Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

Στιγμή 2

Ένας ακόμη χαρακτήρας στο προσκήνιο, απ' αυτούς που στο βιβλίο μένουν λίγο στη σκιά άλλων.

Αναρρωτιέμαι κατά πόσον κατορθώνω να γίνω κατανοητός μ' αυτά τα κειμενάκια σε όσους δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο. Ή τα βρίσκουν απλά καλογραμμένες (ελπίζω!) ασυναρτησίες.


Γελασηνός

Μελανά ενδύματα, κορακίσια μαλλιά, μαύρα μάτια, δέρμα χλωμό.

Όπως κατέβαινε τα λιγοστά σκαλιά που οδηγούσαν στον ημιυπόγειο χώρο, με βήμα λυγερό και γεμάτο αυτοπεποίθηση, θα ήταν εντυπωσιακός. Αν δεν φάνταζε τόσο μικροσκοπικός ανάμεσα στους γεροδεμένους του συντρόφους.

Είχε υποσχεθεί να φροντίσει το ζήτημα των εφοδίων χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες του ανάμεσα στον υπόκοσμο της Αργυρούπολης. Δεν άρεσε σε κανέναν από τους άλλους Γιους της Στάχτης το σχέδιό του. Κανείς τους δεν τον θεωρούσε αξιόπιστο. Μα δεν μπόρεσαν να προτείνουν κάτι άλλο. Κι έτσι τον ακολούθησαν στο άντρο της συμμορίας.


Οι κακοποιοί στράφηκαν όλοι μαζί προς το μέρος των επισκεπτών, λες και τα σώματά τους τα έλεγχε ένας μόνο νους. Στένεψαν τα μάτια τους καχύποπτα. Εκεί, στο αρχηγείο τους, στο άδυτό τους, ήταν αφέντες. Άγνωστοι περνούσαν το κατώφλι μόνο για να τους παρακαλέσουν. Ή για να τους αμφισβητήσουν.

Ο Γελασηνός χαμογέλασε πλατιά κι ήταν σαν να άνθιζε το πρόσωπό του. Τα χαρακτηριστικά του έπαψαν να είναι αδιάφορα. Έγινε κάποιος, κάποιος οικείος.

Η συμμορία σηκώθηκε αργά. Ο καθένας έσερνε την καρέκλα του κι έφερνε το χέρι του στο μαχαίρι που είχε θηκαρωμένο στη ζώνη του. Δεν είχαν ξεχάσει την προηγούμενη επίσκεψή του, κι ας είχε μεσολαβήσει σχεδόν μια δεκαετία από τότε:

Ο αρχηγός της συμμορίας ήταν σπουδαίος, όλοι τον φοβούνταν. Είχε μεγάλη αδυναμία στα τυχερά παιχνίδια. Πάντα κέρδιζε.

Αλλά πάντα έρχεται κι η ώρα που η τύχη στερεύει.

Μόλις έδυσε ο ήλιος, ήρθε ο αντίπαλος, όπως του είχε μηνύσει. Πολύ νεαρός, σχεδόν αγόρι. Μαυροφορεμένος για να δείχνει σοβαρός. Χαμογελαστός για να κρύβει τη νευρικότητά του. Με κάθε ζαριά, αποσπούσε και κάτι. Κάθε καινούριο στοίχημα τον έβρισκε νικητή. Χρήμα πέρασε στα χέρια του. Το δικαίωμα να απομυζά τους κατοίκους κακόφημων συνοικιών. Η κυριαρχία πάνω σε χρέη ακόμη απλήρωτα από εκείνους που είχαν δανειστεί.

Στον αρχηγό έμεναν πια μόνο τρία πράγματα να αποθέσει στο τραπέζι του παιχνιδιού. Η ζωή του. Η ηγεσία της συμμορίας. Η πίστη της ερωμένης του. Η πανύψηλη ξανθιά έσκυψε, αγωνιώντας να δει το αποτέλεσμα που θα έκρινε με ποιον έμελλε να κοιμάται πια. Ο λεπτός χιτώνας της κρεμάστηκε από τους ώμους της κι επέτρεψε στο Γελασηνό να θαυμάσει ακόμη περισσότερο από το λείο δέρμα του στήθους της. Σχεδόν αντίκριζε τις θηλές της. Τεντώθηκε για να δει πιο πολλά. Δυο κοκάλινοι κύβοι κύλησαν από το εσωτερικό της χειρίδας του.

Έκλεβε και τον είχαν καταλάβει.


Οι σύντροφοι του Γελασηνού τον κοίταξαν θορυβημένοι από τις απειλητικές κινήσεις των συμμοριτών. Εκείνος χαμογέλασε ακόμη πιο πλατιά.

«Είναι πολύ χωρατατζήδες οι φίλοι μου», ψιθύρισε για να τους καθησυχάσει και κατέβηκε το τελευταίο σκαλοπάτι. «Ξέρετε. Θα παραστήσουν ότι είναι έτοιμοι να μου επιτεθούν και μόλις το πιστέψετε, θα με σφίξουν στην αγκαλιά τους».

Τρεις λεπίδες κατευθύνθηκαν πάνω του από τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις. Ήταν γρήγορος, πολύ γρήγορος. Και υπεράνθρωπα ευλύγιστος. Χόρεψε ανάμεσα στα όπλα και τα απέφυγε. Οι σύντροφοί του, οι Γιοι της Στάχτης που είχε οδηγήσει ως εκεί, δεν ήταν το ίδιο προικισμένοι μ’ αυτόν. Άκουσε βογκητά πίσω του, τον υπόκωφο υγρό ήχο του ατσαλιού που καρφώνεται σε σάρκα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: