Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Στιγμή 11

Έχει τόσο καιρό να εμφανιστεί νέα ανάρτηση στο ιστολόγιο που ίσως κάποιοι να μη γνωρίζουν ή να μη θυμούνται τι είναι οι Στιγμές. Σε τέτοια περίπτωση, ρίξτε μια ματιά εδώ.

Κατά τα άλλα, δε θα πω ότι θα προσπαθήσω να έχω μια καινούρια ανάρτηση κάθε τόσο, γιατί το έχω ήδη πει και δεν έχω κατορθώσει να το τηρήσω. Θα πω μόνο πως θα κάνω ό,τι καλύτεορ μπορώ με το ιστολόγιο - και θα δούμε τι θα είναι αυτό.


Πριγκίπισσα Αγαθή

Η αύρα κόπαζε στιγμιαία κι ύστερα ξεκινούσε ξανά, σαν ανάσα. Ερχόταν από την πλευρά της θάλασσας, υγρή κι αμυδρή, ίδια με χάδι από ελαφρά βρεγμένο χέρι.

Ήταν όμορφη μέρα, ο ουρανός πεντακάθαρος, η ζέστη κι η δροσιά ευχάριστες μέσα στην ισορροπία τους. Όλοι στο Σεπτό Παλάτι είχαν αναζητήσει αφορμή για να βγουν στους κήπους. Οι υπηρέτες κι οι τεχνίτες θυμήθηκαν τις υπαίθριες εργασίες που είχαν παραμελήσει όσο είχε κρατήσει η καλοκαιρινή κάψα. Οι στρατιώτες έστεκαν ευθυτενείς αντί να λαγοκοιμούνται στη σκιά στηριγμένοι στα δόρατά τους. Οι αξιωματούχοι αποφάσισαν πως ήταν καιρός να κάνουν επιθεωρήσεις.

Οι πολύ υψηλόβαθμοι, βέβαια, δε χρειάζονταν δικαιολογίες· ο Μέγας Λογοθέτης Σεβαστιανός είχε απλά προστάξει να μεταφέρουν ένα γραφείο στην αυλή των διαμερισμάτων του για να δουλέψει εκεί. Η Αγαθή στάθηκε μαζί με τις συνοδούς της σεμνά δυο βήματα μακριά του, περιμένοντας υπομονετικά να ασχοληθεί μαζί της. Δάχτυλα ηλιόφωτος κυμάτιζαν πάνω της και στο πλακόστρωτο γύρω της, όπως το αεράκι έκανε τα φύλλα της κληματαριάς να κυματίζουν. Ο μεσήλικος άντρας σταμάτησε να διαβάζει μετά από λίγο, σήκωσε το βλέμμα του και αντιλήφθηκε της παρουσία της. Έκανε μια αφηρημένη κίνηση που θα μπορούσε να είναι κοφτό νεύμα χαιρετισμού, μα αντί να της μιλήσει άρχισε να γράφει μανιωδώς. Είχε συνοφρυωθεί κι ήταν φανερό πως πάσχιζε να κάνει τις σκέψεις του λέξεις πριν ξεγλιστρήσουν από το νου του.

Η Αγαθή έμεινε να ακούει το γρατσούνισμα της γραφίδας πάνω στην περγαμηνή, αμυδρό ανάμεσα στο τραγούδι των τζιτζικιών. Διέκρινε καθαρά το κείμενο – τα βαθυγάλαζα μάτια της δεν ήταν μόνο όμορφα, αλλά και κοφτερά. Ο Μέγας Λογοθέτης είχε καταπιαστεί με στρατιωτικά θέματα. Τον είδε να γράφει εκ παραδρομής ‘προσβολή του εχθρού’ αντί για ‘προβολή του εχθρού’. Και στις δυο περιπτώσεις έβγαινε νόημα, μα διαφορετικό. Και κάποιος λιγότερο οξυδερκής δε θα υποψιαζόταν πως η ‘προσβολή’, αν και πιο συνήθης έκφραση, δεν ταίριαζε με τον ειρμό του κειμένου. Πήρε βαθιά ανάσα κι άνοιξε το στόμα της για να του επισημάνει το σφάλμα, αλλά δεν τόλμησε να πάρει το λόγο μόνη της. Ένιωσε το βλέμμα της θείας της να πέφτει επικριτικό πάνω της, να της καίει την πλάτη.

Η Ισμήνη, ένα μόλις βήμα πίσω από την πριγκίπισσα, κατείχε άριστα τη γλώσσα των σωμάτων· θα είχε αναγνωρίσει το δισταγμό της, έστω κι αν δε θα είχε κατανοήσει ποιο ήταν το αντικείμενό του. Και γι’ αυτό ακριβώς την είχε πάρει μαζί της η Αγαθή, τη θεία και τροφό της, γιατί ήταν μαχητική, την ενθάρρυνε να διεκδικεί και την επέκρινε πάντα όταν συμβιβαζόταν. Δε θα της επέτρεπε να λιποψυχήσει. Για τον ίδιο λόγο η Αγαθή δεν είχε πάρει μαζί της την άλλη τροφό της, τη γερόντισσα Ουρανία, που ήταν αδελφή της Ισμήνης. Εκείνη, σαν μοναχή, πάσχιζε να είναι ήπια και συγκαταβατική και το ίδιο παρότρυνε και τους άλλους να κάνουν.

Ο Σεβαστιανός άφησε ξαφνικά το έγγραφο στην άκρη και ύψωσε το βλέμμα του από το γραφείο, καθυστερώντας φευγαλέα στο ύψος των γοφών της πριγκίπισσας και ξανά στο στήθος της. Όσο πιο πολύ μεγάλωνε, τόσο συχνότερα της συνέβαινε αυτό με τους άντρες, σαφής απόδειξη πως δεν ήταν πια κορίτσι αλλά γινόταν γυναίκα. Γυναίκα με πολύ θελκτικό σώμα. Στην αρχή κοκκίνιζε από ντροπή κι αναγκαζόταν να σκύβει το κεφάλι της, γιατί η αλλαγή ήταν πολύ έντονη στο λευκό της δέρμα. Αλλά με τις συμβουλές της Ισμήνης και τη δυνατή της θέληση είχε κατορθώσει να καταπνίξει την αυθόρμητη αντίδραση.

«Καλώς τες» τις υποδέχτηκε και επίσημα ο Μέγας Λογοθέτης.

Πάνω στην ώρα, οι υπηρέτες του έφεραν καθίσματα και κεράσματα. Οι δυο γυναίκες δέχτηκαν τις περιποιήσεις και ρώτησαν τι κάνει ο γιος του Σεβαστιανού, ο Πελάγιος, που ήταν σύντροφος στα παιδικά παιχνίδια της Αγαθής χρόνια πριν. Είπαν κι όλα τα άλλα πράγματα που επέβαλε η ευγένεια, μα δεν είχαν λησμονήσει το λόγο της επίσκεψής τους.

«Θα ήθελα την έγκρισή σου, θείε» δήλωσε τελικά η πριγκίπισσα.

Ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη του μεσήλικου άντρα. Δεν ήταν πραγματικά συγγενείς κι είχε να την ακούσει να τον αποκαλεί έτσι από τα μικράτα της. Σ’ αυτή τη νοσταλγική αντίδραση είχε ελπίσει και η Αγαθή και γι’ αυτό είχε επιλέξει τη συγκεκριμένη λέξη.

«Για ποιο πράγμα θες δική μου έγκριση κι όχι του πατέρα σου;» τη ρώτησε, ακόμη χαμογελαστός.

«Ονειρεύομαι να σπουδάσω στο Πανδιδακτήριο» αποκρίθηκε η κοπέλα. «Αν το πεις εσύ, θα γίνει».

Ο Μέγας Λογοθέτης έξυσε τα γκριζαρισμένα γένια του αμήχανος κι έριξε μια ερωτηματική ματιά στην Ισμήνη.

«Υπάρχουν πολύ πιο ταιριαστές ασχολίες για μια γυναίκα της αυτοκρατορικής οικογένειας από το να τυλίγουν επιδέσμους» είπε. «Ακόμη κι αν ξαναγίνει πόλεμος – κι ελπίζω να μην το δω όσο ζω».

«Δεν επιθυμώ να ασχοληθώ με τη Θεραπευτική» εξήγησε η πριγκίπισσα.

«Οι γυναίκες δε σπουδάζουν τίποτε άλλο στο Πανδιδακτήριο» τον άκουσε να απαντάει σφιγμένος.

«Ως τώρα» επέμεινε η πριγκίπισσα.

Δε δείλιασε. Δε χαμήλωσε το βλέμμα της. Συνέχισε να κοιτάζει το δεξί χέρι του πατέρα της, τον άνθρωπο που σε μεγάλο βαθμό όριζε τη χώρα. Προσηλώθηκε στα σκούρα μάτια του. Κι είδε τα φρύδια του να σμίγουν σιγά-σιγά γεμάτα προβληματισμό.

«Εκτός αν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος που πρέπει να συνεχιστεί αυτός ο αποκλεισμός» παρενέβη η Ισμήνη με γλυκό ύφος.

Τα λόγια της έμοιαζαν αυθόρμητα, μα η Αγαθή ήξερε πως η θεία της με πονηριά κατεύθυνε τους άντρες όπως κατεύθυνε και τη βελόνα ή τη σαΐτα του αργαλειού. Δεν τη στενοχωρούσε καθόλου που η Εκκλησία του Δημιουργού απαγόρευε το δεύτερο γάμο σε όσους χήρευαν. Πολύ όμορφη και σχετικά νέα, με σημαντική περιουσία, φημισμένη για τη νοικοκυροσύνη της, εύκολα θα έβρισκε σύζυγο. Μα η ανιψιά της την είχε ακούσει δεκάδες φορές να λέει πόσο ευτυχισμένη ήταν χωρίς κανέναν πάνω από το κεφάλι της.

Βαλλόμενος από δυο πλευρές, ο Σεβαστιανός μαλάκωσε. Σηκώθηκε και απάντησε μειλίχια:

«Έχω καθήκον να εξασφαλίζω πως η αυτοκρατορική οικογένεια αξιοποιεί το χρόνο της για να φανεί χρήσιμη στο λαό. Ο μεγαλειότατος θα είχε περάσει όλη του την εφηβεία στα κυνήγια και στον ιππόδρομο αν του το είχαν επιτρέψει οι προκάτοχοί μου. Θα ήταν σωστό κάτι τέτοιο; Θα ήταν αντάξιο του θρόνου;»

«Μα δε ζητώ διασκεδάσεις!» διαμαρτυρήθηκε η Αγαθή, εξοργισμένη για τη σύγκριση. «Γνώσεις ζητώ, που θα τις χρειαστώ όταν βρεθώ σύζυγος στο πλευρό κάποιου ηγεμόνα!»

«Οι γνώσεις δεν είναι χρήματα, να τις αποθησαυρίζουμε» αντέτεινε ο Σεβαστιανός. «Ήδη έχεις στη διάθεσή σου τις καλύτερες διδασκάλισσες της χώρας. Ειλικρινά δε νομίζω πως υπάρχει πιο μορφωμένη γυναίκα στην Πλάση απ’ τη δέσποινα Ουρανία. Ξέρει περισσότερα από μένα. Παίζει την Αριθμητική στα δάχτυλα. Απαγγέλει από στήθους τα κείμενα των Παλιών Αιγλωέων. Υμνογραφεί. Είναι όμως ικανή να κάνει τη δική μου δουλειά; Σε τι θα βοηθήσει τον μελλοντικό σου σύζυγο αν διδαχθείς, ας πούμε, Αστρονομία;

»Σου μιλάω σαν να είσαι δική μου θυγατέρα. Μάθε όσα μπορείς, μάθε κι όσα σου αρέσουν, αλλά δώσε προτεραιότητα σ’ αυτά που πραγματικά τιμούν μια γυναίκα. Βάλε πρώτη την ανέμη και δεύτερη τη γραφίδα. Μιας και μίλησες για γάμο, μην ακολουθήσεις το παράδειγμα της γερόντισσας Ουρανίας. Με διάφορες δικαιολογίες κατόρθωσε να μείνει ανύπαντρη και υποπτεύομαι πως κατά βάθος το επέλεξε γιατί δεν ήθελε περισπασμούς από τις μελέτες της. Αξιοθαύμαστη κατά τα άλλα, μοναδική, αλλά – με όλο το θάρρος – άχρηστη. Τι έχει προσφέρει μια γυναίκα στην κοινωνία, αν δεν έχει προσφέρει ένα παιδί;»

Η πριγκίπισσα ένιωσε το αίμα να πυρώνει το πρόσωπό της, ακόμη και τα αυτιά της. Δεν ενοχλήθηκε, ούτε έσκυψε για να κρυφτεί. Ήταν έξαλλη. Γιατί δεν την καταλάβαινε; Γιατί δεν ήθελε να την καταλάβει; Ήταν πανέξυπνος, δε μπορεί να μην έβλεπε πόσο μεγάλο όφελος θα είχε ένας βασιλιάς ή αυτοκράτορας αν η ίδια του η σύντροφος γνώριζε Ρητορική ή Νομική! Μήπως τόση ώρα τα λόγια του ήταν ύπουλα, διπλωματικά, με μόνο στόχο να την ξεγελάσουν και να την εξευμενίσουν; Και πού το πήγαινε; Σκόπευε να της προσφέρει κάτι; Κάτι μικρό κι ασήμαντο για να την κάνει να ξεχάσει το όνειρό της; Μήπως ο Μέγας Λογοθέτης πίστευε τελικά πως οι γυναίκες σε τίποτε δε μπορούσαν να είναι ισάξιες με τους άντρες; Δηλαδή, τι; Την προόριζε μόνο για να διακοσμήσει κάποια Αυλή με την παρουσία της και για να γεννήσει διαδόχους, να ακούει και να υπακούει σιωπηρή; Ή μήπως επειδή είχε χηρέψει νεότατος ο ίδιος ο Σεβαστιανός δεν είχε προλάβει να γνωρίσει την αληθινή αξία της γυναικείας στήριξης και δε μπορούσε να τη φανταστεί καν;

Ω, πόσο σύγχυση και πόσος θυμός! Είχε διδαχτεί από την Ισμήνη να ξεδιαλέγει τις σκέψεις της, να τις βάζει σε μια λογική σειρά και να τις κάνει ευγενικό λόγο με συνοχή. Αλλά για πρώτη φορά δεν ένιωθε ικανή. Την τρέλαινε αυτό το κουβάρι των παράλογων επιχειρημάτων του!

Έσφιξε τις μικροσκοπικές γροθιές της, όρθωσε το ανάστημά της που ήδη ήταν παρόμοιο με του βραχύσωμου Σεβαστιανού και με τα γαλανά μάτια της να πετούν σπίθες, μίλησε για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή της χωρίς να έχει αποφασίσει από πριν τι θα πει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: