φουντούκι και το έδωσεν της κυράς του. Κι έκαμεν εκείνη απάνω στους εννιά μήνες ένα κοριτσάκι και χαρήκανε πολύ που γινήκανε γονιοί έστω και στα γεράματα. Κι ήστελνεν ο δράκος κάθε χρόνο φλουριά για το φόρο και δώρα για το παιδί, να ‘χει απ’ όλα.

Ημεγάλωσε η θυγατέρα κι εγίνηκε όμορφη πολύ, μελαχροινή και γαλανομάτα. Κι ήτανε και συνετή και χρυσοχέρα. Κι όταν έγινε δεκατριώ, οι γονιοί της τα ‘βαψαν μαύρα που ‘πρεπε να τη δώνουν την άλλη χρονιά. Εκείνη κατάλαβε που κάτι είχαν και τους ρωτούσε κάθε μέρα, μα της έλεγαν πως από τα γηρατειά έχουν στεναχώρια. Ως τη στερνή μέρα, που της το μαρτύρησαν.

«Και γι’ αυτό χολοσκάτε;», λέει ευτείνη. «Πάω στου δράκου. Κι ως τη βδομάδα, να δείτε που μ’ αφήνει και γυρνώ πίσω».

Την αυγή, έβαλεν το φόρεμα το μεταξωτό που είχεν στείλει ο γαμπρός γι’ αυτήνη τη δουλειά και πάει να σταθεί σ’ ένα τρίστρατο που είχεν πει του πατρός της ο δράκος. Και πέρασεν ένας ανεμορούφουλας και την πήρεν και – ωπ! – βρέθηκε ξάφνου σ’ ένα χρουσό παλάτι.

«Καλώς την, την κοκώνα, να κάμουμε τους γάμους μας», την υποδέχτηκεν ο δράκος.

Με το που τον είδεν η κοπελιά, της κόπηκε το αίμα. Αλλά ήτανε ξύπνια και το ‘κρυψεν.

«Ολόκληρο δράκο παίρνω», είπεν. «Έτσι θα γένει ο γάμος; Χωρίς νταούλια;»

«Γι’ αυτό χολοσκάς;», λέει ο δράκος.

Βγάνει μια βέργα, χτυπά το πάτωμα. Έρχεται ο ανεμορούφουλας και τον παίρνει να πάει να φέρει τα νταούλια.

Άρχισε εκείνη κι έψαχνε τες χρουσές κάμαρες, που ήτανε σαράντα, μήπως βρει κάτι να ξεκάμει το δράκο. Κι αλλού βρήκε ασήμι, αλλού φλουριά, αλλού μπακίρι κι αλλού μετάξι. Και βρήκε και τρεις θύρες κλειδωμένες.

Έρχεται την άλλη μέρα ο δράκος κι είχεν ένα καρύδι και το σπάει. Και βγαίνουν από μέσα εκατό μουζικάντηδες με τα νταούλια και τα βιολιά τους και παίζανε, να σου φύγει ο νους.

«Καλά τα νταούλια», είπεν η κοπελιά. «Μα ολόκληρο δράκο παίρνω. Έτσι θα γένει ο γάμος; Χωρίς τραπέζι;»

«Γι’ αυτό χολοσκάς;», λέει ο δράκος και χτυπά τη βέργα του στο πάτωμα. Έρχεται ο ανεμορούφουλας και τον παίρνει να πάει να φέρει για το τραπέζωμα.

Δεν ήξευρεν τι άλλο να κάμει η νύφη για να γλιτώσει κι ήκατσεν να γνέσει, μπας κι έφερνε στροφές και το μυαλό της μαζί με την ανέμη.

«Μπα!», λέει η ανέμη όπως γύρναγε. «βρήκεν κυρά ο δράκος;»

«Βρήκεν», απαντάει η κοπελιά η προκομμένη, «μα η νύφη δεν τον θέλει».

«Γι’ αυτό χολοσκάς;», λέει η ανέμη. «Να τον στείλεις σε θέλημα αύριο και να του ζητήσεις να σου ανοίξει την πρώτη κάμαρη να κάθεσαι».

Έρχεται την άλλη μέρα ο δράκος, είχε ένα λεμόνι και το ‘στυβε. Κι όσο τρέχανε τα ζουμιά, γίνουνταν τραπέζια με λινά στρωσίματα, και με φαγιά που μοσχομυρίζανε και με χρουσά κουτάλια.

«Καλό το τραπέζι», λέει η κοπελιά. «Μα ολόκληρο δράκο παίρνω. Έτσι θα γίνει ο γάμος, χωρίς στολίσματα στο παλάτι; Κι άμα λείπεις, δε μ’ ανοίγεις την πρώτη κάμαρη να παίζω, να μη βαριέμαι που δε θα σ’ έχω συντροφιά;»

Βγάνει ο δράκος ένα κλειδί μπρούτζινο, ανοίγει την κάμαρη. Βγάνει και τη βέργα του, τη χτυπάει στο πάτωμα. Έρχεται ο ανεμορούφουλας και τον παίρνει να πάει να φέρει στολίσματα.

Μπαίνει η κόρη στην κάμαρη, τι να δει; Ένας κήπος που δεν είχε τελειωμό, με δέντρα και με λούλουδα και με σιντριβάνια. Πιάνει η νια ένα μαρμάρινο πάγκο κι έρχεται ένα αργυρό γεράκι και κάθεται στο δέντρο απέναντι.

«Για ειδές νύφη που παίρνει ο δράκος!», λέει το πουλί – μαθές τα ζα μιλούσανε ακόμη, κείνα τα χρόνια.

«Καλύτερα να φαρμακωθώ», απαντάει η κοπελιά, «παρά να τον κάμω αφέντη μου. Μα πού να βρω φαρμάκι;».

«Γι’ αυτό χολοσκάς;», κράζει το αργυρό γεράκι. «Να τον στείλεις αύριο σε θέλημα και να του πεις να σου ανοίξει τη δεύτερη κάμαρη, για να παίζεις. Και πάρε στα χέρια το γυάλινο τόπι, που βλέπει και ξεύρει όλην την Πλάση, να σου πει τι να κάμεις».

Έρχεται την άλλη μέρα ο δράκος, είχε αλάτι στη φούχτα του και το σκόρπαγεν ‘δω κι εκεί. Κι όπου έπεφτεν, απλώνουνταν πανιά άσπρα και ρόιδα κι όλα τα άλλα που είναι του γάμου.

«Καλά και τα στολίσματα», λέει η κοπελιά. «Αλλά χωρίς καλεσμένους, τι γάμο θα κάμομε; Δε φέρνεις τα πεθερικά σου να σε καμαρώσουνε γαμπρό; Κι άμα λείπεις, δε μ’ ανοίγεις τη δεύτερη κάμαρη να παίζω, να μη βαριέμαι που δε θα σ’ έχω συντροφιά;»

Βγάνει ο δράκος ένα κλειδί ξύλινο, ανοίγει την κάμαρη. Βγάνει και τη βέργα του, τη χτυπάει στο πάτωμα. Έρχεται ο ανεμορούφουλας και τον παίρνει να πάει να φέρει τα πεθερικά του.

Μπαίνει η κοπέλα στην κάμαρη, τι να δει; Σοφάδες και τραπέζια και παιχνίδια και χαρτιά κι ό,τι θέλει ο άνθρωπος να περνά την ώρα του. Παίρνει η κόρη το γυάλινο τόπι στα χέρια.

«Μη με παίξεις γιατί σπάω», λέει το τόπι. «Κάτσε διάβασε ‘κείνο το χαρτί και δεν έχεις να χάνεις».

Η κοπελιά είχεν δασκάλους με τα φλουριά που έστελνεν ο δράκος κι ήξερεν γράμματα. Παίρνει το χαρτί κι είδε που ήλεγεν για έναν τόπο όπου δεν ήστεκεν άνθρωπος μηδέ για μια στιγμή. Γιατί έριχνε ο ουρανός όλο κεραυνούς κι έκαιγε όποιον πάταγε ‘κει το πόδι του.

Έρχεται την άλλη μέρα ο δράκος, είχεν ένα μοσχοκάρυδο και το τρίφτει με τη γροθιά του και βγαίνουν οι γερόντοι.

«Έτοιμοι είμαστε», λέει η κοπελιά. «Μα τόσες μέρες, λέρωσε το φόρεμά μου. Τι γάμο θα κάμομε με τέτοιο νυφικό; Δράκο παίρνω. Να πας να μου φέρεις καινούριο, να μη ντρέπομαι να σταθώ δίπλα σου, λεβέντης που είσαι».

Και του λέει να πάει για ράφτη στον τάδε τόπο, ευτείνον τον τόπο που είχε διαβάσει στο χαρτί. Βγάνει ο δράκος τη βέργα του, τη χτυπάει στο πάτωμα. Έρχεται ο ανεμορούφουλας, τον παίρνει, τον πάει εκεί. Πέφτει το πρώτο αστροπελέκι, του καίει το αριστερό χέρι. Κάνει να χτυπήσει τη βέργα κάτω να γυρίσει πίσω στο παλάτι, πέφτει άλλο ένα αστροπελέκι και την καίει μαζί με το δεξί του. Πέφτει κι ένα τρίτο αστροπελέκι, τον κάνει κάρβουνο. Πάει καλλιά του.

Έμεινε το χρουσό παλάτι στους γερόντους και τη θυγατέρα τους. Φέρανε κλειδαράδες, ανοίξανε και την τρίτη κάμαρη. Τι να δούνε; Ήτανε μέσα ένα βασιλιόπουλο που ‘χε χρόνια χαμένο. Το ηλευτερώνουνε και τους ρωτάει τι θέλουνε. Το και το, του λέει η κοπελιά, για τον κλήρο τους και τον άδικο νόμο.

«Γι’ αυτό χολοσκάς;», λέει το βασιλιόπουλο. «Γράφτω τώρα νόμο, όποιος είναι γέρος και δεν κάνει πια για στρατιώτης, άμα δεν έχει παιδιά, να κρατεί τον κλήρο του ως να πεθάνει, χωρίς φόρο».

Κι έτσι άλλαξε ο νόμος κι έγινε ‘κείνος που έχουμε και τώρα.

Κι αφού η θυγατέρα των γερόντων ήτανε όμορφη και προκομμένη και μυαλωμένη και προίκα είχεν, και τόσο φιλότιμη ήτανε που μόνο για τους φτωχούς ηζήτηξεν και για τον εαυτόν της τίποτα, καλήν την έκρινεν το βασιλιόπουλο και την ήκαμεν κυρά του. Και δε χρειάστηκεν να κάμουνε άλλο από κάλεσμα, τι όλα τα είχε ετοιμάσει πρωτύτερα ο δράκος.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

Αναγνώσματα - 1

Είμαι βιβλιοφάγος. Αλλά ασχολούμαι και με τη συγγραφή κι αυτό με κάνει να βλέπω τα βιβλία που διαβάζω με άλλο μάτι. Εγώ πώς θα το έγραφα αυτό; Εγώ θα μπορούσα να το είχα σκεφτεί αυτό; Κρίνω σ' ένα επίπεδο που θα ήταν μάλλον ακατανόητο (κι ανούσιο) για κάποιον που δεν έχει σκεφτεί ποτέ να γράψει ο ίδιος.

Κι έχω δυο αξιώματα:

1. Δε με διδάσκουν μόνο τα καλά βιβλία (που μου λένε πώς να γράψω κι εγώ καλά), αλλά και τα μέτρια (που μου λένε σε τι παγίδες να μην πέσω, πώς να μην τελματώσω μια καταπληκτική ιδέα με μέτρια γραφή ή το αντίστροφο) κι ακόμη και τα κακά (που μου λένε τι να αποφύγω γιατί δεν πιάνει στην πράξη).

2. Από κάθε συγγραφέα αρκεί να διαβάσω ένα έργο και μόνο, ακόμη κι αν δεν είναι το πιο επιτυχημένο του (επέλεξα να πω "έργο" κι όχι "βιβλίο", γιατί στη φανταστική λογοτεχνία είναι συνηθισμένες οι σειρές και δεν μπορούμε να έχουμε σφαιρική γνώμη πριν δούμε την πλοκή να κλείνει τον κύκλο της). Από συγγραφικής άποψης, μαθαίνω ένα νέο ύφος και αυξάνω τους ορίζοντές μου. Αν διαβάσω κι άλλα του ίδιου, κερδίζω πολύ λιγότερα απ' ότι αν προχωρούσε σε κάποιον άλλο. Αλλά όπως κάθε άλλος αναγνώστης, κάποιους συγγραφείς τους εξαντλώ. Επειδή μου αρέσουν. Γιατί δεν μπορεί να είναι μόνο μελέτη η ανάγνωση, είναι και απόλαυση.


Υπήρξαν ορισμένα αναγνώσματα που με έκαναν να καθίσω και να σκεφτώ, να αναθεωρήσω τον τρόπο που γράφω. Δεν ήταν πάντα βιβλία που με ικανοποίησαν, αλλά όλα διεύρυναν την οπτική μου. Δεν ξέρω αν κατάφερα να εμπεδώσω τα διδάγματα, να τα κάνω κτήμα μου και να τα περάσω στα δικά μου γραπτά, αλλά το ελπίζω.


Και (μετά από όλο αυτό τον πρόλογο) ιδού η λίστα όσων ανήκουν στη φανταστική λογοτεχνία, με τυχαία σειρά:

Cordwainer Smith
- άπαντα - ήπια κείμενα που προκαλούν ακραία συναισθήματα στον αναγνώστη (στοργή ή φρίκη) μέσω των λεπτομερειών, χωρίς φλυαρίες και ακραίες περιγραφές

Frank Herbert - Dune - πλοκή σε μεγάλη κλίμακα, γεωγραφικά αλλά και κοινωνιολογικά. Δεν είναι μόνο ένας παράγοντας που καθορίζει τα πάντα, αλλά η συμβολή πολλών παραγόντων, από τη θρησκεία ως το κλίμα

Fritz Leiber - Fafhrd and the Gray Mouser - πώς να μιλήσει κανείς για σύγχρονα/διαχρονικά ερωτήματα μέσα από το φάνταζυ, χωρίς να μετατρέψει το έργο του σε φτηνή αλληγορία

Glen Cook - Black Company - στρατιωτικό φάνταζυ, εκστρατείες και η οπτική του απλού στρατιώτη

KE Wagner - Kane - ένας αντιήρωας αδίστακτος και συνειδητός, όχι ωραιοποιημένος ή νερόβραστος. Η μαγεία ως αφύσικο και κακό πράγμα, χωρίς καμία εξαίρεση, ακόμη και στα χέρια του πρωταγωνιστή

Michael Shea - Nifft the Lean - αστείρευτη φαντασία, χιούμορ που δε σέρνει την πλοκή από τη μύτη και δεν την καταντά παρωδία

Larry Niven - The Magic goes Away - συνέπεια στην περιγραφή του υπερφυσικού, η μαγεία δεν είναι δικαιολογία για να γράφουμε πρόχειρα

Robert E. Howard - Conan, Kull, Solomon Kane - πώς να κρατάς τον αναγνώστη, να τον κάνεις να ξεχνά τα πάντα πέρα από το κείμενο σου (και πάρα πολλά ακόμη)

Roger Zelazny - Ο κύριος του φωτός - άνθρωποι που θεωρούν δεδομένες τις υπερφυσικές ικανότητές τους και μηχανορραφούν σ' έναν κόσμο ο οποίος γνωρίζει την υπαρξή τους

Andre Norton - Witch World - τα δυο φύλα και οι σχέσεις τους, "κακοί" που παραμένουν άνθρωποι μέσα στην ατέλειά τους και δε γίνονται καρικατούρες για να σκοτώνει ο ήρωας, "κακοί" που δεν είναι άνθρωποι ευθύς εξαρχής

Clive Barker - Το μεγάλο μυστικό θέαμα, Αείπολη - υπερφυσικά όντα με ρεαλιστικά ανθρώπινα κίνητρα, αχαλίνωτη φαντασία, σχετικά κομψή παρουσίαση ακραίων θεμάτων

CA Smith - Poseidonis, Hyperborea, Zothique, Xiccarph (δωρεάν εδώ)- η τέχνη της περιγραφής, ο πειστικός εξωτισμός, η ανθρώπινη μικρότητα και οι συνέπειές της

Troy Denning - The Prism Pentad - ζογκλάρισμα πολλών χαρακτήρων που εξελίσσονται ο καθένας και αλληλεπιδρούν, ένας πλήρης κόσμος που το παρελθόν του καθορίζει την κρίση του παρόντος και οδηγεί σ' ένα μέλλον ούτε ειδυλλιακό ούτε ζοφερό

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Οι Περιφέρειες - Μυρίανδρος

Η Μυρίανδρος βρίσκεται ανατολικά της Απηλίας, στο βόρειο μέρος της Χερσονήσου της Αιγλώης. Τα σύνορά της είναι το σύνηθες σημείο εισόδου εισβολέων στη Βασιλεία Αιγλωέων.

Κι αυτό είναι ένα παραμύθι της:

Το αηδόνι, ο σκύλος και το άλογο

Τον παλιό καιρό, ήταν ένα παλικάρι ορφανό, τόσο φτωχό που δεν είχε ούτε τζομπανόσκυλο κι εκυνήγα μόνο του τα πρόβατά του.

Εκείνη την εποχή, οι στραδιώτες του βασιλέ μας δεν είχαν καλά άλογα και δεν προλάβαιναν του βαρβάρους που περνούσαν τα βουνά και χύνονταν στη Μυρίαντρο. Εσκότωναν οι βάρβαροι, εδιαγούμιζαν, έκλεβαν τεχνίτες και γυναικόπαιδα για δούλους, κι εγύριζαν πίσω στους τόπους τους απείραχτοι. Ο βασιλές τους είχε τρεις υγιούς λεβέντες, που δεν τους πολυάρεζαν οι αδικίες του πατέρα τους. Μα τι να ‘καναν; Πατέρα τον είχαν.

Μια μέρα, που λες, συνάντησαν τα βάρβαρα πριγκηπόπουλα το παλικάρι. Και του πήραν όλο το κοπάδι, να ταΐσουν τ’ ασκέρι τους. Ο νιος θύμωσε, μα δεν τόλμησε να ξεκινήσει αμάχη, τι ‘χε γριά μάνα και τρεις αδερφάδες ανύπαντρες κι άπροικες, κι όσο ζούσε και βαστούσαν τα χέρια του, δεν τες άφηνε να πάνε χαμένες. Μ’ αν τον έτρωγε το μαύρο το χώμα, θα καταντούσαν να διακονεύουν. Για τούτο, έκαμε πίσω και δεν τους βάρεσε. Μόνο κοίταγε χολωμένος, να τον κλέβουν όλο του το βιος.

Πήρε λοιπόν το δρόμο για το χωριό, κι όλο έκανε γύρες να μη φτάσει στο σπίτι του. Πώς να πει που δεν του ‘χε απομείνει άλλο απ’ τη γκλίτσα του; Έβγαλε τη φλογέρα του κι έπαιζε τον καημό του.

Ήρθε ένα αηδόνι και κούρνιασε στον ώμο του. Και τον λέει:

«Η αφέντρα μου η αρχοντοπούλα μ’ είχε σε χρυσό κλουβί, μα μ’ έδιωξε, μη με πάρουν μαζί οι βάρβαροι που την έκλεψαν. Με κρατάς εσύ;»

«Τι να σε κάμω ο καψερός;», το είπεν ο νέος. «Που δεν έχω ούτε τις αδερφάδες μου τες ανύπαντρες να ταΐσω;»

«Πάρε μ’ εσύ και μη χολοσκάς» αποκρίθηκε το ζώο. «Να παίζεις τη φλογέρα σου θέλω μονάχα. Οι βάρβαροι έχουν ωραίες μουσικές, μα τραγούδια λένε μόνο της αμάχης, όχι του έρωτα ή του πόνου. Δε με κάνουν για αφέντες».

Προχώρησαν μαζί και συνέχισαν το τραγούδι, ο ένας με τη φλογέρα, ο άλλος με τη φωνή. Πιο κάτω, συνάντησαν ένα σκυλί που κούναγε την ουρά.

«Τον αφέντη μου τον κυνηγό τον βρήκαν οι βαρβάροι μοναχό του στα δάσα και τον πήραν δούλο κι έμεινα έρμος», τους λέει. «Να ‘ρθω κοντά σας;»

«Τι να σε κάμω ο καψερός;», το είπεν ο νέος. «Που δεν έχω ούτε σπόρο για το πουλί;»

«Πάρε μ’ εσύ και μη χολοσκάς», αποκρίθηκε το ζώο. «Συντροφιά θέλω μονάχα. Οι βάρβαροι δεν αφήνουν ούτε χαλάσματα να κάμουν φωλιά τα χελιδόνια. Ως και τα ποντίκια φεύγουν όπου περάσουν. Είναι χεροδύναμοι, μ’ αντί να χτίζουν, γκρεμίζουν. Δε με κάνουν για αφέντες».

Προχώρησαν μαζί, ο σκύλος να στροφάει γύρω από τα πόδια του παλικαριού, τ’ αηδόνι γύρω απ’ το κεφάλι του. Τρίτο συναπάντημα στο δρόμο, ένα φαρί μαύρο που χλιμιντρούσε κι έσκαφτε το χώμα με το ποδάρι.

«Τον αφέντη μου το στραδιώτη τον έκαμαν καρτέρι οι βάρβαροι και τον χάλασαν άτιμα», λέει στο παλικάρι. «Ανεβαίνεις εσύ στη σέλα την κεντημένη;»

«Τι να σε κάμω ο καψερός;», το είπεν ο νέος. «Που δεν έχω ούτε αποφάγια για το σκύλο;»

«Πάρε μ’ εσύ και μη χολοσκάς», αποκρίθηκε το ζώο. «Έναν καβαλάρη ν’ αγαπάει τούτη τη γη θέλω μονάχα. Οι βαρβάροι τρέχουν ολοένα και δε στέκουν να χαρούν τα δάσα, τον αγέρα που φυσά στα μαλλιά τους, τον ήλιο που γέρνει να πλαγιάσει και λαμποκοπά ο τόπος. Δε με κάνουν για αφέντες».

Τι να ειπεί το παλικάρι, καβαλίκεψε το φαρί, με το αηδόνι στον ώμο και το σκυλί ξοπίσω. Δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν. Κι όλο τον ορμήνευαν τα τρία ζώα, πού να πάει, και τι να πει και πώς να κάμει, να γλιτώσει τον τόπο από τους βαρβάρους και να βρει κι αυτός την τύχη του.

Κι έφτασαν στο ποτάμι, σε μια πέτρινη καμάρα που την έλεγαν «Αγέλαστο Γιοφύρι». Είχε βράχια ‘κει και το νερό άφριζε και δεν έστεκε πέτρα πάνω σε πέτρα, μέχρι που στοίχειωσαν τα θεμέλια με τη μοναχοκόρη του μάστορα. Για να μη σκιαχτεί, τη γέλασαν πως πάει στο γάμο της. Και με το νυφικό την έχτισαν. Και το στοιχειό, άλλο γέλασμα δεν ήθελε να γίνει και ψέμα δεν τόλμαγε κανείς να ειπεί πάνω στο γιοφύρι.

Και πάνω στην ώρα που ‘φτασε το παλικάρι, φτάνουν στην άλλη όχτη οι βαρβάροι, όλοι αρματωμένοι. Ο νιος είχε μονάχα μια λινή σφεντόνα που την κουβάλαγε να διώχνει τα τσακάλια απ’ το κοπάδι. Μα δεν κιότεψε. Είπεν κι έκανε όπως τον είχαν δασκαλεμένο το αηδόνι κι ο σκύλος και τ’ άλογο. Ξεπέζεψε και λέει:

«Με πήραν τα πρόβατά μου τα πριγκηπόπουλά σας. Να βγει ο βασιλές σας να με κάμει πλερωμή».

Βγήκε μπροστά ένας αγριάνθρωπος αψηλός ίσα με μια γριά βαλανιδιά και τον λέει:

«Εγώ ‘μ’ ο βασιλές των βαρβάρων. Και το πουγκί μου δεν τ’ ανοίγω με το καλό, μόνο με το άγριο. Όποιος έχει τη δύναμη, παίρνει. Έτσι κάνουμε ‘μεις τις δουλειές μας».

«Δε θέλω να σε χαλάσω», τον είπε το παλικάρι. «Να σε βάλω τρία αινίγματα, να με βάλεις κι εσύ τρία. Κι άμα βρίσκω τα δικά σου ή δε βρίσκεις τα δικά μου, να μου κάνεις πλερωμές. Κι άμα δε βρίσκω τα δικά σου ή βρίσκεις τα δικά μου, με παίρνεις το κεφάλι».

Ο βασιλές των βαρβάρων το συλλογίστηκε καλά-καλά κι είπε πως δε γινότανε να χάσει. Και τον άρεζε να φανεί ξύπνιος μπροστά στ’ ασκέρι του πριν πάρει το κεφάλι του παλικαριού. Έτσι, έδωκε το χέρι του να δέσει τη συμφωνία.

«Τι ‘ναι το που
γυαλίζει σα φανερωθεί και σβήνει σαν κρυφτεί
σφυρίζει σαν περνάει και πίνει δίχως να διψάει;
», έβαλε το πρώτο αίνιγμα.

Ξέροντας που μόνο την αμάχη αγαπούσαν οι βαρβάροι, το παλικάρι βρήκε αμέσως πως είναι το σπαθί. Και ζήτησε πλερωμή ν’ αφήσουν όλα τα παιδόπουλα κι όλες τις κοπέλες που ‘χαν κλεμμένες. Και μόλις τους αφήκαν, πέρασαν τούτοι το γιοφύρι και πήγαν να σταθούν πίσω από το νιο. Και πρώτη πήγαινε η αρχοντοπούλα που ‘χε πρώτα το αηδόνι σε χρυσό κλουβί. Και την είδε το παλικάρι και θαμπώθηκε, τι’ ταν ξανθή σαν τον ήλιο κι άσπρη σαν το φεγγάρι.

Κι έβαλε μετά δικό του αίνιγμα:

«Τι ‘ναι το που
μέρα-νύχτα δε βουβαίνεται, μόνο χειμώνα σταματά
αλλά μας γαληνεύει και δε μας ξαγρυπνά;
»

Ο βάρβαρος, που μόνο χαλασμούς κι αίματα είχε μέσα ο νους του, δε βρήκε πως είναι τ’ αηδόνι, κι ας το ‘βλεπε μπροστά του, κουρνιασμένο στον ώμο του παλικαριού. Κι ο νιος ζήτησε για πλερωμή μουσικάντηδες βαρβάρους, να μάθουν τους ωραίους σκοπούς τους στους Μυριαντριώτες. Κι οι δώδεκα καλύτεροι πέρασαν το γιοφύρι και στάθηκαν πίσω απ’ το παλικάρι.

«Τι ‘ναι το που
σιδερένιο καμπανίζει μα γλωσσίδι δεν έχει
κι όπου δεν αντέχεις εσύ εκείνο αντέχει;
», έβαλε δεύτερο αίνιγμα ο βασιλές.

Ο νιος αμέσως το ηύρε πως ήταν η σκούτα και ζήτησε ν’ αφήκουν όλους τους ξωμάχους και τους βοσκούς και τους κυνηγούς κι όποιον άλλον είχαν πιάσει μοναχό τους στις ερημιές. Και πέρασαν κι εκείνοι το γιοφύρι και στάθηκαν πίσω του παλικαριού. Πρώτος πήγαινε ο κυνηγός που ‘χε πρώτα το σκύλο. Και χάιδεψε το ζώο του κι αγκάλιασε το παλικάρι πριν πάει πέρα.

Κι έβαλε δεύτερο αίνιγμα ο νιος:

«Τι ‘ναι το που
όλο συντροφεύει και δεν είναι σκιά,
θεό δεν ξέρει μα είναι πιστό
έρχεται με τα μάτια κλειστά,
μα με βρίσκει όπου να κρυφτώ;
»

Ο βάρβαρος, που σκυλιά είχε μόνο για να τα ρίχνει τους οχτρούς του να τους τρώνε ζωντανούς, δεν τη γνώρισε την απάντηση. Και το παλικάρι ζήτησε πλερωμή εκατό βαρβάρους αντρειωμένους, να γενούν χτίστες και να ξαναστήσουν ό,τι ‘χανε γκρεμίσει στη Μυρίαντρο. Και πέρασαν κι εκείνοι το γιοφύρι και στάθηκαν πίσω από το νιο.

Ο βασιλές των βαρβάρων αφρίαξε και ‘βαλε το στερνό του αίνιγμα, το πιο δύσκολο που ‘ξερε:

«Τι ‘ναι το που
τρέμει και κελαηδάει δίχως στόμα,
βάφει κόκκινο μα δεν έχει χρώμα,
τεντώνεται μα χέρια δεν έχει
ζωντανό δεν είναι μα κόκαλα έχει;
»

Το παλικάρι γέλασε. Εύκολο του φάνηκε, που ‘ταν το τόξο. Και ζήτησε πλερωμή εφτά φοράδες βαρβάρικες, όπως τον είχε ορμηνέψει το μαύρο φαρί. Τες ήθελε για να κάμει μαζί τους πουλάρια, να βγουν τα καλύτερα άλογα που ‘χει δει η Πλάση, τα σημερινά μυριαντριώτικα. Να ‘χουν οι στραδιώτες μας να φτάνουν τους οχτρούς και να μη σκοτώνονται άδικα, σαν τον παλιό του τον αφέντη. Και πέρασαν οι φοράδες το γιοφύρι και πήγαν και στάθηκαν κοντά στο φαρί.

Κι είπε το δικό του στερνό αίνιγμα ο νιος:

«Τι ‘ναι το που
ποτέ δε φτάνει μα όλο γύρω πάει
δεμένο σε πάσαλο και πάλι προχωράει
στην πέτρα το σίδερό του χτυπάει
ο καθείς μας για να φάει;
»

Ο βάρβαρος δεν είχε ποτέ του κοπιάσει σε χωράφι, δεν ήξερε από αλώνια. Είδε που έχανε και φοβήθηκε∙ το παλικάρι δεν του ‘χε ζητήσει μηδέ χρυσό μηδέ τίποτις άλλο τέτοιο δικό του κέρδος. Λες, είπε μέσα του ο βασιλές, να ζητήσει το κεφάλι μου τώρα; Κι έκαμε να τραβήξει το σπαθί του, να χαλάσει τη συμφωνία. Μα η κοπέλα που ‘τανε χτισμένη, δεν ήθελε να ξανακούσει ψέμα ποτές της μετά τον ψεύτικο γάμο που της είχαν τάξει. Και γι’ αυτό το είχανε πει Αγέλαστο το γιοφύρι. Σείστηκε η καμάρα και τον έριξε το βάρβαρο κάτω στα βράχια και τσακίστηκε. Κι οι άνθρωποί του κιοτέψανε και κάμανε να φύγουν.

Μα τους είπε το παλικάρι, όσοι το ‘χουνε να δουλεύουνε το υνί εκτός από το σπαθί, ας μένανε στη Μυρίαντρο, να την αγαπάνε και να τη φυτεύουνε και να τη φυλάνε απ’ τους εχθρούς. Και μερικοί αναμεταξύ τους το πήρανε απόφαση και μας 'δώσαν τα χέρια τους, πρώτοι οι τρεις υγιοί του βάρβαρου βασιλέ.

Και για τόσα καλά που είχε κάμει, ο βασιλές ο δικός μας τον έκαμε άρχοντα το νιο, και τον έντυσε στα μετάξια και στο σεντέφι. Κι έγιναν τέσσερις γάμοι μαζί, το παλικάρι με την αρχοντοπούλα που ‘χε πρώτα τ’ αηδόνι σε χρυσό κλουβί, και τα τρία βασιλόπουλα που δεν ήταν πια βάρβαρα με τις αδερφάδες του παλικαριού.



Σημειώσεις για τα αινίγματα:
----------------------------

- Το αηδόνι είναι αποδημητικό, κελαηδά και τη νύχτα, χωρίς όμως να μας ενοχλεί.

- Η λεπίδα αντανακλά το φως όταν είναι έξω από το θηκάρι, βγάζει χαρακτηριστικό ήχο όταν σχίζει τον αέρα και «πίνει» αίμα.

- Η μεταλλική ασπίδα κουδουνίζει όταν έρχεται σε επαφή με όπλο και υπάρχει για να δέχεται χτυπήματα που προορίζονται για τον κάτοχό της.

- Ο σκύλος γεννιέται με κλειστά μάτια, αλλά όταν μεγαλώσει η μυρωδιά τον οδηγεί στον αφέντη του όπου κι αν αυτός πάει.

- Το σύνθετο τόξο φτιαχνόταν από ξύλο και κόκαλο, η χορδή πάλλεται σαν χορδή μουσικού οργάνου κι οι πληγές ρέουν κόκκινο αίμα.

- Στα παλιά πέτρινα αλώνια, ένα άλογο με δεμένα μάτια έκανε συνεχώς κύκλους δεμένο σε πάσαλο στο κέντρο τους. Και, φυσικά, φορούσε σιδερένια πέταλα.

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

Περί Μαγείας - 2

Μιας και με ρώτησαν κάποιοι σχετικά...

[οι σύνδεσμοι που παρέχω δεν αποτελούν διαφημίσεις, απλά μιμούμαι τη διεθνή πρακτική όπου σε κάθε αναφορά βιβλίου συνηθίζεται να παρέχεται σχετικό λινκ προς το Amazon για περαιτέρω πληροφορίες]

Αφού πήρα την απόφαση να γράψω κάτι "ελληνικό" αντί για δυτικότροπο, συνειδητοποίησα πως δεν ήξερα και πολλά (ουσιαστικά) πράγματα για τους όχι-και-τόσο-αρχαίους ημών προγόνους. Στρώθηκα, λοιπόν, να διαβάσω την "Καθημερινή Ζωή στο Βυζάντιο", τη "Γραφή τότε που δεν υπήρχε το χαρτί" και ούτω καθεξής. Έμαθα μπόλικα ενδιαφέροντα πράγματα, που ενέπνευσαν σκηνές και καταστάσεις σε διάφορα κείμενά μου από τότε.

Αλλά ήθελα να γράψω φαντασία.

Τι μύθους είχαν αυτοί οι άνθρωποι; Τι τέρατα φαντάζονταν; Θ' αναγκαζόμουν να καταφύγω σε κένταυρους και πηγάσους για να αποφύγω τα όρκ; Ευτυχώς υπέπεσαν στην αντίληψή μου οι "Παραδόσεις" του Νικολάου Πολίτη. Υποχρεωτικά ανάγνωσμα για κάθε Έλληνα που θέλει ν' ασχοληθεί με το φάνταζυ. Εκεί βρήκα τις νεράιδες και τα στοιχειά και τους καλικαντζάρους και τους καταχανάδες. Κι ένα σωρό επεξηγηματικές σημειώσεις, οι οποίες με παρέπεμψαν στα "Ελληνικά Παραμύθια" του Μέγα και σταδιακά σε άλλες πολύτιμες πηγές.

Από υπερφυσικά όντα καλύφθηκα. Ξεπατίκωσα π.χ. από τον Πολίτη ένα θεσσαλικό μύθο του 19ου αιώνα για το πρώτο θηρίο που περιέγραψα, τον πάντρεψα μ' έναν αγαπημένο αρχαίο μύθο, μπορώ να παριστάνω πλέον το λόγιο, τον ψαγμένο.

Με τους μάγους, όμως, τι θα έκανα; Μυτερά καπέλα, ραβδιά ταχυδακτυλουργού, ρόμπες με αστέρια;

Διάβασα το "Η μαγεία στον ελληνικό και το ρωμαϊκό κόσμο". Κάποιες καλές ιδέες, κάποιες χρήσιμες πληροφορίες. Αλλά δε με κάλυψε. Ευτυχώς, υπάρχει μια καλή κυρία, ονόματι Αναστασία Βακαλούδη, που ασχολήθηκε με το θέμα σε επιστημονικό επίπεδο ("Η μαγεία ως Κοινωνικό Φαινόμενο στο Πρώιμο Βυζάντιο" - διδακτορική της Διατριβή, "Η γένεση του θεϊκού ανθρώπου στις αρχαίες θρησκείες" κα.). Επαοιδοί, γητευτές, λεκανομάντεις - πανδαισία. Ένα σωρό πράγματα, για να αντλώ ιδέες σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου ίσως.

Λόγω ιδιοσυγκρασίας, μάλλον, μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση οι φαρμακοί = οι κατασκευαστές μαντζουνιών. Καζάνια και αηδιαστικά μείγματα. Όχι ακριβώς το ίδιο πράγμα με τους πιο επιστημονικούς αλχυμιστές (sic) και τους αποστακτήρες τους. Οι φαρμακοί ήταν από τα αρχαιότερα είδη μάγων και δεν έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης ποτέ. "Φάρμακον" στα αρχαία είναι το φάρμακο, αλλά και το φαρμάκι.

Ο χριστιανισμός δεν κατάφερε να εξαφανίσει εντελώς την επιρροή των φαρμακών. Οι βυζαντινοί γιατροί συνδύαζαν την ιπποκρατική παράδοση και τις νέες ανατομικές μελέτες με φυλαχτά και γιατροσόφοια. Είχαν ελαττώσει τον τσαρλατανισμό στις πρακτικές τους, σε σχέση με τους προκατόχους τους της ελληνιστικής εποχής, μα ήταν περισσότερο η πρόοδος της επιστήμης που αμαύρωσε εντελώς την ήδη γκρίζα εικόνα του φαρμακού, παρά η θρησκεία.

Κι εδώ παίρνει μπρος ο λογοτέχνης. Στο πλαίσιο του βιβλίου που θα έγραφα, ήθελα τους φαρμακούς ικανούς να παράγουν μόνο βλαβερά αποτελέσματα με τις συνταγές τους, ακόμη κι όταν προσπαθούν για το αντίθετο. Αλλά δεν ήθελα η τέχνη τους να λειτουργεί εξαιτίας κάποιου "Διαβόλου" ή άλλης Αρχής του Κακού (για την ακρίβεια, δεν ήθελα καθόλου Αρχή του Κακού). Τότε γιατί κάποιος άνθρωπος να γίνει φαρμακός; Κι αν κάθε φαρμακός δεν είναι εκ φύσεως πιο "κακός" από τους άλλους ανθρώπους, πώς θ' αντιμετωπίζει το ζήτημα από ηθικής άποψης;

Απαντώντας στα παραπάνω ερωτήματα, εμπνεύστηκα έναν από τους αγαπημένους μου χαρακτήρες στο "Κοράκι σε Άλικο Φόντο", το Μελέτιο. Δεν ξέρω αν είναι αντάξιος της όλης διαδικασίας που οδήγησε στη γέννησή του, αλλά ελπίζω να αποκόμισα κάτι (ως συγγραφέας) απ' όλον τον κόπο που έκανα.

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008

Οι Περιφέρειες - Απηλία

Η Βασιλεία Αιγλωέων χωρίζεται διοικητικά (και γεωγραφικά) σε "Περιφέρειες". Αντί να πω εγώ κάτι για την κάθε μία, ξερό κι εγκυκλοπαιδικό, θ' αφήσω τους ανθρώπους της να μιλήσουν. Μέσα από τα παραμύθια τους, φαίνεται ποιες αρετές εκτιμούν και πιστεύουν ότι διαθέτουν οι Αιγλωείς κάθε τόπου, τι είδους αρχές θέλουν να ενσταλλάξουν στα παιδιά τους μέσα από τις ιστορίες που τους αφηγούνται.

Ξεκινάμε με την Περιφέρεια Απηλίας, στο βορειοδυτικό τμήμα της χερσονήσου της Αιγλώης:

Ο μάστορας κι ο μυλωνάς

ή

Τα πέντε περατινά σακιά


Τον καιρό που ο παππούς του παππού μου ήταν νέος, ζούσε ένας άνθρωπος κακότυχος. Είχε έξι παιδιά και το πιο φτωχό χωράφι στο χωριό. Μα ο Δημιουργός τον είχε λυπηθεί και τον είχε κάνει μεγάλο μάστορα. Τα χέρια του έπιαναν κι έφτιαχνε όλων των ειδών τα πράγματα, και χρήσιμα και όμορφα∙ κι ότι μπορούσε να γίνει από τον κόπο ενός ανθρώπου κι από ξύλο ή πέτρα, δεν έλειπε από το σπίτι του.

Μια χρονιά, ο Χειμώνας πέρασε τόσο ανάβροχος που όλοι ήξεραν ότι ερχόταν κακή σοδειά. Ο κακότυχος άνθρωπος, με το φτωχό του κλήρο, φοβήθηκε μήπως βγάλει τόσο λίγο κριθάρι που δε θα είχε να ταΐσει ούτε τα παιδιά του. Είδε κι απόειδε, ξενύχτησε και σκέφτηκε και σηκώθηκε αχάραγα ένα πρωί και φόρεσε τα ρούχα του ταξιδιού.

«Γυναίκα», είπε, «θα πάω από τώρα πέρα στον κάμπο, πριν κινήσουν οι άλλοι μαστόροι για φέτος. Μοναχός μου θα ‘μαι, πιο εύκολα θα βρω δουλειά, πιο πολλά θα πάρω. Εσύ κοίτα να πορευτείς όπως μπορείς, πάρε και δανεικά άμα χρειαστεί. Κι άμα γυρίσω, θα κάμουμε καλό καλοκαίρι».

Η κυρά του ήτανε μαθημένη να μένει μοναχή της μήνες, κάθε φορά που κατέβαινε ο άντρας της αντάμα με τους άλλους μαστόρους στον κάμπο να δουλέψουνε για τους πεδινούς για να συμπληρώσουνε τη σοδειά τους. Του μάζεψε τα εργαλεία του, δυο φορεσιές, κάτι για το δρόμο. Έκαμε να του βάλει μαζί κι ένα ορφανό φλουρί που είχανε, τυλιγμένο μέσα στο μαντήλι του, μα δεν την άφηκε.

«Δως μου ένα φιλί στο μέτωπο, καλύτερα», της είπε. «Να ‘μαι καλά κι όσο πιάνουν τα χέρια μου δε θα πεινάσω».

Πήρε, λοιπόν, το δρόμο και πήγαινε. Κι έφτασε πέρα μακριά, σε τόπο που έλεγε πως δε θα ‘χουν δει άνθρωπο από τα μαστοροχώρια και θα τον εκτιμούσαν πιότερο. Στο χωριό που πήγε, όλοι είχανε ευλογημένα χωράφια, άνοιξη ακόμη κι είχε ψηλώσει το στάχυ. Κι ο πλουσιότερος του τόπου ήτανε ο μυλωνάς και πήρε τον κακότυχο άνθρωπο στη δούλεψή του.

Συμφωνήσανε να κάμει καινούριες μυλόπετρες και μυλόξυλα και μυλόπανα. Και λεβέτια και κουτάλια και λαγήνια για τη γυναίκα του μυλωνά. Και θα του δώσει το αφεντικό για πληρωμή πέντε σακιά αλεύρι σταρένιο περατινά. Αυτός δεν ήξερε τι ήτανε τα ‘περατινά’, μα ντράπηκε να ρωτήσει γιατί ήξερε που τους λέγανε χωριάτες οι καμπίσιοι και δεν ήθελε να δείξει πως στα μαστοροχώρια είμαστε πίσω από τον άλλο κόσμο.

Δούλεψε μέρες και μέρες, από το πρωί ως το βράδυ, όσο καλύτερα μπορούσε. Κι έκαμε πράμματα γερά και πάλι τα λυπήθηκε και κάθισε και τα ιστόρησε, να μην είναι μόνο χρήσιμα, μα κι ευχάριστα να τα κοιτάς. Όμως, η μυλωνού ήτανε κακιά γυναίκα, και τον είχε βάλει να κοιμάται σ’ ένα καλύβι τρύπιο με λίγα ξύλα για τη φωτιά, και του ‘δινε φαΐ λιγοστό και μπαγιάτικο κι έλεγε κάθε τόσο του αντρός της ‘τόσα θα μας πάρει, βάλ’ τονε να κάμει και κάτι ακόμη’. Ο κακότυχος άνθρωπος δε βαρυγκομούσε∙ το φιλί της γυναίκας του στο μέτωπο τον ζέσταινε και τον χόρταινε και τον ξεκούραζε.

Κι ήρθε ο καιρός που κατεβήκανε στα πεδινά κι οι υπόλοιποι μαστόροι κι αυτός ακόμη δεν είχε τελειώσει. Κι ήρθε ο καιρός που πιάσανε οι καινούριες βροχές κι οι υπόλοιποι μαστόροι κινήσανε για τα σπίτια τους, κι αυτός ακόμη δεν είχε τελειώσει. Κι άμα είδε πως δε θα πρόφταινε αλλιώς την καινούρια σπορά, έκαμε λόγο για να φύγει. Έτυχε εκείνη την ώρα κι έλειπε η μυλωνού, κι ο μυλωνάς δεν έφερε αντίρρηση. Φάνηκε κιόλας πως δεν ήτανε τελείως αφιλότιμος. Είπε να δώσει του μάστορα δυο ακόμη σακιά στάρι, ‘ένα από μένα, ένα από την κυρά μου’.

Χαρά που έκαμε ο μάστορας! Μα σαν τα είδε τα σακιά, του πέσανε τα μούτρα. Ήτανε τόσα δα, χωρούσανε μέσα σε δυο χούφτες το καθένα. Έκαμε να γκρινιάξει, αλλά ο μυλωνάς του είπε πως τέτοια είναι τα περατινά σακιά και τέτοια συμφωνήσανε. Κι άμα δεν τον πίστευε, ας ρώταγε τον παπά ή τον προεστό ή κανέναν πατριώτη του αν είχε μείνει ξοπίσω. Τι να πει και τι να κάμει ο μάστορας, κατάλαβε πως τον είχανε γελάσει, έβαλε στο ταγάρι του τα σακιά και τα εργαλεία του και τις αλλαξιές του και πήρε το δρόμο πικραμένος.

Μα σαν γύρισε η μυλωνού πίσω κι έμαθε πως ο άντρας της έδωσε στο μάστορα πιο πολλά από τα συμφωνημένα, άστραψε και βρόντηξε. Κι έπιασε το μυλωνά από τ’ αυτί, και του ‘βαλε στο χέρι ένα απελατίκι και τον έστειλε να προλάβει τον κακότυχο άνθρωπο και να γυρέψει πίσω τα παραπανίσια.

Στο αναμεταξύ, ο μάστορας είχε προχωρήσει κάμποσο κι είχε φτάσει σ’ ένα σταυροδρόμι. Εκεί στεκότανε μια γριά καμπουριασμένη, μ’ ένα μεγάλο δεμάτι ξύλα στην πλάτη και δεν είχε δύναμη να περπατήσει. Ο μάστορας είδε που είχανε πέσει βαριά σύννεφα και θα τον πιάνανε οι μεγάλες βροχές στο δρόμο. Κι έκανε να προσπεράσει τη γριά. Αλλά ντράπηκε. Τι ψυχή είχε ένα πρωί; Ζαλιγκώθηκε τα ξύλα της και την πήγε ως το καλύβι της, στο αριστερό μονοπάτι, παρά που ο ίδιος ήθελε να πάει δεξιά. Κι είδε πως τα ξύλα δεν τα ‘χε για τη φωτιά, μα για να κλείσει μια τρύπα στη στέγη της. Πού να την αφήσει να σκαρφαλώσει εκείνη. Πήρε τα εργαλεία του και μια και δυο, άλλαξε όλα τα σανίδια από τη μια άκρη στην άλλη.

Κι ο μυλωνάς – που σαν ντόπιος ήξερε καλύτερα τους δρόμους – είχε βγει μπροστά του στο δεξιό μονοπάτι, αλλά δεν τον πέτυχε. Φοβόταν ο μυλωνάς να γυρίσει με άδεια χέρια στην κυρά του τη στριμμένη κι έτσι προχώρησε πιο κάτω στο δρόμο για τα μαστοροχώρια κι έστησε νέο καρτέρι.

Αφού δέχτηκε τα φτωχικά φιλέματα της γριάς για να μην την προσβάλει, ο μάστορας κίνησε πάλι. Στο επόμενο σταυροδρόμι, βρήκε ένα όμορφο παλικάρι ασπροφορεμένο μα λυπημένο. Ο μάστορας χαιρέτισε, αλλά δεν έλαβε απάντηση. Τα σύννεφα γίνανε πιο μαύρα στον ουρανό, αλλά δεν του έκανε καρδιά να μη σταθεί να ρωτήσει τι είχε ο άλλος. Και το παλικάρι του είπε ότι ήθελε να πάει να ζητήσει μια κοπέλα που αγαπούσε και τον αγαπούσε κι εκείνη. Αλλά ήταν πολύ όμορφη κι είχε πολλά πλούσια προξενιά κι αυτός ήταν ορφανός και δεν είχε όμορφα ρούχα και φοβόταν πως ο πατέρας της θα τον περιφρονούσε και θα διάλεγε άλλο γαμπρό.

Κι ο μάστορας στενοχωρήθηκε και πήρε από κοντά τον ορφανό και όπως πήγαιναν, του κένταγε την άσπρη του τη φορεσιά. Κι ως να φτάσουν στο σπίτι της νύφης, είχε ιστορήσει πουλιά και δέντρα, και τον ήλιο και το φεγγάρι, και το νερό που τρέχει. Και θαμπώθηκαν οι γονέοι της κοπέλας, κι οι γειτόνοι κι οι άλλοι γαμπροί που σαν τον είδανε έφυγαν για να μη μπούνε ανάμεσα στο ζευγάρι το ταιριαστό κι αγαπημένο. Κι έστρεξε κι έγινε ο αρραβώνας με το παλικάρι.

Κι ο νέος ντροπιάστηκε που δεν είχε κάτι να του δώσει για αμοιβή, αλλά ο μάστορας του είπε άμα κάνουν παιδιά με τη νύφη και βγάλουν πρώτα τα ονόματα των γονιών του των πεθαμένων και των δικών της των ζωντανών, ας βγάλουν και του παππούλη του το όνομα που δεν είχε αυτός αδερφό να το πάρει. Κι οι δυο νέοι τον ευχαρίστησαν και φιλήσανε τα χέρια του τα ικανά. Κι η κοπέλα του έριξε κρυφά στο ταγάρι ένα μοναχό φλουρί που είχε.

Κι ο μάστορας πάλι είχε ξεστρατίσει και δε συναντήθηκε με το μυλωνά. Κι ο μυλωνάς πάλι προχώρησε να του στήσει τρίτο καρτέρι.

Στο τρίτο σταυροδρόμι, ο μάστορας συνάντησε έναν άνθρωπο κουρελή μα καθαρό, που είχε ένα τρύπιο παλιό ταγάρι και κοίταζε πώς να το κρατήσει να μη χυθούν οι σπόροι το στάρι που είχε μέσα. Ο μάστορας είπε στον άλλον πως ήθελε μπάλωμα ή πέταμα το ταγάρι, μα κείνος αποκρίθηκε πως δεν ήξερε να μπαλώνει και δεν είχε ν’ αγοράσει καινούριο. Όλο το καλοκαίρι δούλευε σε ξένα χωράφια, που δεν είχε δικό του, και τώρα γύρναγε στα παιδιά του και στη γυναίκα του μ’ όσο κέρδος είχε κάνει. Άκουσε ο μάστορας που είχανε τον ίδιο πόνο οι δυο τους, κι έπιασε το δικό του το ταγάρι που ήταν καινούριο και το έδωσε στον άλλο και πήρε το κουρελιασμένο.

Ο άλλος φτωχός κοκκίνισε που δεν είχε τίποτα να δώσει κι έβγαλε μια χούφτα στάρι. Τι να κάνει ο μάστορας, την πήρε με βαριά καρδιά αλλά αναγκαστικά, γιατί ο άλλος δεν ήταν διακονιάρης. Κι αφού δώσανε τα χέρια και χωρίσανε, κάθισε κάτω από ένα δέντρο ο μάστορας να μπαλώσει το παλιοτάγαρο. Κι ο μυλωνάς που είχε βαρεθεί να περιμένει και γύριζε πίσω στο χωριό του, τον βρήκε εκεί. Ο μυλωνάς ήτανε ντυμένος ληστής και δεν τον γνώρισε ο μάστορας. Και για να μη φανερωθεί πως ήξερε για τα παραπανίσια δυο, ο ψευτοληστής πήρε και τα εφτά περατινά σακιά. Αλλά το ταγάρι το άφησε, γιατί το είδε κουρελιάρικο κι είπε πως δε θα ‘τανε τίποτις μέσα καλό.

Τι να κάμει ο μάστορας, γύρισε σπίτι του με αδειανά τα χέρια, να πεθάνουν τουλάχιστον όλοι μαζί από την πείνα, κι αυτός κι η γυναίκα του και τα παιδιά του. Κι έφτασε νύχτα και χώθηκε στο κρεβάτι αμίλητος, που δεν ήξερε πώς να πάει τα μαύρα μαντάτα και δεν ήθελε να ξυπνήσει κανέναν. Μα ύπνος δεν τον έπαιρνε. Και σηκώθηκε και πήγε στο κελάρι, εκεί που είχε αφήσει το παλιοτάγαρο. Και τι να δει; Η χούφτα το σιτάρι του φτωχού είχε αυγατίσει κι είχε γίνει σαράντα σακιά αλεύρι, τα φιλέματα της γριάς είχαν γίνει κιούπια με λάδι και τυρί, το ένα φλουρί της νύφης είχε γεμίσει κασέλες. Με τόσο βιος, έβγαλε τα παιδιά του και τα ‘κανε μαστόρους καλύτερους κι από τον εαυτό του και ποτέ δεν τσιγκουνεύτηκε άμα έβλεπε άνθρωπο φτωχό σαν που ήταν παλιά.

Κι ο μυλωνάς γύρισε πίσω κι έδωσε τα δυο παραπανίσια σακιά στην κυρά του, που ξεκίνησαν τη φασαρία, και τα άλλα τα πήγε για την αποθήκη. Η γυναίκα του άνοιξε το ένα σακί για να βάλει να ζυμώσει, μ’ αντί για αλεύρι βρήκε φίδια που βγήκανε και τη φάγανε. Κι όσο να φτάσει ο μυλωνάς στην αποθήκη, έπιασε μια νεροποντή που δεν είχε ξαναδεί τέτοια η Πλάση. Κι ένας κεραυνός έπεσε και χάλασε το μύλο του κι άλλος ένας την αποθήκη. Κι έμεινε δίχως κυρά και δίχως μύλο και δίχως βιος, να πορευτεί με τα πέντε περατινά σακιά.

Αναμονή, Φάση Β'

Τη Δευτέρα έλαβα, υπέγραψα και ταχυδρόμησα το προσύμφωνο(*). Αυτό σημαίνει πως ο εκδότης έχει όντως λάβει το χειρόγραφό μου και τώρα θα μεσολαβήσουν μήνες χωρίς νεότερα, ώσπου να λάβω τη θετική ή αρνητική απάντηση. Συνεπώς, τέρμα τα posts σχετικά με την εκδοτική διαδικασία. Από 'δω και μπρος, μόνο σχετικά με το βιβλίο και τον κόσμο του.

Λίγο αργότερα, σήμερα, θα ακολουθήσει το πρώτο.

(*): για όσους δε γνωρίζουν, το "προσύμφωνο" είναι μια βεβαίωση που ζητά κάθε εκδότης πριν εξετάσει ένα χειρόγγραφο - ότι το χειρόγραφο αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του ανθρώπου που το έστειλε, καθώς και ότι δε θα αποσταλεί και σε άλλο εκδότη για μερικούς μήνες (6 στην περίπτωσή μου), απαραίτητο χρονικό περιθώριο για να βρεθεί κάποιος διαθέσιμος υπεύθυνος να το αξιολογήσει.

[Γράφω παντού "ο εκδότης", αντί να κατονομάσω, γιατί μέχρι να λάβω οριστική απάντηση, ακόμη δεν το θεωρώ θεμιτό να γράφω το όνομά μου και τον τίτλο του πονήματός μου δίπλα στο όνομα μιας επιχείρησης η οποία ίσως να μην επιθυμεί κάτι τέτοιο.]

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2008

Η Βασιλεία Αιγλωέων - 2

Η Βασιλεία Αιγλωέων αποτελείται από δυο χερσονήσους, την Αιγλώη στα δυτικά και την Οικεία Ανατολή προς τα... ε... ανατολικά. Τα τοπωνύμια υπονοούν ότι οι Αιγλωείς είναι γηγενείς μόνο στην πρώτη. Πράγματι, η δεύτερη αποικίστηκε από τους προγόνους τους. Αυτό συνέβη πάνω από 2000 χρόνια πριν, ώστε η μνήμη του γεγονότος έχει χαθεί και μόνο κάποιος πολύ μορφωμένος το έχει καν υπόψη του. Οι "Γιοι της Στάχτης" δεν είναι το είδος του βιβλίου στο οποίο παρουσιάζονται αυτοκρατορίες με διάρκεια 12.000 χρόνων δίχως τεχνολογική ή κοινωνική πρόοδο. Ο αποικισμός για τον οποίο μιλώ συνέβη σε μια πρώιμη "εποχή του χαλκού", όταν η ανθρωπότητα ήταν αραιότερη και πιο πρωτόγονη, η Ιστορία της διασώθηκε μόνο σε μύθους. Αν περιμένατε να ακούσετε για ερείπια κάποιας προανθρώπινης φυλής στην Οικεία Ανατολή, θα σας απογοητεύσω. Πριν τους Αιγλωείς, δεν υπήρχε τίποτε το άξιο αναφοράς σ' αυτά τα εδάφη.

Και μιας και ανέφερα τις προανθρώπινες/εξωανθρώπινες "φυλές", στο έργο μου δεν υπάρχουν καθόλου. Ούτε ξωτικά, ούτε νάνοι, ούτε πιο πρωτότυπες δημιουργίες της φαντασίας. Έχω ήδη αναφερθεί σε δράκους και στοιχειά, αλλά προτίμησα να αποφύγω κράτη στα οποία ζουν όντα γενικά ανθρωποειδή τα οποία - κατά κάποιο ακαθόριστο τρόπο, όχι υπερβατικό - δεν είναι άνθρωποι. Πέρα από το ότι δεν έβρισκα στην ελληνική παράδοση κάτι αντίστοιχο για να δω πως να το παρουσιάσω, υπάρχουν πολλοί λόγοι ακόμη. Κυριότερος, οι σχέσεις μεταξύ των "μη ανθρώπων" και των "ανθρώπων" στη φανταστική λογοτεχνία, από την εποχή του Τόλκιεν ακόμη (ο οποίος έκανε δημοφιλείς τους "μη ανθρώπους"), είναι συνήθως ασαφείς και δεν πείθουν. Πιστεύω ότι η ρεαλιστική παρουσίασή τους θα απαιτούσε τόση έκταση στο κείμενο ώστε θα αποτελούσε κύριο άξονα της πλοκής. Τέλος πάντων, αν το αναλύσω πλήρως, θα χρειαστεί παραπάνω από μια δημοσίευση σε blog.

Για να επιστρέψουμε στους Αιγλωείς, είναι άνθρωποι "μεσογειακού" τύπου. Μικρόσωμοι κατά μέσο όρο, παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία σε εμφάνιση, αντίθετα απ' ότι οι περισσότεροι άλλοι κάτοικοι της Πλάσης. Ξανθά, καστανά, μαύρα μαλλιά, μάτια κάθε χρώματος, δέρμα από χλωμό ως μελαχροινό, όλα αυτά υπάρχουν στους Αιγλωείς χωρίς να υπονοούν ξενική καταγωγή. Όντας πολιτισμένοι, οι πράξεις τους αποκλίνουν αρκετά από τις αρχές οι οποίες δήθεν διέπουν τη ζωή τους, είτε αυτές είναι κοινωνικές συμβάσεις, είτε θρησκευτικές. Όμως είναι καλοσυνάτοι άνθρωποι κατά βάθος, ειδικά όσο κανείς κατεβαίνει χαμηλότερα στην κοινωνική κλίμακα. Δεν αγαπούν τον πόλεμο, δεν παρακολουθούν με αδιαφορία όταν κάποιος πιο αδύναμος υποφέρει. Από την άλλη, η Βασιλεία Αιγλωέων δεν είναι κάποιος εξιδανικευμένος παράδεισος. Η κοινωνία των Αιγλωέων δεν έχει λιγότερους διεφθαρμένους από τη δική μας, δεν προσπαθεί πιο φιλότιμα από τη δική μας να βελτιωθεί.

Ένα καλό δείγμα για την ιδιοσυγκρασία των Αιγλωέων (απόσπασμα από το πρώτο βιβλίο):

Για όσους μιλούσαν αιγλωικά, ‘Έθνη της Ρομφαίας’ ήταν οι λαοί οι οποίοι χρησιμοποιούσαν ως κύριο όπλο το σπαθί, πράγμα που υπονοούσε αταξία στη μάχη, κυριαρχία της ατομικής πρωτοβουλίας. Και του μύθου περί ανδρείας τον οποίο διατηρεί κάθε φυλή βαρβάρων για τον εαυτό της, αυτόν που την κάνει να νιώθει ανώτερη από κάθε άλλο λαό, προορισμένη από τους θεούς να υποδουλώνει και να λεηλατεί τους αδύναμους. Η ωμή αλήθεια ήταν πως αυτήν την ανδρεία την επεδείκνυαν οι βάρβαροι σκλαβώνοντας αμάχους, δολοφονώντας χωρικούς που υπερασπίζονταν με δικράνια το βιος τους και εξοντώνοντας μονοψήφιους αριθμούς στρατιωτών σε ενέδρες.

Τα πολιτισμένα και ημιπολιτισμένα έθνη προτιμούσαν το στρατιώτη από τον πολεμιστή. Στο σκεπτικό τους, η μάχη συνδεόταν με τις αλλεπάλληλες σειρές λογχοφόρων οι οποίοι, αν και λιγότερο σκληραγωγημένοι από τους βάρβαρους, έσπαγαν στο τέλος σαν κυματοθραύστης την ορμή των επιδρομέων και αποδείκνυαν την ανωτερότητα της σύμπνοιας απέναντι στη θρασυδειλία. Όχι ότι οι στρατιώτες δεν κουβαλούσαν και ξίφη στη ζώνη τους, μα τα προόριζαν για τις στιγμές που η παράταξη διαρρηγνυόταν κι ήταν αδύνατο να χρησιμοποιήσουν τα δόρατά τους. Δηλαδή, για τους πολιτισμένους τα σπαθιά ήταν όπλα απελπισίας κι όχι αξίας.

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

Περί Μαγείας - 1

Στο φάνταζυ, είναι δεδομένη η ύπαρξη του υπερφυσικού. Κι εν μέρει, ένα έργο του είδους κατηγοριοποιείται (π.χ. σε dark fantasy ή σε high fantasy) από τη χροιά και την έκταση/ένταση που δινει στο υπερφυσικό.

Εγώ επέλεξα ν' αποφύγω την πεπατημένη και την εύκολη (μάλλον μη ελληνική) λύση της μαγείας. Δε θα βρείτε μάγους οι οποίοι να κάνουν ξόρκια με την απλή χρήση επωδών και χειρονομιών, στους "Γιους της Στάχτης". Για την ακρίβεια, απέφυγα κατά το δυνατόν τις λέξεις "μάγος", "μαγεία", "μαγικό".

Οι κάτοικοι της Πλάσης, όπως την έχω στο μυαλό μου, μοιάζουν σε σκεπτικό μ' αυτούς του δικού μας ως και πριν τα μέσα του 20ου αιώνα. Όλοι ξέρουν ότι στον γκρεμισμένο μύλο έξω από το χωριό βγαίνει κάθε πανσέληνο ένα στοιχειό, ότι δεν πρέπει να πάνε στη λίμνη τη νύχτα γιατί θα δουν τις νεράιδες να χορεύουν και θα τρελαθούν, ότι πέρα μακριά στην ανατολή ζουν δράκοι. Αλλά σπανίως θα βρεθεί κάποιος που να τα έχει δει ο ίδιος όλ' αυτά τα θαυμαστά.

Στην Πλάση, αντίθετα από το δικό μας κόσμο, τέτοιοι μύθοι είναι όντως αληθινοί (όχι πάντα ακριβείς, όμως). Αν ο άνθρωπος έλθει σε επαφή μαζί τους, η ζωή του αλλάζει σημαντικά και οριστικά. Μπορεί ο φθονερός γείτονας να τον καταραστεί, μπορεί κάποιος πλούσιος να κλέψει την καρδιά της όμορφης αραββωνιαστικιάς τους γητεύοντάς τη. Αλλά για τους περισσότερους, οι περισσότερες μέρες είναι γεμάτες με πιο επείγοντα πράγματα, όπως η δουλειά τους κι η οικογένειά τους. Η ύπαρξη του υπερφυσικού δεν επηρεάζει την καθημερινότητά τους - πέρα από το να τους αναγκάζει, ας πούμε, τις νύχτες να περνούν καλού-κακού γύρω από το κοιμητήριο κι όχι μέσα απ' αυτό.

Κάποιοι από τους ήρωες του βιβλίου αποτελούν εξαίρεση στα παραπάνω (αλλιώς, τι φάνταζυ θα ήταν; Και τι ενδιαφέρον θα παρουσίαζε ως ανάγνωσμα;) Αυτό, όμως, δεν αλλάζει τη φύση της Πλάσης.

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

Η Βασιλεία Αιγλωέων

Οι Αιγλωείς, το έθνος στο οποίο ανήκουν οι περισσότεροι χαρακτήρες στους "Γιους της Στάχτης", αποκαλούν "Πλάση" τον κόσμο στον οποίο ζουν.

Η χώρα τους λέγεται "Βασιλεία Αιγλωέων". Σ' αυτή διαδραματίζονται σχεδόν όλα τα γεγονότα του πρώτου βιβλίου. Ο παρακάτω χάρτης απεικονίζει τη γεωγραφία της (δια χειρός του φίλου μου του Ozzo - κάντε κλικ πάνω στην εικόνα για να τη δείτε σε πλήρες μέγεθος):



Όχι κι άσχημα, αν υπολογίσει κανείς ότι είναι η "πρόχειρη" έκδοση που φτιάχτηκε λίγο βιαστικά για να προλάβω να στείλω το χειρόγραφο σε εκδότη. Λείπουν λεπτομέρειες όπως το υπόμνημα, αλλά μη μου πείτε ότι δεν είναι για χάζεμα. Πιάνει το χέρι του Ozzo, έτσι;

Κατά τα άλλα, θα προσέξατε μια ομοιότητα ανάμεσα στη Βασιλεία Αιγλωέων και σε περιοχές του πραγματικού κόσμου. Σε καμία περίπτωση οι "Γιοι της Στάχτης" δεν έχουν να κάνουν με (παραλλαγμένα) ιστορικά γεγονότα. Δεν πρόκειται για βιβλία στα οποία θα δείτε π.χ. την Κωνσταντινούπολη να πολιορκείται από ένα λαό όμοιο με τους Τούρκους (ανεξάρτητα τι όνομα θα του είχα δώσει) και στο τέλος να γλιτώνει - ούτε και να αλώνεται, βέβαια. Το "Κοράκι σε άλικο φόντο" δεν είναι ιστορικό ή ψευδοϊστορικό μυθιστόρημα.

Η πλοκή των "Γιων της Στάχτης" είναι εντελώς φανταστική. Ούτε πιθανή, ούτε "εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα".

Επίσης, η ομοιότητα ανάμεσα στις κοινωνικές και άλλες δομές της Βασιλείας Αιγλωέων και σ' εκείνες του παρελθόντος μας, έχει σα μοναδικό στόχο να παραχθεί φάνταζυ το οποίο να αξιοποιεί τη δική μας παράδοση κι όχι εκείνη της δυτικής Ευρώπης που χρησιμοποιείται συνήθως στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος.

Είχα πει παλιότερα σε μια λίστα συζήτησης Ελλήνων συγγραφέων του φανταστικού: "Γιατί να είναι ιππότης ο ήρωάς μας κι όχι ακρίτας, γιατί να φορά τουνίκα κι όχι σωκάρδι, γιατί να πολεμά με 'δίχειρη σπάθα' κι όχι με απελατίκι;"

Κι αυτό προσπάθησα να υλοποιήσω. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο.

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

Το ταχυδρόμησα

Έφυγε, λοιπόν, από τα χέρια μου. Έδεσα τις εκτυπώσεις μαζί με το χάρτη κι ένα εξώφυλλο, τα έβαλα όλα μαζί σ' ένα φάκελο και τον έστειλα σε εκδότη. Ποιον ακριβώς, δεν έχει σημασία. Αν δε θελήσουν οι ίδιοι οι εκδότες να συνδέσουν την επωνυμία τους με το πόνημά μου, θα είναι υπερβολικό εκ μέρους μου να τους εκθέτω αναφέροντάς τους.

Και μιας και μιλάμε για επωνυμία, ο τίτλος του πρώτου βιβλίου είναι "Κοράκι σε άλικο φόντο".

ΟΚ. Άλλος το βρήκε κουλτουριάρικο. Άλλος είπε "Ο τίτλος μου φέρνει σε εμπορικό περισσότερο, παρά σε κουλτούρα και μάλιστα με πηγαίνει σε μυθιστόρημα γραμμένο από γυναίκα για γυναίκες που προορίζεται να γίνει best seller!"

Στην πραγματικότητα, είναι μια σύντομη περιγραφή του λάβαρου των "κακών" της ιστορίας, το οποίο μέσα στο κείμενο περιγράφεται ως εξής:

"... στηριγμένο σε ραβδί από έβενο, ανέμιζε ένα λάβαρο σκουροκόκκινο σαν χρησιμοποιημένος επίδεσμος, στο οποίο δέσποζε ένα μελανό κοράκι."

Η ιδέα που έχω είναι να τιτλοδοτώ κάθε ένα από τα μυθιστορήματα των "Γιων της Στάχτης" με βάση το λάβαρο των αντιπάλων που περιγράφει. Τα λάβαρα ως αντικείμενα παίζουν αρκετά σημαντικό ρόλο στην πλοκή.

Αν θα κρατήσω τελικά αυτό το ονοματολογικό μοτίβο, θα κριθεί από τον εκδότη. Σε ό,τι άλλο, ίσως μπορώ να επιμείνω, αλλά τίτλο θα αποφασίσει ο εκδότης ποιον θεωρεί καταλληλότερο/εμπορικότερο! Έτσι μου έχουν πει ότι γίνεται. Και, σίγουρα, οι εκδότες έχουν μεγαλύτερη εμπειρία σ' αυτά τα θέματα.

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

Καλώς ήρθατε

Δημιουργώ σήμερα αυτό το ιστολόγιο για την υποστήριξη της σειράς φανταστικής λογοτεχνίας (φάνταζυ, συγκεκριμένα) "Οι Γιοι της Στάχτης", την οποία γράφω και φιλοδοξώ να εκδόσω.

Προς το παρόν, δεν υπάρχουν πολλά να ειπωθούν. Μόλις ολοκλήρωσα τις διορθώσεις στο πρώτο βιβλίο και ετοιμάζομαι να το ταχυδρομήσω σε εκδότη.

Σιγά-σιγά, μια φορά την εβδομάδα ίσως, λέω ν' αρχίσω να μοιράζομαι λεπτομέρειες για τον κόσμο που έχω πλάσει στο μυαλό μου και στο χαρτί. Κι επίσης να μοιράζομαι την αγωνία μου για το αν θα γίνει δεκτό προς έκδοση το βιβλίο, αν θα πάει καλά (σε περίπτωση που φανώ τυχερός κι όντως εκδοθεί) κτλ.

Πολλές ιδέες έχω και πολλή όρεξη, όπως όλοι όταν στήνουν ένα ιστολόγιο. Αν όντως θα τις υλοποιήσω, αν θα συνεχίσω να έχω όρεξη να προσθέτω σ' αυτά που μόλις διαβάσατε;

Θα δείξει.