/* Google analytics */ /* Google analytics */

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Η καθαρότητα της Φυλής

Λέει η «Φυλλάδα του Μέγ’ Αλέξανδρου» (τουλάχιστον στις εκδόσεις του 18ου μ.Χ. αιώνα, αν όχι ήδη στις πρώτες του 4ου):

Ηύραν ανθρώπους μονοπόδαρους, με ουρά ωσάν πρόβατα, και πιάνοντας πολλούς και απ' αυτούς, ήφεράν τους εις τον Αλέξανδρον· όστις τους ερώτησε λέγων· πώς είστε αυτού; […] Το κρέας μας είναι νοστιμώτερον από όλα τα πετούμενα και τετράποδα, το κουφάρι μας γέμει πολύτιμα λιθαρόπουλα, με χοντρόν μαργαριτάρι, και το πετζί μας σίδερον δεν το απερνά. Ως τους ήκουσεν ο Αλέξανδρος, εγέλασε λέγων· ο άνθρωπος από την γλώσσαν του χάνει το κεφάλι του.


Ας έχουν τόσο παράξενη φυσιολογία, ας είναι βρώσιμα, τα πλάσματα που περιγράφονται δεν τα χαρακτηρίζει με κάποιο τρόπο «μη ανθρώπους» ο συγγραφέας.

Στον Πάρσιφαλ (γραμμένο γύρω στο 1200), ο πρωταγωνιστής έχει έναν ετεροθαλή αδελφό ονόματι Feirefiz, από Μαυριτανή μητέρα, ο οποίος είναι παρδαλός, με άσπρα και σκούρα μπαλώματα, όπως θα ήταν ένα ζώο με γονείς διαφορετικών χρωμάτων. Προφανώς, ο ραψωδός δεν είχε ποτέ συναντήσει μιγάδα. Αλλά το όλο θέμα δεν έχει κάποιο κρυφό νόημα, είναι καθαρά για λόγους ποικιλίας και εξωτισμού. Ο Feirefiz περιγράφεται ως ιδιαίτερα εμφανίσιμος και είναι ο μόνος πολεμιστής ισάξιος του πρωταγωνιστή.

Η φυλή – όπως λέμε «Λευκή φυλή» ή «Μαύρη φυλή», όχι όπως λέμε «η φυλή των Απάτσι» ή «η φυλή των Ζουλού» – δεν υπάρχει στις καταβολές του φάνταζυ σαν έννοια. Εμφανίζεται τη δεκαετία του 1930, και στον Howard και στον Tolkien. Κι εδώ, οι δυο μεγάλοι δεν βρίσκονται στους αντίποδες του φάσματος ως συνήθως. Οι απόψεις τους μάλλον ταυτίζονται.

Ο πρώτος μένει σε Λευκούς, Μαύρους, «Καστανούς» και Κίτρινους, ενώ ο δεύτερος μιλάει για ξωτικά, νάνους και χόμπιτ, αλλά η λέξη είναι ίδια: race. Δε μιλάμε για έθνη ή είδη, αλλά για φυλές. Και ισχύουν οι ίδιες πάνω-κάτω παραδοχές στους δυο πατέρες του είδους, οι οποίες θα έπρεπε να φαίνονται παράξενες σε έναν σύγχρονο αναγνώστη:

- Υπάρχει σαφής ιεραρχία από το καλύτερο προς το χειρότερο. Ο Λευκός είναι ανώτερος σε κάθε ουσιαστικό ζήτημα από τον Μαύρο. Το ρέψιμο του πιο φάλτσου ξωτικού είναι μελωδικότερο από το τραγούδι του πιο καλλίφωνου Ανθρώπου. Ο νάνος ξεπετάει ένα αριστούργημα στο λεπτό άμα έχει σφυρί και αμόνι. Το χόμπιτ είναι ανθεκτικό στα πάντα. (Στη μια περίπτωση, ο αναγνώστης ως Λευκός είναι στην κορυφή, στην άλλη ως Άνθρωπος είναι στον πάτο, αλλά η ουσία είναι πως δεν υπάρχει η έννοια της ποικιλίας, μόνο της κλίμακας)

- Οι μικτοί γάμοι δεν είναι απλώς κατακριτέοι, είναι και ανύπαρκτοι. Πιο σπάνιοι απ’ όσο υπήρξαν ποτέ στην Ιστορία κι απ’ ότι ήταν στις ιδιαίτερες πατρίδες των δυο συγγραφέων. Ενώ οι φυλές στο φάνταζυ ζουν πολύ πιο ανάκατες από τις διάφορες εθνότητες στον Μεσαίωνα του πραγματικού κόσμου, δεν υπάρχει σεξουαλική έλξη μεταξύ τους. Οι ξωτικοκυράδες είναι πιο ωραίες από τις Ανθρώπινες γυναίκες, αλλά δεν ποθούν όλοι οι Άνθρωποι μια τέτοια σύζυγο. Ομοίως για τις Λευκές και τους μη Λευκούς άντρες. Σε ορισμένες περιοχές των ΗΠΑ οι ενώσεις αφρικανών και ινδιάνων δεν ήταν ασυνήθιστες, αλλά ούτε οι Καστανοί παντρεύονταν Μαύρους, ούτε ένας στους δεκατρείς νάνους βλέπει έστω μία χομπιτίνα του γούστου του σε ολόκληρο χωριό.

- Οι βιολογικές διαφορές μεταξύ των φυλών δεν παίζουν κανένα ρόλο στην κουλτούρα και την καθημερινή ζωή τους. Οι κοινωνίες τους λειτουργούν όπως θέλει ο συγγραφέας κι όχι όπως επιβάλει η Φύση. Αντοχή στα τραύματα, υπέρτερη μυϊκή δύναμη, περιορισμένο ύψος, ακόμη και αθανασία, τίποτε δεν αλλάζει το σκεπτικό τους, τίποτα δε λαμβάνουν υπόψη. Υπάρχει μια ψυχολογική προδιάθεση που καθορίζει ότι θα χτίζουν τα σπίτια τους με συγκεκριμένο τρόπο, θα υφαίνουν τα ρούχα τους με συγκεκριμένο τρόπο, θα φτιάχνουν τα έπιπλά τους με συγκεκριμένο τρόπο, θα φέρονται με συγκεκριμένο τρόπο και η πρακτικότητα εκπαραθυρώνεται.

- Οι Ινδοί έχουν τις κάστες, οι δυτικοευρωπαίοι τους ευγενείς, οι Ιάπωνες το giri, εμείς οι Έλληνες το φιλότιμο. Οι φανταστικές φυλές δεν αρέσκονται στις πολιτισμικές έννοιες που να μην μεταφράζονται εύκολα σε κάποιο αγγλοσαξωνικό αντίστοιχο και να θέλουν την εξήγηση ενός αληθινά ξένου τρόπου σκέψης. Δεν προτιμούν κοινωνικές δομές οι οποίες να μην είναι ωμά λογικές και εμφανώς κατασκευασμένες, χωρίς καμιά μυρωδιά παράλογης παράδοσης ή αληθινής πολυπλοκότητας. Απευθείας από τη φιλοσοφία και τις ουτοπίες του Διαφωτισμού ή των αρχών του εικοστού αιώνα, στο χαρτί. Οι τέλειες λειτουργούν ρολόι, χωρίς κανέναν ρυθμιστικό μηχανισμό. Οι ατελείς έχουν εμφανή ελαττώματα, αλλά δεν καταρρέουν, κι ας μην έχουν καμία αιτία συνοχής στην καθημερινότητά τους.

- Οι Άνθρωποι και οι άνθρωποι τεκνοποιούν με οτιδήποτε κινείται. Με ξωτικά, με τελώνια, με δαίμονες από το απώτερο διάστημα. Αλλά οι διασταυρώσεις συνοδεύονται από περίεργα φαινόμενα. Ο αθάνατος γονέας γίνεται θνητός, το παιδί γεννιέται με χαρακτηριστικά που δεν τα είχε καμιά από τις αρχικές φυλές.

- Φυλές και λαοί, δεν έχουν καμιά επαφή μεταξύ τους πριν την έναρξη του βιβλίου, δε βγαίνουν από τα σπίτια τους. Αναγκαζόμενοι να συμπρωταγωνιστήσουν διάφοροι ξένοι μεταξύ τους, σοκάρονται ή μένουν έκθαμβοι κάθε δεύτερη σελίδα με το πώς ξυρίζεται ο άλλος, πώς σκέφτεται, πώς πολεμάει, τι τρώει. Είτε για να βγει γέλιο, είτε για να μπει ένα ακόμα κήρυγμα των απόψεων του συγγραφέα στο στόμα κάποιου χαρακτήρα.

Όλα αυτά είναι δείγματα της εποχής εκείνης. Έγκριτοι επιστήμονες συμβούλευαν τον Τσώρτσιλ να μη φοβάται πόλεμο με τους Ιάπωνες, μιας και τα σχιστά μάτια τους δεν έχουν σωστή αίσθηση του βάθους κι έτσι δεν μπορούν να στελεχώσουν ικανή αεροπορία. Βιολόγοι προσπαθούσαν με μετρήσεις να αποδείξουν ότι οι «φυλές» είναι ξεχωριστά είδη του Homo Sapiens, με διαφορετικές δυνατότητες. Δεν κατακρίνω τον Howard και τον Tolkien που περιγράφουν τον κόσμο όπως τον έβλεπαν γύρω τους, δεν αφαιρεί από την λογοτεχνική αξία του έργου τους. Αν από κάποιο θαύμα βρίσκονται και τα δικά μου βιβλία σε κυκλοφορία εβδομήντα χρόνια μετά την έκδοσή τους, δεν θα φαίνονται λιγότερο δέσμια ξεπερασμένων πια απόψεων.

Αλλά δε ζούμε πλέον στο Μεσοπόλεμο και δεν υπάρχει μόνο μια επιλογή για το πώς θα χειριστούμε τις φυλές στο φάνταζυ σήμερα, ανοίγονται πολλοί δρόμοι μπροστά μας, άλλοι με προοπτικές κι άλλοι αδιέξοδοι. Μπορούμε:

- να είμαστε εντελώς αστοιχείωτοι για το είδος το οποίο υπηρετούμε και την ιστορία του. Να συγχέουμε τις συμβάσεις μιας περασμένης εποχής με τις συμβάσεις του ίδιου του φανταστικού. Δηλαδή, να γράφουμε με τις ίδιες παραδοχές που είχαν οι δυο μεγάλοι στα έργα τους γιατί «αυτό είναι φάνταζυ». Η λύση που επιλέγει η πλειοψηφία των μετά το ’80 συγγραφέων. Συνήθως μιλάμε για μια φυλή υπερανθρώπων στην οποία θα ανήκει ο ήρωας για να ικανοποιούνται οι εφηβικές φαντασιώσεις ισχύος του αναγνώστη και/ή μια φυλή υπανθρώπων την οποία θα γενοκτονεί ο ήρωας χωρίς την ανάγκη για τύψεις.

- να φτιάξουμε μια «φυλή» που δεν έχει πραγματικούς λόγους, να μην ενωθεί με την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Για την ακρίβεια, η κοινωνία της θα κατέρρεε ερχόμενη σε επαφή με τις υπόλοιπες. Την τοποθετούμε σε μια απομακρυσμένη ήπειρο μόνη της ή σε μια άλλη διάσταση και κλείσαμε. Λύση συνηθισμένη και πιστευτή. Αλλά φτηνή, σε ένα λογοτεχνικό είδος στο οποίο χτίζουμε τον κόσμο όπως εμείς θέλουμε.

- να φτιάξουμε μια πραγματικά ξένη φυλή, η οποία ίσως είναι ανθρωποειδής πλην αμφίβια ή ίσως αποτελείται από κατσαρίδες με τέσσερα φύλα. Να δουλέψουμε σοβαρά πάνω της, βάζοντας λίγη Κοινωνιολογία, λίγη Βιολογία, λίγη Λαογραφία, λίγη Γλωσσολογία, μπόλικη κοινή λογική. Όπως κάνουν με τους εξωγήινους στην Επιστημονική Φαντασία. Τίμια τακτική που δεν μπορεί να την μεμφθεί κανείς. Απλά χρειάζεται χώρος σε ένα βιβλίο για παρουσιαστούν και να αναλυθούν όλα αυτά, τόσος χώρος που κινδυνεύει να επισκιάσει την πλοκή του έργου. Εκτός κι αν αυτό είναι το επίκεντρο της πλοκής. Δεν είναι ο τρόπος που σκέφτομαι σαν συγγραφέας και δε νομίζω πως θα πάρω τέτοια κατεύθυνση ποτέ. Σαν αναγνώστης δεν είμαι αρνητικός, αρκεί να μην είναι απλά αφορμή για να δω μια ακόμη ουτοπία ή δυστοπία.

- να μη μιλήσουμε για φυλές, αλλά για λαούς. Ανθρώπους σαν όλους τους άλλους, οι οποίοι έχουν επιλέξει τον απομονωτισμό και μια κοινωνία-κλειστό σύστημα με μηχανισμούς που παρεμποδίζουν την αλλαγή και την διάλυσή της (ιστορικό παράδειγμα: αρχαία Σπάρτη). Στα συν, μιας και μιλάμε για φάνταζυ, μπορούμε να εισαγάγουμε για έναν τέτοιο λαό μικρές βιολογικές διαφορές από την υπόλοιπη ανθρωπότητα, οι οποίες να είναι η αιτία που έχτισαν μια τέτοια κοινωνία και ταυτόχρονα η βοήθεια με την οποία μπορούν να την συντηρούν. Έχω χρησιμοποιήσει τέτοια τακτική σε γραπτά μου, αλλά όχι στους Γιους της Στάχτης.

- να έχουμε, μόνους τους ή μαζί με φυλές στο ίδιο βιβλίο, παράξενους λαούς στους οποίους χωρίζονται οι Άνθρωποι. Να τραβήξουμε αυθαίρετες γραμμές στο χάρτη, χωρίς κάποιο φυσικό όριο όπως βουνό ή ποτάμι και να πούμε «από ‘δω και πέρα ζουν οι μεγαλόσωμοι βουνίσιοι με τις γενειάδες, από την άλλη οι μελαχροινοί και μικρόσωμοι θαλασσινοί». Και να φτιάξουμε πολιτισμούς που θα αφήσουν ιστορία, όπως ο διαρκώς επανεμφανιζόμενος στο κακής ποιότητας φάνταζυ, εκείνος που πιστεύει στην τύχη. Μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι ρίχνουν ζάρια για να πάρουν και την παραμικρή καθημερινή απόφαση. Τις δυο-τρεις πρώτες φορές που το είδα γέλασα – και ήμουν 15 χρονών. Τώρα πια τρομάζω όταν συνειδητοποιώ πως ένας άνθρωπος ικανός να ολοκληρώσει ένα βιβλίο 200 σελίδων με αξιοπρεπή γραφή, βάζει κάτι τέτοιο μέσα και δεν καταλαβαίνει πως είναι ηλίθιο.

- να συνειδητοποιήσουμε ότι οι δυτικοευρωπαίοι το μεσαίωνα όντως δεν έβγαιναν από το χωριό τους, δεν ήξεραν τίποτε για κανέναν άλλον και έπαθαν πολιτισμικό σοκ όταν οι Σταυροφορίες τούς ταξίδεψαν. Αλλά εμείς δεν είμαστε απόγονοί τους. Οι Βυζαντινοί, οι Άραβες, οι Ρώσοι, οι Κινέζοι, οι Ινδοί, είχαν εμπορικές σχέσεις, αντίληψη της ύπαρξης άλλων ανθρώπων με άλλους τρόπους ζωής. Δεν ήξεραν όλες τις λεπτομέρειες, υπήρχαν παρανοήσεις και φήμες και προπαγάνδα και μισαλλοδοξία. Αλλά υπήρχαν και ταξιδιωτικά κείμενα. Όσοι ζούσαν στα σύνορα ή εμπορεύονταν, έρχονταν συχνά σε κάποια επαφή με τους γείτονες, συμπεθέρευαν μάλλον συχνά. Και δυο άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής που γνωρίζονταν μπορούσαν να αλληλοεκτιμηθούν ή η σχέση τους να παραμείνει τεταμένη, όποια κι αν είναι η επίσημη σχέση των πατρίδων τους, όχι όμως γιατί μοιράστηκαν τον ίδιο υπνόσακο στο Δάσος της Λησμονιάς ή επειδή κοντεύει να τελειώσει το βιβλίο και χρειάζεται δραματουργική λύση κάθε ανοιχτού ζητήματος. Σ’ αυτά τα πλαίσια προσπαθώ να κινηθώ στους Γιους της Στάχτης.

Αν πάρεις τους ανθρώπους που όλοι ξέρουμε και τους δώσεις φτερά, τους βάλεις να φοράνε μόνο κόκκινα ρούχα και να ζουν σε μια πόλη-κράτος με τρεις «κάστες», Ευγενείς, Στοχαστές και Τεχνίτες, λες και είναι μυρμήγκια, δεν έχεις μόλις φτιάξει μια νέα φυλή με πολλές προοπτικές. Έχεις φτιάξει μια καρικατούρα. Οι «μη άνθρωποι» θέλουν δουλειά και βάθος, το ίδιο και τα διάφορα έθνη των ανθρώπων. Και δουλειά προς τη σωστή κατεύθυνση με τα σημερινά δεδομένα. Γιατί τον Howard και τον Tolkien δεν μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει ότι δεν ήταν διαβασμένοι ή ότι δεν δούλεψαν τους κόσμους. Αλλά δεν μπορούμε αιωνίως εμείς να «πατάμε» πάνω στη δουλειά τους, τη στιγμή που έχουμε άλλα δεδομένα στη διάθεσή μας.

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Οι Περιφέρειες - Πελάγους

Στο Πέλαγος υπάρχουν εικοσιένα νησιά, δεκάδες νησόπουλα με μια ή δυο οικογένειες πάνω τους και αμέτρητες βραχονησίδες. Από τόπο σε τόπο, τα έθιμα και η ντοπιολαλιά διαφέρουν, αν και είναι ορατή μια κοινή ρίζα πάντα. Με τις εμπορικές συναλλαγές, οι ιστορίες μεταδίδονται και επιζούν σαν αφηγήσεις σε κάθε νησί, αλλά είναι αδύνατον να πει κανείς ποια μορφή τους είναι αρχαιότερη και κοντινότερη στα αυθεντικά γεγονότα, ποια έχει διαστρεβλωθεί περισσότερο από το σκεπτικό του αφηγητή.

Για παράδειγμα, οι κάτοικοι της Νήου και εκείνοι της Κήρου, αν και βρίσκονται σε συνεχή επαφή, έχουν εντελώς διαφορετικές κοσμοθεωρίες. Οι πρώτοι είναι οι καλύτεροι ναυπηγοί στο Πέλαγος, πλούσιοι πλοιοκτήτες, περήφανοι, ιδιαίτερα τοπικιστές - μόνο οι καραβοκύρηδες-έμποροι ταξιδεύουν και δύσκολα κερδίζει κανείς την εμπιστοσύνη τους για να βρεθεί φιλοξενούμενός τους. Οι δεύτεροι είναι οι καλύτεροι ναυτικοί στο Πέλαγος, δουλεύουν στα νηώτικα πλοία από ανάγκη γιατί το έδαφος του νησιού τους είναι φτωχό, είναι ξακουστοί για την πραότητά και την ταπεινότητά τους, ενώ είναι και ιδιαίτερα φιλόξενοι στο σπιτικό τους.


Ζιατί οι Νηώτες ‘εν κάνουσιν Κηριώτες γαμπρούς

Μνια βολά τσ’ έναν τσαιρό, ήσαν τρεις καραβοτσυραίοι ‘δω στη Χώρα, αδέρφια, τσ’ είχασιν τσαι μια αδερφήν πεντάμορφην. Οι γονιοί τζοι είχασιν ποθάνει χρόνια τσαι η μάνα τζοι τσοι είχεν αφημένα φυλαχτάρια, ζια την κακιάν την ώραν.

Σ’ ένα ταγκζίδιν που ήσαν όλοι αντάμα στο ίδιο καράβιν ζια ν’ αγοράσωσιν οίνους στη Βότρια, ο πρωτοναύτης τζοι – που ήτο άτιμη Κηριώτικη σπορά – τσοι άφησεν να πίουσιν ώσπου ζαλιστήκασιν τσαι άμα ζυρίσασιν στο καράβιν, εκέρνα τζοι πλιο ακόμα.

Άμα ξυπνήσασιν με το τσεφάλι βαρύν, τζοι είπε πως του είχαν κάμει λόγο να γενεί γαμπρός τσαι συνεταίρος, να πάρει την αδερφήν τζοι. Τέθοιο πράμα ‘εν εθυμούντασιν. Μα ‘εν εθυμούντασιν τσαι άλλον πράμα, από τσοι πολλούς οίνους τσαι από ντροπή ‘εν μπορούσασιν να κάμουν πίσω, μήμπως τσαι αλήθεια είχασιν κάμει όρκον.

Σα φτάσασιν πίσω στη Νηο, βγάλασιν λαλητήν να πει τον γάμον στσοι ζειτονιές τσαι φωνάξασιν παπά να κάμωσιν τον αρραβώναν.

Μα ο πονηρός ο Κηριώτης ‘εν είχεν στο νου του να γενεί μονάχα αδερφός τζοι, είχεν αποφασίσει να τσοι γκζεκάμει κιόλα, να απομείνωσι όλα τα καράβια τζοι δικά του τσαι όλες τσοι σεντούκες τζοι να τσοι πάρει προίκαν.

Κάλεσέν τζοι να θηρεύσωσιν ρήζισσες, στο βουνίν μπζηλά. Ξεμονάχιασεν τον μικρόν, αμούστακον αγόρι ακόμα, τσαι κάρφωσέν του στην τσοιλιάν ένα κοντάριν που είχεν κρυμμένον από πριν στσοι βάτους. Σαν ακούσασιν οι μεγάλοι τη φωνήν τσαι ετρέξασιν, είπεν τζοι ο γαμπρός πως τον αδερφόν τζοι τον εσούβλισεν ελάφιν που ξάφνισέν το.

Κάμασιν πέθος, κρεμάσασιν τα μαύρα σκουτιά στα παρεθύρια τσαι μάζεψεν η αδερφή το φυλαχτάριν τση μάνας τζοι από του αδικοσκοτωμένου το στήθι, να θυμάται τον από δαύτο τουλάιστον, αφού ‘εν τον βοήθησεν που φόρα το. Καθά πως το έχομεν συνήθειο, ο γάμος πήεν πίσω μνια χρονιά.

Άμα πέρασε το πέθος τσαι ήσαν πάλι προετοιμασίες ζια την εκκλησά, είπεν τους κωνιάδους του ο πονηρός να πάγωσιν ζια το νυφόγκζυλλον. Πήρασιν τα μπριόνια τζοι τσαι τσοι αγκζίνες τζοι τσαι δώσασιν δρόμον. Ο πρωτοναύτης είχεν πάει από προηγούμενην μέραν τσαι είχεν πελετσήσει ένα μεγαλόν δεντρί. Τσαι μόλις το περάσασιν οι άλλοι, το αμπώχνει τσαι το ρίχνει καθά μέρος τζοι. Ο μεγάλος έσμπρωγκζεν τον μεσαίον παράμερα να γλιτώσει τσαι πλακώθηκεν μονάχος του τσαι πάει τσαι. Είπαν τύχη του ήτο, ‘εν καταλάβασιν το φόνο.

Πάλι τσηδείες τσαι πέθος τσαι μαύρα σκουτιά, πάλι πίσω ο γάμος μνια χρονιά, πάλι μάζεψεν η αδερφή τση μάνας το φυλαχτάριν από του αδικοσκοτωμένου το στήθι. Σαν πέρασεν ο τσαιρός, είπεν ο πονηρός του τελευταίου κωνιάδου να πάγουσιν στο βουνί να κάμουσιν νυχτέρι στο ξωκλήσιν, μην εύρει τζοι πάλι κακόν. Πήρασιν το μονοπάτι το πισινό, από του Μαώρου τα Καλύβια αποπάνου. Τσαι ότι φτάνασιν την κορυφήν, δίνει μνια ο πονηρός τσαι στέλει τον μεσαίο καραβοτσύρη να τσακίνεται στο κρεμνί στα βράχια.

Τρίτη φορά πέθος, τρίτη φορά μαύρα σκουτιά, τρίτο φυλαχτάριν μάζωξεν η αδερφή από αδικοσκοτωμένου στήθι. Άλλους συγγενείς ‘εν είχεν, ο γάμος ‘εν πήαινεν άλλον πίσω, να μη μείνει μοναχή τζη. Ένα φεγγάρι που ‘πρεπε να περάσει ως το μυστήριον, είπεν ο γαμπρός να το κάμει ταγκζίδιν, να πάρει τσαι δώρα νυφιάτικα.

Η νύφη, καλύτερά της έτζι. Είχεν λωλαθεί από την λύπην με το χαμό των αδερφώνε της τσ’ έρωτα ζια τον Κηριώτη ‘εν είχεν. Πήεν στο ακροζιάλι, εκρέμασεν τα φυλαχτάρια του αδερφώνε τση στα σκίνα, έβγαλεν τσαι το δικό της, κρέμασέν το κι εκείνον, τσ’ ετοιμάστη να πέσει να πνιεί, να πάει κοντά στο σόι της που είχεν ξεπατωθεί. ‘Εν επρόλαβε να βουτήξει, εσηκώθη το νερό μπρος της όρθιον.

«Στάσε!», είπεν την κόρην η κυρα-Θάλασσα. «Από να σε πάρω τσαι να με καταριέται ο κόσμος, καλύτερον σου να πάεις καλογριά να με βλογάς, να σχωρνιούνται τσαι οι ποθαμένοι σου. Ρίξε μου τα φυλαχτάρια σας, ζιατί μεγάλον άδικο σας έχει γενεί τσαι τώρα θα το λύσω. Τσαι μη φοβάσαι πως δε θα σε κρατήσωσι σε μοναστήρι που είσαι ταμένη ζια γάμο. Οι μέρες του αρραβώνα σου μετρημένες είναι».

Όπως ορμήνεψέν την η κυρα-Θάλασσα, έτσι έκαμεν η κοπέλα, τα φυλαχτάρια εριξέν τα τσαι πήεν να καλογερέψει. Τσ’ ότι ζύριζε ο πρωτοναύτης ο άτιμος στη Νηο, ετσακίστη το καράβιν σε γκζέρα τσαι εξεβράστη αυτός μισοπνιμένος στη Χώρα. Τσαι από το φόβο του, τα κρίματα τσαι τ’ άδικα που είχεν καμωμένα τα εμαρτύρησε πριν του βγει η ψυχή, τσαι τα έμαθε ο κόσμος.

Τσαι από τότε ‘εν κάνουσιν οι Νηώτες γαμπρούς Κηριώτες.


Γιατί οι Κηριώτες δεν πααίνουν γαμπροί στη Νηο

Τον καιρό των παλαιών ταξιδιών, ήταν ένας Κηριώτης. Συγγενείς και βιος αυτός δεν είχε. Είχε μονάχα μια δουλειά κοντά σε τρεις αδερφούς Νηώτες με πολλά καράβια.

Τα αφεντικά καλά δεν ήταν. Ήταν σφιχτοχέρικα και πολύ τους έβαζαν να δουλεύουν τους ανθρώπους τους. Μια φορά, έφτασαν κι οι τρεις μαζί στη Βότρια, με το καράβι που αρμένιζε ο Κηριώτης. Το ταξίδι άσχημα δεν πήε. Καλά πολύ πήε κι έκαμαν κέρδη και πήραν και κρασά να πουλήσουν αλλού.

Από τη χαρά τους, αυτοί δεν κρατήθηκαν γλέντι να κάμουν σα γύριζαν σπίτια τους. Έκαμαν γλέντι εκεί και γίνηκαν σταφίδα με τα κρασά που είχαν πάρει. Και τον Κηριώτη τον κάλεσαν να τον κεράσουν γιατί ήταν άξιος ναύτης και πάντα καλή δουλειά τους έκανε. Κι αυτοί πάνω στην τύφλα τους, να τον κάνουν καπετάνιο δεν του είπανε. Του είπανε να τον κάμουν γαμπρό και συγγενή, που είχαν μια αδερφή ξακουσμένη για την εμορφάδα της, την είχε δει μια φορά κι ο ναύτης και την είχε βάλει στην καρδιά του.

Το πρωί σα συνήρθανε, το λόγο που είχανε πει, να τον τιμήσουνε δε θέλανε. Θέλανε καλύτερα να του δώσουνε ένα καράβι να το διαφεντεύει και γαμπρό να κάμουνε κανέναν της σειράς τους, να ‘χει βιος σεντούκες, να το ενώσει με το δικό τους. Μα είχανε ακούσει κι οι άλλοι ναύτες το λόγο τους και να πούνε πως έλεε ψέματα ο Κηριώτης, δε μπορούσανε. Μπορούσανε μονάχα να τον ξεφορτωθούνε με πονηριά.

Του είπανε να πάνε για κυνήι στη Βότρια πριν φύουνε, που έχει ορτύκους και λαούς και περδίκους. Αυτοί σκοπό να τον γυρίσουν ζωντανό δεν είχαν. Είχαν σκοπό να τον τοξέψουν και να πουν πως πέρναε ζάρκαδος μπροστά του και ξεστόχησαν. Μα κοντά στην Πέρια, φυσάει γερά κι ο Κηριώτης βλαστήμια για τον κυρ-Άνεμο στα ταξίδια του ποτέ δεν έλεε. Έλεε μόνο ‘καλά να ‘σαι κυρ-Άνεμε κι άσε μας να διαβούμε’. Κι ο κυρ-Άνεμος τον λυπήθηκε και του πήρε το κεφαλομάντηλο την ώρα που τον τόξευε ο μεγάλος ο αδερφός ο καραβοκύρης, κι όπως έσκυψε ο Κηριώτης να το πιάσει, ίσα πήε η σαΐτα στου μικρού αδερφού την καρδιά. Μια ανάσα που του ‘μεινε, κατάρα έριξε στο ναύτη να μη του ‘βγουνε σε καλό τα καράβια τους.

Κλάψανε οι άλλοι δύο, φωνάξανε, τον πήρανε τον σκοτωμένο στους ώμους και κατεβήκανε στο καράβι. Μοιριολόια δε λέανε. Λέανε τραγούδια της χαράς, που ήτανε ανύπαντρος ακόμα. Βάλανε μαύρα πανιά και κινήσανε.

Οι δυο καραβοκυραίοι στενοχώρια δεν είχανε. Είχανε μίσος και λέανε πως ο γαμπρός τους φταίει. Είπανε να πιάσουνε στη Λεύκη, να φορτώσουνε μάρμαρο για το μνήμα του αδερφού τους και ρίξανε άγκυρα. Πήρανε ξινάρια και τον Κηριώτη, μα στο νου τους να φτάσουνε ως απάνω στο βουνό δεν είχανε. Είχανε στο νου τους να ρίξει ο μεσαίος βράχο και να πλακώσει το ναύτη. Μα εκεί είναι γυμνός τόπος κι ο ναύτης στα ταξίδια του βλαστήμια στις ξέρες ποτέ δεν έλεε. Έλεε μόνο ‘καλά να ‘σαι κυρά-Πέτρα κι απάνω σου να μη βρούμε’. Κι η κυρά-Πέτρα τον λυπήθηκε και τον έκαμε να σκοντάψει την ώρα που ερχότανε ο βράχος και πλακώθηκε ο μεγάλος ο αδερφός αντί για δαύτονε κι γίνηκε μπουκούνια. Μια ανάσα που του ‘μεινε, κατάρα έριξε στο ναύτη να μη του ‘βγουνε σε καλό τα πλούτια από τις σεντούκες τους.

Τον πεθαμένο τον φορτώθηκε ο μεγάλος, τον πήρε κάτω στο καράβι, με τραούδια της χαράς πάλι, που ήταν και τούτος ανύπαντρος. Από στεναχώρια και πένθος ο καραβοκύρης δεν έκλαψε. Έκλαψε από το κακό του και αντί να βάλει μυαλό, έδωκε όρκο να τον ξεκάμει τον Κηριώτη.

Είπε και πιάσανε και στη Χαριέσσα, δήθεμου-τάχαμου να πάρουνε καντηλέρια μαλαματένια για την κηδεία. Εκεί άλλοι ναύτες στη στεριά δε βγήκανε. Βγήκανε μονάχα οι δυο τους με τη βάρκα, που είχε κάμει σχέδιο ο Νηώτης να τον πετάξει σε ρούφουλα που ‘ξερε από παλιά τον Κηριώτη και να τον πνίξει. Μα ο ναύτης στα ταξίδια του στη θάλασσα την αρμυρή βλαστήμια ποτέ δεν έλεε. Μόνο έλεε ‘όμορφη κυρά-Θάλασσα, σπλαχνίσου μανάδες και γυναίκες’. Κι η κυρά-Θάλασσα τον λυπήθηκε και μόλις φτάσανε κοντά στο ρούφουλα, βγήκε απάνου το κύμα και πήρε τον καραβοκύρη μέσα από τη βάρκα και τον έπνιξε εκείνον. Μια ανάσα που του ‘μεινε, έριξε κατάρα στο ναύτη να μην του ‘βγουνε σε καλό τα προικιά που θα πάρει.

Ο Νηώτης, τα κακά που θέλεσαν να του κάμουν, δεν τα είχε καταλάβει. Είχε καταλάβει μονάχα που πρώτη φορά βρήκε οικοένεια. Και τον πήρε τον πεθαμένο και τον πήε πίσω στο καράβι κλαίοντάς τον και μοιριολοώντας τον.

Σα φτάσανε πίσω στη Νηο, έδωσε τα κακά μαντάτα στην αδερφή των καραβοκυραίων και στη γυναίκα του μεγάλου που είχε παιδί μικρό. Ο γάμος να περιμένει τρία χρόνια για το πένθος δε γινόταν. Γινόταν μονάχα να παντρευτούν σε ένα φεγγάρι από την κηδεία την τριπλή, γιατί άλλος άντρας στο σόι δεν είχε απομείνει να το διαφεντεύει.

Το βιος που είχε μείνει, με τέτοιο κακό τρόπο, ο Κηριώτης να το πάρει δεν ήθελε. Ήθελε να μείνουν όλα τα καράβια και οι σεντούκες στη χήρα του κουνιάδου του και να περάσουν και σε ό,τι παιδιά του κάμει η δική του η γυναίκα. Κι αυτός να τα αυγατίζει τα πλούτια, αλλά χέρι να μη βάλει απάνω τους. Και τη γυναίκα του είπε πως με προίκες δεν την ήθελε. Την ήθελε όπως ήτανε, με το φουστάνι που φόραε μονάχα, με την εμορφάδα της και την προκοπή της. Μα να μην πάρει τα κεντήματα που έκανε με τα χέρια της τόσα χρόνια για το σπιτικό της, δεν γινότανε. Γινότανε να τα φορτώσει και να τα πάει μέσα σε ένα σπίτι καινούριο.

Μα η καραβοκυροπούλα έβαλε μέσα στα μεσάλια και τα σεντόνια κι έκρυψε ένα κουτί μικρό, με τα μαλαματικά που της είχε παρμένα η μάνα της η μακαρίτισσα. Και τη βραδιά του γάμου, να κοιμηθούνε αντάμα δεν έμελλε. Έμελλε να πιάσουν τόπο οι κατάρες οι τρεις και μόλις άνοιξε το κουτί να στολιστεί η νύφη, βγήκε φωτιά και τους καρβούνιασε. Και το είδανε με τα μάτια τους οι ανθρώποι, που είχε καλέσει όλη την Κήρο ο ναύτης να χαρεί τη χαρά του και είπανε πως κανονική δουλειά δεν ήτανε. Ήτανε κατάρα και μάλιστα νηώτικη, μιας και κακό στο νου τους για δαύτον οι συντοπίτες του δεν είχανε.

Κι από τότε οι Κηριώτες δεν πααίνουν γαμπροί στη Νηο.

Τρίτη, 03 Νοεμβρίου 2009

Μπήκαμε στο επόμενο στάδιο

Σήμερα επιβεβαίωσα πως η επιμέλεια του βιβλίου έχει ξεκινήσει. Συνεχίζουμε κανονικά για Γενάρη (με στάσεις ενδιάμεσα για εξώφυλλο και, υποθέτω, διαδικαστικά όπως βιογραφικό για το εσώφυλλο).

Επίσης έμαθα ότι οι διαστάσεις του βιβλίου θα είναι ίδιες με την "Παγίδα των αηδονιών" και τον "Έραγκον" (21 x 14 εκατοστά - το πάχος προφανώς θα εξαρτηθεί από τον αριθμό των σελίδων). Θα υπάρχουν δυο ασπρόμαυροι χάρτες, ένας για τη Γνωστή Πλάση κι ένας για τη Βασιλεία Αιγλωέων, βασισμένοι σε αυτόν κι όχι εκείνον που βλέπετε μόλις μπαίνετε στο ιστολόγιο. Η χειροτεχνία είναι φυσικά του Ozzo και πάλι, ο οποίος δουλεύει τώρα σε μια έκπληξη για το μέλλον. Αναμείνατε στο ακουστικό σας.

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Οι Περιφέρειες - Παράλου

Η Περιφέρεια Παράλου έχει κομβική θέση σε στεριά (φιλοξενεί σημαντικά περάσματα από τα βουνά που διχοτομούν την Οικεία Ανατολή, τις Χαλκές και τις Σιδηρές Πύλες) αλλά και στη θάλασσα, σαν σταθμός ανεφοδιασμού στα πλοία των Περατινών πριν συνεχίσουν προς τη Γη των Δηωτών και άλλα εξωτικά μέρη στα οποία εμπορεύονται. Ο μακρόχορνος συγχρωτισμός μαζί τους, έχει προσφέρει στην τοπική διάλεκτο πολλές λέξεις με ξενικό ήχο [Σημείωση: η "χειροδότηση" που αναφέρεται στο κείμενο είναι το αντίστοιχο του σταυροκοπήματος για την Πλάση]

Ο ψαράς κι η θυατέρα η μαρμάρινη

Τα παλιά τα χρόνια – σα να λέμε τόμου του Παπά ο Πλάτανος ήτο λιανός και μπόρουνε ένα γερό παλικάρι να τόνε αγκαλιάσει γύρω-τροΰρω – είχε κάμει μια μεγάλη φουρτούνα και πήανε σούμπιτα τα μισά καΐκια κι οι μισές βάρκες του χωριού. Ένας από τσου ψαράδες που πνιήκανε, χήρος ήτο, άφηκε πίσω τη μάνα του και το γιο του μονάχους.

Μπάλωνε η γριά δίχτυα, πήαινε το παιδί βοήθαγε σε αλλουνούς καραβοκυραίους, κάπως τήνε κουτσοβγάνανε. Έξοδα δεν κάνανε, μια παλιά βράκα χιλιομπαλωμένη φόραε το παιδί, μια φουστάνα μαύρη χιλιοτριμμένη η νόνα του, και τσου γελάανε οι ανέμυαλοι. Α μα με τα πολλά μαζώξανε δυο φούχτες χάλκινα και κάμανε καινούρια βάρκα, να τη δουλεύει το παλικάρι ατό του.

Αγαντάρει μια μέρα, μήτε σπάρος στα δίχτυα. Αγαντάρει δεύτερη, μήτε γόπα. Ένα φεγγάρι πέρασε, καθημερνώς με το κοφίνι αδειανό και μουσκλωμένος γύρναε στη νόνα του. Α δεν ήτανε τα αρμυρίκια και τα λάχανα που μάζευε η γριά κι έβραζε, νηστικοί θα μένανε. Το αρμάρι τους αδειανό, μέρμηγκας στο σπίτι τους ψόφαε από την πείνα. Ψιχί δε βρισκότανε.

Ώσπου σκάθηκε την ψυχή του το παιδί και είπε τση γριάς:

«Νόνα, α δώσει και γυρίσω και σήμερα με αδειανά χέρια, πα να πει δε μας θέλει η θάλασσα. Αμώνω να τη δώσω τη βάρκα κοψοχρονίς και θα πάρουμε των ομματιών μας να πάμε σ’ ένα καμπίσο μέρος».

«Αφού είπες τέτοιο λόο, παιδί μου, δεν έχει τώρα να κάμεις πίσω», τον ορμήνεψε η γριά. «Διάβε με την ευκή μου κι ό,τι θέλει ας δώσει η κυρα-Θάλασσα».

Αγάνταρε πάλι, αμολάει τα δίχτυα του, πιάνει να τα τραβήξει σαν πέρασε η ώρα, ολότελα αδειανά. Δεύτερη φορά, τα όμοια. Τρίτη; Δε σκωνόντανε από το βάρος! Λες, βάνει με το νου του, να φισκάρανε τόσο πια; Δίνει, τραβάει, ιδρώνει, βάνει αντιστύλι το ποδάρι του, κάτι κατάφερε. Γλέπει και προβάνει ένα κουβάρι φύκια. Πήρε καρδιά, βάνει κι άλλο δύναμη, τραβάει δυο οργιές ακόμα. Τι να δει; Ψάρι μήτε για δείγμα, μονάχα μια θυατέρα μαρμαρένια. Είπε να την αφήσει να πάει πάλι κάτου σούμπιτη, να λασκάρει η μέση του. Έλα που άλλο πράμα δεν είχε πιασμένο, θα γύρναε πίσω με το κοφίνι αδειανό κι ήπρεπε να κρατήσει τον όρκο. Άιντε, λέει, ένα φεγγάρι με καταφρονάει η θάλασσα και δεν τη μούτζωσα. Α έχει να μου δώσει μια τύχη, ετούτη είναι, μ’ αρέσει-δε μ’ αρέσει.

Λες κι αλάφρυνε η πέτρα όπως το ‘βαλε με το νου του να τη βαστήσει, βγήκε η θυατέρα στον αφρό και τη φόρτωσε και δεν έκατσε η βάρκα, είχε και τζόγο. Πιάνει στεριά, δένει, ζαλιγκώνεται το μάρμαρο και λάου-λάου για το χωριό. Το και το, λέει στη νόνα του άμα έφτασε σπίτι του.

«Βάλ’ την ευτού στην άκρη στη ‘στιά κι αύριο γλέπουνε τι θα ξημερώσει, α θα τη δώκουμε πουθενά», είπε η γριά.

Σκωθήκανε αχάραα καθώς το ‘χανε συνήθειο και βρίσκουνε το σπίτι λαμπίκο. Η αυλή ασπρισμένη, το κακάβι χόχλαζε στη φωτιά και μοσκοβόλαε ο τόπος. Η θυατέρα η μαρμαρένια άφαντη. Μια ζωντανή είχε πιάσει το φρόκαλο και πάστρευε, μια έμορφη που την ήγλεπες και αλάλιαζες – ούτε η Γλυκερία του φούρναρη, σα να λέμε.

«Καλημέρα νόνα, καλημέρα άντρα», τσοι καλοδέχτηκε.

Τρίβανε τα μάτια τους.

«Πού βρεθήκανε τόσα πράματα;»

«Η προίκα μου», αποκρίθηκε.

Τι να τα πολυλοούμε, ως τ’ απόγεμα είπανε το γάμο στον κόσμο, ως την άλλη μέρα τόνε κάμανε με παπά. Κρυφά από τη γριά, η γυναικά έπιασε τον άντρα και του ‘πε, έτσι κι απλώσει χέρι απάνω της και δεν έχει ένας χρόνος περασμένος και μια μέρα ακόμα, πάει. Τη χάνει και θέλει να τη γυρέψει σε γιαλό και σε κάμπο και στου βουνού τη ράχη για να την ξανάβρει.

Πέρνα ο καιρός, οι γλωσσούδες είχανε και λέανε που δεν έπιανε παιδί η νύφη – τι; λες να μην είχενε κουτσομπόλες στο χωριό τότενες; – μα περνάανε ζωή χαρισάμενη οι τρεις τους. Προκομμένη η κοπέλα, όλα στο σπίτι ήτονε στην τρίχα, τη γριά δεν την άφηνε να σκώνεται από την καθίκλα της, νερό με το μπικιόνι τση πήαινε στο χέρι. Προλάβαινε να μπαλώνει και τα δίχτυα, που από κείνη τη μέρα όλο βαριά βγαίνανε, τόσο που φίσκαρε το κοφίνι καθημερνώς, πήρε και δεύτερο το παιδί, και πάλι περσεύανε ψάρια και τα ‘ριχτε πίσω στο νερό. Κι απ’ την καλή οικονομία που ‘κανε η νύφη, μαέρευε όλο από την προίκα που ‘χε στα αρμάρια και στην αγορά πάαινε μια στο τόσο μονάχα. Όλα καλά. Μήτε η γριά δεν τόλμαε να γκρινιάξει, που δεν είχε αγγόνι να βγάλει το όνομα του αντρός της.

Σαν πέρασε ο χρόνος κι η μέρα, κι έφτασε η ώρα να πέσουνε αντάμα στο κρεβάτι που είχε ξομείνει με τα νυφιάτικα τα στρωσίδια, τήνε πήρε από το χέρι το παιδί να τήνε πάει. Και μόλις γκιούξανε τα δαχτύλια τους, μπουφ! Αμπούρα γίνηκε η νύφη και χάθηκε. Πιάνει να ψάξει το παιδί, δεν τη βρίσκει πουθενά στο χωριό. Τα βαλε κάτου, ρώτησε και τον παπά και βρήκε πως είχενε κάμει λάθος οι καψεροί. Ήτο δίσεχτος ο χρόνος και ήθελε κι άλλη μιαν ημέρα αποπάνου για να περάσει!

Η γριά βάραγε τα στήθια της κι έβγαλε το μαντήλι της λες κι είχε πένθος. Δική της θυατέρα να ‘τανε, λιγότερο θα την έκλαιε. Το παιδί δεν έκατσε να μοιρολογάει. Πήρε μια καινούρια βράκα, καινούριο γελέκο, καινούρια ποδήματα – τόσο βιος που ‘χανε μαζώξει πια, δεν ήτανε έξοδο – έβαλε κάμποσα φλουριά στο ζωνάρι του και πήρε το στρατί να τήνε γυρέψει πρώτα στο γιαλό, που τον είχε ορμηνεμένο.

Ένα βράδυ τον ηύρε νύχτα στην άμμο κι άναψε φωτιά με ξύλα που ‘χε ξεβράσει το κύμα. Γλέπει σε λίγο κι έρχεται να ζεσταθεί ένας άνθρωπος με σκυλίσο κεφάλι και κόκκινο πετσί, στοιχειό σα να λέμε. Λούφαξε το παιδί, δε μίλησε καθόλου. Μονάχα κρυφοκοίταζε που το στοιχείο είχε πατήσει ένα αγκάθι και δε μπόρουνε να το βγάλει από το ποδάρι του γιατί σκαινότανε το αίμα. Χα μία, χα δύο, στο τέλος δεν κρατήθηκε το παιδί, απλώνει το χέρι και τραβάει το αγκάθι. Πετάγεται το στοιχειό όρθιο.

«Ευχαριστώ, αδρεφέ μου! Τέτοιο καλό που μου ‘καμες, πώς να στο ξεπλερώσω; Ζήτα μια χάρη. Ό,τι θέλεις, όσο μεγάλο, είναι στη δύναμή μου».

Το παιδί ήτανε ακόμα λαμπαγμένο και είπε δεν ήθελε τίποτα. Ξαναρώτηξε το στοιχειό, πάλι όχι. Μωρέ καλέ, μωρέ κακέ, δεν κατάφερε να του πάρει κουβέντα του παιδιού. Ώσπου στο τέλος λέει το στοιχειό:

«Μπράβο… Τρακόσια χρόνια πειράζω τσου ανθρώπους που ανταμώνω σ’ ετούτο τον τόπο. Ούλοι ζητάνε φλουριά και οφίτσια πλερωμή σε τόσο δα καλό που μου κάνουνε και παίρνω εξουσία και τσου τρώω για την πλεονεξία τους. Εσύ δεν είσαι τέτοιος. Να δω τι άνθρωπος είσαι, θα σε πάρω από κοντά».

Και ζαρώνει και γίνεται ένας καμπούρης και μαυροτσούκαλος γέροντας. Κι όπου πήαινε το παιδί, αποπίσω το στοιχειό να λέει πως είναι υπερέτης του. Τέλος πάντων, φτάνουνε σε ένα νησόπουλο που ήτανε δεμένα κουρσάρικα καράβια. Στο πιο μεγάλο, στην πλώρη απάνω, είχε ιστορημένη σε ξύλο μια θυατέρα σαν τη γυναίκα τη δική του, μα μήτε κι όμοια τελείως. Σαν πιο μεγαλωμένη.

«Τι θέλεις;» ρωτάει το στοιχειό που τον είδε και την καλοκοίταζε. «Να στην κατεβάσω;»

Το παιδί είχε καεί μια φορά από τη βιάση του, δεν τόλμαε να ξαναπάθει κάζο. Δυο σάλτα στη σανίδα, ανέβηκε στο μπάρκο το μεγάλο. Σύρανε μαχαίρες οι κουρσάροι να τόνε κάμουνε μελίδια, μα δε φάνηκε ντιπ σκιαγμένος. Το είδε ο καπετάνιος, το εχτίμησε και τον πήρε κοντά του. Τέσσερα φεγγάρια σαλπάρανε και χτυπάγανε περατινά μπάρκα. Το παιδί καθάριζε, ψάρευε, έστηνε το κακάβι, έλεε ιστορίες και τον βάλανε στην καρδιά τους οι ναύτες. Και το στοιχειό από κοντά.

Μια μέρα αρμενίζανε κοντά στο χωριό του που τα ήξερε τα νερά και τσου είπε ο καιρός θα είναι άσκημος, μα τόνε αναγελάσανε – τόσοι θαλασσοψημένοι να μην ξέρουνε κι εκειός να ξέρει; Δεν πρόκαμε να πιάσει το γιόμα και σκώθηκε το κύμα ίσα με το καμπαναριό τση εκκλησάς. Απάνω τους κατουριστήκανε, με το συμπάθιο. Απάγκιο πουθενά, είπανε πάνε χαμένοι και πιάσανε να ασπάζονται για χαιρετισμό. Πάει το παιδί στο τιμόνι, μπατάρει το καράβι κόντρα στον καιρό, το περνάει κοντά στα βράχια, το τρυπώνει σε λιμανάκι που μόνο οι ντόπιοι το γνωρίζανε και το σώνει.

Πέσανε οι κουρσάροι στα ποδάρια του, χρυσό τον κάμανε. Το μόνο που γύρεψε, ήτο η γυναίκα που ήτανε ιστορημένη στην πλώρη. Πάρε φλουριά, πάρε το καπετανιλίκι, τίποτα. Εγώ αυτό θέλω. Τι να κάμουνε, το ξηλώσανε. Μόλις το απιθώνουνε κάτου, περιστέρα μαλαματένια γένεται η γυναίκα και δίνει φτερό, μην την είδατε. Χειροδοτιόντανε από το φόβο τους, το παιδί δε ‘στάθη καθόλου. Πήρε δρόμο κατά και που ‘καμε το πουλί. Αντάμα και το στοιχειό.

Βγήκε στο δρόμο τον καμπίσο το παλικάρι, όπως του το ‘χε ειπωμένο η γυναίκα του ότι ευτού θα τήνε ψάξει μετά το γιαλό. Αγόρασε στεριανά ρούχα και ποδήματα, ένα ραβδί να πηαίνει. Πέρασε χωριά και χώρες, πήγε ποδαράτο από τις Σιδερένιες στσι Χάλκινες Πόρτες που λέει ο λόος, φτάνει σε μια πολιτεία μεγάλη, έκατσε σε μια εκκλησά στο κατώφλι να ξαποστάσει. Έρχεται ένας διάκος και του λέει τα φαγιά δεν είναι έτοιμα. Ήτο, να δείτε, Πρώτη του Χρόνου και δεν το ‘χε πάρει χαμπάρι το παιδί. Και στσι πολιτείες δε δίνουνε αλεύρι και κρέας στσου φτωχούς που δίνουμε εδώ, κάθονται και τσου μαερεύουν και τσου καλούνε να κάμουνε ούλοι αντάμα βεγγέρα. Σκώνεται το παιδί να πάρει πάλε το δρόμο του, απάνου στο μινούτο έρχεται η μαλαματένια περιστέρα και μπαίνει από τση εκκλησάς την πόρτα και πάει και κουρνιάζει στο τέμπλο απάνω, καρσί σ’ έναν θαλασσαϊτό μπρούτζινο που κράταε μια καδένα στο στόμα και στην άκρια τση καδένας είχε ένα καντήλι.

«Να τόνε κατεβάσω;», είπε ο υπερέτης – το στοιχειό, σα να λέμε.

Το παιδί μήτε και κατεδέχτηκε να απαντήσει. Μονάχα έβγαλε από το ζωνάρι του κι έδωσε μια χούφτα χάλκινα για το φαΐ του φτωχόνε. Ανασκουμπώθηκε, πήε κοντά στο διάκο να βοηθήσει με το ζύμωμα και το φούρνισμα. Και πιο πολύ με τα ψαρικά, που δεν ξέρανε να τα κάμουνε σ’ εκείνο τον τόπο να μη χάσουν τη γέψη τους στο βράσιμο. Δεν πήρε ανάσα το παιδί ώσπου απόφαε κι ο στερνός στην καλέστρα.

Ύστερα έμεινε στην εκκλησά, εκοιμότανε στο πάτωμα, συγύριζε, χτύπαε την καμπάνα, έσβηε τα κεριά που παρακαιόντανε. Πληρωμή δε ζήταε, μονάχος του έπαιρνε κι έτρωε και τάιζε και το στοιχειό. Άμα περάσανε τέσσερα φεγγάρια, τόνε ξεμονάχιασε ο πρωτόπαπας και τόνε ρώτησε:

«Εσύ κάποιο τάμα θα ‘χεις. Για πες μου ποιο είναι, να σε βοηθήσω».

«Θέλω να αλλάξω όλα τα καντήλια για την ψυχή του πατέρα μου», είπε το παιδί.

Αφού του δώκανε την άδεια, άρχισε και κρέμαγε τα καινούρια που αγόρασε. Τελευταίο άφηκε εκειό που είχε ο αϊτός στο στόμα. Μόλις τον ξεστέλιωσε, ζωντάνεψε μες τα χέρια του κι έδωκε φτερό. Ίσα και πρόλαβε το παιδί να πιαστεί από την καδένα που την είχε ακόμα στο στόμα το πουλί. Ο αϊτός ήτο τόσο δυνατός που τόνε σήκωσε και τον πήρε μαζί. Πίσω η περιστέρα, πίσω και το στοιχειό, αλλαξομορφισμένο σε κουρούνα. Πετάανε, πετάανε, είπε το παιδί θα πέσει και θα γίνει μπουκούνια και βαστιότανε όπως μπόρουνε. Περάσανε πάνω από τον Άβυθο, προβάλανε τα βουνά, εδεκεί πήε και το απίθωσε ο αϊτός το παιδί και μετά έφυε αντάμα και φιλιωμένος με την περιστέρα – θάμα που δεν ξανάγινε.

Τι να κάμει το παιδί, είπε πως κοντεύει πια, αφού είχε περάσει το γιαλό και τον κάμπο, στου βουνού τη ράχη απόμενε να ψάξει τη νύφη πού ‘χε χάσει. Πήρε το στρατί κατά κει που ‘χε δει να πηαίνουνε τα πουλιά. Από λόγγο σε λόγγο, από βουνί σε βουνί, με το στοιχειό ξοπίσω. Είχε πάρει εκειό πάλι τη σκυλίσα τη μουτσούνα και το κόκκινο το πετσί που ‘χε στην αρχή. Όποτε φτάνανε σε βατσουνιές, σε νερό τρεχούμενο, σε τόπο δύσκολο να διαβούνε, έλεε το στοιχειό:

«Να δώσω μια να φτάσουμε αντίκρυ;»

«Να κάτσεις ευτού που ‘σαι», έλεε το παιδί.

Ώσπου βρήκανε μια σγούμπα γυμνή κι απάνου-απάνου ένα δεντρί μαύρο. Στα κλωνιά είχανε κουρνιάσει η περιστέρα κι ο αϊτός, στα ριζά στεκούτανε η γυναίκα του παιδιού μαρμαρωμένη. Την έπιασε από το χέρι και τση \λεγε:

«Σήκω ψυχή μου να πάμε στο σπίτι μας, να πάμε στην κάμαρή μας, να πάμε στο κρεβάτι μας να πλαγιάσουμε. Σήκω τζόγια μου».

Μήτε φωνή, μήτε ακρόαση.

«Να τη ζωντανέψω;» λέει το στοιχειό.

Παρολίγο και θα λιποψύχαε το παιδί, μα θυμήθηκε το πάθημά του και το δρόμο που είχε κάμει και βάστηξε. Έκατσε στον τόπο εκειό και κοιμήθηκε το βράδυ. Το άλλο πρωί, πάλι τα ίδια.

«Σήκω ψυχή μου να πάμε στο σπίτι μας, να πάμε στην κάμαρή μας, να πάμε στο κρεβάτι μας να πλαγιάσουμε. Σήκω τζόγια μου».

Μήτε φωνή, μήτε ακρόαση.

«Να τη ζωντανέψω;»

Δεν του ‘δωκε σημασία του στοιχειού.

Να μην τα πολυλοούμε, η ίδια δουλειά σαράντα μέρες.

«Δεν εκουράστηκες ακόμα;» λέει το στοιχειό.

«Όχι σαράντα μέρες, τέσσερα φεγγάρια και δε θα κουραστώ».

«Εδώ είμαστε και να σε γλέπω».

Περνάει το δεύτερο φεγγάρι, περνάει το τρίτο, τέλειωνε και το στερνό εκείνη τη μέρα. Το μαύρο δεντρί είχε πιάσει να μπουμπουκιάζει και κοντεύανε να ανοίξουνε μαύρα άνθια. Τα σκουτιά του παιδιού είχενε λιώσει πια, τα γένια του είχενε γίνει τουλούπα, είχε ρέψει από την κακουχία. Άνοιξε το στόμα του να ζητήσει βοήθεια από το στοιχειό, μα καθάρισε ο νους του. Ήρτε γλέπετε η ευκή που του ‘χε δώκει η νόνα του τόμου βγήκε και ψάρεψε τη θυατέρα. Έπιασε το ίδιο τροπάριο:

«Σήκω ψυχή μου να πάμε στο σπίτι μας, να πάμε στην κάμαρή μας, να πάμε στο κρεβάτι μας να πλαγιάσουμε. Σήκω τζόγια μου».

Μήτε φωνή, μήτε ακρόαση.

«Να τη ζωντανέψω;» λέει το στοιχειό.

«Να κάτσεις ευτού που είσαι».

Μόλις το λέει, απ’ το κακό του που δεν ημπόρεσε να βάλει το παιδί σε πειρασμό, κρεπάρισε το στοιχειό και στον τόπο του έμεινε ένα ξανθό παλικάρι. Το δεντρί το μαύρο μαράγκιασε και φανήκανε δυο σακιά φλουριά στσι ρίζες του. Τα δυο πουλιά γινήκανε μια γυναίκα κι ένας άντρας χαμομεγάλοι. Κι η κοπέλα ζωντάνεψε και αναστέναξε λες και τση είχε φύει ένα βάρος από το στήθος.

Πιάσανε και είπανε στο παιδί το βίο τους, πως ήταν γονέοι και αδρεφός τση θυατέρας οι άλλοι. Και τσου είχε ρίξει σε χρόνους παλαιούς ένας βασιλιάς κατάρα, αφού δεν ηθέλησε να τον πάρει η κοπέλα γαμπρό, τότενες να γίνουν ούλοι πέτρες και σίδερα και στοιχειά και να μαρτυρήσουνε. Κι άμα βρεθεί ένα παιδί με σέστο και υπομονή να την αγαπήσει την κοπέλα, να τήνε χάσει και να τήνε γυρέψει για ένα χρόνο και μια μέρα σε ούλη την Πάραλο, τότενες να λυθούνε ούλες οι κατάρες στου βασιλιά το μνήμα απάνου. Αλλιώς, άμα δε βρισκότανε τέτοιο παλικάρι άξο, να χαθεί κι εκειό, να χαθούνε κι ούλοι τους, γονέοι και παιδιά.

Πήρανε τα φλουριά του βασιλιά, γυρίσανε πίσω στο χωριό, βρήκανε του παιδιού τη νόνα και στα υστερνά της έγινε κι ευτείνη αρχόντισσα στην πολιτεία. Στήσανε ένα παλάτι και κάμανε τσούρμο παιδιά, να μπαρκάρεις καράβι που λέει ο λόος. Και τα καλά που είδανε, να τα ειδήτε κι εσείς.

Παρασκευή, 02 Οκτωβρίου 2009

Στιγμή 6

Μια ομάδα από πολεμιστές που έχει ζήσει σε πολλές χώρες.

Οι Δέκα

Τον πρώτο καιρό δυσκολευόταν να κοιμηθεί.

Για έναν Νανταρινό, οι Λαίτιοι ήταν φρικτό μέρος. Άχρωμο, ψυχρό, αποπνικτικό. Μικρά κτήρια, στενοί δρόμοι, γκρίζα πέτρα που έσταζε υγρασία. Ομίχλη που σερνόταν στους δρόμους κι έκρυβε το ποτάμι, τις γέφυρες που οδηγούσαν στα δυο νησιά, τα πάντα λίγα βήματα πιο πέρα. Κρύο και χοντρόρουχα σε σκούρα χρώματα. Άνθρωποι σκυθρωποί και χλωμοί. Ο ίδιος ο ουρανός σαν στρωμένος με βαμβακερό ύφασμα που είχε σκουρύνει από τον ιδρώτα. Όταν δεν έβρεχε.

Αναπολούσε το φως που στεφάνωνε και χρύσιζε το κάθε τι στην πατρίδα του. Τα χαμόγελα που αποκάλυπταν λευκά δόντια και στόλιζαν μελαχροινά πρόσωπα. Ενδύματα και σπίτια σε χίλιες χαρούμενες αποχρώσεις. Την αίσθηση του ανοιχτού χώρου. Την καταγάλανη θάλασσα που καλούσε στην αγκαλιά της.

Ύστερα γνώρισε τη Ερδίνα, τη μικρή κόρη του αρτοποιού.

Πάλι δυσκολευόταν να κοιμηθεί, μα μόνο γιατί μετρούσε το χρόνο ώσπου να έρθει η δική του σειρά, μια φορά στο δεκαήμερο, να κοιμηθεί έξω από το μικρό κτήριο που νοίκιαζε με τους συντρόφους του και τον αρχηγό τους. Να κοιμηθεί στο πλευρό της, κρυφά από τους γονείς της, κρυφά από τους φίλους του. Δεν τους είχε ποτέ κρύψει κάτι άλλο, δεν είχε μυστικά πέντε χρόνια που γύριζε την Πλάση μαζί τους. Μα αυτή η πηγή φωτός και χρώματος στη ζωή του, στην καρδιά του την ίδια, που έκανε τους Λαίτιους υποφερτούς, δεν ήταν ακόμη έτοιμος να αποκαλύψει έστω και την ύπαρξή της.

Ένα βράδυ της έδωσε το ασημένιο δαχτυλίδι του αρραβώνα που με χίλιες οικονομίες είχε κατορθώσει να αγοράσει. Της υποσχέθηκε το χρυσό κόσμημα του γάμου. Και της ζήτησε να κάνει λίγη υπομονή ώσπου να διευθετήσει τις υποθέσεις του και να μπορέσουν να μείνουν μαζί – για πάντα. Κι εκείνη, με μάτια κλαμένα από χαρά, με χείλη που γελούσαν, τιτιβίζοντας σχεδόν, του είπε να βιαστεί, να προλάβει πριν γίνει πατέρας.

Κάθε φορά έβρισκε αφορμές να καθυστερήσει, να μην την αφήσει ώσπου να μην υπάρχουν άλλα περιθώρια. Μα το νέο τον ανάγκασε να κάνει την καρδιά του πέτρα και να βιαστεί· έστω κι αν τρεις φορές πισωγύρισε από το κατώφλι για να της δώσει ένα τελευταίο φιλί. Βιαζόταν γιατί μακριά της δε βρισκόταν πια η μοναξιά. Βρίσκονταν οι προετοιμασίες ώστε στην επόμενη έξοδό του να γίνει η τελετή που θα τους ένωνε. Ο Αρζέντ, ο διοικητής του, επέμενε να ζουν όλοι μαζί, να φυλάνε ο ένας την πλάτη του άλλου, να τηρούν το αυστηρό του πρόγραμμα, να μη βασίζονται σε άτομα έξω από τον στενό κύκλο τους. Μα ποτέ δεν είχε φανεί αρνητικός στην προοπτική της αποκατάστασής τους.

Ο στρατιώτης διέσχισε τους δρόμους βυθισμένος στις σκέψεις του. Ούτε που κατάλαβε πότε τέλειωσε η διαδρομή. Ήταν σαν να είχε περπατήσει ανάλαφρος πάνω στα σύννεφα, όχι μέσα στην ομίχλη των τελευταίων νυχτερινών ωρών που έκανε τα ενδύματά του να κολλούν στο δέρμα του, το μουστάκι και τα μαλλιά του μια λάσπη.

Ανέβηκε την πέτρινη σκάλα, δρασκέλισε το κατώφλι και αντίκρισε ένα άδειο δωμάτιο. Τα έπιπλα μαζεμένα στη γωνία, όλα τα φορητά αντικείμενα να λείπουν ή να φλέγονται στο τζάκι. Τίποτε να μη μείνει πίσω. Μ’ έναν κόμπο στο στομάχι, πέρασε την καταπακτή και βγήκε στο στάβλο που καταλάμβανε όλο το ισόγειο. Οι άλλοι είχαν τα σακίδιά τους έτοιμα, τα όπλα τους ζωσμένα, τις αρματωσιές φορεμένες. Σέλωναν τα άλογα, μαζί και το δικό του.

«Οι Λευκοί θα χτυπήσουν τους Γαλάζιους αύριο», είπε ένας από τους έξι τοξότες. «Θα τους εξοντώσουν όλους ταυτόχρονα. Το σχεδίαζαν μήνες. Κι αν δεν το είχαμε μάθει εμείς τόσο καιρό, δεν το έχουν μάθει και οι στόχοι».

«Ειρήνη», ψιθύρισε. Κι άλλο χαρούμενο νέο· θα ξεθύμαινε πλέον αυτή η ένταση που βασάνιζε τη χώρα. Η Ερδίνα δεν κινδύνευε, ζούσε σε μια συνοικία που δεν υπήρχε ούτε ένας Γαλάζιος. «Εμείς ποιον αναλάβαμε να σκοτώσουμε;»

«Κανέναν», τον διόρθωσε ο συνομιλητής του. «Οι Γαλάζιοι θα πεθάνουν εδώ, αλλά είναι ισχυροί στην επαρχία. Θα λυσσάξουν μετά το αυριανό. Και να μην ενδιαφερθούν για εκδίκηση, θα πολεμήσουν για να επιβιώσουν. Εμφύλιος μέχρι τελικής πτώσεως. Φεύγουμε».

Μια ακόμη μετακόμιση. Ο Αργκάν είχε γίνει Αρζέντ, είχε γίνει Ζίλμπερ, είχε γίνει Πράτιους. Τώρα άλλη μια χώρα, άλλο ένα ψευδώνυμο, άλλη μια καινούρια αρχή. Δε ρίζωσαν στους Λαίτιους. Δε θα ρίζωναν πουθενά. Κι αυτός τι έπρεπε να κάνει; Να παρατήσει τη γυναίκα που αγαπούσε, με το παιδί του στα σπλάχνα της; Να τη σύρει μαζί του έγκυο σε περιπλανήσεις και πολέμους; Να λιποτακτήσει, εγκαταλείποντας τους συντρόφους που του χρωστούσαν της ζωή τους και τους χρωστούσε τη δική του; Πώς να ζήσει στην ξενιτιά, χωρίς συμπατριώτες που τον καταλάβαιναν; Πώς να ζήσει οπουδήποτε χωρίς εκείνη; Πώς να τα συμβιβάσει και τα δύο;

Οι συνάδελφοί του, οι άλλοι τρεις ιππείς, είχαν σταθεί και τον κοιτούσαν που έμενε άπρακτος. Του έδειξαν μ’ έναν νεύμα του σαγονιού το δικό του σακίδιο και τη δική του λόγχη που τον περίμεναν στη γωνία. Η συντροφιά του ήταν ένα δεδομένο στη ζωή τους.

«Άντε, τι κάθεσαι;», προέτρεψε ο τοξότης που είχε μιλήσει και πριν.

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Σ-Ε-Κ-Σ

Πολύ φάνταζυ είναι από-σεξουαλικοποιημένο. Μπορεί να πηγαίνει πακέτο με τις καταβολές του φάνταζυ, δεν ξέρω: παίζει πολύ ρομάντζο αλλά αξιοσημείωτα λίγο σεξ. Οι άνθρωποι τείνουν να κάνουν [σημαντικά] πράματα για χατίρι των [γαμήλιων] όρκων παρά για χατίρι του γαμ… που ακολουθεί.

Τάδε έφη Cliver Barker εν έτει 1988, σε συνέντευξη για την κυκλοφορία του ‘Υφαντόκοσμου’ (σ.σ. η απόδοση του κειμένου και η λογοκρισία δικές μου).

Ως τότε είχε υπάρξει εξαιρετικά επιτυχημένος συγγραφέας τρόμου, αλλά με το συγκεκριμένο βιβλίο έκανε στροφή προς την Αστική Φαντασία, πορεία που συνεχίζει σταθερά ως σήμερα. Η Αστική Φαντασία είναι υποείδος του Φανταστικού που συχνά πατάει με το ένα πόδι στο φάνταζυ και με το άλλο στον τρόμο. Ο Barker όμως κάνει τον κόπο να συγκρίνει το ύφος του «Υφαντόκοσμου» με το ύφος των έργων του Τόλκιεν, δηλώνοντας έτσι που κατατάσσει ο ίδιος το πόνημά του, αλλά κι ότι θεωρεί (ορθά) όλα τα είδη φάνταζυ ως ενιαίο σύνολο.

Λέει πιο κάτω στη συνέντευξη: «horror fiction is very sexual», ενώ για το φάνταζυ είδαμε ήδη τι λέει…

Δεν μπορώ να τον διαψεύσω. Το ως τώρα έργο μου δε μου δίνει έρεισμα, είμαι κι εγώ από τους «σεμνούς». Είδατε πώς έγραψα τον τίτλο της ανάρτησης; Πολλοί συγγραφείς φάνταζυ δεν θέλουν καν η λέξη «σεξ» να αναφερθεί σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των βιβλίων τους.

Οι παρθένες είναι Παρθένες, άσπιλες και άμωμες. Ο ιππότης όχι απλά δεν έχει βλέψεις προγαμιαίων σχέσεων, δεν κοιτά καν το ντεκολτέ της πριγκίπισσας όταν αυτή σκύβει να εξετάσει το δαχτυλίδι που της προσφέρει – την φαντάζεται όταν είναι μακριά του, δεν την φαντασιώνεται. Ο τυχοδιώκτης μπορεί να αλλάζει τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα, διαφορετική σε κάθε περιπέτεια, αλλά δεν ξεπερνούν ποτέ το παιδαριώδες επίπεδο «Τζέημς Μποντ» (εμφανίζονται με βαθύ ντεκολτέ στο εξώφυλλο και τις περιγραφές, δεν χρειάζεται να κάνει τίποτε το ουσιώδες για να τις κατακτήσει, οι συνευρέσεις γίνονται εκτός σκηνής, όπως κι οι χωρισμοί που είναι πάντα κοινή συναινέσει)∙ σαν να έβαλε κάποιος μια καλλονή να παίξει το ρόλο του πιστού, γραφικού συντρόφου (sidekick), ώστε να καλυφθεί αυτή η ανάγκη και να δηλωθεί ταυτόχρονα ότι ο πρωταγωνιστής είναι πολύ άντρας.

Ο αναγνώστης έχει μάθει περιμένει κάποιου είδους γάμο-φιέστα στο φινάλε. Είναι σύμβολο μετάβασης σε άλλο στάδιο (άρα το βιβλίο μπορεί να κλείσει), είναι ευκαιρία να δεθούν όσα αφηγηματικά νήματα είναι εκκρεμή ακόμη, είναι σύμβολο πως ο ήρωας απέκτησε την ευτυχία που του αναλογεί, είναι κι οι ρίζες του φάνταζυ στα παραμύθια και τη ρομαντική λογοτεχνία – είδη που τυπικά τελειώνουν με το «και ‘ζήσαν αυτοί καλά» του πρωταγωνιστικού ζευγαριού.

Αλλά (εκτός κι αν γράφουμε για παιδιά), δεν μπορούμε να παρουσιάσουμε ένα ουρανοκατέβατο μυστήριο, έναν έρωτα που όλος κι όλος υπήρξε κλείσιμο του ματιού. Πρέπει να αναπτυχθεί το απαραίτητο ρομάντζο. Και να είναι πιστευτό. Χωρίς αισθησιασμό, θα είναι ψυχρό, ελλιπές κι αποστειρωμένο, άρα ψεύτικο, στερούμενο έστω και ελάχιστου ρεαλισμού.

Κι ακόμη κι αν δε θέλουμε τελετές, το σεξ είναι ανάγκη κι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής για όλους. Ακόμη και για τον ερημίτη που προσπαθεί να τιθασεύσει τις ορμές του ή τον παραμορφωμένο που δεν μπορεί να έλξει καμία γυναίκα αλλά νιώθει πόθο. Ο ερωτισμός μπορεί να βοηθήσει στη σκιαγράφησή ενός λογοτεχνικού χαρακτήρα: να μας δείξει πώς συμπεριφέρεται στον/στην σύντροφό του, το πιο κοντινό του πρόσωπο. Είναι εγωιστής και σκέφτεται μόνο τον εαυτό του, βάζει τους άλλους σε μεγαλύτερη προτεραιότητα, έχει μια κρυφή ανθρώπινη πλευρά; Έχει τόση εμμονή με το στόχο που έχει θέσει στον εαυτό του ώστε παραμελεί ως και το έτερόν του ήμισυ; Έχει τόση αδυναμία στο έτερόν του ήμισυ ώστε για χάρη του παραμελεί την αναζήτηση που θα σώσει την ίδια του την πατρίδα;

Από την άλλη, δεν είναι μόνο θέμα συντηρητισμού η απουσία γαργαλιστικών λεπτομερειών. Ειδικά στο επικό φάνταζυ, αναφέρονται συνήθως τόσα πρόσωπα και εκτυλίσσονται τόσο σημαντικά γεγονότα, ώστε δεν υπάρχει διαθέσιμος χώρος και χρόνος για περισπασμούς. Είναι αδύνατο να καλυφθούν όλες οι πτυχές κάθε χαρακτήρα· συχνά δεν ξέρουμε αν κάποιος είναι παντρεμένος, εργένης ή ό,τι άλλο, όπως δεν ξέρουμε κι άλλες λεπτομέρειες που δεν υπάρχει λόγος να κρυφτούν – απλά δε χωράνε! Και θα ήταν έλλειψη ρεαλισμού, όχι αύξησή του, για τους περισσότερους να κάνουν ερωτικές αρπαχτές ενώ τρέχουν να σώσουν τον κόσμο.

Βέβαια, από το 1988 κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Το Φανταστικό – όπως το γουέστερν, το έργο πολεμικών τεχνών, η ταινία εποχής και κάθε άλλη κατηγορία αφηγηματικής τέχνης που έχει να κάνει με ένα στυλιζαρισμένο «Αλλού και Άλλοτε» – όσο τρέφεται με κλισέ και αρχέτυπα, άλλο τόσο τρέφεται και με την ανατροπή τους. Ακόμη περισσότερο, στο Φανταστικό, η αναζήτηση του πρωτότυπου/πρωτόγνωρου είναι σχεδόν αυτοσκοπός. Και σ’ αυτήν την τελευταία εικοσαετία, η τάση σε όλους τους τομείς της Τέχνης είναι να αποδειχθεί πως όλα επιτρέπονται και κανείς «λογοκριτής» δεν μπορεί να μας βάλει χέρι. Πλέον, για κάθε έναν συγγραφέα φάνταζυ που απέχει από την περιγραφή της ερωτικής ζωής των χαρακτήρων του, ένας άλλος συγγραφέας μπαίνει σε λεπτομέρειες για την σεξουαλική ζωή των δικών του, αγγίζοντας τα όρια της «ροζ» λογοτεχνίας (για να μην πω πορνογραφίας).

Όπως σε όλα τα θέματα, και σ’ αυτό κάθε δημιουργός βρίσκει τη δική του ισορροπία, σχετικά με το είναι λίγο και τι πολύ. Ποτέ δε θα ευχαριστήσει κανείς όλους τους αναγνώστες με την επιλογή του, αλλά και ποτέ δε θα τους δυσαρεστήσει όλους.

Αλλά θα ήταν καλό να λάβουμε υπόψη ένα ακόμη θέμα που είχε θίξει ο Barker στη συνέντευξή του:

οι Seerkind [σ.σ. τα «καλά» υπερφυσικά πλάσματα στον ‘Υφαντόκοσμο’] συνουσιάζονται, κλάνουν – είναι κάθε άλλο παρά αγνοί. Αυτό τους κάνει πιο διασκεδαστικούς και αποκρύπτει την τεχνητή διάκριση ανάμεσα στους ηθικά αγνούς και ηρωικούς, από τη μια πλευρά, και τους ολοκληρωτικά καταραμένους, βλάσφημους και ανόσιους, από την άλλη.

Δυστυχώς, η λογοτεχνική «σεξουαλική απελευθέρωση» φαίνεται πως οδήγησε στην αντίθετη κατεύθυνση από την επιθυμητή κι αναμενόμενη. Πολλοί συγγραφείς φάνταζυ καυχώνται πως αγνοούν τους οπισθοδρομικούς (αυτο)περιορισμούς, τη συμβατική ηθική, το κατασκευασμένο. Αλλά τι σημαίνει αυτό στην πράξη για τους περισσότερους;

Πρώτον, οι πρωταγωνιστές είναι εμφανίσιμοι και μεγάλοι εραστές (σε προσόντα και ικανότητες). Ενώ οι ανταγωνιστές τους είναι άσχημοι και/ή φορτώνονται πότε με σεξουαλική ανικανότητα (κυριολεκτική ή μεταφορική), πότε με προτιμήσεις που ο μέσος άνθρωπος θεωρεί αποκλίνουσες (σαδισμός, μαζοχισμός, ομοφυλοφιλία κτλ.). Αν το αγγελικό Καλό και το δαιμονικό Κακό είναι οπισθοδρομικά, η ταύτιση του Κακού με την αναπηρία και την άγνοια, πώς να χαρακτηριστεί; Πόσους αιώνες πίσω μας πάει; Πόσο τεχνητή είναι;

Δεύτερον, οι χαρακτήρες ξεκινάνε και διαλύουν σχέσεις με μια ελαφρότητα που είναι εντελώς ασυνεπής με τη δομή της κοινωνίας που περιγράφεται στα βιβλία κατά τα άλλα – στυγνή μεταφορά της σημερινής ηθικής (που δεν είναι η χτεσινή, αλλά δεν είναι και η αυριανή) σε έναν άλλο τόπο και χρόνο. Και ελάχιστοι συγγραφείς βάζουν το μυαλό τους να σκεφτεί, ώστε να δουν πως θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τέτοιες καταστάσεις για να δημιουργήσουν ανταγωνισμούς και πικρίες, συγκρούσεις μέσα στην ίδια παράταξη, ή μικροπρεπείς λόγους έχθρας ανάμεσα στις αντίπαλες παρατάξεις. Οπότε χάνεται η ευκαιρία να βγει κάτι ρεαλιστικό απ’ αυτό. Και τι μένει; Το σύνδρομο «Τζέημς Μποντ», απλά με τις συνευρέσεις επί σκηνής.


Είναι καλό να ξέρει κανείς τι θέλει να γράψει, καθώς και τις παγίδες στις οποίες δε θα ήθελε να πέσει, τα λάθη των προκατόχων του. Αλλά όταν θέτει σαν μόνο στόχο την πλήρη αντιστροφή ενός προτύπου, δεν πετυχαίνει τίποτε. Μαζί με τα αρνητικά, πετάει στα σκουπίδια και τα καλά.


[Ευχαριστώ πολύ τους φίλους που σχολίασαν τη μοναδική τολμηρή σκηνή του Κορακιού και με βοήθησαν να σκεφτώ τα παραπάνω]

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

Στιγμή ανακούφισης-πανικού

Έκανα κάτι τελευταίες μικροδιορθώσεις που ήθελα στο βιβλίο. Μια λέξη εδώ, μια λέξη εκεί, δυο σελίδες που δε με ικανοποιούσαν. Βοήθησαν και διάφοροι φίλοι.

Συμπίεσα το αρχείο, το σταύρωσα, το επισύναψα σ' ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και έφυγε από τα χέρια μου. Οριστικά.

Πλέον αναλαμβάνει ο επιμελητής. εγώ μπορώ να αρχίσω να ασχολούμαι αποκλειστικά με το επόμενο (τίτλο θα αποκαλύψω σύντομα).

Και έπαθα κρίση πανικού. Πλέον δεν μπορώ να αλλάξω τίποτα, εκτός κι αν συννενοηθώ με τον επιμελητή. Ποιος θα είναι αυτός; Θα έχουμε επικοινωνία; Θα έχουμε καλή επικοινωνία; ή αν δε χρειαστεί να με συμβουλευτεί για κάποιο λόγο, για να διευκρινίσω κάποια ασάφεια ας πούμε, δε θα μιλήσουμε ποτέ; Θα ξαναδώ το χειρόγραφό μου μια και καλή, έτοιμο να βγει στα ράφια, και πάλι θα πιάσει το μάτι μου πράγματα που θα τα ήθελα αλλιώς και δε θα γίνεται πια να αλλαχθούν, δε θα υπάρχει χρόνος;

Έχω ακούσει που λένε πως ο συγγραφέας κάνει διορθώσεις ως και στη θανατική καταδίκη που του απαγγέλουν. Ότι οι διορθώσεις δεν τελειώνουν πραγματικά ποτέ σε ένα κείμενο, όσο το έχεις μπροστά σου.

Αλλά αυτά δεν έχουν σημασία όσο δουλεύεις ακόμη ένα κείμενο. Παραμένουν μακρινές προοπτικές ώς το τελευταίο λεπτό. Και είναι λέξεις ανούσιες όταν συνειδητοποιείς πως το πενυματικό σου παιδί ενηλικιώθηκε αναπόφευκτα κι έχει αφήσει την πατρική εστία.

Βαθιές ανάσες. Βαθιές ανάσες.