Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Στιγμή 4

Τι φανταστικός κόσμος θα ήταν η Πλάση, αν κάποιοι από τους μύθους της δεν ήταν αληθινοί;

Λεωσθένης

Τα στομάχια των τεσσάρων γερόντων σφίχτηκαν μόλις είδαν το σπίτι από μακριά. Δίπατο, ξύλο σε απαλό γαλανό χρώμα, πέτρα ασβεστωμένη, κεραμίδια ολοκαίνουρια, κλήματα να σκιάζουν την αυλή. Μεγάλος κήπος, φροντισμένος, χωρισμένος σε παρτέρια∙ λευκά ρόδα και κόκκινα γαρύφαλλα και, πιο κοντά στο σπίτι, λαχανικά για το τραπέζι. Στο μονοπάτι έτρεχαν έξι-εφτά παιδιά κι ένα μικρό σκυλί, κυνηγώντας ένα παρδαλό τόπι. Μια καστανή νέα γυναίκα – η λυγερή ομορφιά της αισθητή ακόμη κι από τόση απόσταση – άπλωνε φρεσκοπλυμένα ασπρόρουχα που σχεδόν άστραφταν στο ηλιόλουστο πρωινό.

Όσα χρειάζεται να έχει ένας άντρας για να ευτυχεί.

Μα οι γέροντες δε γαλήνευαν σε τέτοια θέα. Οι ανησυχίες που τους είχαν ταλανίσει σε όλο το ταξίδι, άξαφνα φούσκωσαν σαν αγριεμένες θάλασσες, απειλούσαν να τους πνίξουν στα τελευταία βήματα που χρειαζόταν να διασχίσουν τα γαϊδουράκια τους. Πλησίαζε η κρίσιμη στιγμή που θα μάθαιναν αν κάποιος από τους φόβους τους θα έβγαινε αληθινός. Θα τον έβρισκαν εκεί τον ήρωα; Θα ήταν εύκαιρος να τους βοηθήσει; Μήπως θα τον προσέβαλλαν τα φτωχικά τους δώρα που μπόρεσαν να συγκεντρώσουν; Έβαλαν τα χέρια μέσα στα σακούλια και ψηλάφισαν τα δοχεία, τα κουτιά, τα θηκάρια, αποζητώντας παρηγοριά, ένα στήριγμα αληθινό και απτό. Δεν τον ενδιέφεραν το Λεωσθένη οι ανταμοιβές, όλοι το ήξεραν. Μα τον είχαν τόση ανάγκη οι συμπατριώτες των γερόντων, ώστε εκείνοι αγωνιούσαν και για την παραμικρή λεπτομέρεια, το πιο απίθανο εμπόδιο που θα μπορούσε να κάνει την ικεσία τους ν’ αγνοηθεί.

Μηχανικά, σαν υπνωτισμένοι, ξεπέζεψαν. Χαιρέτησαν, έδεσαν τα ζώα τους, χάιδεψαν παιδικά κεφάλια, χτύπησαν τη θύρα, διάβηκαν το κατώφλι. Ο άντρας που αντίκρισαν ήταν ακόμη πιο μεγαλόσωμος απ’ ότι περίμεναν∙ η σύζυγός του που μπήκε να τους παρουσιάσει – αν και ασυνήθιστα ψηλή – μόλις που έφτανε ως τον ώμο του κι ας ήταν εκείνος καθιστός. Τα μέλη του ήταν χοντρά σαν κορμοί νεαρών δέντρων, οι μύες του φούσκωναν ακόμη και στην απόλυτα ήρεμη στάση του. Μέσα στις σκιές, το κεφάλι του, στεφανωμένο από πυκνά, κατάμαυρα κατσαρά μαλλιά και γένια, φάνταζε τρομερό, δυσοίωνο.

Υπήρχαν πολλά έπιπλα στο δωμάτιο, όλα σκαλισμένα με τέχνη κι αγάπη. Σκεύη χάλκινα σφυρηλατημένα με εικόνες ζώων και φυτών, πήλινα πιατικά ζωγραφισμένα με πουλιά και ψάρια. Δέρμα και ύφασμα, ιστορημένα κι αυτά, κάλυπταν τις επιφάνειες. Όλα έργα του Λεωσθένη, απ’ ότι έλεγαν οι φήμες. Αλλά το βλέμμα των γερόντων αδυνατούσε να ξεκολλήσει από τα τεράστια θηκάρια που καταλάμβαναν όλο το μήκος του αριστερού τοίχου. Εκείνα ήταν τα εργαλεία στη βοήθεια των οποίων προσέβλεπαν. Εκείνο το κρυμμένο ατσάλι που έμοιαζε να κοιμάται μέσα σε δερμάτινα σάβανα, είχαν έρθει να ξυπνήσουν.

Ένας από τους προεστούς έπεσε στα γόνατα και τον μιμήθηκαν κι άλλοι τρεις. Έτειναν μπρος τα χέρια τους, προσφέροντας τα δώρα που είχαν φέρει. Άρχισαν να εξηγούν την κατάντια των χωριών τους με φωνές άχρωμες, νεκρές, κουρασμένες, πιο λυπηρές από κάθε λυγμό ή αναστεναγμό.

***

Ο Λεωσθένης ένιωσε το πρόσωπό του να φλογίζεται, λες και τα γένια του είχαν πάρει φωτιά, λες και τσουρουφλιζόταν γοργά το δέρμα του προς το μέτωπο. Ζεσταινόταν και άσθμαινε.

Τώρα του ζητούσαν βοήθεια; Αφού είχαν πρώτα καταφύγει σε κάποιους δίδυμους ψευτο-ήρωες που δεν τους είχε ακούσει ποτέ; Ίδης και Πισαίος; Ποιοι ήταν αυτοί οι τιποτένιοι; Ποιος τους γνώριζε πέρα από το βάλτο που ζούσαν; Και τους μέτραγαν για τόσους σπουδαίους αυτοί οι επαρχιώτες, ώστε αφού δεν τα είχαν καταφέρει εκείνοι, τότε έπρεπε να ασχοληθεί με το ζήτημα ο μεγαλύτερος των Αιγλωέων ηρώων; Που τον είχαν για δεύτερη επιλογή μετά από τους νταήδες της γειτονιάς τους; Ούτε η πρώτη τους σκέψη ήταν καταφύγουν σ’ αυτόν, ούτε τον θεωρούσαν ύστατη λύση.

Ξεροκατάπιε και το βλέμμα του πήγε άθελα στο τεράστιο ρόπαλο από κόκκινο ξύλο, το έμβλημά του, κρεμασμένο στο κέντρο του τοίχου με τα άρματα. Αν δε σεβόταν τα χρόνια τους, θα τους έσπαγε τα κόκαλα ένα-ένα για την προσβολή που του έκαναν.

Έπρεπε να συγκρατηθεί, να τους χτυπήσει μόνο λεκτικά.

Έτριξε τα δόντια.

Έπρεπε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: