Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2010

Στιγμή 7

Σήμερα βλέπουμε τον τελευταίο από τους «ήρωες της δεύτερης γραμμής», ένα από τους ανώτερους κρατικούς λειτουργούς. Καθώς πλησιάζει σιγά-σιγά η ημερομηνία της έκδοσης, οι Στιγμές θα επικεντρώσουν στο αντίπαλο δέος, τους «κακούς». (Αν έχουμε καινούριους αναγνώστες που δεν γνωρίζουν τι είναι οι στιγμές, ας ρίξουν μια ματιά εδώ)

Πολυκράτης


Στηρίχτηκε στον παραστάτη πριν χτυπήσει το ρόπτρο. Ένιωθε αδύναμος. Η αυστηρή νηστεία που είχε επιβάλει στον εαυτό του για πάνω από δέκα ημέρες αποδείχτηκε κακή ιδέα. Δεν έμοιαζε λιγότερο υπέρβαρος το πρωί στον καθρέπτη, έμοιαζε ταλαιπωρημένος, σαν να ανάρρωνε από μακρά ασθένεια. Το ανοιχτόχρωμο δέρμα του και τα αχυρένια μαλλιά του δε βοηθούσαν. Έπρεπε να το είχε απλά αποδεχτεί· είχε κληρονομήσει την ευφυΐα και τη μεθοδικότητα που χαρακτήριζε τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του. Και μαζί της είχε κληρονομήσει αποστροφή για τη σωματική άσκηση, συνδυασμένη με λαιμαργία. Έτσι όπως τα είχε καταφέρει, η σκέψη του φαγητού είχε γιγαντωθεί μέσα του, σχεδόν καλύπτοντας ακόμη και την εικόνα εκείνης.

Η εξώθυρα άνοιξε απότομα και τον έπιασε απροετοίμαστο, κάνοντας έναν χείμαρρο παγωμένου ιδρώτα να τρέξει στον αυχένα και την πλάτη του. Μόρφασε νευρικά, άνοιξε το στόμα του και δε βγήκε φωνή. Θύμωσε. Είχε καταστρώσει τέλειο σχέδιο, είχε πάει με συνταγή στα χέρια. Γιατί να γεννηθεί τόσο αγχωτικός; Καθάρισε το λαιμό του, κορδώθηκε για να τονίσει το αξιόλογο ύψος του και δρασκέλισε το κατώφλι με ύφος κατακτητή. Ο αποσβολωμένος υπηρέτης μόλις που πρόλαβε να παραμερίσει. Την επόμενη στιγμή ο Πολυκράτης δήλωσε το όνομά του και την καταγωγή του και παρέδωσε το δώρο που είχε φέρει για την οικοδέσποινα.

Ήταν πολύ προσεκτικά διαλεγμένο. Είχε δωροδοκήσει ένα σωρό εμπόρους για να μάθει τι της άρεσε. Ως και το μεταξωτό του περιτύλιγμα δεν ήταν ένα τυχαίο κομμάτι πανάκριβου πανιού. Είχε την ίδια ακριβώς απόχρωση με τα πράσινα μάτια της. Αυτό ήταν από τα πιο δύσκολα κομμάτια του σχεδίου. Χρειάστηκε οι υπηρέτριες των γονιών του να ανακρίνουν διακριτικά τις υπηρέτριες του δικού της σπιτικού και τελικά ο ίδιος να καταλήξει στο ποια μαρτυρία ήταν η πιο αξιόπιστη.

Ξεφύσησε ενοχλημένος στην ανάμνηση του κόπου του και άφησε να τον οδηγήσουν στον εσωτερικό κήπο, εκεί που βρίσκονταν ήδη οι υπόλοιποι υποψήφιοι μνηστήρες. Το περίμενε πως θα είχε να κάνει με τους πιο εμφανίσιμους, τους πιο πλούσιους και τους πιο έξυπνους νέους της Νεάπολης. Μόνο οι άριστοι από τους ανύπαντρους βρίσκονταν εκεί – γι’ αυτό ακριβώς τον κοίταξαν με μισό μάτι. Έγλειψε τα ξεραμένα χείλη του, έτοιμος να το βάλει στα πόδια. Αν δε φοβόταν τόσο τις επιπλήξεις των γονιών του που τον είχαν αναγκάσει να συμμετάσχει κι εκείνος στη διαδικασία, θα έβαζε την ουρά στα σκέλια και θα αποχωρούσε. Να είναι πολύ λίγος για τη γυναίκα που είχε ερωτευτεί, το άντεχε. Να τον σφυροκοπούν κάθε μέρα πως δεν είναι λίγος, δεν το άντεχε.

Άρχισε να χαιρετά όσους γνώριζε καλά ή έστω εξ όψεως. Άλλοι χαμογέλασαν, άλλοι δεν έκρυψαν τη δυσφορία για την επαφή με τις ιδρωμένες του παλάμες. Δεν τον απασχόλησε. Χρησιμοποιούσε διακριτικά τον όγκο του για να φτάσει στο σημείο που έπρεπε. Ο αρχιτέκτονας που είχε χτίσει την έπαυλη ορκιζόταν ότι το πιο βολικό σημείο για να παρακολουθήσει εκείνη τον κήπο κρυμμένη στα διαμερίσματά της, ήταν ακριβώς πάνω από το σιντριβάνι. Ότι λεγόταν εκεί, θα έφτανε στα αυτιά της πεντακάθαρα, ενώ τον ομιλητή θα τον μισόκρυβε – κολακευτικά, στην περίπτωση του Πολυκράτη – το περβάζι.

Όταν στάθηκε ακριβώς εκεί που ήθελε, έφερε για μια τελευταία φορά στ’ αυτιά του τις φράσεις που είχε ετοιμάσει για να την εντυπωσιάσει. Είχε βασιστεί στα όσα η ίδια συζητούσε στον γυναικωνίτη της μητρόπολης με τις φίλες της για τον ιδανικό σύζυγο. Αυτά είχαν κοστίσει πιο πολύ για να μαθευτούν κρυφά, αλλά ήταν και τα πιο εύκολα προσβάσιμα – μυστικά μεταξύ γυναικών.

Δεν πρόλαβε να βρει ή να δημιουργήσει αφορμή για να πει κάτι.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, εμφανίστηκε μια υπηρέτρια που μοίραζε γλυκίσματα από ένα καλάθι και ζητούσε συγνώμη για την αναμονή. Το στομάχι του Πολυκράτη διαμαρτυρήθηκε έντονα. Αυτός κοκκίνισε ντροπιασμένος, αν και κανείς δεν του έδωσε σημασία. Δεν άπλωσε το χέρι του να τιμήσει το κέρασμα. Όταν η υπηρέτρια επέστρεψε στο μαγειρείο και οι άλλοι μνηστήρες ξανάρχισαν τις συζητήσεις, την πρώτη φορά που το γαλανό βλέμμα του διασταυρώθηκε μ’ εκείνο κάποιου άλλου, ντράπηκε που ήταν αναψοκοκκινισμένος και κοκκίνισε ακόμη περισσότερο. Ένιωσε να πνίγεται, να τον στενεύει ο χιτώνας του στο λαιμό. Τα φρύδια του έσταζαν ιδρώτα.

«Όλοι συμφωνούμε πως είναι η ομορφότερη κόρη στη Βασιλεία Αιγλωέων», είπε ένας εντυπωσιακός μελαχροινός χιλίαρχος που είχε έλθει με την επίσημη στολή του.

«Η ομορφότερη των τελευταίων εκατό χρόνων λέει ο παππούς μου», υπερθεμάτισε ένας από τους Καλόθετους, φορτωμένος στο χρυσάφι.

«Ναι, μη με διακόπτεις», τον αποπήρε ο στρατιωτικός. «Αλλά πού ακούστηκε μια γυναίκα να καλεί μνηστήρες για να επιλέξει το σύζυγό της; Ο αυτοκράτορας, ναι, πολλές φορές έχει γίνει. Σπουδαίοι άρχοντες; Ναι. Αλλά μια γυναίκα;»

«Μα η Όμορφη Σελάη!» αναφώνησε αυθόρμητα ο Πολυκράτης. «Που οι Παλιοί Αιγλωείς κίνησαν όλα τα πλοία τους για χάρη της κι έκαψαν το πλούσιο Άρκειο! Δε μάθατε κι εσείς ανάγνωση από την Αρκειάδα; Δε θυμάστε στην πρώτη ραψωδία το δείπνο των βασιλέων που είχαν όλοι αποδεχθεί την πρόσκλησή της για να επιλέξει σύντροφο ανάμεσά τους;»

Όλοι στον κήπο είχαν σταματήσει να μιλούν κι είχαν στραφεί προς το μέρος του. Άλλοι ενοχλημένοι, άλλοι δύσπιστοι, άλλοι πρόθυμοι να ακούσουν περισσότερα, ελάχιστοι πεπεισμένοι πως άκουσαν κάτι σημαντικό και ουσιώδες. Ο Πολυκράτης σφίχτηκε. Δεν πίστευε πως μπορούσε να γίνει ακόμη πιο κόκκινος απ’ ότι ήδη ήταν, αλλά τα κατάφερε.

Και τώρα τι; Πίστευε πως η πρόθεσή της δεν ήταν να θέσει τον εαυτό της στο ίδιο επίπεδο με την ομορφότερη γυναίκα όλων των εποχών. Δεν ήταν εγωισμός το κίνητρό της, αλλά μια απόπειρα να αναβιώσει κάτι που θεωρούσε όμορφο, να προτρέψει τους άλλους να φερθούν ξεχωριστά για μια μέρα, όχι ειδικά σ’ εκείνη.

Να το πει αυτό; Ή να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να στρέψει τη συζήτηση εκεί που ήθελε, να προβάλει τον εαυτό του; Σίγουρα είχε κεντρίσει την περιέργειά τη ήδη, ώστε να θέλει να μάθει περισσότερα γι’ αυτόν. Κι οι άλλοι δε θα έμεναν άφωνοι για πολύ ακόμη, ό,τι και να τους έλεγε. Ακόμα χειρότερα, αν δεν έλεγε κάτι αμέσως.

Είχε μόνο μια στιγμή στη διάθεσή του για να αποφασίσει.

1 σχόλιο:

The Margrave είπε...

«Δεν υπάρχει τίποτα που να μην το κόβει το ατσάλι»
Αν θυμάμαι καλά,το ίδιο ακριβώς πράγμα είχε πει ένας βάρβαρος στον Έλρικ στην Κατάρα του μαύρου σπαθιού στο κεφάλαιο "Φλογοδότες",αλλά αποδείχθηκε λανθασμένος..
Πολύ ενδιαφέρον το blog σου,gratz.