Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύλληψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύλληψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Συγγραφικά μου νέα

Μετά από αρκετή σκέψη πάνω στο μεγαθήριο που ολοκλήρωσα πρόσφατα και το μέλλον του, συνειδητοποίησα πως είχα τη λύση στα χέρια μου από την αρχή. Η τετραλογία των Γιων της Στάχτης, όπως την είχα σχεδιάσει αρχικά, είχε ένα σημαντικό χρονικό κενό στη μέση. Μετά το τέλος του δεύτερου βιβλίου θα γινόταν ένα χρονικό άλμα και θα ξαναβρίσκαμε τους χαρακτήρες τρία έτη μετά στην αρχή του τρίτου βιβλίου.

Από την άλλη, κρίνοντας από τη διόγκωση του δεύτερου βιβλίου σε σχέση με το πρώτο, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο πλήθος των χαρακτήρων, το πιο πιθανό είναι ότι αυτό ακριβώς θα συμβεί και με το τρίτο και το τέταρτο.

Έτσι, πήρα τη μεγάλη απόφαση: χωρίζω το δεύτερο βιβλίο στα δύο κι εκεί τελειώνω μια πρώτη τριλογία των Γιων της Στάχτης, κλείνοντας όλα τα κύρια θέματα που έχω ανοίξει. Το τρίτο και το τέταρτο βιβλίο αναδιοργανώνονται για να γίνουν κι αυτά τρία. Και πάμε από μια τετραλογία σε δυο αλληλένδετες τριλογίες, από τις οποίες η πρώτη είναι σχεδόν έτοιμη.


Και λίγα λόγια για τη… διεθνή μου καριέρα.



Χάρις στη συνεργασία των καταστημάτων Public με το Amazon, δύο αντίτυπα του Κορακιού είναι άμεσα διαθέσιμα για παραγγελία οπουδήποτε στον κόσμο, σε μάλλον εξωφρενική τιμή μέσω Αμερικής ή λιγότερο εξωφρενική μέσω Αγγλίας. Βάζω και φωτογραφίες, μιας και ίσως κάποια στιγμή στο μέλλον να μην υπάρχει πια η συνεργασία μεταξύ των δύο βιβλιοπωλείων ή να έχουν δοθεί τα δυο αντίτυπα.



Επίσης, σε συνέντευξη που έδωσε στο βραβευμένο ρουμάνικο ηλεκτρονικό περιοδικό SRSFF που ασχολείται με το φανταστικό, ο Μιχάλης Μανωλιός είχε την καλοσύνη να αναφέρει τους Γιους της Στάχτης ως ένα από τα δυο πιο σημαντικά έργα φάνταζυ στην Ελλάδα κατά τη γνώμη του (το άλλο είναι οι «Λαξευτές της Παλίρροιας» της Βάσως Χρήστου). Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη ρουμανική γλώσσα, αλλά μπορείτε να δοκιμάσετε την τύχη σας με την αυτόματη μετάφραση του google. (Για όσους δεν τον γνωρίζουν, ο Μιχάλης Μανωλιός είναι από τις πιο σημαντικές πένες της ελληνικής Επιστημονικής Φαντασίας. Εδώ η κριτική μου για το δεύτερο βιβλίο του, «… και το τέρας»)

Τέλος, εδώ θα βρείτε το Κοράκι στο goodreads, μια αξιόλογη ιστοσελίδα με έμβλημα και στόχο το «γνωρίστε το επόμενο αγαπημένο σας βιβλίο». Η τελευταία (αυτή τη στιγμή) κριτική για το Κοράκι έρχεται από ελληνόφωνη αναγνώστρια βέβαια, αλλά από την Ολλανδία. Μπορείτε κι εσείς να δείτε γνώμες και βαθμολογίες εκεί για οποιοδήποτε βιβλίο σε οποιαδήποτε γλώσσα, γραμμένες από απλούς αναγνώστες. Ή να συμμετάσχετε με τη δική σας γνώμη και/ή βαθμολογία. Αξίζει τον κόπο, θεωρώ. Και από τη δική μου πλευρά, θεωρώ κάθε ειλικρινή αξιολόγηση του έργου, θετική ή αρνητική, ευπρόσδεκτη. Ειδικά με ενδιαφέρει να ακούσω τι άρεσε και τι δεν άρεσε, περισσότερο από το να λάβω μια αριθμητική επιβράβευση.




Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Φεμινισμός, ο Φανταστικός

«[…] Όταν μαχαίρωσες εκείνον τον Στύγιο αξιωματικό, απαρνήθηκες την εύνοια του Ζάραλο, και την προστασία του, και βρέθηκες κυνηγημένη από τους Στύγιους».

«Το ξέρω» απάντησε βαρύθυμα. «Μα τι άλλο μπορούσα να κάνω; Ξέρεις ποια ήταν η αιτία».

«Ξέρω» συμφώνησε. «Αν ήμουν εκεί, θα τον είχα μαχαιρώσει εγώ. Αλλά όταν μια γυναίκα ζει σε στρατόπεδο εκστρατείας, πρέπει να περιμένει τέτοια πράγματα».

Η Βαλέρια χτύπησε το μποτοφορεμένο πόδι της καταγής κι έβρισε.

«Γιατί οι άντρες δε μ’ αφήνουν να ζήσω σαν άντρας;»

«Μα είναι προφανές!»

- Robert E. Howard, Κόκκινα Καρφιά, 1936



Μια φορά κι έναν καιρό, σε σκοτεινούς φαλλοκρατικούς καιρούς, τα πράγματα ήταν απλά. Η ημίγυμνη δεσποσύνη τσίριζε. Ο Κόναν έμπαινε ανάμεσα σ’ εκείνη και το φοβερό θηρίο που την απειλούσε. Το σκότωνε. Η δεσποσύνη τού δινόταν. Κι εκεί τέλειωνε ο ρόλος της. Στον πολυσέλιδο Άρχοντα των Δαχτυλιδιών; Τρεις γυναικείοι χαρακτήρες όλοι κι όλοι, σε ρόλους αβανταδόρικους, μα δευτερεύοντες. Λες κι η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού είχε κλειδώσει όλες τις γυναίκες σπίτι πριν ξεκινήσει για την αναζήτησή της. Ευτυχώς, η κοινωνία δεν έμεινε εκεί. Εξελίχθηκε προς το καλύτερο. Και μαζί της εξελίχθηκαν οι κόσμοι της λογοτεχνίας του φανταστικού. Εμφανίστηκαν στο χαρτί ανεξάρτητες αμαζόνες που μπορούσαν να τα βάλουν με οποιονδήποτε άντρα. Χώρες στις οποίες οι άνθρωποι ήταν ακόμη πιο προοδευτικοί από εμάς, ζούσαν με πραγματική ισότητα: ακόμη και στο στρατό τους υπηρετεί το ωραίο φύλο.

Είναι όμως τόσο απλά τα πράγματα;

Ας ξεκινήσουμε ανάποδα, από το σήμερα προς το χθες. Σε μεγάλο μέρος της σύγχρονης παραγωγής του φανταστικού, είτε μιλάμε για βιβλία γραμμένα από γυναίκες, είτε μιλάμε για βιβλία γραμμένα από άντρες που δηλώνουν «φεμινιστές», βρίσκουμε τρεις βασικές παραδοχές:

- Μπορεί να υπάρξει μια γυναίκα (μοναδική ή μέλος μιας μικρής ομάδας με παρόμοιες ικανότητες), η οποία διαπρέπει στην ξιφομαχία. Διάφοροι άντρες την υποτιμούν και τα βάζουν συνεχώς μαζί της, εξαιτίας της προκατάληψής τους, αλλά τους νικά τον έναν μετά τον άλλο. Δεν έχει ανάγκη τη βοήθεια κανενός. Για να μην αναφέρω ότι εμφανισιακά μοιάζει περισσότερο με μοντέλο παρά με Βουλγάρα αρσιβαρίστρια.

- Μπορεί να υπάρξει μικτός στρατός από άντρες και γυναίκες, είτε σε ξεχωριστές μονάδες, είτε και ανάκατοι στις ίδιες.

- Μπορεί να υπάρξει πλήρης ισότητα σε μια προβιομηχανική κοινωνία.

Προσωπικά διαφωνώ και με τα τρία. Να τα δούμε ένα-ένα:

α. Η αμαζόνα

Σύμφωνα με όσους ασχολούνται με την ξιφασκία και τις πολεμικές τέχνες, μια γυναίκα μπορεί να είναι απολύτως αξιόμαχη. Αξιοποιώντας τη μεγαλύτερη ευλυγισία και ταχύτητά της, δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από έναν άντρα με τον ίδιο όγκο και την ίδια εμπειρία. Αλλά οι άντρες είναι κατά μέσο όρο πιο δυνατοί και πιο μεγαλόσωμοι. Και τα δυο φύλα αγωνίζονται σε διαφορετικές κατηγορίες πυγμαχίας και πολεμικών τεχνών όχι εξαιτίας κάποιας παλιομοδίτικης διάκρισης, αλλά για τον ίδιο ακριβώς λόγο που ένας άντρας εξήντα κιλών αγωνίζεται σε διαφορετική κατηγορία από έναν άντρα εκατό κιλών. Ο όγκος και η δύναμη είναι καθοριστικοί παράγοντες σε μια αναμέτρηση σώμα με σώμα. Η μεγάλη εμπειρία μπορεί να ισοσκελίσει αυτές τις ανισότητες, όπως και οποιαδήποτε άλλη, μα πρέπει κανείς να επιβιώσει αρκετά πριν την αποκτήσει. Αυτό σημαίνει πως μια γυναίκα η οποία συνεχώς μονομαχεί με τους καλύτερους για να αποδείξει την αξία της, αργά ή γρήγορα θα συναντήσει εκείνους τους λίγους που εκτός από δυνατότεροί της και ψηλότεροί της (άρα και με μακρύτερα χέρια που θα την φτάνουν χωρίς εκείνη να τους φτάνει) θα είναι ταυτόχρονα το ίδιο γρήγοροι κι ευλύγιστοι μ’ εκείνη.

Και υπάρχουν και δυο πιο τεχνικά ζητήματα. Πρώτον, ο άντρας είναι πιο ανθεκτικός. Δε μιλάμε για τον πόνο της γέννας, ούτε την αντοχή στα μικρόβια. Μιλάμε για το ποιος έχει περισσότερο αίμα στο κορμί του και ποιου τα ζωτικά όργανα κρύβονται πίσω από μεγαλύτερα στρώματα σάρκας. Ποιος, δηλαδή, είναι λιγότερο πιθανό να πεθάνει από το ίδιο ακριβώς τραύμα. Το δεύτερο ζήτημα είναι η έλλειψη κατάλληλων δασκάλων. Για να εκμεταλλευτεί τις αρετές του σώματός της μια γυναίκα, πρέπει να μάθει να μάχεται σαν γυναίκα. Η δύναμή της, απ’ ότι έχω διαβάσει, βρίσκεται στον άξονα της μέσης κι όχι στον άξονα των ώμων, όπως στον άντρα. Αν είναι η μοναδική θηλυκή ξιφομάχος του κόσμου, θα έχει διδαχθεί αναγκαστικά από άντρα, άρα θα ξέρει να πολεμά σαν άντρας – σαν μικρόσωμος κι αδύναμος άντρας. Αν ανήκει σε κάποια σπάνια παράδοση πολεμιστριών, όσο μακρά κι αν είναι αυτή, θα έχει ένα και μοναδικό κέντρο (π.χ. ένα μοναστήρι ή ένα αυτοκρατορικό τάγμα), άρα δεν μπορεί να είναι τόσο ανεπτυγμένη όσο η αντρική ξιφασκία που θα την εξελίσσουν ταυτόχρονα εκατοντάδες σχολές σε όλο τον κόσμο.

Όλα αυτά, βέβαια, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τον πιο σημαντικό παράγοντα. Για κάθε γυναίκα, είτε τη Βαλέρια, είτε την Ιππολύτη, είτε οποιαδήποτε άλλη ανίκητη αμαζόνα, υπάρχουν κάποιες μέρες του μήνα που βρίσκεται σε μειωμένη μαχητική ικανότητα (στην καλύτερη των περιπτώσεων). Σε έναν μοχθηρό φαλλοκρατικό κόσμο, όπου το να κουβαλά μια γυναίκα σπαθί είναι επαρκής λόγος για να την προκαλέσει κανείς, ποιος θα φανεί τόσο ιππότης ώστε να περιμένει να την αντιμετωπίσει μεθαύριο; Κανείς μας δεν είναι απολύτως αυτάρκης, κανείς δεν είναι αδιάλειπτα στα καλύτερά του. Ακόμη και ο Κόναν έχει κακές μέρες (π.χ. όταν είναι λιάρδα, όπως στο Rogues in the House). Πόσο ρεαλιστική είναι μια πολεμίστρια που μοιάζει με διαφήμιση λακ; Που τίποτα δεν της χαλάει καν το μαλλί;

Όχι, λοιπόν, ότι δε μπορεί να υπάρξει μια γυναίκα ικανή να σταθεί ανάμεσα στους ισχυρότερους πολεμιστές ενός κόσμου, αλλά υπό συνθήκη. Ενταγμένη σε κάποια παράδοση που να είναι λογικό να την έχει γεννήσει. Με πολλή δουλειά, ουσιαστικά αφοσιωμένη σ’ αυτό που κάνει. Έχοντας τη δυνατότητα να αποκτήσει την απαραίτητη εμπειρία, αντί να βολοδέρνει από σύγκρουση σε σύγκρουση ώσπου να πεθάνει. Και με τις αδύναμες στιγμές της, στις οποίες αναγκαστικά θα στηριχτεί σε άλλους, όπως κάνουμε όλοι.

β. Ο στρατός των ίσων ευκαιριών

Αυτό είναι πιο εύκολο να το καταρρίψει κανείς. Είδαμε πως μπορούν να υπάρξουν άξιες πολεμίστριες. Στην ιστορία του δικού μας κόσμου, πέρασαν και λίγες σημαντικές γυναικείες μονάδες, έστω κι αν είχαν πάντα ρόλο σωματοφυλακής. Προσωπικά πιστεύω πως το «ασθενές» φύλο είναι ικανό να προσαρμοστεί πιο εύκολα από το «ισχυρό» στην πειθαρχία του στρατού. Αλλά θα έπαιρνα μαζί μου στον πόλεμο μια γυναικεία μονάδα, αν ήμουν στρατηγός σε κάποιον κόσμο με μεσαιωνική ή αναγεννησιακή τεχνολογία; Μόνο από απελπισία.

Πολύ απλά, όταν δεν έχεις πια δυο αντιπάλους, αλλά εκατό από τη μια πλευρά κι εκατό από την άλλη, τότε το λόγο παίρνουν οι μέσοι όροι. Στριμωγμένη στους στίχους μιας συμπαγούς παράταξης, η γυναίκα δε μπορεί να αξιοποιήσει ούτε στο ελάχιστο την ευελιξία και την ταχύτητά της. Το μικρότερο μέγεθος δεν αξίζει και πολλά όταν είσαι στατικός στόχος. Κι απέναντί θα βρισκονται άντρες που μπορούν να την χτυπήσουν δυνατότερα απ’ όσο μπορεί να τους χτυπήσει αυτή, που είναι ανθεκτικότεροι, βαρύτεροι και αντέχουν περισσότερη ώρα να κοπιάζουν φορτωμένοι με πανοπλία και ασπίδα. Ενώ η μεγαλύτερη μυϊκή τους δύναμη σημαίνει πως θα χρησιμοποιούν μακρύτερα και βαρύτερα όπλα…

Βέβαια, στα περισσότερα βιβλία οι στρατιωτίνες υπηρετούν σαν τοξότριες. Και τα ολυμπιακά ρεκόρ δείχνουν ότι δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά ευστοχίας ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες. Αλλά η αξία ενός τόξου έγκειται στην απόσταση στην οποία μπορεί να ρίξει ένα βέλος με αρκετή ορμή για να καρφωθεί αυτό κάπου. Πράγμα που εξαρτάται από το πόσο σκληρό είναι το τόξο, πόσο δύσκολο είναι δηλαδή να τραβηχτεί η χορδή. Είτε έχουμε να κάνουμε με ξύλινο τόξο, είτε με σύνθετο τόξο, είτε με τζάγρα (crossbow), ακόμα και με κάποιο φαντασιακό όπλο από μέταλλο ή μαγικό υλικό. Οι άντρες, όντας δυνατότεροι, θα χρησιμοποιούν σκληρότερα τόξα και θα έχουν μεγαλύτερο βεληνεκές. Εν ολίγοις, αν βάλεις τοξότριες απέναντι σε τοξότες, οι άντρες θα τις σκοτώσουν όλες πριν αυτές φτάσουν αρκετά κοντά για να μπορούν να τους πετύχουν.

Υπάρχει, βέβαια, το πλεονέκτημα των αριθμών. Αν ο αντίπαλός σου έχει φέρει μόνο άντρες στο πεδίο της μάχης, π.χ. δέκα χιλιάδες άτομα, γιατί εσύ να μην πάρεις μαζί σου και μερικές γυναίκες; Ακόμη κι αν δεν είναι αντάξιες των συμπολεμιστών τους, δε θα βρεις πέντε χιλιάδες ακόμη; Αυτό θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιβίωση ενός μικρού προοδευτικού κράτους μέσα σε έναν κατά τα άλλα φαλλοκρατικό κόσμο που το επιβουλεύεται από μισαλλοδοξία (κλισέ στα βιβλία που χρησιμοποιούν αυτήν εδώ τη σύμβαση). Το «καλό» κράτος θα έχει σχεδόν διπλάσιο στρατό από τους γείτονές του, με τον ίδιο ακριβώς πληθυσμό.

Έχουν χρησιμοποιηθεί διάφορα επιχειρήματα για τη μη συμμετοχή γυναικών στους πολέμους, όπως το ότι ένας άντρας θα νιώσει να του κόβονται τα πόδια αν δει δίπλα του μια γυναίκα να σκοτώνεται, σε σχέση με το να δει έναν άλλο άντρα. Μα αυτά βασίζονται στις κοινωνικές δομές του δικού μας κόσμου. Υποθέτουμε πως σε έναν κόσμο με παράδοση στις στρατιωτίνες, δε θα υπάρχουν τέτοια ταμπού, όπως δε θα υπάρχει και ταμπού που να κάνει τους αντιπάλους να διστάζουν να τις χτυπήσουν. Αλλού είναι το θέμα. Το σεξ είναι γνωστό αγχολυτικό και πριν από μια μάχη υπάρχει μεγάλος άγχος, οπότε για κάθε εκατό άντρες και εκατό γυναίκες που θα έχεις, χρειάζεσαι και πενήντα ευνούχους για να τους εμποδίζουν να έρθουν σε επαφή. Αλλιώς, όταν φτάσει επιτέλους η ώρα της μάχης, δε θα μπορούν πάρουν τα πόδια τους! Φυσικά, αστειεύομαι. Κι αυτό, επίσης, είναι ένα θέμα που μια κοινωνία μαθημένη σε μικτούς στρατούς θεωρητικά θα έχει βρει τρόπο να το λύσει.

Αλλά ένας λόχος που περιέχει γυναίκες, είτε αποκλειστικά, είτε μαζί με άντρες, πρέπει να διατηρεί δύναμη μεγαλύτερη από την ονομαστική του. Για να το κάνω λιανά, όποια μέρα του μήνα κι αν γίνει τελικά η μάχη, κάποιες από τις στρατιωτίνες θα είναι ανίκανες να συμμετάσχουν. Άρα, για να κατεβάσει μια μονάδα εκατό γυναίκες στην πρώτη γραμμή, χρειάζεται να αποτελείται από τουλάχιστον εκατόν δέκα. Αυτό σημαίνει πως ο εξοπλισμός κι η συντήρησή του θα κοστίζουν περισσότερο από ενός αντρικού λόχου. Κι επίσης σημαίνει πως είναι αδύνατον ένας τέτοιος λόχος να κάνει γυμνάσια με την ακριβή διάταξη που θα πολεμήσουν τα μέλη του, καθώς είναι αδύνατον να ξέρουν ποιες θα λείψουν τελικά και ποιες θα είναι εκεί.

Παραδόξως, δεν έχω ακούσει καν για κάποιο έργο φεμινιστικής φαντασίας στο οποίο να χρησιμοποιείται μαγεία για τη ρύθμιση της περιόδου και την αντιμετώπιση των πόνων της.

γ. Η δίκαιη κοινωνία

Οι πιο παρατηρητικοί ίσως έχουν προσέξει πως χρησιμοποιώ στα άρθρα μου τον όρο «προβιομηχανική», αντί για «μεσαιωνική». Πολλοί θεωρούν πως ο τυπικός φάνταζυ κόσμος ορίζεται από την έλλειψη πυρίτιδας. Κατά τη δική μου γνώμη, ο πραγματικός διαχωριστικός παράγοντας είναι η έλλειψη της μαζικής παραγωγής αγαθών, είτε με τεχνολογικό, είτε με μαγικό τρόπο. Αυτό που μένει, είναι η σκληρή χειρωνακτική εργασία που έχει μικρή απόδοση όσο καλά κι αν οργανωθεί.

Ένας αγρότης, σε ποιο από τα παιδιά του θα αφήσει το χωραφάκι του; Λογικά σ’ εκείνο που θα μπορεί να το δουλέψει καλύτερα, το πιο δυνατό και ανθεκτικό, που αναγκαστικά θα είναι αγόρι. Το ίδιο ισχύει και για έναν ψαρά με τη βάρκα του ή έναν βιοτέχνη με το εργαστήριό του. Και το κράτος, που εκτός από το να συλλέξει φόρους, έχει ανάγκη να επανδρώσει το στρατό του, θα προτιμήσει τους άντρες από τις γυναίκες (για τους λόγους που ανέπτυξα πιο πάνω), οπότε αυτούς θα αναγνωρίζει ως πολίτες με δικαίωμα ψήφου, κοινωνικές μονάδες, κεφαλές οικογενειών κτλ.

Μέσα σε μια φτωχή οικογένεια, οι γυναίκες δεν εργάζονταν λιγότερες ώρες από τους άντρες τους (το αντίθετο, αν συνυπολογίσει κανείς και τα οικιακά). Αλλά δεν μπορούμε να κρίνουμε με τα δικά μας μέτρα, εμείς που έχουμε αλουμινένια τενεκεδάκια μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, με το πάτημα ενός κουμπιού. Μια κοινωνία στην οποία ακόμη και τα απλούστερα πήλινα σκεύη απαιτούν ιδρώτα στον τροχό, θα πάρει όποια μέτρα χρειάζονται για να είναι βιώσιμη, όσο άδικα κι αν τα βρίσκουμε σήμερα. Η γυναίκα δεν μπορεί να είναι ίση με τον άντρα σε μια προβιομηχανική κοινωνία, γιατί οι πόροι δεν είναι αρκετοί.

Γιατί όχι μια βιομηχανική κοινωνία, τότε, σα θέμα βιβλίου φάνταζυ; Με μαγικά εργοστάσια, ας πούμε; Ή ακόμη και η προσπάθεια χειραφέτησης του ωραίου φύλου στην αρχή μιας τέτοιας κοινωνίας; Μα εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα· αυτό εδώ το άρθρο περιγράφει περισσότερες λύσεις απ’ ότι έχω δει να χρησιμοποιούνται στα δήθεν φεμινιστικά μυθιστορήματα του χώρου. Έχουν άραγε ξοδέψει οι συγγραφείς τους έστω και πέντε λεπτά σκέψης σ’ αυτά που γράφουν; Μήπως αναφέρονται τελικά σε φανταστικά πλάσματα που έχουν γυναικεία όψη αλλά δε διαφοροποιούνται σε τίποτε από τους άντρες;


Και για να δούμε τι έγραφαν πραγματικά τα «φαλλοκρατικά γουρούνια» των απαρχών του λογοτεχνικού μας είδους.

Η Βαλέρια από το απόσπασμα στην αρχή του άρθρου μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τους άντρες που προσπαθούσαν να απλώσουν χέρι πάνω της. Ήταν πιο γρήγορη κι ευέλικτη από τον Κόναν. Σκότωνε τους αντιπάλους της με χτυπήματα σε καίρια σημεία, αντί να τους κόβει φέτες όπως εκείνος. Ο μεγάλος έρωτας του Κόναν, η Μπελίτ, είναι η αδιαμφισβήτητα επιτυχημένη αρχηγός των πειρατών της Μαύρης Ακτής, αρκετά καλή με το τόξο για να διδάξει τη χρήση του στους ναύτες της, αν και η ίδια δε φαίνεται πως συμμετείχε στις μάχες. Οι σκλάβες που συναντάει ο Κόναν – η Ολίβια, η Οκτάβια, η Ζηνοβία, η Νατάλα – αν και ανίκανες να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, είναι πρακτικές: επιλέγουν να τον βοηθήσουν για να τις βοηθήσει, δε διστάζουν να διατρέξουν θανάσιμο κίνδυνο και του σώζουν τη ζωή. Η αρχοντική ερωμένη Ναφερτάρι διαθέτει αρκετή γυναικεία πονηριά για να βάλει άλλους να πολεμήσουν γι’ αυτήν και παίρνει τα πράγματα στα χέρια της όταν αυτό εποδεικνύεται αναγκαίο. Γενικά, οι γυναικείοι χαρακτήρες στις ιστορίες του Robert E. Howard διακρίνονται από φιλοδοξίες και ικανότητες που συμβαδίζουν με το υπόβαθρο του καθενός τους.

Στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, η Γκαλάντριελ είναι υπόδειγμα ηγέτη και επισκιάζει τον σύζυγό της. Η Άργουεν ενσαρκώνει το ιδανικό για το οποίο πολεμάει ο Άραγκορν, χωρίς το οποίο θα λύγιζε. Ενώ η Έογουιν όχι μόνο κάνει αυτό που κανείς άντρας δε μπορεί, αλλά επίσης μετά τον πόλεμο αφιερώνεται στην αντιμετώπιση των πληγών που άφησε πίσω του. Υπάρχουν πράγματα στα οποία οι γυναίκες είναι το ίδιο καλές με τους άντρες κι άλλα ακόμη στα οποία είναι καλύτερες. Τα δυο φύλα, ίσα ή άνισα, (ευτυχώς) δεν είναι ίδια. Οι γυναίκες δεν είναι το ίδιο καλές με τους άντρες στο να σκοτώνουν. Δεν είναι ντροπή. Μπορούν να γίνουν θεραπεύτριες, ανιχνεύτριες, εταίρες, ηγέτιδες, μάγισσες – φάνταζυ γράφουμε, επιτέλους! Και μπορούν να ειπωθούν ενδιαφέρουσες ιστορίες γύρω απ’ αυτούς τους ρόλους, με δράση και αγωνία και ένταση.

Αν οι πατέρες του φάνταζυ διέπραξαν κάποιο σφάλμα, είναι πως απευθύνθηκαν κυρίως στο αντρικό κοινό, σε μια εποχή που υπήρχαν μόνο άρρενες αναγνώστες για το λογοτεχνικό είδος που έγραφαν. Έδωσαν πολύ λίγο χρόνο και πολύ λίγο βάρος στους θηλυκούς χαρακτήρες τους. Αλλά τουλάχιστον τους έβαλαν να σκέφτονται και να πράττουν με βάση αυτά που πραγματικά θα ήθελαν και θα μπορούσαν. Νομίζω τελικά πως ο φεμινισμός στη λογοτεχνία αντιμετωπίζει ακριβώς το πρόβλημα στόχου με τον φεμινισμό στη ζωή. Θέλουμε οι γυναίκες να επιτρέπεται να κάνουν ότι κι οι άντρες, ανεξάρτητα από τη σχετική ικανότητά τους; Ή θέλουμε να έχουν τη δυνατότητα να δράσουν στα πεδία στα οποία είναι ικανές και να τους αποδίδεται ο ίδιος ακριβώς σεβασμός όπως σ’ έναν άντρα που κάνει το αντίστοιχο;

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

Φανταστικοί θεοί

«Δεν υπάρχει τίποτα που να μην το κόβει το ατσάλι», απάντησε ο Κόναν. «Έριξα το τσεκούρι μου στο δαίμονα και δεν πληγώθηκε, μα μπορεί να αστόχησα στο λυκόφως ή ένα κλαδί να το εξοστράκισε. Δεν πάω γυρεύοντας να βρω δαίμονες· αλλά δε βγαίνω κι από το δρόμο μου για να τους αφήσω να περάσουν»
- Robert E. Howard, Πέρα από το Μαύρο Ποταμό, 1935

Η Υβοριανή Εποχή είναι γεμάτη μοχθηρές θρησκείες που απαιτούν φριχτές υπηρεσίες από τους πιστούς τους, όπως ανθρωποθυσίες. Ακόμα χειρότερα, υπάρχουν ένα σωρό ενσαρκωμένοι δαίμονες οι οποίοι δεν περιμένουν υπομονετικά να βρεθεί σάρκα στο βωμό τους: την αρπάζουν μόνοι τους και την καταβροχθίζουν – ή της κάνουν ό,τι άλλο τραβάει η ψυχή τους (θυμηθείτε τον Tsotha-lanti*). Αλλά όντας υλικοί, καταλήγουν κι αυτοί να πέσουν από το σπαθί του Κόναν, όπως κάθε άλλος αντίπαλος. Δε μιλάω για τέρατα που αδαείς άγριοι λατρεύουν ως θεούς, μιλάω για όντα που παρουσιάζονται αντικειμενικά στις ιστορίες ως υπερφυσικής/εξωκοσμικής φύσης.

Οι θεοί της Υβοριανής Εποχής, από την άλλη, αν και η λατρεία τους είναι πολύ πιο διαδεδομένη από εκείνη των δαιμόνων και η ύπαρξή τους αποδεδειγμένη, έχουν μια μάλλον μπλαζέ προσέγγιση. Δεν απαιτούν εντυπωσιακά καλές πράξεις από τους πιστούς τους. Δεν επεμβαίνουν για να εμποδίσουν τα έργα των εξαιρετικά δραστήριων δαιμόνων**. Και σε καμία περίπτωση δεν εμφανίζονται οι ίδιοι. Ο Κόναν αντιμετωπίζει δαίμονες τουλάχιστον στο ένα τρίτο των ιστοριών στις οποίες πρωταγωνιστεί. Αγγέλους και άβαταρ δε συναντά πουθενά.

Θα μπορούσε κανείς να αποδώσει το φαινόμενο στις απόψεις του Howard, σύμφωνα με τις οποίες το Σύμπαν είναι εχθρικό προς τον άνθρωπο, ένα ατίθασο πράγμα που καταστρέφει τους αδύναμους και δαμάζεται από τους ισχυρούς. Εξωτερική βοήθεια δεν είναι ούτε διαθέσιμη, ούτε επιθυμητή από τον αληθινό ήρωα, ο οποίος εμπιστεύεται μόνο το ατσάλι στο χέρι του.

Βέβαια, μια πιο πρακτική θεώρηση λέει πως το όλο θέμα ήταν πρακτική λογοτεχνική επιλογή. Τι ενδιαφέρον θα παρουσίαζαν οι περιπέτειες ενός ανθρώπου τον οποίο από τις δυσκολίες θα έβγαζε πάντα ένας (από μηχανής) θεός; Αν οι υπερφυσικές δυνάμεις ξεκαθάριζαν μεταξύ τους τούς λογαριασμούς τους, ποιος ο λόγος να εμπλακούν θνητοί; Κι αν δεν εμπλέκονταν θνητοί, υπήρχε κανένας λόγος να αναφέρονται όλα αυτά στα κείμενα; Είναι πιο ουσιώδες κομμάτι της καθημερινότητας από το πώς ένα λιοντάρι κυνηγάει μια γαζέλα; Εν ολίγοις, δαίμονες υπήρχαν για να έχει ενδιαφέροντες αντιπάλους ο Κόναν και οι θεοί έμεναν αμέτοχοι για να έχει όλα τα βλέμματα στραμμένα πάνω του και μόνο.

Στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, από την άλλη, απουσιάζει κάθε αναφορά σε ναό και ιερατείο, του Καλού ή του Κακού. Όχι βέβαια γιατί ο Καθηγητής ήταν εχθρός της οργανωμένης θρησκείας – κάθε άλλο. Και δεν είναι θέμα έλλειψης θεών στη Μέση Γη. Η εξαντλητική λεπτομέρεια με την οποία περιγράφει τη θεογονία του στο Σιλμαρίλλιον αποδεικνύει πως δε θεωρούσε σε καμία περίπτωση τον κόσμο που έπλαθε πλήρη, χωρίς αυτήν. Και η θεία παρέμβαση είναι ζωτικό μέρος του Άρχοντα. Ο πανταχού παρών χαρακτήρας, εκείνος που γνωρίζει τα πάντα για τα γεγονότα (έστω κι αν είναι εξοργιστικά φειδωλός με τις πληροφορίες), που ρυθμίζει τις εξελίξεις, που διαθέτει όλων των ειδών τις ευκολίες για να είναι δημοφιλής και να προωθεί την πλοκή (τον θαυμάζουν οι πάντες, κάνει μάγια, δέρνει, πετάει σοφίες, έχει πάντα δίκιο), τι είναι τελικά; Ένας από τους (αρχ)αγγέλους που κυκλοφορούν στον πλανήτη.

Έχει ειπωθεί από μελετητές του έργου του Tolkien πως, λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, δεν ένιωθε άνετα να περιγράψει μια τεχνητή θρησκεία με τον ίδιο τρόπο που περιέγραφε τεχνητές γλώσσες, τεχνητή χλωρίδα και πανίδα, τεχνητούς πολιτισμούς. Άλλοι έχουν πει πως σύμφωνα με την Καθολική πίστη του Καθηγητή, η επιλογή στη ήταν θέμα του ανθρώπου, εξαρτώμενη από την ισχύ της θέλησής του, αλλά το κρινόμενο ζήτημα ήταν απλά αν το δημιούργημα θα δεχθεί το χέρι που του τείνει ο δημιουργός του, δίχως το οποίο δεν υπάρχει σωτηρία.

Εγώ και πάλι θα δώσω μια πιο πρακτική ερμηνεία. Εφόσον υπάρχει μόνο ένας θεός στη Μέση Γη, θα υπήρχε μόνο μία θρησκεία. Και με τα τσιράκια του εν λόγω Υπέρτατου Όντος να σουλατσάρουν εδώ κι εκεί, δεν θα υπήρχαν Σχίσματα και αιρέσεις και διαφορετικά δόγματα, όλοι θα πίστευαν τα ίδια ακριβώς πράγματα (τα σωστά). Αυτό όμως θα στερούσε τον Καθηγητή από δυο συμβάσεις δίχως τις οποίες ο Άρχοντας των δαχτυλιδιών θα ήταν τριάντα σελίδες το πολύ:

α) Οι ναοί είναι εκ φύσεως αρχεία. Διατηρούν και διαδίδουν τη μνήμη του δόγματός τους, και μαζί της ένα σωρό άλλες πληροφορίες που σε κάποιον φάνηκαν σχετικές. Οπότε, θα μπορούσε η Συντροφιά να χτυπήσει την πόρτα της πιο κοντινής εκκλησίας και να μάθει σχεδόν τα πάντα (και μαζί της ο αναγνώστης), αντί να περιμένει πότε ο Γκάνταλφ θα δώσει λίγες ακόμη πληροφορίες με το σταγονόμετρο.

β) Το ιερατείο θα αποτελούσε ενοποιό δύναμη και θα δρομολογούσε τη συνεργασία των διαφόρων φυλών ενάντια στον Σάουρον, η οποία όπως έχουν τώρα τα πράγματα τρώει το μισό βιβλίο για να επιτευχθεί.


Στο σύγχρονο φάνταζυ αντίθετα, πολλά έργα ακολουθούν τις τρέχουσες ιδέες και τοποθετούν τον κλήρο του φανταστικού τους κόσμου σε ρόλο συντηρητικού/οπισθοδρομικού παράγοντα του οποίου οι αντιρρήσεις πρέπει να καμφθούν (συνηθέστερα, η επιρροή του στο λαό/στους κυβερνώντες πρέπει να εκμηδενιστεί) για να δράσουν αποτελεσματικά οι δυνάμεις του Καλού. Οι παραπάνω προσεγγίσεις είναι το ίδιο θεμιτές όπως κι οι αντίθετες. Αλλά συνδυάζονται με έναν ευρύτατο σκεπτικισμό στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και/ή στο σύνολο των θετικά σκιαγραφούμενων χαρακτήρων του βιβλίου. Η πίστη παρουσιάζεται ως ελάττωμα λιγοστών θρησκόληπτων που κάνουν τη ζωή δύσκολη για όλους. Κι αυτό θεμιτό είναι, αλλά τα δυο στοιχεία μαζί χωλαίνουν σημαντικά από συγγραφικής άποψης.

Από τη μια, η πλοκή αναγκάζεται να μπει στο καλούπι της ιδεολογίας του συγγραφέα και όχι το αντίστροφο. Κι η λογική των Howard-Tolkien έμπαζε, αλλά το αναγνωστικό κοινό δεν έδωσε σημασία γιατί η στρέβλωση έγινε υπέρ του κειμένου. Αν η στρέβλωση γίνεται υπέρ της στράτευσης, ποιο το όφελος; Αν είναι οι παπάδες να χρησιμοποιηθούν ψυχαναγκαστικά σαν παράπλευρο εμπόδιο που γεμίζει αδιάφορες σελίδες, γιατί να μην παραλειφθούν εντελώς, να μην πάρει τη θέση τους το κενό, να μην εξερευνηθεί η σχετικά αγνοημένη προοπτική ενός κόσμου που δεν έχει γνωρίσει καθόλου την ιδέα της θρησκείας; Γιατί να θεωρούνται ορισμένες δομές του γήινου παρελθόντος σταθερά κάθε κόσμου, ακόμη κι εκείνες (όπως η φεουδαρχία) που δεν ήταν καν παγκόσμιες; Που δεν ήταν καν σταθερές της καθημερινότητας των προγόνων του συγγραφέα, όταν αυτός είναι Έλληνας;

Από την άλλη, αν η θρησκεία δεν είναι η συνεκτική δύναμη ενός φανταστικού λαού σε ψευδομεσαιωνικό κόσμο, τι παίρνει τι θέση της; Για μερικούς συγγραφείς, η λύση είναι η εθνική συνείδηση. Μα αυτή αποτελεί εφεύρεση του νεότερου κόσμου, σε μεγάλο βαθμό επακόλουθο της τυπογραφίας που δημιούργησε την ενημέρωση και την προπαγάνδα. Αν δεν υπάρχει διάδοση των νέων σε μεγάλη κλίμακα (και με κατευθυνόμενη χροιά), πώς θα νοιαστεί ο αγρότης της ενδοχώρας για τις πειρατικές επιδρομές στα παράλια; Είναι πρόβλημα άλλου, όχι δεινό των συμπατριωτών του. Πάντα με παραξένευε η συμπεριφορά φανταστικών χωρικών που με προθυμία πετούσαν τα τσαπιά για να τρέξουν να πολεμήσουν τους εισβολείς στην άλλη άκρη της χώρας.

Η πραγματική Ιστορία μιλάει για ανθρώπους που γκρίνιαζαν ακόμη και για έκτακτους φόρους λόγω πολέμου, όχι να γίνει ολόκληρη επιστράτευση που θα τους ξεβόλευε. Δεν αρκεί ένα καλό οδικό δίκτυο και η προφορική διάδοση των νέων για να νιώσουν γείτονες μεταξύ τους οι κάτοικοι δυο διαφορετικών πόλεων. Χρειάζεται ένας καλός μηχανισμός διοχέτευσης πληροφοριών. Κι αν δεν έχει εφευρεθεί ακόμη η τυπογραφία ή κάποιο μαγικό υποκατάστατό της, το μόνο που μένει είναι ένα οργανωμένο ιερατείο με κοινό, αποκρυσταλλωμένο δόγμα. Αλλιώς ξεχνάμε την κοινωνική συνοχή σε μεγάλη κλίμακα και πάμε πίσω στις εποχές της πόλης-κράτους, εκεί που οι σχέσεις μέσα στην πόλη είναι στενές κι η αλληλεγγύη σε εθνικό επίπεδο χαλαρή (που είναι επίσης θεμιτό και σχετικά ανέγγιχτο στο φάνταζυ).

Μια άλλη εναλλακτική πηγή κοινωνικής συνοχής που ευτυχώς δεν έχει κυριαρχήσει ακόμη στο κακογραμμένο φάνταζυ, είναι η πολιτική ιδεολογία. Απαιτεί κι αυτή τυπογραφία, αλλά και γρήγορες μεθόδους επικοινωνίας (αλλιώς πώς θα συντονίζεται η δράση των ομοϊδεατών σε πολλά σημεία της χώρας;) Απαιτείται ακόμη μια στοιχειώδης ελευθερία του λόγου (το πολύ να σε κυνηγάνε γι’ αυτά που λες κι όχι επειδή μιλάς χωρίς να διαθέτεις αξίωμα). Αλλά κι όλα αυτά να τα υποθέσουμε, η πολιτική είναι περισσότερο διασπαστική παρά συνεκτική. Δεν έχει νόημα δίχως κάποιον αντίπαλο εντός της ίδιας κοινωνίας (αν μιλάμε για κράτη με ένα μόνο κόμμα-ιδεολογία, δεν έχει κοινωνιολογική διαφορά από κράτη με μια μόνο θρησκεία). Υπονοείται από την ύπαρξη πολιτικής, τέλος, ένα καλό βιοτικό επίπεδο που επιτρέπει στον πολίτη να νιώσει ασφαλής, ικανός να κάνει μια επιλογή για τον εαυτό του. Δηλαδή, ικανός να σταθεί χωρίς τους άλλους να τον στηρίζουν.

Αλλοτριωμένος.

Κι αν η πολιτική απουσιάζει από το φάνταζυ, παρ’ όλ’ αυτά τα επακόλουθά της επικρατούν σε πολλά βιβλία. Ο λαός συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα, όπως βολεύει το συγγραφέα και την πλοκή, όχι όπως θα ήταν λογικό. Γενικά ατομιστής και με άποψη για τα πάντα. Γνήσιο τέκνο του εικοστού πρώτου αιώνα κι όχι του κόσμου στον οποίο κατοικεί. Κι από την άλλη, έτοιμος να βγει στο δρόμο μαζί με τον όχλο, χωρίς προοικονομία και σοβαρό λόγο, μόνο με θυμόσοφες αναλύσεις του «έτσι είναι ο τάδε λαός, έρμαιο του τάδε πράγματος». Αλλά τι τον ενώνει με τους υπόλοιπους ροπαλοφόρους, τι τον φέρνει στο πλευρό τους; Η θρησκεία στην οποία δεν πιστεύει; Η πολιτική που δεν έχει εφευρεθεί ακόμη στον κόσμο του; Η εθνική του συνείδηση που έχει διαμορφωθεί και συντηρείται ανεξήγητα; Ποια είναι η κινητήρια δύναμη της κοινωνίας στην οποία ζει; Η δύναμη που την κρατά ενωμένη;

Για να το πω όσο πιο απλά γίνεται, ένας πρόγονός σας θα αυτοπροσδιοριζόταν (ανάλογα με την εποχή που γεννήθηκε) ως π.χ. Αθηναίος ή Χριστιανός/Ρωμιός ή Έλληνας ή Δημοκράτης. Μόνο ο τελευταίος κι εσείς σήμερα έχετε την πολυτέλεια να δηλώσετε «ιδιώτες». Γιατί οι υπηρεσίες του στρατού, της πυροσβεστικής, των τραπεζών, σας επιτρέπουν να επιβιώσετε χωρίς να ενταχθείτε κάπου. Οι χαρακτήρες ενός φανταστικού προβιομηχανικού κόσμου δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα.

Νομίζω εξήγησα πως οι δυο πατέρες του φάνταζυ προσπάθησαν να γράψουν κάτι που να είναι καλό γενικώς. Κι έδωσα παραδείγματα για το πώς μπορεί να βρεθεί μια ενδιαφέρουσα πλοκή φάνταζυ με τη θρησκεία ή με την έλλειψή της (χωρίς ν’ αγγίξω καν το γόνιμο ζήτημα των πραγματικά υπαρκτών θεών και των πιθανών παρεμβάσεών τους). Μπορεί, βέβαια, κάποιος να με αγνοήσει, να κουτσουρέψει τη θρησκεία χωρίς να αντικαταστήσει την κοινωνική της υπόσταση με κάτι άλλο και να επιμείνει να γράφει για ξεροκέφαλα ιερατεία, που η στενομυαλιά τους δεν προσθέτει πιο πολλή ουσία στην πλοκή απ’ ότι θα είχε μια απεργία των ταξιτζήδων. Αλλά ας έχει υπόψη πως γράφει για το Σήμερα, κάτι που ίσως Αύριο να είναι το ίδιο ξεπερασμένο όπως έχει καταντήσει τώρα η μεσαιωνική προσέγγιση για τη θρησκεία. Πως γράφει δηλαδή, ένα αλληγορικό σχόλιο για το σύγχρονο κόσμο, έστω κι αν το ντύνει με δράκους. Ένα κείμενο που του αξίζει να ξεχαστεί αργά ή γρήγορα, γιατί δεν προσπαθεί να καταπιαστεί με αλήθειες ανεξάρτητες από τον τόπο και το χρόνο.


*: "Λένε πως μια χορέυτρια από τη Σάντιζαρ κοιμήθηκε υπερβολικά κοντά στα προανθρώπινα ερείπια στο Λόφο του Ντάγκοθ και ξύπνησε στην αγκαλιά ενός μαύρου δαίμονα· πως απ’ αυτή την ανόσια ένωση γεννήθηκε το καταραμένο υβρίδιο που οι άνθρωποι αποκαλούν Τσόθα-λάντι-"
- Robert E. Howard, Η Άλικη Ακρόπολη, 1933

**: Εξαίρεση αποτελεί εν μέρει το ατυχές διήγημα «Ο φοίνικας στο σπαθί», που είναι μια πρόχειρη διόρθωση/συμπλήρωση του εξαιρετικού «Με τούτο το τσεκούρι κυβερνώ» στο οποίο πρωταγωνιστούσε άλλος ήρωας του Howard (ο Κουλ), οπότε δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μέτρο για τις ιστορίες του Κόναν.

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

Πηγές έμπνευσης

Λέει εύστοχα ο nihilio* στην τελευταία του ανάρτηση για το 2009:

Σε πρώτο επίπεδο μας λένε, αντί να εμπνεόμαστε από ψευδομεσαιωνικούς κόσμους και να τους αντιγράφουμε, να πάρουμε ως πηγή έμπνευσης το Βυζάντιο και την αρχαία Ελλάδα. […] το να παίρνεις το κλισαρισμένο Τολκιενικό πρότυπο και να του δίνεις ένα άλλο χρώμα δεν κάνει το αποτέλεσμα λιγότερο κλισαρισμένο, αντίθετα το κάνει ακόμα πιο γραφικό. Το να γράψει κανένας τον Άρχοντα των Δακτυλιδιών με σάτυρους και δρυάδες αντί για ξωτικά και νάνους και ακρίτες αντί για ρέηντζερ είναι μάλλον αστείο (πόσο μάλλον αν αντί για ορκ έχει Τούρκους).

Δυστυχώς, εδώ καταδεικνύεται μια μεγάλη αλήθεια για το ελληνικό φανταστικό: οι περισσότεροι συγγραφείς επιδιώκουν την «ελληνικότητα» ως ζητούμενο. Παίρνουν ένα δεδομένο πλαίσιο (το φάνταζυ), αφαιρούν αυτό που δεν τους κάνει (τη «δυτική» ατμόσφαιρα) και την αντικαθιστούν με κάτι που τους αρέσει καλύτερα (ελληνικά στοιχεία). Αλλά για να ταιριάξουν πλαίσιο και περιεχόμενο, πρέπει να δουλευτούν και τα δύο, αλλιώς γίνονται σαλάτα με ετερόκλητες γεύσεις. Σαν να προσπαθείς να βάλεις έναν τετράγωνο πίνακα σε ορθογώνια κορνίζα.

Χρησιμοποίησα τη λέξη ‘πλαίσιο’ εσκεμμένα. Είτε μας αρέσει, είτε όχι, δεν γράφουμε ανεπηρέαστοι. Ακόμη κι αν δεν έχουμε διαβάσει οι ίδιοι Τόλκιεν ή Χάουαρντ ή οποιονδήποτε άλλο επηρέασε σημαντικά τη λογοτεχνία φαντασίας με τα βιβλία του, έχουμε διαβάσει έργα τρίτων που γράφτηκαν υπό αυτήν την επιρροή. Για να είμαστε ακριβείς, ήμασταν εκτεθειμένοι από παιδιά σε εικόνες, ταινίες, κόμικ, κινούμενα σχέδια, βιβλία, κάθε είδους αφηγηματική ή εικαστική δημιουργία που θα ήταν αλλιώτικη αν δεν είχαν υπάρξει στο παρελθόν οι προαναφερθέντες γίγαντες του είδους.

Είτε πούμε πως είναι αρχέτυπα που υπάρχουν ούτως ή άλλως στο συλλογικό ασυνείδητο, είτε πούμε πως είναι πρότυπα που τα σχημάτισαν οι πατέρες του φάνταζυ κι ύστερα διαδόθηκαν μέσω της pop culture, ορισμένα πράγματα είναι εδώ κι είμαστε αναγκασμένοι να τα λάβουμε υπόψη. Η ομάδα από ασύμβατους χαρακτήρες που παρά τις εσωτερικές συγκρούσεις της θα σώσει τον κόσμο, ο σιωπηρός ξένος που τελικά είναι πρίγκιπας κάποιας ξένης χώρας, ακόμη και σ’ ένα παιδί είναι γνώριμα, δίχως να προέρχονται από τα παραμύθια.

Το φάνταζυ είναι φαντασία και, αυτό που χρειαζόμαστε είναι καλή κοσμοπλασία και καλές ιστορίες, όχι επιπλέον περιορισμούς στη φαντασία του συγγραφέα.

λέει ακόμη ο nihilio και αγγίζει μια ακόμη μεγάλη αλήθεια: Είμαστε περιορισμένοι. Μπορεί η φαντασία να μας ανοίγει θεωρητικά άπειρους ορίζοντες, αλλά το φάνταζυ είναι αυτό που οι αγγλόφωνοι αποκαλούν genre – ένα είδος με δικούς του κανόνες, σαν το γουέστερν ή το αστυνομικό, ένα είδος με κλισέ. Μπορούμε να τα σεβαστούμε, να τα ανατρέψουμε, να τα παραλλάξουμε, να παίξουμε μ’ αυτά, να τα χτίσουμε από την αρχή. Αλλά για να το κάνουμε αυτό, πρέπει να τους γνωρίζουμε τους κανόνες πρώτ’ απ’ όλα, ποιοι είναι, γιατί είναι έτσι κι από πού προέρχονται. Αυτή η προσέγγιση επέτρεψε να εμφανιστούν νέοι δημοφιλείς συγγραφείς όταν τα κλισέ είχαν πια παγιωθεί. Η δύναμη του Μούρκοκ, ας πούμε, είναι το ότι έγραφε κάνοντας σαφές πως είχε υπόψη του τον Τόλκιεν και τον Χάουαρντ και τους διαστρέβλωνε εσκεμμένα.

Όποιος δε με πιστεύει ότι είναι απαραίτητη μια τέτοια γνώση για να σταθεί κανείς συγγραφικά χωρίς να γίνει ρεζίλι, ας δοκιμάσει να σκεφτεί μια πρωτότυπη πλοκή για αστυνομικό μυθιστόρημα. Μετά ας ρωτήσει κάποιον φίλο του που να ασχολείται με το είδος, για να μάθει σε ποιο βιβλίο της Άγκαθα Κρίστι – γραμμένο δεκαετίες πριν – υλοποιήθηκε η «πρωτότυπη» ιδέα του. Τα πρώτα πράγματα που θα σκεφτούμε, είχαν χρόνο να τα σκεφτούν άλλοι πριν από εμάς. Μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα παραπέρα, ένα βήμα σε απάτητες περιοχές, μόνο αν λάβουμε υπόψη μας όσο περισσότερα γίνεται απ’ αυτά που έχουν προηγηθεί. Για κάθε ιδέα που καλύπτεται σε βιβλίο, γεννιέται μία δεύτερη, ανεκμετάλλευτη ακόμη, η οποία δεν θα μπορούσε χωρίς την πρώτη.

Δυστυχώς, έχουν παρουσιαστεί τελευταία διάφοροι φωστήρες στο ελληνικό φανταστικό, οι οποίοι διατείνονται με υπερηφάνεια πως δεν διαβάζουν φαντασία (και δυο-τρεις που λένε πως δε διαβάζουν γενικώς, πράγμα που εξηγεί γιατί δεν ξέρουν να γράφουν και γιατί δε θα μάθουν ποτέ, εκτός αν το Άγιο Πνεύμα αρχίσει να μοιράζει επιφοιτήσεις Δημιουργικής Γραφής). Αυτοί συνήθως κρύβονται πίσω από κάποια δικαιολογία του τύπου «εκμεταλλεύομαι τα κλισέ του είδους», οπότε πρέπει να πρόκειται για εξαιρετικές ιδιοφυίες, μιας και τα κλισέ τα έμαθαν από πέντε ταινίες που έχουν δει ενώ άλλοι κάνουν διδακτορικά στο θέμα και δεν τολμούν να πουν πως το έχουν καλύψει πλήρως.

Εδώ ίσως βρεθεί κανείς να θέσει ενστάσεις. Δηλαδή, τι πρέπει να γίνει; Να διαβάσουμε τα δεκάδες χιλιάδες βιβλία φάνταζυ που γράφτηκαν τα τελευταία εβδομήντα χρόνια; Σίγουρα δεν μπορούμε. Αλλά η λύση σε καμία περίπτωση δεν είναι να μην διαβάσουμε κανένα. Πώς θα επιλέξει ο καθένας να διευρύνει τις γνώσεις του, είναι επιλογή του. Εγώ υποστηρίζω πως όσο περισσότερο τις διευρύνει, τόσο καλύτερο φάνταζυ θα γράφει. Κι αν πείτε πως όλα τα παρουσιάζω πιο εύκολα για τους παλιότερους συγγραφείς, σκεφτείτε: πώς προέκυψε το δικό τους περιεχόμενο, με παρθενογένεση;

Και πάλι καταφεύγω στο nihilio, αλλά αυτή τη φορά για να διαφωνήσω ελαφρώς μαζί του:

Γιατί, κακά τα ψέματα, οι θρύλοι και οι παραδόσεις αφορούν ελάχιστα τον μέσο κάτοικο του αστικού περιβάλλοντος κάτω από 30. […] Οπότε το να γράψει κάποιος φανταστικό με ξωθιές και τελώνια αφορά μικρή μερίδα του κοινού, που δείχνει να έχει περισσότερο λαογραφικό ενδιαφέρον και που μάλλον είναι αρνητικό σε δραματικές τροποποιήσεις των θρύλων και παραδόσεων.

Λογικό ακούγεται. Αλλά υπήρχαν περισσότεροι στην Μεγάλη Βρετανία που να τους αφορούσαν elf και dwarf, περισσότεροι που να τα γνώριζαν (δεν είναι καν αγγλικοί μύθοι) και να ήταν δεκτικότεροι στην τροποποίησή τους; Δε νομίζω. Και μήπως ο Τόλκιεν έγραψε από επιλογή για τέτοια θέματα; Για να έχει πέραση στο πιθανό κοινό του; Όχι. Ήταν αυτό που γνώριζε, αυτό που είχε μελετήσει και αγαπούσε, γι’ αυτό μπόρεσε να το εκμεταλλευτεί στο έπακρο, να πάρει ό,τι ήθελε, να αλλάξει ό,τι δεν ήθελε και να πλάσει μια ιστορία. Αν έγραφε για τις Σταυροφορίες που ήταν πολύ πιο της μόδας την εποχή του στην Αγγλία, σήμερα δεν θα τον θυμόταν κανείς. Γιατί δεν το κάτεχε το θέμα.

Ο Χάουαρντ, γιατί έχει τόσες ιστορίες που μοιάζουν με γουέστερν, με pulp εξωτικές περιπέτειες, με ιστορικά, με τρόμου; Ας πούμε, δεν είναι σαφείς οι ομοιότητες στη σύλληψη του Red Nails με το νουάρ Red Harvest του Χάμετ, γραμμένο επτά χρόνια πριν; Έχασε ο Χάουαρντ από την επιλογή του αυτή; Δεν μπορεί να πει κανείς ότι αντέγραψε, απλά ανέπτυξε. Αυτά ήταν τα αναγνώσματά του, από τα περιοδικά που διάβαζε (και στα οποία επίσης έγραφε). Αν μια ιδέα και μια τεχνική λειτουργούσαν τοποθετημένες στον πραγματικό μας κόσμο, γιατί να μην λειτουργούσαν και σε κάποιου είδους φανταστικό υπόβαθρο; Έβλεπε πώς έστηναν, ας πούμε, οι άλλοι ένταση σε μια μονομαχία με πιστόλια, και έτσι έστησε ο ίδιος τις μονομαχίες με σπαθιά. Έτσι σκέφτηκε. Έτσι λειτούργησε. Και πέρασε κι αυτός στην Ιστορία με χρυσά γράμματα.

Και οι δυο περιπτώσεις είναι ίδιες. Τόλκιεν και Χάουαρντ διάβαζαν πολύ, είχαν ενδιαφέροντα, τα μελετούσαν σε βάθος και τα έκαναν φάνταζυ. Αν του ενός το πάθος ήταν τα σκανδιναβικά και γερμανικά έπη των ύστερων μεσαιωνικών χρόνων, ενώ του άλλου ήταν η «παραλογοτεχνία» της εποχής του, και τα δυο υπήρξαν εξεζητημένα και εξειδικευμένα. Θεωρητικά, σαν θέματα, ήταν αδύνατον να παράγουν κάτι δημοφιλές. Η τεράστια επιτυχία των δυο συγγραφέων δεν προέρχεται από τη θεματολογία τους αυτή καθεαυτή, αλλά από τη βαθιά γνώση της που διέθεταν, η οποία τους επέτρεψε να την κόψουν και να τη ράψουν στα μέτρα του ταλέντου τους.

Κι επίσης καταπιάστηκαν με πράγματα που γνώριζαν από τη ζωή τους. Ο θείος Μπομπ δεν έμαθε για τα άλογα διαβάζοντας γουέστερν. Ζούσε στο Τέξας και ίππευε συχνά. Ο Τόλκιεν δεν έμαθε τα δάση από εγχειρίδια Βοτανολογίας. Μεγάλωσε στην επαρχία, την εποχή που αυτό σήμαινε ύπαιθρο.

Έγραψα πιο πάνω ότι η «ελληνικότητα» ως ζητούμενο είναι κάτι αρνητικό. Και επιμένω. Λέω «γράφτε κάτι ελληνικό» υποθέτοντας ότι η Ελλάδα είναι αυτό που γνωρίζουμε, αυτό το οποίο μπορούμε να αξιοποιήσουμε για να γράψουμε καλά. Όχι για να διαφημίσουμε την Ελλάδα ή να πουλήσουμε βιβλία χάρη σ’ αυτήν. Απλά γιατί ίσως από εκεί μπορέσουμε να αντλήσουμε συγγραφική δύναμη για το έργο μας. Στην τελική, ποτέ δε θα έχουμε καλό ελληνικό φάνταζυ αν προσπαθούμε να γράψουμε κι εμείς για Βίκινγκ ή Κέλτες. Οι απόγονοί τους πάντα θα το κάνουν καλύτερα από μας.

Κι αν κάποιος δεν ξέρει αρκετά για την ελληνική Ιστορία-Μυθολογία για να την περάσει στο έργο του (ΔΕΝ είναι θανάσιμη αμαρτία), υπάρχουν άλλα πράγματα που θα γνωρίζει ή θα έχει ζήσει για να αξιοποιήσει. Αν του αρέσει η μαγειρική, ας γράψει για αλχημιστές, με μείγματα, μυστικές συνταγές και σπάνια υλικά. Αν του αρέσει η μπάλα, ας γράψει για οπαδισμό, στημένα παιχνίδια και πάθος των κερκίδων σε μια φανταστική αρένα. Αν κάνει ιστιοπλοΐα, ας γράψει μια ναυτική φανταστική περιπέτεια. Οτιδήποτε είναι κτήμα μας μπορεί να γίνει μια καλή αφορμή για φάνταζυ. Αυτό που μας λέει πώς να γράψουμε, αλλά δεν μπορεί να μας πει τι να γράψουμε, είναι το ίδιο το φάνταζυ. Είπα ότι πρέπει να έχουμε καλή γνώση του πεδίου, αλλά αν περιοριστούμε εκεί, όπως κάνουν πολλοί συγγραφείς, Έλληνες και μη, θα γράφουμε ανοησίες στερούμενες πειστικότητας, με κοινωνίες που δε θα ήταν βιώσιμες, με αναχρονισμούς, με ανακρίβειες. Η λογοτεχνία του φανταστικού ΔΕΝ είναι εγκυκλοπαίδεια. Δε θα μάθετε από εκεί τον κόσμο. Τα τόξα δεν λειτουργούν σαν τα πιστόλια. Τα άλογα είναι ζωντανά πλάσματα, δεν είναι ποδήλατα χωρίς αντιδράσεις. Μην αντιγράφετε ότι είδατε αλλού, ή ότι σας φαίνεται λογικό. Ή καθίστε να μάθετε ή μη μπαίνετε σε λεπτομέρειες που μπορεί να σας εκθέσουν.

Διαβάστε, λοιπόν, φάνταζυ. Και όχι μόνο φάνταζυ. Ζήστε. Κι ύστερα γράψτε γι’ αυτό που κατέχετε καλά. Αν είναι η Ελλάδα, καλώς. Αν είναι κάτι άλλο, και πάλι καλώς.


*: Προτείνω να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο, μιας και είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Για την ακρίβεια, προτείνω να παρακολουθείτε το ιστολόγιο του nihilio όπως κάνω κι εγώ

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Η καθαρότητα της Φυλής

Λέει η «Φυλλάδα του Μέγ’ Αλέξανδρου» (τουλάχιστον στις εκδόσεις του 18ου μ.Χ. αιώνα, αν όχι ήδη στις πρώτες του 4ου):

Ηύραν ανθρώπους μονοπόδαρους, με ουρά ωσάν πρόβατα, και πιάνοντας πολλούς και απ' αυτούς, ήφεράν τους εις τον Αλέξανδρον· όστις τους ερώτησε λέγων· πώς είστε αυτού; […] Το κρέας μας είναι νοστιμώτερον από όλα τα πετούμενα και τετράποδα, το κουφάρι μας γέμει πολύτιμα λιθαρόπουλα, με χοντρόν μαργαριτάρι, και το πετζί μας σίδερον δεν το απερνά. Ως τους ήκουσεν ο Αλέξανδρος, εγέλασε λέγων· ο άνθρωπος από την γλώσσαν του χάνει το κεφάλι του.


Ας έχουν τόσο παράξενη φυσιολογία, ας είναι βρώσιμα, τα πλάσματα που περιγράφονται δεν τα χαρακτηρίζει με κάποιο τρόπο «μη ανθρώπους» ο συγγραφέας.

Στον Πάρσιφαλ (γραμμένο γύρω στο 1200), ο πρωταγωνιστής έχει έναν ετεροθαλή αδελφό ονόματι Feirefiz, από Μαυριτανή μητέρα, ο οποίος είναι παρδαλός, με άσπρα και σκούρα μπαλώματα, όπως θα ήταν ένα ζώο με γονείς διαφορετικών χρωμάτων. Προφανώς, ο ραψωδός δεν είχε ποτέ συναντήσει μιγάδα. Αλλά το όλο θέμα δεν έχει κάποιο κρυφό νόημα, είναι καθαρά για λόγους ποικιλίας και εξωτισμού. Ο Feirefiz περιγράφεται ως ιδιαίτερα εμφανίσιμος και είναι ο μόνος πολεμιστής ισάξιος του πρωταγωνιστή.

Η φυλή – όπως λέμε «Λευκή φυλή» ή «Μαύρη φυλή», όχι όπως λέμε «η φυλή των Απάτσι» ή «η φυλή των Ζουλού» – δεν υπάρχει στις καταβολές του φάνταζυ σαν έννοια. Εμφανίζεται τη δεκαετία του 1930, και στον Howard και στον Tolkien. Κι εδώ, οι δυο μεγάλοι δεν βρίσκονται στους αντίποδες του φάσματος ως συνήθως. Οι απόψεις τους μάλλον ταυτίζονται.

Ο πρώτος μένει σε Λευκούς, Μαύρους, «Καστανούς» και Κίτρινους, ενώ ο δεύτερος μιλάει για ξωτικά, νάνους και χόμπιτ, αλλά η λέξη είναι ίδια: race. Δε μιλάμε για έθνη ή είδη, αλλά για φυλές. Και ισχύουν οι ίδιες πάνω-κάτω παραδοχές στους δυο πατέρες του είδους, οι οποίες θα έπρεπε να φαίνονται παράξενες σε έναν σύγχρονο αναγνώστη:

- Υπάρχει σαφής ιεραρχία από το καλύτερο προς το χειρότερο. Ο Λευκός είναι ανώτερος σε κάθε ουσιαστικό ζήτημα από τον Μαύρο. Το ρέψιμο του πιο φάλτσου ξωτικού είναι μελωδικότερο από το τραγούδι του πιο καλλίφωνου Ανθρώπου. Ο νάνος ξεπετάει ένα αριστούργημα στο λεπτό άμα έχει σφυρί και αμόνι. Το χόμπιτ είναι ανθεκτικό στα πάντα. (Στη μια περίπτωση, ο αναγνώστης ως Λευκός είναι στην κορυφή, στην άλλη ως Άνθρωπος είναι στον πάτο, αλλά η ουσία είναι πως δεν υπάρχει η έννοια της ποικιλίας, μόνο της κλίμακας)

- Οι μικτοί γάμοι δεν είναι απλώς κατακριτέοι, είναι και ανύπαρκτοι. Πιο σπάνιοι απ’ όσο υπήρξαν ποτέ στην Ιστορία κι απ’ ότι ήταν στις ιδιαίτερες πατρίδες των δυο συγγραφέων. Ενώ οι φυλές στο φάνταζυ ζουν πολύ πιο ανάκατες από τις διάφορες εθνότητες στον Μεσαίωνα του πραγματικού κόσμου, δεν υπάρχει σεξουαλική έλξη μεταξύ τους. Οι ξωτικοκυράδες είναι πιο ωραίες από τις Ανθρώπινες γυναίκες, αλλά δεν ποθούν όλοι οι Άνθρωποι μια τέτοια σύζυγο. Ομοίως για τις Λευκές και τους μη Λευκούς άντρες. Σε ορισμένες περιοχές των ΗΠΑ οι ενώσεις αφρικανών και ινδιάνων δεν ήταν ασυνήθιστες, αλλά ούτε οι Καστανοί παντρεύονταν Μαύρους, ούτε ένας στους δεκατρείς νάνους βλέπει έστω μία χομπιτίνα του γούστου του σε ολόκληρο χωριό.

- Οι βιολογικές διαφορές μεταξύ των φυλών δεν παίζουν κανένα ρόλο στην κουλτούρα και την καθημερινή ζωή τους. Οι κοινωνίες τους λειτουργούν όπως θέλει ο συγγραφέας κι όχι όπως επιβάλει η Φύση. Αντοχή στα τραύματα, υπέρτερη μυϊκή δύναμη, περιορισμένο ύψος, ακόμη και αθανασία, τίποτε δεν αλλάζει το σκεπτικό τους, τίποτα δε λαμβάνουν υπόψη. Υπάρχει μια ψυχολογική προδιάθεση που καθορίζει ότι θα χτίζουν τα σπίτια τους με συγκεκριμένο τρόπο, θα υφαίνουν τα ρούχα τους με συγκεκριμένο τρόπο, θα φτιάχνουν τα έπιπλά τους με συγκεκριμένο τρόπο, θα φέρονται με συγκεκριμένο τρόπο και η πρακτικότητα εκπαραθυρώνεται.

- Οι Ινδοί έχουν τις κάστες, οι δυτικοευρωπαίοι τους ευγενείς, οι Ιάπωνες το giri, εμείς οι Έλληνες το φιλότιμο. Οι φανταστικές φυλές δεν αρέσκονται στις πολιτισμικές έννοιες που να μην μεταφράζονται εύκολα σε κάποιο αγγλοσαξωνικό αντίστοιχο και να θέλουν την εξήγηση ενός αληθινά ξένου τρόπου σκέψης. Δεν προτιμούν κοινωνικές δομές οι οποίες να μην είναι ωμά λογικές και εμφανώς κατασκευασμένες, χωρίς καμιά μυρωδιά παράλογης παράδοσης ή αληθινής πολυπλοκότητας. Απευθείας από τη φιλοσοφία και τις ουτοπίες του Διαφωτισμού ή των αρχών του εικοστού αιώνα, στο χαρτί. Οι τέλειες λειτουργούν ρολόι, χωρίς κανέναν ρυθμιστικό μηχανισμό. Οι ατελείς έχουν εμφανή ελαττώματα, αλλά δεν καταρρέουν, κι ας μην έχουν καμία αιτία συνοχής στην καθημερινότητά τους.

- Οι Άνθρωποι και οι άνθρωποι τεκνοποιούν με οτιδήποτε κινείται. Με ξωτικά, με τελώνια, με δαίμονες από το απώτερο διάστημα. Αλλά οι διασταυρώσεις συνοδεύονται από περίεργα φαινόμενα. Ο αθάνατος γονέας γίνεται θνητός, το παιδί γεννιέται με χαρακτηριστικά που δεν τα είχε καμιά από τις αρχικές φυλές.

- Φυλές και λαοί, δεν έχουν καμιά επαφή μεταξύ τους πριν την έναρξη του βιβλίου, δε βγαίνουν από τα σπίτια τους. Αναγκαζόμενοι να συμπρωταγωνιστήσουν διάφοροι ξένοι μεταξύ τους, σοκάρονται ή μένουν έκθαμβοι κάθε δεύτερη σελίδα με το πώς ξυρίζεται ο άλλος, πώς σκέφτεται, πώς πολεμάει, τι τρώει. Είτε για να βγει γέλιο, είτε για να μπει ένα ακόμα κήρυγμα των απόψεων του συγγραφέα στο στόμα κάποιου χαρακτήρα.

Όλα αυτά είναι δείγματα της εποχής εκείνης. Έγκριτοι επιστήμονες συμβούλευαν τον Τσώρτσιλ να μη φοβάται πόλεμο με τους Ιάπωνες, μιας και τα σχιστά μάτια τους δεν έχουν σωστή αίσθηση του βάθους κι έτσι δεν μπορούν να στελεχώσουν ικανή αεροπορία. Βιολόγοι προσπαθούσαν με μετρήσεις να αποδείξουν ότι οι «φυλές» είναι ξεχωριστά είδη του Homo Sapiens, με διαφορετικές δυνατότητες. Δεν κατακρίνω τον Howard και τον Tolkien που περιγράφουν τον κόσμο όπως τον έβλεπαν γύρω τους, δεν αφαιρεί από την λογοτεχνική αξία του έργου τους. Αν από κάποιο θαύμα βρίσκονται και τα δικά μου βιβλία σε κυκλοφορία εβδομήντα χρόνια μετά την έκδοσή τους, δεν θα φαίνονται λιγότερο δέσμια ξεπερασμένων πια απόψεων.

Αλλά δε ζούμε πλέον στο Μεσοπόλεμο και δεν υπάρχει μόνο μια επιλογή για το πώς θα χειριστούμε τις φυλές στο φάνταζυ σήμερα, ανοίγονται πολλοί δρόμοι μπροστά μας, άλλοι με προοπτικές κι άλλοι αδιέξοδοι. Μπορούμε:

- να είμαστε εντελώς αστοιχείωτοι για το είδος το οποίο υπηρετούμε και την ιστορία του. Να συγχέουμε τις συμβάσεις μιας περασμένης εποχής με τις συμβάσεις του ίδιου του φανταστικού. Δηλαδή, να γράφουμε με τις ίδιες παραδοχές που είχαν οι δυο μεγάλοι στα έργα τους γιατί «αυτό είναι φάνταζυ». Η λύση που επιλέγει η πλειοψηφία των μετά το ’80 συγγραφέων. Συνήθως μιλάμε για μια φυλή υπερανθρώπων στην οποία θα ανήκει ο ήρωας για να ικανοποιούνται οι εφηβικές φαντασιώσεις ισχύος του αναγνώστη και/ή μια φυλή υπανθρώπων την οποία θα γενοκτονεί ο ήρωας χωρίς την ανάγκη για τύψεις.

- να φτιάξουμε μια «φυλή» που δεν έχει πραγματικούς λόγους, να μην ενωθεί με την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Για την ακρίβεια, η κοινωνία της θα κατέρρεε ερχόμενη σε επαφή με τις υπόλοιπες. Την τοποθετούμε σε μια απομακρυσμένη ήπειρο μόνη της ή σε μια άλλη διάσταση και κλείσαμε. Λύση συνηθισμένη και πιστευτή. Αλλά φτηνή, σε ένα λογοτεχνικό είδος στο οποίο χτίζουμε τον κόσμο όπως εμείς θέλουμε.

- να φτιάξουμε μια πραγματικά ξένη φυλή, η οποία ίσως είναι ανθρωποειδής πλην αμφίβια ή ίσως αποτελείται από κατσαρίδες με τέσσερα φύλα. Να δουλέψουμε σοβαρά πάνω της, βάζοντας λίγη Κοινωνιολογία, λίγη Βιολογία, λίγη Λαογραφία, λίγη Γλωσσολογία, μπόλικη κοινή λογική. Όπως κάνουν με τους εξωγήινους στην Επιστημονική Φαντασία. Τίμια τακτική που δεν μπορεί να την μεμφθεί κανείς. Απλά χρειάζεται χώρος σε ένα βιβλίο για παρουσιαστούν και να αναλυθούν όλα αυτά, τόσος χώρος που κινδυνεύει να επισκιάσει την πλοκή του έργου. Εκτός κι αν αυτό είναι το επίκεντρο της πλοκής. Δεν είναι ο τρόπος που σκέφτομαι σαν συγγραφέας και δε νομίζω πως θα πάρω τέτοια κατεύθυνση ποτέ. Σαν αναγνώστης δεν είμαι αρνητικός, αρκεί να μην είναι απλά αφορμή για να δω μια ακόμη ουτοπία ή δυστοπία.

- να μη μιλήσουμε για φυλές, αλλά για λαούς. Ανθρώπους σαν όλους τους άλλους, οι οποίοι έχουν επιλέξει τον απομονωτισμό και μια κοινωνία-κλειστό σύστημα με μηχανισμούς που παρεμποδίζουν την αλλαγή και την διάλυσή της (ιστορικό παράδειγμα: αρχαία Σπάρτη). Στα συν, μιας και μιλάμε για φάνταζυ, μπορούμε να εισαγάγουμε για έναν τέτοιο λαό μικρές βιολογικές διαφορές από την υπόλοιπη ανθρωπότητα, οι οποίες να είναι η αιτία που έχτισαν μια τέτοια κοινωνία και ταυτόχρονα η βοήθεια με την οποία μπορούν να την συντηρούν. Έχω χρησιμοποιήσει τέτοια τακτική σε γραπτά μου, αλλά όχι στους Γιους της Στάχτης.

- να έχουμε, μόνους τους ή μαζί με φυλές στο ίδιο βιβλίο, παράξενους λαούς στους οποίους χωρίζονται οι Άνθρωποι. Να τραβήξουμε αυθαίρετες γραμμές στο χάρτη, χωρίς κάποιο φυσικό όριο όπως βουνό ή ποτάμι και να πούμε «από ‘δω και πέρα ζουν οι μεγαλόσωμοι βουνίσιοι με τις γενειάδες, από την άλλη οι μελαχροινοί και μικρόσωμοι θαλασσινοί». Και να φτιάξουμε πολιτισμούς που θα αφήσουν ιστορία, όπως ο διαρκώς επανεμφανιζόμενος στο κακής ποιότητας φάνταζυ, εκείνος που πιστεύει στην τύχη. Μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι ρίχνουν ζάρια για να πάρουν και την παραμικρή καθημερινή απόφαση. Τις δυο-τρεις πρώτες φορές που το είδα γέλασα – και ήμουν 15 χρονών. Τώρα πια τρομάζω όταν συνειδητοποιώ πως ένας άνθρωπος ικανός να ολοκληρώσει ένα βιβλίο 200 σελίδων με αξιοπρεπή γραφή, βάζει κάτι τέτοιο μέσα και δεν καταλαβαίνει πως είναι ηλίθιο.

- να συνειδητοποιήσουμε ότι οι δυτικοευρωπαίοι το μεσαίωνα όντως δεν έβγαιναν από το χωριό τους, δεν ήξεραν τίποτε για κανέναν άλλον και έπαθαν πολιτισμικό σοκ όταν οι Σταυροφορίες τούς ταξίδεψαν. Αλλά εμείς δεν είμαστε απόγονοί τους. Οι Βυζαντινοί, οι Άραβες, οι Ρώσοι, οι Κινέζοι, οι Ινδοί, είχαν εμπορικές σχέσεις, αντίληψη της ύπαρξης άλλων ανθρώπων με άλλους τρόπους ζωής. Δεν ήξεραν όλες τις λεπτομέρειες, υπήρχαν παρανοήσεις και φήμες και προπαγάνδα και μισαλλοδοξία. Αλλά υπήρχαν και ταξιδιωτικά κείμενα. Όσοι ζούσαν στα σύνορα ή εμπορεύονταν, έρχονταν συχνά σε κάποια επαφή με τους γείτονες, συμπεθέρευαν μάλλον συχνά. Και δυο άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής που γνωρίζονταν μπορούσαν να αλληλοεκτιμηθούν ή η σχέση τους να παραμείνει τεταμένη, όποια κι αν είναι η επίσημη σχέση των πατρίδων τους, όχι όμως γιατί μοιράστηκαν τον ίδιο υπνόσακο στο Δάσος της Λησμονιάς ή επειδή κοντεύει να τελειώσει το βιβλίο και χρειάζεται δραματουργική λύση κάθε ανοιχτού ζητήματος. Σ’ αυτά τα πλαίσια προσπαθώ να κινηθώ στους Γιους της Στάχτης.

Αν πάρεις τους ανθρώπους που όλοι ξέρουμε και τους δώσεις φτερά, τους βάλεις να φοράνε μόνο κόκκινα ρούχα και να ζουν σε μια πόλη-κράτος με τρεις «κάστες», Ευγενείς, Στοχαστές και Τεχνίτες, λες και είναι μυρμήγκια, δεν έχεις μόλις φτιάξει μια νέα φυλή με πολλές προοπτικές. Έχεις φτιάξει μια καρικατούρα. Οι «μη άνθρωποι» θέλουν δουλειά και βάθος, το ίδιο και τα διάφορα έθνη των ανθρώπων. Και δουλειά προς τη σωστή κατεύθυνση με τα σημερινά δεδομένα. Γιατί τον Howard και τον Tolkien δεν μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει ότι δεν ήταν διαβασμένοι ή ότι δεν δούλεψαν τους κόσμους. Αλλά δεν μπορούμε αιωνίως εμείς να «πατάμε» πάνω στη δουλειά τους, τη στιγμή που έχουμε άλλα δεδομένα στη διάθεσή μας.

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009

Σ-Ε-Κ-Σ

Πολύ φάνταζυ είναι από-σεξουαλικοποιημένο. Μπορεί να πηγαίνει πακέτο με τις καταβολές του φάνταζυ, δεν ξέρω: παίζει πολύ ρομάντζο αλλά αξιοσημείωτα λίγο σεξ. Οι άνθρωποι τείνουν να κάνουν [σημαντικά] πράματα για χατίρι των [γαμήλιων] όρκων παρά για χατίρι του γαμ… που ακολουθεί.

Τάδε έφη Cliver Barker εν έτει 1988, σε συνέντευξη για την κυκλοφορία του ‘Υφαντόκοσμου’ (σ.σ. η απόδοση του κειμένου και η λογοκρισία δικές μου).

Ως τότε είχε υπάρξει εξαιρετικά επιτυχημένος συγγραφέας τρόμου, αλλά με το συγκεκριμένο βιβλίο έκανε στροφή προς την Αστική Φαντασία, πορεία που συνεχίζει σταθερά ως σήμερα. Η Αστική Φαντασία είναι υποείδος του Φανταστικού που συχνά πατάει με το ένα πόδι στο φάνταζυ και με το άλλο στον τρόμο. Ο Barker όμως κάνει τον κόπο να συγκρίνει το ύφος του «Υφαντόκοσμου» με το ύφος των έργων του Τόλκιεν, δηλώνοντας έτσι που κατατάσσει ο ίδιος το πόνημά του, αλλά κι ότι θεωρεί (ορθά) όλα τα είδη φάνταζυ ως ενιαίο σύνολο.

Λέει πιο κάτω στη συνέντευξη: «horror fiction is very sexual», ενώ για το φάνταζυ είδαμε ήδη τι λέει…

Δεν μπορώ να τον διαψεύσω. Το ως τώρα έργο μου δε μου δίνει έρεισμα, είμαι κι εγώ από τους «σεμνούς». Είδατε πώς έγραψα τον τίτλο της ανάρτησης; Πολλοί συγγραφείς φάνταζυ δεν θέλουν καν η λέξη «σεξ» να αναφερθεί σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των βιβλίων τους.

Οι παρθένες είναι Παρθένες, άσπιλες και άμωμες. Ο ιππότης όχι απλά δεν έχει βλέψεις προγαμιαίων σχέσεων, δεν κοιτά καν το ντεκολτέ της πριγκίπισσας όταν αυτή σκύβει να εξετάσει το δαχτυλίδι που της προσφέρει – την φαντάζεται όταν είναι μακριά του, δεν την φαντασιώνεται. Ο τυχοδιώκτης μπορεί να αλλάζει τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα, διαφορετική σε κάθε περιπέτεια, αλλά δεν ξεπερνούν ποτέ το παιδαριώδες επίπεδο «Τζέημς Μποντ» (εμφανίζονται με βαθύ ντεκολτέ στο εξώφυλλο και τις περιγραφές, δεν χρειάζεται να κάνει τίποτε το ουσιώδες για να τις κατακτήσει, οι συνευρέσεις γίνονται εκτός σκηνής, όπως κι οι χωρισμοί που είναι πάντα κοινή συναινέσει)∙ σαν να έβαλε κάποιος μια καλλονή να παίξει το ρόλο του πιστού, γραφικού συντρόφου (sidekick), ώστε να καλυφθεί αυτή η ανάγκη και να δηλωθεί ταυτόχρονα ότι ο πρωταγωνιστής είναι πολύ άντρας.

Ο αναγνώστης έχει μάθει περιμένει κάποιου είδους γάμο-φιέστα στο φινάλε. Είναι σύμβολο μετάβασης σε άλλο στάδιο (άρα το βιβλίο μπορεί να κλείσει), είναι ευκαιρία να δεθούν όσα αφηγηματικά νήματα είναι εκκρεμή ακόμη, είναι σύμβολο πως ο ήρωας απέκτησε την ευτυχία που του αναλογεί, είναι κι οι ρίζες του φάνταζυ στα παραμύθια και τη ρομαντική λογοτεχνία – είδη που τυπικά τελειώνουν με το «και ‘ζήσαν αυτοί καλά» του πρωταγωνιστικού ζευγαριού.

Αλλά (εκτός κι αν γράφουμε για παιδιά), δεν μπορούμε να παρουσιάσουμε ένα ουρανοκατέβατο μυστήριο, έναν έρωτα που όλος κι όλος υπήρξε κλείσιμο του ματιού. Πρέπει να αναπτυχθεί το απαραίτητο ρομάντζο. Και να είναι πιστευτό. Χωρίς αισθησιασμό, θα είναι ψυχρό, ελλιπές κι αποστειρωμένο, άρα ψεύτικο, στερούμενο έστω και ελάχιστου ρεαλισμού.

Κι ακόμη κι αν δε θέλουμε τελετές, το σεξ είναι ανάγκη κι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής για όλους. Ακόμη και για τον ερημίτη που προσπαθεί να τιθασεύσει τις ορμές του ή τον παραμορφωμένο που δεν μπορεί να έλξει καμία γυναίκα αλλά νιώθει πόθο. Ο ερωτισμός μπορεί να βοηθήσει στη σκιαγράφησή ενός λογοτεχνικού χαρακτήρα: να μας δείξει πώς συμπεριφέρεται στον/στην σύντροφό του, το πιο κοντινό του πρόσωπο. Είναι εγωιστής και σκέφτεται μόνο τον εαυτό του, βάζει τους άλλους σε μεγαλύτερη προτεραιότητα, έχει μια κρυφή ανθρώπινη πλευρά; Έχει τόση εμμονή με το στόχο που έχει θέσει στον εαυτό του ώστε παραμελεί ως και το έτερόν του ήμισυ; Έχει τόση αδυναμία στο έτερόν του ήμισυ ώστε για χάρη του παραμελεί την αναζήτηση που θα σώσει την ίδια του την πατρίδα;

Από την άλλη, δεν είναι μόνο θέμα συντηρητισμού η απουσία γαργαλιστικών λεπτομερειών. Ειδικά στο επικό φάνταζυ, αναφέρονται συνήθως τόσα πρόσωπα και εκτυλίσσονται τόσο σημαντικά γεγονότα, ώστε δεν υπάρχει διαθέσιμος χώρος και χρόνος για περισπασμούς. Είναι αδύνατο να καλυφθούν όλες οι πτυχές κάθε χαρακτήρα· συχνά δεν ξέρουμε αν κάποιος είναι παντρεμένος, εργένης ή ό,τι άλλο, όπως δεν ξέρουμε κι άλλες λεπτομέρειες που δεν υπάρχει λόγος να κρυφτούν – απλά δε χωράνε! Και θα ήταν έλλειψη ρεαλισμού, όχι αύξησή του, για τους περισσότερους να κάνουν ερωτικές αρπαχτές ενώ τρέχουν να σώσουν τον κόσμο.

Βέβαια, από το 1988 κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Το Φανταστικό – όπως το γουέστερν, το έργο πολεμικών τεχνών, η ταινία εποχής και κάθε άλλη κατηγορία αφηγηματικής τέχνης που έχει να κάνει με ένα στυλιζαρισμένο «Αλλού και Άλλοτε» – όσο τρέφεται με κλισέ και αρχέτυπα, άλλο τόσο τρέφεται και με την ανατροπή τους. Ακόμη περισσότερο, στο Φανταστικό, η αναζήτηση του πρωτότυπου/πρωτόγνωρου είναι σχεδόν αυτοσκοπός. Και σ’ αυτήν την τελευταία εικοσαετία, η τάση σε όλους τους τομείς της Τέχνης είναι να αποδειχθεί πως όλα επιτρέπονται και κανείς «λογοκριτής» δεν μπορεί να μας βάλει χέρι. Πλέον, για κάθε έναν συγγραφέα φάνταζυ που απέχει από την περιγραφή της ερωτικής ζωής των χαρακτήρων του, ένας άλλος συγγραφέας μπαίνει σε λεπτομέρειες για την σεξουαλική ζωή των δικών του, αγγίζοντας τα όρια της «ροζ» λογοτεχνίας (για να μην πω πορνογραφίας).

Όπως σε όλα τα θέματα, και σ’ αυτό κάθε δημιουργός βρίσκει τη δική του ισορροπία, σχετικά με το είναι λίγο και τι πολύ. Ποτέ δε θα ευχαριστήσει κανείς όλους τους αναγνώστες με την επιλογή του, αλλά και ποτέ δε θα τους δυσαρεστήσει όλους.

Αλλά θα ήταν καλό να λάβουμε υπόψη ένα ακόμη θέμα που είχε θίξει ο Barker στη συνέντευξή του:

οι Seerkind [σ.σ. τα «καλά» υπερφυσικά πλάσματα στον ‘Υφαντόκοσμο’] συνουσιάζονται, κλάνουν – είναι κάθε άλλο παρά αγνοί. Αυτό τους κάνει πιο διασκεδαστικούς και αποκρύπτει την τεχνητή διάκριση ανάμεσα στους ηθικά αγνούς και ηρωικούς, από τη μια πλευρά, και τους ολοκληρωτικά καταραμένους, βλάσφημους και ανόσιους, από την άλλη.

Δυστυχώς, η λογοτεχνική «σεξουαλική απελευθέρωση» φαίνεται πως οδήγησε στην αντίθετη κατεύθυνση από την επιθυμητή κι αναμενόμενη. Πολλοί συγγραφείς φάνταζυ καυχώνται πως αγνοούν τους οπισθοδρομικούς (αυτο)περιορισμούς, τη συμβατική ηθική, το κατασκευασμένο. Αλλά τι σημαίνει αυτό στην πράξη για τους περισσότερους;

Πρώτον, οι πρωταγωνιστές είναι εμφανίσιμοι και μεγάλοι εραστές (σε προσόντα και ικανότητες). Ενώ οι ανταγωνιστές τους είναι άσχημοι και/ή φορτώνονται πότε με σεξουαλική ανικανότητα (κυριολεκτική ή μεταφορική), πότε με προτιμήσεις που ο μέσος άνθρωπος θεωρεί αποκλίνουσες (σαδισμός, μαζοχισμός, ομοφυλοφιλία κτλ.). Αν το αγγελικό Καλό και το δαιμονικό Κακό είναι οπισθοδρομικά, η ταύτιση του Κακού με την αναπηρία και την άγνοια, πώς να χαρακτηριστεί; Πόσους αιώνες πίσω μας πάει; Πόσο τεχνητή είναι;

Δεύτερον, οι χαρακτήρες ξεκινάνε και διαλύουν σχέσεις με μια ελαφρότητα που είναι εντελώς ασυνεπής με τη δομή της κοινωνίας που περιγράφεται στα βιβλία κατά τα άλλα – στυγνή μεταφορά της σημερινής ηθικής (που δεν είναι η χτεσινή, αλλά δεν είναι και η αυριανή) σε έναν άλλο τόπο και χρόνο. Και ελάχιστοι συγγραφείς βάζουν το μυαλό τους να σκεφτεί, ώστε να δουν πως θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τέτοιες καταστάσεις για να δημιουργήσουν ανταγωνισμούς και πικρίες, συγκρούσεις μέσα στην ίδια παράταξη, ή μικροπρεπείς λόγους έχθρας ανάμεσα στις αντίπαλες παρατάξεις. Οπότε χάνεται η ευκαιρία να βγει κάτι ρεαλιστικό απ’ αυτό. Και τι μένει; Το σύνδρομο «Τζέημς Μποντ», απλά με τις συνευρέσεις επί σκηνής.


Είναι καλό να ξέρει κανείς τι θέλει να γράψει, καθώς και τις παγίδες στις οποίες δε θα ήθελε να πέσει, τα λάθη των προκατόχων του. Αλλά όταν θέτει σαν μόνο στόχο την πλήρη αντιστροφή ενός προτύπου, δεν πετυχαίνει τίποτε. Μαζί με τα αρνητικά, πετάει στα σκουπίδια και τα καλά.


[Ευχαριστώ πολύ τους φίλους που σχολίασαν τη μοναδική τολμηρή σκηνή του Κορακιού και με βοήθησαν να σκεφτώ τα παραπάνω]

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2009

Ηρωική Φαντασία ή Επική Φαντασία

Άλλο ένα δίλημμα που είναι της μόδας τελευταία και μπορούμε να το ανάγουμε στο δίπολο Tolkien-Howard. Ηρωικές πράξεις που επηρεάζουν τη μοίρα όλου του κόσμου ή οι συναρπαστικές περιπέτειες ενός τυχοδιώκτη που στηρίζεται μόνος στις ικανότητές του;

Η διαφορά δεν έγκειται στη σοβαρότητα της προσέγγισης. Η Επική Φαντασία μπορεί να είναι ανάλαφρη ή και αφελής, παιδαριώδης. Η Ηρωική Φαντασία μπορεί να είναι σκοτεινή και απαισιόδοξη, ένα είδος νουάρ. Είναι περισσότερο ζήτημα κλίμακας.

Η Επική Φαντασία τείνει προς τη μεγάλη κλίμακα. Κάστρα, ίντριγκες σε επίπεδο κρατών, στρατιές που συγκρούονται, πολιτισμοί και θρησκείες. Χρειάζονται πολλά πρόσωπα για να τα δείξεις όλα αυτά σε βάθος, να τα αναπτύξεις και να νιώσει ο αναγνώστης πως είναι «μέσα», αθέατος παρατηρητής της Αυλής, της πρώτης γραμμής στη μάχη, της σφαγής των αμάχων σε μια λεηλατούμενη πόλη.

Η Ηρωική Φαντασία τείνει στη μικρή κλίμακα, στο τοπικό και στο σύντομο. Ακόμη κι αν διακυβεύεται το ποιος θα καθίσει στο θρόνο ή αν θα απελευθερωθεί ο παντοδύναμος και μοχθηρός δαίμονας, η πλοκή μπορεί να χωράει μέσα σε μια νύχτα ή μέσα σε ένα παλάτι, ένα ερημονήσι, έναν τύμβο. Άλλες φορές πάλι, η Ηρωική Φαντασία είναι ένα καλειδοσκόπιο εικόνων, τόπων και στιγμών, ας πούμε ένα κυνηγητό από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη. Και πάλι, όμως, η οπτική της είναι περιορισμένη. Η «κάμερα» ακολουθεί έναν μόνο πρωταγωνιστή ή έστω μια μικρή ομάδα.

Κάποιος μπορεί να γελαστεί και να πει πως η Ηρωική Φαντασία είναι πιο εύκολη, χρειάζεται λιγότερη δουλειά και δεν είναι ανάγκη να αναπτυχθεί τόσο ο κόσμος στον οποίο θα διαδραματιστεί. Λάθος, φυσικά. Αν μιλήσουμε για δυο κείμενα του ιδίου μεγέθους, είναι δυνατόν να έχουν διαφορετικό βάθος και λεπτομέρεια; Πώς θα γεμίσουν 70.000 λέξεις; Απλά, εκεί που ο συγγραφέας ενός έργου Επικής Φαντασίας έχει αποφασίσει να ζωντανέψει λαούς και οργανώσεις και θρησκείες, να δώσει την αίσθηση μια κοινωνικής ομάδας και τις σκέψεις-αισθήματα των μελών της, ο συγγραφέας ενός έργου Ηρωικής Φαντασίας προτίμησε να προσπαθήσει να ζωντανέψει χρώματα και μυρωδιές και υφές, όλα όσα φοράνε και χρησιμοποιούν και δημιουργούν οι κάτοικοι του κόσμου που πλάθει. Αν υπάρχει κάποια αντικειμενική διαφορά είναι πως η Επική Φαντασία δε χωρά σ’ ένα διήγημα, ενώ η Ηρωική Φαντασία μπορεί να απλωθεί και να γεμίσει και ένα μυθιστόρημα, ενώ τα διηγήματα είναι ο φυσικός της χώρος.

Κι εγώ που στέκω, λοιπόν;

Δεν κρύβω ότι προτιμώ μακράν τον Howard από τον Tolkien. Οι καταβολές μου είναι στην Ηρωική Φαντασία. Με τέτοιου είδους διηγήματα ξεκίνησα. Από την άλλη, η πολυπρόσωπη προσέγγιση την οποία δυσκολεύομαι να αποχωριστώ είναι καταλληλότερη για την Επική Φαντασία. Κάθισα να γράψω το «Κοράκι σε Άλικο Φόντο» έχοντας κατά νου κάτι σε πολύ μεγάλη κλίμακα. Αλλά δεν ήξερα πώς να το ξεκινήσω, ήταν το πρώτο μου μυθιστόρημα. Εντάξει, λέω, θα βάλω έναν στρατιωτικό κι έναν πολιτικό σαν ήρωες, θα πιάσω όλες τις οπτικές.

Και μετά το ξανασκέφτομαι και λέω, ο στρατιωτικός θα μπλέκει σε μεγάλες μάχες, θα είναι διοικητής. Μπορώ να βάλω κι έναν απλό στρατιώτη, αλλά και πάλι θα μιλάμε για το ίδιο πράγμα από άλλη οπτική γωνία. Εγώ ξέρω να γράφω για ήρωες που πάνε μόνοι τους και αντιμετωπίζουν τέρατα ή κάνουν άλλα κατορθώματα. Γιατί να μη βάλω κι έναν τέτοιο; Μέσα στα πλαίσια ενός ολόκληρου κόσμου, δεν είναι εφικτό να υπάρχουν και κάποιοι των οποίων η ζωή θα είναι ένα είδος Ηρωικής Φαντασίας; Μου άρεσε αυτή η ιδέα και την κράτησα.

Οπότε δεν έχω ιδέα πού να κατατάξω το βιβλίο μου.

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009

Πόση κοσμοπλασία;

Κοσμοπλασία (εκ του αγγλικού worldbuilidng) αποκαλούμε τη διαδικασία του σχεδιασμού ενός φανταστικού κόσμου που θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε σαν σκηνή για το έργο μας, αλλά το αποτέλεσμά της (το οποίο μπορεί να είναι χάρτες, σκόρπιες σημειώσεις, ολόκληρο βιβλίο ή να υπάρχει μόνο μέσα στο μυαλό του συγγραφέα, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι η περιγραφή του προαναφερθέντος κόσμου).

Υπάρχουν δυο άκρα στα οποία μπορεί κανείς να φτάσει και τα αντιπροσωπεύουν οι δυο πατέρες του φάνταζυ, ο Robert E. Howard και ο J.R.R. Tolkien, οι οποίοι είναι τα δυο άκρα του φάσματος και με πολλούς άλλους τρόπους.

Στην κατά Tolkien λογική, όλα είναι γνωστά εκ των προτέρων. Πριν ξεκινήσει καν να γράφεται το λογοτέχνημα, σχεδιάζεται κόσμος, με τη γεωγραφία του, τους λαούς του (ο καθένας με τη γλώσσα και τα έθιμά του), αλλά και ολόκληρη η ιστορία από τη δημιουργία του πλανήτη ως το «παρόν» (την αφετηρία της πλοκής). Μάλιστα, στο ίδιο το έργο του Tolkien (στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών), τολμώ να πω ότι η κοσμοπλασία (το Σιλμαρίλλιον) κυριαρχεί πάνω στο βιβλίο και γίνεται ένα είδος «εγχειριδίου χρήσης», χωρίς το οποίο ο αναγνώστης δεν έχει πρόσβαση σε όλες τις δυνατότητες του «προϊόντος»

Στην κατά Howard λογική, υπάρχει μια γενική εικόνα για τον κόσμο και χρησιμοποιείται κατά βούληση. Κάθε καινούρια ιστορία προσθέτει στοιχεία στον κόσμο (δηλαδή η κοσμοπλασία είναι ταυτόχρονη με τη συγγραφή), χωρίς να αναγκάζεται να περιοριστεί σε πλαίσια ορισμένα από πριν. Μπορεί κανείς να γράφει ακόμη και τις ιστορίες με τη σειρά που τις σκέφτεται κι όχι με τη σειρά που συμβαίνουν (έτσι έκανε ο Howard κι ο αναγνώστης μπορεί επίσης ν’ ακολουθήσει όποια σειρά προτιμά και να τις απολαύσει ανεξάρτητα τη μια από την άλλη). Υπάρχει βέβαια ο κίνδυνος αντιφάσεων ή κενών, ιδεών που ο συγγραφέας ποτέ δε θα κατορθώσει να στριμώξει σε κάποιο κείμενο ή να εξηγήσει επαρκώς, καθώς και έλλειψης ομοιογένειας.

Φυσικά, κάθε συγγραφέας δουλεύει με τον τρόπο που ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία και τον τρόπο σκέψης του.

Εγώ τείνω περισσότερο προς την κατά Howard προσέγγιση. Είμαι μεθοδικός. Αν θέλω να φτιάξω έναν χαρακτήρα που να είναι «περσοειδής», θα ψάξω για τους Πέρσες, θα δω και τη γλώσσα τους, δε θα πάρω το πρώτο όνομα βασιλιά που βρήκα μπροστά μου. Αλλά μου φαίνεται λίγο χαμένος χρόνος να κάτσω να γράψω πρώτα την «εγκυκλοπαίδεια της Πλάσης», τη στιγμή που εικόνες και εμπνεύσεις βράζουν στο μυαλό μου, με παρακαλούν να τις κάνω ιστορία. Σε στιγμές μεγάλου οίστρου, μπορεί να καθίσω να γράψω και αν μου προκύψουν χαρακτήρες ολοκαίνουριοι, να τους αποκαλώ στο κείμενο ΧΧ, ΥΥ κοκ. Ομοίως και για τοποθεσίες. Αργότερα, που δε θα έχω πια το δαιμόνιο της έμπνευσης καβάλα στην πλάτη να με μαστιγώνει, μπορώ να βρω αυτά τα σημαδάκια και να τα μετατρέψω σε ταιριαστά ονόματα ή τοπωνύμια.

Επίσης, να πάνω στο γράψιμο μού βγει κάτι που δεν το είχα σκεφτεί, μια ανατροπή στην πλοκή ή μια ιδέα για το υπόβαθρο που μου φαίνεται αξιόλογη ή ακόμη και μια αλλαγή στο πώς/ποιος είναι ένα πρόσωπο, αρκεί να αλλάξω το κείμενό μου ως εκείνο το σημείο για να την ενσωματώσω στο βιβλίο. Δε χρειάζεται να πειράξω και κάποιου είδους «βίβλο» η οποία περιλαμβάνει όλο το υπόβαθρο του έργου μου (ο όρος «βίβλος» χρησιμοποιείται για την καταγραφή των λεπτομερειών – προσώπων, καταστάσεων, εξελίξεων – στις οποίες βασίζεται μια τηλεοπτική σειρά). Βέβαια, βοηθάει να έχει κανείς μνήμη ελέφαντα και να γράφει με βάση μια αδρή πλοκή, χωρίς να κάνει πρώτα λεπτομερή προσχέδια για την ακολουθία των γεγονότων ως το τέλος.

Επίσης, είμαι διστακτικός ως προς το να στύψω το μυαλό μου για να δημιουργήσω ένα σωρό πράγματα από τα οποία μόνο μερικά θα μπορέσω να αξιοποιήσω στα πλαίσια του βιβλίου. Σίγουρα μπορεί κανείς να εντυπωσιάσει το κοινό και με αυτή του τη δουλειά, αν την κάνει καλά (ο Tolkien που λέγαμε, έχει δοξαστεί όσο κανείς άλλος για το υπόβαθρο του κόσμου του, και περισσότερο γι’ αυτό, παρά για την ίδια την πλοκή που δημιούργησε!) Αλλά και πάλι μου φαίνεται παραλογοτεχνικό. Σίγουρα είναι ένα είδος τέχνης η κοσμοπλασία, αλλά δεν είναι η τέχνη που εξασκώ εγώ, η τέχνη του λόγου. Πιστεύω πως αν κάνω σωστά τη δουλειά μου, η Πλάση θα βγαίνει το ίδιο ζωντανά στα μάτια του αναγνώστη, χωρίς να χρειάζομαι ένα δεύτερο επεξηγηματικό κείμενο και χωρίς να μπορεί – ούτε και να χρειάζεται – κανείς να μαντέψει αν χρησιμοποίησα «βίβλο», σημειώσεις ή οτιδήποτε άλλο (Δείτε κι εδώ για μια παρόμοια άποψη, δοσμένη απλούστερα)

Enter Ozzo (ο χαρτογράφος μου, για όσους δεν το θυμούνται).

Ξεκίνησε μια καινούρια εκδοχή του χάρτη (το μόνο που θα πω προς το παρόν είναι πως ό,τι έχετε δει ως τώρα ωχριά). Ο άθλιος σαδιστής, αντί να μου δίνει τακτικά δείγματα, μου έλεγε: «έχω τρία βουνά και δυο ποτάμια στην τάδε χώρα, δώσε μου ονόματα». Έτρεχα εγώ, να δω πώς θα έλεγαν οι νανταρινοί το βουνό δίπλα στην πρωτεύουσά τους. Και μετά, «έχω μια κωμόπολη, γιατί ήταν πολύ άδεια η ακτογραμμή». Πάλι τρέξιμο εγώ. «Στείλε μου σχόλια που θα έβαζε ο χαρτογράφος εδώ κι εκεί». Ποιος χαρτογράφος;

Αλλά όταν είδα το αποτέλεσμα (αφού μάζεψα το σαγόνι μου που είχε φτάσει στο πάτωμα), μπήκα κι εγώ στο παιχνίδι: «εδώ έχουμε μια μεγάλη περιοχή στην οποία τίποτα δεν είναι ονοματισμένο», «εδώ έχεις ένα τεράστιο ακρωτήριο, δε θα το έλεγαν κάπως;», «εδώ αυτό το πέρασμα στα βουνά μοιάζει σημαντικό».

Κι άρχισα να διασκεδάζω πραγματικά. Γιατί αυτό το ονόμασα έτσι; Τι έγινε εκεί πιο παλιά; Και δε μιλάμε για θεωρητικά πράγματα. Μιλάμε για ΙΔΕΕΣ. Ιδέες για τα υπόλοιπα μυθιστορήματα, ιδέες για το prequel που ελπίζω μια μέρα να μπορέσω να γράψω. Ιδέες για παράπλευρα κείμενα, σαν τα παραμύθια που σηκώνω εδώ στο ιστολόγιο. Επέλεξα κι ένα από τους ήδη υπάρχοντες χαρακτήρες μου ως υποτιθέμενο σχεδιαστή του χάρτη και προσάρμοσα τα σχόλια στο σκεπτικό του. Μ’ αρέσει αυτός ο τρόπος δουλειάς, είναι η δική μου τέχνη, η τέχνη του λόγου.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2009

Ονοματολογία

Τώρα πια θα έχετε καταλάβει όλοι το είδος των ονομάτων που δίνω στους χαρακτήρες μου.

Πριν χρόνια, χρησιμοποιούσα όπως όλοι ένα είδος λογοπλασίας και δημιουργούσα ονομασίες όπως «Ελμάριαλ». Προσπαθούσα να πιάσω έναν ήχο που με κάποιο τρόπο να θυμίζει το πρόσωπο, ώστε να βοηθώ τον αναγνώστη και στην απομνημόνευση (για σκεφτείτε, πόσες τέτοιες λέξεις πρέπει να αποστηθίσει κανείς προσωρινά για να μπορέσει να απολαύσει ένα μυθιστόρημα φάνταζυ με το συνήθη μεγάλο αριθμό σελίδων;)

Μου έλεγαν πως έχω χάρισμα σ’ αυτό. Αλλά εμένα κάτι δε μου άρεσε στην όλη υπόθεση. Οι χαρακτήρες μου μιλούσαν ελληνικά, έκλιναν όλες τις λέξεις, όχι όμως και τα ίδια τους τα ονόματα! Ο Ελμάριαλ, του Ελμάριαλ, τον Ελμάριαλ… Εντάξει, το έχουμε συνηθίσει σαν αναγνώστες. Δε γίνεται όμως λίγο γελοίο όταν το όνομα συνοδεύεται από έναν χαρακτηρισμό ο οποίος κλίνεται ενώ το ίδιο όχι; Ο μυστηριώδης Ελμάριαλ, του μυστηριώδους Ελμάριαλ, τον μυστηριώδη Ελμάριαλ…

Και, στην τελική, τι σημαίνει «Ελμάριαλ»; Ο αγγλόφωνος συγγραφέας είναι συνηθισμένος σε μια κοινωνία στην οποία δεν έχει ιδέα ποιο ήταν το αρχικό νόημα του ονόματος του γείτονά του, το οποίο μπορεί να είναι λατινικό, κελτικό, γερμανικό, ισπανικό, σλαβικό… Κληροδότημα μιας γλώσσας ξένης, μπορεί και νεκρής. Ο αναγνώστης, και να θέλει να δει τι σημαίνει, πρέπει να αφήσει το βιβλίο κατά μέρος, να πιάσει μια εγκυκλοπαίδεια. Ο Έλληνας, από την άλλη, εκτός από τα λίγα λατινικά και ιουδαϊκά δάνεια, ακούγοντας ένα όνομα στον περίγυρό του, διαθέτει άμεσα κι έναν νοηματικό συνειρμό. Μη μου πείτε ότι δεν ξέρετε τι σημαίνει Ελευθέριος, Νικόλαος ή Ειρήνη;

Ίσως είναι θέμα αισθητικής.

Πάντως, λίγο πριν ξεκινήσω τους Γιους της Στάχτης, έκανα το μεγάλο βήμα. Έγραψα μια νουβέλα στην οποία ακολούθησα τη μόνιμή από τότε σύμβασή μου:

- Ο «βασικός» λαός μιλάει ελληνικά και οι άνθρωποί του έχουν ονόματα που να σημαίνουν κάτι στη γλώσσα μας (π.χ. Πολυνέφων, Ροδάνθη, Χαρίτιμος, Περίκλεια)
- Τα ονόματα των ξένων τα φτιάχνω με τον «παραδοσιακό» φάνταζυ τρόπο. Αλλά οι «ελληνόφωνοι» τα κακοποιούν, τους κοτσάρουν μια κατάληξη και τα κάνουν να κλίνονται, όπως συνέβαινε στην Ελλάδα από τα αρχαία χρόνια ως τον 19ο αιώνα. Μάλιστα, αν υπάρχει κάποια ομοιότητα συλλαβών με υπαρκτή ελληνική λέξη, αυτή προτιμάται. Για παράδειγμα, ο ξένος ηγεμόνας Κουαραβάσα είναι γνωστός στους Αιγλωείς ως Χοραβάσης. Και ο λαός του, οι Δαϊτούν, είναι γνωστοί ως Δηώτες.

Αν ενδιαφέρεται κανείς να πειραματιστεί με παρόμοιο τρόπο, ας τον προειδοποιήσω πως δεν λείπουν τα προβλήματα. Από τη μια, όνομα βασισμένο σε χαρακτηριστικά που δεν είναι ορατά σε ένα βρέφος, είναι προφανές ότι αποτελεί παρωνύμιο που δόθηκε στο χαρακτήρα (ή το επέλεξε μόνος του!) όταν μεγάλωσε. Από την άλλη, τα όμορφα ονόματα τείνουν να είναι τετρασύλλαβα ή πεντασύλλαβα κι αυτό παραπέμπει στην ανάγκη για υποκοριστικά (ζήτημα που εγώ δεν έχω λύσει ακόμη…) Τέλος, δεν υπάρχουν ημίμετρα: δεν γίνεται οι μισοί ντόπιοι στο βιβλίο να έχουν ελληνικά ονόματα, όποτε ο συγγραφέας έχει έμπνευση να βρει κάτι, και οι άλλοι μισοί να λέγονται «Χρουμφ» και «Μπουμπλ» και ότι άλλο του κατέβει (εκτός αν δοθεί μια πειστική εξήγηση, όπως μακροχρόνια ξένη κατοχή που άφησε ίχνη στην τοπική γλώσσα).

Βέβαια, δίνεται στο συγγραφέα περιθώριο να παίξει, στα ίδια πλαίσια. Να δημιουργήσει ενδιαφέρουσες καταστάσεις από τις δυσκολίες της γραφής. Κάποιος χαρακτήρας μπορεί να κληρονόμησε ένα πολύ αταίριαστο όνομα από τον παππού του (π.χ. ένας Λεωσθένης = «δυνατός σαν λιοντάρι», ο οποίος είναι πολύ αδύναμος σωματικά). Κάποιος άλλος μπορεί να φέρει ένα βαρύ όνομα που συνοψίζει τις προθέσεις/ελπίδες εκείνων που τον ανέθρεψαν (π.χ. ένα Κλέαρχος, ο οποίος έχει διδαχτεί από τους γονείς του να αναζητά το κλέος, τη δόξα δηλαδή, για να τιμήσει την οικογένεια).

Αν έχει μέλλον όλη αυτή η ιδέα στο ελληνικό φάνταζυ, δεν μπορώ να ξέρω. Αλλά είναι μια δυνατότητα που μας δίνει η γλώσσα μας σε σχέση με τις άλλες γλώσσες και δε βλέπω το λόγο να μην την εκμεταλλευτούμε.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

Ήρωες και κομπάρσοι

Έγραψα στην τελευταία δημοσίευση πως η διάκριση χαρακτήρων σε «πρωταγωνιστές» και «δευτερεύοντες» είναι αντίθετη στην όλη σύλληψη των «Γιων της Στάχτης».

Όταν πήρα τη θαρραλέα απόφαση να καταστρώσω μια σειρά βιβλίων φάνταζυ, κάπου στο 2001, είχα ήδη αρχίσει να συνειδητοποιώ πως αποτελεί σημαντικό μέρος της τεχνικής μου η χρήση πολλών προσώπων και η παράθεση/αντιπαράθεση απόψεων και οπτικών.

Και ήρθε η συζήτηση με ένα φίλο, εξαιρετικά ταλαντούχο συγγραφέα φαντασίας, με έντονους προβληματισμούς ως προς τη θεωρητική πλευρά της γραφής και του σχεδιασμού πλοκής.

Εκείνο τον καιρό μας απασχολούσε η φύση του κεντρικού χαρακτήρα τον οποίο ακολουθεί η δράση. Είχαμε καταλήξει πως υπάρχουν δυο κύριες σχολές στο είδος. Ο μοναχικός ήρωας από τη μια, η «συντροφιά ετερόκλητων χαρακτήρων» από την άλλη.

Ρωτάω, λοιπόν, μια μέρα το φίλο μου, τι γράφει αυτόν τον καιρό. Και μου λέει «Φάνταζυ», οπότε τον ρωτάω τι είναι αυτή τη φορά ο ήρωάς του, μάγος, πολεμιστής, κάτι άλλο, ολόκληρη ομάδα; Και μου απαντάει: «Δεν έχει ήρωα. Σκέψου κάτι σαν την επανάσταση του ’21. Ένας μεγάλος πόλεμος σε πολλά μέτωπα, που για να κερδηθεί πρέπει διάφοροι να παίξουν το ρόλο τους. Άλλοι κερδίζουν μάχες, άλλοι χάνουν, άλλοι γίνονται ήρωες, άλλοι προδίδουν, άλλοι εμφανίζονται από το πουθενά, άλλοι έχουν μια επιτυχία και μετά τίποτα, άλλοι σκοτώνονται, ο καθένας έχει δικά του κίνητρα και απόψεις, σκοτώνονται και μεταξύ τους χωρίς να υπάρχει κάποιος πάνω απ’ όλους να τους συντονίσει».

Αυτή είναι μια αρκετά καλή περιγραφή της επανάστασης.

Εντάξει, εγώ δεν έχω το θάρρος να καταπιαστώ με κάτι τόσο δύσκολο. Δεν ξέρω αν θα κατόρθωνα να διατηρήσω το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ένιωθα την ανάγκη να αφιερώσω περισσότερο κείμενο σε ένα μικρό αριθμό χαρακτήρων, να τους χρεώσω περισσότερες πράξεις απ’ ότι στους υπόλοιπους, για να μπορέσω να δουλέψω.

Αλλά το μυαλό μου πήρε μπρος. Γιατί να υπάρχει οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα στους κεντρικούς χαρακτήρες του τύπου «αχ, τώρα που εμείς ψάχνουμε το μαγικό σπαθί, βαστάει άραγε ο φίλος μας που τον στείλαμε να υπερασπίσει το πέρασμα απέναντι στις ορδές του Σκότους»; Εδώ που τα λέμε, γιατί να γνωρίζονται καν; Να το πάμε ένα βήμα παραπέρα: γιατί να ξέρουν καν ο ένας την ύπαρξη του άλλου; Δεν είναι πολύ στημένες οι κοινές αφετηρίες και οι διάφοροι συνεκτικοί χαρακτήρες που βολοδέρνουν από το ένα κομμάτι της ομάδας στο άλλο χωρίς πειστικό λόγο;

Και τι πάει να πει «πιστός σύντροφος»; Δεν έχει δικά του «θέλω» ο βοηθός ενός πρωταγωνιστή; Υπάρχει μόνο για να προχωράει η πλοκή στα δύσκολα σημεία, να γίνεται γραφικός και να γεμίζουν πού και πού σελίδες με το παρελθόν του που έρχεται ουρανοκατέβατο να τον στοιχειώσει ξαφνικά και να ικανοποιήσει τυχόν απορίες του αναγνώστη; Ή όταν θέλουμε να δείξουμε πώς είδε ένα σημαντικό γεγονός ο τυχαίος στρατιώτης μέσα στο πλήθος, δημιουργούμε έναν ξαφνικά, τον ψυχογραφούμε όσο πιο καλά μπορούμε, τον βάζουμε να σκέφτεται την αρραβωνιαστικιά του για να συγκινηθεί ο αναγνώστης και μετά τον σκοτώνουμε και πάμε παρακάτω; Πού είναι η εξέλιξη, το βασικό όχημα του δράματος; Η αίσθηση ότι η ιστορία έχει μια αρχή, ένα τέλος και μια πορεία που τα συνδέει; Ότι δεν είναι απλώς η απεικόνιση μιας στατικής στιγμής ξεκομμένης από το χρόνο; Όχι μόνο για τους «ήρωες», αλλά για όσο περισσότερα άτομα είναι δυνατόν, έστω κι αν η αρχή και το τέλος της δεν είναι πάντα η αρχή και των τέλος των ίδιων της σειράς των βιβλίων.

Αυτό είναι ένα ακόμη στοίχημα των «Γιων», πέρα από την ελληνικότητά τους.


[Και για όσους αναρωτιούνται: απ’ όσο ξέρω, ο φίλος μου δεν έγραψε πάνω από 30-40 σελίδες πάνω στην ιδέα του]

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2008

Η Βασιλεία Αιγλωέων

Οι Αιγλωείς, το έθνος στο οποίο ανήκουν οι περισσότεροι χαρακτήρες στους "Γιους της Στάχτης", αποκαλούν "Πλάση" τον κόσμο στον οποίο ζουν.

Η χώρα τους λέγεται "Βασιλεία Αιγλωέων". Σ' αυτή διαδραματίζονται σχεδόν όλα τα γεγονότα του πρώτου βιβλίου. Ο παρακάτω χάρτης απεικονίζει τη γεωγραφία της (δια χειρός του φίλου μου του Ozzo - κάντε κλικ πάνω στην εικόνα για να τη δείτε σε πλήρες μέγεθος):



Όχι κι άσχημα, αν υπολογίσει κανείς ότι είναι η "πρόχειρη" έκδοση που φτιάχτηκε λίγο βιαστικά για να προλάβω να στείλω το χειρόγραφο σε εκδότη. Λείπουν λεπτομέρειες όπως το υπόμνημα, αλλά μη μου πείτε ότι δεν είναι για χάζεμα. Πιάνει το χέρι του Ozzo, έτσι;

Κατά τα άλλα, θα προσέξατε μια ομοιότητα ανάμεσα στη Βασιλεία Αιγλωέων και σε περιοχές του πραγματικού κόσμου. Σε καμία περίπτωση οι "Γιοι της Στάχτης" δεν έχουν να κάνουν με (παραλλαγμένα) ιστορικά γεγονότα. Δεν πρόκειται για βιβλία στα οποία θα δείτε π.χ. την Κωνσταντινούπολη να πολιορκείται από ένα λαό όμοιο με τους Τούρκους (ανεξάρτητα τι όνομα θα του είχα δώσει) και στο τέλος να γλιτώνει - ούτε και να αλώνεται, βέβαια. Το "Κοράκι σε άλικο φόντο" δεν είναι ιστορικό ή ψευδοϊστορικό μυθιστόρημα.

Η πλοκή των "Γιων της Στάχτης" είναι εντελώς φανταστική. Ούτε πιθανή, ούτε "εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα".

Επίσης, η ομοιότητα ανάμεσα στις κοινωνικές και άλλες δομές της Βασιλείας Αιγλωέων και σ' εκείνες του παρελθόντος μας, έχει σα μοναδικό στόχο να παραχθεί φάνταζυ το οποίο να αξιοποιεί τη δική μας παράδοση κι όχι εκείνη της δυτικής Ευρώπης που χρησιμοποιείται συνήθως στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος.

Είχα πει παλιότερα σε μια λίστα συζήτησης Ελλήνων συγγραφέων του φανταστικού: "Γιατί να είναι ιππότης ο ήρωάς μας κι όχι ακρίτας, γιατί να φορά τουνίκα κι όχι σωκάρδι, γιατί να πολεμά με 'δίχειρη σπάθα' κι όχι με απελατίκι;"

Κι αυτό προσπάθησα να υλοποιήσω. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο.