Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Κριτικές και συνεντεύξεις

Έχει περάσει ένας χρόνος που κυκλοφόρησε το "Κοράκι σε άλικο φόντο" κι έτσι είπα να συγκεντρώσω σε μια ανάρτηση όλα όσα έχουν γραφεί στον Τύπο ή το διαδίκτυο για το βιβλίο. Αφήνω κατά μέρος τις παρουσιάσεις σε βιβλιοστήλες οι οποίες αναπαρήγαγαν απλά το κείμενο από το οπισθόφυλλο ή εκείνο από το δελτίο τύπου κι έτσι μένουν σχετικά λίγα πράγματα, αλλά όλα θετικά.

Έγραψαν για το έργο μου λοιπόν...


- Βάσω Χρήστου, Φανταστικά Χρονικά (το περιοδικό της ΑΛΕΦ), τεύχος 16 (Χειμώνας 2010-11):

Το μυθιστόρημα φαντασίας του Ελευθέριου Κεραμίδα Κοράκι σε Άλικο Φόντο είναι το πρώτο της σειράς «Οι Γιοι της Στάχτης» και ταυτόχρονα το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα. Ωστόσο, ούτε ο κόσμος, ούτε η πλοκή, ούτε η γλώσσα του Ε. Κεραμίδα μαρτυρούν πως πρόκειται για πρώτο έργο. Κι αυτό γιατί όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το βιβλίο είναι πραγματικά δουλεμένα και ώριμα.

Ο χάρτης του έργου είναι μέρος μιας ευρύτερης περιοχής που θυμίζει την Ευρώπη μαζί με μέρος της Ανατολίας και των στεπών του βορρά ενώ ο τόπος των πρωταγωνιστών του – με γεωγραφία και δομή πολύ κοντά στη Βυζαντινή – ονομάζεται Βασιλεία Αιγλωέων.

Ο συγγραφέας δείχνει να ξέρει πολύ καλά τον κόσμο του, να τον έχει ολοζώντανο στο μυαλό και στο έργο του. Είναι φανερό ότι το χέρι που κινεί τα νήματα γνωρίζει πολύ καλά τι συμβαίνει κάθε στιγμή απ’ άκρη σ’ άκρη του χάρτη, και το περιγράφει με συνέπεια.

Πόλεις και παλάτια και ίντριγκες, δάση και ερημωμένες πολιτείες και μοναστήρια, μισθοφόροι και αποστάτες και προδότες, δεν θα λείψουν απ’ όποιον τα περιμένει. Και θ’ ανακαλύψει ότι είναι σωστά τοποθετημένα. Ο αναγνώστης θα βρει επίσης ενδιαφέροντα στοιχεία του φανταστικού, φαρμακείες και φαρμακολύτες, παράξενα δημιουργήματα, πλάσματα που έλκουν την καταγωγή τους πλάσματα που έλκουν την καταγωγή τους από το βασίλειο του υπερφυσικού, ακόμα και μάγους και δράκους – αλλά μακριά από τους συνηθισμένους τους ρόλους. Πραγματικό και φανταστικό πλέκονται με μια λεπτή δεξιοτεχνία, καθώς οι τρεις πόλοι της ιστορίας – τρεις άντρες με εντελώς διαφορετικά σχέδια και προοπτικές – παίζουν ο καθένας το ρόλο του για να εξυφάνουν τη μοίρα του βασιλείου. Μια διεφθαρμένη πρωτεύουσα, που βρίθει από συνωμοσίες, ένα μοναστήρι όπου τίποτα δεν είναι αυτό που δείχνει, ένας φαινομενικά αδίστακτος μισθοφόρος με απώτερους σκοπούς και φόβους που ούτε να διανοηθούν μπορούν οι σύντροφοί του, μας ταξιδεύουν και μας αποκαλύπτουν τα περισσότερα μέρη του λαμπρού βασιλείου.

Η δομή του βιβλίου – μεγάλα κεφάλαια, αλλά με πολλά επιμέρους τμήματα, που μας μεταφέρουν από το ένα σημείο στο άλλο – βοηθάει στην καλύτερη παράθεση των γεγονότων που συμβαίνουν ταυτόχρονα, αλλά και στην κορύφωση της αγωνίας.

Η πλοκή είναι πυκνή, οι περιγραφές δυνατές, οι σκηνές ολοζώντανες και αληθοφανείς. Σημαντικό το στοιχείο της ισορροπίας μεταξύ περιγραφής, σχεδιασμού, δράσης, αλλά και σκέψεων-συναισθημάτων, ενώ πολύ θετική και η ενδιάμεση κορύφωση με την αποκάλυψη της φύσης των Γιων της Στάχτης.

Τέλος, θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην τονιστεί πως ο Ε. Κεραμίδας έχει εξαιρετικά καλή και σωστή γραφή στο βιβλίο του, καθώς επίσης και ένα λεξιλόγιο όρων που θα ζήλευε και ιστορικός της εποχής. Απόλυτο must για όσους ασχολούνται με φάντασυ!

Κι αν ζυγίσουμε τα συν και τα πλην;

Στα θετικά: Που το βιβλίο είναι σχεδόν αυτοτελές, ενώ έχουμε να περιμένουμε και άλλα αντίστοιχης ποιότητα βιβλία για να ολοκληρώσουν τους Γιους της Στάχτης.

Στα αρνητικά: Που θα χρειαστεί να περιμένουμε αυτά τα βιβλία. Εγώ θέλω τη συνέχεια τώρα!


- Δημήτρης Αργασταράς, www.bookpress.gr, 22.1.2011:

Εδώ θα διαβάσετε το άρθρο "Τοπία του φανταστικού" που αναφέρει και το δικό μου έργο.



- Μαρία Βασιλείου, Metal Hammer & Heavy Metal, τεύχος 318 (6ος του 2011):

Δεν συναντάμε συχνά συγγραφικές απόπειρες που να επιτυγχάνουν τόσα πολλά με τη μία: να καταξιώνουν τον συγγραφέα ως αριστοτέχνη της αφηγηματικής δομής (καθώς φαίνεται να κατέχει με άνεση τις ομολογουμένως δύσκολες τεχνικές του εκτενούς μυθιστορήματος) και ως γοητευτικό μυθοπλάστη, υφαίνοντας μία πρωτότυπη και συναρπαστική περιπέτεια, ικανή να καθηλώσει τον απαιτητικό αναγνώστη του είδους. Ακόμη, να τραβήξει την προσοχή του εκδοτικού ενδιαφέροντος, παρά τον ασυνήθιστο κι επομένως ριψοκίνδυνο χαρακτήρα του. Κι επιπλέον, να μην επιχειρήσει μία ακόμα αναπαράσταση αγγλοσαξονικής παράδοσης, αλλά να καταπιαστεί μ’ ένα εντελώς ασυνήθιστο πλαίσιο, μία εκδοχή του ελληνικού Μεσαίωνα.

Γιατί να το διαβάσεις: Απαραίτητο για κάθε αναγνώστη παρα-ιστορικής περιπέτειας και Φαντασίας.


- Περιοδικό Glamour, 6ος του 2011

Εδώ θα διαβάσετε τις βιβλιοπαρουσιάσεις ("Πάρε άλλο ένα βιβλίο από το ράφι")


- Μάκης Πανώριος, The Books' Journal, τεύχος 8, 01/08/2011, απόσπασμα από το εκτενές άρθρο "Φάνταζι" και φαντασία, βασισμένο στο κείμενο που εκφώνησε ο κύριος Πανώριος στην παρουσίαση του βιβλίου μου. Ξεκινά με μια σύντομη εισαγωγή στο αγαπημένο μας λογοτεχνικό είδος και δυστυχώς δεν υπάρχει online, ούτε γνωρίζω αν μπορώ να το αναπαράγω ολόκληρο εδώ):

To συγκεκριμένο, που το διεκπεραιώνει με ευχέρεια αφηγηματικής ικανότητας ο Ελευθέριος Κεραμίδας, καταργεί την ιστορική εντοπιότητα, και με την κατάλληλη μετάπλαση του πραγματικού γεωγραφικού τοπίου, καθώς επίσης και με τη χρησιμοποίηση πλούσιου πραγματολογικού υλικού, που αντλεί από την ευρωπαϊκή παράδοση, αλλά και τη μυθολογία και την προσφυγή σε ιστορικές περιόδους, αποκτά μια παγκόσμια διάσταση.

[...]

Η ιδιομορφία της γραφής του προέρχεται από το λαϊκό βυζαντινό αλλά και ευρωπαϊκό ιπποτικό μυθιστόρημα, το ανατολίτικο και δυτικό παραμύθι, θρύλους, μύθους, παραδόσεις. Έχοντας αφομοιώσει αυτές τις νόμιμες επιδράσεις, το αποτέλεσμα που παραδίνεται στον αναγνώστη του είναι μια γοητευτική τοιχογραφία τοπίων, προσώπων και καταστάσεων. Στην αρένα της συναντώνται το 
ξίφος με το λαγούτο, ο ιππότης με τον τροβαδούρο, ο ιερωμένος με τον άρχοντα, Kat ο φαρμακός 
με το επερχόμενο μέλλον. Ένα μέλλον η ποιότητα του οποίου εξαρτάται όχι μόνο από τη βελτίωση

της καθημερινότητας ως αποτέλεσμα ενός πιο ανθρώπινου κοινωνικοπολιτικού συστήματος,
αλλά κυρίως, από την καλλιέργεια της φαντασίας.



- Ρίτα Γκούργκουλα, ιστολόγιο "Βιβλιο...λογίες"

Εδώ θα βρείτε την κριτική


Τέλος, εδώ θα βρείτε την συζήτηση που γίνεται για το βιβλίο μου στο ελληνικό φόρουμ του φανταστικού sff.gr, σε πολύ πιο ανεπίσημο τόνο. Σας παραπέμπω στην πρώτη κριτική, μετά τα συγχαρητήρια για την έκδοση και τα λοιπά διαδικαστικά.


Επίσης, έχω δώσει τις εξής συνεντεύξεις:




Φυσικά, αν έχω παραλείψει κάτι, από αμέλεια ή άγνοια, είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτο να με ενημερώσετε.


Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Στιγμή 11

Έχει τόσο καιρό να εμφανιστεί νέα ανάρτηση στο ιστολόγιο που ίσως κάποιοι να μη γνωρίζουν ή να μη θυμούνται τι είναι οι Στιγμές. Σε τέτοια περίπτωση, ρίξτε μια ματιά εδώ.

Κατά τα άλλα, δε θα πω ότι θα προσπαθήσω να έχω μια καινούρια ανάρτηση κάθε τόσο, γιατί το έχω ήδη πει και δεν έχω κατορθώσει να το τηρήσω. Θα πω μόνο πως θα κάνω ό,τι καλύτεορ μπορώ με το ιστολόγιο - και θα δούμε τι θα είναι αυτό.


Πριγκίπισσα Αγαθή

Η αύρα κόπαζε στιγμιαία κι ύστερα ξεκινούσε ξανά, σαν ανάσα. Ερχόταν από την πλευρά της θάλασσας, υγρή κι αμυδρή, ίδια με χάδι από ελαφρά βρεγμένο χέρι.

Ήταν όμορφη μέρα, ο ουρανός πεντακάθαρος, η ζέστη κι η δροσιά ευχάριστες μέσα στην ισορροπία τους. Όλοι στο Σεπτό Παλάτι είχαν αναζητήσει αφορμή για να βγουν στους κήπους. Οι υπηρέτες κι οι τεχνίτες θυμήθηκαν τις υπαίθριες εργασίες που είχαν παραμελήσει όσο είχε κρατήσει η καλοκαιρινή κάψα. Οι στρατιώτες έστεκαν ευθυτενείς αντί να λαγοκοιμούνται στη σκιά στηριγμένοι στα δόρατά τους. Οι αξιωματούχοι αποφάσισαν πως ήταν καιρός να κάνουν επιθεωρήσεις.

Οι πολύ υψηλόβαθμοι, βέβαια, δε χρειάζονταν δικαιολογίες· ο Μέγας Λογοθέτης Σεβαστιανός είχε απλά προστάξει να μεταφέρουν ένα γραφείο στην αυλή των διαμερισμάτων του για να δουλέψει εκεί. Η Αγαθή στάθηκε μαζί με τις συνοδούς της σεμνά δυο βήματα μακριά του, περιμένοντας υπομονετικά να ασχοληθεί μαζί της. Δάχτυλα ηλιόφωτος κυμάτιζαν πάνω της και στο πλακόστρωτο γύρω της, όπως το αεράκι έκανε τα φύλλα της κληματαριάς να κυματίζουν. Ο μεσήλικος άντρας σταμάτησε να διαβάζει μετά από λίγο, σήκωσε το βλέμμα του και αντιλήφθηκε της παρουσία της. Έκανε μια αφηρημένη κίνηση που θα μπορούσε να είναι κοφτό νεύμα χαιρετισμού, μα αντί να της μιλήσει άρχισε να γράφει μανιωδώς. Είχε συνοφρυωθεί κι ήταν φανερό πως πάσχιζε να κάνει τις σκέψεις του λέξεις πριν ξεγλιστρήσουν από το νου του.

Η Αγαθή έμεινε να ακούει το γρατσούνισμα της γραφίδας πάνω στην περγαμηνή, αμυδρό ανάμεσα στο τραγούδι των τζιτζικιών. Διέκρινε καθαρά το κείμενο – τα βαθυγάλαζα μάτια της δεν ήταν μόνο όμορφα, αλλά και κοφτερά. Ο Μέγας Λογοθέτης είχε καταπιαστεί με στρατιωτικά θέματα. Τον είδε να γράφει εκ παραδρομής ‘προσβολή του εχθρού’ αντί για ‘προβολή του εχθρού’. Και στις δυο περιπτώσεις έβγαινε νόημα, μα διαφορετικό. Και κάποιος λιγότερο οξυδερκής δε θα υποψιαζόταν πως η ‘προσβολή’, αν και πιο συνήθης έκφραση, δεν ταίριαζε με τον ειρμό του κειμένου. Πήρε βαθιά ανάσα κι άνοιξε το στόμα της για να του επισημάνει το σφάλμα, αλλά δεν τόλμησε να πάρει το λόγο μόνη της. Ένιωσε το βλέμμα της θείας της να πέφτει επικριτικό πάνω της, να της καίει την πλάτη.

Η Ισμήνη, ένα μόλις βήμα πίσω από την πριγκίπισσα, κατείχε άριστα τη γλώσσα των σωμάτων· θα είχε αναγνωρίσει το δισταγμό της, έστω κι αν δε θα είχε κατανοήσει ποιο ήταν το αντικείμενό του. Και γι’ αυτό ακριβώς την είχε πάρει μαζί της η Αγαθή, τη θεία και τροφό της, γιατί ήταν μαχητική, την ενθάρρυνε να διεκδικεί και την επέκρινε πάντα όταν συμβιβαζόταν. Δε θα της επέτρεπε να λιποψυχήσει. Για τον ίδιο λόγο η Αγαθή δεν είχε πάρει μαζί της την άλλη τροφό της, τη γερόντισσα Ουρανία, που ήταν αδελφή της Ισμήνης. Εκείνη, σαν μοναχή, πάσχιζε να είναι ήπια και συγκαταβατική και το ίδιο παρότρυνε και τους άλλους να κάνουν.

Ο Σεβαστιανός άφησε ξαφνικά το έγγραφο στην άκρη και ύψωσε το βλέμμα του από το γραφείο, καθυστερώντας φευγαλέα στο ύψος των γοφών της πριγκίπισσας και ξανά στο στήθος της. Όσο πιο πολύ μεγάλωνε, τόσο συχνότερα της συνέβαινε αυτό με τους άντρες, σαφής απόδειξη πως δεν ήταν πια κορίτσι αλλά γινόταν γυναίκα. Γυναίκα με πολύ θελκτικό σώμα. Στην αρχή κοκκίνιζε από ντροπή κι αναγκαζόταν να σκύβει το κεφάλι της, γιατί η αλλαγή ήταν πολύ έντονη στο λευκό της δέρμα. Αλλά με τις συμβουλές της Ισμήνης και τη δυνατή της θέληση είχε κατορθώσει να καταπνίξει την αυθόρμητη αντίδραση.

«Καλώς τες» τις υποδέχτηκε και επίσημα ο Μέγας Λογοθέτης.

Πάνω στην ώρα, οι υπηρέτες του έφεραν καθίσματα και κεράσματα. Οι δυο γυναίκες δέχτηκαν τις περιποιήσεις και ρώτησαν τι κάνει ο γιος του Σεβαστιανού, ο Πελάγιος, που ήταν σύντροφος στα παιδικά παιχνίδια της Αγαθής χρόνια πριν. Είπαν κι όλα τα άλλα πράγματα που επέβαλε η ευγένεια, μα δεν είχαν λησμονήσει το λόγο της επίσκεψής τους.

«Θα ήθελα την έγκρισή σου, θείε» δήλωσε τελικά η πριγκίπισσα.

Ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη του μεσήλικου άντρα. Δεν ήταν πραγματικά συγγενείς κι είχε να την ακούσει να τον αποκαλεί έτσι από τα μικράτα της. Σ’ αυτή τη νοσταλγική αντίδραση είχε ελπίσει και η Αγαθή και γι’ αυτό είχε επιλέξει τη συγκεκριμένη λέξη.

«Για ποιο πράγμα θες δική μου έγκριση κι όχι του πατέρα σου;» τη ρώτησε, ακόμη χαμογελαστός.

«Ονειρεύομαι να σπουδάσω στο Πανδιδακτήριο» αποκρίθηκε η κοπέλα. «Αν το πεις εσύ, θα γίνει».

Ο Μέγας Λογοθέτης έξυσε τα γκριζαρισμένα γένια του αμήχανος κι έριξε μια ερωτηματική ματιά στην Ισμήνη.

«Υπάρχουν πολύ πιο ταιριαστές ασχολίες για μια γυναίκα της αυτοκρατορικής οικογένειας από το να τυλίγουν επιδέσμους» είπε. «Ακόμη κι αν ξαναγίνει πόλεμος – κι ελπίζω να μην το δω όσο ζω».

«Δεν επιθυμώ να ασχοληθώ με τη Θεραπευτική» εξήγησε η πριγκίπισσα.

«Οι γυναίκες δε σπουδάζουν τίποτε άλλο στο Πανδιδακτήριο» τον άκουσε να απαντάει σφιγμένος.

«Ως τώρα» επέμεινε η πριγκίπισσα.

Δε δείλιασε. Δε χαμήλωσε το βλέμμα της. Συνέχισε να κοιτάζει το δεξί χέρι του πατέρα της, τον άνθρωπο που σε μεγάλο βαθμό όριζε τη χώρα. Προσηλώθηκε στα σκούρα μάτια του. Κι είδε τα φρύδια του να σμίγουν σιγά-σιγά γεμάτα προβληματισμό.

«Εκτός αν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος που πρέπει να συνεχιστεί αυτός ο αποκλεισμός» παρενέβη η Ισμήνη με γλυκό ύφος.

Τα λόγια της έμοιαζαν αυθόρμητα, μα η Αγαθή ήξερε πως η θεία της με πονηριά κατεύθυνε τους άντρες όπως κατεύθυνε και τη βελόνα ή τη σαΐτα του αργαλειού. Δεν τη στενοχωρούσε καθόλου που η Εκκλησία του Δημιουργού απαγόρευε το δεύτερο γάμο σε όσους χήρευαν. Πολύ όμορφη και σχετικά νέα, με σημαντική περιουσία, φημισμένη για τη νοικοκυροσύνη της, εύκολα θα έβρισκε σύζυγο. Μα η ανιψιά της την είχε ακούσει δεκάδες φορές να λέει πόσο ευτυχισμένη ήταν χωρίς κανέναν πάνω από το κεφάλι της.

Βαλλόμενος από δυο πλευρές, ο Σεβαστιανός μαλάκωσε. Σηκώθηκε και απάντησε μειλίχια:

«Έχω καθήκον να εξασφαλίζω πως η αυτοκρατορική οικογένεια αξιοποιεί το χρόνο της για να φανεί χρήσιμη στο λαό. Ο μεγαλειότατος θα είχε περάσει όλη του την εφηβεία στα κυνήγια και στον ιππόδρομο αν του το είχαν επιτρέψει οι προκάτοχοί μου. Θα ήταν σωστό κάτι τέτοιο; Θα ήταν αντάξιο του θρόνου;»

«Μα δε ζητώ διασκεδάσεις!» διαμαρτυρήθηκε η Αγαθή, εξοργισμένη για τη σύγκριση. «Γνώσεις ζητώ, που θα τις χρειαστώ όταν βρεθώ σύζυγος στο πλευρό κάποιου ηγεμόνα!»

«Οι γνώσεις δεν είναι χρήματα, να τις αποθησαυρίζουμε» αντέτεινε ο Σεβαστιανός. «Ήδη έχεις στη διάθεσή σου τις καλύτερες διδασκάλισσες της χώρας. Ειλικρινά δε νομίζω πως υπάρχει πιο μορφωμένη γυναίκα στην Πλάση απ’ τη δέσποινα Ουρανία. Ξέρει περισσότερα από μένα. Παίζει την Αριθμητική στα δάχτυλα. Απαγγέλει από στήθους τα κείμενα των Παλιών Αιγλωέων. Υμνογραφεί. Είναι όμως ικανή να κάνει τη δική μου δουλειά; Σε τι θα βοηθήσει τον μελλοντικό σου σύζυγο αν διδαχθείς, ας πούμε, Αστρονομία;

»Σου μιλάω σαν να είσαι δική μου θυγατέρα. Μάθε όσα μπορείς, μάθε κι όσα σου αρέσουν, αλλά δώσε προτεραιότητα σ’ αυτά που πραγματικά τιμούν μια γυναίκα. Βάλε πρώτη την ανέμη και δεύτερη τη γραφίδα. Μιας και μίλησες για γάμο, μην ακολουθήσεις το παράδειγμα της γερόντισσας Ουρανίας. Με διάφορες δικαιολογίες κατόρθωσε να μείνει ανύπαντρη και υποπτεύομαι πως κατά βάθος το επέλεξε γιατί δεν ήθελε περισπασμούς από τις μελέτες της. Αξιοθαύμαστη κατά τα άλλα, μοναδική, αλλά – με όλο το θάρρος – άχρηστη. Τι έχει προσφέρει μια γυναίκα στην κοινωνία, αν δεν έχει προσφέρει ένα παιδί;»

Η πριγκίπισσα ένιωσε το αίμα να πυρώνει το πρόσωπό της, ακόμη και τα αυτιά της. Δεν ενοχλήθηκε, ούτε έσκυψε για να κρυφτεί. Ήταν έξαλλη. Γιατί δεν την καταλάβαινε; Γιατί δεν ήθελε να την καταλάβει; Ήταν πανέξυπνος, δε μπορεί να μην έβλεπε πόσο μεγάλο όφελος θα είχε ένας βασιλιάς ή αυτοκράτορας αν η ίδια του η σύντροφος γνώριζε Ρητορική ή Νομική! Μήπως τόση ώρα τα λόγια του ήταν ύπουλα, διπλωματικά, με μόνο στόχο να την ξεγελάσουν και να την εξευμενίσουν; Και πού το πήγαινε; Σκόπευε να της προσφέρει κάτι; Κάτι μικρό κι ασήμαντο για να την κάνει να ξεχάσει το όνειρό της; Μήπως ο Μέγας Λογοθέτης πίστευε τελικά πως οι γυναίκες σε τίποτε δε μπορούσαν να είναι ισάξιες με τους άντρες; Δηλαδή, τι; Την προόριζε μόνο για να διακοσμήσει κάποια Αυλή με την παρουσία της και για να γεννήσει διαδόχους, να ακούει και να υπακούει σιωπηρή; Ή μήπως επειδή είχε χηρέψει νεότατος ο ίδιος ο Σεβαστιανός δεν είχε προλάβει να γνωρίσει την αληθινή αξία της γυναικείας στήριξης και δε μπορούσε να τη φανταστεί καν;

Ω, πόσο σύγχυση και πόσος θυμός! Είχε διδαχτεί από την Ισμήνη να ξεδιαλέγει τις σκέψεις της, να τις βάζει σε μια λογική σειρά και να τις κάνει ευγενικό λόγο με συνοχή. Αλλά για πρώτη φορά δεν ένιωθε ικανή. Την τρέλαινε αυτό το κουβάρι των παράλογων επιχειρημάτων του!

Έσφιξε τις μικροσκοπικές γροθιές της, όρθωσε το ανάστημά της που ήδη ήταν παρόμοιο με του βραχύσωμου Σεβαστιανού και με τα γαλανά μάτια της να πετούν σπίθες, μίλησε για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή της χωρίς να έχει αποφασίσει από πριν τι θα πει.

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Cover letter/Συνοδευτική επιστολή χειρογράφου

Cover letter είναι «η επιστολή που συνοδεύει ένα άλλο έγγραφο».

Τη δεύτερη φορά που υπέβαλα το «Κοράκι» σε εκδότη, στον Πατάκη δηλαδή που το έκανε δεκτό, είχα βάλει μια τέτοια επιστολή στο φάκελο μαζί με το χειρόγραφο. Κι αργότερα μου είπαν ότι η παρουσία της βοήθησε το βιβλίο, οπότε όσοι ενδιαφέρεστε να στείλετε βιβλίο σε εκδοτικό οίκο στον οποίο δε γνωρίζετε κανέναν, συνεχίστε να διαβάζετε την ανάρτηση.

Τα παρακάτω προτεινόμενα περιεχόμενα μιας συνοδευτικής επιστολής, δε μπορώ να τα τεκμηριώσω. Προέκυψαν από τη λογική, συμβουλές που διάβασα στο δίκτυο (για την αγγλόφωνο κόσμο του βιβλίου που είναι εντελώς διαφορετικός από το δικό μας), από άσχετες συζητήσεις με τους ανθρώπους των εκδόσεων Πατάκη (ούτε υπάρχει κάποιο στάνταρ, ούτε κανείς μου είπε «αυτό θέλουμε») και από την επιστολή που ο ίδιος έγραψα για το δικό μου βιβλίο. Δηλαδή, δεν αποτελούν ευαγγέλιο όσα θα πω· όποιος θέλει τα δέχεται. Όσα από αυτά θέλει, αν δεν του κάνουν όλα.

Σε τι μπορεί να βοηθήσει μια συνοδευτική επιστολή

Κάποτε είχα διαβάσει για το εξωτερικό ότι χειρόγραφα που δε συνοδεύονται από cover letter δε θα μπαίνουν καν στη διαδικασία επιλογής, αλλά θα πηγαίνουν στον κάλαθο των αχρήστων (ιδίως σε περιοδικά, αν και τα χειρόγραφα που δέχονται είναι πολύ μικρότερα από ένα βιβλίο). Τότε δεν υπήρχε το διαδίκτυο και το λεξικό δεν αρκούσε για να μάθω τι ήταν επιτέλους αυτό το cover letter. Τώρα που ξέρω, καταλαβαίνω και γιατί του δίνουν τόση σημασία.

Το πλήθος των χειρογράφων που δέχεται ένας εκδοτικός οίκος κάθε μήνα είναι πολύ μεγάλο, ενώ μπορεί να απασχολήσει περιορισμένο αριθμό επαγγελματιών αναγνωστών (ανθρώπων που πληρώνονται για να τα διαβάζουν και να κάνουν το πρώτο ξεσκαρτάρισμα). Πολλά από τα χειρόγραφα είναι απαράδεκτα και δε διαβάζονται, ενώ αρκετά ακόμη είναι μέτρια/αδιάφορα.

Οι επαγγελματίες αναγνώστες σέβονται τη δουλειά που χρειάστηκε για τις 100, 200 ή και 500 σελίδες ενός βιβλίου. Αλλά ποτέ δεν είναι η ανάγνωση αποκλειστική εργασία τους, ούτε και βγήκαν από τις θερμοκοιτίδες του Μάτριξ. Με λίγα λόγια, ο χρόνος τους δεν είναι άπειρος, ούτε αρέσουν στον καθένα όλα τα είδη λογοτεχνίας, ούτε γνωρίζει όλα τα είδη λογοτεχνίας.

Επίσης, δεν επιλέγουν αυτοί τη στρατηγική του οίκου για τον οποίο δουλεύουν. Αν εντοπίσουν ένα βιβλίο που το θεωρούν καλό και το προωθήσουν, δε σημαίνει πως θα γίνει αποδεκτό. Μπορεί π.χ. να είναι αστυνομικό κι ο οίκος να μη θέλει άλλα αστυνομικά τη δεδομένη στιγμή, είτε γιατί έχει ήδη επιλέξει αρκετά για τα επόμενα δυο χρόνια, είτε γιατί θεωρεί πως δεν είναι της μόδας της συγκεκριμένη περίοδο τα αστυνομικά (τα παραδείγματα είναι τυχαία).

Όλα αυτά, τις ικανότητες του κάθε επαγγελματία αναγνώστη και τον προγραμματισμό, τα ξέρει καλύτερα ο υπεύθυνος των χειρογράφων, γιατί αυτή είναι η δουλειά του. Μια συνοδευτική επιστολή θα τον βοηθήσει να επιλέξει σε ποιον από τους αναγνώστες που έχει στη διάθεσή του θα το αναθέσει και τι προτεραιότητα θα του δώσει. Σειρά προτεραιότητας δεν τηρείται αυστηρά, δηλαδή ένα χειρόγραφο που έφτασε πριν από ένα άλλο, δε θα αξιολογηθεί απαραίτητα και πρώτο. Κι αυτό γιατί η αγορά και η ζήτηση αλλάζει.

Για να συνοψίσω την ουσία: η συνοδευτική επιστολή μπορεί να βοηθήσει να ασχοληθεί με το χειρόγραφό σας ο άνθρωπος του οίκου που θα το εκτιμήσει περισσότερο, μπορεί να βοηθήσει να το δουν γρηγορότερα και μπορεί να βοηθήσει να το δουν μαζί με άλλα αντίστοιχα (από τα οποία ελπίζουμε πως θα είναι καλύτερο και δε θα του φάνε τη θέση στο πρόγραμμα του εκδοτικού οίκου μόνο και μόνο επειδή έτυχε να υποβληθούν νωρίτερα).

Κι αν έχει το αντίθετο αποτέλεσμα; Αν η επιστολή κάνει τον οίκο να καθυστερήσει ν’ ασχοληθεί με το χειρόγραφο ή να θεωρήσει πως δεν τον ενδιαφέρει καθόλου και να το απορρίψει; Η γνώμη μου είναι πως αυτές δεν είναι κυριολεκτικά κακές εξελίξεις. Αν η συνοδευτική επιστολή έχει γραφτεί σωστά και αντιπροσωπεύει το βιβλίο, τότε καλύτερα να το διαβάσουν σε μια περίοδο πιο ευνοϊκή για το ίδιο κι ας είναι αυτή δυο μήνες πιο πίσω. Και αν πραγματικά δεν τους ενδιαφέρει, τι είναι προτιμότερο; Να δοθεί άμεσα η αρνητική απάντηση, απελευθερώνοντας το συγγραφέα να το στείλει σε άλλους ή να απαντήσει σε προτάσεις που μπορεί να του έχουν γίνει στο μεταξύ; Ή να μείνει το χειρόγραφο σε κάποια στοίβα για τρεις-τέσσερις μήνες και μετά να δοθεί η αρνητική απάντηση μόλις διαβαστεί, πιθανώς ούτε καν ολόκληρο αφού θα καταλάβουν από τις πρώτες σελίδες πως δεν είναι αυτό που θέλουν;

Κι απ’ ότι έχω καταλάβει, ποτέ ένα χειρόγραφο δεν επιστρέφεται πραγματικά αδιάβαστο, τουλάχιστον από οίκους που αξίζουν τον κόπο να ασχοληθεί κανείς μαζί τους. Θα κάνουν τον κόπο να ρίξουν μια ματιά στη γραφή, γιατί ακόμη κι αν το βιβλίο αξίζει να το απορρίψουν, αυτό δε σημαίνει πως κι ο συγγραφέας αξίζει να τον απορρίψουν!

Τα περιεχόμενα μιας συνοδευτικής επιστολής

Όταν και να γράψετε μέσα στο cover letter σας, συνολικά δε θα πρέπει να είναι πάνω από τα τρία τέταρτα μιας σελίδας, με κενές γραμμές ανάμεσα στις παραγράφους. Αν έχετε γράψει ένα σωρό κείμενο, μια τιγκαρισμένη σελίδα και παραπάνω, γιατί να μη διαβάσουν απευθείας την πρώτη σελίδα του χειρογράφου αντί για την επιστολή; Κι αυτή θα τους πει πολλά κι ίσως πιο αντιπροσωπευτικά.

Κατά τα άλλα, προσπαθήστε να απαντήσετε τις παρακάτω ερωτήσεις, περίπου μ’ αυτή τη σειρά:

1. Γιατί στέλνετε το χειρόγραφό σας σ’ αυτόν τον οίκο; Δεν είναι πραγματικά απαραίτητη αυτή η πληροφορία, αλλά αν δε μπορείτε να δώσετε την απάντηση ούτε και στον εαυτό σας, τότε μάλλον δεν είναι σωστή κίνηση να το χειρόγραφο σας εκεί.

2. Τι είναι αυτό που στέλνετε, με μια φράση; Μυθιστόρημα, συλλογή διηγημάτων, νουβέλα; Σε ποιο είδος ανήκει; Αυτοτελές, πρώτο σε σειρά, αυτοτελές αλλά με περιθώριο για συνέχειες;

3. Σε τι κοινό απευθύνεται; Ηλικιακά και από άποψη προτιμήσεων.

4. Γιατί θα το ήθελε ο εκδοτικός οίκος; Ποιο είναι το δυνατό του σημείο; Τι το κάνει να ξεχωρίζει από μια άλλη παρόμοια υποβολή; Αν υπάρχει κάποιο σημείο που αποζημιώνει, π.χ. μια δυνατή ανατροπή στη μέση, μη διστάσετε να το πείτε για να διαβάσουν οπωσδήποτε (ως) εκεί πριν κρίνουν.



Για παράδειγμα, μια συνοδευτική επιστολή προς τις Βορειοδυτικές Εκδόσεις για κάποιο υποθετικό βιβλίο:

Εγώ αυτά είχα να σα πω κι ελπίζω να σας φανούν χρήσιμα. Καλή σας επιτυχία.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Πώς φτιάχτηκε το εξώφυλλο

Είχα την εντύπωση πως αυτήν εδώ την ανάρτηση την είχα κάνει πριν από καιρό, αλλά μέσα στο φόρτο υποχρεώσεων που με έχει καταπλακώσει μέσα στο 2011, την είχα ξεχάσει τελείως. Δυστυχώς, το ιστολόγιό μου εδώ και κάποιον καιρό δεν είναι τόσο δραστήριο όσο θα ήθελα κι όσο θα έπρεπε, αλλά κάποια πράγματα πρέπει οπωσδήποτε να ειπωθούν (κι ελπίζω να είναι η αρχή μιας νέας γόνιμης περιόδου)

Όπως έχω πει και αλλού, είχα την τύχη να δω το βιβλίο μου περίοπτο σε αρκετές βιτρίνες βιβλιοπωλείων για αρκετές εβδομάδες, πράγμα που σίγουρα βοηθά στις πωλήσεις.

Σίγουρα, αυτό οφείλεται στην προώθηση από τις εκδόσεις Πατάκη

Αλλά όταν μιλάμε για μικρά και/ή επαρχιακά βιβλιοπωλεία, όπου η επαφή με τους εκδοτικούς οίκους είναι λιγότερο άμεση, είμαι βέβαιος πως μέτρησε η εμφάνισή του. δηλαδή, ο άνθρωπος που έφτιαξε τη βιτρίνα, επέλεξε το βιβλίο μου ανάμεσα στις άλλες κυκλοφορίες επειδή έχει εντυπωσιακό εξώφυλλο που "πιάνει" το μάτι.

Ο δημιουργός του είναι ο εξαίρετος επαγγελματίας Γιώργος Ναζλής (μπορείτε να δείτε άλλες δουλειές του στον ιστότοπό του και στον ιστότοπο καλλιτεχνών deviantart - αξίζει να ρίξετε μια ματιά στη δουλειά που έκανε για τη Black Duck). Μου αρέσει πολύ ο τρόπος με τον οποίο επεξεργάζεται τα σκίτσα και τα αναδεικνύει. Αλλά το θέμα αυτής της συνάρτησης είναι η λεπτοδουλειά που έκανε για το δικό μου εξώφυλλο πριν την επεξεργασία και δεν είναι εντελώς ορατή στο εκτυπωμένο αποτέλεσμα.

Όταν πρωτοείδα αυτό το χρωματιστό προσχέδιο, ένιωσα σαν να είχε κάνει βουτιά στον βυθό του μυαλού μου και να είχε ανασύρει εικόνες που για πρώτη φορά τις έβλεπα ξεκάθαρες κι ο ίδιος:


Το μοναστήρι, ο ορίζοντας και ο φωτισμός γενικότερα με εντυπωσίασαν πραγματικά. Αξίζει να δώσετε προσοχή στις λεπτομέρειες.

Εντάξει, είχαμε κάνει κάποια συζήτηση, αλλά ήταν σε γενικό επίπεδο, με σκόρπιες ιδέες και εικόνες που άφηναν πολλά στη διακριτική του ευχέρεια, όχι κάτι συγκεκριμένο. Του είχα στείλει και κάποιες εικόνες (από Βυζαντινούς πολεμιστές, από τοπία στην Αρμενία, από μοναστήρια) για πράγματα που δυσκολευόμουν να περιγράψω.

Και έκανε το θαύμα του. Νομίζω πως αυτό είναι η τέχνη τελικά, να παίρνει κανείς σκόρπια ερεθίσματα, τα ίδια που έχουν κι άλλοι και να φτιάχνει κάτι νέο, δικό του, που κανείς άλλος δε θα μπορούσε να το κάνει ακριβώς έτσι.

Ο Γιώργος είχε κάνει μια μικροαλλαγή στον τίτλο, ώστε οι "ουρές" που έβαλε στα γράμματα να είναι όλες δεξιά. Και έφτιαξε και μια δεύτερη εκδοχή του εξωφύλλου, με ένα φίλτρο που έπαιζε μόνο με τα χρώματα που αναφέρονται στον τίτλο:


Από καμιά εικοσαριά άτομα που συμβουλεύτηκα, μόνο δύο προτίμησαν την πολύχρωμη εκδοχή και νομίζω κι εγώ πως έχει πολλά πρακτικά οφέλη ως εξώφυλλο σε σχέση με την πρώτη. Αλλά για να γράψω το δεύτερο βιβλίο, με βοηθά να ρίχνω πού και πού καμιά ματιά στην καθαρή εικόνα του τοπίου, στον ανοιχτό ορίζοντα της Βασιλείας Αιγλωέων.

Τέλος πάντων, αποφασίστηκε να κρατήσουμε τον αρχικό τίτλο κι έτσι ο Γιώργος έκανε μια αναδιάταξη στις λέξεις που είχε σχεδιάσει, και πάλι βρίσκοντας ιδανικό τρόπο να τις πλέξει. Τον έπρηξα λίγο με κάποια μικροπράγματα (πιο κόκκινο-λιγότερο κόκκινο, βγάλε το βέλος, κόντυνε το λοφίο του ιππέα-μάκρυνέ το), αλλά η κύρια ένστασή μου είχε να κάνει με το λάβαρο που φαίνεται στα "αυτιά" του βιβλίου (τα δυο κόκκινα πλαίσια του πολύχρωμου εξωφύλλου).

Και πάλι ο καλλιτέχνης έδειξε μεράκι και έκανε πολλά παραπάνω από τις συστάσεις μου (που είχαν να κάνουν με την υφή της ύφανσης και τις λωρίδες στο κάτω μέρος). Έτσι, από αυτό:

πήγαμε σε αυτό:

Αυτού του είδους οι πρωτοβουλίες μού δίνουν την αίσθηση πως μπορεί να τον κούρασα, αλλά απόλαυσε κι ο ίδιος τη διαδικασία. Του είμαι πραγματικά ευγνώμων. Θέλω οπωσδήποτε να κάνει τα εξώφυλλα και στα υπόλοιπα βιβλία των "Γιων της Στάχτης". Αν και πάει κάμποσος καιρός από την έκδοση του βιβλίου, αν έχετε κάποιο σχόλιο για το εξώφυλλο και τη δουλειά του Γιώργου, πραγματικά αξίζει να ξεκλέψετε δυο στιγμές και να το γράψετε, για να δει πως ο κόπος του εκτιμήθηκε.

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Παρουσίαση στη Θεσσαλονίκη!

Το Σάββατο 7 Μαΐου 2011 στις 19.30 θα έχουμε παρουσίαση του βιβλίου-συζήτηση στα πλαίσια της 8ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Η Έκθεση γίνεται στα περίπτερα 13 και 15 των εγκαταστάσεων της HELEXPO. Εμείς θα είμαστε στον χώρο που λέγεται "Εφηβική Γωνιά".

Όσοι πιστοί προσέλθετε. Λογικά θα κυκλοφορώ εκεί γύρω και την Κυριακή το πρωί, ειδικά στο περίπτερο των Βορειοδυτικών Εκδόσεων.


Ορίστε και τα επίσημα από το πρόγραμμα εκδηλώσεων:



Σάββατο 7 Μαΐου 2011
19:30-20:30
Κοράκι σε άλικο φόντο
(H φαντασία δεν είναι μόνο κέλτικη)
του ΕΛΕΥΘΈΡΙΟY ΚΕΡΑΜΊΔΑ
Οι συγγραφείς Φίλιππος Μανδηλαράς και Ελευθέριος Κεραμίδας συνομιλούν με εφήβους και ενήλικες για τη λογοτεχνία φαντασίας.

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Τι είπα στην παρουσίαση




Δεν έχω ιδέα.

Από τη μια, δε μου πολυαρέσει όταν σε μια παρουσίαση κάποιος διαβάζει έτοιμο κείμενο. Κάτι τέτοιο επιτρέπει μεν καλύτερη ροή του λόγου και πιο εντυπωσιακές εκφράσεις, αλλά νομίζω πως αφαιρεί από την αμεσότητα. Δεν μετράς τις αντιδράσεις του κοινού, δεν κοιτάς τον κόσμο στα μάτια, δεν προσαρμόζεις τα λόγια και το ρυθμό σου. Τι δεν κατάλαβαν και θα ήταν καλύτερο να το αναλύσεις λίγο παραπάνω; Τι τράβηξε το ενδιαφέρον και είναι καλό να επιμείνεις; Τι δεν τράβηξε το ενδιαφέρον κι έτσι είναι καλό να το προσπεράσεις; Εν ολίγοις, ήθελα να έχω απάντηση σ' αυτά τα ερωτήματα κι έτσι είχα ένα προσχέδιο ομιλίας, αλλά δεν το διάβασα, το ακολούθησα αυτοσχεδιάζοντας.

Ο άλλος λόγος που δεν ξέρω τι είπα είναι πως κατόρθωσα να μην πάρω μαζί μου την ολοκληρωμένη μορφή των σημειώσεων για την ομιλία μου, αλλά κάποια μισοτελειωμένη. Οπότε, κάποια πράγματα αναγκάστηκα να τα πω καθαρά από μνήμης. Και αυτοσχεδιαστικά.

Οπότε, ίσως ο τίτλος αυτής εδώ της ανάρτησης θα έπρεπε να είναι: "τι σκόπευα να πω στην παρουσίασή". Για να μην αναφέρω και το άγχος που με έκανε να μπερδεύω λίγο τα λόγια μου, ως τρίτο λόγο που δεν ξέρω τι ακριβώς είπα. Πάντως οι γνώμες που έλαβα εκ των υστέρων ήταν μάλλον θετικές και με τίμησαν αρκετοί άνθρωποι με την παρουσία τος.

Χωρίς περαιτέρω σάλτσες, λοιπόν, σας παρουσιάζω τις σημειώσεις για την ομιλία μου, στην ολοκληρωμένη τους μορφή.

Ακούσαμε για τη μεσαιωνική Ελλάδα και τη φεουδαρχική Ιαπωνία. Έχουν καμιά σχέση αυτά τα δύο; Το χρονικό τέλος της μιας συμπίπτει χρονικά με τις απαρχές της άλλης, αλλά αυτό είναι μάλλον ανούσια διαπίστωση όταν μιλάμε για δυο τόπους τόσο μακρινούς ώστε ο ένας να μην έχει καν ακουστά τον άλλο.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι μιλάμε για δυο χώρες με κοινό υπόβαθρο: σεισμογενείς, μακρόστενες από βορρά προς νότο, έτσι που να παρουσιάζουν θαυμαστή βιοποικιλότητα, με έναν από τους ελάχιστους πολιτισμούς που συνδυάζουν τεράστια χρονική διάρκεια και ευρεία ακτινοβολία. Δηλαδή, οι δυο λαοί αναπτύχθηκαν σε συναφείς συνθήκες κι ίσως οι διαφορά στην ιδιοσυγκρασία τους να οφείλεται σε διαφορές επίσης θεμελιώδεις, όπως η κομβική θέση της Ελλάδας σε αντιδιαστολή με την απομόνωση της Ιαπωνίας. Μα αυτό είναι σαν τη φράση που αποδίδει ο Πλάτωνας στον Πρωταγόρα, πως ακόμα και το άσπρο με το μαύρο κάπου μοιάζουν.

Η αλήθεια είναι Ελλάδα και Ιαπωνία στις συγκεκριμένες εποχές ούτε είναι παρόμοιες, ούτε αντίθετες. Απλά παρουσιάζουν τόσο μεγάλη διαφορά που είναι πολύ δύσκολο να τις συγκρίνει κανείς.

Ας πούμε, στην Ιαπωνία έχουμε ένα είδος απολυταρχικής αριστοκρατίας το οποίο όμως αντισταθμίζεται από κοινωνικούς και ηθικούς περιορισμούς που είναι μεγαλύτεροι και αυστηρότεροι όσο υψηλότερα στην κοινωνική κλίμακα βρίσκεται κανείς, με το ασφυκτικό bushido των σαμουράι στην κορυφή. Μπορεί, δηλαδή, ένας άρχοντας να έχει εξουσία ζωής και θανάτου πάνω στους χωρικούς που καλλιεργούν τη γη του, μα δεν έχει την ελευθερία να εκφράζει τα συναισθήματά του δημόσια ή να κάνει κυριολεκτικά ό,τι θέλει, δίχως κάποιο πρόσχημα που να επικαλείται κάποιο δικαίωμά του για να παρέμβει σε μια κατάσταση. Ένα στραβοπάτημα μπορεί να επιφέρει το όνειδος που το συνοδεύει η πλήρης απαξίωση από τους άλλους άρχοντες, την οποία την ξεπλένει κάποιες φορές μόνο η αυτοκτονία.

Στις ελληνόφωνες περιοχές, η ιδέα των «ευγενών» δεν ευδοκίμησε ποτέ. Δεν υπήρξαν κόμητες και βαρώνοι και λόρδοι. Κληρονομεί κανείς την περιουσία των γονιών του, τη φήμη τους, αλλά δεν είναι προστατευμένα διά νόμου. Τα αξιώματα απονέμονται και δεν κληροδοτούνται. Η μόρφωση είναι διαχρονικά το ίδιο ισχυρός παράγοντας για να αποκτήσει κανείς αξιώματα, όσο ο πλούτος ή οι γνωριμίες. Αποτελεί ένδειξη πως κάποιος θα ανταπεξέλθει σε διαχειριστικές υποχρεώσεις και συνοδεύεται από κοινωνική καταξίωση.

Η καθημερινή ζωή στην Ιαπωνία του παρελθόντος χαρακτηριζόταν από θαυμαστές για την απλότητα και πρακτικότητά τους λεπτομέρειες. Συνδύαζε τη λιτότητα και την εκλέπτυνση, με τους τοίχους από ρυζόχαρτο, το λακαρισμένο ξύλο που δίνει ακόμη και πανοπλίες και φυσικά την περίφημη κατάνα. Και στον τομέα των χόμπι, γέννησε ορισμένα από τα πιο εντυπωσιακά, όπως η καλλιγραφία, το οριγκάμι και η ανθοδετική, όλα τους καθορισμένα από πλήθος κανόνων και θεωρούμενα άξια θαυμασμού.

Στην Ελλάδα, από την άλλη, η τεχνολογία έδωσε εντυπωσιακά αποτελέσματα, ακόμη και αιώνες μετά τη σύλληψη του αντίστοιχου επιστημονικού κανόνα, για παράδειγμα όταν το Βυζάντιο εφάρμοσε τις ιδέες των επιστημόνων της ελληνιστικής εποχής, στην αρχιτεκτονική, στις πολεμικές μηχανές ή και για καθαρά αισθητικά αποτελέσματα, όπως τα ατμοκίνητα αυτόματα του αυτοκρατορικού παλατιού. Η ύπαρξη ισχυρής κεντρικής εξουσίας επέτρεψε τη συντήρηση οδικού δικτύου, υδραγωγείων και άλλων έργων κοινής ωφέλειας, αλλά αυτό δεν είναι μοναδικό. Οι πρωτοφανείς ιδέες που εμείς έχουμε μάθει να τις θεωρούμε τέκνο των δυο τελευταίων αιώνων. Είναι οι θεσμοί διακυβέρνησης και διαχείρισης, όπως το τελωνείο και το οργανωμένο δικαστικό σύστημα. Και τα ιδρύματα, όπως το ορφανοτροφείο και η δωρεάν κλινική.

Θα μπορούσα να αντιπαραβάλω ένα σωρό πράγματα ακόμη, τις μουσικές των δυο λαών, το υγρό πυρ και τις συζύγους των σαμουράι που εκπαιδεύονταν σε όπλα φτιαγμένα ειδικά για γυναίκες, αλλά αυτό που θέλω να πω είναι πολύ απλό. Η μεσαιωνική Ελλάδα κι η φεουδαρχική Ιαπωνία έχουν στοιχεία που με τα σύγχρονα μέτρα είναι ενδιαφέροντα ή πρωτότυπα και μπορούμε να τα τοποθετήσουμε αυτούσια μέσα σε ένα λογοτέχνημα του φανταστικού.

Από την άλλη, αν πάμε στο φάνταζυ όπως το ξέρουμε, οι πραγματικοί πατέρες του είναι ο Τόλκιεν, ο Έντισον (αυτός με τον Ουροβόρο Όφι) και ο Βάγκνερ (αυτός με τις όπερες), δυτικοευρωπαίοι που θέλησαν να ξαναζωντανέψουν τις παραδόσεις των τόπων τους, κελτικές και γερμανικές (με την ευρεία έννοια), ή ακόμη και να μιμηθούν σε δομή και γραφή τα έπη των προγόνων τους, τα σάγκα. Σαν τον Σκοτ, βέβαια, τον συγγραφέα του Ιβανόη, δε μπορούν να μιλήσουν για τον πραγματικό δυτικοευρωπαϊκό μεσαίωνα. Προσεγγίζουν μια εξιδανικευμένη βικτωριανή εκδοχή του, στην οποία τα ιδανικά είναι υψηλότερα απ’ ότι υπήρξαν πραγματικά, η σκέψη βαθύτερη, η υγιεινή καλύτερη και η κλίμακα μεγαλύτερη. Τα κάστρα που χτίστηκαν πριν την Αναγέννηση είναι μάλλον μικρά και άσχημα, οι μάχες που έκριναν τον κόσμο ούτε κατά διάνοια επικές, υπόθεση ελάχιστων χιλιάδων ατόμων. Η δυτική Ευρώπη ήταν ένα μάλλον άχρωμο και ανιαρό μέρος πριν τις σταυροφορίες. Κι ακόμη και τότε, είχε πολλά χαρακτηριστικά που δε θα ενθουσίαζαν έναν σύγχρονο αναγνώστη.

Αλλά εγώ δεν είμαι εδώ για να πω πόσο καλύτερο είναι το παρελθόν των δικών μου προγόνων κι οι μύθοι τους. Μου φαίνεται προφανές πως οι παραστάσεις αυτές θα πρέπει να ταιριάζουν καλύτερα με την ιδιοσυγκρασία όσων βρισκόμαστε εδώ μέσα, να μας εμπνέουν πολύ περισσότερες ιδέες απ’ ότι οι Βίκινγκς ή οι ιππότες και να μας αγγίζουν περισσότερο σαν αναγνώστες τα βιβλία που γεννήθηκαν από αυτές. Να πούμε και του στραβού το δίκιο, πώς να συγκριθεί το αγγλοσαξωνικής ατμόσφαιρας βιβλίο ενός Έλληνα με εκείνο που θα γράψει ένας αληθινός αγγλοσάξωνας, ο οποίος διαποτίστηκε από τα παιδικά του χρόνια με τον αντίστοιχο πολιτισμό, τη νοοτροπία και τις εικόνες;

Μα ούτε κι εδώ θα επιμείνω.

Η διεθνής αγορά του φανταστικού μιλάει από μόνη της. Οι μιμήσεις των πρωτεργατών έχουν φέρει τον κορεσμό, θολές αντανακλάσεις ενός πράγματος που ήδη ήταν αντανάκλαση. Πόσες παραλλαγές να χωρέσουν πια πριν έρθει ο κορεσμός, ειδικά όταν δεν έχουν συνέπεια και ρεαλισμό; Συχνά το αποτέλεσμα ήταν γελοίο, γιατί οι νεότεροι συγγραφείς ήταν ανιστόρητοι, ενώ ο Τόλκιεν και οι άλλοι ήξεραν πολλοί καλά τι μεγαλοποιούσαν, τι απέκρυπταν και τι αντικαθιστούσαν και για ποιο λόγο τα έκαναν αυτά. Ακολούθησε η εποχή της αμφισβήτησης των προτύπων, ακόμα και της αντιστροφής τους, οι αντιήρωες και ο μεταμοντερνισμός. Κι αυτή πνέει τα λοίσθια πια. Τώρα πια έχουμε χώρο μόνο να ανανεώσουμε τα πρότυπα ή να τα αντικαταστήσουμε με καινούρια.

Η τρέχουσα μόδα λέει πως μόνο τρεις δρόμοι υπάρχουν για να σταθεί ένα καινούριο βιβλίο στο φάνταζυ. Πρώτο, να προσεγγίσει την ιστορική πραγματικότητα όσο το δυνατόν περισσότερο και να πατήσει πάνω στα δύσκολα σημεία, αντί να τα αποφύγει, μετατρέποντας τα σε δυνατά σημεία αντί για αδυναμίες. Παράδειγμα, το «Τραγούδι της Φωτιάς και του Πάγου» του Μάρτιν. Δεύτερη επιλογή, η απαγκίστρωση από κάθε ομοιότητα με συγκεκριμένη ιστορική περίοδο ή τόπο, χωρίς απαγκίστρωση από τη συνέπεια. Επιτυχημένος εκπρόσωπος αυτής της τάσης, ο Έρικσον. Τρίτος δρόμος, η εκμετάλλευση χρονικών περιόδων άλλων από τον μεσαίωνα ή μακρινών πολιτισμών, ένας πραγματικός θησαυρός που το φάνταζυ αγνοούσε κοντόφθαλμα ως τώρα. Παράδειγμα η Λίαν Χερν και οι Οτόρι.

Οι Γάλλοι και οι διάφοροι σλαβικοί λαοί φαίνεται πως τρέχουν να προλάβουν αυτήν την τελευταία τάση. Γράφουν φάνταζυ στις δικές τους γλώσσες, με τοπικό χρώμα. Στην Ελλάδα δεν έχουμε κάνει ιδιαίτερα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν έχουμε καν κατορθώσει να βρούμε έναν ελληνικό όρο για το φάνταζυ, ενώ το Horror και το Science Fiction έχουν αποδοθεί ως Τρόμος και Επιστημονική Φαντασία εδώ και δεκαετίες. Δεν ξέρουμε καν αν θέλουμε να λέμε «το» φάνταζυ ή «η» φάνταζυ. Τη στιγμή που η ύστερη αρχαιότητα και ο πρώιμος μεσαίωνας στην ανατολική μεσόγειο εμπνέουν τον R. Scott Bakker για το Prince of Nothing, ενώ οι Μύριοι του Ξενοφώντα τον Paul Kearney.

Για να επιστρέψουμε στο δίπτυχο Ελλάδα-Ιαπωνία, ο πολιτισμός της Ιαπωνίας είναι από τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα της, το ίδιο κερδοφόρο όπως και οι ηλεκτρικές συσκευές. Ταινίες, κόμικς, παιχνίδια. Βιβλία λιγότερο, αλλά οι διεθνείς επιτυχίες του Μουρακάμι και της Γιόκο Ογκάουα ίσως είναι μόνο η αρχή. Όπου εντοπίζουμε κάτι ποιοτικό, δε συνηθίζουμε να ψάχνουμε και γύρω του; Και γενικότερα πάει καλά στο εξωτερικό η Ιαπωνία, όχι μόνο στην τέχνη, αλλά και την κουζίνα ή τη γλώσσα. Πού οφείλεται αυτό το φαινόμενο; Ας συγκρίνουμε με την Κίνα που βρίσκεται στην ίδια γειτονιά του πλανήτη και πολλοί Έλληνες δεν την ξεχωρίζουν από την Ιαπωνία. Η Κίνα έχει ακόμη αρχαιότερο πολιτισμό από την Ιαπωνία, είναι το ίδιο εξωτική, διαθέτει παραγωγικότατη βιομηχανία του θεάματος κι ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους που μπορούν να τη διαφημίσουν. Αλλά παγκοσμίως οι κινεζόφιλοι είναι ελάχιστοι σε σχέση με τους ιαπωνόφιλους.

Η δική μου ερμηνεία είναι πως η ιαπωνική αφηγηματική τέχνη – είτε μιλάμε για βιβλία, είτε για κόμικς, είτε για ταινίες, είτε για παιχνίδια στον υπολογιστή – είναι ένας συνεχής διάλογος ανάμεσα στο ντόπιο και το ξένο. Άλλες φορές εξαντλεί λεπτομερειακά τη λαογραφία, άλλες φορές βάζει το εγχώριο σπαθί να μονομαχεί με το εισαγόμενο τουφέκι, άλλες πάλι ντύνει τους πρωταγωνιστές του με την τελευταία λέξη της αμερικάνικης μόδας και τους απεικονίζει ίδιους οπτικά ενώ άλλοι είναι Ιάπωνες και μερικοί Γερμανοί. Η γιαπωνέζικη τέχνη δοκιμάζει αμέσως κάθε νέα φόρμα που ανακαλύπτει στο εξωτερικό, την ανακατεύει με τις παραδοσιακές ή την ενσωματώνει με τοπικό χρώμα, ακόμα και φολκλόρ. Το αποτέλεσμα είναι ένας αχταρμάς με χίλια πρόσωπα, αλλά υπάρχει και μια σταθερά. Πότε με ξενομανία και πότε με ξενοφοβία, ο ιαπωνικός πολιτισμός έχει σαν βασικό θέμα τον εαυτό του. Ασχολείται ξανά και ξανά με τη θέση του μέσα στον κόσμο και δίπλα στους άλλους πολιτισμούς. Κι έτσι βρίσκει πάντα κάτι να πει, σε Ιάπωνες και σε ανθρώπους άλλων λαών.

Θα μου επιτρέψετε να κλείσω αφήνοντας λίγο μετέωρα τα πράγματα, χωρίς καμιά βαρύγδουπη δήλωση και χωρίς να πλέξω υπερβολικά σφιχτά όλα όσα είπα, αλλά να σας αφήσω χώρο να τα σκεφτείτε μόνοι σας. Αποποιούμαι τα εύκολα συμπεράσματα. Δε λέω πως είμαστε η πατρίδα του φάνταζυ, ούτε πως έχουμε πλουσιότερο μυθικό υλικό από τους υπόλοιπους λαούς. Ειδικά όσο δεν κάνουμε τον κόπο να ασχοληθούμε μ’ αυτό και να το γνωρίσουμε. Δε λέω ότι είναι μονόδρομος το να δώσουμε ελληνικό χρώμα στο εγχώριο φάνταζυ. Εγώ για ευκαιρία το βλέπω κι έναν δρόμο μεταξύ άλλων ισότιμων. Ούτε θα σας πω πως σε μια περίοδο που σαν χώρα αντιμετωπίζουμε δυσκολία στην παραγωγή υλικών αγαθών, μπορούμε να κάνουμε εξαγωγή πνεύματος όπως οι Ιάπωνες. Κρίνετε μόνοι σας αν έχουμε αυτή τη δυνατότητα.

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Παρουσίαση και συνέντευξη


Η αλήθεια είναι πως έχω παραμελήσει το ιστολόγιό μου από την κυκλοφορία του βιβλίου και μετά. Θα επανορθώσω. Θα σηκώσω μια καινούρια Στιγμή την άλλη Πέμπτη το βράδυ. Γιατί τότε; Γιατί θέλω αυτή εδώ η ανάρτηση να μείνει σε πρώτη θέση ως τότε, για πρακτικούς λόγους.

Με χαρά σας ανακοινώνω πως είμαστε έτοιμοι για την πρώτη παρουσίαση του Κορακιού. Αντιγράφω από την πρόσκληση:


Οι ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ σας προσκαλούν
την Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011 στις 07.00 μ.μ.
στο Βιβλιοπωλείο Πατάκη
(Ακαδημίας 65, Αθήνα)
στην παρουσίαση των βιβλίων:

Κοράκι σε άλικο φόντο
του Ελευθέριου Κεραμίδα
και
Το δίχτυ του ουρανού
από τη σειρά Μύθοι των Οτόρι της Λίαν Χέρν

Για τα βιβλία θα μιλήσουν οι:
Μαρία Τοπάλη, ποιήτρια
Μάκης Πανώριος, συγγραφέας- ηθοποιός
Ελευθέριος Κεραμίδας, συγγραφέας

προβολή φωτογραφιών Αντώνης Τσούλος


Πέρα από αυτά τα τυπικά, να πω ότι θέλουμε να κάνουμε κάτι λίγο διαφορετικό και πιο ενδιαφέρον από την τυποποιημένη παρουσίαση βιβλίου. Συνήθως οι παρουσιάσεις στην Ελλάδα απευθύνονται σε ανθρώπους εξοικειωμένους με το συγγραφέα ή το έργο του, αυτούς δηλαδή που είτε έχουν από πριν διαβάσει το βιβλίο, είτε έχουν ήδη αποφασίσει να το κάνουν στο προσεχές μέλλον. Όμως το θεωρητικό νόημα μιας παρουσίασης είναι να προβληθεί το βιβλίο σε τρίτους, να πείσει τους εν δυνάμει αναγνώστες. Συνδυάζοντας δυο βιβλία στην ίδια εκδήλωση, εξασφαλίζεις πως το καθένα θα είναι άγνωστο περίπου στους μισούς. Καλή αρχή. Από την άλλη, οι λάτρεις του ιαπωνικού πολιτισμού έχουν λόγο να παραβρεθούν, καθώς θα έχουμε επίδειξη ιαπωνικής καλλιγραφίας και άλλα ενδιαφέροντα.

Επίσης, ελπίζω να μην έχουμε πάλι αμήχανη έλλειψη ερωτήσεων μετά τις ομιλίες, όπως συχνά συμβαίνει, ούτε να αναλωθούμε σε μια-δυο αναμενόμενες απορίες. Έχουμε ένα θέμα προς συζήτηση στην εκδήλωση (αυτό που προσδιορίζει ο τίτλος της εκδήλωσης, τους φανταστικούς κόσμους με χρώμα διαφορετικό από το τυποποιημένο του δυτικού μεσαίωνα) κι ελπίζω να αποδειχθεί γόνιμο. Θα είναι τιμή μου να σας δω εκεί και να τα πούμε.


Τέλος, η συνέντευξη που αναφέρει ο τίτλος της ανάρτησης είναι αυτή που έδωσα στο sff.gr, το πιο σημαντικό ίσως ελληνικό διαδικτυακό "στέκι" για κάθε είδος φανταστικής λογοτεχνίας, όπου είμαι χρόνια μέλος. Θα την βρείτε εδώ.