Η Περιφέρεια Νεάπολης είναι σχεδόν ταυτόσημη με την ίδια τη Νεάπολη. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών και κωμοπόλεων πηγαινοέρχονται τόσο συχνά στην πρωτεύουσα για δουλειές, ώστε είναι σχεδόν κι αυτοί μέρος του πληθυσμού της. Οι κάτοικοι της μακράν μεγαλύτερης πόλης της γνωστής Πλάσης, είναι ένα πλήθος, υπερήφανο για τη δύναμη που του δίνει ο αριθμός των μελών του, η ποικιλομορφία του κι η αστική του παράδοση. Κυκλοφορούν αμέτρητες ιστορίες, παραμύθια και μύθοι, ακόμη και παροιμίες, με πρωταγωνιστές τον Πρώτο Αυτοκράτορα και τους συνεργάτες του, σε βαθμό αυτά τα πρόσωπα να έχουν χάσει κάθε ιστορικότητα και να έχουν μετατραπεί σε αφηγηματικά αρχέτυπα.
Το χρυσό το μήλο
(παραμύθι που λένε οι ζητιάνοι)
Ο Πρώτος Αυτοκράτορας, που λέτε, έβγαινε από το Παλάτι κάθε τόσο με το χρυσό φορείο του που το κουβανούσανε δέκα υπηρέτες στους ώμους τους. Ήθελε να βλέπει την πόλη που είχε φτιασμένη και να τη θαμάζει, τι είχε ν’ αφήσει πίσω να τον σχωρνάνε οι κατοπινοί ως τα σήμερα κι ακόμα. Δέκα χρόνια γυρνούσε, κι ακόμη δεν την είχε δει όλη, τόση που είναι.
Μια μέρα, είπε να δει και πώς ζούμε κι εμείς οι παρακατιανοί και πήρε να κατεβαίνει την Κωπαϊνή. Ότι έφτασε εδώ δίπλα, στην Κρήνη του Κυριανού και είδε τους ζητιάνους του παλιού καιρού, μαύρισε η ψυχή του. Τι να την κάμει μετά τη μαρμαρένια κόρη στην Κρήνη, άμα έχει και τόση ασκήμια γύρω; Ποιος θα γυρνάει να την κοιτάξει, αντί να κλείνει τα μάτια και να περνάει στα γρήγορα;
«Μη στεναχωριέσαι διόλου», του λέει ο Έπαρχος που ήτανε μαζί του στο φορείο. «Να στους διώξω εγώ όσο να πεις κύμινο. Τι κατάλαβες τόσον καιρό που δε με άφηνες; Τώρα τους είδες και με τα μάτια σου κι ησύχασες».
Ύστερα, ο Πρώτος Αυτοκράτορας έκαμε ένα φεγγάρι να φανεί από το Παλάτι, όπως τον είχε ορμηνεμένο ο πονηρός ο Έπαρχος. Έπιασε κι έλεγε ο κόσμος πως αρρώστησε ο κύρης μας και φέρνανε γιατριές και μαντζούνια και καταπότια, μα δεν τον έπιανε τίποτα. Και κρέμασε ο κόσμος μαύρα πανιά στα παναθύρια, πένθος πριν καν πεθάνει ο άνθρωπος. Ώσπου στο τέλος μαθεύτηκε η αλήθεια από μια μαγείρισσα πολύ κουτσομπόλα, που δεν κρατιότανε να μη βάλει ξόμπλια για κανένανε και για τίποτις. Είχε, λέει, βγάλει ο Αυτοκράτορας μιαν άσπρη τρίχα κι είχε πέσει να πεθάνει από το κακό του που γέρναγε και είχε να βρίσκει μόνο κακά κι αρρώστιες πια.
Κι αφού όλοι οι καλοστεκούμενοι γερόντοι πήγανε στο Παλάτι και του είπανε τι τρώγανε και πόσο και τι άλλο κάνανε κι ήτανε κοτσονάτοι, στο τέλος ήρθε κι ένας σοφός από τα μέρη των Δηωτών που ήτανε, λέει, χίλιω χρονώ. Ψόματα, ντε. Ήτανε ο Έπαρχος, βαμμένος με καπνιά και μια τουλούπα μπαμπάκι για άσπρα γένια. Τους έβαλε αυτός στο νου πως είναι λέει μια μηλιά σε άγριους τόπους, και βγάνει χρυσά μήλα μια φορά στα χίλια χρόνια κι όποιος τον φάει τον καρπό της, θα μείνει νέος ως τα στερνά του κι αρρώστια δε τον ξαναρίχνει στο στρώμα. Μόνο για να το βρει το δέντρο άνθρωπος, πρέπει να μην είναι γερός, να ‘χει κάτι να γιατρευτεί.
Όσο να πεις κύμινο, όλοι οι αναπήροι βρεθήκανε όξω από τις πύλες. Άλλοι γιατί τόσο τους έκοβε, ότι αυτοί τάχα θα σώνανε τον Αυτοκράτορα, άλλοι κανακεμένοι με φλουριά κι άλλοι σπρωγμένοι με το ζόρι, με το κοντάρι στην πλάτη. Πήρανε όλοι μαζί τη Βασιλική Οδό, κουτσαίνοντα, σκουντουφλόντα, σέρνοντα, όπως μπορούσε ο καθείς. Μερικοί πάει καλιά τους, δεν ήταν για τίποτις άλλο από διακονιά. Άλλοι κουτσοβολεύανε καμιά δουλίτσα και σταθήκανε στα χωριά που συναντάγανε κι άμα ξεμάθανε το καθισό μπορέσανε και παντρευτήκανε και ξεκινήσανε ζωή καλή. Άλλοι-παράλλοι, πάλι, αποκάμανε και ξαναπιάσανε τη ζητιανιά, αλλά σε καινούριο τόπο πια. Καλώς-κακώς, την ξέμαθε τη φάρα μας η Νεάπολη εκείνα τα χρόνια.
Λίγοι φτάσανε και σε ξένους τόπους και κάμανε καλά ή άσκημα, κατά τον κόσμο που ζούσε σ’ εκείνα τα μέρη. Στο τέλος δεν είχε μείνει άνθρωπος να ρωτάει πια για το δέντρο με τα χρυσά τα μήλα, μονάχα τέσσαροι που είχανε πιάσει φιλία, ένας στραβός, ένας λωλός, ένας κουτσός κι ένας κουφός. Αυτοί άλλο τίποτις καλύτερο δεν είχανε βρει να κάμουνε στο δρόμο και δε σταθήκανε πουθενά, αλλά και κακό δεν τους είχε βρει, μιας και βοηθάγανε ο ένας τον άλλο. Με υπομονή, με καλή οικονομία, με κουβέντα, τα καταφέρανε και φτάσανε ως το Ραδινό, που ξεκινάνε τόποι απολίτιστοι.
Εκεί ήτανε ένας βαρκάρης που πέρναγε τον κόσμο απέναντι στο ποτάμι. Κι οι αναπήροι βρήκανε μπροστά τους παλικάρια. Ήτανε αρχοντόπουλα στους τόπους τους κι είχανε αποφασίσει ο καθένας να βρει το χρυσό το μήλο για τον βασιλέ του, σαν ακούσανε για δαύτο. Έτσι, θα τους ιστορούσανε σε τραγούδια, θα καλοπαντρευότανε, θα τους λούζανε στα φλουριά και θα τρώγανε κι οι ίδιοι από το δέντρο, να μείνουμε νέοι ως τα στερνά τους. Κι αφού έπρεπε να είναι λειψοί, είχε ο καθείς κόψει το μικρό του το δαχτύλι.
Αυτοί πλερώσανε και πήγανε απέναντι δια μιας. Οι αναπήροι δεν είχανε μήτε χάλκινο. Ο βαρκάρης σταύρωσε τα χέρια και τους λέει:
«Γιατί να τραβήξω κουπί για τα μούτρα σας; Μην και σας χρωστάω από πουθενά;»
Αποκρίθηκε τότε ο λωλός, που έτρεχε η γλώσσα του πιο μπροστά από το μυαλό του:
«Δε μας χρωστάς, λες; Δεν είσαι γερός του λόγου σου; Δεν είναι και τ’ αδέρφια σου και τα παιδιά σου; Δε θες να κάμει και γερά εγγόνια; Σαν δε γεννιόμαστε εμείς να είμαστε λειψοί, κάποιος άλλος θα ήτανε. Ξέρεις αν ήσουνα εσύ ή οι δικοί σου;»
Δεν έβρισκε τι να πει ο βαρκάρης, δεν το ‘χε ξανασκεφτεί κιόλα, τους φόρτωσε και τους πάει απέναντι. Εκεί είδανε σκοτωμένους σωρό, είχανε ορμήσει οι βάρβαροι στα παλικάρια κι είχανε περαστεί λεπίδι. Όσοι γλιτώσανε, είχανε κρυφτεί στα δάσα και σαν είδανε τους τέσσερις φίλους, πέσανε να ξεπληρώσουν σ’ εκείνους το αίμα. Ο κουφός δεν άκουσε τίποτις να σκιαχτεί, ο κουτσός δεν πρόφταινε να γλιτώσει, ο στραβός δεν ήξερε πού να πάει, ο λωλός πού να πήγαινε μοναχός του; Σαν τους είδανε οι βάρβαροι πως δεν αρχίσανε να τρέχουνε, μήτε και είχανε όπλα στα χέρια, είπανε πως κάτι παραπάνω θα ξέρουνε ετούτοι και δεν τολμήσανε να τους πλησιάσουνε.
«Ας τους», είπανε, «ας μην τους κόψουμε εμείς. Θα τους κόψει ο Δημιουργός όποτε είναι η ώρα τους».
Έτσι, περάσανε κι από κει και φτάσανε σε μια σπηλιά που απόξω στεκότανε μια γριά άσκημη, ψηλή και κοκαλιάρα, με μαλλιά σα σκοινιά.
«Μην ξέρεις από πού πάνε για το δέντρο με τα χρυσά τα μήλα, καλή κυρά;», τη ρωτήσανε.
Εκείνη άναψε ένας φανάρι και μπήκε στη σπηλιά και τους έκαμε νόημα να πάνε ξοπίσω της. Πηγαίνανε-πηγαίνανε, φτάνουνε σε μια κάμαρα μεγάλη σαν παλάτι, γεμάτη πέρα για πέρα και από το πάτωμα ως το ταβάνι με φλουριά. Μες τα φλουριά στεκότανε ένα παιδί όμορφο και ξανθό και τους είπε άμα θέλουνε να τους δώσει από ένα σακί άπατο, να βάλουνε μέσα όσα φλουριά τράβαγε η ψυχή τους. Εκεί λιποψυχήσανε κι είπανε να παρατήσουνε το χρυσό το μήλο, μα το παιδί έπιασε και κύλαγε τα φλουριά στη χούφτα του, να τα δούνε να τα ζηλέψουνε. Οι τρεις σκεφτότανε πως θα κάνανε ζωή χρυσή, γιατί άμα είσαι πλούσιος, κανένας δε σε κοιτάει άμα έχεις ένα χέρι ή ένα ποδάρι. Μα ο στραβός τους πήρε στανικώς να προχωρήσουνε και να προκάμουνε τη γριά που είχε πιάσει και ξεμάκραινε. Σαν τη φτάσανε, τους λέει εκείνη:
«Καλά που δε σταθήκατε, γιατί άμα σκοτεινιάζει, το παιδί γίνεται θεριό που τρώει ανθρώπους. Πριν λίγο στάθηκε ένας Περατινός και τώρα δεν είχε ούτε κοκαλάκι να δείτε».
Λέει κι ο στραβός:
«Τι να σταθούμε. Ψεύτικα ήτανε τα φλουριά. Τα άκουγα εγώ που δεν κουδουνίζανε σωστά, όπως τα χρυσά που ‘χει ο κόσμος στο πουγκί και δε μου δίνει».
Εκεί η γριά τους έπεψε να προχωρήσουνε μοναχοί. Χωθήκανε βαθύτερα στη σπηλιά, πηγαίνανε-πηγαίνανε και βρίσκουνε άλλη γριά άσκημη, αδερφή με την πρώτη. Ετούτη ήτανε χοντρή και ιδρωμένη και αγκομάχαγε με κάθε ανάσα και κάθε βήμα και κάθε λόγο. Τους έδωσε ένα αναμμένο φανάρι και τους είπε:
«Σαν βρείτε μια αδερφή μου που είναι ακόμα πιο κάτω, μην λησμονήσετε να της πείτε
να ξυστρίσει τ’ άλογο το ξεξύστριστο,
το ξεπέταλωτο, το ξεκαπιστρωμένο.
Ν’ αλέσει το κριθάρι το ανάλεστο,
το άλιαστο, το ξαναποκρισαρωμένο.
Και να γανώσει το κακάβι το ξεγάνωτο,
το καλοξεπλυμένο, το καλοξανακολλημένο.
Όπως σας το λέω, έτσι να το πείτε».
Ο λωλός πήρε το φανάρι, έπιασε να μουρμουράει το γλωσσοδέτη της γριάς πάλι και πάλι, σαν το μουρλό το τούμπανο, και έκοψε μπροστά, ξοπίσω κι οι άλλοι. Πιο πέρα, βγήκανε σε ανοιχτό τόπο, ένα δάσο σκοτεινό, στριμωγμένο ανάμεσα σε δυο βουνά, σε μια γούβα σαν αμασχάλη. Είχε νυχτώσει για τα καλά και δίχως το φανάρι, μήτε και θα ξέρανε πού πάνε και πού είν’ το μονοπάτι. Πηγαίνανε-πηγαίνανε κι αρχίσανε κι ακούγανε λύκους ν’ ουρλιάζουνε, όλο και πιο σιμά. Πιαστήκανε χέρι-χέρι και ανοίξανε όσο μπορούσανε το βήμα, μα φτάσανε και βλέπανε κόκκινα μάτια μέσα στα δέντρα.
Λέει τότε ο κουτσός:
«Αμολυθείτε, αδέρφια, και τρέχετε. Ας μείνω εγώ παραπίσω. Άμα είναι να φάει απόψε το κοπάδι, ας φάει ένανε μονάχα, μη μας φάει όλους άδικα».
Στην αρχή δε θέλανε, μα σαν είδανε πως άλλο δε μπορούσε να γενεί, σταθήκανε, τον φιλήσανε σταυρωτά και δώσανε δρόμο. Προχώραγε κι εκείνος όπως-όπως, έβλεπε και δεν έβλεπε στα σκοτάδια, μα δεν ήθελε και να σταθεί να πεθάνει, κι ας μην το ‘λπιζε να γλιτώσει. Εκεί που προχώραγε, βρίσκει ένα παιδί όμορφο με μαλλιά καστανά κι έκλαιγε. Είχε γυρίσει το ποδάρι του όπως έτρεχε και δεν μπορούσε πια να περπατήσει διόλου. Το λυπήθηκε ο κουτσός και το φορτώθηκε στην πλάτη, ας πήγαινε τώρα πιο αργά ακόμα. Λέει, άμα μας φτάσουνε τα θεριά, το πετάω μες τα δέντρα το παιδί και άμα δεν το μυριστούνε, γλιτώνει.
Μόλις σιμώνουνε οι λύκοι κι είπε πάει χαμένος, πηδάει το παιδί χάμω και γίνεται άντρας ολόκληρος. Κάνει μια έτσι με το χέρι του και τα ζώα σταθήκανε και λουφάξανε και δεν τολμάγανε να κάμουνε βήμα.
«Καλά που δε με παράτησες, όπως με είδες», λέει το παλικάρι με τα καστανά μαλλιά. «Θα σε κάνανε μια χαψιά σα σε βρίσκανε μονάχο τα θεριά. Έτσι έκαμε κι ένας Δαετός που πέρασε, είπε ‘ο καθένας ότι είναι άξιος ατός του, ας κάμει’. Και δεν έμεινε από τούτονε τίποτις να σαβανώσει η μάνα του και να κλάψει η αδερφή του».
Τι να πει ο κουτσός; Ευχαρίστησε κι έδωσε να προλάβει τους άλλους. Εκείνοι είχανε φτάσει πέρα απ’ το δάσο, εκεί που άνοιγε δεύτερη σπηλιά στο βουνό και περίμενε δίπλα σε βράχια πεσμένα μια γριά καμπούρα, με μια μύτη κι ένα σαγόνι τόσο γυρισμένα που αγγίζανε μεταξύ τους. Όπως πήγαινε μπρος ο λωλός, πριν προλάβουνε να τη χαιρετίσουνε οι άλλοι, της λέει:
«να ξυστρίσει τ’ άλογο το ξεξύστριστο,
το ξεπέταλωτο, το ξεκαπιστρωμένο.
Ν’ αλέσει το κριθάρι το ανάλεστο,
το άλιαστο, το ξαναποκρισαρωμένο.
Και να γανώσει το κακάβι το ξεγάνωτο,
το καλοξεπλυμένο, το καλοξανακολλημένο».
Του λέει εκείνη:
«Μπράβο, παλικάρι μου. Οι άλλοι κουτσά-στραβά το είπανε και περάσανε. Ο Ελεβός που σκέφτηκε πώς δεν τον ξαναβλέπω και δε με έχει ανάγκη, πήγε να περάσει έτσι και τον πλακώσανε τα βράχια. Εσύ τέλεια και παρατέλεια το είπες, γι’ αυτό θα σου δώσω ορμήνια: τον κουφό βάλτε μπροστά τώρα».
Έτσι κάμανε, και με τον κουτσό πάλι στη συντροφιά τους, χωθήκανε στη σπηλιά. Πηγαίνανε-πηγαίνανε, μισόσβησε το φανάρι τους και πηγαίνανε ψηλαφιστά, ώσπου φτάσανε μπρος σε μια στενή τρύπα και μπροστά της ήτανε ένας σκύλος μεγάλος και μαύρος. Ήτανε δεμένος με αλυσίδα και δε μπορούσε ούτε να χιμήσει, ούτε να φύγει. Μόνο αλύχταγε και έβριζε με ανθρώπινη φωνή και περιγέλαγε τους αναπήρους, πως φτάσανε τέσσαροι ως εκεί γιατί δεν όλοι μαζί δεν κάνουν έναν άντρα σωστό. Κοντά στο σκύλο, ήτανε αφημένο ένα τσεκούρι με μακρύ στειλιάρι. Οι άλλοι είχανε αφρίσει με τα όσα ακούγανε, θέλανε και να περάσουνε, είπανε να σκοτώσουνε το σκυλί. Μα ο κουφός πήγαινε μπροστά και πρόλαβε και πήρε το τσεκούρι πρώτος. Ετούτος δεν είχε ακούσει καμιά βρισιά και έβλεπε και καλύτερα που ήτανε μαθημένος να ‘χει μάτια μοναχά. Δίνει μια καλή μες το σκοτάδι με τη φαρδιά μεριά του τσεκουριού και τον ξαπλώνει κάτω το σκύλο, ζωντανό ακόμα.
Δεν προλάβανε να τον δρασκελίσουνε, ξαναπετάγεται θεριεμένη η φλόγα του φαναριού, φωτίζεται ο τόπος, γίνεται ο σκύλος παιδί όμορφο με μαλλιά μαύρα. Λέει:
«Καλά και τρίκαλα που δεν κάματε καθόλου να με σκοτώσετε. Και να μου δίνατε μία να μου πάρετε το κεφάλι, πάει καλά. Έναν Κουβράτος που πήγε να περάσει, από τα νεύρα του και το κακό του, μου έδωσε μια και δυο και δέκα και με έκαμε κομμάτια κι ύστερα ζωντάνεψα και τον έφαγα. Άιντε τώρα και το ‘βρατε το δέντρο, πιο κάτω είναι. Μόνο ό,τι κάμετε κι ό,τι πείτε, καλά να το στοχαστείτε».
Λίγο ακόμα πήγανε, φτάσανε σε ένα δέντρο τόσο ‘δα, κοκκινωπό, με ένα χρυσό μήλο μονάχα να κρέμεται στα κλωνιά του. Δεύτερο δεν είχε, μήτε φύλλο. Δίπλα στεκότανε μια γριά, αδερφή με τις άλλες τρεις. Ετούτη ήτανε μαυριδερή και ζαρωμένη σα σταφίδα, τόσο που ίσα ξεχώριζε το στόμα της το φτενό μέσα στις άλλες γραμμές στα μούτρα της. Καλοσώρισε τους τέσσαρους φίλους και τους λέει:
«Άτυχοι είσαστε, παιδιά μου. Το χρυσό το μήλο είναι καινούριο, σε χίλια χρόνια θα ξαναγενεί καινούριο. Τόσο κόπο κάματε να φτάσετε, ένας σας θα φάει μονάχα».
Απογοητευτήκανε, το κουβεντιάσανε. Κανένας τους δεν ήθελε να το στερήσει από τους άλλους, ξέρανε πως όποιος γενεί γερός, θα τους καταφρονήσει τους άλλους και δε θα ‘νε φίλοι πια. Έτσι είπανε να το πάρουνε το φρούτο και να το πάνε στον Αυτοκράτορα που το ήθελε από την αρχή και ήτανε και της σειράς του. Μόλις συμφωνήσανε, πάνω στη στιγμή, φτάσανε κι άλλες τρεις γριές και το δέντρο ζωντάνεψε κι έγινε παιδί όμορφο με μαλλιά κόκκινα. Στο χέρι του το δεξί κράταγε το χρυσό το μήλο και το ‘δινε.
«Είστε άξιοι να το πάρετε», τους συντυχαίνει. «Τόσα κάματε σωστά και περάσατε. Άμα λέγατε εσείς να το φάτε το χρυσό το μήλο κι εκεινού που του το τάξατε να μην του πάτε τίποτις, σαν που είπε ο Δάνονας, θα σας πιάνανε οι ρίζες μου και θα σας τραβάγανε ζωντανούς στο χώμα».
Έκαμε ο λωλός ν’ απλώσει το χέρι, μα στάθηκε σα μιλήσανε οι γριές:
«Δεν κάνει να σας το πει το παιδί, μα το χρυσό το μήλο είναι η ζωή του. Άμα μείνουνε γυμνά τα κλωνιά, πάει, σβήνει και χάνεται».
Τέτοιο πράμμα, ούτε να το ακούσουνε οι αναπήροι. Γυρίσανε όπως ήτανε να φύγουνε, όπως είχανε έρθει. Μα πάλι μπροστά τους είδανε το δέντρο, αντί να μείνει πίσω από την πλάτη τους το παιδί. Και τώρα τα κλωνιά του ήτανε βαριά από τον καρπό και κοντεύανε να σπάσουνε. Κι οι γριές είχανε γενεί πανώριες νιες, με χαμηλό το βλέμμα. Ετούτες επιμείνανε και τους ταΐσανε με το ζόρι τα φρούτα, ένα στον καθένα, κι ήτανε γλυκά-ολόγλυκα.
«Τώρα είστε αλήθεια άξιοι», είπε η φωνή του παιδιού που ήτανε δέντρο. «Άμα σαν τον Δηώτη που έφτασε ως εδώ, κι όλα τα άλλα τα έπραξε σωστά, δε σας ένοιαζε ούτε ο εαυτός σας, μα δε σας νοιάζανε κι οι άλλοι για να κάμετε το σκοπό σας, πάλι χαμένοι θα πηγαίνατε και δηλητήριο θα ήτανε το μήλο το χρυσό στ’ αχείλι σας».
Κι έτσι πάψανε να ‘ναι λειψοί οι τέσσαροι φίλοι, γίνανε γεροί και σωστοί στα όλα τους και παντρευτήκανε τις τέσσαρες πανώριες. Μα το χρυσό το μήλο κάνει τους ανθρώπους να ξεχνάνε όλους τους παλιούς πόνους, κι έτσι ξεχάσανε κι εκείνοι τη Νεάπολη και μείνανε στις σπηλιές να φυλάνε το δέντρο με τις γυναίκες τους. Ποιος το ξέρει, μπορεί και ως τα σήμερα κι ακόμα.
Κι ο Πρώτος Αυτοκράτορας που ‘χε αρχίσει πια να γερνάει, μήλο χρυσό δεν έλαβε και πέθανε όπως ο καθείς. Κι άμα πέθανε κι ο Έπαρχος ο πονηρός, ξαναγέμισε η Νεάπολη σιγά-σιγά με ζητιάνους και κρατάει η φάρα μας μέχρι τα σήμερα κι ακόμα.
Οι "Γιοι της Στάχτης" είναι η σειρά φανταστικής λογοτεχνίας (φάνταζυ συγκεκριμένα) πάνω στην οποία δουλεύω επί του παρόντος. Και τα τρία βιβλία της τριλογίας ("Κοράκι σε άλικο φόντο", "Βέλη και κρόκινες φλόγες" και "Δρυς με φύλλα σμαραγδιά) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις mamaya. (Για νέους επισκέπτες)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασιλεία Αιγλωέων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασιλεία Αιγλωέων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010
Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009
Οι Περιφέρειες - Πελάγους
Στο Πέλαγος υπάρχουν εικοσιένα νησιά, δεκάδες νησόπουλα με μια ή δυο οικογένειες πάνω τους και αμέτρητες βραχονησίδες. Από τόπο σε τόπο, τα έθιμα και η ντοπιολαλιά διαφέρουν, αν και είναι ορατή μια κοινή ρίζα πάντα. Με τις εμπορικές συναλλαγές, οι ιστορίες μεταδίδονται και επιζούν σαν αφηγήσεις σε κάθε νησί, αλλά είναι αδύνατον να πει κανείς ποια μορφή τους είναι αρχαιότερη και κοντινότερη στα αυθεντικά γεγονότα, ποια έχει διαστρεβλωθεί περισσότερο από το σκεπτικό του αφηγητή.
Για παράδειγμα, οι κάτοικοι της Νήου και εκείνοι της Κήρου, αν και βρίσκονται σε συνεχή επαφή, έχουν εντελώς διαφορετικές κοσμοθεωρίες. Οι πρώτοι είναι οι καλύτεροι ναυπηγοί στο Πέλαγος, πλούσιοι πλοιοκτήτες, περήφανοι, ιδιαίτερα τοπικιστές - μόνο οι καραβοκύρηδες-έμποροι ταξιδεύουν και δύσκολα κερδίζει κανείς την εμπιστοσύνη τους για να βρεθεί φιλοξενούμενός τους. Οι δεύτεροι είναι οι καλύτεροι ναυτικοί στο Πέλαγος, δουλεύουν στα νηώτικα πλοία από ανάγκη γιατί το έδαφος του νησιού τους είναι φτωχό, είναι ξακουστοί για την πραότητά και την ταπεινότητά τους, ενώ είναι και ιδιαίτερα φιλόξενοι στο σπιτικό τους.
Ζιατί οι Νηώτες ‘εν κάνουσιν Κηριώτες γαμπρούς
Μνια βολά τσ’ έναν τσαιρό, ήσαν τρεις καραβοτσυραίοι ‘δω στη Χώρα, αδέρφια, τσ’ είχασιν τσαι μια αδερφήν πεντάμορφην. Οι γονιοί τζοι είχασιν ποθάνει χρόνια τσαι η μάνα τζοι τσοι είχεν αφημένα φυλαχτάρια, ζια την κακιάν την ώραν.
Σ’ ένα ταγκζίδιν που ήσαν όλοι αντάμα στο ίδιο καράβιν ζια ν’ αγοράσωσιν οίνους στη Βότρια, ο πρωτοναύτης τζοι – που ήτο άτιμη Κηριώτικη σπορά – τσοι άφησεν να πίουσιν ώσπου ζαλιστήκασιν τσαι άμα ζυρίσασιν στο καράβιν, εκέρνα τζοι πλιο ακόμα.
Άμα ξυπνήσασιν με το τσεφάλι βαρύν, τζοι είπε πως του είχαν κάμει λόγο να γενεί γαμπρός τσαι συνεταίρος, να πάρει την αδερφήν τζοι. Τέθοιο πράμα ‘εν εθυμούντασιν. Μα ‘εν εθυμούντασιν τσαι άλλον πράμα, από τσοι πολλούς οίνους τσαι από ντροπή ‘εν μπορούσασιν να κάμουν πίσω, μήμπως τσαι αλήθεια είχασιν κάμει όρκον.
Σα φτάσασιν πίσω στη Νηο, βγάλασιν λαλητήν να πει τον γάμον στσοι ζειτονιές τσαι φωνάξασιν παπά να κάμωσιν τον αρραβώναν.
Μα ο πονηρός ο Κηριώτης ‘εν είχεν στο νου του να γενεί μονάχα αδερφός τζοι, είχεν αποφασίσει να τσοι γκζεκάμει κιόλα, να απομείνωσι όλα τα καράβια τζοι δικά του τσαι όλες τσοι σεντούκες τζοι να τσοι πάρει προίκαν.
Κάλεσέν τζοι να θηρεύσωσιν ρήζισσες, στο βουνίν μπζηλά. Ξεμονάχιασεν τον μικρόν, αμούστακον αγόρι ακόμα, τσαι κάρφωσέν του στην τσοιλιάν ένα κοντάριν που είχεν κρυμμένον από πριν στσοι βάτους. Σαν ακούσασιν οι μεγάλοι τη φωνήν τσαι ετρέξασιν, είπεν τζοι ο γαμπρός πως τον αδερφόν τζοι τον εσούβλισεν ελάφιν που ξάφνισέν το.
Κάμασιν πέθος, κρεμάσασιν τα μαύρα σκουτιά στα παρεθύρια τσαι μάζεψεν η αδερφή το φυλαχτάριν τση μάνας τζοι από του αδικοσκοτωμένου το στήθι, να θυμάται τον από δαύτο τουλάιστον, αφού ‘εν τον βοήθησεν που φόρα το. Καθά πως το έχομεν συνήθειο, ο γάμος πήεν πίσω μνια χρονιά.
Άμα πέρασε το πέθος τσαι ήσαν πάλι προετοιμασίες ζια την εκκλησά, είπεν τους κωνιάδους του ο πονηρός να πάγωσιν ζια το νυφόγκζυλλον. Πήρασιν τα μπριόνια τζοι τσαι τσοι αγκζίνες τζοι τσαι δώσασιν δρόμον. Ο πρωτοναύτης είχεν πάει από προηγούμενην μέραν τσαι είχεν πελετσήσει ένα μεγαλόν δεντρί. Τσαι μόλις το περάσασιν οι άλλοι, το αμπώχνει τσαι το ρίχνει καθά μέρος τζοι. Ο μεγάλος έσμπρωγκζεν τον μεσαίον παράμερα να γλιτώσει τσαι πλακώθηκεν μονάχος του τσαι πάει τσαι. Είπαν τύχη του ήτο, ‘εν καταλάβασιν το φόνο.
Πάλι τσηδείες τσαι πέθος τσαι μαύρα σκουτιά, πάλι πίσω ο γάμος μνια χρονιά, πάλι μάζεψεν η αδερφή τση μάνας το φυλαχτάριν από του αδικοσκοτωμένου το στήθι. Σαν πέρασεν ο τσαιρός, είπεν ο πονηρός του τελευταίου κωνιάδου να πάγουσιν στο βουνί να κάμουσιν νυχτέρι στο ξωκλήσιν, μην εύρει τζοι πάλι κακόν. Πήρασιν το μονοπάτι το πισινό, από του Μαώρου τα Καλύβια αποπάνου. Τσαι ότι φτάνασιν την κορυφήν, δίνει μνια ο πονηρός τσαι στέλει τον μεσαίο καραβοτσύρη να τσακίνεται στο κρεμνί στα βράχια.
Τρίτη φορά πέθος, τρίτη φορά μαύρα σκουτιά, τρίτο φυλαχτάριν μάζωξεν η αδερφή από αδικοσκοτωμένου στήθι. Άλλους συγγενείς ‘εν είχεν, ο γάμος ‘εν πήαινεν άλλον πίσω, να μη μείνει μοναχή τζη. Ένα φεγγάρι που ‘πρεπε να περάσει ως το μυστήριον, είπεν ο γαμπρός να το κάμει ταγκζίδιν, να πάρει τσαι δώρα νυφιάτικα.
Η νύφη, καλύτερά της έτζι. Είχεν λωλαθεί από την λύπην με το χαμό των αδερφώνε της τσ’ έρωτα ζια τον Κηριώτη ‘εν είχεν. Πήεν στο ακροζιάλι, εκρέμασεν τα φυλαχτάρια του αδερφώνε τση στα σκίνα, έβγαλεν τσαι το δικό της, κρέμασέν το κι εκείνον, τσ’ ετοιμάστη να πέσει να πνιεί, να πάει κοντά στο σόι της που είχεν ξεπατωθεί. ‘Εν επρόλαβε να βουτήξει, εσηκώθη το νερό μπρος της όρθιον.
«Στάσε!», είπεν την κόρην η κυρα-Θάλασσα. «Από να σε πάρω τσαι να με καταριέται ο κόσμος, καλύτερον σου να πάεις καλογριά να με βλογάς, να σχωρνιούνται τσαι οι ποθαμένοι σου. Ρίξε μου τα φυλαχτάρια σας, ζιατί μεγάλον άδικο σας έχει γενεί τσαι τώρα θα το λύσω. Τσαι μη φοβάσαι πως δε θα σε κρατήσωσι σε μοναστήρι που είσαι ταμένη ζια γάμο. Οι μέρες του αρραβώνα σου μετρημένες είναι».
Όπως ορμήνεψέν την η κυρα-Θάλασσα, έτσι έκαμεν η κοπέλα, τα φυλαχτάρια εριξέν τα τσαι πήεν να καλογερέψει. Τσ’ ότι ζύριζε ο πρωτοναύτης ο άτιμος στη Νηο, ετσακίστη το καράβιν σε γκζέρα τσαι εξεβράστη αυτός μισοπνιμένος στη Χώρα. Τσαι από το φόβο του, τα κρίματα τσαι τ’ άδικα που είχεν καμωμένα τα εμαρτύρησε πριν του βγει η ψυχή, τσαι τα έμαθε ο κόσμος.
Τσαι από τότε ‘εν κάνουσιν οι Νηώτες γαμπρούς Κηριώτες.
Γιατί οι Κηριώτες δεν πααίνουν γαμπροί στη Νηο
Τον καιρό των παλαιών ταξιδιών, ήταν ένας Κηριώτης. Συγγενείς και βιος αυτός δεν είχε. Είχε μονάχα μια δουλειά κοντά σε τρεις αδερφούς Νηώτες με πολλά καράβια.
Τα αφεντικά καλά δεν ήταν. Ήταν σφιχτοχέρικα και πολύ τους έβαζαν να δουλεύουν τους ανθρώπους τους. Μια φορά, έφτασαν κι οι τρεις μαζί στη Βότρια, με το καράβι που αρμένιζε ο Κηριώτης. Το ταξίδι άσχημα δεν πήε. Καλά πολύ πήε κι έκαμαν κέρδη και πήραν και κρασά να πουλήσουν αλλού.
Από τη χαρά τους, αυτοί δεν κρατήθηκαν γλέντι να κάμουν σα γύριζαν σπίτια τους. Έκαμαν γλέντι εκεί και γίνηκαν σταφίδα με τα κρασά που είχαν πάρει. Και τον Κηριώτη τον κάλεσαν να τον κεράσουν γιατί ήταν άξιος ναύτης και πάντα καλή δουλειά τους έκανε. Κι αυτοί πάνω στην τύφλα τους, να τον κάνουν καπετάνιο δεν του είπανε. Του είπανε να τον κάμουν γαμπρό και συγγενή, που είχαν μια αδερφή ξακουσμένη για την εμορφάδα της, την είχε δει μια φορά κι ο ναύτης και την είχε βάλει στην καρδιά του.
Το πρωί σα συνήρθανε, το λόγο που είχανε πει, να τον τιμήσουνε δε θέλανε. Θέλανε καλύτερα να του δώσουνε ένα καράβι να το διαφεντεύει και γαμπρό να κάμουνε κανέναν της σειράς τους, να ‘χει βιος σεντούκες, να το ενώσει με το δικό τους. Μα είχανε ακούσει κι οι άλλοι ναύτες το λόγο τους και να πούνε πως έλεε ψέματα ο Κηριώτης, δε μπορούσανε. Μπορούσανε μονάχα να τον ξεφορτωθούνε με πονηριά.
Του είπανε να πάνε για κυνήι στη Βότρια πριν φύουνε, που έχει ορτύκους και λαούς και περδίκους. Αυτοί σκοπό να τον γυρίσουν ζωντανό δεν είχαν. Είχαν σκοπό να τον τοξέψουν και να πουν πως πέρναε ζάρκαδος μπροστά του και ξεστόχησαν. Μα κοντά στην Πέρια, φυσάει γερά κι ο Κηριώτης βλαστήμια για τον κυρ-Άνεμο στα ταξίδια του ποτέ δεν έλεε. Έλεε μόνο ‘καλά να ‘σαι κυρ-Άνεμε κι άσε μας να διαβούμε’. Κι ο κυρ-Άνεμος τον λυπήθηκε και του πήρε το κεφαλομάντηλο την ώρα που τον τόξευε ο μεγάλος ο αδερφός ο καραβοκύρης, κι όπως έσκυψε ο Κηριώτης να το πιάσει, ίσα πήε η σαΐτα στου μικρού αδερφού την καρδιά. Μια ανάσα που του ‘μεινε, κατάρα έριξε στο ναύτη να μη του ‘βγουνε σε καλό τα καράβια τους.
Κλάψανε οι άλλοι δύο, φωνάξανε, τον πήρανε τον σκοτωμένο στους ώμους και κατεβήκανε στο καράβι. Μοιριολόια δε λέανε. Λέανε τραγούδια της χαράς, που ήτανε ανύπαντρος ακόμα. Βάλανε μαύρα πανιά και κινήσανε.
Οι δυο καραβοκυραίοι στενοχώρια δεν είχανε. Είχανε μίσος και λέανε πως ο γαμπρός τους φταίει. Είπανε να πιάσουνε στη Λεύκη, να φορτώσουνε μάρμαρο για το μνήμα του αδερφού τους και ρίξανε άγκυρα. Πήρανε ξινάρια και τον Κηριώτη, μα στο νου τους να φτάσουνε ως απάνω στο βουνό δεν είχανε. Είχανε στο νου τους να ρίξει ο μεσαίος βράχο και να πλακώσει το ναύτη. Μα εκεί είναι γυμνός τόπος κι ο ναύτης στα ταξίδια του βλαστήμια στις ξέρες ποτέ δεν έλεε. Έλεε μόνο ‘καλά να ‘σαι κυρά-Πέτρα κι απάνω σου να μη βρούμε’. Κι η κυρά-Πέτρα τον λυπήθηκε και τον έκαμε να σκοντάψει την ώρα που ερχότανε ο βράχος και πλακώθηκε ο μεγάλος ο αδερφός αντί για δαύτονε κι γίνηκε μπουκούνια. Μια ανάσα που του ‘μεινε, κατάρα έριξε στο ναύτη να μη του ‘βγουνε σε καλό τα πλούτια από τις σεντούκες τους.
Τον πεθαμένο τον φορτώθηκε ο μεγάλος, τον πήρε κάτω στο καράβι, με τραούδια της χαράς πάλι, που ήταν και τούτος ανύπαντρος. Από στεναχώρια και πένθος ο καραβοκύρης δεν έκλαψε. Έκλαψε από το κακό του και αντί να βάλει μυαλό, έδωκε όρκο να τον ξεκάμει τον Κηριώτη.
Είπε και πιάσανε και στη Χαριέσσα, δήθεμου-τάχαμου να πάρουνε καντηλέρια μαλαματένια για την κηδεία. Εκεί άλλοι ναύτες στη στεριά δε βγήκανε. Βγήκανε μονάχα οι δυο τους με τη βάρκα, που είχε κάμει σχέδιο ο Νηώτης να τον πετάξει σε ρούφουλα που ‘ξερε από παλιά τον Κηριώτη και να τον πνίξει. Μα ο ναύτης στα ταξίδια του στη θάλασσα την αρμυρή βλαστήμια ποτέ δεν έλεε. Μόνο έλεε ‘όμορφη κυρά-Θάλασσα, σπλαχνίσου μανάδες και γυναίκες’. Κι η κυρά-Θάλασσα τον λυπήθηκε και μόλις φτάσανε κοντά στο ρούφουλα, βγήκε απάνου το κύμα και πήρε τον καραβοκύρη μέσα από τη βάρκα και τον έπνιξε εκείνον. Μια ανάσα που του ‘μεινε, έριξε κατάρα στο ναύτη να μην του ‘βγουνε σε καλό τα προικιά που θα πάρει.
Ο Νηώτης, τα κακά που θέλεσαν να του κάμουν, δεν τα είχε καταλάβει. Είχε καταλάβει μονάχα που πρώτη φορά βρήκε οικοένεια. Και τον πήρε τον πεθαμένο και τον πήε πίσω στο καράβι κλαίοντάς τον και μοιριολοώντας τον.
Σα φτάσανε πίσω στη Νηο, έδωσε τα κακά μαντάτα στην αδερφή των καραβοκυραίων και στη γυναίκα του μεγάλου που είχε παιδί μικρό. Ο γάμος να περιμένει τρία χρόνια για το πένθος δε γινόταν. Γινόταν μονάχα να παντρευτούν σε ένα φεγγάρι από την κηδεία την τριπλή, γιατί άλλος άντρας στο σόι δεν είχε απομείνει να το διαφεντεύει.
Το βιος που είχε μείνει, με τέτοιο κακό τρόπο, ο Κηριώτης να το πάρει δεν ήθελε. Ήθελε να μείνουν όλα τα καράβια και οι σεντούκες στη χήρα του κουνιάδου του και να περάσουν και σε ό,τι παιδιά του κάμει η δική του η γυναίκα. Κι αυτός να τα αυγατίζει τα πλούτια, αλλά χέρι να μη βάλει απάνω τους. Και τη γυναίκα του είπε πως με προίκες δεν την ήθελε. Την ήθελε όπως ήτανε, με το φουστάνι που φόραε μονάχα, με την εμορφάδα της και την προκοπή της. Μα να μην πάρει τα κεντήματα που έκανε με τα χέρια της τόσα χρόνια για το σπιτικό της, δεν γινότανε. Γινότανε να τα φορτώσει και να τα πάει μέσα σε ένα σπίτι καινούριο.
Μα η καραβοκυροπούλα έβαλε μέσα στα μεσάλια και τα σεντόνια κι έκρυψε ένα κουτί μικρό, με τα μαλαματικά που της είχε παρμένα η μάνα της η μακαρίτισσα. Και τη βραδιά του γάμου, να κοιμηθούνε αντάμα δεν έμελλε. Έμελλε να πιάσουν τόπο οι κατάρες οι τρεις και μόλις άνοιξε το κουτί να στολιστεί η νύφη, βγήκε φωτιά και τους καρβούνιασε. Και το είδανε με τα μάτια τους οι ανθρώποι, που είχε καλέσει όλη την Κήρο ο ναύτης να χαρεί τη χαρά του και είπανε πως κανονική δουλειά δεν ήτανε. Ήτανε κατάρα και μάλιστα νηώτικη, μιας και κακό στο νου τους για δαύτον οι συντοπίτες του δεν είχανε.
Κι από τότε οι Κηριώτες δεν πααίνουν γαμπροί στη Νηο.
Για παράδειγμα, οι κάτοικοι της Νήου και εκείνοι της Κήρου, αν και βρίσκονται σε συνεχή επαφή, έχουν εντελώς διαφορετικές κοσμοθεωρίες. Οι πρώτοι είναι οι καλύτεροι ναυπηγοί στο Πέλαγος, πλούσιοι πλοιοκτήτες, περήφανοι, ιδιαίτερα τοπικιστές - μόνο οι καραβοκύρηδες-έμποροι ταξιδεύουν και δύσκολα κερδίζει κανείς την εμπιστοσύνη τους για να βρεθεί φιλοξενούμενός τους. Οι δεύτεροι είναι οι καλύτεροι ναυτικοί στο Πέλαγος, δουλεύουν στα νηώτικα πλοία από ανάγκη γιατί το έδαφος του νησιού τους είναι φτωχό, είναι ξακουστοί για την πραότητά και την ταπεινότητά τους, ενώ είναι και ιδιαίτερα φιλόξενοι στο σπιτικό τους.
Ζιατί οι Νηώτες ‘εν κάνουσιν Κηριώτες γαμπρούς
Μνια βολά τσ’ έναν τσαιρό, ήσαν τρεις καραβοτσυραίοι ‘δω στη Χώρα, αδέρφια, τσ’ είχασιν τσαι μια αδερφήν πεντάμορφην. Οι γονιοί τζοι είχασιν ποθάνει χρόνια τσαι η μάνα τζοι τσοι είχεν αφημένα φυλαχτάρια, ζια την κακιάν την ώραν.
Σ’ ένα ταγκζίδιν που ήσαν όλοι αντάμα στο ίδιο καράβιν ζια ν’ αγοράσωσιν οίνους στη Βότρια, ο πρωτοναύτης τζοι – που ήτο άτιμη Κηριώτικη σπορά – τσοι άφησεν να πίουσιν ώσπου ζαλιστήκασιν τσαι άμα ζυρίσασιν στο καράβιν, εκέρνα τζοι πλιο ακόμα.
Άμα ξυπνήσασιν με το τσεφάλι βαρύν, τζοι είπε πως του είχαν κάμει λόγο να γενεί γαμπρός τσαι συνεταίρος, να πάρει την αδερφήν τζοι. Τέθοιο πράμα ‘εν εθυμούντασιν. Μα ‘εν εθυμούντασιν τσαι άλλον πράμα, από τσοι πολλούς οίνους τσαι από ντροπή ‘εν μπορούσασιν να κάμουν πίσω, μήμπως τσαι αλήθεια είχασιν κάμει όρκον.
Σα φτάσασιν πίσω στη Νηο, βγάλασιν λαλητήν να πει τον γάμον στσοι ζειτονιές τσαι φωνάξασιν παπά να κάμωσιν τον αρραβώναν.
Μα ο πονηρός ο Κηριώτης ‘εν είχεν στο νου του να γενεί μονάχα αδερφός τζοι, είχεν αποφασίσει να τσοι γκζεκάμει κιόλα, να απομείνωσι όλα τα καράβια τζοι δικά του τσαι όλες τσοι σεντούκες τζοι να τσοι πάρει προίκαν.
Κάλεσέν τζοι να θηρεύσωσιν ρήζισσες, στο βουνίν μπζηλά. Ξεμονάχιασεν τον μικρόν, αμούστακον αγόρι ακόμα, τσαι κάρφωσέν του στην τσοιλιάν ένα κοντάριν που είχεν κρυμμένον από πριν στσοι βάτους. Σαν ακούσασιν οι μεγάλοι τη φωνήν τσαι ετρέξασιν, είπεν τζοι ο γαμπρός πως τον αδερφόν τζοι τον εσούβλισεν ελάφιν που ξάφνισέν το.
Κάμασιν πέθος, κρεμάσασιν τα μαύρα σκουτιά στα παρεθύρια τσαι μάζεψεν η αδερφή το φυλαχτάριν τση μάνας τζοι από του αδικοσκοτωμένου το στήθι, να θυμάται τον από δαύτο τουλάιστον, αφού ‘εν τον βοήθησεν που φόρα το. Καθά πως το έχομεν συνήθειο, ο γάμος πήεν πίσω μνια χρονιά.
Άμα πέρασε το πέθος τσαι ήσαν πάλι προετοιμασίες ζια την εκκλησά, είπεν τους κωνιάδους του ο πονηρός να πάγωσιν ζια το νυφόγκζυλλον. Πήρασιν τα μπριόνια τζοι τσαι τσοι αγκζίνες τζοι τσαι δώσασιν δρόμον. Ο πρωτοναύτης είχεν πάει από προηγούμενην μέραν τσαι είχεν πελετσήσει ένα μεγαλόν δεντρί. Τσαι μόλις το περάσασιν οι άλλοι, το αμπώχνει τσαι το ρίχνει καθά μέρος τζοι. Ο μεγάλος έσμπρωγκζεν τον μεσαίον παράμερα να γλιτώσει τσαι πλακώθηκεν μονάχος του τσαι πάει τσαι. Είπαν τύχη του ήτο, ‘εν καταλάβασιν το φόνο.
Πάλι τσηδείες τσαι πέθος τσαι μαύρα σκουτιά, πάλι πίσω ο γάμος μνια χρονιά, πάλι μάζεψεν η αδερφή τση μάνας το φυλαχτάριν από του αδικοσκοτωμένου το στήθι. Σαν πέρασεν ο τσαιρός, είπεν ο πονηρός του τελευταίου κωνιάδου να πάγουσιν στο βουνί να κάμουσιν νυχτέρι στο ξωκλήσιν, μην εύρει τζοι πάλι κακόν. Πήρασιν το μονοπάτι το πισινό, από του Μαώρου τα Καλύβια αποπάνου. Τσαι ότι φτάνασιν την κορυφήν, δίνει μνια ο πονηρός τσαι στέλει τον μεσαίο καραβοτσύρη να τσακίνεται στο κρεμνί στα βράχια.
Τρίτη φορά πέθος, τρίτη φορά μαύρα σκουτιά, τρίτο φυλαχτάριν μάζωξεν η αδερφή από αδικοσκοτωμένου στήθι. Άλλους συγγενείς ‘εν είχεν, ο γάμος ‘εν πήαινεν άλλον πίσω, να μη μείνει μοναχή τζη. Ένα φεγγάρι που ‘πρεπε να περάσει ως το μυστήριον, είπεν ο γαμπρός να το κάμει ταγκζίδιν, να πάρει τσαι δώρα νυφιάτικα.
Η νύφη, καλύτερά της έτζι. Είχεν λωλαθεί από την λύπην με το χαμό των αδερφώνε της τσ’ έρωτα ζια τον Κηριώτη ‘εν είχεν. Πήεν στο ακροζιάλι, εκρέμασεν τα φυλαχτάρια του αδερφώνε τση στα σκίνα, έβγαλεν τσαι το δικό της, κρέμασέν το κι εκείνον, τσ’ ετοιμάστη να πέσει να πνιεί, να πάει κοντά στο σόι της που είχεν ξεπατωθεί. ‘Εν επρόλαβε να βουτήξει, εσηκώθη το νερό μπρος της όρθιον.
«Στάσε!», είπεν την κόρην η κυρα-Θάλασσα. «Από να σε πάρω τσαι να με καταριέται ο κόσμος, καλύτερον σου να πάεις καλογριά να με βλογάς, να σχωρνιούνται τσαι οι ποθαμένοι σου. Ρίξε μου τα φυλαχτάρια σας, ζιατί μεγάλον άδικο σας έχει γενεί τσαι τώρα θα το λύσω. Τσαι μη φοβάσαι πως δε θα σε κρατήσωσι σε μοναστήρι που είσαι ταμένη ζια γάμο. Οι μέρες του αρραβώνα σου μετρημένες είναι».
Όπως ορμήνεψέν την η κυρα-Θάλασσα, έτσι έκαμεν η κοπέλα, τα φυλαχτάρια εριξέν τα τσαι πήεν να καλογερέψει. Τσ’ ότι ζύριζε ο πρωτοναύτης ο άτιμος στη Νηο, ετσακίστη το καράβιν σε γκζέρα τσαι εξεβράστη αυτός μισοπνιμένος στη Χώρα. Τσαι από το φόβο του, τα κρίματα τσαι τ’ άδικα που είχεν καμωμένα τα εμαρτύρησε πριν του βγει η ψυχή, τσαι τα έμαθε ο κόσμος.
Τσαι από τότε ‘εν κάνουσιν οι Νηώτες γαμπρούς Κηριώτες.
Γιατί οι Κηριώτες δεν πααίνουν γαμπροί στη Νηο
Τον καιρό των παλαιών ταξιδιών, ήταν ένας Κηριώτης. Συγγενείς και βιος αυτός δεν είχε. Είχε μονάχα μια δουλειά κοντά σε τρεις αδερφούς Νηώτες με πολλά καράβια.
Τα αφεντικά καλά δεν ήταν. Ήταν σφιχτοχέρικα και πολύ τους έβαζαν να δουλεύουν τους ανθρώπους τους. Μια φορά, έφτασαν κι οι τρεις μαζί στη Βότρια, με το καράβι που αρμένιζε ο Κηριώτης. Το ταξίδι άσχημα δεν πήε. Καλά πολύ πήε κι έκαμαν κέρδη και πήραν και κρασά να πουλήσουν αλλού.
Από τη χαρά τους, αυτοί δεν κρατήθηκαν γλέντι να κάμουν σα γύριζαν σπίτια τους. Έκαμαν γλέντι εκεί και γίνηκαν σταφίδα με τα κρασά που είχαν πάρει. Και τον Κηριώτη τον κάλεσαν να τον κεράσουν γιατί ήταν άξιος ναύτης και πάντα καλή δουλειά τους έκανε. Κι αυτοί πάνω στην τύφλα τους, να τον κάνουν καπετάνιο δεν του είπανε. Του είπανε να τον κάμουν γαμπρό και συγγενή, που είχαν μια αδερφή ξακουσμένη για την εμορφάδα της, την είχε δει μια φορά κι ο ναύτης και την είχε βάλει στην καρδιά του.
Το πρωί σα συνήρθανε, το λόγο που είχανε πει, να τον τιμήσουνε δε θέλανε. Θέλανε καλύτερα να του δώσουνε ένα καράβι να το διαφεντεύει και γαμπρό να κάμουνε κανέναν της σειράς τους, να ‘χει βιος σεντούκες, να το ενώσει με το δικό τους. Μα είχανε ακούσει κι οι άλλοι ναύτες το λόγο τους και να πούνε πως έλεε ψέματα ο Κηριώτης, δε μπορούσανε. Μπορούσανε μονάχα να τον ξεφορτωθούνε με πονηριά.
Του είπανε να πάνε για κυνήι στη Βότρια πριν φύουνε, που έχει ορτύκους και λαούς και περδίκους. Αυτοί σκοπό να τον γυρίσουν ζωντανό δεν είχαν. Είχαν σκοπό να τον τοξέψουν και να πουν πως πέρναε ζάρκαδος μπροστά του και ξεστόχησαν. Μα κοντά στην Πέρια, φυσάει γερά κι ο Κηριώτης βλαστήμια για τον κυρ-Άνεμο στα ταξίδια του ποτέ δεν έλεε. Έλεε μόνο ‘καλά να ‘σαι κυρ-Άνεμε κι άσε μας να διαβούμε’. Κι ο κυρ-Άνεμος τον λυπήθηκε και του πήρε το κεφαλομάντηλο την ώρα που τον τόξευε ο μεγάλος ο αδερφός ο καραβοκύρης, κι όπως έσκυψε ο Κηριώτης να το πιάσει, ίσα πήε η σαΐτα στου μικρού αδερφού την καρδιά. Μια ανάσα που του ‘μεινε, κατάρα έριξε στο ναύτη να μη του ‘βγουνε σε καλό τα καράβια τους.
Κλάψανε οι άλλοι δύο, φωνάξανε, τον πήρανε τον σκοτωμένο στους ώμους και κατεβήκανε στο καράβι. Μοιριολόια δε λέανε. Λέανε τραγούδια της χαράς, που ήτανε ανύπαντρος ακόμα. Βάλανε μαύρα πανιά και κινήσανε.
Οι δυο καραβοκυραίοι στενοχώρια δεν είχανε. Είχανε μίσος και λέανε πως ο γαμπρός τους φταίει. Είπανε να πιάσουνε στη Λεύκη, να φορτώσουνε μάρμαρο για το μνήμα του αδερφού τους και ρίξανε άγκυρα. Πήρανε ξινάρια και τον Κηριώτη, μα στο νου τους να φτάσουνε ως απάνω στο βουνό δεν είχανε. Είχανε στο νου τους να ρίξει ο μεσαίος βράχο και να πλακώσει το ναύτη. Μα εκεί είναι γυμνός τόπος κι ο ναύτης στα ταξίδια του βλαστήμια στις ξέρες ποτέ δεν έλεε. Έλεε μόνο ‘καλά να ‘σαι κυρά-Πέτρα κι απάνω σου να μη βρούμε’. Κι η κυρά-Πέτρα τον λυπήθηκε και τον έκαμε να σκοντάψει την ώρα που ερχότανε ο βράχος και πλακώθηκε ο μεγάλος ο αδερφός αντί για δαύτονε κι γίνηκε μπουκούνια. Μια ανάσα που του ‘μεινε, κατάρα έριξε στο ναύτη να μη του ‘βγουνε σε καλό τα πλούτια από τις σεντούκες τους.
Τον πεθαμένο τον φορτώθηκε ο μεγάλος, τον πήρε κάτω στο καράβι, με τραούδια της χαράς πάλι, που ήταν και τούτος ανύπαντρος. Από στεναχώρια και πένθος ο καραβοκύρης δεν έκλαψε. Έκλαψε από το κακό του και αντί να βάλει μυαλό, έδωκε όρκο να τον ξεκάμει τον Κηριώτη.
Είπε και πιάσανε και στη Χαριέσσα, δήθεμου-τάχαμου να πάρουνε καντηλέρια μαλαματένια για την κηδεία. Εκεί άλλοι ναύτες στη στεριά δε βγήκανε. Βγήκανε μονάχα οι δυο τους με τη βάρκα, που είχε κάμει σχέδιο ο Νηώτης να τον πετάξει σε ρούφουλα που ‘ξερε από παλιά τον Κηριώτη και να τον πνίξει. Μα ο ναύτης στα ταξίδια του στη θάλασσα την αρμυρή βλαστήμια ποτέ δεν έλεε. Μόνο έλεε ‘όμορφη κυρά-Θάλασσα, σπλαχνίσου μανάδες και γυναίκες’. Κι η κυρά-Θάλασσα τον λυπήθηκε και μόλις φτάσανε κοντά στο ρούφουλα, βγήκε απάνου το κύμα και πήρε τον καραβοκύρη μέσα από τη βάρκα και τον έπνιξε εκείνον. Μια ανάσα που του ‘μεινε, έριξε κατάρα στο ναύτη να μην του ‘βγουνε σε καλό τα προικιά που θα πάρει.
Ο Νηώτης, τα κακά που θέλεσαν να του κάμουν, δεν τα είχε καταλάβει. Είχε καταλάβει μονάχα που πρώτη φορά βρήκε οικοένεια. Και τον πήρε τον πεθαμένο και τον πήε πίσω στο καράβι κλαίοντάς τον και μοιριολοώντας τον.
Σα φτάσανε πίσω στη Νηο, έδωσε τα κακά μαντάτα στην αδερφή των καραβοκυραίων και στη γυναίκα του μεγάλου που είχε παιδί μικρό. Ο γάμος να περιμένει τρία χρόνια για το πένθος δε γινόταν. Γινόταν μονάχα να παντρευτούν σε ένα φεγγάρι από την κηδεία την τριπλή, γιατί άλλος άντρας στο σόι δεν είχε απομείνει να το διαφεντεύει.
Το βιος που είχε μείνει, με τέτοιο κακό τρόπο, ο Κηριώτης να το πάρει δεν ήθελε. Ήθελε να μείνουν όλα τα καράβια και οι σεντούκες στη χήρα του κουνιάδου του και να περάσουν και σε ό,τι παιδιά του κάμει η δική του η γυναίκα. Κι αυτός να τα αυγατίζει τα πλούτια, αλλά χέρι να μη βάλει απάνω τους. Και τη γυναίκα του είπε πως με προίκες δεν την ήθελε. Την ήθελε όπως ήτανε, με το φουστάνι που φόραε μονάχα, με την εμορφάδα της και την προκοπή της. Μα να μην πάρει τα κεντήματα που έκανε με τα χέρια της τόσα χρόνια για το σπιτικό της, δεν γινότανε. Γινότανε να τα φορτώσει και να τα πάει μέσα σε ένα σπίτι καινούριο.
Μα η καραβοκυροπούλα έβαλε μέσα στα μεσάλια και τα σεντόνια κι έκρυψε ένα κουτί μικρό, με τα μαλαματικά που της είχε παρμένα η μάνα της η μακαρίτισσα. Και τη βραδιά του γάμου, να κοιμηθούνε αντάμα δεν έμελλε. Έμελλε να πιάσουν τόπο οι κατάρες οι τρεις και μόλις άνοιξε το κουτί να στολιστεί η νύφη, βγήκε φωτιά και τους καρβούνιασε. Και το είδανε με τα μάτια τους οι ανθρώποι, που είχε καλέσει όλη την Κήρο ο ναύτης να χαρεί τη χαρά του και είπανε πως κανονική δουλειά δεν ήτανε. Ήτανε κατάρα και μάλιστα νηώτικη, μιας και κακό στο νου τους για δαύτον οι συντοπίτες του δεν είχανε.
Κι από τότε οι Κηριώτες δεν πααίνουν γαμπροί στη Νηο.
Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009
Οι Περιφέρειες - Παράλου
Η Περιφέρεια Παράλου έχει κομβική θέση σε στεριά (φιλοξενεί σημαντικά περάσματα από τα βουνά που διχοτομούν την Οικεία Ανατολή, τις Χαλκές και τις Σιδηρές Πύλες) αλλά και στη θάλασσα, σαν σταθμός ανεφοδιασμού στα πλοία των Περατινών πριν συνεχίσουν προς τη Γη των Δηωτών και άλλα εξωτικά μέρη στα οποία εμπορεύονται. Ο μακρόχορνος συγχρωτισμός μαζί τους, έχει προσφέρει στην τοπική διάλεκτο πολλές λέξεις με ξενικό ήχο [Σημείωση: η "χειροδότηση" που αναφέρεται στο κείμενο είναι το αντίστοιχο του σταυροκοπήματος για την Πλάση]
Ο ψαράς κι η θυατέρα η μαρμάρινη
Τα παλιά τα χρόνια – σα να λέμε τόμου του Παπά ο Πλάτανος ήτο λιανός και μπόρουνε ένα γερό παλικάρι να τόνε αγκαλιάσει γύρω-τροΰρω – είχε κάμει μια μεγάλη φουρτούνα και πήανε σούμπιτα τα μισά καΐκια κι οι μισές βάρκες του χωριού. Ένας από τσου ψαράδες που πνιήκανε, χήρος ήτο, άφηκε πίσω τη μάνα του και το γιο του μονάχους.
Μπάλωνε η γριά δίχτυα, πήαινε το παιδί βοήθαγε σε αλλουνούς καραβοκυραίους, κάπως τήνε κουτσοβγάνανε. Έξοδα δεν κάνανε, μια παλιά βράκα χιλιομπαλωμένη φόραε το παιδί, μια φουστάνα μαύρη χιλιοτριμμένη η νόνα του, και τσου γελάανε οι ανέμυαλοι. Α μα με τα πολλά μαζώξανε δυο φούχτες χάλκινα και κάμανε καινούρια βάρκα, να τη δουλεύει το παλικάρι ατό του.
Αγαντάρει μια μέρα, μήτε σπάρος στα δίχτυα. Αγαντάρει δεύτερη, μήτε γόπα. Ένα φεγγάρι πέρασε, καθημερνώς με το κοφίνι αδειανό και μουσκλωμένος γύρναε στη νόνα του. Α δεν ήτανε τα αρμυρίκια και τα λάχανα που μάζευε η γριά κι έβραζε, νηστικοί θα μένανε. Το αρμάρι τους αδειανό, μέρμηγκας στο σπίτι τους ψόφαε από την πείνα. Ψιχί δε βρισκότανε.
Ώσπου σκάθηκε την ψυχή του το παιδί και είπε τση γριάς:
«Νόνα, α δώσει και γυρίσω και σήμερα με αδειανά χέρια, πα να πει δε μας θέλει η θάλασσα. Αμώνω να τη δώσω τη βάρκα κοψοχρονίς και θα πάρουμε των ομματιών μας να πάμε σ’ ένα καμπίσο μέρος».
«Αφού είπες τέτοιο λόο, παιδί μου, δεν έχει τώρα να κάμεις πίσω», τον ορμήνεψε η γριά. «Διάβε με την ευκή μου κι ό,τι θέλει ας δώσει η κυρα-Θάλασσα».
Αγάνταρε πάλι, αμολάει τα δίχτυα του, πιάνει να τα τραβήξει σαν πέρασε η ώρα, ολότελα αδειανά. Δεύτερη φορά, τα όμοια. Τρίτη; Δε σκωνόντανε από το βάρος! Λες, βάνει με το νου του, να φισκάρανε τόσο πια; Δίνει, τραβάει, ιδρώνει, βάνει αντιστύλι το ποδάρι του, κάτι κατάφερε. Γλέπει και προβάνει ένα κουβάρι φύκια. Πήρε καρδιά, βάνει κι άλλο δύναμη, τραβάει δυο οργιές ακόμα. Τι να δει; Ψάρι μήτε για δείγμα, μονάχα μια θυατέρα μαρμαρένια. Είπε να την αφήσει να πάει πάλι κάτου σούμπιτη, να λασκάρει η μέση του. Έλα που άλλο πράμα δεν είχε πιασμένο, θα γύρναε πίσω με το κοφίνι αδειανό κι ήπρεπε να κρατήσει τον όρκο. Άιντε, λέει, ένα φεγγάρι με καταφρονάει η θάλασσα και δεν τη μούτζωσα. Α έχει να μου δώσει μια τύχη, ετούτη είναι, μ’ αρέσει-δε μ’ αρέσει.
Λες κι αλάφρυνε η πέτρα όπως το ‘βαλε με το νου του να τη βαστήσει, βγήκε η θυατέρα στον αφρό και τη φόρτωσε και δεν έκατσε η βάρκα, είχε και τζόγο. Πιάνει στεριά, δένει, ζαλιγκώνεται το μάρμαρο και λάου-λάου για το χωριό. Το και το, λέει στη νόνα του άμα έφτασε σπίτι του.
«Βάλ’ την ευτού στην άκρη στη ‘στιά κι αύριο γλέπουνε τι θα ξημερώσει, α θα τη δώκουμε πουθενά», είπε η γριά.
Σκωθήκανε αχάραα καθώς το ‘χανε συνήθειο και βρίσκουνε το σπίτι λαμπίκο. Η αυλή ασπρισμένη, το κακάβι χόχλαζε στη φωτιά και μοσκοβόλαε ο τόπος. Η θυατέρα η μαρμαρένια άφαντη. Μια ζωντανή είχε πιάσει το φρόκαλο και πάστρευε, μια έμορφη που την ήγλεπες και αλάλιαζες – ούτε η Γλυκερία του φούρναρη, σα να λέμε.
«Καλημέρα νόνα, καλημέρα άντρα», τσοι καλοδέχτηκε.
Τρίβανε τα μάτια τους.
«Πού βρεθήκανε τόσα πράματα;»
«Η προίκα μου», αποκρίθηκε.
Τι να τα πολυλοούμε, ως τ’ απόγεμα είπανε το γάμο στον κόσμο, ως την άλλη μέρα τόνε κάμανε με παπά. Κρυφά από τη γριά, η γυναικά έπιασε τον άντρα και του ‘πε, έτσι κι απλώσει χέρι απάνω της και δεν έχει ένας χρόνος περασμένος και μια μέρα ακόμα, πάει. Τη χάνει και θέλει να τη γυρέψει σε γιαλό και σε κάμπο και στου βουνού τη ράχη για να την ξανάβρει.
Πέρνα ο καιρός, οι γλωσσούδες είχανε και λέανε που δεν έπιανε παιδί η νύφη – τι; λες να μην είχενε κουτσομπόλες στο χωριό τότενες; – μα περνάανε ζωή χαρισάμενη οι τρεις τους. Προκομμένη η κοπέλα, όλα στο σπίτι ήτονε στην τρίχα, τη γριά δεν την άφηνε να σκώνεται από την καθίκλα της, νερό με το μπικιόνι τση πήαινε στο χέρι. Προλάβαινε να μπαλώνει και τα δίχτυα, που από κείνη τη μέρα όλο βαριά βγαίνανε, τόσο που φίσκαρε το κοφίνι καθημερνώς, πήρε και δεύτερο το παιδί, και πάλι περσεύανε ψάρια και τα ‘ριχτε πίσω στο νερό. Κι απ’ την καλή οικονομία που ‘κανε η νύφη, μαέρευε όλο από την προίκα που ‘χε στα αρμάρια και στην αγορά πάαινε μια στο τόσο μονάχα. Όλα καλά. Μήτε η γριά δεν τόλμαε να γκρινιάξει, που δεν είχε αγγόνι να βγάλει το όνομα του αντρός της.
Σαν πέρασε ο χρόνος κι η μέρα, κι έφτασε η ώρα να πέσουνε αντάμα στο κρεβάτι που είχε ξομείνει με τα νυφιάτικα τα στρωσίδια, τήνε πήρε από το χέρι το παιδί να τήνε πάει. Και μόλις γκιούξανε τα δαχτύλια τους, μπουφ! Αμπούρα γίνηκε η νύφη και χάθηκε. Πιάνει να ψάξει το παιδί, δεν τη βρίσκει πουθενά στο χωριό. Τα βαλε κάτου, ρώτησε και τον παπά και βρήκε πως είχενε κάμει λάθος οι καψεροί. Ήτο δίσεχτος ο χρόνος και ήθελε κι άλλη μιαν ημέρα αποπάνου για να περάσει!
Η γριά βάραγε τα στήθια της κι έβγαλε το μαντήλι της λες κι είχε πένθος. Δική της θυατέρα να ‘τανε, λιγότερο θα την έκλαιε. Το παιδί δεν έκατσε να μοιρολογάει. Πήρε μια καινούρια βράκα, καινούριο γελέκο, καινούρια ποδήματα – τόσο βιος που ‘χανε μαζώξει πια, δεν ήτανε έξοδο – έβαλε κάμποσα φλουριά στο ζωνάρι του και πήρε το στρατί να τήνε γυρέψει πρώτα στο γιαλό, που τον είχε ορμηνεμένο.
Ένα βράδυ τον ηύρε νύχτα στην άμμο κι άναψε φωτιά με ξύλα που ‘χε ξεβράσει το κύμα. Γλέπει σε λίγο κι έρχεται να ζεσταθεί ένας άνθρωπος με σκυλίσο κεφάλι και κόκκινο πετσί, στοιχειό σα να λέμε. Λούφαξε το παιδί, δε μίλησε καθόλου. Μονάχα κρυφοκοίταζε που το στοιχείο είχε πατήσει ένα αγκάθι και δε μπόρουνε να το βγάλει από το ποδάρι του γιατί σκαινότανε το αίμα. Χα μία, χα δύο, στο τέλος δεν κρατήθηκε το παιδί, απλώνει το χέρι και τραβάει το αγκάθι. Πετάγεται το στοιχειό όρθιο.
«Ευχαριστώ, αδρεφέ μου! Τέτοιο καλό που μου ‘καμες, πώς να στο ξεπλερώσω; Ζήτα μια χάρη. Ό,τι θέλεις, όσο μεγάλο, είναι στη δύναμή μου».
Το παιδί ήτανε ακόμα λαμπαγμένο και είπε δεν ήθελε τίποτα. Ξαναρώτηξε το στοιχειό, πάλι όχι. Μωρέ καλέ, μωρέ κακέ, δεν κατάφερε να του πάρει κουβέντα του παιδιού. Ώσπου στο τέλος λέει το στοιχειό:
«Μπράβο… Τρακόσια χρόνια πειράζω τσου ανθρώπους που ανταμώνω σ’ ετούτο τον τόπο. Ούλοι ζητάνε φλουριά και οφίτσια πλερωμή σε τόσο δα καλό που μου κάνουνε και παίρνω εξουσία και τσου τρώω για την πλεονεξία τους. Εσύ δεν είσαι τέτοιος. Να δω τι άνθρωπος είσαι, θα σε πάρω από κοντά».
Και ζαρώνει και γίνεται ένας καμπούρης και μαυροτσούκαλος γέροντας. Κι όπου πήαινε το παιδί, αποπίσω το στοιχειό να λέει πως είναι υπερέτης του. Τέλος πάντων, φτάνουνε σε ένα νησόπουλο που ήτανε δεμένα κουρσάρικα καράβια. Στο πιο μεγάλο, στην πλώρη απάνω, είχε ιστορημένη σε ξύλο μια θυατέρα σαν τη γυναίκα τη δική του, μα μήτε κι όμοια τελείως. Σαν πιο μεγαλωμένη.
«Τι θέλεις;» ρωτάει το στοιχειό που τον είδε και την καλοκοίταζε. «Να στην κατεβάσω;»
Το παιδί είχε καεί μια φορά από τη βιάση του, δεν τόλμαε να ξαναπάθει κάζο. Δυο σάλτα στη σανίδα, ανέβηκε στο μπάρκο το μεγάλο. Σύρανε μαχαίρες οι κουρσάροι να τόνε κάμουνε μελίδια, μα δε φάνηκε ντιπ σκιαγμένος. Το είδε ο καπετάνιος, το εχτίμησε και τον πήρε κοντά του. Τέσσερα φεγγάρια σαλπάρανε και χτυπάγανε περατινά μπάρκα. Το παιδί καθάριζε, ψάρευε, έστηνε το κακάβι, έλεε ιστορίες και τον βάλανε στην καρδιά τους οι ναύτες. Και το στοιχειό από κοντά.
Μια μέρα αρμενίζανε κοντά στο χωριό του που τα ήξερε τα νερά και τσου είπε ο καιρός θα είναι άσκημος, μα τόνε αναγελάσανε – τόσοι θαλασσοψημένοι να μην ξέρουνε κι εκειός να ξέρει; Δεν πρόκαμε να πιάσει το γιόμα και σκώθηκε το κύμα ίσα με το καμπαναριό τση εκκλησάς. Απάνω τους κατουριστήκανε, με το συμπάθιο. Απάγκιο πουθενά, είπανε πάνε χαμένοι και πιάσανε να ασπάζονται για χαιρετισμό. Πάει το παιδί στο τιμόνι, μπατάρει το καράβι κόντρα στον καιρό, το περνάει κοντά στα βράχια, το τρυπώνει σε λιμανάκι που μόνο οι ντόπιοι το γνωρίζανε και το σώνει.
Πέσανε οι κουρσάροι στα ποδάρια του, χρυσό τον κάμανε. Το μόνο που γύρεψε, ήτο η γυναίκα που ήτανε ιστορημένη στην πλώρη. Πάρε φλουριά, πάρε το καπετανιλίκι, τίποτα. Εγώ αυτό θέλω. Τι να κάμουνε, το ξηλώσανε. Μόλις το απιθώνουνε κάτου, περιστέρα μαλαματένια γένεται η γυναίκα και δίνει φτερό, μην την είδατε. Χειροδοτιόντανε από το φόβο τους, το παιδί δε ‘στάθη καθόλου. Πήρε δρόμο κατά και που ‘καμε το πουλί. Αντάμα και το στοιχειό.
Βγήκε στο δρόμο τον καμπίσο το παλικάρι, όπως του το ‘χε ειπωμένο η γυναίκα του ότι ευτού θα τήνε ψάξει μετά το γιαλό. Αγόρασε στεριανά ρούχα και ποδήματα, ένα ραβδί να πηαίνει. Πέρασε χωριά και χώρες, πήγε ποδαράτο από τις Σιδερένιες στσι Χάλκινες Πόρτες που λέει ο λόος, φτάνει σε μια πολιτεία μεγάλη, έκατσε σε μια εκκλησά στο κατώφλι να ξαποστάσει. Έρχεται ένας διάκος και του λέει τα φαγιά δεν είναι έτοιμα. Ήτο, να δείτε, Πρώτη του Χρόνου και δεν το ‘χε πάρει χαμπάρι το παιδί. Και στσι πολιτείες δε δίνουνε αλεύρι και κρέας στσου φτωχούς που δίνουμε εδώ, κάθονται και τσου μαερεύουν και τσου καλούνε να κάμουνε ούλοι αντάμα βεγγέρα. Σκώνεται το παιδί να πάρει πάλε το δρόμο του, απάνου στο μινούτο έρχεται η μαλαματένια περιστέρα και μπαίνει από τση εκκλησάς την πόρτα και πάει και κουρνιάζει στο τέμπλο απάνω, καρσί σ’ έναν θαλασσαϊτό μπρούτζινο που κράταε μια καδένα στο στόμα και στην άκρια τση καδένας είχε ένα καντήλι.
«Να τόνε κατεβάσω;», είπε ο υπερέτης – το στοιχειό, σα να λέμε.
Το παιδί μήτε και κατεδέχτηκε να απαντήσει. Μονάχα έβγαλε από το ζωνάρι του κι έδωσε μια χούφτα χάλκινα για το φαΐ του φτωχόνε. Ανασκουμπώθηκε, πήε κοντά στο διάκο να βοηθήσει με το ζύμωμα και το φούρνισμα. Και πιο πολύ με τα ψαρικά, που δεν ξέρανε να τα κάμουνε σ’ εκείνο τον τόπο να μη χάσουν τη γέψη τους στο βράσιμο. Δεν πήρε ανάσα το παιδί ώσπου απόφαε κι ο στερνός στην καλέστρα.
Ύστερα έμεινε στην εκκλησά, εκοιμότανε στο πάτωμα, συγύριζε, χτύπαε την καμπάνα, έσβηε τα κεριά που παρακαιόντανε. Πληρωμή δε ζήταε, μονάχος του έπαιρνε κι έτρωε και τάιζε και το στοιχειό. Άμα περάσανε τέσσερα φεγγάρια, τόνε ξεμονάχιασε ο πρωτόπαπας και τόνε ρώτησε:
«Εσύ κάποιο τάμα θα ‘χεις. Για πες μου ποιο είναι, να σε βοηθήσω».
«Θέλω να αλλάξω όλα τα καντήλια για την ψυχή του πατέρα μου», είπε το παιδί.
Αφού του δώκανε την άδεια, άρχισε και κρέμαγε τα καινούρια που αγόρασε. Τελευταίο άφηκε εκειό που είχε ο αϊτός στο στόμα. Μόλις τον ξεστέλιωσε, ζωντάνεψε μες τα χέρια του κι έδωκε φτερό. Ίσα και πρόλαβε το παιδί να πιαστεί από την καδένα που την είχε ακόμα στο στόμα το πουλί. Ο αϊτός ήτο τόσο δυνατός που τόνε σήκωσε και τον πήρε μαζί. Πίσω η περιστέρα, πίσω και το στοιχειό, αλλαξομορφισμένο σε κουρούνα. Πετάανε, πετάανε, είπε το παιδί θα πέσει και θα γίνει μπουκούνια και βαστιότανε όπως μπόρουνε. Περάσανε πάνω από τον Άβυθο, προβάλανε τα βουνά, εδεκεί πήε και το απίθωσε ο αϊτός το παιδί και μετά έφυε αντάμα και φιλιωμένος με την περιστέρα – θάμα που δεν ξανάγινε.
Τι να κάμει το παιδί, είπε πως κοντεύει πια, αφού είχε περάσει το γιαλό και τον κάμπο, στου βουνού τη ράχη απόμενε να ψάξει τη νύφη πού ‘χε χάσει. Πήρε το στρατί κατά κει που ‘χε δει να πηαίνουνε τα πουλιά. Από λόγγο σε λόγγο, από βουνί σε βουνί, με το στοιχειό ξοπίσω. Είχε πάρει εκειό πάλι τη σκυλίσα τη μουτσούνα και το κόκκινο το πετσί που ‘χε στην αρχή. Όποτε φτάνανε σε βατσουνιές, σε νερό τρεχούμενο, σε τόπο δύσκολο να διαβούνε, έλεε το στοιχειό:
«Να δώσω μια να φτάσουμε αντίκρυ;»
«Να κάτσεις ευτού που ‘σαι», έλεε το παιδί.
Ώσπου βρήκανε μια σγούμπα γυμνή κι απάνου-απάνου ένα δεντρί μαύρο. Στα κλωνιά είχανε κουρνιάσει η περιστέρα κι ο αϊτός, στα ριζά στεκούτανε η γυναίκα του παιδιού μαρμαρωμένη. Την έπιασε από το χέρι και τση \λεγε:
«Σήκω ψυχή μου να πάμε στο σπίτι μας, να πάμε στην κάμαρή μας, να πάμε στο κρεβάτι μας να πλαγιάσουμε. Σήκω τζόγια μου».
Μήτε φωνή, μήτε ακρόαση.
«Να τη ζωντανέψω;» λέει το στοιχειό.
Παρολίγο και θα λιποψύχαε το παιδί, μα θυμήθηκε το πάθημά του και το δρόμο που είχε κάμει και βάστηξε. Έκατσε στον τόπο εκειό και κοιμήθηκε το βράδυ. Το άλλο πρωί, πάλι τα ίδια.
«Σήκω ψυχή μου να πάμε στο σπίτι μας, να πάμε στην κάμαρή μας, να πάμε στο κρεβάτι μας να πλαγιάσουμε. Σήκω τζόγια μου».
Μήτε φωνή, μήτε ακρόαση.
«Να τη ζωντανέψω;»
Δεν του ‘δωκε σημασία του στοιχειού.
Να μην τα πολυλοούμε, η ίδια δουλειά σαράντα μέρες.
«Δεν εκουράστηκες ακόμα;» λέει το στοιχειό.
«Όχι σαράντα μέρες, τέσσερα φεγγάρια και δε θα κουραστώ».
«Εδώ είμαστε και να σε γλέπω».
Περνάει το δεύτερο φεγγάρι, περνάει το τρίτο, τέλειωνε και το στερνό εκείνη τη μέρα. Το μαύρο δεντρί είχε πιάσει να μπουμπουκιάζει και κοντεύανε να ανοίξουνε μαύρα άνθια. Τα σκουτιά του παιδιού είχενε λιώσει πια, τα γένια του είχενε γίνει τουλούπα, είχε ρέψει από την κακουχία. Άνοιξε το στόμα του να ζητήσει βοήθεια από το στοιχειό, μα καθάρισε ο νους του. Ήρτε γλέπετε η ευκή που του ‘χε δώκει η νόνα του τόμου βγήκε και ψάρεψε τη θυατέρα. Έπιασε το ίδιο τροπάριο:
«Σήκω ψυχή μου να πάμε στο σπίτι μας, να πάμε στην κάμαρή μας, να πάμε στο κρεβάτι μας να πλαγιάσουμε. Σήκω τζόγια μου».
Μήτε φωνή, μήτε ακρόαση.
«Να τη ζωντανέψω;» λέει το στοιχειό.
«Να κάτσεις ευτού που είσαι».
Μόλις το λέει, απ’ το κακό του που δεν ημπόρεσε να βάλει το παιδί σε πειρασμό, κρεπάρισε το στοιχειό και στον τόπο του έμεινε ένα ξανθό παλικάρι. Το δεντρί το μαύρο μαράγκιασε και φανήκανε δυο σακιά φλουριά στσι ρίζες του. Τα δυο πουλιά γινήκανε μια γυναίκα κι ένας άντρας χαμομεγάλοι. Κι η κοπέλα ζωντάνεψε και αναστέναξε λες και τση είχε φύει ένα βάρος από το στήθος.
Πιάσανε και είπανε στο παιδί το βίο τους, πως ήταν γονέοι και αδρεφός τση θυατέρας οι άλλοι. Και τσου είχε ρίξει σε χρόνους παλαιούς ένας βασιλιάς κατάρα, αφού δεν ηθέλησε να τον πάρει η κοπέλα γαμπρό, τότενες να γίνουν ούλοι πέτρες και σίδερα και στοιχειά και να μαρτυρήσουνε. Κι άμα βρεθεί ένα παιδί με σέστο και υπομονή να την αγαπήσει την κοπέλα, να τήνε χάσει και να τήνε γυρέψει για ένα χρόνο και μια μέρα σε ούλη την Πάραλο, τότενες να λυθούνε ούλες οι κατάρες στου βασιλιά το μνήμα απάνου. Αλλιώς, άμα δε βρισκότανε τέτοιο παλικάρι άξο, να χαθεί κι εκειό, να χαθούνε κι ούλοι τους, γονέοι και παιδιά.
Πήρανε τα φλουριά του βασιλιά, γυρίσανε πίσω στο χωριό, βρήκανε του παιδιού τη νόνα και στα υστερνά της έγινε κι ευτείνη αρχόντισσα στην πολιτεία. Στήσανε ένα παλάτι και κάμανε τσούρμο παιδιά, να μπαρκάρεις καράβι που λέει ο λόος. Και τα καλά που είδανε, να τα ειδήτε κι εσείς.
Ο ψαράς κι η θυατέρα η μαρμάρινη
Τα παλιά τα χρόνια – σα να λέμε τόμου του Παπά ο Πλάτανος ήτο λιανός και μπόρουνε ένα γερό παλικάρι να τόνε αγκαλιάσει γύρω-τροΰρω – είχε κάμει μια μεγάλη φουρτούνα και πήανε σούμπιτα τα μισά καΐκια κι οι μισές βάρκες του χωριού. Ένας από τσου ψαράδες που πνιήκανε, χήρος ήτο, άφηκε πίσω τη μάνα του και το γιο του μονάχους.
Μπάλωνε η γριά δίχτυα, πήαινε το παιδί βοήθαγε σε αλλουνούς καραβοκυραίους, κάπως τήνε κουτσοβγάνανε. Έξοδα δεν κάνανε, μια παλιά βράκα χιλιομπαλωμένη φόραε το παιδί, μια φουστάνα μαύρη χιλιοτριμμένη η νόνα του, και τσου γελάανε οι ανέμυαλοι. Α μα με τα πολλά μαζώξανε δυο φούχτες χάλκινα και κάμανε καινούρια βάρκα, να τη δουλεύει το παλικάρι ατό του.
Αγαντάρει μια μέρα, μήτε σπάρος στα δίχτυα. Αγαντάρει δεύτερη, μήτε γόπα. Ένα φεγγάρι πέρασε, καθημερνώς με το κοφίνι αδειανό και μουσκλωμένος γύρναε στη νόνα του. Α δεν ήτανε τα αρμυρίκια και τα λάχανα που μάζευε η γριά κι έβραζε, νηστικοί θα μένανε. Το αρμάρι τους αδειανό, μέρμηγκας στο σπίτι τους ψόφαε από την πείνα. Ψιχί δε βρισκότανε.
Ώσπου σκάθηκε την ψυχή του το παιδί και είπε τση γριάς:
«Νόνα, α δώσει και γυρίσω και σήμερα με αδειανά χέρια, πα να πει δε μας θέλει η θάλασσα. Αμώνω να τη δώσω τη βάρκα κοψοχρονίς και θα πάρουμε των ομματιών μας να πάμε σ’ ένα καμπίσο μέρος».
«Αφού είπες τέτοιο λόο, παιδί μου, δεν έχει τώρα να κάμεις πίσω», τον ορμήνεψε η γριά. «Διάβε με την ευκή μου κι ό,τι θέλει ας δώσει η κυρα-Θάλασσα».
Αγάνταρε πάλι, αμολάει τα δίχτυα του, πιάνει να τα τραβήξει σαν πέρασε η ώρα, ολότελα αδειανά. Δεύτερη φορά, τα όμοια. Τρίτη; Δε σκωνόντανε από το βάρος! Λες, βάνει με το νου του, να φισκάρανε τόσο πια; Δίνει, τραβάει, ιδρώνει, βάνει αντιστύλι το ποδάρι του, κάτι κατάφερε. Γλέπει και προβάνει ένα κουβάρι φύκια. Πήρε καρδιά, βάνει κι άλλο δύναμη, τραβάει δυο οργιές ακόμα. Τι να δει; Ψάρι μήτε για δείγμα, μονάχα μια θυατέρα μαρμαρένια. Είπε να την αφήσει να πάει πάλι κάτου σούμπιτη, να λασκάρει η μέση του. Έλα που άλλο πράμα δεν είχε πιασμένο, θα γύρναε πίσω με το κοφίνι αδειανό κι ήπρεπε να κρατήσει τον όρκο. Άιντε, λέει, ένα φεγγάρι με καταφρονάει η θάλασσα και δεν τη μούτζωσα. Α έχει να μου δώσει μια τύχη, ετούτη είναι, μ’ αρέσει-δε μ’ αρέσει.
Λες κι αλάφρυνε η πέτρα όπως το ‘βαλε με το νου του να τη βαστήσει, βγήκε η θυατέρα στον αφρό και τη φόρτωσε και δεν έκατσε η βάρκα, είχε και τζόγο. Πιάνει στεριά, δένει, ζαλιγκώνεται το μάρμαρο και λάου-λάου για το χωριό. Το και το, λέει στη νόνα του άμα έφτασε σπίτι του.
«Βάλ’ την ευτού στην άκρη στη ‘στιά κι αύριο γλέπουνε τι θα ξημερώσει, α θα τη δώκουμε πουθενά», είπε η γριά.
Σκωθήκανε αχάραα καθώς το ‘χανε συνήθειο και βρίσκουνε το σπίτι λαμπίκο. Η αυλή ασπρισμένη, το κακάβι χόχλαζε στη φωτιά και μοσκοβόλαε ο τόπος. Η θυατέρα η μαρμαρένια άφαντη. Μια ζωντανή είχε πιάσει το φρόκαλο και πάστρευε, μια έμορφη που την ήγλεπες και αλάλιαζες – ούτε η Γλυκερία του φούρναρη, σα να λέμε.
«Καλημέρα νόνα, καλημέρα άντρα», τσοι καλοδέχτηκε.
Τρίβανε τα μάτια τους.
«Πού βρεθήκανε τόσα πράματα;»
«Η προίκα μου», αποκρίθηκε.
Τι να τα πολυλοούμε, ως τ’ απόγεμα είπανε το γάμο στον κόσμο, ως την άλλη μέρα τόνε κάμανε με παπά. Κρυφά από τη γριά, η γυναικά έπιασε τον άντρα και του ‘πε, έτσι κι απλώσει χέρι απάνω της και δεν έχει ένας χρόνος περασμένος και μια μέρα ακόμα, πάει. Τη χάνει και θέλει να τη γυρέψει σε γιαλό και σε κάμπο και στου βουνού τη ράχη για να την ξανάβρει.
Πέρνα ο καιρός, οι γλωσσούδες είχανε και λέανε που δεν έπιανε παιδί η νύφη – τι; λες να μην είχενε κουτσομπόλες στο χωριό τότενες; – μα περνάανε ζωή χαρισάμενη οι τρεις τους. Προκομμένη η κοπέλα, όλα στο σπίτι ήτονε στην τρίχα, τη γριά δεν την άφηνε να σκώνεται από την καθίκλα της, νερό με το μπικιόνι τση πήαινε στο χέρι. Προλάβαινε να μπαλώνει και τα δίχτυα, που από κείνη τη μέρα όλο βαριά βγαίνανε, τόσο που φίσκαρε το κοφίνι καθημερνώς, πήρε και δεύτερο το παιδί, και πάλι περσεύανε ψάρια και τα ‘ριχτε πίσω στο νερό. Κι απ’ την καλή οικονομία που ‘κανε η νύφη, μαέρευε όλο από την προίκα που ‘χε στα αρμάρια και στην αγορά πάαινε μια στο τόσο μονάχα. Όλα καλά. Μήτε η γριά δεν τόλμαε να γκρινιάξει, που δεν είχε αγγόνι να βγάλει το όνομα του αντρός της.
Σαν πέρασε ο χρόνος κι η μέρα, κι έφτασε η ώρα να πέσουνε αντάμα στο κρεβάτι που είχε ξομείνει με τα νυφιάτικα τα στρωσίδια, τήνε πήρε από το χέρι το παιδί να τήνε πάει. Και μόλις γκιούξανε τα δαχτύλια τους, μπουφ! Αμπούρα γίνηκε η νύφη και χάθηκε. Πιάνει να ψάξει το παιδί, δεν τη βρίσκει πουθενά στο χωριό. Τα βαλε κάτου, ρώτησε και τον παπά και βρήκε πως είχενε κάμει λάθος οι καψεροί. Ήτο δίσεχτος ο χρόνος και ήθελε κι άλλη μιαν ημέρα αποπάνου για να περάσει!
Η γριά βάραγε τα στήθια της κι έβγαλε το μαντήλι της λες κι είχε πένθος. Δική της θυατέρα να ‘τανε, λιγότερο θα την έκλαιε. Το παιδί δεν έκατσε να μοιρολογάει. Πήρε μια καινούρια βράκα, καινούριο γελέκο, καινούρια ποδήματα – τόσο βιος που ‘χανε μαζώξει πια, δεν ήτανε έξοδο – έβαλε κάμποσα φλουριά στο ζωνάρι του και πήρε το στρατί να τήνε γυρέψει πρώτα στο γιαλό, που τον είχε ορμηνεμένο.
Ένα βράδυ τον ηύρε νύχτα στην άμμο κι άναψε φωτιά με ξύλα που ‘χε ξεβράσει το κύμα. Γλέπει σε λίγο κι έρχεται να ζεσταθεί ένας άνθρωπος με σκυλίσο κεφάλι και κόκκινο πετσί, στοιχειό σα να λέμε. Λούφαξε το παιδί, δε μίλησε καθόλου. Μονάχα κρυφοκοίταζε που το στοιχείο είχε πατήσει ένα αγκάθι και δε μπόρουνε να το βγάλει από το ποδάρι του γιατί σκαινότανε το αίμα. Χα μία, χα δύο, στο τέλος δεν κρατήθηκε το παιδί, απλώνει το χέρι και τραβάει το αγκάθι. Πετάγεται το στοιχειό όρθιο.
«Ευχαριστώ, αδρεφέ μου! Τέτοιο καλό που μου ‘καμες, πώς να στο ξεπλερώσω; Ζήτα μια χάρη. Ό,τι θέλεις, όσο μεγάλο, είναι στη δύναμή μου».
Το παιδί ήτανε ακόμα λαμπαγμένο και είπε δεν ήθελε τίποτα. Ξαναρώτηξε το στοιχειό, πάλι όχι. Μωρέ καλέ, μωρέ κακέ, δεν κατάφερε να του πάρει κουβέντα του παιδιού. Ώσπου στο τέλος λέει το στοιχειό:
«Μπράβο… Τρακόσια χρόνια πειράζω τσου ανθρώπους που ανταμώνω σ’ ετούτο τον τόπο. Ούλοι ζητάνε φλουριά και οφίτσια πλερωμή σε τόσο δα καλό που μου κάνουνε και παίρνω εξουσία και τσου τρώω για την πλεονεξία τους. Εσύ δεν είσαι τέτοιος. Να δω τι άνθρωπος είσαι, θα σε πάρω από κοντά».
Και ζαρώνει και γίνεται ένας καμπούρης και μαυροτσούκαλος γέροντας. Κι όπου πήαινε το παιδί, αποπίσω το στοιχειό να λέει πως είναι υπερέτης του. Τέλος πάντων, φτάνουνε σε ένα νησόπουλο που ήτανε δεμένα κουρσάρικα καράβια. Στο πιο μεγάλο, στην πλώρη απάνω, είχε ιστορημένη σε ξύλο μια θυατέρα σαν τη γυναίκα τη δική του, μα μήτε κι όμοια τελείως. Σαν πιο μεγαλωμένη.
«Τι θέλεις;» ρωτάει το στοιχειό που τον είδε και την καλοκοίταζε. «Να στην κατεβάσω;»
Το παιδί είχε καεί μια φορά από τη βιάση του, δεν τόλμαε να ξαναπάθει κάζο. Δυο σάλτα στη σανίδα, ανέβηκε στο μπάρκο το μεγάλο. Σύρανε μαχαίρες οι κουρσάροι να τόνε κάμουνε μελίδια, μα δε φάνηκε ντιπ σκιαγμένος. Το είδε ο καπετάνιος, το εχτίμησε και τον πήρε κοντά του. Τέσσερα φεγγάρια σαλπάρανε και χτυπάγανε περατινά μπάρκα. Το παιδί καθάριζε, ψάρευε, έστηνε το κακάβι, έλεε ιστορίες και τον βάλανε στην καρδιά τους οι ναύτες. Και το στοιχειό από κοντά.
Μια μέρα αρμενίζανε κοντά στο χωριό του που τα ήξερε τα νερά και τσου είπε ο καιρός θα είναι άσκημος, μα τόνε αναγελάσανε – τόσοι θαλασσοψημένοι να μην ξέρουνε κι εκειός να ξέρει; Δεν πρόκαμε να πιάσει το γιόμα και σκώθηκε το κύμα ίσα με το καμπαναριό τση εκκλησάς. Απάνω τους κατουριστήκανε, με το συμπάθιο. Απάγκιο πουθενά, είπανε πάνε χαμένοι και πιάσανε να ασπάζονται για χαιρετισμό. Πάει το παιδί στο τιμόνι, μπατάρει το καράβι κόντρα στον καιρό, το περνάει κοντά στα βράχια, το τρυπώνει σε λιμανάκι που μόνο οι ντόπιοι το γνωρίζανε και το σώνει.
Πέσανε οι κουρσάροι στα ποδάρια του, χρυσό τον κάμανε. Το μόνο που γύρεψε, ήτο η γυναίκα που ήτανε ιστορημένη στην πλώρη. Πάρε φλουριά, πάρε το καπετανιλίκι, τίποτα. Εγώ αυτό θέλω. Τι να κάμουνε, το ξηλώσανε. Μόλις το απιθώνουνε κάτου, περιστέρα μαλαματένια γένεται η γυναίκα και δίνει φτερό, μην την είδατε. Χειροδοτιόντανε από το φόβο τους, το παιδί δε ‘στάθη καθόλου. Πήρε δρόμο κατά και που ‘καμε το πουλί. Αντάμα και το στοιχειό.
Βγήκε στο δρόμο τον καμπίσο το παλικάρι, όπως του το ‘χε ειπωμένο η γυναίκα του ότι ευτού θα τήνε ψάξει μετά το γιαλό. Αγόρασε στεριανά ρούχα και ποδήματα, ένα ραβδί να πηαίνει. Πέρασε χωριά και χώρες, πήγε ποδαράτο από τις Σιδερένιες στσι Χάλκινες Πόρτες που λέει ο λόος, φτάνει σε μια πολιτεία μεγάλη, έκατσε σε μια εκκλησά στο κατώφλι να ξαποστάσει. Έρχεται ένας διάκος και του λέει τα φαγιά δεν είναι έτοιμα. Ήτο, να δείτε, Πρώτη του Χρόνου και δεν το ‘χε πάρει χαμπάρι το παιδί. Και στσι πολιτείες δε δίνουνε αλεύρι και κρέας στσου φτωχούς που δίνουμε εδώ, κάθονται και τσου μαερεύουν και τσου καλούνε να κάμουνε ούλοι αντάμα βεγγέρα. Σκώνεται το παιδί να πάρει πάλε το δρόμο του, απάνου στο μινούτο έρχεται η μαλαματένια περιστέρα και μπαίνει από τση εκκλησάς την πόρτα και πάει και κουρνιάζει στο τέμπλο απάνω, καρσί σ’ έναν θαλασσαϊτό μπρούτζινο που κράταε μια καδένα στο στόμα και στην άκρια τση καδένας είχε ένα καντήλι.
«Να τόνε κατεβάσω;», είπε ο υπερέτης – το στοιχειό, σα να λέμε.
Το παιδί μήτε και κατεδέχτηκε να απαντήσει. Μονάχα έβγαλε από το ζωνάρι του κι έδωσε μια χούφτα χάλκινα για το φαΐ του φτωχόνε. Ανασκουμπώθηκε, πήε κοντά στο διάκο να βοηθήσει με το ζύμωμα και το φούρνισμα. Και πιο πολύ με τα ψαρικά, που δεν ξέρανε να τα κάμουνε σ’ εκείνο τον τόπο να μη χάσουν τη γέψη τους στο βράσιμο. Δεν πήρε ανάσα το παιδί ώσπου απόφαε κι ο στερνός στην καλέστρα.
Ύστερα έμεινε στην εκκλησά, εκοιμότανε στο πάτωμα, συγύριζε, χτύπαε την καμπάνα, έσβηε τα κεριά που παρακαιόντανε. Πληρωμή δε ζήταε, μονάχος του έπαιρνε κι έτρωε και τάιζε και το στοιχειό. Άμα περάσανε τέσσερα φεγγάρια, τόνε ξεμονάχιασε ο πρωτόπαπας και τόνε ρώτησε:
«Εσύ κάποιο τάμα θα ‘χεις. Για πες μου ποιο είναι, να σε βοηθήσω».
«Θέλω να αλλάξω όλα τα καντήλια για την ψυχή του πατέρα μου», είπε το παιδί.
Αφού του δώκανε την άδεια, άρχισε και κρέμαγε τα καινούρια που αγόρασε. Τελευταίο άφηκε εκειό που είχε ο αϊτός στο στόμα. Μόλις τον ξεστέλιωσε, ζωντάνεψε μες τα χέρια του κι έδωκε φτερό. Ίσα και πρόλαβε το παιδί να πιαστεί από την καδένα που την είχε ακόμα στο στόμα το πουλί. Ο αϊτός ήτο τόσο δυνατός που τόνε σήκωσε και τον πήρε μαζί. Πίσω η περιστέρα, πίσω και το στοιχειό, αλλαξομορφισμένο σε κουρούνα. Πετάανε, πετάανε, είπε το παιδί θα πέσει και θα γίνει μπουκούνια και βαστιότανε όπως μπόρουνε. Περάσανε πάνω από τον Άβυθο, προβάλανε τα βουνά, εδεκεί πήε και το απίθωσε ο αϊτός το παιδί και μετά έφυε αντάμα και φιλιωμένος με την περιστέρα – θάμα που δεν ξανάγινε.
Τι να κάμει το παιδί, είπε πως κοντεύει πια, αφού είχε περάσει το γιαλό και τον κάμπο, στου βουνού τη ράχη απόμενε να ψάξει τη νύφη πού ‘χε χάσει. Πήρε το στρατί κατά κει που ‘χε δει να πηαίνουνε τα πουλιά. Από λόγγο σε λόγγο, από βουνί σε βουνί, με το στοιχειό ξοπίσω. Είχε πάρει εκειό πάλι τη σκυλίσα τη μουτσούνα και το κόκκινο το πετσί που ‘χε στην αρχή. Όποτε φτάνανε σε βατσουνιές, σε νερό τρεχούμενο, σε τόπο δύσκολο να διαβούνε, έλεε το στοιχειό:
«Να δώσω μια να φτάσουμε αντίκρυ;»
«Να κάτσεις ευτού που ‘σαι», έλεε το παιδί.
Ώσπου βρήκανε μια σγούμπα γυμνή κι απάνου-απάνου ένα δεντρί μαύρο. Στα κλωνιά είχανε κουρνιάσει η περιστέρα κι ο αϊτός, στα ριζά στεκούτανε η γυναίκα του παιδιού μαρμαρωμένη. Την έπιασε από το χέρι και τση \λεγε:
«Σήκω ψυχή μου να πάμε στο σπίτι μας, να πάμε στην κάμαρή μας, να πάμε στο κρεβάτι μας να πλαγιάσουμε. Σήκω τζόγια μου».
Μήτε φωνή, μήτε ακρόαση.
«Να τη ζωντανέψω;» λέει το στοιχειό.
Παρολίγο και θα λιποψύχαε το παιδί, μα θυμήθηκε το πάθημά του και το δρόμο που είχε κάμει και βάστηξε. Έκατσε στον τόπο εκειό και κοιμήθηκε το βράδυ. Το άλλο πρωί, πάλι τα ίδια.
«Σήκω ψυχή μου να πάμε στο σπίτι μας, να πάμε στην κάμαρή μας, να πάμε στο κρεβάτι μας να πλαγιάσουμε. Σήκω τζόγια μου».
Μήτε φωνή, μήτε ακρόαση.
«Να τη ζωντανέψω;»
Δεν του ‘δωκε σημασία του στοιχειού.
Να μην τα πολυλοούμε, η ίδια δουλειά σαράντα μέρες.
«Δεν εκουράστηκες ακόμα;» λέει το στοιχειό.
«Όχι σαράντα μέρες, τέσσερα φεγγάρια και δε θα κουραστώ».
«Εδώ είμαστε και να σε γλέπω».
Περνάει το δεύτερο φεγγάρι, περνάει το τρίτο, τέλειωνε και το στερνό εκείνη τη μέρα. Το μαύρο δεντρί είχε πιάσει να μπουμπουκιάζει και κοντεύανε να ανοίξουνε μαύρα άνθια. Τα σκουτιά του παιδιού είχενε λιώσει πια, τα γένια του είχενε γίνει τουλούπα, είχε ρέψει από την κακουχία. Άνοιξε το στόμα του να ζητήσει βοήθεια από το στοιχειό, μα καθάρισε ο νους του. Ήρτε γλέπετε η ευκή που του ‘χε δώκει η νόνα του τόμου βγήκε και ψάρεψε τη θυατέρα. Έπιασε το ίδιο τροπάριο:
«Σήκω ψυχή μου να πάμε στο σπίτι μας, να πάμε στην κάμαρή μας, να πάμε στο κρεβάτι μας να πλαγιάσουμε. Σήκω τζόγια μου».
Μήτε φωνή, μήτε ακρόαση.
«Να τη ζωντανέψω;» λέει το στοιχειό.
«Να κάτσεις ευτού που είσαι».
Μόλις το λέει, απ’ το κακό του που δεν ημπόρεσε να βάλει το παιδί σε πειρασμό, κρεπάρισε το στοιχειό και στον τόπο του έμεινε ένα ξανθό παλικάρι. Το δεντρί το μαύρο μαράγκιασε και φανήκανε δυο σακιά φλουριά στσι ρίζες του. Τα δυο πουλιά γινήκανε μια γυναίκα κι ένας άντρας χαμομεγάλοι. Κι η κοπέλα ζωντάνεψε και αναστέναξε λες και τση είχε φύει ένα βάρος από το στήθος.
Πιάσανε και είπανε στο παιδί το βίο τους, πως ήταν γονέοι και αδρεφός τση θυατέρας οι άλλοι. Και τσου είχε ρίξει σε χρόνους παλαιούς ένας βασιλιάς κατάρα, αφού δεν ηθέλησε να τον πάρει η κοπέλα γαμπρό, τότενες να γίνουν ούλοι πέτρες και σίδερα και στοιχειά και να μαρτυρήσουνε. Κι άμα βρεθεί ένα παιδί με σέστο και υπομονή να την αγαπήσει την κοπέλα, να τήνε χάσει και να τήνε γυρέψει για ένα χρόνο και μια μέρα σε ούλη την Πάραλο, τότενες να λυθούνε ούλες οι κατάρες στου βασιλιά το μνήμα απάνου. Αλλιώς, άμα δε βρισκότανε τέτοιο παλικάρι άξο, να χαθεί κι εκειό, να χαθούνε κι ούλοι τους, γονέοι και παιδιά.
Πήρανε τα φλουριά του βασιλιά, γυρίσανε πίσω στο χωριό, βρήκανε του παιδιού τη νόνα και στα υστερνά της έγινε κι ευτείνη αρχόντισσα στην πολιτεία. Στήσανε ένα παλάτι και κάμανε τσούρμο παιδιά, να μπαρκάρεις καράβι που λέει ο λόος. Και τα καλά που είδανε, να τα ειδήτε κι εσείς.
Τρίτη 4 Αυγούστου 2009
Οι Περιφέρειες - Χαρεόπολης
Οι περισσότεροι Χαρεοπολίτες ανήκουν στο αυστηρό θρησκευτικό κίνημα των Αγνών που παρουσιάστηκε στη Βασιλεία Αιγλωέων πριν λίγα χρόνια και ξεκίνησε από την περιοχή τους. Από τα παραμύθια, το ενδιαφέρον τους έχει πλέον μετακινηθεί στις παραβολές.
Η παραβολή του φαύλου ποιμένα
Είναι ένας νεαρός ποιμένας που αρέσκεται να ψεύδεται σε όλους, να καταστρέφει τα εύθραυστα και να ταλανίζει τους αδύναμους. Λέει πως διασκεδάζει με την οργή, τη σύγχυση και την οδύνη των άλλων. Πως ηδύνεται να είναι ο υπαίτιος και να μη συλλαμβάνεται.
Μια εσπέρα θερινή, μισοκοιμισμένος κάτω από τη δροσερή σκιά πλατάνου, ακούει βήματα στην όχθη του ποταμού. Θορυβημένος, σηκώνεται και παίρνει αμυντική στάση. Αντικρίζει έναν άντρα με ευχάριστη όψη και λευκή ενδυμασία, με άδεια χέρια και δίχως καμιά αποσκευή.
«Καλώς ανταμώσαμε», λέει ο ξένος. «Ακολούθησέ με να δεις πράγματα θαυμαστά».
Ο ποιμένας, περισσότερο υπηρέτης της περιέργειάς του παρά της ευθύνης για το ποίμνιο, ανταποκρίνεται. Μπαίνουν στο δάσος, ακολουθούν πολύστροφο μονοπάτι μέσα στο σκοτάδι που δε δυσχεραίνει την πορεία του επισκέπτη και φτάνουν σε τόπο όπου τα κλαδιά είναι μπλεγμένα σε συμπαγή θόλο και δεν ξεχωρίζει σελήνη, άστρο ή θάμπος του στερεώματος.
Ο λευκοχίτωνας παραμερίζει τις βάτους πλησίον πηγής που κατεβαίνει παγωμένη από τα όρη. Φανερώνει χάλκινους πρασινισμένους κρίκους πάνω σε μαρμάρινη πλάκα και προστάζει τον ποιμένα να τους τραβήξει. Αυτός δεν αρέσκεται να καταπονεί το σώμα του αλλά έχει φλογιστεί ο νους του από την αναμονή θεαμάτων και δε νιώθει κόπωση, πόνο ή πείνα.
Αποκαλύπτεται άνοιγμα ερεβώδες και αραχνιασμένο κάτω από το μάρμαρο κι ο ξένος κατεβαίνει ευθύς, ξάφνου σε κάθε χέρι του πυρσός που καίει. Ο ποιμένας ακολουθεί. Μετράει χίλια σκαλιά λαξευτά, εκατό βήματα σε στοά υγρή και δέκα κτιστές αψίδες. Φτάνουν σε σπήλαιο ανέγγιχτο από ανθρώπινο χέρι και τους φράζει το δρόμο ποταμός. Αναμένουν ώσπου φτάνει βαρκάρης πεπλοφόρος και τους μεταφέρει απέναντι, πληρωμένος δυο νομίσματα μολυβένια από τον ξένο.
Ο ποιμένας αρχίζει να δυσανασχετεί από την παράταση της αναμονής και διαμαρτύρεται. Ο λευκοχίτωνας σύρει αθέατο παραπέτασμα και του αποκαλύπτει διάδρομο με εσοχές, κάθε μία με το δικό της αναμμένο λύχνο, άλλοι φωτεινοί και άλλοι έτοιμοι να σβήσουν. Ο ξένος προστάζει τον ποιμένα να αναμείνει εκεί.
Ο ποιμένας ανήσυχος περιδιαβαίνει τον χώρο. Φυσά ένα λυχνάρι και το σβήνει. Νιώθει μια στιγμιαία ευχαρίστηση και σπεύδει να το επαναλάβει. Σαλιώνει το δάχτυλό του και συμπιέζει φυτίλια. Ανικανοποίητος ακόμη, αρχίζει να πετάει γυάλινους και πήλινους λύχνους στο δάπεδο για να σπάσουν, αδειάζει τους μεταλλικούς, ηδύνεται με το έλαιο που φλέγεται όλο μαζί.
Εν καιρώ, αρχίζει να βρίσκει ανιαρή τη διαδικασία και σταματά. Αμέσως, ο ξένος επιστρέφει στο πλευρό του και συνεχίζουν την πορεία τους. Σύντομα ο ποιμένας διαμαρτύρεται ξανά και ο λευκοχίτωνας σύρει έτερο αθέατο παραπέτασμα, αποκαλύπτοντας δυο ερμάρια και αποχωρεί. Ο ποιμένας χωρίς δισταγμό αρχίζει να ερευνά. Το εκ δεξιών ερμάρι είναι γεμάτο μικρά κουτιά που φέρουν άνθρακες, λερά ράκη και σαπισμένους καρπούς. Το εξ ευωνύμων ερμάρι περιέχει λίγες χούφτες στολίδια από ήλεκτρο, χρυσό και ελεφαντοστό, ατάκτως ερριμμένα.
Αρχίζει να γεμίζει το βαλάντιό του. Παίρνει όσα πολύτιμα αντικείμενα μπορεί και τα επίλοιπα τα μεταφέρει και τα πετά από μοχθηρία στα κουτιά του άλλου ερμαριού, να χαθούν, να λερωθούν και να φθαρούν. Ευχαριστημένος από την έμπνευσή του, κλείνει τα ερμάρια ώστε να φαίνονται ανέγγιχτα.
Ο ξένος επιστρέφει αμίλητος και ξεκινούν πάλι την υπόγεια πορεία τους. Δεν κάνουν μήτε δέκα βήματα κι ο ποιμένας ανοίγει το στόμα του να δηλώσει δυσαρεστημένος. Ο επισκέπτης, πριν αποχωρήσει προσωρινά, σύρει τρίτο αθέατο παραπέτασμα, διπλό, προς αίθουσα με κλωβούς πλήρεις θηρίων εξωτικών, ημέρων και αγρίων.
Μόνος ο ποιμένας, αρχίζει να σείει τις σιδερένιες ράβδους που τον χωρίζουν από τα ζώα και τα πτηνά, να θέτει σε χρήση τα φραγγέλια και τις βέργες που βρίσκονται στο χώρο. Τρομοκρατεί, εξαγριώνει και τραυματίζει, μετατρέποντας την αίθουσα σε ωδείο βρυγμού και οδυρμού. Δεν αφήνει κανένα πλάσμα σε ηρεμία, οχλώντας όποιο σιωπεί. Σταματά από κόπωση σωματική κι όχι πνευματική.
Και πάλι ο ξένος επιστρέφει εγκαίρως, αυτή τη φορά είναι αδύνατο να προσποιηθεί πως δεν κατανοεί τι συνέβη όσο απουσίαζε. Μορφάζει με δυσαρέσκεια μα δεν ομιλεί. Νεύει να τον ακολουθήσει ο ποιμένας. Πιο πέρα, αναμένει γραία μαυροφορούσα και ερωτά το όνομα του ποιμένα. Αυτός, φοβούμενος πως συνάντησε κάποιον από τους κατοίκους του τόπου κι ότι αν πει την αλήθεια θα μπορέσουν αργότερα να τον εντοπίσουν και να τον τιμωρήσουν για όσα έκανε εκεί, δηλώνει όνομα ξένο, που να ανήκει σε ένα άλλο νέο του χωριού του, λειψό στο νου, πολλάκις θύμα του.
Συνεχίζοντας το δρόμο τους, διασταυρώνονται εκ νέου με τον ποταμό, τους διεκπεραιώνει ο πεπλοφόρος πορθμέας επί πληρωμή, διασχίζουν δέκα κτιστές αψίδες, εκατό βήματα σε υγρή στοά υγρή, ανέρχονται χίλια σκαλιά λαξευτά, ο ξένος σβήνει τους πυρσούς και ο ποιμένας τοποθετεί τη μαρμάρινη πλάκα στη θέση της.
Η επιστροφή στο ποίμνιο είναι σύντομη, το μονοπάτι ευθύ και βραχύ.
«Αυτά ήταν τα θαυμαστά;» ωρύεται ο νεανίας. «Λύχνοι και ερμάρια και κλωβοί;»
«Ο πρόθυμος βιώνει θαύματα και στην απλούστερη στιγμή», απαντά γαλήνιος ο ξένος. «Οι λύχνοι ήταν οι βίοι των οικείων σου, ανθρώπων και μη, που τερματίζουν όταν σωθεί το έλαιο».
Ο χώρος φωτίζεται και αποκαλύπτονται όλοι οι αμνοί του ποιμνίου νεκροί και ο ποιμένας γοεί γόο μεγάλο, σκεπτόμενος την οικογένειά του.
«Στο εξ ευωνύμων ερμάρι φυλάσσονται για να σε κοσμήσουν οι δίκαιες πράξεις σου», λέγει ο ξένος, «ενώ στο εκ δεξιών φυλάσσονται τα σφάλματά σου, δια να ζυγιστούν τα μεν με τα δε όταν έλθει η ώρα».
Ο ποιμένας αδειάζει το βαλάντιό του απελπισμένος και βρίσκει μόνο σκώληκες, λύθρο και πυρίτες λίθους.
«Τα θηρία και τα πτηνά στους κλωβούς είναι οι κοιμισμένες συνειδήσεις των γειτόνων σου», λέγει ο ξένος, «που μπορείς να τις αφυπνίσεις για να αναγνωρίσουν την κρυφή αξία σου ή την κρυφή αναξιότητά σου».
Από την άλλη όχθη ακούγεται φωνές και φαίνονται φλόγες, πλήθος ερχόμενο, οι χωριανοί που έχουν ανακαλύψει όλα τα ψεύδη και τα κρίματα του ποιμένα και σπεύδουν να τον υποβάλλουν σε τιμωρία ανάλογή τους. Ριγεί και τα δόντια του τρίζουν από τρόμο.
«Η γραία είναι η καλή σου Μοίρα ζητά να σε βρει για να σου στείλει τύχη», λέγει ο ξένος. «Και τον τόπο των θαυμάτων δε θα μπορέσεις να ξαναβρείς και να διορθώσεις όσα έπραξες, διότι το πολύ μία φορά δικαιούται κανείς να τον επισκεφθεί. Σε θαύματα καλέστηκες και θαύμα δε θέλησες να δεις».
Και αποχωρεί ως ήλθε.
Η παραβολή του φαύλου ποιμένα
Είναι ένας νεαρός ποιμένας που αρέσκεται να ψεύδεται σε όλους, να καταστρέφει τα εύθραυστα και να ταλανίζει τους αδύναμους. Λέει πως διασκεδάζει με την οργή, τη σύγχυση και την οδύνη των άλλων. Πως ηδύνεται να είναι ο υπαίτιος και να μη συλλαμβάνεται.
Μια εσπέρα θερινή, μισοκοιμισμένος κάτω από τη δροσερή σκιά πλατάνου, ακούει βήματα στην όχθη του ποταμού. Θορυβημένος, σηκώνεται και παίρνει αμυντική στάση. Αντικρίζει έναν άντρα με ευχάριστη όψη και λευκή ενδυμασία, με άδεια χέρια και δίχως καμιά αποσκευή.
«Καλώς ανταμώσαμε», λέει ο ξένος. «Ακολούθησέ με να δεις πράγματα θαυμαστά».
Ο ποιμένας, περισσότερο υπηρέτης της περιέργειάς του παρά της ευθύνης για το ποίμνιο, ανταποκρίνεται. Μπαίνουν στο δάσος, ακολουθούν πολύστροφο μονοπάτι μέσα στο σκοτάδι που δε δυσχεραίνει την πορεία του επισκέπτη και φτάνουν σε τόπο όπου τα κλαδιά είναι μπλεγμένα σε συμπαγή θόλο και δεν ξεχωρίζει σελήνη, άστρο ή θάμπος του στερεώματος.
Ο λευκοχίτωνας παραμερίζει τις βάτους πλησίον πηγής που κατεβαίνει παγωμένη από τα όρη. Φανερώνει χάλκινους πρασινισμένους κρίκους πάνω σε μαρμάρινη πλάκα και προστάζει τον ποιμένα να τους τραβήξει. Αυτός δεν αρέσκεται να καταπονεί το σώμα του αλλά έχει φλογιστεί ο νους του από την αναμονή θεαμάτων και δε νιώθει κόπωση, πόνο ή πείνα.
Αποκαλύπτεται άνοιγμα ερεβώδες και αραχνιασμένο κάτω από το μάρμαρο κι ο ξένος κατεβαίνει ευθύς, ξάφνου σε κάθε χέρι του πυρσός που καίει. Ο ποιμένας ακολουθεί. Μετράει χίλια σκαλιά λαξευτά, εκατό βήματα σε στοά υγρή και δέκα κτιστές αψίδες. Φτάνουν σε σπήλαιο ανέγγιχτο από ανθρώπινο χέρι και τους φράζει το δρόμο ποταμός. Αναμένουν ώσπου φτάνει βαρκάρης πεπλοφόρος και τους μεταφέρει απέναντι, πληρωμένος δυο νομίσματα μολυβένια από τον ξένο.
Ο ποιμένας αρχίζει να δυσανασχετεί από την παράταση της αναμονής και διαμαρτύρεται. Ο λευκοχίτωνας σύρει αθέατο παραπέτασμα και του αποκαλύπτει διάδρομο με εσοχές, κάθε μία με το δικό της αναμμένο λύχνο, άλλοι φωτεινοί και άλλοι έτοιμοι να σβήσουν. Ο ξένος προστάζει τον ποιμένα να αναμείνει εκεί.
Ο ποιμένας ανήσυχος περιδιαβαίνει τον χώρο. Φυσά ένα λυχνάρι και το σβήνει. Νιώθει μια στιγμιαία ευχαρίστηση και σπεύδει να το επαναλάβει. Σαλιώνει το δάχτυλό του και συμπιέζει φυτίλια. Ανικανοποίητος ακόμη, αρχίζει να πετάει γυάλινους και πήλινους λύχνους στο δάπεδο για να σπάσουν, αδειάζει τους μεταλλικούς, ηδύνεται με το έλαιο που φλέγεται όλο μαζί.
Εν καιρώ, αρχίζει να βρίσκει ανιαρή τη διαδικασία και σταματά. Αμέσως, ο ξένος επιστρέφει στο πλευρό του και συνεχίζουν την πορεία τους. Σύντομα ο ποιμένας διαμαρτύρεται ξανά και ο λευκοχίτωνας σύρει έτερο αθέατο παραπέτασμα, αποκαλύπτοντας δυο ερμάρια και αποχωρεί. Ο ποιμένας χωρίς δισταγμό αρχίζει να ερευνά. Το εκ δεξιών ερμάρι είναι γεμάτο μικρά κουτιά που φέρουν άνθρακες, λερά ράκη και σαπισμένους καρπούς. Το εξ ευωνύμων ερμάρι περιέχει λίγες χούφτες στολίδια από ήλεκτρο, χρυσό και ελεφαντοστό, ατάκτως ερριμμένα.
Αρχίζει να γεμίζει το βαλάντιό του. Παίρνει όσα πολύτιμα αντικείμενα μπορεί και τα επίλοιπα τα μεταφέρει και τα πετά από μοχθηρία στα κουτιά του άλλου ερμαριού, να χαθούν, να λερωθούν και να φθαρούν. Ευχαριστημένος από την έμπνευσή του, κλείνει τα ερμάρια ώστε να φαίνονται ανέγγιχτα.
Ο ξένος επιστρέφει αμίλητος και ξεκινούν πάλι την υπόγεια πορεία τους. Δεν κάνουν μήτε δέκα βήματα κι ο ποιμένας ανοίγει το στόμα του να δηλώσει δυσαρεστημένος. Ο επισκέπτης, πριν αποχωρήσει προσωρινά, σύρει τρίτο αθέατο παραπέτασμα, διπλό, προς αίθουσα με κλωβούς πλήρεις θηρίων εξωτικών, ημέρων και αγρίων.
Μόνος ο ποιμένας, αρχίζει να σείει τις σιδερένιες ράβδους που τον χωρίζουν από τα ζώα και τα πτηνά, να θέτει σε χρήση τα φραγγέλια και τις βέργες που βρίσκονται στο χώρο. Τρομοκρατεί, εξαγριώνει και τραυματίζει, μετατρέποντας την αίθουσα σε ωδείο βρυγμού και οδυρμού. Δεν αφήνει κανένα πλάσμα σε ηρεμία, οχλώντας όποιο σιωπεί. Σταματά από κόπωση σωματική κι όχι πνευματική.
Και πάλι ο ξένος επιστρέφει εγκαίρως, αυτή τη φορά είναι αδύνατο να προσποιηθεί πως δεν κατανοεί τι συνέβη όσο απουσίαζε. Μορφάζει με δυσαρέσκεια μα δεν ομιλεί. Νεύει να τον ακολουθήσει ο ποιμένας. Πιο πέρα, αναμένει γραία μαυροφορούσα και ερωτά το όνομα του ποιμένα. Αυτός, φοβούμενος πως συνάντησε κάποιον από τους κατοίκους του τόπου κι ότι αν πει την αλήθεια θα μπορέσουν αργότερα να τον εντοπίσουν και να τον τιμωρήσουν για όσα έκανε εκεί, δηλώνει όνομα ξένο, που να ανήκει σε ένα άλλο νέο του χωριού του, λειψό στο νου, πολλάκις θύμα του.
Συνεχίζοντας το δρόμο τους, διασταυρώνονται εκ νέου με τον ποταμό, τους διεκπεραιώνει ο πεπλοφόρος πορθμέας επί πληρωμή, διασχίζουν δέκα κτιστές αψίδες, εκατό βήματα σε υγρή στοά υγρή, ανέρχονται χίλια σκαλιά λαξευτά, ο ξένος σβήνει τους πυρσούς και ο ποιμένας τοποθετεί τη μαρμάρινη πλάκα στη θέση της.
Η επιστροφή στο ποίμνιο είναι σύντομη, το μονοπάτι ευθύ και βραχύ.
«Αυτά ήταν τα θαυμαστά;» ωρύεται ο νεανίας. «Λύχνοι και ερμάρια και κλωβοί;»
«Ο πρόθυμος βιώνει θαύματα και στην απλούστερη στιγμή», απαντά γαλήνιος ο ξένος. «Οι λύχνοι ήταν οι βίοι των οικείων σου, ανθρώπων και μη, που τερματίζουν όταν σωθεί το έλαιο».
Ο χώρος φωτίζεται και αποκαλύπτονται όλοι οι αμνοί του ποιμνίου νεκροί και ο ποιμένας γοεί γόο μεγάλο, σκεπτόμενος την οικογένειά του.
«Στο εξ ευωνύμων ερμάρι φυλάσσονται για να σε κοσμήσουν οι δίκαιες πράξεις σου», λέγει ο ξένος, «ενώ στο εκ δεξιών φυλάσσονται τα σφάλματά σου, δια να ζυγιστούν τα μεν με τα δε όταν έλθει η ώρα».
Ο ποιμένας αδειάζει το βαλάντιό του απελπισμένος και βρίσκει μόνο σκώληκες, λύθρο και πυρίτες λίθους.
«Τα θηρία και τα πτηνά στους κλωβούς είναι οι κοιμισμένες συνειδήσεις των γειτόνων σου», λέγει ο ξένος, «που μπορείς να τις αφυπνίσεις για να αναγνωρίσουν την κρυφή αξία σου ή την κρυφή αναξιότητά σου».
Από την άλλη όχθη ακούγεται φωνές και φαίνονται φλόγες, πλήθος ερχόμενο, οι χωριανοί που έχουν ανακαλύψει όλα τα ψεύδη και τα κρίματα του ποιμένα και σπεύδουν να τον υποβάλλουν σε τιμωρία ανάλογή τους. Ριγεί και τα δόντια του τρίζουν από τρόμο.
«Η γραία είναι η καλή σου Μοίρα ζητά να σε βρει για να σου στείλει τύχη», λέγει ο ξένος. «Και τον τόπο των θαυμάτων δε θα μπορέσεις να ξαναβρείς και να διορθώσεις όσα έπραξες, διότι το πολύ μία φορά δικαιούται κανείς να τον επισκεφθεί. Σε θαύματα καλέστηκες και θαύμα δε θέλησες να δεις».
Και αποχωρεί ως ήλθε.
Τρίτη 23 Ιουνίου 2009
Οι Περιφέρειες - Ανθρακίας
Οι Ανθρακιώτες μπορούν να υπερηφανεύονται για πολλά: για του εξαίρετους μηχανικούς, τα πυκνά δάση, τα πολλά ορυχεία. Αλλά πιο πολύ καμαρώνουν που διεκδικούν την ίδια καταγωγή με το Λεωσθένη, το δημοφιλέστερο λαϊκό ήρωα της Βασιλείας Αιγλωέων, νικητή ξένων εχθρών, ντόπιων τυράννων και κάθε είδους τεράτων. Στους τελευταίες δυο εκατονταετίες, οι ιστορίες γύρω απ' αυτό το μυθικό πρόσωπο έχουν γίνει τόσο πολλές κι έχουν διαδοθεί τόσο ευρέως στη Βασιλεία Αιγλωέων, ώστε έχουν απορροφήσει και αφηγήσεις κατορθωμάτων πολύ παλιότερες, οι οποίες απέδιδαν τα γεγονότα σε άλλους ήρωες.
Πώς ο Λεωσθένης βρήκε το ρόπαλο και τη γυναίκα του
Σαν γίνηκε δώδεκα χρονώ ο Λιοσθένης, έπιασε το δρόμο να δει τον κόσμο και να ‘βρει την τύχη του. Ήτανε κιόλα πιο χεροδύναμος απ’ τους αργάτες του χωριού, το χέρι του δε λάθευε με σπάθα για με κοντάρι για με σαΐτα, στα αινίγματα δεν τον κάνανε καλά οι γερόντοι.
Εκεί που διάβαινε, βρήκε τη στράτα κλεισμένη, τι είχε σειστεί η γης κι είχανε κυλήσει κοτρώνια μεγάλα σα μυλόπετρες από τη ράχη. Αντί να κάμει πίσω, το παιδί έφτυσε τα χέρια του και τα ‘τριψε και πιάνει να δίνει γρόθους. Μια ‘δω, μια ‘κει, χαλίκι γίνουντο οι βράχοι, τρύψαλα. Όσο να μεσημεριάσει και να παραϊδρώσει, είχε ανοίξει τόπο να περνάει ολάκερο κάρο. Κι από τα πουλιά και τα ζα που το είδανε, μαθεύτηκε σ’ όλο τον τόπο το κατόρτωμα, ως πέρα στα νησά.
Πάει μονάχος, παρακάτου συναντάει έναν ποταμό που κατέβαζε πάγο από το βουνό. Μες στο κρύο το νερό, περίμενε μια αρκούδα κι άρπαζε – χραπ! – τα ψάρια που διαβαίνανε και τα κατέβαζε αμάσητα. Στάθη ο Λιοσθένης και τη θάμαζε τι ογλήγορη που ήτανε.
«Γεια χαρά σου, κυρά αρκούδα», τη χαιρέτησε. «Καλή και άξα είσαι».
«Άξα είμαι», τον αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξος είν’ εκείνος που τρίφτει την πέτρα με το χέρι».
«Εγώ είμαι», της φανερώθη. «Έρχεσαι κοντά μου που ταξιδεύκω;»
«Αμ δεν έρχομαι;»
Πάνε κι δυο αντάμα, παλικάρι κι αρκούδα, παρακάτου συναντάνε τράφο και σταθήκανε να ξεδιψάσουνε. Δεν προκάμανε να σκύψουνε και σα μια σκιά να πέρασε σιμά τους και κρύωσε ο σβέρκος τους. Κι άξαφνα, να ο έλαφος με τα κέρατα να πίνει πριχού από δαύτους. Είδανε και θαμάξανε πως έτρεχε σαν τον αέρα.
«Γεια χαρά σου, κυρ έλαφε», τον χαιρέτησαν. «Καλός και άξος είσαι».
«Άξος είμαι», αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξα είν’ εκείνη που πιάνει και τρώει ζωντανό το φαΐ της».
«Εγώ είμαι», του φανερώθη η αρκούδα. «Έρχεσαι κοντά μας που ταξιδεύκουμε;»
«Αμ δεν έρχομαι;»
Πάνε κι τρεις αντάμα, παλικάρι, αρκούδα και έλαφος, παρακάτου συναντάνε λαγούμι. Και μια αλουπού έσμπρωχνε ένα μακρύ ξύλο μέσα και το κούναγε, να φαίνεται σαν να χαρχάλευε με τα νύχια της. Ώσπου ο πόντικας βγήκε σκιαγμένος από την άλλη τρύπα του σπιτικού του κι έπεσε στο στόμα της που τον παραμόνευε. Είδανε και θαμάξανε την πονηριά της.
«Γεια χαρά σου, κυρά αλουπού», τη χαιρέτησαν. «Καλή και άξα είσαι».
«Άξα είμαι», αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξος είν’ εκείνον που δεν τον προκάνω να τον βρω για να τον γελάσω».
«Εγώ είμαι», του φανερώθη ο έλαφος. «Έρχεσαι κοντά μας που ταξιδεύκουμε;»
«Αμ δεν έρχομαι;»
Πάνε κι τέσσαροι μαζί, παλικάρι, αρκούδα, έλαφος κι αλουπού, παρακάτου συναντάνε ένα στρουθί που πέταγε ψηλά. Μεσ’ από τα σύγνεφα πρόβαλ’ αϊτός και το άδραξε με τα νύχια. Έπεσε αντίθετα με τον ήλιο ο ήλιος κι ούτε ο ίσκιος του δεν πρόκαμε να τον προδώσει. Είδανε και θαμάξανε τι προσεχτικός που ήτανε.
«Γεια χαρά σου, κυρ αϊτέ», τον χαιρέτησαν. «Καλός και άξος είσαι».
«Άξος είμαι», αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξα είν’ εκείνη που τη βλέπει ο κυνηγημένος και πάλι απ’ την πονηριά της δε βρίσκει τρόπο να γλιτώσει».
«Εγώ είμαι», του φανερώθη η αλουπού. «Έρχεσαι κοντά μας που ταξιδεύκουμε;»
«Αμ δεν έρχομαι;»
Πάνε κι πέντε αντάμα, παλικάρι, αρκούδα, έλαφος, αλουπού κι αϊτός, παρακάτου συναντάνε άντρο φραμμένο με λιθάρι ριζιμιό, τρανό σα σπίτι. Φαγωθήκανε να δούνε τι βρισκότανε μέσα. Άλλος είπε μάλαμα, άλλος είπε το αθάνατο νερό, άλλος το στοιχειό του τόπου. Σφίγγει το ζωνάρι του ο Λιοσθένης, αρπάζει το κοτρώνι, αγκομαχά, το σκώνει και τ’ απιθώνει στην άκρη. Περνάνε μέσα, βρήκανε μια σκάλα. Κατεβαίνουνε, κατεβαίνουνε, μια μέρα και μια νύχτα. Φτάνουνε σ’ έναν τόπο ξένο, μ’ άλλο ήλιο κι άλλο φεγγάρι απ’ τα δικά μας.
Εκεί έτρεχε νερό κρούσταλλο και λουζότανε μια κόρη που σαν και δαύτη δεν είχε ξαναδεί ανθρώπου μάτι, η πεντάμορφη του κάτου κόσμου. Ο Λιοσθένης θαμπώθηκε κι είπε θ’ αποθάνει από τη στεναχώρια άμα δεν την πάρει γυναίκα του. Έκαμε να πάει κοντά της, μα ‘κείνη είχε κιόλα πάρει τη στράτα. Διαβήκανε οι πέντε ταξιδιώτες ξοπίσω της, φτάσανε σ’ ένα κάστρο που το φυλάγανε σαράντα γίγαντες.
«Ώρα καλή σας», χαιρέτησε ο Λιοσθένης, «μόνο μεριάστε, τι γυρεύω ταίρι και δε με στομώνει μήτε άνθρωπος μήτε θεριό τούτη την ώρα».
«Όποιος έχει ανάκαρα να φτάνει εδώ», είπανε ούλοι οι γίγαντες αντάμα και σείστηκε ο τόπος με τη βοή, «έχει να περνάει όσα τον βάλουμε. Κι άμα τα κάνει, παίρνει την αδερφή μας. Άμα δεν τα κάνει, μας δίνει την καρδιά του να τη φάμε, να πάρουμε την αντρειοσύνη του».
Οι σύντροφοι λιγοψυχήσανε σαν είδανε τον τόπο γιομάτο από άρματα παλικαριών που είχανε αφημένη εκεί την ψυχή τους, μα ο Λιοσθένης δεν έκανε πίσω.
«Βάλτε ό,τι αγαπάτε», καυκήθηκε, «άλλο γαμπριάτικο αντίδωρο δεν έχω να σας κάμω παρά το θάρρος μου και θα το ιδείτε καλά».
Κάμανε οι γίγαντες βουλή και τον πήγανε σε μια βαλανιδιά που έστεκε μονάχη, να την κόψει πριχού να ξημερώσει. Χιλιοχρονίτικη ήτανε και τόσο παχιά που δέκα παληκάρια δε φτάνανε να πιαστούνε χέρι-χέρι να στήσουνε χορό γύρα της. Όσο την πελέκαγε από τη μια ο Λιοσθένης, εκείνη έθρεφε από την άλλη. Πελέκησε από δεξά, πελέκησε από ζερβά, στόμωσε το τζικούρι του, στο τέλος καταράστηκε την τύχη του κι ότι κόντευε να λαλήσει ο κόκορος και να προβάλει ο ήλιος, πιάνει το δεντρί από τις ρίζες και του δίνει μια μ’ όλη του τη δύναμη και το ξεπατώνει. Χωρίς της μάνας γης τον κόρφο, ψόφιο ήτανε πια και το λιάνισε όπως τ’ άρεσε.
Οι γίγαντες σα να είδανε τα σκούρα, πως δεν τον κάνουνε καλά το γαμπρό με πράματα που να θένε δύναμη. Πάλι κάμανε βουλή κι είπανε να σείσουνε μια καστανιά κι άμα φτάσει φύλλο ίσαμε το χώμα, πάει χαμένος. Πιάνει ο μεγαλύτερος αδερφός, σβουρίχτει μια στο δεντρί, δεν έμεινε φύλλο σε κλαρί. Είπανε πως θα τον χαλάγανε πια το Λιοσθένη – δυο χέρια είχε, δεν πρόκανε να τα πιάσει όλα. Μα τον είδανε να μην κουνεί καθόλου. Έπιασε κι έριχτε σαΐτες τη μια πίσω στην άλλη και τα σούβλιζε στον αέρα δέκα-δέκα τα φύλλα και τα κόλλαγε στο ξύλο. Στο τέλος περισσεύανε ακόμα, κι άλλη σαΐτα δεν είχε να πετάξει. Πέταξε το κοντάρι του και πάλι έμεινε ένα, πέταξε το μαχαίρι του και το πρόκαμε το φύλλο και το κόλλησε ίσα που θ’ ακούμπαγε στη γης.
Απολπιστήκανε πια οι γίγαντες πως ετούτο το γαμπρό δεν είχανε να τον χαλάσουνε παρά με ατιμία. Καμωθήκανε το λοιπό πως στρέχουνε για το γάμο, μα πρώτα να κάμει προετοιμασίες άμα είναι άξος. Να φέρει νυφιάτικη φορεσά από τη Νιάπολη. Να γιομώσει σαράντα και δύο κοφίνια φαγιά για το τραπέζι – να φάνε κι αυτοί κι ατός του κι η νύφη. Να πάρει το δαχτυλίδι της μάνας τους της γιγάντισσας που το φυλάγανε αναμεταξύ τους, ποιος ξέρει ποιος αδερφός. Όλα τούτα, πριχού περάσουνε εφτά μερόνυχτα.
Ευτύς ο αϊτός, η αρκούδα κι ο έλαφος κινήσανε ορμηνεμένοι, μα ο Λιοσθένης έγειρε στο χορτάρι και το ‘στησε να παίζει ζάρια με την αλουπού. Οι γίγαντες είχανε σταθεί ο ένας σιμά στον άλλο να φυλάνε το δαχτυλίδι και τον θωρούσανε με μισό μάτι.
Διαβαίναν’ οι μέρες, και δεν έλεγε να σκωθεί ο Λιοσθένης. Αρχίνησε η αρκούδα να ποστιάζει κοφίνια με ψάρια, μάζωξε σαράντα και έξι – τι λες, οι τέσσαροι σύντροφοι του παλικαριού νηστικοί θα μένανε, για δε θα τους καλάγανε στο τραπέζι; Ότι πήγαινε να περάσει κι η μέρα η στερνή, ακούνε ποδοβολητό και ‘φάνη μπουχός. Να και φτάνει κι ο έλαφος με τη φορεσά της νύφης, άσπρη κι αργυρή.
«Άργεψα», λαλεί, «τι σκιαζόμουνα μην ιδρώσω και στάξει στο μετάξι».
«Τσάμπα πήγες κι ήρθες», καυκηθήκανε οι γίγαντες. «Τι το δαχτυλίδι δεν έφτασε τον γαμπρό το χέρι».
«Μπα», αποκρίθη η αλουπού, «τώρα πίσω-πίσω; Έχει μέρες που σας το ‘χει παρμένο».
Οι γίγαντες κιτρινίσανε σαν το μάλαμα κι εκείνος που είχε τον αρραβώνα απάνου του, έβαλε το χέρι στο τζελπένι του και τον φανέρωσε, να σιγουρευτούνε. Και να ο αϊτός βούτηξε από κει πού ‘τανε κουρνιασμένος, στις πολεμίστρες του κάστρου. Έπιασε στα νύχια τον κεντημένο κρίκο και πήγε και τον απίθωσε στο χέρι του Λιοσθένη. Κι εκείνη τη στιγμή έκατσ’ ο ήλιος και πάει η στερνή η έβδομη μέρα.
Άλλο δεν είχανε να πούνε πια οι γίγαντες, τον είχανε πάρει από φόβο το γαμπρό τους. Κατεβάσανε την αδερφή τους από την κάμαρή της – που τα ‘χε όλα ιδωμένα από τα παραθύρι και τον είχε βάλει στην καρδιά της το Λιοσθένη – και τον αφήκανε να της περάσει το δαχτυλίδι. Και μετά πήγανε ούλοι αντάμα και στρώσανε τραπέζι στον τόπο που ήτανε πρωτύτερα η χιλιόχρονη βαλανιδιά. Ψήσανε τα ψάρια, φέρανε καρβέλια, φάγανε κι ήπιανε κρασί ανέρωτο. Βάλανε δικές τους κούπες οι κουνιάδοι, τρανές σαν κουβάδες, ώσπου οι τέσσαροι σύντροφοι, αρκούδα, έλαφος, αλουπού κι αϊτός γλαρώσανε και σέρνανε τα ποδάρια τους.
Τότε φανερώσανε οι γίγαντες πως ακόμα ατιμίες είχανε στη βουλή τους. Ο μικρότερος, ίσα αψηλότερος από άνθρωπο, πήγε κρυφά και έσυρε τη σπάθα του Λιοσθένη από τη θήκη της και τον άφησε πια ξαρμάτωτο, που δεν είχε πια μήτε τζικούρι, μήτε σαΐτα, μήτε κοντάρι, μήτε μαχαίρι. Κι οι άλλοι αδερφοί πιάσανε ό,τι είχανε, ματζούκια, σπαθιά, τζικούρια, να τον χαλάσουνε το γαμπρό. Μα δεν είχανε να κάμουνε με παιδί σαν τ’ άλλα, να το ζαλίζει το κρασί, μήτε βαρέλι ολάκερο. Ο Λιοσθένης ούτε δε γνώριζε φόβο, δε γνώριζε κόπο. Έπιασε ένα από τα ποδάρια του τραπεζού, το ξεστέλιωσε και αρχίνησε να βαρεί όπου έφτανε. Χέρια τσάκιζε, κεφάλια άνοιγε, τους ξεπάτωσε όλους παρεκτός του μικρού που δεν τόλμαγε να ζυγώσει στην αμάχη. Είπε κι εκείνον να τον χαλάσει, μα έπεσε η νύφη στα πόδια του και τον παρακάλεσε να κάμει πίσω, τι δεν είχε βάλει ποτέ ο στερνός αδερφός ανθρώπινο κρέας στο στόμα του.
Είπαν κι οι τέσσαροι σύντροφοι, αρκούδα, έλαφος, αλουπού κι αϊτός, να δώσει τόπο στην οργή και τους έκαμε το χατίρι. Μα τον έβαλε τον κουνιάδο του να δώσει όρκο πως δε θα γινότανε ποτές του φονιάς κι άδικος σαν τους μακαρίτες. Και δαύτος, για να ευχαριστήσει το γαμπρό του, έπιασε και σιδερόντυσε το ξύλο που χάλασε τ’ αδέρφια του, να το κάμει πρώτο αναμεταξύ στα άρματά του ο Λιοσθένης.
Πώς ο Λεωσθένης βρήκε το ρόπαλο και τη γυναίκα του
Σαν γίνηκε δώδεκα χρονώ ο Λιοσθένης, έπιασε το δρόμο να δει τον κόσμο και να ‘βρει την τύχη του. Ήτανε κιόλα πιο χεροδύναμος απ’ τους αργάτες του χωριού, το χέρι του δε λάθευε με σπάθα για με κοντάρι για με σαΐτα, στα αινίγματα δεν τον κάνανε καλά οι γερόντοι.
Εκεί που διάβαινε, βρήκε τη στράτα κλεισμένη, τι είχε σειστεί η γης κι είχανε κυλήσει κοτρώνια μεγάλα σα μυλόπετρες από τη ράχη. Αντί να κάμει πίσω, το παιδί έφτυσε τα χέρια του και τα ‘τριψε και πιάνει να δίνει γρόθους. Μια ‘δω, μια ‘κει, χαλίκι γίνουντο οι βράχοι, τρύψαλα. Όσο να μεσημεριάσει και να παραϊδρώσει, είχε ανοίξει τόπο να περνάει ολάκερο κάρο. Κι από τα πουλιά και τα ζα που το είδανε, μαθεύτηκε σ’ όλο τον τόπο το κατόρτωμα, ως πέρα στα νησά.
Πάει μονάχος, παρακάτου συναντάει έναν ποταμό που κατέβαζε πάγο από το βουνό. Μες στο κρύο το νερό, περίμενε μια αρκούδα κι άρπαζε – χραπ! – τα ψάρια που διαβαίνανε και τα κατέβαζε αμάσητα. Στάθη ο Λιοσθένης και τη θάμαζε τι ογλήγορη που ήτανε.
«Γεια χαρά σου, κυρά αρκούδα», τη χαιρέτησε. «Καλή και άξα είσαι».
«Άξα είμαι», τον αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξος είν’ εκείνος που τρίφτει την πέτρα με το χέρι».
«Εγώ είμαι», της φανερώθη. «Έρχεσαι κοντά μου που ταξιδεύκω;»
«Αμ δεν έρχομαι;»
Πάνε κι δυο αντάμα, παλικάρι κι αρκούδα, παρακάτου συναντάνε τράφο και σταθήκανε να ξεδιψάσουνε. Δεν προκάμανε να σκύψουνε και σα μια σκιά να πέρασε σιμά τους και κρύωσε ο σβέρκος τους. Κι άξαφνα, να ο έλαφος με τα κέρατα να πίνει πριχού από δαύτους. Είδανε και θαμάξανε πως έτρεχε σαν τον αέρα.
«Γεια χαρά σου, κυρ έλαφε», τον χαιρέτησαν. «Καλός και άξος είσαι».
«Άξος είμαι», αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξα είν’ εκείνη που πιάνει και τρώει ζωντανό το φαΐ της».
«Εγώ είμαι», του φανερώθη η αρκούδα. «Έρχεσαι κοντά μας που ταξιδεύκουμε;»
«Αμ δεν έρχομαι;»
Πάνε κι τρεις αντάμα, παλικάρι, αρκούδα και έλαφος, παρακάτου συναντάνε λαγούμι. Και μια αλουπού έσμπρωχνε ένα μακρύ ξύλο μέσα και το κούναγε, να φαίνεται σαν να χαρχάλευε με τα νύχια της. Ώσπου ο πόντικας βγήκε σκιαγμένος από την άλλη τρύπα του σπιτικού του κι έπεσε στο στόμα της που τον παραμόνευε. Είδανε και θαμάξανε την πονηριά της.
«Γεια χαρά σου, κυρά αλουπού», τη χαιρέτησαν. «Καλή και άξα είσαι».
«Άξα είμαι», αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξος είν’ εκείνον που δεν τον προκάνω να τον βρω για να τον γελάσω».
«Εγώ είμαι», του φανερώθη ο έλαφος. «Έρχεσαι κοντά μας που ταξιδεύκουμε;»
«Αμ δεν έρχομαι;»
Πάνε κι τέσσαροι μαζί, παλικάρι, αρκούδα, έλαφος κι αλουπού, παρακάτου συναντάνε ένα στρουθί που πέταγε ψηλά. Μεσ’ από τα σύγνεφα πρόβαλ’ αϊτός και το άδραξε με τα νύχια. Έπεσε αντίθετα με τον ήλιο ο ήλιος κι ούτε ο ίσκιος του δεν πρόκαμε να τον προδώσει. Είδανε και θαμάξανε τι προσεχτικός που ήτανε.
«Γεια χαρά σου, κυρ αϊτέ», τον χαιρέτησαν. «Καλός και άξος είσαι».
«Άξος είμαι», αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξα είν’ εκείνη που τη βλέπει ο κυνηγημένος και πάλι απ’ την πονηριά της δε βρίσκει τρόπο να γλιτώσει».
«Εγώ είμαι», του φανερώθη η αλουπού. «Έρχεσαι κοντά μας που ταξιδεύκουμε;»
«Αμ δεν έρχομαι;»
Πάνε κι πέντε αντάμα, παλικάρι, αρκούδα, έλαφος, αλουπού κι αϊτός, παρακάτου συναντάνε άντρο φραμμένο με λιθάρι ριζιμιό, τρανό σα σπίτι. Φαγωθήκανε να δούνε τι βρισκότανε μέσα. Άλλος είπε μάλαμα, άλλος είπε το αθάνατο νερό, άλλος το στοιχειό του τόπου. Σφίγγει το ζωνάρι του ο Λιοσθένης, αρπάζει το κοτρώνι, αγκομαχά, το σκώνει και τ’ απιθώνει στην άκρη. Περνάνε μέσα, βρήκανε μια σκάλα. Κατεβαίνουνε, κατεβαίνουνε, μια μέρα και μια νύχτα. Φτάνουνε σ’ έναν τόπο ξένο, μ’ άλλο ήλιο κι άλλο φεγγάρι απ’ τα δικά μας.
Εκεί έτρεχε νερό κρούσταλλο και λουζότανε μια κόρη που σαν και δαύτη δεν είχε ξαναδεί ανθρώπου μάτι, η πεντάμορφη του κάτου κόσμου. Ο Λιοσθένης θαμπώθηκε κι είπε θ’ αποθάνει από τη στεναχώρια άμα δεν την πάρει γυναίκα του. Έκαμε να πάει κοντά της, μα ‘κείνη είχε κιόλα πάρει τη στράτα. Διαβήκανε οι πέντε ταξιδιώτες ξοπίσω της, φτάσανε σ’ ένα κάστρο που το φυλάγανε σαράντα γίγαντες.
«Ώρα καλή σας», χαιρέτησε ο Λιοσθένης, «μόνο μεριάστε, τι γυρεύω ταίρι και δε με στομώνει μήτε άνθρωπος μήτε θεριό τούτη την ώρα».
«Όποιος έχει ανάκαρα να φτάνει εδώ», είπανε ούλοι οι γίγαντες αντάμα και σείστηκε ο τόπος με τη βοή, «έχει να περνάει όσα τον βάλουμε. Κι άμα τα κάνει, παίρνει την αδερφή μας. Άμα δεν τα κάνει, μας δίνει την καρδιά του να τη φάμε, να πάρουμε την αντρειοσύνη του».
Οι σύντροφοι λιγοψυχήσανε σαν είδανε τον τόπο γιομάτο από άρματα παλικαριών που είχανε αφημένη εκεί την ψυχή τους, μα ο Λιοσθένης δεν έκανε πίσω.
«Βάλτε ό,τι αγαπάτε», καυκήθηκε, «άλλο γαμπριάτικο αντίδωρο δεν έχω να σας κάμω παρά το θάρρος μου και θα το ιδείτε καλά».
Κάμανε οι γίγαντες βουλή και τον πήγανε σε μια βαλανιδιά που έστεκε μονάχη, να την κόψει πριχού να ξημερώσει. Χιλιοχρονίτικη ήτανε και τόσο παχιά που δέκα παληκάρια δε φτάνανε να πιαστούνε χέρι-χέρι να στήσουνε χορό γύρα της. Όσο την πελέκαγε από τη μια ο Λιοσθένης, εκείνη έθρεφε από την άλλη. Πελέκησε από δεξά, πελέκησε από ζερβά, στόμωσε το τζικούρι του, στο τέλος καταράστηκε την τύχη του κι ότι κόντευε να λαλήσει ο κόκορος και να προβάλει ο ήλιος, πιάνει το δεντρί από τις ρίζες και του δίνει μια μ’ όλη του τη δύναμη και το ξεπατώνει. Χωρίς της μάνας γης τον κόρφο, ψόφιο ήτανε πια και το λιάνισε όπως τ’ άρεσε.
Οι γίγαντες σα να είδανε τα σκούρα, πως δεν τον κάνουνε καλά το γαμπρό με πράματα που να θένε δύναμη. Πάλι κάμανε βουλή κι είπανε να σείσουνε μια καστανιά κι άμα φτάσει φύλλο ίσαμε το χώμα, πάει χαμένος. Πιάνει ο μεγαλύτερος αδερφός, σβουρίχτει μια στο δεντρί, δεν έμεινε φύλλο σε κλαρί. Είπανε πως θα τον χαλάγανε πια το Λιοσθένη – δυο χέρια είχε, δεν πρόκανε να τα πιάσει όλα. Μα τον είδανε να μην κουνεί καθόλου. Έπιασε κι έριχτε σαΐτες τη μια πίσω στην άλλη και τα σούβλιζε στον αέρα δέκα-δέκα τα φύλλα και τα κόλλαγε στο ξύλο. Στο τέλος περισσεύανε ακόμα, κι άλλη σαΐτα δεν είχε να πετάξει. Πέταξε το κοντάρι του και πάλι έμεινε ένα, πέταξε το μαχαίρι του και το πρόκαμε το φύλλο και το κόλλησε ίσα που θ’ ακούμπαγε στη γης.
Απολπιστήκανε πια οι γίγαντες πως ετούτο το γαμπρό δεν είχανε να τον χαλάσουνε παρά με ατιμία. Καμωθήκανε το λοιπό πως στρέχουνε για το γάμο, μα πρώτα να κάμει προετοιμασίες άμα είναι άξος. Να φέρει νυφιάτικη φορεσά από τη Νιάπολη. Να γιομώσει σαράντα και δύο κοφίνια φαγιά για το τραπέζι – να φάνε κι αυτοί κι ατός του κι η νύφη. Να πάρει το δαχτυλίδι της μάνας τους της γιγάντισσας που το φυλάγανε αναμεταξύ τους, ποιος ξέρει ποιος αδερφός. Όλα τούτα, πριχού περάσουνε εφτά μερόνυχτα.
Ευτύς ο αϊτός, η αρκούδα κι ο έλαφος κινήσανε ορμηνεμένοι, μα ο Λιοσθένης έγειρε στο χορτάρι και το ‘στησε να παίζει ζάρια με την αλουπού. Οι γίγαντες είχανε σταθεί ο ένας σιμά στον άλλο να φυλάνε το δαχτυλίδι και τον θωρούσανε με μισό μάτι.
Διαβαίναν’ οι μέρες, και δεν έλεγε να σκωθεί ο Λιοσθένης. Αρχίνησε η αρκούδα να ποστιάζει κοφίνια με ψάρια, μάζωξε σαράντα και έξι – τι λες, οι τέσσαροι σύντροφοι του παλικαριού νηστικοί θα μένανε, για δε θα τους καλάγανε στο τραπέζι; Ότι πήγαινε να περάσει κι η μέρα η στερνή, ακούνε ποδοβολητό και ‘φάνη μπουχός. Να και φτάνει κι ο έλαφος με τη φορεσά της νύφης, άσπρη κι αργυρή.
«Άργεψα», λαλεί, «τι σκιαζόμουνα μην ιδρώσω και στάξει στο μετάξι».
«Τσάμπα πήγες κι ήρθες», καυκηθήκανε οι γίγαντες. «Τι το δαχτυλίδι δεν έφτασε τον γαμπρό το χέρι».
«Μπα», αποκρίθη η αλουπού, «τώρα πίσω-πίσω; Έχει μέρες που σας το ‘χει παρμένο».
Οι γίγαντες κιτρινίσανε σαν το μάλαμα κι εκείνος που είχε τον αρραβώνα απάνου του, έβαλε το χέρι στο τζελπένι του και τον φανέρωσε, να σιγουρευτούνε. Και να ο αϊτός βούτηξε από κει πού ‘τανε κουρνιασμένος, στις πολεμίστρες του κάστρου. Έπιασε στα νύχια τον κεντημένο κρίκο και πήγε και τον απίθωσε στο χέρι του Λιοσθένη. Κι εκείνη τη στιγμή έκατσ’ ο ήλιος και πάει η στερνή η έβδομη μέρα.
Άλλο δεν είχανε να πούνε πια οι γίγαντες, τον είχανε πάρει από φόβο το γαμπρό τους. Κατεβάσανε την αδερφή τους από την κάμαρή της – που τα ‘χε όλα ιδωμένα από τα παραθύρι και τον είχε βάλει στην καρδιά της το Λιοσθένη – και τον αφήκανε να της περάσει το δαχτυλίδι. Και μετά πήγανε ούλοι αντάμα και στρώσανε τραπέζι στον τόπο που ήτανε πρωτύτερα η χιλιόχρονη βαλανιδιά. Ψήσανε τα ψάρια, φέρανε καρβέλια, φάγανε κι ήπιανε κρασί ανέρωτο. Βάλανε δικές τους κούπες οι κουνιάδοι, τρανές σαν κουβάδες, ώσπου οι τέσσαροι σύντροφοι, αρκούδα, έλαφος, αλουπού κι αϊτός γλαρώσανε και σέρνανε τα ποδάρια τους.
Τότε φανερώσανε οι γίγαντες πως ακόμα ατιμίες είχανε στη βουλή τους. Ο μικρότερος, ίσα αψηλότερος από άνθρωπο, πήγε κρυφά και έσυρε τη σπάθα του Λιοσθένη από τη θήκη της και τον άφησε πια ξαρμάτωτο, που δεν είχε πια μήτε τζικούρι, μήτε σαΐτα, μήτε κοντάρι, μήτε μαχαίρι. Κι οι άλλοι αδερφοί πιάσανε ό,τι είχανε, ματζούκια, σπαθιά, τζικούρια, να τον χαλάσουνε το γαμπρό. Μα δεν είχανε να κάμουνε με παιδί σαν τ’ άλλα, να το ζαλίζει το κρασί, μήτε βαρέλι ολάκερο. Ο Λιοσθένης ούτε δε γνώριζε φόβο, δε γνώριζε κόπο. Έπιασε ένα από τα ποδάρια του τραπεζού, το ξεστέλιωσε και αρχίνησε να βαρεί όπου έφτανε. Χέρια τσάκιζε, κεφάλια άνοιγε, τους ξεπάτωσε όλους παρεκτός του μικρού που δεν τόλμαγε να ζυγώσει στην αμάχη. Είπε κι εκείνον να τον χαλάσει, μα έπεσε η νύφη στα πόδια του και τον παρακάλεσε να κάμει πίσω, τι δεν είχε βάλει ποτέ ο στερνός αδερφός ανθρώπινο κρέας στο στόμα του.
Είπαν κι οι τέσσαροι σύντροφοι, αρκούδα, έλαφος, αλουπού κι αϊτός, να δώσει τόπο στην οργή και τους έκαμε το χατίρι. Μα τον έβαλε τον κουνιάδο του να δώσει όρκο πως δε θα γινότανε ποτές του φονιάς κι άδικος σαν τους μακαρίτες. Και δαύτος, για να ευχαριστήσει το γαμπρό του, έπιασε και σιδερόντυσε το ξύλο που χάλασε τ’ αδέρφια του, να το κάμει πρώτο αναμεταξύ στα άρματά του ο Λιοσθένης.
Πέμπτη 16 Απριλίου 2009
Οι Περιφέρειες - Αργυρούπολης
Η Αργυρούπολη δεν παράγει τίποτε. Αλλά προσφέρει κάθε είδους υπηρεσία και είναι χτισμένη στο πιο κομβικό σημείο της Οικείας Ανατολής. Όπως δηλώνει και το όνομά της, εκεί όλα έχουν μια τιμή. Και οι κάτοικοί της ζουν (δηλωμένα) με μια πιο χαλαρή ηθική από τους υπόλοιπους Αιγλωείς, αγνοώντας ακόμη και αρχές όπως η απαγόρευση της Εκκλησίας του Δημιουργού για διαζύγια και γάμους πέρα από τον πρώτο.
Η ξαναπαντρεμένη
Καλησπέρα στην αφεντιά σας.
Ήτανε μια φορά μια μικροπαντρεμένη. Κι είχε πάρει έναν άντρα που δεν ημπορούσε να βάλει σε σειρά τη ζωή του, πιοτή και παιζοζάρη. Μάλαμα δεν έμενε στο χέρι του, ασήμι δεν έφτανε στο σπίτι του∙ ό,τι κέρδιζε, μετά ή το ξανάπαιζε ή το ‘πινε. Ώσπου έδωσε ο Δημιουργός και βρήκε την πλερωμή του και πάει από προσώπου γης. Και μείνανε η γυναίκα του κι η θεγατέρα του – μωρό της αγκαλιάς – στους πέντε δρόμους με μόνη κληρονομιά δυο ζάρια κοκάλινα.
Χωρίς στον ήλιο μοίρα, η χήρα γύρεψε να πορευτεί με τον δικό της τον κόπο. Ήτανε χρυσοχέρα και τη δεχτήκανε πολλοί στη δούλεψή τους. Και ράφτρα έκανε, και κεντήστρα και την πλύστρα. Μα ήθελε η Μοίρα της να είναι έμορφη και όλο τα αφεντικά της είχανε πονηριά στο νου και μήτε τα μαύρα που φόραγε σεβαστήκανε, μήτε το παιδί της. Έτσι έφευγε κάθε φορά και πήγαινε παραπέρα.
Ώσπου ευρέθη ένας άνθρωπος καλός και τίμιος που την έβαλε στο μαγέρικό του και είδε άσπρη μέρα γιατί τα φαγιά της αρέσανε σε όλον τον κόσμο και από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε και δεν είχε χώρο και καρέγλες πια να βάνει την πελατεία του. Τι τα θες; Πέρασε το πένθος της, ήτανε κι εκείνος νιος κι ωραίος, τα βρήκανε μεταξύ τους κι είπανε να κάμουνε γάμο.
Έλα που η μάνα του δεν την ήθελε. Τι τη θες αυτή, του ‘λεγε, που μπορείς να πάρεις όποια θες, κοπέλα αχάλαστη, δίχως να σου φορτώσει ξένο παιδί; Και μια γειτόνισσα που τον είχε βαλμένο στο μάτι από καιρό να τον παντρολογήσει με την θεγατέρα της, του ‘λεγε να το σκεφτεί καλύτερα, τι και γιο να του κάμει η χήρα, πάλι την κοπέλα της θα κοιτάει καλύτερα, που την είχε πρωτογεννημένη. Ως και οι φίλοι του, πάλε λόγια του βάνανε – ότι αυτή που έχει γνωρισμένο έναν άντρα και τώρα θα μάθει και δεύτερο, μετά γιατί να μη θέλει και τρίτο και τέταρτο.
Αυτουνού το κεφάλι δε γύριζε. Την είχε βάλει στην καρδιά του και αφορμή δεν του είχε δοσμένη πως ο χαρακτήρας της δεν είναι τίμιος. Όπως το είχανε κουβεντιασμένο, της έβαλε στεφάνι. Και στους εννιά μήνες απάνω, του ‘καμε και το γιο. Χαρές και γλέντια, το μαγέρικο όλο γεμάτο, και η ξαναπαντρεμένη δεν είχε δείξει άλλο πρόσωπο. Τον νέο τον άντρα της τον είχε κορώνα στο κεφάλι της, τη δουλειά της όπως πάντα και πρώτα κοίταγε αν είναι το μικρό το παιδί φαγωμένο και ντυμένο, μετά το πρώτο.
Αλλά οι δικοί του πάλε δεν τη χωνεύανε, κάτι τους ξίνιζε, κάτι τους βρώμαγε κι όλο τη γλωσσοτρώγανε. Πες-πες, τους κατάφερε η γειτόνισσα να τόνε γελάσουνε πως η γυναίκα του έκανε αίσχη πίσω από την πλάτη του, να τη διώξει, για το καλό του τάχαμου – λες και δεν ήξερε εκείνος ποιο ήταν το καλό του και το ξέρανε μαθές όλοι οι άλλοι για δαύτονε. Να μην τα πολυλογούμε, μια μέρα που ο ταβερνιάρης είχε πάει στους μακελάρηδες να πάρει κρέατα για το μαγέρικο κι η γυναίκα του ζέστανε νερό να κάμει το λουτρό της, η μάνα του έβαλε έναν από τους φίλους του το σπίτι κι η γειτόνισσα έτρεξε και τόνε φώναξε. Γυρνάει σπίτι, τι να ιδεί, βρήκε τη γυναίκα του τσίτσιδη που είχε κάμει το λουτρό της, το φίλο του στην κάμαρη και το γιο του να κλαίει παρατημένος στην κούνια που τον είχε τσιμπημένο η μάνα του ταβερνιάρη γι’ αυτή τη δουλειά.
Με τα λίγα και τα πολλά, την πέταξε στο δρόμο τη γυναίκα του και την κοπέλα της και μήτε να την ξαναϊδεί, μήτε να την ξανακούσει ήθελε, μήτε της έβαλε πίστη στην αλήθεια που του ‘λεγε. Με τον καιρό, τον καταφέρανε και πήρε και την θεγατέρα της γειτόνισσας, τι είχε και το μωρό και χρειαζούντανε κι εκείνο φροντίδα.
Ας τους αφήσουμε τώρα αυτούς, να πούμε τι απογίνηκε η διωγμένη. Αφού καλό δεν περίμενε από κανέναν πια, πήρε των ομματιών της να φύγει στις ερμιές, να μην ξανασυναντήσει άνθρωπο. Έπιασε την θεγατέρα της από το χέρι και πηγαίνανε τρεις μέρες και τρεις νύχτες ώσπου αποστάσανε και μπήκανε σ’ ένα χάλασμα να κοιμηθούνε. Μέσα στο όνειρο της γυναίκας παρουσιάστηκε ο πρώτος της ο άντρας, ίδιος όπως τη μέρα που τόνε πήρε γαμπρό.
«Μη σκιάζεσαι», της λέει, «και γύρισα πίσω για καλό. Πολλά άδικα σού ‘χω καμωμένα και τρίζουνε τα κόκαλά μου μες το μνημούρι, ένα κυπαρίσσι δε φυτρώνει να μου κάμει ίσκιο, καντήλι δε μου ‘χει ανάψει ποτές. Δε βρίσκω ησυχία ν’ αναπαθώ α δε διορθώσω τα κρίματά μου. Το πρωί που θα ξυπνήσεις, βάλε και σκάψε δίπλα στη γωνιά, εκεί που είναι η παλιά χόβολη ξεραμένη. Με ό,τι βρεις, κάμε όπως καταλαβαίνεις καλύτερα».
Έτσι που την είχε ορμηνεμένη έκαμε την αυγή και βρίσκει βαθιά στο χώμα ένα σακούλι φλουριά. Ξανάβαλε το μυαλό της και σκέφτηκε και αποφάσισε πως όλες τις ατυχιές της τις είχε πάθει που είναι γυναίκα. Γύρισε πίσω στην πόλη και πρώτα-πρώτα παρήγγειλε αντρίκια ρούχα να φορέσει και αγορίστικα για την θεγατέρα της. Ύστερα πήγε στο μαγέρικο που ήτανε απέναντι από του δεύτερου του άντρα της και το αγόρασε με τα φλουριά.
Έκατσε και το ασβέστωσε, άλλαξε τραπέζα και καρέγλες και το ‘καμε αγνώριστο. Έκανε και το μάγερα μοναχή της και σιγά-σιγά, μάζεψε πελατεία κι έκανε χρυσές δουλειές. Μα και ο άντρας της δεν πήγαινε τελείως χαμένος, όποιος δεν έβρισκε να κάτσει στο δικό της πήγαινε απέναντι. Άλλο καλό όμως δεν είχε εκείνος ο άνθρωπος. Ο δεύτερος ο γάμος του βγήκε σκάρτος. Η γειτονοπούλα του έκαμε δεύτερο γιο και μόνο το δικό της παιδί κοίταζε να ‘χει καλά ρούχα και να ναι φαγωμένο. Ο πρώτος ο γιος όλο με τα αποφάγια είχε να κάμει και με ξύλο και του ‘λεγε πως αν τη μαρτυρήσει θα τόνε δώσει σκλάβο για τιμωρία. Παιδάκι ήτανε, δεν ήξερε καλύτερα και την πίστευε. Εκείνη η άτιμη είχε και αγαπητικούς και για να μην τους βάζει μέσα στο σπίτι της, τους συνάνταγε στο πατρικό της, που η μάνα της τής έκανε πλάτες όταν τάχαμου πήγαινε για επίσκεψη. Όλ’ αυτά τα ‘βλεπε η μάνα του ταβερνιάρη και έσκαγε από τη στεναχώρια της, αλλά δε μίληγε για να μη στεναχωρήσει το γιο της και για να μη βγει στο φόρο πως αυτή έφταιγε πρώτ’ απ’ όλα για την κατάντια του.
Αλλά τα ‘βλεπε και η ξαναπαντρεμένη, ακόμα μασκαρεμένη αντρίκια. Κι αν τον άντρα της δεν τον παραλυπόταν που την είχε διώξει χωρίς να την ακούσει και να της βάλει πίστη, το παιδί της το έρμο, το σπλαχνίζονταν. Το περιμάζευε, το ‘κρυβε άμα ήθελε να το δείρει η μητριά, το τάιζε και του μπάλωνε τα ρούχα. Και όταν μεγάλωσε κάπως, το ζήτησε και το πήρε παραγιό με καλό μισθό. Ο πατέρας του δεν ήθελε στην αρχή, μα είχε βρεθεί στην ανάγκη. Ούτε το μαγέρικό του είχες τις παλιές τις δόξες, ούτε και πολλά φλουριά του είχανε μείνει στην άκρη με τη γυναίκα που είχε πάρει και αντί να τον βοηθά στις δουλειές, τον έβαζε να πάρει υπηρέτες και να της κάνει λούσα. Τόσο ξέπεσε πια ο ταβερνιάρης, που ως κι οι φίλοι του δεν τρώγανε πια κοντά του, μα πηγαίνανε στο άλλο μαγέρικο, της πρώτης γυναίκας του.
Εκείνη με τα χρόνια είχε μάθει να παίζει τα ζάρια που της είχε αφημένα ο μακαρίτης, αλλά με τέχνη, όχι σαν τον μακαρίτη που την άφηκε χήρα. Του γιου της και της κόρης της μονάχα, δεν άφηνε ποτέ τα χέρια να πιάσουν τέτοια πράματα και τους το είχε ευχή και κατάρα να μην παίξουν ποτέ στη ζωή τους. Ο δικός της ο σκοπός ήτανε άλλος. Έπιασε να παίζει με τους παλιούς φίλους του ταβερνιάρη και τους κέρδευε συνέχεια, τους πήρε σπίτια και περιουσίες και τους άφησε στο δρόμο. Μα είπε τους τα δίνει όλα πίσω, μονάχα να πάνε να πούνε την αλήθεια για την απάτη που είχε ακούσει τάχαμου πως είχανε κάμει μιανής γυναίκας – του εαυτού της, σα να λέμε. Όλοι κι ο καθένας οι φταίχτες εντρεπόντανε, μα δεν την αντέχανε και την ανέχεια και τελικώς κάμανε την ανάγκη φιλοτιμία και τα ξεφουρνίσανε όλα στον ταβερνιάρη.
Σαν τα άκουσε εκείνος, δεν ήθελε να πιστέψει στην αρχή τέτοιο πράμα. Μα έλα που ήρθε κι ο μοναχογιός του παραπίσω και τον έπιασε και του είπε όλα τα πάθια που είχε περασμένα μικρός. Και τον έσυρε κοντά του, μαζί και τη γιαγιά του, να πιάσουνε τη μητριά στο σπίτι της συμπεθέρας με τους αγαπητικούς στα πράσα. Κι αλήθεια έτσι γίνηκε. Ποιος τον είδε τον ταβερνιάρη μετά και δεν τόνε φοβήθηκε! Ούτε φίλους ήθελε να ξαναϊδεί, ούτε τη δεύτερη τη γυναίκα και την πεθερά του, ούτε τη μάνα του την ίδια, με το κακό που του ‘χανε κάμει και πήγε η μισή ζωή του στράφι. Και στο γιο του τον πρώτο ντρεπότανε να παρουσιαστεί, που δεν τον είχε προσεγμένο κατά πώς έπρεπε. Μόνο έκλεισε το μαγέρικό του και καθόταν απόξω ν’ αναστενάζει, πώς να ‘βρισκε την πρώτη του γυναίκα να της ζητήσει σχώρεση γονατιστός.
Πήγε κοντά ο άλλος ο ταβερνιάρης – η ξαναπαντρεμένη, σα να λέμε – και του έπιασε κουβέντα. Αφού άκουσε όλη την ιστορία, πιάνει και τον ρωτάει τον δυο φορές ζωντοχήρο:
«Εγώ την ξέρω τη γυναίκα που ‘διωξες και ζει καλά. Σε ξαναπαίρνει λες πίσω άμα έχει τώρα φλουριά και μπορεί να ματαπαντρευτεί νεότερο κι εμορφότερο; Κι άμα έχει γνωρισμένους τρεις και τέσσερις άντρες, τι να σε κάμει εσένα έναν και σιτεμένο; Και το παιδί που σου ‘καμε θα το ‘χει ξεχασμένο, τόσα χρόνια που ‘χει να το ‘δει κι έχεις και δεύτερο παιδί ακόμα, που δε βγήκε από τη δική της την κοιλιά».
«Καλά τα λες», αποκρίθηκε φαρμακωμένος ο ταβερνιάρης, δίχως να ξέρει ακόμα πως την είχε μπροστά του εκείνη που ‘ψαχνε. «Εμένα η ζωή μου τελειωμένη είναι τώρα. Ούτε περιμένω τίποτις από δαύτη, μονάχα να ξεχολώσει όσο γίνεται, να σκωθεί από πάνω μου το άδικο που της έκαμα σκεδόν αθέλητά μου και μετά να φύγω στις ερμιές να μη βλέπει άνθρωπος τις πομπές μου».
Τότες λύγισε η καρδιά της μασκαρεμένης και φανερώθηκε πως είναι γυναίκα και ποια.
«Μωρέ τελειώνει ποτέ η ζωή όσο παίρνουμε ανάσα;», του λέει. «Όπως εσύ δε μ’ έκανες πέρα μέχρι που σε γελάσανε, έτσι κι εγώ δε σε κάνω πέρα για ξένες κουβέντες. Και να πας να βρεις τον άλλο γιο που έκαμες, γιατί δεν έχει παιδί μου και παιδί σου. Όπως εσύ τη θεγατέρα μου την είχες σα δική σου, έτσι κι εγώ θα το ‘χω το παιδί αίμα μου. Άιντε γιατί έχουμε να τα κοιτάξουμε και να τα νοικοκυρέψουμε, να κάμουνε καλές παντρειές, όχι σαν εκείνες που μας βρήκανε εμάς».
Αγκαλιαστήκανε, φιλιώσανε και για τα χρόνια που χάσανε και δεν ήτανε μαζί, τα άλλα χρόνια που ‘ρθανε παραπίσω, διπλά καλά τα περάσανε.
Η ξαναπαντρεμένη
Καλησπέρα στην αφεντιά σας.
Ήτανε μια φορά μια μικροπαντρεμένη. Κι είχε πάρει έναν άντρα που δεν ημπορούσε να βάλει σε σειρά τη ζωή του, πιοτή και παιζοζάρη. Μάλαμα δεν έμενε στο χέρι του, ασήμι δεν έφτανε στο σπίτι του∙ ό,τι κέρδιζε, μετά ή το ξανάπαιζε ή το ‘πινε. Ώσπου έδωσε ο Δημιουργός και βρήκε την πλερωμή του και πάει από προσώπου γης. Και μείνανε η γυναίκα του κι η θεγατέρα του – μωρό της αγκαλιάς – στους πέντε δρόμους με μόνη κληρονομιά δυο ζάρια κοκάλινα.
Χωρίς στον ήλιο μοίρα, η χήρα γύρεψε να πορευτεί με τον δικό της τον κόπο. Ήτανε χρυσοχέρα και τη δεχτήκανε πολλοί στη δούλεψή τους. Και ράφτρα έκανε, και κεντήστρα και την πλύστρα. Μα ήθελε η Μοίρα της να είναι έμορφη και όλο τα αφεντικά της είχανε πονηριά στο νου και μήτε τα μαύρα που φόραγε σεβαστήκανε, μήτε το παιδί της. Έτσι έφευγε κάθε φορά και πήγαινε παραπέρα.
Ώσπου ευρέθη ένας άνθρωπος καλός και τίμιος που την έβαλε στο μαγέρικό του και είδε άσπρη μέρα γιατί τα φαγιά της αρέσανε σε όλον τον κόσμο και από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε και δεν είχε χώρο και καρέγλες πια να βάνει την πελατεία του. Τι τα θες; Πέρασε το πένθος της, ήτανε κι εκείνος νιος κι ωραίος, τα βρήκανε μεταξύ τους κι είπανε να κάμουνε γάμο.
Έλα που η μάνα του δεν την ήθελε. Τι τη θες αυτή, του ‘λεγε, που μπορείς να πάρεις όποια θες, κοπέλα αχάλαστη, δίχως να σου φορτώσει ξένο παιδί; Και μια γειτόνισσα που τον είχε βαλμένο στο μάτι από καιρό να τον παντρολογήσει με την θεγατέρα της, του ‘λεγε να το σκεφτεί καλύτερα, τι και γιο να του κάμει η χήρα, πάλι την κοπέλα της θα κοιτάει καλύτερα, που την είχε πρωτογεννημένη. Ως και οι φίλοι του, πάλε λόγια του βάνανε – ότι αυτή που έχει γνωρισμένο έναν άντρα και τώρα θα μάθει και δεύτερο, μετά γιατί να μη θέλει και τρίτο και τέταρτο.
Αυτουνού το κεφάλι δε γύριζε. Την είχε βάλει στην καρδιά του και αφορμή δεν του είχε δοσμένη πως ο χαρακτήρας της δεν είναι τίμιος. Όπως το είχανε κουβεντιασμένο, της έβαλε στεφάνι. Και στους εννιά μήνες απάνω, του ‘καμε και το γιο. Χαρές και γλέντια, το μαγέρικο όλο γεμάτο, και η ξαναπαντρεμένη δεν είχε δείξει άλλο πρόσωπο. Τον νέο τον άντρα της τον είχε κορώνα στο κεφάλι της, τη δουλειά της όπως πάντα και πρώτα κοίταγε αν είναι το μικρό το παιδί φαγωμένο και ντυμένο, μετά το πρώτο.
Αλλά οι δικοί του πάλε δεν τη χωνεύανε, κάτι τους ξίνιζε, κάτι τους βρώμαγε κι όλο τη γλωσσοτρώγανε. Πες-πες, τους κατάφερε η γειτόνισσα να τόνε γελάσουνε πως η γυναίκα του έκανε αίσχη πίσω από την πλάτη του, να τη διώξει, για το καλό του τάχαμου – λες και δεν ήξερε εκείνος ποιο ήταν το καλό του και το ξέρανε μαθές όλοι οι άλλοι για δαύτονε. Να μην τα πολυλογούμε, μια μέρα που ο ταβερνιάρης είχε πάει στους μακελάρηδες να πάρει κρέατα για το μαγέρικο κι η γυναίκα του ζέστανε νερό να κάμει το λουτρό της, η μάνα του έβαλε έναν από τους φίλους του το σπίτι κι η γειτόνισσα έτρεξε και τόνε φώναξε. Γυρνάει σπίτι, τι να ιδεί, βρήκε τη γυναίκα του τσίτσιδη που είχε κάμει το λουτρό της, το φίλο του στην κάμαρη και το γιο του να κλαίει παρατημένος στην κούνια που τον είχε τσιμπημένο η μάνα του ταβερνιάρη γι’ αυτή τη δουλειά.
Με τα λίγα και τα πολλά, την πέταξε στο δρόμο τη γυναίκα του και την κοπέλα της και μήτε να την ξαναϊδεί, μήτε να την ξανακούσει ήθελε, μήτε της έβαλε πίστη στην αλήθεια που του ‘λεγε. Με τον καιρό, τον καταφέρανε και πήρε και την θεγατέρα της γειτόνισσας, τι είχε και το μωρό και χρειαζούντανε κι εκείνο φροντίδα.
Ας τους αφήσουμε τώρα αυτούς, να πούμε τι απογίνηκε η διωγμένη. Αφού καλό δεν περίμενε από κανέναν πια, πήρε των ομματιών της να φύγει στις ερμιές, να μην ξανασυναντήσει άνθρωπο. Έπιασε την θεγατέρα της από το χέρι και πηγαίνανε τρεις μέρες και τρεις νύχτες ώσπου αποστάσανε και μπήκανε σ’ ένα χάλασμα να κοιμηθούνε. Μέσα στο όνειρο της γυναίκας παρουσιάστηκε ο πρώτος της ο άντρας, ίδιος όπως τη μέρα που τόνε πήρε γαμπρό.
«Μη σκιάζεσαι», της λέει, «και γύρισα πίσω για καλό. Πολλά άδικα σού ‘χω καμωμένα και τρίζουνε τα κόκαλά μου μες το μνημούρι, ένα κυπαρίσσι δε φυτρώνει να μου κάμει ίσκιο, καντήλι δε μου ‘χει ανάψει ποτές. Δε βρίσκω ησυχία ν’ αναπαθώ α δε διορθώσω τα κρίματά μου. Το πρωί που θα ξυπνήσεις, βάλε και σκάψε δίπλα στη γωνιά, εκεί που είναι η παλιά χόβολη ξεραμένη. Με ό,τι βρεις, κάμε όπως καταλαβαίνεις καλύτερα».
Έτσι που την είχε ορμηνεμένη έκαμε την αυγή και βρίσκει βαθιά στο χώμα ένα σακούλι φλουριά. Ξανάβαλε το μυαλό της και σκέφτηκε και αποφάσισε πως όλες τις ατυχιές της τις είχε πάθει που είναι γυναίκα. Γύρισε πίσω στην πόλη και πρώτα-πρώτα παρήγγειλε αντρίκια ρούχα να φορέσει και αγορίστικα για την θεγατέρα της. Ύστερα πήγε στο μαγέρικο που ήτανε απέναντι από του δεύτερου του άντρα της και το αγόρασε με τα φλουριά.
Έκατσε και το ασβέστωσε, άλλαξε τραπέζα και καρέγλες και το ‘καμε αγνώριστο. Έκανε και το μάγερα μοναχή της και σιγά-σιγά, μάζεψε πελατεία κι έκανε χρυσές δουλειές. Μα και ο άντρας της δεν πήγαινε τελείως χαμένος, όποιος δεν έβρισκε να κάτσει στο δικό της πήγαινε απέναντι. Άλλο καλό όμως δεν είχε εκείνος ο άνθρωπος. Ο δεύτερος ο γάμος του βγήκε σκάρτος. Η γειτονοπούλα του έκαμε δεύτερο γιο και μόνο το δικό της παιδί κοίταζε να ‘χει καλά ρούχα και να ναι φαγωμένο. Ο πρώτος ο γιος όλο με τα αποφάγια είχε να κάμει και με ξύλο και του ‘λεγε πως αν τη μαρτυρήσει θα τόνε δώσει σκλάβο για τιμωρία. Παιδάκι ήτανε, δεν ήξερε καλύτερα και την πίστευε. Εκείνη η άτιμη είχε και αγαπητικούς και για να μην τους βάζει μέσα στο σπίτι της, τους συνάνταγε στο πατρικό της, που η μάνα της τής έκανε πλάτες όταν τάχαμου πήγαινε για επίσκεψη. Όλ’ αυτά τα ‘βλεπε η μάνα του ταβερνιάρη και έσκαγε από τη στεναχώρια της, αλλά δε μίληγε για να μη στεναχωρήσει το γιο της και για να μη βγει στο φόρο πως αυτή έφταιγε πρώτ’ απ’ όλα για την κατάντια του.
Αλλά τα ‘βλεπε και η ξαναπαντρεμένη, ακόμα μασκαρεμένη αντρίκια. Κι αν τον άντρα της δεν τον παραλυπόταν που την είχε διώξει χωρίς να την ακούσει και να της βάλει πίστη, το παιδί της το έρμο, το σπλαχνίζονταν. Το περιμάζευε, το ‘κρυβε άμα ήθελε να το δείρει η μητριά, το τάιζε και του μπάλωνε τα ρούχα. Και όταν μεγάλωσε κάπως, το ζήτησε και το πήρε παραγιό με καλό μισθό. Ο πατέρας του δεν ήθελε στην αρχή, μα είχε βρεθεί στην ανάγκη. Ούτε το μαγέρικό του είχες τις παλιές τις δόξες, ούτε και πολλά φλουριά του είχανε μείνει στην άκρη με τη γυναίκα που είχε πάρει και αντί να τον βοηθά στις δουλειές, τον έβαζε να πάρει υπηρέτες και να της κάνει λούσα. Τόσο ξέπεσε πια ο ταβερνιάρης, που ως κι οι φίλοι του δεν τρώγανε πια κοντά του, μα πηγαίνανε στο άλλο μαγέρικο, της πρώτης γυναίκας του.
Εκείνη με τα χρόνια είχε μάθει να παίζει τα ζάρια που της είχε αφημένα ο μακαρίτης, αλλά με τέχνη, όχι σαν τον μακαρίτη που την άφηκε χήρα. Του γιου της και της κόρης της μονάχα, δεν άφηνε ποτέ τα χέρια να πιάσουν τέτοια πράματα και τους το είχε ευχή και κατάρα να μην παίξουν ποτέ στη ζωή τους. Ο δικός της ο σκοπός ήτανε άλλος. Έπιασε να παίζει με τους παλιούς φίλους του ταβερνιάρη και τους κέρδευε συνέχεια, τους πήρε σπίτια και περιουσίες και τους άφησε στο δρόμο. Μα είπε τους τα δίνει όλα πίσω, μονάχα να πάνε να πούνε την αλήθεια για την απάτη που είχε ακούσει τάχαμου πως είχανε κάμει μιανής γυναίκας – του εαυτού της, σα να λέμε. Όλοι κι ο καθένας οι φταίχτες εντρεπόντανε, μα δεν την αντέχανε και την ανέχεια και τελικώς κάμανε την ανάγκη φιλοτιμία και τα ξεφουρνίσανε όλα στον ταβερνιάρη.
Σαν τα άκουσε εκείνος, δεν ήθελε να πιστέψει στην αρχή τέτοιο πράμα. Μα έλα που ήρθε κι ο μοναχογιός του παραπίσω και τον έπιασε και του είπε όλα τα πάθια που είχε περασμένα μικρός. Και τον έσυρε κοντά του, μαζί και τη γιαγιά του, να πιάσουνε τη μητριά στο σπίτι της συμπεθέρας με τους αγαπητικούς στα πράσα. Κι αλήθεια έτσι γίνηκε. Ποιος τον είδε τον ταβερνιάρη μετά και δεν τόνε φοβήθηκε! Ούτε φίλους ήθελε να ξαναϊδεί, ούτε τη δεύτερη τη γυναίκα και την πεθερά του, ούτε τη μάνα του την ίδια, με το κακό που του ‘χανε κάμει και πήγε η μισή ζωή του στράφι. Και στο γιο του τον πρώτο ντρεπότανε να παρουσιαστεί, που δεν τον είχε προσεγμένο κατά πώς έπρεπε. Μόνο έκλεισε το μαγέρικό του και καθόταν απόξω ν’ αναστενάζει, πώς να ‘βρισκε την πρώτη του γυναίκα να της ζητήσει σχώρεση γονατιστός.
Πήγε κοντά ο άλλος ο ταβερνιάρης – η ξαναπαντρεμένη, σα να λέμε – και του έπιασε κουβέντα. Αφού άκουσε όλη την ιστορία, πιάνει και τον ρωτάει τον δυο φορές ζωντοχήρο:
«Εγώ την ξέρω τη γυναίκα που ‘διωξες και ζει καλά. Σε ξαναπαίρνει λες πίσω άμα έχει τώρα φλουριά και μπορεί να ματαπαντρευτεί νεότερο κι εμορφότερο; Κι άμα έχει γνωρισμένους τρεις και τέσσερις άντρες, τι να σε κάμει εσένα έναν και σιτεμένο; Και το παιδί που σου ‘καμε θα το ‘χει ξεχασμένο, τόσα χρόνια που ‘χει να το ‘δει κι έχεις και δεύτερο παιδί ακόμα, που δε βγήκε από τη δική της την κοιλιά».
«Καλά τα λες», αποκρίθηκε φαρμακωμένος ο ταβερνιάρης, δίχως να ξέρει ακόμα πως την είχε μπροστά του εκείνη που ‘ψαχνε. «Εμένα η ζωή μου τελειωμένη είναι τώρα. Ούτε περιμένω τίποτις από δαύτη, μονάχα να ξεχολώσει όσο γίνεται, να σκωθεί από πάνω μου το άδικο που της έκαμα σκεδόν αθέλητά μου και μετά να φύγω στις ερμιές να μη βλέπει άνθρωπος τις πομπές μου».
Τότες λύγισε η καρδιά της μασκαρεμένης και φανερώθηκε πως είναι γυναίκα και ποια.
«Μωρέ τελειώνει ποτέ η ζωή όσο παίρνουμε ανάσα;», του λέει. «Όπως εσύ δε μ’ έκανες πέρα μέχρι που σε γελάσανε, έτσι κι εγώ δε σε κάνω πέρα για ξένες κουβέντες. Και να πας να βρεις τον άλλο γιο που έκαμες, γιατί δεν έχει παιδί μου και παιδί σου. Όπως εσύ τη θεγατέρα μου την είχες σα δική σου, έτσι κι εγώ θα το ‘χω το παιδί αίμα μου. Άιντε γιατί έχουμε να τα κοιτάξουμε και να τα νοικοκυρέψουμε, να κάμουνε καλές παντρειές, όχι σαν εκείνες που μας βρήκανε εμάς».
Αγκαλιαστήκανε, φιλιώσανε και για τα χρόνια που χάσανε και δεν ήτανε μαζί, τα άλλα χρόνια που ‘ρθανε παραπίσω, διπλά καλά τα περάσανε.
Τετάρτη 1 Απριλίου 2009
Οι Περιφέρειες - Ευίππου
Η Περιφέρεια Ευίππου, στο νότιο μέρος της Οικείας Ανατολής, είναι δύσκολο να χαρακτηριστεί. Αποτελείται από πεδιάδες, βουνά, λίμνες και κάθε άλλου είδους γεωγραφικό στοιχείο, όλα σε μικρή έκταση. Αν υπάρχει κάτι μοναδικό στην περιοχή, εκτός από το πλήθος των εξαιρετικών αλόγων που εκτρέφονται εκεί, αυτό είναι οι νεραϊδότοποι: κοιλάδες γεμάτες φυσικούς ορθόλιθους και πετρώδεις πλαγιές με σχισμάδες στις οποίες ο άνεμος ουρλιάζει αδιάλλειπτα. Το απόκοσμο τοπίο κάνεις τους ανθρώπους να λένε πως είναι έργο η κατοικία νεράιδων.

Photo by Mila Zinkova/Edit by CillanXC. Used under the Creative Commons Attribution ShareAlike 2.5 Licence.
Η νεραϊδονύφη
Σε καιρούς παλιακούς, τον τόπο τον διαφέντευε ένας άρχοντας που είχαν να λένε για την εμορφιά του. Βρήκε και ταίρι αντάξιό του και κάμαν ένα γιο που δεν είχε ξαναδεί η Πλάση. Ψηλός, σπαθάτος, μελαχροινός, μαυρομάτης. Μα όσο μεγάλωνε, απ’ όλους το ίδιο άκουγε. Πως γυναίκα ταιριαστή του σε όψη και σε πλούτο, δε θε να βρει.
Όταν φτάσανε τα χρόνια του για παντρειά, κάμανε καλέστρα ο κύρης κι η μάνα του σε όλες τις αρχοντοπούλες να διαλέξουνε την καλύτερη. Μα καμιά δεν τους γιόμιζε το μάτι και σε καμιά δεν το παίρνανε απόφαση να δώσουνε τον κανακάρη τους. Κι εκεί που είχαν απελπιστεί κι αυτοί κι εκείνος, ένα βράδυ που καθόταν στον κήπο του και τραγουδούσε λυπημένος, σαν ένα φως να ‘πεσε στα μάτια του. Γυρνάει, τι να δει; Μια κόρη τόσο ξανθομαλλούσα που το κεφάλι της καθρέφτιζε το φεγγάρι, άσπρη σαν το γάλα και πρασινομάτα σαν τη γάτα.
Τρέχει να πάει κοντά της, δεν πρόλαβε. Καβαλίκεψε ‘κείνη ένα άτι άσπρο, έκατσε πλαγιαστά στη σέλα και μην την είδατε, μην την απαντήσατε. Πάει το αρχοντόπουλο στους γονέους του και τους λέει το και το. Εγώ ή θα πάρω αυτήνη ή θα πάω καλόγερος. Είπανε να στείλουνε κόσμο να την ψάξει, μα το αρχοντόπουλο δεν κρατιότανε. Ούτε συνοδειά έπαιρνε κοντά του. Μόνο το δαχτυλίδι της μάμμης του να το δώκει για αρρεβώνα και το πιο γλήγορο άλογο που είχανε, να φύγει αξημέρωτα ακόμα. Πώς να κάμουνε ο κύρης κι η μάνα του, του δώκανε την ευκή τους.
Παίρνει το στρατί στρατί, το δρόμο δρόμο, περνάνε μέρες, φτάνει σε μια διχάλα σε βουνί και δεν ήξερε πού να πάει. Βλέπει ένα αϊτό κουρνιασμένο σε δεντρί με το κεφάλι χαμηλά και τις φτερούγες κατεβασμένες. Ντράπηκε να τον ρωτήσει για την κοπελιά.
«Τι έχεις κυρ-αϊτέ;»
«Τι να ‘χω, που έκαμε η κυρά μου έκαμε ένα σωρό αυγά εφέτος και δεν προλαβαίνω να κυνηγάω και να ταΐζω τ’ αϊτόπουλα; Όπως πάει, δε βλέπω να μου ζούνε όλα. Να ‘σαι καλά που άκουσες τα βάσανά μου, γιατί μια κόρη που πέρασε μ’ ένα άσπρο άλογο και πήγε στο ζερβί το μονοπάτι, ούτε και ‘στάθη με καλησπερίσει».
Ευχαριστεί το αρχοντόπουλο τον αϊτό, του εύχεται καλή τύχη και πάλι πίσω στο δρόμο. Φτάνει σε διχάλα σε κάμπο και πάλι κοντοστέκεται. Εκεί ήτανε ένας περιβολάρης με τα παλικάρια του και φορτώνανε το βιος τους σ’ ένα κάρο να φύγουνε. Ντράπηκε το αρχοντόπουλο να ρωτήσει για την κόρη που ‘ψαχνε.
«Τι κακό σας βρήκε πατριώτες κι αφήνετε τη γη σας πίσω;»
«Κακό μαύρο», αποκριθήκανε. «Εφέτος γινήκανε πολλοί λαγοί και δεν προφταίνουμε να τους ξεπαστρεύουμε, μας χαλάνε όλα τα φύτρα. Πάει ο κόπος μας χαμένος και σοδειά δε θα ξαναδούμε Να ‘σαι καλά που άκουσες τα βάσανά μου, γιατί μια κόρη που πέρασε μ’ ένα άσπρο άλογο και πήγε στο ζερβί το μονοπάτι, ούτε και ‘γύρισε να μας κοιτάξει».
Βιαζότανε το αρχοντόπουλο να πάει ξοπίσω της, μα δεν του ‘κανε και καρδιά να τους αφήσει έτσι, που τον είχανε βοηθημένο. Γυρνάει πίσω, ξαναβρίσκει τον αϊτό και του λέει έτσι κι έτσι, εκεί θα πας να βρίσκεις όσο κυνήγι θες.
«Τέτοιο καλό που μου ‘καμες», αποκρίθηκε το πουλί, «πάρε το φτερό μου κι α με χρειαστείς το τσακίνεις».
Πάλι μπροστά το αρχοντόπουλο, πάει και πάει, φτάνει σε διχάλα δασωμένη και δεν ήξερε κατά πού να κάμει. Βλέπει ένα κυνηγό κι ήτανε κίτρινος σαν το φλουρί και καθότανε σε μια πέτρα να πελεκάει ένα κομμάτι ξύλο. Ντράπηκε να τον ρωτήσει για την κόρη, μες τη στενοχώρια του.
«Τι βάσανο έχεις, κυρ κυνηγέ;»
«Το βάσανο που ‘χεις και ‘συ. Του έρωτα. Άμα γυαλιστείς, θα δεις που έχεις καταντήσει σαν εμένα απ’ τον καημό. Μα εγώ πάω να χαθώ, γιατί ο κύρης της κόρης που θέλω μου ζήτησε να του φέρω ένα δέρμα για να δείξω την τέχνη μου κι όπως είναι χειμώνας, έχουν λουφάξει όλα τα θεριά και δε βρίσκω κανένα. Και στεναχωριέμαι γιατί πέρασε μια ξανθομαλλούσα και μου θύμισε τον καημό μου όπως ξεμάκραινε στο ζερβί μονοπάτι».
Το αρχοντόπουλο αγκάλιασε τον κυνηγό και του ‘πε να βαστήξει καρδιά και θα βρεθεί τρόπος, όπως βρισκότανε και για κείνο. Μετά καβαλίκεψε ξανά και πήρε το κατόπι της κόρης. Ώσπου έφτασε σ’ ένα λιβάδι και τέλειωσε το μονοπάτι και δεν ήξερε τι να κάμει. Βλέπει μελισσοκόμους και κλαίγανε τα κουβέλια τους σπασμένα. Ντράπηκε να τους ρωτήσει για το δρόμο μες τον πόνο τους.
«Τι πάθατε, μαστόροι;»
«Τι να πάθουμε; Κάθε που ξαναστένουμε κουβέλια, έρχεται μια αρκούδα και τρώει το μέλι. Δυο φορές μεγάλη σαν τις άλλες, μήτε ύπνος την πιάνει τώρα που πιάσανε χιόνια, μήτε τίποτα τη βαστάει πίσω, μήτε φοβάται σκυλί. Χτες πρόγκηξε και το άτι της αρχόντισσας που έχει το παλάτι της πέρα προς τα κει και δε στάθηκε να τη φιλέψουμε».
Βλέποντας που κόντευε να φτάσει εκεί που ‘θελε, το αρχοντόπουλο δεν κρατιότανε. Μα σκέφτηκε και τον κυνηγό που μαράζωνε και δεν του ‘κανε καρδιά να τον απαρατήσει στη μοίρα του. Ματαγυρνάει στο δάσο και του λέει το και το, εκεί θα πας να στήσεις καρτέρι, να βρεις δέρμα που δεν το ματάδε μάτι ανθρώπινο.
«Τέτοιο καλό που μου ‘καμες», αποκρίθηκε ο κυνηγός, «πάρε τη σαΐτα μου κι α με χρειαστείς την τσακίνεις».
Μετά, ποιος το κρατεί και ποιος το προλαβαίνει το αρχοντόπουλο! Περνάει και το λιβάδι και φτάνει σ’ ένα νεραϊδότοπο. Φέρνει από ‘δω, φέρνει από κει, βρίσκει μια λίμνη και δίπλα ένα γέρο πλάτανο με τα κλωνιά του γερμένα λες κι ήτανε ιτιά. Παλάτι πουθενά. Ντράπηκε να ρωτήσει το δεντρί που είχε τέτοιο χάλι.
«Τι έχεις γερο-πλάτανε;»
«Τι να ‘χω, παιδί μου; Χίλιοι και μύριοι ταξιδιώτες κοιμηθήκανε στη σκιά μου και τώρα άνθρωπος δε με πλησιάζει, γιατί έχει κρεμαστεί ένα αγριομελίσσι στα κλωνιά μου κι όποιος σιμώσει τον κεντάνε».
Το παλικάρι δάγκωσε τ’ αχείλι του, μα το λυπήθηκε το δεντρί και γύρισε πίσω στο λιβάδι να μάθει πώς να καπνίζει τα κουβέλια. Κι ύστερα γύρισε στη λίμνη κι έδιωξε το μελίσσι.
«Να ‘σαι καλά σου πάντα», είπε ο γέρο-πλάτανος. «Δυο χάρες θα σου κάμω για το καλό που μου ‘καμες. Για να φτάσεις ως εδώ, θα γυρεύεις τη νεράιδα. Περίμενε, το λοιπόν, ως να γιομώσει το φεγγάρι και να φτάσει να φέγγει ίσα πάνου απ’ το νερό. Και τότε πιάσε γερά μια φεγγαραχτίδα και γλίστρα να σε πάει τέρμα κάτου, αλλιώς δεν προφταίνεις με ανθρώπινη ανασαιμιά να φτάσεις. Και πάρε κι ένα κλωνί μου κι α με χρειαστείς το τσακίνεις».
Έτσι έκαμε το αρχοντόπουλο. Καρτέρεσε, και σαν το φεγγάρι έφτασε μεσούρανα και ασήμισε το νερό, απλώνει το χέρι, γραπώνει λίγο φως και αμολιέται. Κατεβαίνει, κατεβαίνει, περνάει δίπλα από ψάρια, και τι να δει μπροστά του, μες τη λίμνη ήταν ένα γυάλινο παλάτι που δε φαινόταν στα νερά, παρεξόν κι άμα το φώτιζε το φεγγάρι. Κι η αχτίδα που βαστούσε τον έφερε στο κατώφλι μπροστά, σα σκοινί κρεμασμένο. Διαβαίνει τη θύρα, όλα μέσα κρουσταλλένια και μαλαματένια, τέτοιο πλούτο δεν είχανε ούτε οι γονέοι του. Και σ’ ένα θρονί διαμαντένιο, η νεράιδα – που ήτανε, δηλαδή, η κόρη που κυνήγαε τόσες μέρες – και έλαμπε πιο πολύ απ’ όλα τ’ άλλα πράματα εκεί μέσα. Και γύρα της αγάλματα παλικαριών.
Τον κοιτάει καλά-καλά με τα πράσινα τα μάτια της και του λέει:
«Ήθελα να σε δω που είχανε να λένε για την εμορφιά σου, μα σ’ έκαψα με τα καμώματά μου. Τι εδώ που ήρθες, ή θα με πάρεις νύφη ή πας χαμένος. Τον βλέπεις κείνο τον τράφο; Είναι γιομάτος με τα δαχτυλίδια που μου φέρανε άλλοι γαμπροί. Μα είμαι νεράιδα και πριν πλαγιάσω με άνθρωπο πρέπει να κάμει τρεις ανδραγαθίες. Κι αν χάσει την πρώτη, τον κοιτώ και του ξεραίνονται τα χέρια. Κι αν χάσει τη δεύτερη, τον κοιτώ και παλαβώνει. Κι αν χάσει την τρίτη, τον κοιτώ και μαρμαρώνει».
Στη μοναξιά της, η νεράιδα είχε ένα χρυσό τόπι σαν όλες τις γενιάς της για να παίζει. Μα το ‘χε χαμένο καιρούς και χρόνια και δεν ημπόρεσε κανένας να το ‘βρει κι ας γυρίσανε όλο το νεραϊδότοπο, απ’ άκρη σ’ άκρη. Πρώτη ανδραγαθία ήτανε να πάει το αρχόντόπουλο να της φέρει της νεράιδας το τόπι της. Τσακίνει το αρχοντόπουλο το φτερό του αϊτού, πετάει το πουλί, γυρεύει εδώ, γυρεύει εκεί, φτάνει το μάτι του και βλέπει εκεί που τ’ ανθρώπινο δεν έφτανε. Ήτανε το χρυσό το τόπι πιασμένο μέσα σε μια βατσουνιά, μiσοξηλωμένο. Βουτάει ο αϊτός λες και χούμαγε σε περιστέρα, το πιάνει με τη μύτη του το τόπι και το φέρνει να το απιθώσει μπρος στα πόδια του παιδιού.
Ήταν κι ένα αηδόνι αργυρό, που η φωνή του ακουγόταν έλεγε ο μύθος, σαν χίλια κουδουνάκια. Κι όποιος τ’ άκουγε, λέγανε, τον πιάνανε τα γέλια απ’ τη χαρά του, δεν πα να ‘χε και πένθος ακόμα. Δεύτερη ανδραγαθία ήτανε να πάει το αρχοντόπουλο να της φέρει της νεράιδας τ’ αργυρό αηδόνι ζωντανό, να τ’ ακούει το κελάηδισμά του σαν σεργιανά στους νερένιους κήπους της. Ο αϊτός μπορούσε να το βρει που φτερουγίζει, μα μόνο σκοτωμένα ήξερε να τα πιάνει τα άλλα πουλιά, ποτέ ζωντανά. Τσακίνει το αρχοντόπουλο τη σαΐτα του κυνηγού, έρχεται αμέσως κείνος, ήξερε όλα τα καρτέρια και τα δόκανα. Απλώνει σιναπόσπορο, κεχρί και κόλλα από ρετσίνι, κατεβαίνει τ’ αργυρό αηδόνι να τσιμπολογήσει και πιάνεται, δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τις φτερούγες του. Το βάζει ευθύς σε κλουβί ο κυνηγός, το δένει σε φεγγαραχτίδα κι ίσια κάτω κυλάει, τσουπ στα χέρια του αρχοντόπουλου.
Κόντευε να κάτσει το φεγγάρι και λίγο είχανε να φαίνονται ακόμα οι αχτίδες του στη λίμνη. Τελευταία ανδραγαθία ήτανε να φτάσει το αρχοντόπουλο απάνω στην όχθη πρώτα από τη νεράιδα. Πιάνουνε κι οι δυο ν’ ανέβουνε, αλλά πού, άλλο το γλύστρισμα προς τα κάτου, άλλο το σκαρφάλωμα. Η κόρη κόντεψε να χαθεί από τα μάτια του αρχοντόπουλου, αλαφρή σα σύγνεφο, όπως όλες οι νεράιδες. Τα δικά του τα χέρια, αμάθητα από δουλειά, ματώνανε. Πού να την προλάβει. Χαμένος από τη μια, χαμένος από την άλλη. Να μείνει πίσω, μόλις καθότανε το φεγγάρι θα πνιγότανε, να φτάσει δεύτερος, θα τον μαρμάρωνε η νεράιδα. Τσακίνει το κλωνί του πλάτανου το αρχοντόπουλο, γέρνει το δεντρί, πιάνεται γερά αυτός, τον τραβάει ο γέρο-πλάτανος. Την ώρα που πάτησε το πρώτο ποδάρι της νεράιδας στην όχθη, πατήσανε και τα δυο τα δικά του μαζί δίπλα της και την κέρδεψε.
Πια δεν είχε λόγο να του πει και να τον κάμει πέρα. Αποφασίσανε να κάμουν δυο γάμους, έναν στο παλάτι της κι έναν στο δικό του, και να ζούνε το μισό χρόνο εδώ και το μισό χρόνο εκεί. Και γίνανε δυο γλέντια που δεν ξαναπεράσανε ούτε θα ξαναπεράσουνε, σαράντα μέρες να χορεύουνε οι ανθρώποι με τις νεράιδες αντάμα, κι ύστερα άλλες σαράντα να χορεύουνε οι νεράιδες με τους ανθρώπους. Καλότυχος να το ‘βλεπε!

Photo by Mila Zinkova/Edit by CillanXC. Used under the Creative Commons Attribution ShareAlike 2.5 Licence.
Η νεραϊδονύφη
Σε καιρούς παλιακούς, τον τόπο τον διαφέντευε ένας άρχοντας που είχαν να λένε για την εμορφιά του. Βρήκε και ταίρι αντάξιό του και κάμαν ένα γιο που δεν είχε ξαναδεί η Πλάση. Ψηλός, σπαθάτος, μελαχροινός, μαυρομάτης. Μα όσο μεγάλωνε, απ’ όλους το ίδιο άκουγε. Πως γυναίκα ταιριαστή του σε όψη και σε πλούτο, δε θε να βρει.
Όταν φτάσανε τα χρόνια του για παντρειά, κάμανε καλέστρα ο κύρης κι η μάνα του σε όλες τις αρχοντοπούλες να διαλέξουνε την καλύτερη. Μα καμιά δεν τους γιόμιζε το μάτι και σε καμιά δεν το παίρνανε απόφαση να δώσουνε τον κανακάρη τους. Κι εκεί που είχαν απελπιστεί κι αυτοί κι εκείνος, ένα βράδυ που καθόταν στον κήπο του και τραγουδούσε λυπημένος, σαν ένα φως να ‘πεσε στα μάτια του. Γυρνάει, τι να δει; Μια κόρη τόσο ξανθομαλλούσα που το κεφάλι της καθρέφτιζε το φεγγάρι, άσπρη σαν το γάλα και πρασινομάτα σαν τη γάτα.
Τρέχει να πάει κοντά της, δεν πρόλαβε. Καβαλίκεψε ‘κείνη ένα άτι άσπρο, έκατσε πλαγιαστά στη σέλα και μην την είδατε, μην την απαντήσατε. Πάει το αρχοντόπουλο στους γονέους του και τους λέει το και το. Εγώ ή θα πάρω αυτήνη ή θα πάω καλόγερος. Είπανε να στείλουνε κόσμο να την ψάξει, μα το αρχοντόπουλο δεν κρατιότανε. Ούτε συνοδειά έπαιρνε κοντά του. Μόνο το δαχτυλίδι της μάμμης του να το δώκει για αρρεβώνα και το πιο γλήγορο άλογο που είχανε, να φύγει αξημέρωτα ακόμα. Πώς να κάμουνε ο κύρης κι η μάνα του, του δώκανε την ευκή τους.
Παίρνει το στρατί στρατί, το δρόμο δρόμο, περνάνε μέρες, φτάνει σε μια διχάλα σε βουνί και δεν ήξερε πού να πάει. Βλέπει ένα αϊτό κουρνιασμένο σε δεντρί με το κεφάλι χαμηλά και τις φτερούγες κατεβασμένες. Ντράπηκε να τον ρωτήσει για την κοπελιά.
«Τι έχεις κυρ-αϊτέ;»
«Τι να ‘χω, που έκαμε η κυρά μου έκαμε ένα σωρό αυγά εφέτος και δεν προλαβαίνω να κυνηγάω και να ταΐζω τ’ αϊτόπουλα; Όπως πάει, δε βλέπω να μου ζούνε όλα. Να ‘σαι καλά που άκουσες τα βάσανά μου, γιατί μια κόρη που πέρασε μ’ ένα άσπρο άλογο και πήγε στο ζερβί το μονοπάτι, ούτε και ‘στάθη με καλησπερίσει».
Ευχαριστεί το αρχοντόπουλο τον αϊτό, του εύχεται καλή τύχη και πάλι πίσω στο δρόμο. Φτάνει σε διχάλα σε κάμπο και πάλι κοντοστέκεται. Εκεί ήτανε ένας περιβολάρης με τα παλικάρια του και φορτώνανε το βιος τους σ’ ένα κάρο να φύγουνε. Ντράπηκε το αρχοντόπουλο να ρωτήσει για την κόρη που ‘ψαχνε.
«Τι κακό σας βρήκε πατριώτες κι αφήνετε τη γη σας πίσω;»
«Κακό μαύρο», αποκριθήκανε. «Εφέτος γινήκανε πολλοί λαγοί και δεν προφταίνουμε να τους ξεπαστρεύουμε, μας χαλάνε όλα τα φύτρα. Πάει ο κόπος μας χαμένος και σοδειά δε θα ξαναδούμε Να ‘σαι καλά που άκουσες τα βάσανά μου, γιατί μια κόρη που πέρασε μ’ ένα άσπρο άλογο και πήγε στο ζερβί το μονοπάτι, ούτε και ‘γύρισε να μας κοιτάξει».
Βιαζότανε το αρχοντόπουλο να πάει ξοπίσω της, μα δεν του ‘κανε και καρδιά να τους αφήσει έτσι, που τον είχανε βοηθημένο. Γυρνάει πίσω, ξαναβρίσκει τον αϊτό και του λέει έτσι κι έτσι, εκεί θα πας να βρίσκεις όσο κυνήγι θες.
«Τέτοιο καλό που μου ‘καμες», αποκρίθηκε το πουλί, «πάρε το φτερό μου κι α με χρειαστείς το τσακίνεις».
Πάλι μπροστά το αρχοντόπουλο, πάει και πάει, φτάνει σε διχάλα δασωμένη και δεν ήξερε κατά πού να κάμει. Βλέπει ένα κυνηγό κι ήτανε κίτρινος σαν το φλουρί και καθότανε σε μια πέτρα να πελεκάει ένα κομμάτι ξύλο. Ντράπηκε να τον ρωτήσει για την κόρη, μες τη στενοχώρια του.
«Τι βάσανο έχεις, κυρ κυνηγέ;»
«Το βάσανο που ‘χεις και ‘συ. Του έρωτα. Άμα γυαλιστείς, θα δεις που έχεις καταντήσει σαν εμένα απ’ τον καημό. Μα εγώ πάω να χαθώ, γιατί ο κύρης της κόρης που θέλω μου ζήτησε να του φέρω ένα δέρμα για να δείξω την τέχνη μου κι όπως είναι χειμώνας, έχουν λουφάξει όλα τα θεριά και δε βρίσκω κανένα. Και στεναχωριέμαι γιατί πέρασε μια ξανθομαλλούσα και μου θύμισε τον καημό μου όπως ξεμάκραινε στο ζερβί μονοπάτι».
Το αρχοντόπουλο αγκάλιασε τον κυνηγό και του ‘πε να βαστήξει καρδιά και θα βρεθεί τρόπος, όπως βρισκότανε και για κείνο. Μετά καβαλίκεψε ξανά και πήρε το κατόπι της κόρης. Ώσπου έφτασε σ’ ένα λιβάδι και τέλειωσε το μονοπάτι και δεν ήξερε τι να κάμει. Βλέπει μελισσοκόμους και κλαίγανε τα κουβέλια τους σπασμένα. Ντράπηκε να τους ρωτήσει για το δρόμο μες τον πόνο τους.
«Τι πάθατε, μαστόροι;»
«Τι να πάθουμε; Κάθε που ξαναστένουμε κουβέλια, έρχεται μια αρκούδα και τρώει το μέλι. Δυο φορές μεγάλη σαν τις άλλες, μήτε ύπνος την πιάνει τώρα που πιάσανε χιόνια, μήτε τίποτα τη βαστάει πίσω, μήτε φοβάται σκυλί. Χτες πρόγκηξε και το άτι της αρχόντισσας που έχει το παλάτι της πέρα προς τα κει και δε στάθηκε να τη φιλέψουμε».
Βλέποντας που κόντευε να φτάσει εκεί που ‘θελε, το αρχοντόπουλο δεν κρατιότανε. Μα σκέφτηκε και τον κυνηγό που μαράζωνε και δεν του ‘κανε καρδιά να τον απαρατήσει στη μοίρα του. Ματαγυρνάει στο δάσο και του λέει το και το, εκεί θα πας να στήσεις καρτέρι, να βρεις δέρμα που δεν το ματάδε μάτι ανθρώπινο.
«Τέτοιο καλό που μου ‘καμες», αποκρίθηκε ο κυνηγός, «πάρε τη σαΐτα μου κι α με χρειαστείς την τσακίνεις».
Μετά, ποιος το κρατεί και ποιος το προλαβαίνει το αρχοντόπουλο! Περνάει και το λιβάδι και φτάνει σ’ ένα νεραϊδότοπο. Φέρνει από ‘δω, φέρνει από κει, βρίσκει μια λίμνη και δίπλα ένα γέρο πλάτανο με τα κλωνιά του γερμένα λες κι ήτανε ιτιά. Παλάτι πουθενά. Ντράπηκε να ρωτήσει το δεντρί που είχε τέτοιο χάλι.
«Τι έχεις γερο-πλάτανε;»
«Τι να ‘χω, παιδί μου; Χίλιοι και μύριοι ταξιδιώτες κοιμηθήκανε στη σκιά μου και τώρα άνθρωπος δε με πλησιάζει, γιατί έχει κρεμαστεί ένα αγριομελίσσι στα κλωνιά μου κι όποιος σιμώσει τον κεντάνε».
Το παλικάρι δάγκωσε τ’ αχείλι του, μα το λυπήθηκε το δεντρί και γύρισε πίσω στο λιβάδι να μάθει πώς να καπνίζει τα κουβέλια. Κι ύστερα γύρισε στη λίμνη κι έδιωξε το μελίσσι.
«Να ‘σαι καλά σου πάντα», είπε ο γέρο-πλάτανος. «Δυο χάρες θα σου κάμω για το καλό που μου ‘καμες. Για να φτάσεις ως εδώ, θα γυρεύεις τη νεράιδα. Περίμενε, το λοιπόν, ως να γιομώσει το φεγγάρι και να φτάσει να φέγγει ίσα πάνου απ’ το νερό. Και τότε πιάσε γερά μια φεγγαραχτίδα και γλίστρα να σε πάει τέρμα κάτου, αλλιώς δεν προφταίνεις με ανθρώπινη ανασαιμιά να φτάσεις. Και πάρε κι ένα κλωνί μου κι α με χρειαστείς το τσακίνεις».
Έτσι έκαμε το αρχοντόπουλο. Καρτέρεσε, και σαν το φεγγάρι έφτασε μεσούρανα και ασήμισε το νερό, απλώνει το χέρι, γραπώνει λίγο φως και αμολιέται. Κατεβαίνει, κατεβαίνει, περνάει δίπλα από ψάρια, και τι να δει μπροστά του, μες τη λίμνη ήταν ένα γυάλινο παλάτι που δε φαινόταν στα νερά, παρεξόν κι άμα το φώτιζε το φεγγάρι. Κι η αχτίδα που βαστούσε τον έφερε στο κατώφλι μπροστά, σα σκοινί κρεμασμένο. Διαβαίνει τη θύρα, όλα μέσα κρουσταλλένια και μαλαματένια, τέτοιο πλούτο δεν είχανε ούτε οι γονέοι του. Και σ’ ένα θρονί διαμαντένιο, η νεράιδα – που ήτανε, δηλαδή, η κόρη που κυνήγαε τόσες μέρες – και έλαμπε πιο πολύ απ’ όλα τ’ άλλα πράματα εκεί μέσα. Και γύρα της αγάλματα παλικαριών.
Τον κοιτάει καλά-καλά με τα πράσινα τα μάτια της και του λέει:
«Ήθελα να σε δω που είχανε να λένε για την εμορφιά σου, μα σ’ έκαψα με τα καμώματά μου. Τι εδώ που ήρθες, ή θα με πάρεις νύφη ή πας χαμένος. Τον βλέπεις κείνο τον τράφο; Είναι γιομάτος με τα δαχτυλίδια που μου φέρανε άλλοι γαμπροί. Μα είμαι νεράιδα και πριν πλαγιάσω με άνθρωπο πρέπει να κάμει τρεις ανδραγαθίες. Κι αν χάσει την πρώτη, τον κοιτώ και του ξεραίνονται τα χέρια. Κι αν χάσει τη δεύτερη, τον κοιτώ και παλαβώνει. Κι αν χάσει την τρίτη, τον κοιτώ και μαρμαρώνει».
Στη μοναξιά της, η νεράιδα είχε ένα χρυσό τόπι σαν όλες τις γενιάς της για να παίζει. Μα το ‘χε χαμένο καιρούς και χρόνια και δεν ημπόρεσε κανένας να το ‘βρει κι ας γυρίσανε όλο το νεραϊδότοπο, απ’ άκρη σ’ άκρη. Πρώτη ανδραγαθία ήτανε να πάει το αρχόντόπουλο να της φέρει της νεράιδας το τόπι της. Τσακίνει το αρχοντόπουλο το φτερό του αϊτού, πετάει το πουλί, γυρεύει εδώ, γυρεύει εκεί, φτάνει το μάτι του και βλέπει εκεί που τ’ ανθρώπινο δεν έφτανε. Ήτανε το χρυσό το τόπι πιασμένο μέσα σε μια βατσουνιά, μiσοξηλωμένο. Βουτάει ο αϊτός λες και χούμαγε σε περιστέρα, το πιάνει με τη μύτη του το τόπι και το φέρνει να το απιθώσει μπρος στα πόδια του παιδιού.
Ήταν κι ένα αηδόνι αργυρό, που η φωνή του ακουγόταν έλεγε ο μύθος, σαν χίλια κουδουνάκια. Κι όποιος τ’ άκουγε, λέγανε, τον πιάνανε τα γέλια απ’ τη χαρά του, δεν πα να ‘χε και πένθος ακόμα. Δεύτερη ανδραγαθία ήτανε να πάει το αρχοντόπουλο να της φέρει της νεράιδας τ’ αργυρό αηδόνι ζωντανό, να τ’ ακούει το κελάηδισμά του σαν σεργιανά στους νερένιους κήπους της. Ο αϊτός μπορούσε να το βρει που φτερουγίζει, μα μόνο σκοτωμένα ήξερε να τα πιάνει τα άλλα πουλιά, ποτέ ζωντανά. Τσακίνει το αρχοντόπουλο τη σαΐτα του κυνηγού, έρχεται αμέσως κείνος, ήξερε όλα τα καρτέρια και τα δόκανα. Απλώνει σιναπόσπορο, κεχρί και κόλλα από ρετσίνι, κατεβαίνει τ’ αργυρό αηδόνι να τσιμπολογήσει και πιάνεται, δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τις φτερούγες του. Το βάζει ευθύς σε κλουβί ο κυνηγός, το δένει σε φεγγαραχτίδα κι ίσια κάτω κυλάει, τσουπ στα χέρια του αρχοντόπουλου.
Κόντευε να κάτσει το φεγγάρι και λίγο είχανε να φαίνονται ακόμα οι αχτίδες του στη λίμνη. Τελευταία ανδραγαθία ήτανε να φτάσει το αρχοντόπουλο απάνω στην όχθη πρώτα από τη νεράιδα. Πιάνουνε κι οι δυο ν’ ανέβουνε, αλλά πού, άλλο το γλύστρισμα προς τα κάτου, άλλο το σκαρφάλωμα. Η κόρη κόντεψε να χαθεί από τα μάτια του αρχοντόπουλου, αλαφρή σα σύγνεφο, όπως όλες οι νεράιδες. Τα δικά του τα χέρια, αμάθητα από δουλειά, ματώνανε. Πού να την προλάβει. Χαμένος από τη μια, χαμένος από την άλλη. Να μείνει πίσω, μόλις καθότανε το φεγγάρι θα πνιγότανε, να φτάσει δεύτερος, θα τον μαρμάρωνε η νεράιδα. Τσακίνει το κλωνί του πλάτανου το αρχοντόπουλο, γέρνει το δεντρί, πιάνεται γερά αυτός, τον τραβάει ο γέρο-πλάτανος. Την ώρα που πάτησε το πρώτο ποδάρι της νεράιδας στην όχθη, πατήσανε και τα δυο τα δικά του μαζί δίπλα της και την κέρδεψε.
Πια δεν είχε λόγο να του πει και να τον κάμει πέρα. Αποφασίσανε να κάμουν δυο γάμους, έναν στο παλάτι της κι έναν στο δικό του, και να ζούνε το μισό χρόνο εδώ και το μισό χρόνο εκεί. Και γίνανε δυο γλέντια που δεν ξαναπεράσανε ούτε θα ξαναπεράσουνε, σαράντα μέρες να χορεύουνε οι ανθρώποι με τις νεράιδες αντάμα, κι ύστερα άλλες σαράντα να χορεύουνε οι νεράιδες με τους ανθρώπους. Καλότυχος να το ‘βλεπε!
Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009
Οι Περιφέρειες - Λευκυδρίας
Η Λευκυδρία είναι το νοτιότερο άκρο της Αιγλώης, σχεδόν ξεχωριστό νησί, ενωμένο μαζί της μόνο με μια στενή λωρίδα γης που την αποκαλούν 'Λαιμό'. Αυτή η γεωγραφική ιδιαιτερότητα επηρέασε σημαντικά την ιστορία του τόπου, αν υπολογίσει κανείς ότι Μεσογαία κι η Λευκυδρία είναι οι κοιτίδες του αιγλωικού πολιτισμού. Η δεύτερη είναι επίσης εξαιρετικά ευνοημένη από τη θέση της πάνω στους θαλάσσιους δρόμου, το κλίμα της, αλλά και από τις επιλογές των κρατούντων.
[Τελευταία περιοχή της Αιγλώης! Από το επόμενο παραμύθι περνάμε οριστικά στην εξωτική Οικεία Ανατολή...]
Το στοιχειό του περβολιού
Πολλές εποχές πίσω – μπορεί και χίλιες – ήσαντε δυο περβολάρηδες.
Ο πρώτος ήτο πολύ δουλευτής. Τα χέρια του είχανε ρόζους από το σκάψιμο, το θειάφισμα, το ρόγκισμα και το πότισμα. Τα δέντρα του τα αγάπαγε σαν παιδιά του. Γι’ αυτό ανθίζανε ένα μήνα πριν από των αλλονών και καρπίζανε κι ένα μήνα παραπάνω. Και τα φρούτα τους ήσαντε μέλι, τα γλυκύτερα. Και στις βραγιές του, δυο φορές μεγάλα σαν των αλλωνών γινότανε τα λαχανικά. Είχανε να το λένε, όσοι κάτσανε στο τραπέζι του. Και πάντα έβγανε στην άκρη λίγα για κείνους που δεν είχανε βιος ν’ αγοράζουνε, και δεν άφηνε ποτέ να σαπίσουνε, ούτε πάνου στο κλωνί, ούτε στην αποθήκη, παρά τα χάριζε άμα δεν έβρισκε να τα πουλήσει. Κι οι φτωχούληδες σχωρνάγανε τα πεθαμένα του
Ο άλλος περβολάρης δεν καθότανε να σκάφτει και να ρογκίζει. Παρά έτρεχε από πόρτα σε πόρτα κι από χωριό σε χωριό, και την είχε πουλημένη τη σοδειά του πριν γουρμάσει ακόμα, κι ας ήσαντε και κατώτερα σε γεύση. Μάζευε φλουριά στο κατζέλο του, αγόραζε άλλα περβόλια σωρό. Γκρέμιζε τους φράχτες που τα χωρίζανε με το δικό του, έδιωχνε εκείνους που τα είχανε πρώτα κι έβανε αργάτες ξένους, από πέρα από το Λαιμό, να είναι φτηνοί. Εκείνοι τις δουλειές τις κάνανε όπως-όπως – τόσο ξέρανε, τόσο νοιαζόντανε.
Με τον καιρό, δε μείνανε άλλοι περβολάρηδες σε όλο το χωριό, μονάχα οι δυο τους. Ο μεγαλοπερβολάρης είχε βάλει στο μάτι τα δέντρα του αλλουνού. Δεν ήτο μονάχα που ήσαντε τόσο καλύτερα, τονε σφίγγανε κι οι περιστάσεις τον πλούσιο – βλέπεις τα δικά του τα δέντρα είχανε πιάσει να στερφεύουνε από την αφροντισιά και το χώμα στα χωράφια του ξέραινε που δεν το αφήνανε να ξαποστάσει και σπόρος δεν έπιανε πλέο φύτρα.
Ο μικροπερβολάρης είχε βρεθεί κλεισμένος γύρα-γύρα από την περιουσία του γείτονά του κι έπρεπε να περνάει μέσα από ξένο τόπο για να βγει στο χωριό και στο δρόμο. Έτσι, ο πονηρός ο πλούσιος τον έφραξε από παντού και μετά τον έπιασε και του είπε:
«Εγώ δε θέλω να σε φέρω στα δύσκολα, γείτονα. Αλλά μου είπαν οι αργάτες μου πως ποδοπατιούνται στα μποστάνια μου, όπως περνάς με το κάρο σου. Δε λες καλύτερα να μου δώσεις τη μισή τη γη σου, να σου κόψω κι εγώ ένα δρόμο δικό σου να περνάς όπως σε βολεύει; Να ‘χεις την άνεσή σου, μα να μη χάσω κι εγώ, που τον τόπο που θα πάρεις θα τον έκανα βραγιές».
Ο δουλευτής κακοκαρδίστηκε, γιατί δεν ήθελε να δώσει το μισό του το βιος, που το ‘χε η φαμελιά του από πάππου προς πάππου, να χάσει τα δέντρα του που τα ‘χε αναστημένα σαν παιδιά, το χώμα που ‘χε ποτίσει τον ίδρω του. Κι αποπάνου να πάρει αντάλλαγμα χώμα ξερό ίσα για να το πατεί. Μεγάλη κοροϊδία! Ύπνος δεν τον έπιανε το βράδυ, κοντεύανε να περάσουνε οι δέκα μέρες που είχε διορία να απαντήσει, αρχινάγανε να χαλάνε φρούτα και λαχανικά αμάζευτα. Και την τελευταία νύχτα, απόκαμε και κοιμήθηκε αργά, την ώρα που ‘ναι γλυκός ο ύπνος. Κι ονειρεύτηκε πως βγήκε από μια τρύπα στο χώμα ένα φίδι μακρύ με δυο κέρατα στο κεφάλι – το στοιχειό της γης του. Και σούρθηκε το σερπετό κάτου από την πόρτα και χώθηκε στην κάμαρη και σκαρφάλωσε να κουλουριαστεί στο προσκεφάλι του. Και σφύραγε με τη γλώσσα του και βγαίνανε ανθρώπινα λόγια στο αυτί του περβολάρη.
«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να πάρεις ένα κλωνί από κάθε δέντρο που θα σου πάρουνε και να κεντρώσεις τα δέντρα που θα σου μείνουνε. Και να πάρεις ένα λαχανικό από κάθε βραγιά που θα δώσεις, να σκορπίσεις σπόρους στις βραγιές που θα σου μείνουνε».
Έτσι έκαμε ο περβολάρης και απόχτησε μονοπάτι, όπως τα είχανε συμφωνημένα. Κι ο πλούσιος είχε να πουλάει πλέο καλά πράμματα κι έγινε δυο φορές πλούσιος. Μα και του δουλευτή δεν του έλλειψε τίποτα. Μέσα σε μια χρονιά, τα δέντρα του θεριέψανε κι από τη μια πλευρά είχανε τα δικά τους τα φρούτα, από την άλλη βγάνανε τα φρούτα από το σκέδιο που είχανε κεντρωθεί. Και στις βραγιές του φυτρώνανε αγκαλιασμένες δυο λογιώ φύτρες πλάι-πλάι, οι ντοματιές με τις φραουλιές σαν αδέρφια αγαπημένα, τα λάχανα και τα καρπούζια μαζί σαν τσαμπιά. Και ούτε φτώχυνε ο νοικοκύρης, ούτε λιγοστέψανε οι ελεημοσύνες που ‘δινε. Και τις ρίζες του, αφού είχανε μείνει οι μισές, δυο φορές πιο πολύ τις φρόντιζε.
Ο μεγαλοπερβολάρης, πάλι, είχε στραβωθεί από τα φλουριά που γυαλίζανε στα κατζέλα του, κι έχτιζε ανώγια και κατώγια για να βάνει το βιος του. Και πάλι δεν του φτάνανε και συλλογιότανε πώς να τα κάμει περισσότερα. Από τη ζήλεια του, βάλθηκε να πάρει κι άλλο από το βιος του γείτονά του. Αγόρασε ράχες κι ερημιές, κι έκλεισε το ποτάμι από παντού γύρα. Κι ύστερα, σαν καρπίσανε καλά όλες οι φύτρες και τα δέντρα, έκοψε το νερό από τα χωράφια του μεγαλοπερβολάρη και τον έπιασε και του είπε:
«Εγώ δε θέλω να σε φέρω στα δύσκολα, γείτονα. Αλλά μου είπαν οι αργάτες μου πως δε χρειάζομαι τόσα αυλάκια. Δε λες καλύτερα να μου δώσει τη μισή τη γη σου, να σου αφήσω ένα τελείως δικό σου να ποτίζεις όπως σε βολεύει; Να ‘χεις την άνεσή σου, μα να μη χάσω κι εγώ, που θα το παράχωνα το αυλάκι να το φυτέψω».
Ο δουλευτής πάλι κακοκαρδίστηκε. Να δώσει δέντρα ζωντανά και βραγιές κατάφυτες για νερό, που δεν το στερείται ούτε ο ζητιάνος; Ποιος το ‘χει ξανακούσει τέτοιο πράμμα; Μεγάλη κοροϊδία. Πάλι έχασε τον ύπνο του και δεν ήξερε τι να πει σαν τελειώσει η διορία, πού να βρει το δίκιο του. Πάλι αποκοιμήθηκε κι ονειρεύτηκε το στοιχειό να ‘ρχεται στο προσκεφάλι του σα φίδι, μα είχε μείνει το μισό σε μάκρος, σα δεντρόγαλος.
«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να κόψεις ότι φρούτο έχεις κι ότι λαχανικό, στο κομμάτι που θα σου πάρουνε. Τα μισά να τα μοιράσεις σ’ όποιον έχει ανάγκη και τα υπόλοιπα να τα ποστιάσεις στις ρίζες που θα σου μείνουνε. Τα φρούτα στα δέντρα, τα λαχανικά στις βραγιές».
Έτσι έκαμε ο περβολάρης και απόχτησε αυλάκι, όπως τα είχανε συμφωνημένα. Ο γειτονάς του σκύλιασε, γιατί είχε υπολογίσει να πάρει και τη σοδειά μαζί, μ’ αφού δεν το ‘χανε κουβεντιάσει έτσι, δεν μπορούσε να μιλήσει κιόλας. Έκαμε υπομονή, κι όλα τα δέντρα κι οι βραγιές που είχε παρμένα στανικώς καρπίσανε και πάλι διπλό έγινε το κέρδος του και κολύμπαε πια στο φλουρί. Αλλά πάλι τρωγότανε με τα ρούχα του κι ήθελε κι άλλα.
Γιατί ο μικροπερβολάρης πάλι δεν είχε πάει χαμένος. Τα δέντρα του γιγαντώσανε και βγάνανε το καθένα τριων λογιών φρούτα. Ένα από τη ρίζα τους, ένα από το κέντρωμα, ένα από το σωρό που είχε σαπίσει απάνω τους για λίπασμα. Κι οι βραγιές δε φαινότανε, από τα φύλλα και τις ρίζες και τα λαχανικά. Έπιανε ένα βλήτο να το ξεπατώσει, τράβαγε μαζί του και μια πατάτα τόση, σα γατοκέφαλο. Στρωμένος ο τόπος πρασινάδα, δεν ξεχώριζε πουθενά χώμα.
Τότε ήρθε ένας δικαστής στο χωριό, που έστελνε ο βασιλές μια στο τόσο να λύνει διαφορές. Κι ο φτονερός ο πλούσιος τον πλήρωσε, να κατηγορήσει το δουλευτή, πως ήσαντε τόσο μεγάλα τα κλωνιά από τα δέντρα του, που περνάγανε πάνω από το φράχτη και πέφτανε φρούτα στα χωράφια του μεγαλοπερβολάρη. Και πιάνανε οι σπόροι τους και δεν αφήνανε να ζήσουνε τα δικά του δέντρα. Φρούτα αλήθεια πέφτανε, τόσο θεριεμένα που ήτανε τα δέντρα του μικροπερβολάρη. Μα πού να προλάβουνε να βγούνε σπόροι! Ο πλούσιος έβανε του αργάτες του να τα μαζεύουνε και να τα πουλούνε.
Ο δικαστής έστειλε γραφή στο δουλευτή να δώσει κι εκείνο το λίγο τόπο που του ‘χε απομείνει, αφού δήθεν τον είχε βλάψει το μεγαλοπερβολάρη. Μόνο το σπίτι του θα του αφήνανε. Ο καψερός έπεσε να πεθάνει. Να μην έχει κάμει ποτέ κακό σε άνθρωπο, να κοιτάει πώς να βοηθήσει και να βρεθεί και φταίχτης; Μεγάλη κοροϊδία. Να χάσει ό,τι βρήκε απ’ τους γονιούς του κι ό,τι δούλεψε; Να βρεθεί η φαμελιά του να διακονεύει στα ύστερα; Έκαμε πέτρα την καρδιά του κι έπεσε για ύπνο. Άμα έβλεπε το στοιχειό να τον ορμηνέψει, έχει καλώς. Αλλιώς, θα σκωνότανε το πρωί να πάει να πέσει στο γκρεμό να μη ζήσει να δει ξένους στην αυλή του.
Αλήθεια, είδε πάλι ονείρατα με το φίδι. Μα είχε μικρύνει κι άλλο, σα σκουλήκι είχε καταντήσει, κι η φωνή του ήτο ξεψυχισμένη.
«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να έρθεις στην τρύπα που με είδες να βγαίνω και να βάλεις το χέρι σου. Δυο αυγά θα βρεις εκεί μέσα. Το ένα, να ξηλώσεις τα σανίδια από το πάτωμά σου και να το φυτέψεις. Το άλλο να το κρατήσεις. Κι όποιος σου ζητήσει χάρη, μην πάρεις πληρωμή».
Έτσι έκαμε ο δουλευτής και στην τρύπα βρήκε τ’ αυγά μονάχα. Το στοιχειό είχε χαθεί μαζί με τον τόπο. Ο πλούσιος έκαμε χαρές και γλέντια που είχε περάσει η αδικία του. Έλεγε πάλι διπλή θα γίνει η περιουσία του. Ο φτωχός πάλι, έκλαιγε τη μοίρα του και δεν είχε τι να κάμει να περάσει η μέρα. Αλλά δεν πείνασε. Όλοι που τους είχε κάμει καλό, τον θυμηθήκανε και κάτι του φέρνανε για το τραπέζι του, όσο λίγο είχε ο καθένας. Και μια μέρα, σαν διάβηκε ένα φεγγάρι, τι βλέπει το πρωί; Είχε φυτρώσει μέσα στο σπίτι του ένα τόσο δα δέντρο αργυρό με ένα φρούτο απάνου μονάχα στα κλωνιά του, σα μήλο μαλαματένιο.
Κι ως το μεσημέρι, χτυπάει η πόρτα του. Ανοίγει και ήσαντε οι άνθρωποι του βασιλέ, με τα μετάξια και τα βελούδα τους. Είχε πέσει ο πολυχρονεμένος άρρωστος του θανατά κι είχανε πει οι γιατροί πως δε γλιτώνει άμα δε φάει μαλαματένιο μήλο. Τέτοιο φρούτο δεν είχε ξανακούσει κανένας, έτσι πιάσανε πόρτα-πόρτα να ρωτούνε οι υπηρέτες, όπου έχει περβόλια, μην το γνωρίζει κάποιος. Μόλις άκουσε πως είναι άνθρωπος να πεθάνει, μάλιστα ο βασιλές, ο μικροπερβολάρης που δεν είχε πλέο γη, αμέσως κόβει το φρούτο του και το δίνει. Κάνουν να του αδειάσουν ένα σακί χρυσάφι στα πόδια του, δεν το θέλει. Κάνουν να του αδειάσουν ένα σακί διαμάντι στα πόδια του, δεν το θέλει. Του λένε να τον βάλουν άρχοντα σ’ όλες τι πολιτείες ως το Λαιμό, δεν το θέλει. Δεν ξέρανε τι να τον κάμουν πια, τον πήρανε κοντά τους να τα βρει με το βασιλέ.
Ντράπηκε αυτός, φτωχός άνθρωπος στα παλάτια, μα τι να κάμει. Αφού τον είχε ορμηνεμένο το στοιχειό. Ρώτα από ‘δω, ρώτα από κει, αναγκάστηκε και την ξεφούρνισε όλη την ιστορία του στον πολυχρονεμένο που είχε γίνει πια καλά. Σαν άκουσε τόσες αδικίες και τέτοια κακία, ο βασιλές έστειλε να πάρουν όλα τα πλούτη του μεγαλοπερβολάρη και να τον βάλουν στους βασιλικούς μπαξέδες να δουλέψει, ώσπου να τσακιστεί η μέση του. Ο μικροπερβολάρης δε θέλησε να πάρει το βιος του γείτονά του, παρά ζήτησε να πάρουν πίσω τα χωράφια τους όλοι οι παλιοί γειτόνοι του που τα ‘χανε δώσει στον πλούσιο. Κι εκεινού δεν του ‘λειψε τίποτα πάλι, όπως και παλιά, γιατί είχε πλέο καινούριο στοιχειό, το μικρό δεντρί που ήτο φυτρωμένο μες την ίδια την κάμαρή του.
Το δεύτερο αυγό του τι απόγινε; Το χώσανε στους βασιλικούς μπαξέδες κι έχουν κι εκείνοι πια στοιχειό από τον τόπο μας.
[Τελευταία περιοχή της Αιγλώης! Από το επόμενο παραμύθι περνάμε οριστικά στην εξωτική Οικεία Ανατολή...]
Το στοιχειό του περβολιού
Πολλές εποχές πίσω – μπορεί και χίλιες – ήσαντε δυο περβολάρηδες.
Ο πρώτος ήτο πολύ δουλευτής. Τα χέρια του είχανε ρόζους από το σκάψιμο, το θειάφισμα, το ρόγκισμα και το πότισμα. Τα δέντρα του τα αγάπαγε σαν παιδιά του. Γι’ αυτό ανθίζανε ένα μήνα πριν από των αλλονών και καρπίζανε κι ένα μήνα παραπάνω. Και τα φρούτα τους ήσαντε μέλι, τα γλυκύτερα. Και στις βραγιές του, δυο φορές μεγάλα σαν των αλλωνών γινότανε τα λαχανικά. Είχανε να το λένε, όσοι κάτσανε στο τραπέζι του. Και πάντα έβγανε στην άκρη λίγα για κείνους που δεν είχανε βιος ν’ αγοράζουνε, και δεν άφηνε ποτέ να σαπίσουνε, ούτε πάνου στο κλωνί, ούτε στην αποθήκη, παρά τα χάριζε άμα δεν έβρισκε να τα πουλήσει. Κι οι φτωχούληδες σχωρνάγανε τα πεθαμένα του
Ο άλλος περβολάρης δεν καθότανε να σκάφτει και να ρογκίζει. Παρά έτρεχε από πόρτα σε πόρτα κι από χωριό σε χωριό, και την είχε πουλημένη τη σοδειά του πριν γουρμάσει ακόμα, κι ας ήσαντε και κατώτερα σε γεύση. Μάζευε φλουριά στο κατζέλο του, αγόραζε άλλα περβόλια σωρό. Γκρέμιζε τους φράχτες που τα χωρίζανε με το δικό του, έδιωχνε εκείνους που τα είχανε πρώτα κι έβανε αργάτες ξένους, από πέρα από το Λαιμό, να είναι φτηνοί. Εκείνοι τις δουλειές τις κάνανε όπως-όπως – τόσο ξέρανε, τόσο νοιαζόντανε.
Με τον καιρό, δε μείνανε άλλοι περβολάρηδες σε όλο το χωριό, μονάχα οι δυο τους. Ο μεγαλοπερβολάρης είχε βάλει στο μάτι τα δέντρα του αλλουνού. Δεν ήτο μονάχα που ήσαντε τόσο καλύτερα, τονε σφίγγανε κι οι περιστάσεις τον πλούσιο – βλέπεις τα δικά του τα δέντρα είχανε πιάσει να στερφεύουνε από την αφροντισιά και το χώμα στα χωράφια του ξέραινε που δεν το αφήνανε να ξαποστάσει και σπόρος δεν έπιανε πλέο φύτρα.
Ο μικροπερβολάρης είχε βρεθεί κλεισμένος γύρα-γύρα από την περιουσία του γείτονά του κι έπρεπε να περνάει μέσα από ξένο τόπο για να βγει στο χωριό και στο δρόμο. Έτσι, ο πονηρός ο πλούσιος τον έφραξε από παντού και μετά τον έπιασε και του είπε:
«Εγώ δε θέλω να σε φέρω στα δύσκολα, γείτονα. Αλλά μου είπαν οι αργάτες μου πως ποδοπατιούνται στα μποστάνια μου, όπως περνάς με το κάρο σου. Δε λες καλύτερα να μου δώσεις τη μισή τη γη σου, να σου κόψω κι εγώ ένα δρόμο δικό σου να περνάς όπως σε βολεύει; Να ‘χεις την άνεσή σου, μα να μη χάσω κι εγώ, που τον τόπο που θα πάρεις θα τον έκανα βραγιές».
Ο δουλευτής κακοκαρδίστηκε, γιατί δεν ήθελε να δώσει το μισό του το βιος, που το ‘χε η φαμελιά του από πάππου προς πάππου, να χάσει τα δέντρα του που τα ‘χε αναστημένα σαν παιδιά, το χώμα που ‘χε ποτίσει τον ίδρω του. Κι αποπάνου να πάρει αντάλλαγμα χώμα ξερό ίσα για να το πατεί. Μεγάλη κοροϊδία! Ύπνος δεν τον έπιανε το βράδυ, κοντεύανε να περάσουνε οι δέκα μέρες που είχε διορία να απαντήσει, αρχινάγανε να χαλάνε φρούτα και λαχανικά αμάζευτα. Και την τελευταία νύχτα, απόκαμε και κοιμήθηκε αργά, την ώρα που ‘ναι γλυκός ο ύπνος. Κι ονειρεύτηκε πως βγήκε από μια τρύπα στο χώμα ένα φίδι μακρύ με δυο κέρατα στο κεφάλι – το στοιχειό της γης του. Και σούρθηκε το σερπετό κάτου από την πόρτα και χώθηκε στην κάμαρη και σκαρφάλωσε να κουλουριαστεί στο προσκεφάλι του. Και σφύραγε με τη γλώσσα του και βγαίνανε ανθρώπινα λόγια στο αυτί του περβολάρη.
«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να πάρεις ένα κλωνί από κάθε δέντρο που θα σου πάρουνε και να κεντρώσεις τα δέντρα που θα σου μείνουνε. Και να πάρεις ένα λαχανικό από κάθε βραγιά που θα δώσεις, να σκορπίσεις σπόρους στις βραγιές που θα σου μείνουνε».
Έτσι έκαμε ο περβολάρης και απόχτησε μονοπάτι, όπως τα είχανε συμφωνημένα. Κι ο πλούσιος είχε να πουλάει πλέο καλά πράμματα κι έγινε δυο φορές πλούσιος. Μα και του δουλευτή δεν του έλλειψε τίποτα. Μέσα σε μια χρονιά, τα δέντρα του θεριέψανε κι από τη μια πλευρά είχανε τα δικά τους τα φρούτα, από την άλλη βγάνανε τα φρούτα από το σκέδιο που είχανε κεντρωθεί. Και στις βραγιές του φυτρώνανε αγκαλιασμένες δυο λογιώ φύτρες πλάι-πλάι, οι ντοματιές με τις φραουλιές σαν αδέρφια αγαπημένα, τα λάχανα και τα καρπούζια μαζί σαν τσαμπιά. Και ούτε φτώχυνε ο νοικοκύρης, ούτε λιγοστέψανε οι ελεημοσύνες που ‘δινε. Και τις ρίζες του, αφού είχανε μείνει οι μισές, δυο φορές πιο πολύ τις φρόντιζε.
Ο μεγαλοπερβολάρης, πάλι, είχε στραβωθεί από τα φλουριά που γυαλίζανε στα κατζέλα του, κι έχτιζε ανώγια και κατώγια για να βάνει το βιος του. Και πάλι δεν του φτάνανε και συλλογιότανε πώς να τα κάμει περισσότερα. Από τη ζήλεια του, βάλθηκε να πάρει κι άλλο από το βιος του γείτονά του. Αγόρασε ράχες κι ερημιές, κι έκλεισε το ποτάμι από παντού γύρα. Κι ύστερα, σαν καρπίσανε καλά όλες οι φύτρες και τα δέντρα, έκοψε το νερό από τα χωράφια του μεγαλοπερβολάρη και τον έπιασε και του είπε:
«Εγώ δε θέλω να σε φέρω στα δύσκολα, γείτονα. Αλλά μου είπαν οι αργάτες μου πως δε χρειάζομαι τόσα αυλάκια. Δε λες καλύτερα να μου δώσει τη μισή τη γη σου, να σου αφήσω ένα τελείως δικό σου να ποτίζεις όπως σε βολεύει; Να ‘χεις την άνεσή σου, μα να μη χάσω κι εγώ, που θα το παράχωνα το αυλάκι να το φυτέψω».
Ο δουλευτής πάλι κακοκαρδίστηκε. Να δώσει δέντρα ζωντανά και βραγιές κατάφυτες για νερό, που δεν το στερείται ούτε ο ζητιάνος; Ποιος το ‘χει ξανακούσει τέτοιο πράμμα; Μεγάλη κοροϊδία. Πάλι έχασε τον ύπνο του και δεν ήξερε τι να πει σαν τελειώσει η διορία, πού να βρει το δίκιο του. Πάλι αποκοιμήθηκε κι ονειρεύτηκε το στοιχειό να ‘ρχεται στο προσκεφάλι του σα φίδι, μα είχε μείνει το μισό σε μάκρος, σα δεντρόγαλος.
«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να κόψεις ότι φρούτο έχεις κι ότι λαχανικό, στο κομμάτι που θα σου πάρουνε. Τα μισά να τα μοιράσεις σ’ όποιον έχει ανάγκη και τα υπόλοιπα να τα ποστιάσεις στις ρίζες που θα σου μείνουνε. Τα φρούτα στα δέντρα, τα λαχανικά στις βραγιές».
Έτσι έκαμε ο περβολάρης και απόχτησε αυλάκι, όπως τα είχανε συμφωνημένα. Ο γειτονάς του σκύλιασε, γιατί είχε υπολογίσει να πάρει και τη σοδειά μαζί, μ’ αφού δεν το ‘χανε κουβεντιάσει έτσι, δεν μπορούσε να μιλήσει κιόλας. Έκαμε υπομονή, κι όλα τα δέντρα κι οι βραγιές που είχε παρμένα στανικώς καρπίσανε και πάλι διπλό έγινε το κέρδος του και κολύμπαε πια στο φλουρί. Αλλά πάλι τρωγότανε με τα ρούχα του κι ήθελε κι άλλα.
Γιατί ο μικροπερβολάρης πάλι δεν είχε πάει χαμένος. Τα δέντρα του γιγαντώσανε και βγάνανε το καθένα τριων λογιών φρούτα. Ένα από τη ρίζα τους, ένα από το κέντρωμα, ένα από το σωρό που είχε σαπίσει απάνω τους για λίπασμα. Κι οι βραγιές δε φαινότανε, από τα φύλλα και τις ρίζες και τα λαχανικά. Έπιανε ένα βλήτο να το ξεπατώσει, τράβαγε μαζί του και μια πατάτα τόση, σα γατοκέφαλο. Στρωμένος ο τόπος πρασινάδα, δεν ξεχώριζε πουθενά χώμα.
Τότε ήρθε ένας δικαστής στο χωριό, που έστελνε ο βασιλές μια στο τόσο να λύνει διαφορές. Κι ο φτονερός ο πλούσιος τον πλήρωσε, να κατηγορήσει το δουλευτή, πως ήσαντε τόσο μεγάλα τα κλωνιά από τα δέντρα του, που περνάγανε πάνω από το φράχτη και πέφτανε φρούτα στα χωράφια του μεγαλοπερβολάρη. Και πιάνανε οι σπόροι τους και δεν αφήνανε να ζήσουνε τα δικά του δέντρα. Φρούτα αλήθεια πέφτανε, τόσο θεριεμένα που ήτανε τα δέντρα του μικροπερβολάρη. Μα πού να προλάβουνε να βγούνε σπόροι! Ο πλούσιος έβανε του αργάτες του να τα μαζεύουνε και να τα πουλούνε.
Ο δικαστής έστειλε γραφή στο δουλευτή να δώσει κι εκείνο το λίγο τόπο που του ‘χε απομείνει, αφού δήθεν τον είχε βλάψει το μεγαλοπερβολάρη. Μόνο το σπίτι του θα του αφήνανε. Ο καψερός έπεσε να πεθάνει. Να μην έχει κάμει ποτέ κακό σε άνθρωπο, να κοιτάει πώς να βοηθήσει και να βρεθεί και φταίχτης; Μεγάλη κοροϊδία. Να χάσει ό,τι βρήκε απ’ τους γονιούς του κι ό,τι δούλεψε; Να βρεθεί η φαμελιά του να διακονεύει στα ύστερα; Έκαμε πέτρα την καρδιά του κι έπεσε για ύπνο. Άμα έβλεπε το στοιχειό να τον ορμηνέψει, έχει καλώς. Αλλιώς, θα σκωνότανε το πρωί να πάει να πέσει στο γκρεμό να μη ζήσει να δει ξένους στην αυλή του.
Αλήθεια, είδε πάλι ονείρατα με το φίδι. Μα είχε μικρύνει κι άλλο, σα σκουλήκι είχε καταντήσει, κι η φωνή του ήτο ξεψυχισμένη.
«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να έρθεις στην τρύπα που με είδες να βγαίνω και να βάλεις το χέρι σου. Δυο αυγά θα βρεις εκεί μέσα. Το ένα, να ξηλώσεις τα σανίδια από το πάτωμά σου και να το φυτέψεις. Το άλλο να το κρατήσεις. Κι όποιος σου ζητήσει χάρη, μην πάρεις πληρωμή».
Έτσι έκαμε ο δουλευτής και στην τρύπα βρήκε τ’ αυγά μονάχα. Το στοιχειό είχε χαθεί μαζί με τον τόπο. Ο πλούσιος έκαμε χαρές και γλέντια που είχε περάσει η αδικία του. Έλεγε πάλι διπλή θα γίνει η περιουσία του. Ο φτωχός πάλι, έκλαιγε τη μοίρα του και δεν είχε τι να κάμει να περάσει η μέρα. Αλλά δεν πείνασε. Όλοι που τους είχε κάμει καλό, τον θυμηθήκανε και κάτι του φέρνανε για το τραπέζι του, όσο λίγο είχε ο καθένας. Και μια μέρα, σαν διάβηκε ένα φεγγάρι, τι βλέπει το πρωί; Είχε φυτρώσει μέσα στο σπίτι του ένα τόσο δα δέντρο αργυρό με ένα φρούτο απάνου μονάχα στα κλωνιά του, σα μήλο μαλαματένιο.
Κι ως το μεσημέρι, χτυπάει η πόρτα του. Ανοίγει και ήσαντε οι άνθρωποι του βασιλέ, με τα μετάξια και τα βελούδα τους. Είχε πέσει ο πολυχρονεμένος άρρωστος του θανατά κι είχανε πει οι γιατροί πως δε γλιτώνει άμα δε φάει μαλαματένιο μήλο. Τέτοιο φρούτο δεν είχε ξανακούσει κανένας, έτσι πιάσανε πόρτα-πόρτα να ρωτούνε οι υπηρέτες, όπου έχει περβόλια, μην το γνωρίζει κάποιος. Μόλις άκουσε πως είναι άνθρωπος να πεθάνει, μάλιστα ο βασιλές, ο μικροπερβολάρης που δεν είχε πλέο γη, αμέσως κόβει το φρούτο του και το δίνει. Κάνουν να του αδειάσουν ένα σακί χρυσάφι στα πόδια του, δεν το θέλει. Κάνουν να του αδειάσουν ένα σακί διαμάντι στα πόδια του, δεν το θέλει. Του λένε να τον βάλουν άρχοντα σ’ όλες τι πολιτείες ως το Λαιμό, δεν το θέλει. Δεν ξέρανε τι να τον κάμουν πια, τον πήρανε κοντά τους να τα βρει με το βασιλέ.
Ντράπηκε αυτός, φτωχός άνθρωπος στα παλάτια, μα τι να κάμει. Αφού τον είχε ορμηνεμένο το στοιχειό. Ρώτα από ‘δω, ρώτα από κει, αναγκάστηκε και την ξεφούρνισε όλη την ιστορία του στον πολυχρονεμένο που είχε γίνει πια καλά. Σαν άκουσε τόσες αδικίες και τέτοια κακία, ο βασιλές έστειλε να πάρουν όλα τα πλούτη του μεγαλοπερβολάρη και να τον βάλουν στους βασιλικούς μπαξέδες να δουλέψει, ώσπου να τσακιστεί η μέση του. Ο μικροπερβολάρης δε θέλησε να πάρει το βιος του γείτονά του, παρά ζήτησε να πάρουν πίσω τα χωράφια τους όλοι οι παλιοί γειτόνοι του που τα ‘χανε δώσει στον πλούσιο. Κι εκεινού δεν του ‘λειψε τίποτα πάλι, όπως και παλιά, γιατί είχε πλέο καινούριο στοιχειό, το μικρό δεντρί που ήτο φυτρωμένο μες την ίδια την κάμαρή του.
Το δεύτερο αυγό του τι απόγινε; Το χώσανε στους βασιλικούς μπαξέδες κι έχουν κι εκείνοι πια στοιχειό από τον τόπο μας.
Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009
Οι Περιφέρειες - Καρυκίου
Προτελευταία περιοχή της Αιγλώης, η Περιφέρεια Καρυκίου, στο κέντρο της σχεδόν. Βρίσκεται στη σκιά του Δικόρυφου Όρους με τη Μονή Αγιασματαρίου, αλλά η υπόλοιπη είναι μια τεράστια ενιαία πεδιάδα. Οι κάτοικοί της είναι κάπως πιο προσγειωμένοι από τους υπόλοιπους Αιγλωείς, ζώντας σε μια γενναιόδωρη γη, χωρίς σκοτεινά δάση και άλλες απρόσιτες γωνιές που να εξάπτουν τη φαντασία. Από την άλλη, η εξάρτηση της τύχης τους από τα καπρίτσια του καιρού, τους κάνει λίγο προληπτικούς.
Το παιδί που δεν είχε ανταμώσει τη Μοίρα του
Μια βολά, ήταν κλέφτες που ρημάζανε όλα τα καμποχώρια. Κάπου τους στριμώξαν’ στο βουνό των καλοέρων, στο Δίκορφο, πάνε καλιά τους. Μόνο ο αρχικλέφτης γλίτωσε, λαβωμένος άσκημα. Σούρθηκε μέχρι το κονάκι του, είπε στη μοναχοκόρη του σαν και πού τα ‘χε χουμπωμένα τα φλουριά του και ταχιά ξεψύχησε.
Πάνω στον τόπο που ήτανε χωμένος ο θησαυρός, είχε χτίσει καλύβι ένας καημενάκος χηρεμένος, μ’ ένα παιδί. Ολονών των φτωχών οι Μοίρες είναι κουτσές και μια-δυο φορές μοναχά προκάνουν να φέρουν καλό όλες κι όλες στη ζήση. Μα του παιδιού η Μοίρα ήτανε και στραβή μαζί και πήγαινε ψάχτοντας με τα χέρια και δεν είχανε απαντηθεί ακόμα μεταξύ τους. Κι όλο σκόνταφτε το παιδί και ‘κανε ζημιές και ‘χανε πράματα χωρίς να τ’ αφήνει μες τη μέση. Αλλά είχε μάθει και δε βαρυγκομούσε.
Να κι ένα πουρνό, παρουσιάζεται στη μπασά απ’ το καλύβι μια ζητιάνα νια κι όμορφη, έπιασε κουβεντολόι με το νοικοκύρη που δεν του περίσσευε τίποτις να δώσει. Τα φέρανε από ‘δω, τα φέρανε από ‘κει, ξαναπήγε την άλλη τη μέρα. Να μην τα πολυλογώ, την πήρε γυναίκα στο τέλος. Πού να ξέρε πως είναι του κλέφτη η θυγατέρα!
Η κακούργα έκανε την καλή μπροστά στον πατέρα, μα όντας έλειπε κείνος στο χωράφι, το παιδί το πέρναγε μαρτύρια. Πότε το ‘δερνε, πότε τ’ άφηνε νηστικό, πότε το ‘κλεινε στο αρμάρι. Δίκιο να βρει το παιδί δεν είχε, έλεε τ’ αντρός της πως γλίστρησε μονάχο του και τσακίστηκε, πως του ‘πεσε το φαΐ στη λάσπη, πως σφήνωσε στο αρμάρι. Χειρότερη μυτρηγιά, δεν ξανάγινε.
Απάνω στον ένα χρόνο, αφού το θησαυρό που ‘ψαχτε δεν τον είχε ξετρυπώσει ακόμα, η γυναίκα βαρέθηκε. Φαρμάκωσε τον άντρα της και ‘πιασε αγάπες με το παλιό πρωτοπαλίκαρο του πατέρα της που ‘χε κάμει δικό του ασκέρι και ταλαιπώραε τους νοικοκυραίους. Το παιδί το πήρ’ αυτός και το ‘δωσε σε κάτι κλέφτες πελαγίσους, να το πουλήσουνε δούλο σε μακρινά μέρη. Κι η κακούργα έπιασε και ξεθεμέλιωσε το καλύβι και βρήκε τα φλουριά κι έφερε μαστόρους και χτίσανε παλάτι στον ίδιο τόπο κι έκανε μετά την αρχόντισσα εκεί με τον αγαπητικό της.
Ας την τώρ’ αυτή, να ιδούμε τι απόγινε το παιδί. Εκεί που αρμενίζανε οι κλέφτες οι θαλασσινοί, σκώνεται κύμα τρανό, γυρνάει ανάποδα το καράβι τους. Βγαίνει κι ένα θεριό του νερού κι άρχισε κι έτρωγε όποιον ήγλεπε. Μοναχά το παιδί γλίτωσε, το ξέβρασε η θάλασσα σε κάτι βράχια μαύρα. Μήτε κι ήξερε σε τι τόπο είχε φτάσει. Το πήρε δρόμο-δρόμο, έφτασε σε χωριό με ανθρώπους ξένους και γλώσσα ξένη.
Να συνεννοηθεί δεν μπορούσε, τον πιάσανε και τον πήγανε στο βασιλιά τους να τον βάλει σε δουλειά. Κανένας επιστάτης δεν το ήθελε κοντά του το παιδί, όλοι το γυρίζανε στο βασιλιά πίσω. Το ‘χωσαν στη γης να σκάβει για χρυσάφι, μια έσπαγε ο κασμάς του, μια σωριάζονταν οι πέτρες που πόστιαζε στην άκρη. Το βάλανε ύστερα να γυρνάει το μάγκανο στο πηγάδι σα γάιδαρος, πότε κοβόταν η τριχιά, πότε τρύπαγε το λαήνι. Το στείλανε στα ζα, άλλα αρρώσταιναν, άλλα κουτσαίνονταν.
Ο βασιλιάς έλεγε πως είναι πονηρός ο δούλος του και κάνει ζημιές για να τον διώξουν, γι’ αυτό έβαζε να τον περνάνε βούρδουλα κάθε βολά. Ώσπου έφτασε είκοσι χρονώ το παιδί και έμαθε πια τη γλώσσα την ξένη κι έπιασε τον αφέντη του να πει τα βασανά του και να κάμει ξήγησες. Πάλι δεν πίστεψ’ ο βασιλιάς. Έκαμε πως το λυπήθηκε το παιδί, του ‘δωσε μιαν αλλαξά χρυσή, ένα μαντήλι τυλιγμένο γεμάτο φλουριά κι ένα σπαθί καλό, και το αμόλησε με την ευκή του. Μασκαρεύτηκε κι αυτός ο ίδιος ταξιδιώτης κι ακλούθησε λίγο παραπίσω να δει τι θα γενεί. Έλεγε όλα καλά θα πάνε και μετά θα βάλει αυτός να το τιμωρήσει το παιδί για τα ψέματα που του ‘χε ειπωμένα.
Πααίνανε κι οι δυο με τα ποδάρια, γιατί το παιδί δεν ήθελε να πάρει άλογο, το λυπότανε το ζώο να το βασανίσει άδικα. Φτάνουνε σ’ ένα χάνι, μπήκανε να κοιμηθούνε. Έρχεται ύστερα ένας ξένος λελέκι σκέτο, μα ο χανιτζής είχε μονάχα ένα κρεβάτι κοντό να του δώσει. Το πιδί, από την καλή του την καρδιά, είπε ν’ αλλάξουνε κάμαρες. Κοιμήθηκε καλά ο ψηλός, το παιδί βρήκε κοριούς στο στρώμα και δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Πιο πέρα, φτάνουνε σ’ ένα γιοφύρι που ‘χε γκρεμιστεί κι ήταν ένας έμπορας με φρούτα φορτωμένα στ’ αμάξι του κι αναστέναζε που δε μπορούσε να προχωρήσει. Πιάνει το παιδί, φορτώνεται, περνάνε την πραμάτεια απέναντι μαζί με τον έμπορα να μη μείνει εκεί και χαλάσει. Γυρνάει πίσω το παιδί, περνάει και τ’ άλογο. Ότι πήγαινε κι αυτό να βγει στον όχτο, κατεβάζει λάσπη το ποτάμι. Κατάφερε και πιάστηκε από μια ρίζα και γλίτωσε το παιδί, μόνο η χρυσή η φορεσά του γίνηκε κομμάτια. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Την άλλη τη μέρα, χωρίζει ο δρόμος στα δυο, μια στράτα πάει χαμηλά, μια περνάει δίπλα στο γκρεμό, κοίταζες και σ’ έπιανε ζαλάδα. Απάνου στη διχάλα, ήτανε ένα τσοπανόπουλο κι έκλαιγε. Ρωτάει το παιδί, μαθαίνει που το καλύτερο κατσίκι του κοπαδιού είχε πάρει το μονοπάτι του γκρεμού και σκιαζότανε ο τσοπανάκος να πάει να το φέρει πίσω. Ούτε και πίσω σπίτι του μπορούσε να πάει, γιατί είχε μυτρηγιά κακούργα και θα το ‘δερνε. Λυπήθηκε το παιδί, θυμήθηκε τα δικά του τα περασμένα, βγαίνει στο φρύδι του γκρεμού, το πιάνει το ερίφι. Κι ότι το ‘φερνε πίσω, δίνει το ζώο μια μήπως του φύγει, πιάνεται στο κέρατό του το μαντήλι του παιδιού που το ‘χε γεμίσει ο αφέντης του με φλουριά, πάει κάτω στο γκρεμό όπως ήτανε. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Την παράλλη μέρα, συνάντησε το παιδί ένα ζαρκάδι θηλυκό και το είχανε τριγυρισμένο τσακάλια να του φάνε το μικρό του. Σέρνει το παιδί το καλό σπαθί που του ‘χε δωσμένο ο βασιλιάς, δίνει μια-δυο, φύγανε αλυχτώντας τα θρασίμια. Μα σφήνωσε το όπλο στα πλευρά ενός, πάει το πήρε μαζί του κι έμεινε αδειανό το θηκάρι. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Πίστεψε πια ο αφέντης την ιστορία του δούλου του κι είπε να του φανερωθεί. Τέτοιος άνθρωπος λέει, τόσα να παθαίνει και να μη βαρυγκομάει, να μην κρατάει κακία και πάλι να βοηθάει, δεν υπάρχει στην Πλάση. Μα τον έτρωγε κι η περιέργεια και είπε ας πάει άλλη μια μέρα, να ιδεί τι άλλο θα γενεί. Βρίσκει ένα πηγάδι το άλλο πουρνό το παιδί, πάει κοντά να νιφτεί. Ακούει ένα κλάμα γυναίκειο από κάτου, έσκυψε να ιδεί μην είχε πέσει μέσα καμιά κυρά. Ήτανε γλιτσασμένο το στόμα του πηγαδιού, γλιστράει, πάει κι αυτός μέσα.
Τότες ο βασιλιάς πικράθηκε. Είπε άδικα το άφησε το παιδί και πήγε χαμένο. Γύρισε παραπίσω κι έφερε τους υπηρέτες που ακολουθούσαν, να βγάλουν τουλάχιστον τα κόκαλα του παιδιού από το πηγάδι, να του κάμουν ένα μνημούρι ανθρώπινο ν’ αναπαυτεί η ψυχούλα του.
Μα έλα που το παιδί δεν ήτανε πεθαμένο! Το πηγάδι είχε νερό και σώθηκε, είχε και πέτρες να σταθεί να μην πνιγεί. Εκεί, μες το σκοτάδι, ήτανε και μια γριά.
«Παιδί μου», λέει, «κάμε κουράγιο. Άνθρωπος δεν περνάει από τούτη την ερμιά και δε σωνόμαστε. Εγώ έχω δέκα χρόνια πεσμένη μέσα. Μον’ έλα κοντά να σου δώσω την ευκή μου γιατί δε βαστάω άλλο».
Κι όπως βάνει τα χέρια της απάνου του, τον εγνώρισε, γιατί ήτανε η Μοίρα του που δεν ήγλεπε, κι έτσι είχε βρεθεί κι εκείνη στην τρύπα.
«Αμ στον κόσμο σε γύρευα κι εδώ σε βρήκα!», του λέει. «Κάτσε να μ’ ακούσεις, γιατί δεν έχει να ξαναειδωθούμε. Όταν λάχει και σε βγάλουνε, άλλο πράμα να μη ζητήσεις, παρά το κρουσταλλένιο προσκεφάλι»
Ήρθανε οι υπηρέτες του βασιλιά, το βγάλανε όξω το παιδί από το πηγάδι, ψάξανε και για τη γριά, πουθενά. Κατεβάσανε δαδιά να δούνε καλύτερα, τίποτα. Γυρίσανε όλοι μαζί πίσω στο παλάτι, έπιασε ο αφέντης και αγκάλιασε το δούλο και τον αμόλησε λεύτερο, αληθινά ετούτη τη φορά.
«Τι δώρο να σου κάμω», του λέει, «να μην το χάσεις κι ετούτο;»
Το παιδί ζήτησε το κρουσταλλένιο προσκεφάλι όπως το ‘χε ορμηνέψει η Μοίρα του. Ο βασιλιάς είπε κι είπε, να το αλλάξει γνώμη, μα δεν τα κατάφερνε, κι έβαλε να φέρουν εκεί μπροστά στο θρονί του το δώρο. Αυτό είχε ζητήσει από μαστόρους να το φτιάσουν, για να βρει άντρα για τη μοναχοκόρη του. Όποιος κοιμόταν με δαύτο, τον έβρισκε μεγάλο κακό παρεκτός κι αν στη ζήση του
ψέμα δεν είχε ειπωμένο
κακό δεν είχε καμωμένο
φλουρί δεν είχε κλεμμένο
άδικο δεν είχε κερδισμένο
και πολλά βασιλόπουλα είχανε πεθαμένα και λαβωμένα από δαύτο, μέχρι που δεν τόλμαγε κανείς να το δοκιμάσει κι ο βασιλιάς ο ίδιος έλεγε πως τέτοιος άνθρωπος δεν υπάρχει.
Και να που βρέθηκε το παιδί άξιο και έκαμε τον καλύτερο του ύπνο με το κρουσταλλένιο προσκεφάλι στις βασιλικές τις κάμαρες και σκώθηκε το άλλο το πουρνό ξεκούραστο. Άλλο νέο καλύτερο δεν ήθελε ο βασιλιάς, που δεν είχε κλείσει μάτι από την έγνοια του. Έβαλε αμέσως να γίνει καλέστρα, να κάμει το παιδί γαμπρό του. Και κακό δεν του ξανάτυχε του παιδιού στα πολλά χρόνια που βασίλεψε, γιατί τη Μοίρα του την είχε ανταμώσει πια.
Και το κρουσταλλένιο προσκεφάλι, που δεν το ‘χε ανάγκη πια, το ‘στειλε πεσκέσι στη συμπεθέρα του, τη μητρυγιά του παιδιού. Εκείνη το ‘βαλε να πλαγιάσει ο αγαπητικός της και άνοιξε η γης και τους κατάπιε και τους δύο, με το παλάτι τους και τα κλεψιμέικα τους.
Το παιδί που δεν είχε ανταμώσει τη Μοίρα του
Μια βολά, ήταν κλέφτες που ρημάζανε όλα τα καμποχώρια. Κάπου τους στριμώξαν’ στο βουνό των καλοέρων, στο Δίκορφο, πάνε καλιά τους. Μόνο ο αρχικλέφτης γλίτωσε, λαβωμένος άσκημα. Σούρθηκε μέχρι το κονάκι του, είπε στη μοναχοκόρη του σαν και πού τα ‘χε χουμπωμένα τα φλουριά του και ταχιά ξεψύχησε.
Πάνω στον τόπο που ήτανε χωμένος ο θησαυρός, είχε χτίσει καλύβι ένας καημενάκος χηρεμένος, μ’ ένα παιδί. Ολονών των φτωχών οι Μοίρες είναι κουτσές και μια-δυο φορές μοναχά προκάνουν να φέρουν καλό όλες κι όλες στη ζήση. Μα του παιδιού η Μοίρα ήτανε και στραβή μαζί και πήγαινε ψάχτοντας με τα χέρια και δεν είχανε απαντηθεί ακόμα μεταξύ τους. Κι όλο σκόνταφτε το παιδί και ‘κανε ζημιές και ‘χανε πράματα χωρίς να τ’ αφήνει μες τη μέση. Αλλά είχε μάθει και δε βαρυγκομούσε.
Να κι ένα πουρνό, παρουσιάζεται στη μπασά απ’ το καλύβι μια ζητιάνα νια κι όμορφη, έπιασε κουβεντολόι με το νοικοκύρη που δεν του περίσσευε τίποτις να δώσει. Τα φέρανε από ‘δω, τα φέρανε από ‘κει, ξαναπήγε την άλλη τη μέρα. Να μην τα πολυλογώ, την πήρε γυναίκα στο τέλος. Πού να ξέρε πως είναι του κλέφτη η θυγατέρα!
Η κακούργα έκανε την καλή μπροστά στον πατέρα, μα όντας έλειπε κείνος στο χωράφι, το παιδί το πέρναγε μαρτύρια. Πότε το ‘δερνε, πότε τ’ άφηνε νηστικό, πότε το ‘κλεινε στο αρμάρι. Δίκιο να βρει το παιδί δεν είχε, έλεε τ’ αντρός της πως γλίστρησε μονάχο του και τσακίστηκε, πως του ‘πεσε το φαΐ στη λάσπη, πως σφήνωσε στο αρμάρι. Χειρότερη μυτρηγιά, δεν ξανάγινε.
Απάνω στον ένα χρόνο, αφού το θησαυρό που ‘ψαχτε δεν τον είχε ξετρυπώσει ακόμα, η γυναίκα βαρέθηκε. Φαρμάκωσε τον άντρα της και ‘πιασε αγάπες με το παλιό πρωτοπαλίκαρο του πατέρα της που ‘χε κάμει δικό του ασκέρι και ταλαιπώραε τους νοικοκυραίους. Το παιδί το πήρ’ αυτός και το ‘δωσε σε κάτι κλέφτες πελαγίσους, να το πουλήσουνε δούλο σε μακρινά μέρη. Κι η κακούργα έπιασε και ξεθεμέλιωσε το καλύβι και βρήκε τα φλουριά κι έφερε μαστόρους και χτίσανε παλάτι στον ίδιο τόπο κι έκανε μετά την αρχόντισσα εκεί με τον αγαπητικό της.
Ας την τώρ’ αυτή, να ιδούμε τι απόγινε το παιδί. Εκεί που αρμενίζανε οι κλέφτες οι θαλασσινοί, σκώνεται κύμα τρανό, γυρνάει ανάποδα το καράβι τους. Βγαίνει κι ένα θεριό του νερού κι άρχισε κι έτρωγε όποιον ήγλεπε. Μοναχά το παιδί γλίτωσε, το ξέβρασε η θάλασσα σε κάτι βράχια μαύρα. Μήτε κι ήξερε σε τι τόπο είχε φτάσει. Το πήρε δρόμο-δρόμο, έφτασε σε χωριό με ανθρώπους ξένους και γλώσσα ξένη.
Να συνεννοηθεί δεν μπορούσε, τον πιάσανε και τον πήγανε στο βασιλιά τους να τον βάλει σε δουλειά. Κανένας επιστάτης δεν το ήθελε κοντά του το παιδί, όλοι το γυρίζανε στο βασιλιά πίσω. Το ‘χωσαν στη γης να σκάβει για χρυσάφι, μια έσπαγε ο κασμάς του, μια σωριάζονταν οι πέτρες που πόστιαζε στην άκρη. Το βάλανε ύστερα να γυρνάει το μάγκανο στο πηγάδι σα γάιδαρος, πότε κοβόταν η τριχιά, πότε τρύπαγε το λαήνι. Το στείλανε στα ζα, άλλα αρρώσταιναν, άλλα κουτσαίνονταν.
Ο βασιλιάς έλεγε πως είναι πονηρός ο δούλος του και κάνει ζημιές για να τον διώξουν, γι’ αυτό έβαζε να τον περνάνε βούρδουλα κάθε βολά. Ώσπου έφτασε είκοσι χρονώ το παιδί και έμαθε πια τη γλώσσα την ξένη κι έπιασε τον αφέντη του να πει τα βασανά του και να κάμει ξήγησες. Πάλι δεν πίστεψ’ ο βασιλιάς. Έκαμε πως το λυπήθηκε το παιδί, του ‘δωσε μιαν αλλαξά χρυσή, ένα μαντήλι τυλιγμένο γεμάτο φλουριά κι ένα σπαθί καλό, και το αμόλησε με την ευκή του. Μασκαρεύτηκε κι αυτός ο ίδιος ταξιδιώτης κι ακλούθησε λίγο παραπίσω να δει τι θα γενεί. Έλεγε όλα καλά θα πάνε και μετά θα βάλει αυτός να το τιμωρήσει το παιδί για τα ψέματα που του ‘χε ειπωμένα.
Πααίνανε κι οι δυο με τα ποδάρια, γιατί το παιδί δεν ήθελε να πάρει άλογο, το λυπότανε το ζώο να το βασανίσει άδικα. Φτάνουνε σ’ ένα χάνι, μπήκανε να κοιμηθούνε. Έρχεται ύστερα ένας ξένος λελέκι σκέτο, μα ο χανιτζής είχε μονάχα ένα κρεβάτι κοντό να του δώσει. Το πιδί, από την καλή του την καρδιά, είπε ν’ αλλάξουνε κάμαρες. Κοιμήθηκε καλά ο ψηλός, το παιδί βρήκε κοριούς στο στρώμα και δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Πιο πέρα, φτάνουνε σ’ ένα γιοφύρι που ‘χε γκρεμιστεί κι ήταν ένας έμπορας με φρούτα φορτωμένα στ’ αμάξι του κι αναστέναζε που δε μπορούσε να προχωρήσει. Πιάνει το παιδί, φορτώνεται, περνάνε την πραμάτεια απέναντι μαζί με τον έμπορα να μη μείνει εκεί και χαλάσει. Γυρνάει πίσω το παιδί, περνάει και τ’ άλογο. Ότι πήγαινε κι αυτό να βγει στον όχτο, κατεβάζει λάσπη το ποτάμι. Κατάφερε και πιάστηκε από μια ρίζα και γλίτωσε το παιδί, μόνο η χρυσή η φορεσά του γίνηκε κομμάτια. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Την άλλη τη μέρα, χωρίζει ο δρόμος στα δυο, μια στράτα πάει χαμηλά, μια περνάει δίπλα στο γκρεμό, κοίταζες και σ’ έπιανε ζαλάδα. Απάνου στη διχάλα, ήτανε ένα τσοπανόπουλο κι έκλαιγε. Ρωτάει το παιδί, μαθαίνει που το καλύτερο κατσίκι του κοπαδιού είχε πάρει το μονοπάτι του γκρεμού και σκιαζότανε ο τσοπανάκος να πάει να το φέρει πίσω. Ούτε και πίσω σπίτι του μπορούσε να πάει, γιατί είχε μυτρηγιά κακούργα και θα το ‘δερνε. Λυπήθηκε το παιδί, θυμήθηκε τα δικά του τα περασμένα, βγαίνει στο φρύδι του γκρεμού, το πιάνει το ερίφι. Κι ότι το ‘φερνε πίσω, δίνει το ζώο μια μήπως του φύγει, πιάνεται στο κέρατό του το μαντήλι του παιδιού που το ‘χε γεμίσει ο αφέντης του με φλουριά, πάει κάτω στο γκρεμό όπως ήτανε. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Την παράλλη μέρα, συνάντησε το παιδί ένα ζαρκάδι θηλυκό και το είχανε τριγυρισμένο τσακάλια να του φάνε το μικρό του. Σέρνει το παιδί το καλό σπαθί που του ‘χε δωσμένο ο βασιλιάς, δίνει μια-δυο, φύγανε αλυχτώντας τα θρασίμια. Μα σφήνωσε το όπλο στα πλευρά ενός, πάει το πήρε μαζί του κι έμεινε αδειανό το θηκάρι. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Πίστεψε πια ο αφέντης την ιστορία του δούλου του κι είπε να του φανερωθεί. Τέτοιος άνθρωπος λέει, τόσα να παθαίνει και να μη βαρυγκομάει, να μην κρατάει κακία και πάλι να βοηθάει, δεν υπάρχει στην Πλάση. Μα τον έτρωγε κι η περιέργεια και είπε ας πάει άλλη μια μέρα, να ιδεί τι άλλο θα γενεί. Βρίσκει ένα πηγάδι το άλλο πουρνό το παιδί, πάει κοντά να νιφτεί. Ακούει ένα κλάμα γυναίκειο από κάτου, έσκυψε να ιδεί μην είχε πέσει μέσα καμιά κυρά. Ήτανε γλιτσασμένο το στόμα του πηγαδιού, γλιστράει, πάει κι αυτός μέσα.
Τότες ο βασιλιάς πικράθηκε. Είπε άδικα το άφησε το παιδί και πήγε χαμένο. Γύρισε παραπίσω κι έφερε τους υπηρέτες που ακολουθούσαν, να βγάλουν τουλάχιστον τα κόκαλα του παιδιού από το πηγάδι, να του κάμουν ένα μνημούρι ανθρώπινο ν’ αναπαυτεί η ψυχούλα του.
Μα έλα που το παιδί δεν ήτανε πεθαμένο! Το πηγάδι είχε νερό και σώθηκε, είχε και πέτρες να σταθεί να μην πνιγεί. Εκεί, μες το σκοτάδι, ήτανε και μια γριά.
«Παιδί μου», λέει, «κάμε κουράγιο. Άνθρωπος δεν περνάει από τούτη την ερμιά και δε σωνόμαστε. Εγώ έχω δέκα χρόνια πεσμένη μέσα. Μον’ έλα κοντά να σου δώσω την ευκή μου γιατί δε βαστάω άλλο».
Κι όπως βάνει τα χέρια της απάνου του, τον εγνώρισε, γιατί ήτανε η Μοίρα του που δεν ήγλεπε, κι έτσι είχε βρεθεί κι εκείνη στην τρύπα.
«Αμ στον κόσμο σε γύρευα κι εδώ σε βρήκα!», του λέει. «Κάτσε να μ’ ακούσεις, γιατί δεν έχει να ξαναειδωθούμε. Όταν λάχει και σε βγάλουνε, άλλο πράμα να μη ζητήσεις, παρά το κρουσταλλένιο προσκεφάλι»
Ήρθανε οι υπηρέτες του βασιλιά, το βγάλανε όξω το παιδί από το πηγάδι, ψάξανε και για τη γριά, πουθενά. Κατεβάσανε δαδιά να δούνε καλύτερα, τίποτα. Γυρίσανε όλοι μαζί πίσω στο παλάτι, έπιασε ο αφέντης και αγκάλιασε το δούλο και τον αμόλησε λεύτερο, αληθινά ετούτη τη φορά.
«Τι δώρο να σου κάμω», του λέει, «να μην το χάσεις κι ετούτο;»
Το παιδί ζήτησε το κρουσταλλένιο προσκεφάλι όπως το ‘χε ορμηνέψει η Μοίρα του. Ο βασιλιάς είπε κι είπε, να το αλλάξει γνώμη, μα δεν τα κατάφερνε, κι έβαλε να φέρουν εκεί μπροστά στο θρονί του το δώρο. Αυτό είχε ζητήσει από μαστόρους να το φτιάσουν, για να βρει άντρα για τη μοναχοκόρη του. Όποιος κοιμόταν με δαύτο, τον έβρισκε μεγάλο κακό παρεκτός κι αν στη ζήση του
ψέμα δεν είχε ειπωμένο
κακό δεν είχε καμωμένο
φλουρί δεν είχε κλεμμένο
άδικο δεν είχε κερδισμένο
και πολλά βασιλόπουλα είχανε πεθαμένα και λαβωμένα από δαύτο, μέχρι που δεν τόλμαγε κανείς να το δοκιμάσει κι ο βασιλιάς ο ίδιος έλεγε πως τέτοιος άνθρωπος δεν υπάρχει.
Και να που βρέθηκε το παιδί άξιο και έκαμε τον καλύτερο του ύπνο με το κρουσταλλένιο προσκεφάλι στις βασιλικές τις κάμαρες και σκώθηκε το άλλο το πουρνό ξεκούραστο. Άλλο νέο καλύτερο δεν ήθελε ο βασιλιάς, που δεν είχε κλείσει μάτι από την έγνοια του. Έβαλε αμέσως να γίνει καλέστρα, να κάμει το παιδί γαμπρό του. Και κακό δεν του ξανάτυχε του παιδιού στα πολλά χρόνια που βασίλεψε, γιατί τη Μοίρα του την είχε ανταμώσει πια.
Και το κρουσταλλένιο προσκεφάλι, που δεν το ‘χε ανάγκη πια, το ‘στειλε πεσκέσι στη συμπεθέρα του, τη μητρυγιά του παιδιού. Εκείνη το ‘βαλε να πλαγιάσει ο αγαπητικός της και άνοιξε η γης και τους κατάπιε και τους δύο, με το παλάτι τους και τα κλεψιμέικα τους.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)