Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

Οι Περιφέρειες - Ανθρακίας

Οι Ανθρακιώτες μπορούν να υπερηφανεύονται για πολλά: για του εξαίρετους μηχανικούς, τα πυκνά δάση, τα πολλά ορυχεία. Αλλά πιο πολύ καμαρώνουν που διεκδικούν την ίδια καταγωγή με το Λεωσθένη, το δημοφιλέστερο λαϊκό ήρωα της Βασιλείας Αιγλωέων, νικητή ξένων εχθρών, ντόπιων τυράννων και κάθε είδους τεράτων. Στους τελευταίες δυο εκατονταετίες, οι ιστορίες γύρω απ' αυτό το μυθικό πρόσωπο έχουν γίνει τόσο πολλές κι έχουν διαδοθεί τόσο ευρέως στη Βασιλεία Αιγλωέων, ώστε έχουν απορροφήσει και αφηγήσεις κατορθωμάτων πολύ παλιότερες, οι οποίες απέδιδαν τα γεγονότα σε άλλους ήρωες.


Πώς ο Λεωσθένης βρήκε το ρόπαλο και τη γυναίκα του

Σαν γίνηκε δώδεκα χρονώ ο Λιοσθένης, έπιασε το δρόμο να δει τον κόσμο και να ‘βρει την τύχη του. Ήτανε κιόλα πιο χεροδύναμος απ’ τους αργάτες του χωριού, το χέρι του δε λάθευε με σπάθα για με κοντάρι για με σαΐτα, στα αινίγματα δεν τον κάνανε καλά οι γερόντοι.

Εκεί που διάβαινε, βρήκε τη στράτα κλεισμένη, τι είχε σειστεί η γης κι είχανε κυλήσει κοτρώνια μεγάλα σα μυλόπετρες από τη ράχη. Αντί να κάμει πίσω, το παιδί έφτυσε τα χέρια του και τα ‘τριψε και πιάνει να δίνει γρόθους. Μια ‘δω, μια ‘κει, χαλίκι γίνουντο οι βράχοι, τρύψαλα. Όσο να μεσημεριάσει και να παραϊδρώσει, είχε ανοίξει τόπο να περνάει ολάκερο κάρο. Κι από τα πουλιά και τα ζα που το είδανε, μαθεύτηκε σ’ όλο τον τόπο το κατόρτωμα, ως πέρα στα νησά.

Πάει μονάχος, παρακάτου συναντάει έναν ποταμό που κατέβαζε πάγο από το βουνό. Μες στο κρύο το νερό, περίμενε μια αρκούδα κι άρπαζε – χραπ! – τα ψάρια που διαβαίνανε και τα κατέβαζε αμάσητα. Στάθη ο Λιοσθένης και τη θάμαζε τι ογλήγορη που ήτανε.

«Γεια χαρά σου, κυρά αρκούδα», τη χαιρέτησε. «Καλή και άξα είσαι».

«Άξα είμαι», τον αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξος είν’ εκείνος που τρίφτει την πέτρα με το χέρι».

«Εγώ είμαι», της φανερώθη. «Έρχεσαι κοντά μου που ταξιδεύκω;»

«Αμ δεν έρχομαι;»

Πάνε κι δυο αντάμα, παλικάρι κι αρκούδα, παρακάτου συναντάνε τράφο και σταθήκανε να ξεδιψάσουνε. Δεν προκάμανε να σκύψουνε και σα μια σκιά να πέρασε σιμά τους και κρύωσε ο σβέρκος τους. Κι άξαφνα, να ο έλαφος με τα κέρατα να πίνει πριχού από δαύτους. Είδανε και θαμάξανε πως έτρεχε σαν τον αέρα.

«Γεια χαρά σου, κυρ έλαφε», τον χαιρέτησαν. «Καλός και άξος είσαι».

«Άξος είμαι», αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξα είν’ εκείνη που πιάνει και τρώει ζωντανό το φαΐ της».

«Εγώ είμαι», του φανερώθη η αρκούδα. «Έρχεσαι κοντά μας που ταξιδεύκουμε;»

«Αμ δεν έρχομαι;»

Πάνε κι τρεις αντάμα, παλικάρι, αρκούδα και έλαφος, παρακάτου συναντάνε λαγούμι. Και μια αλουπού έσμπρωχνε ένα μακρύ ξύλο μέσα και το κούναγε, να φαίνεται σαν να χαρχάλευε με τα νύχια της. Ώσπου ο πόντικας βγήκε σκιαγμένος από την άλλη τρύπα του σπιτικού του κι έπεσε στο στόμα της που τον παραμόνευε. Είδανε και θαμάξανε την πονηριά της.

«Γεια χαρά σου, κυρά αλουπού», τη χαιρέτησαν. «Καλή και άξα είσαι».

«Άξα είμαι», αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξος είν’ εκείνον που δεν τον προκάνω να τον βρω για να τον γελάσω».

«Εγώ είμαι», του φανερώθη ο έλαφος. «Έρχεσαι κοντά μας που ταξιδεύκουμε;»

«Αμ δεν έρχομαι;»

Πάνε κι τέσσαροι μαζί, παλικάρι, αρκούδα, έλαφος κι αλουπού, παρακάτου συναντάνε ένα στρουθί που πέταγε ψηλά. Μεσ’ από τα σύγνεφα πρόβαλ’ αϊτός και το άδραξε με τα νύχια. Έπεσε αντίθετα με τον ήλιο ο ήλιος κι ούτε ο ίσκιος του δεν πρόκαμε να τον προδώσει. Είδανε και θαμάξανε τι προσεχτικός που ήτανε.

«Γεια χαρά σου, κυρ αϊτέ», τον χαιρέτησαν. «Καλός και άξος είσαι».

«Άξος είμαι», αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξα είν’ εκείνη που τη βλέπει ο κυνηγημένος και πάλι απ’ την πονηριά της δε βρίσκει τρόπο να γλιτώσει».

«Εγώ είμαι», του φανερώθη η αλουπού. «Έρχεσαι κοντά μας που ταξιδεύκουμε;»

«Αμ δεν έρχομαι;»

Πάνε κι πέντε αντάμα, παλικάρι, αρκούδα, έλαφος, αλουπού κι αϊτός, παρακάτου συναντάνε άντρο φραμμένο με λιθάρι ριζιμιό, τρανό σα σπίτι. Φαγωθήκανε να δούνε τι βρισκότανε μέσα. Άλλος είπε μάλαμα, άλλος είπε το αθάνατο νερό, άλλος το στοιχειό του τόπου. Σφίγγει το ζωνάρι του ο Λιοσθένης, αρπάζει το κοτρώνι, αγκομαχά, το σκώνει και τ’ απιθώνει στην άκρη. Περνάνε μέσα, βρήκανε μια σκάλα. Κατεβαίνουνε, κατεβαίνουνε, μια μέρα και μια νύχτα. Φτάνουνε σ’ έναν τόπο ξένο, μ’ άλλο ήλιο κι άλλο φεγγάρι απ’ τα δικά μας.

Εκεί έτρεχε νερό κρούσταλλο και λουζότανε μια κόρη που σαν και δαύτη δεν είχε ξαναδεί ανθρώπου μάτι, η πεντάμορφη του κάτου κόσμου. Ο Λιοσθένης θαμπώθηκε κι είπε θ’ αποθάνει από τη στεναχώρια άμα δεν την πάρει γυναίκα του. Έκαμε να πάει κοντά της, μα ‘κείνη είχε κιόλα πάρει τη στράτα. Διαβήκανε οι πέντε ταξιδιώτες ξοπίσω της, φτάσανε σ’ ένα κάστρο που το φυλάγανε σαράντα γίγαντες.

«Ώρα καλή σας», χαιρέτησε ο Λιοσθένης, «μόνο μεριάστε, τι γυρεύω ταίρι και δε με στομώνει μήτε άνθρωπος μήτε θεριό τούτη την ώρα».

«Όποιος έχει ανάκαρα να φτάνει εδώ», είπανε ούλοι οι γίγαντες αντάμα και σείστηκε ο τόπος με τη βοή, «έχει να περνάει όσα τον βάλουμε. Κι άμα τα κάνει, παίρνει την αδερφή μας. Άμα δεν τα κάνει, μας δίνει την καρδιά του να τη φάμε, να πάρουμε την αντρειοσύνη του».

Οι σύντροφοι λιγοψυχήσανε σαν είδανε τον τόπο γιομάτο από άρματα παλικαριών που είχανε αφημένη εκεί την ψυχή τους, μα ο Λιοσθένης δεν έκανε πίσω.

«Βάλτε ό,τι αγαπάτε», καυκήθηκε, «άλλο γαμπριάτικο αντίδωρο δεν έχω να σας κάμω παρά το θάρρος μου και θα το ιδείτε καλά».

Κάμανε οι γίγαντες βουλή και τον πήγανε σε μια βαλανιδιά που έστεκε μονάχη, να την κόψει πριχού να ξημερώσει. Χιλιοχρονίτικη ήτανε και τόσο παχιά που δέκα παληκάρια δε φτάνανε να πιαστούνε χέρι-χέρι να στήσουνε χορό γύρα της. Όσο την πελέκαγε από τη μια ο Λιοσθένης, εκείνη έθρεφε από την άλλη. Πελέκησε από δεξά, πελέκησε από ζερβά, στόμωσε το τζικούρι του, στο τέλος καταράστηκε την τύχη του κι ότι κόντευε να λαλήσει ο κόκορος και να προβάλει ο ήλιος, πιάνει το δεντρί από τις ρίζες και του δίνει μια μ’ όλη του τη δύναμη και το ξεπατώνει. Χωρίς της μάνας γης τον κόρφο, ψόφιο ήτανε πια και το λιάνισε όπως τ’ άρεσε.

Οι γίγαντες σα να είδανε τα σκούρα, πως δεν τον κάνουνε καλά το γαμπρό με πράματα που να θένε δύναμη. Πάλι κάμανε βουλή κι είπανε να σείσουνε μια καστανιά κι άμα φτάσει φύλλο ίσαμε το χώμα, πάει χαμένος. Πιάνει ο μεγαλύτερος αδερφός, σβουρίχτει μια στο δεντρί, δεν έμεινε φύλλο σε κλαρί. Είπανε πως θα τον χαλάγανε πια το Λιοσθένη – δυο χέρια είχε, δεν πρόκανε να τα πιάσει όλα. Μα τον είδανε να μην κουνεί καθόλου. Έπιασε κι έριχτε σαΐτες τη μια πίσω στην άλλη και τα σούβλιζε στον αέρα δέκα-δέκα τα φύλλα και τα κόλλαγε στο ξύλο. Στο τέλος περισσεύανε ακόμα, κι άλλη σαΐτα δεν είχε να πετάξει. Πέταξε το κοντάρι του και πάλι έμεινε ένα, πέταξε το μαχαίρι του και το πρόκαμε το φύλλο και το κόλλησε ίσα που θ’ ακούμπαγε στη γης.

Απολπιστήκανε πια οι γίγαντες πως ετούτο το γαμπρό δεν είχανε να τον χαλάσουνε παρά με ατιμία. Καμωθήκανε το λοιπό πως στρέχουνε για το γάμο, μα πρώτα να κάμει προετοιμασίες άμα είναι άξος. Να φέρει νυφιάτικη φορεσά από τη Νιάπολη. Να γιομώσει σαράντα και δύο κοφίνια φαγιά για το τραπέζι – να φάνε κι αυτοί κι ατός του κι η νύφη. Να πάρει το δαχτυλίδι της μάνας τους της γιγάντισσας που το φυλάγανε αναμεταξύ τους, ποιος ξέρει ποιος αδερφός. Όλα τούτα, πριχού περάσουνε εφτά μερόνυχτα.

Ευτύς ο αϊτός, η αρκούδα κι ο έλαφος κινήσανε ορμηνεμένοι, μα ο Λιοσθένης έγειρε στο χορτάρι και το ‘στησε να παίζει ζάρια με την αλουπού. Οι γίγαντες είχανε σταθεί ο ένας σιμά στον άλλο να φυλάνε το δαχτυλίδι και τον θωρούσανε με μισό μάτι.

Διαβαίναν’ οι μέρες, και δεν έλεγε να σκωθεί ο Λιοσθένης. Αρχίνησε η αρκούδα να ποστιάζει κοφίνια με ψάρια, μάζωξε σαράντα και έξι – τι λες, οι τέσσαροι σύντροφοι του παλικαριού νηστικοί θα μένανε, για δε θα τους καλάγανε στο τραπέζι; Ότι πήγαινε να περάσει κι η μέρα η στερνή, ακούνε ποδοβολητό και ‘φάνη μπουχός. Να και φτάνει κι ο έλαφος με τη φορεσά της νύφης, άσπρη κι αργυρή.

«Άργεψα», λαλεί, «τι σκιαζόμουνα μην ιδρώσω και στάξει στο μετάξι».

«Τσάμπα πήγες κι ήρθες», καυκηθήκανε οι γίγαντες. «Τι το δαχτυλίδι δεν έφτασε τον γαμπρό το χέρι».

«Μπα», αποκρίθη η αλουπού, «τώρα πίσω-πίσω; Έχει μέρες που σας το ‘χει παρμένο».

Οι γίγαντες κιτρινίσανε σαν το μάλαμα κι εκείνος που είχε τον αρραβώνα απάνου του, έβαλε το χέρι στο τζελπένι του και τον φανέρωσε, να σιγουρευτούνε. Και να ο αϊτός βούτηξε από κει πού ‘τανε κουρνιασμένος, στις πολεμίστρες του κάστρου. Έπιασε στα νύχια τον κεντημένο κρίκο και πήγε και τον απίθωσε στο χέρι του Λιοσθένη. Κι εκείνη τη στιγμή έκατσ’ ο ήλιος και πάει η στερνή η έβδομη μέρα.

Άλλο δεν είχανε να πούνε πια οι γίγαντες, τον είχανε πάρει από φόβο το γαμπρό τους. Κατεβάσανε την αδερφή τους από την κάμαρή της – που τα ‘χε όλα ιδωμένα από τα παραθύρι και τον είχε βάλει στην καρδιά της το Λιοσθένη – και τον αφήκανε να της περάσει το δαχτυλίδι. Και μετά πήγανε ούλοι αντάμα και στρώσανε τραπέζι στον τόπο που ήτανε πρωτύτερα η χιλιόχρονη βαλανιδιά. Ψήσανε τα ψάρια, φέρανε καρβέλια, φάγανε κι ήπιανε κρασί ανέρωτο. Βάλανε δικές τους κούπες οι κουνιάδοι, τρανές σαν κουβάδες, ώσπου οι τέσσαροι σύντροφοι, αρκούδα, έλαφος, αλουπού κι αϊτός γλαρώσανε και σέρνανε τα ποδάρια τους.

Τότε φανερώσανε οι γίγαντες πως ακόμα ατιμίες είχανε στη βουλή τους. Ο μικρότερος, ίσα αψηλότερος από άνθρωπο, πήγε κρυφά και έσυρε τη σπάθα του Λιοσθένη από τη θήκη της και τον άφησε πια ξαρμάτωτο, που δεν είχε πια μήτε τζικούρι, μήτε σαΐτα, μήτε κοντάρι, μήτε μαχαίρι. Κι οι άλλοι αδερφοί πιάσανε ό,τι είχανε, ματζούκια, σπαθιά, τζικούρια, να τον χαλάσουνε το γαμπρό. Μα δεν είχανε να κάμουνε με παιδί σαν τ’ άλλα, να το ζαλίζει το κρασί, μήτε βαρέλι ολάκερο. Ο Λιοσθένης ούτε δε γνώριζε φόβο, δε γνώριζε κόπο. Έπιασε ένα από τα ποδάρια του τραπεζού, το ξεστέλιωσε και αρχίνησε να βαρεί όπου έφτανε. Χέρια τσάκιζε, κεφάλια άνοιγε, τους ξεπάτωσε όλους παρεκτός του μικρού που δεν τόλμαγε να ζυγώσει στην αμάχη. Είπε κι εκείνον να τον χαλάσει, μα έπεσε η νύφη στα πόδια του και τον παρακάλεσε να κάμει πίσω, τι δεν είχε βάλει ποτέ ο στερνός αδερφός ανθρώπινο κρέας στο στόμα του.

Είπαν κι οι τέσσαροι σύντροφοι, αρκούδα, έλαφος, αλουπού κι αϊτός, να δώσει τόπο στην οργή και τους έκαμε το χατίρι. Μα τον έβαλε τον κουνιάδο του να δώσει όρκο πως δε θα γινότανε ποτές του φονιάς κι άδικος σαν τους μακαρίτες. Και δαύτος, για να ευχαριστήσει το γαμπρό του, έπιασε και σιδερόντυσε το ξύλο που χάλασε τ’ αδέρφια του, να το κάμει πρώτο αναμεταξύ στα άρματά του ο Λιοσθένης.

Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

Οι Περιφέρειες - Αργυρούπολης

Η Αργυρούπολη δεν παράγει τίποτε. Αλλά προσφέρει κάθε είδους υπηρεσία και είναι χτισμένη στο πιο κομβικό σημείο της Οικείας Ανατολής. Όπως δηλώνει και το όνομά της, εκεί όλα έχουν μια τιμή. Και οι κάτοικοί της ζουν (δηλωμένα) με μια πιο χαλαρή ηθική από τους υπόλοιπους Αιγλωείς, αγνοώντας ακόμη και αρχές όπως η απαγόρευση της Εκκλησίας του Δημιουργού για διαζύγια και γάμους πέρα από τον πρώτο.

Η ξαναπαντρεμένη

Καλησπέρα στην αφεντιά σας.

Ήτανε μια φορά μια μικροπαντρεμένη. Κι είχε πάρει έναν άντρα που δεν ημπορούσε να βάλει σε σειρά τη ζωή του, πιοτή και παιζοζάρη. Μάλαμα δεν έμενε στο χέρι του, ασήμι δεν έφτανε στο σπίτι του∙ ό,τι κέρδιζε, μετά ή το ξανάπαιζε ή το ‘πινε. Ώσπου έδωσε ο Δημιουργός και βρήκε την πλερωμή του και πάει από προσώπου γης. Και μείνανε η γυναίκα του κι η θεγατέρα του – μωρό της αγκαλιάς – στους πέντε δρόμους με μόνη κληρονομιά δυο ζάρια κοκάλινα.

Χωρίς στον ήλιο μοίρα, η χήρα γύρεψε να πορευτεί με τον δικό της τον κόπο. Ήτανε χρυσοχέρα και τη δεχτήκανε πολλοί στη δούλεψή τους. Και ράφτρα έκανε, και κεντήστρα και την πλύστρα. Μα ήθελε η Μοίρα της να είναι έμορφη και όλο τα αφεντικά της είχανε πονηριά στο νου και μήτε τα μαύρα που φόραγε σεβαστήκανε, μήτε το παιδί της. Έτσι έφευγε κάθε φορά και πήγαινε παραπέρα.

Ώσπου ευρέθη ένας άνθρωπος καλός και τίμιος που την έβαλε στο μαγέρικό του και είδε άσπρη μέρα γιατί τα φαγιά της αρέσανε σε όλον τον κόσμο και από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε και δεν είχε χώρο και καρέγλες πια να βάνει την πελατεία του. Τι τα θες; Πέρασε το πένθος της, ήτανε κι εκείνος νιος κι ωραίος, τα βρήκανε μεταξύ τους κι είπανε να κάμουνε γάμο.

Έλα που η μάνα του δεν την ήθελε. Τι τη θες αυτή, του ‘λεγε, που μπορείς να πάρεις όποια θες, κοπέλα αχάλαστη, δίχως να σου φορτώσει ξένο παιδί; Και μια γειτόνισσα που τον είχε βαλμένο στο μάτι από καιρό να τον παντρολογήσει με την θεγατέρα της, του ‘λεγε να το σκεφτεί καλύτερα, τι και γιο να του κάμει η χήρα, πάλι την κοπέλα της θα κοιτάει καλύτερα, που την είχε πρωτογεννημένη. Ως και οι φίλοι του, πάλε λόγια του βάνανε – ότι αυτή που έχει γνωρισμένο έναν άντρα και τώρα θα μάθει και δεύτερο, μετά γιατί να μη θέλει και τρίτο και τέταρτο.

Αυτουνού το κεφάλι δε γύριζε. Την είχε βάλει στην καρδιά του και αφορμή δεν του είχε δοσμένη πως ο χαρακτήρας της δεν είναι τίμιος. Όπως το είχανε κουβεντιασμένο, της έβαλε στεφάνι. Και στους εννιά μήνες απάνω, του ‘καμε και το γιο. Χαρές και γλέντια, το μαγέρικο όλο γεμάτο, και η ξαναπαντρεμένη δεν είχε δείξει άλλο πρόσωπο. Τον νέο τον άντρα της τον είχε κορώνα στο κεφάλι της, τη δουλειά της όπως πάντα και πρώτα κοίταγε αν είναι το μικρό το παιδί φαγωμένο και ντυμένο, μετά το πρώτο.

Αλλά οι δικοί του πάλε δεν τη χωνεύανε, κάτι τους ξίνιζε, κάτι τους βρώμαγε κι όλο τη γλωσσοτρώγανε. Πες-πες, τους κατάφερε η γειτόνισσα να τόνε γελάσουνε πως η γυναίκα του έκανε αίσχη πίσω από την πλάτη του, να τη διώξει, για το καλό του τάχαμου – λες και δεν ήξερε εκείνος ποιο ήταν το καλό του και το ξέρανε μαθές όλοι οι άλλοι για δαύτονε. Να μην τα πολυλογούμε, μια μέρα που ο ταβερνιάρης είχε πάει στους μακελάρηδες να πάρει κρέατα για το μαγέρικο κι η γυναίκα του ζέστανε νερό να κάμει το λουτρό της, η μάνα του έβαλε έναν από τους φίλους του το σπίτι κι η γειτόνισσα έτρεξε και τόνε φώναξε. Γυρνάει σπίτι, τι να ιδεί, βρήκε τη γυναίκα του τσίτσιδη που είχε κάμει το λουτρό της, το φίλο του στην κάμαρη και το γιο του να κλαίει παρατημένος στην κούνια που τον είχε τσιμπημένο η μάνα του ταβερνιάρη γι’ αυτή τη δουλειά.

Με τα λίγα και τα πολλά, την πέταξε στο δρόμο τη γυναίκα του και την κοπέλα της και μήτε να την ξαναϊδεί, μήτε να την ξανακούσει ήθελε, μήτε της έβαλε πίστη στην αλήθεια που του ‘λεγε. Με τον καιρό, τον καταφέρανε και πήρε και την θεγατέρα της γειτόνισσας, τι είχε και το μωρό και χρειαζούντανε κι εκείνο φροντίδα.

Ας τους αφήσουμε τώρα αυτούς, να πούμε τι απογίνηκε η διωγμένη. Αφού καλό δεν περίμενε από κανέναν πια, πήρε των ομματιών της να φύγει στις ερμιές, να μην ξανασυναντήσει άνθρωπο. Έπιασε την θεγατέρα της από το χέρι και πηγαίνανε τρεις μέρες και τρεις νύχτες ώσπου αποστάσανε και μπήκανε σ’ ένα χάλασμα να κοιμηθούνε. Μέσα στο όνειρο της γυναίκας παρουσιάστηκε ο πρώτος της ο άντρας, ίδιος όπως τη μέρα που τόνε πήρε γαμπρό.

«Μη σκιάζεσαι», της λέει, «και γύρισα πίσω για καλό. Πολλά άδικα σού ‘χω καμωμένα και τρίζουνε τα κόκαλά μου μες το μνημούρι, ένα κυπαρίσσι δε φυτρώνει να μου κάμει ίσκιο, καντήλι δε μου ‘χει ανάψει ποτές. Δε βρίσκω ησυχία ν’ αναπαθώ α δε διορθώσω τα κρίματά μου. Το πρωί που θα ξυπνήσεις, βάλε και σκάψε δίπλα στη γωνιά, εκεί που είναι η παλιά χόβολη ξεραμένη. Με ό,τι βρεις, κάμε όπως καταλαβαίνεις καλύτερα».

Έτσι που την είχε ορμηνεμένη έκαμε την αυγή και βρίσκει βαθιά στο χώμα ένα σακούλι φλουριά. Ξανάβαλε το μυαλό της και σκέφτηκε και αποφάσισε πως όλες τις ατυχιές της τις είχε πάθει που είναι γυναίκα. Γύρισε πίσω στην πόλη και πρώτα-πρώτα παρήγγειλε αντρίκια ρούχα να φορέσει και αγορίστικα για την θεγατέρα της. Ύστερα πήγε στο μαγέρικο που ήτανε απέναντι από του δεύτερου του άντρα της και το αγόρασε με τα φλουριά.

Έκατσε και το ασβέστωσε, άλλαξε τραπέζα και καρέγλες και το ‘καμε αγνώριστο. Έκανε και το μάγερα μοναχή της και σιγά-σιγά, μάζεψε πελατεία κι έκανε χρυσές δουλειές. Μα και ο άντρας της δεν πήγαινε τελείως χαμένος, όποιος δεν έβρισκε να κάτσει στο δικό της πήγαινε απέναντι. Άλλο καλό όμως δεν είχε εκείνος ο άνθρωπος. Ο δεύτερος ο γάμος του βγήκε σκάρτος. Η γειτονοπούλα του έκαμε δεύτερο γιο και μόνο το δικό της παιδί κοίταζε να ‘χει καλά ρούχα και να ναι φαγωμένο. Ο πρώτος ο γιος όλο με τα αποφάγια είχε να κάμει και με ξύλο και του ‘λεγε πως αν τη μαρτυρήσει θα τόνε δώσει σκλάβο για τιμωρία. Παιδάκι ήτανε, δεν ήξερε καλύτερα και την πίστευε. Εκείνη η άτιμη είχε και αγαπητικούς και για να μην τους βάζει μέσα στο σπίτι της, τους συνάνταγε στο πατρικό της, που η μάνα της τής έκανε πλάτες όταν τάχαμου πήγαινε για επίσκεψη. Όλ’ αυτά τα ‘βλεπε η μάνα του ταβερνιάρη και έσκαγε από τη στεναχώρια της, αλλά δε μίληγε για να μη στεναχωρήσει το γιο της και για να μη βγει στο φόρο πως αυτή έφταιγε πρώτ’ απ’ όλα για την κατάντια του.

Αλλά τα ‘βλεπε και η ξαναπαντρεμένη, ακόμα μασκαρεμένη αντρίκια. Κι αν τον άντρα της δεν τον παραλυπόταν που την είχε διώξει χωρίς να την ακούσει και να της βάλει πίστη, το παιδί της το έρμο, το σπλαχνίζονταν. Το περιμάζευε, το ‘κρυβε άμα ήθελε να το δείρει η μητριά, το τάιζε και του μπάλωνε τα ρούχα. Και όταν μεγάλωσε κάπως, το ζήτησε και το πήρε παραγιό με καλό μισθό. Ο πατέρας του δεν ήθελε στην αρχή, μα είχε βρεθεί στην ανάγκη. Ούτε το μαγέρικό του είχες τις παλιές τις δόξες, ούτε και πολλά φλουριά του είχανε μείνει στην άκρη με τη γυναίκα που είχε πάρει και αντί να τον βοηθά στις δουλειές, τον έβαζε να πάρει υπηρέτες και να της κάνει λούσα. Τόσο ξέπεσε πια ο ταβερνιάρης, που ως κι οι φίλοι του δεν τρώγανε πια κοντά του, μα πηγαίνανε στο άλλο μαγέρικο, της πρώτης γυναίκας του.

Εκείνη με τα χρόνια είχε μάθει να παίζει τα ζάρια που της είχε αφημένα ο μακαρίτης, αλλά με τέχνη, όχι σαν τον μακαρίτη που την άφηκε χήρα. Του γιου της και της κόρης της μονάχα, δεν άφηνε ποτέ τα χέρια να πιάσουν τέτοια πράματα και τους το είχε ευχή και κατάρα να μην παίξουν ποτέ στη ζωή τους. Ο δικός της ο σκοπός ήτανε άλλος. Έπιασε να παίζει με τους παλιούς φίλους του ταβερνιάρη και τους κέρδευε συνέχεια, τους πήρε σπίτια και περιουσίες και τους άφησε στο δρόμο. Μα είπε τους τα δίνει όλα πίσω, μονάχα να πάνε να πούνε την αλήθεια για την απάτη που είχε ακούσει τάχαμου πως είχανε κάμει μιανής γυναίκας – του εαυτού της, σα να λέμε. Όλοι κι ο καθένας οι φταίχτες εντρεπόντανε, μα δεν την αντέχανε και την ανέχεια και τελικώς κάμανε την ανάγκη φιλοτιμία και τα ξεφουρνίσανε όλα στον ταβερνιάρη.

Σαν τα άκουσε εκείνος, δεν ήθελε να πιστέψει στην αρχή τέτοιο πράμα. Μα έλα που ήρθε κι ο μοναχογιός του παραπίσω και τον έπιασε και του είπε όλα τα πάθια που είχε περασμένα μικρός. Και τον έσυρε κοντά του, μαζί και τη γιαγιά του, να πιάσουνε τη μητριά στο σπίτι της συμπεθέρας με τους αγαπητικούς στα πράσα. Κι αλήθεια έτσι γίνηκε. Ποιος τον είδε τον ταβερνιάρη μετά και δεν τόνε φοβήθηκε! Ούτε φίλους ήθελε να ξαναϊδεί, ούτε τη δεύτερη τη γυναίκα και την πεθερά του, ούτε τη μάνα του την ίδια, με το κακό που του ‘χανε κάμει και πήγε η μισή ζωή του στράφι. Και στο γιο του τον πρώτο ντρεπότανε να παρουσιαστεί, που δεν τον είχε προσεγμένο κατά πώς έπρεπε. Μόνο έκλεισε το μαγέρικό του και καθόταν απόξω ν’ αναστενάζει, πώς να ‘βρισκε την πρώτη του γυναίκα να της ζητήσει σχώρεση γονατιστός.

Πήγε κοντά ο άλλος ο ταβερνιάρης – η ξαναπαντρεμένη, σα να λέμε – και του έπιασε κουβέντα. Αφού άκουσε όλη την ιστορία, πιάνει και τον ρωτάει τον δυο φορές ζωντοχήρο:

«Εγώ την ξέρω τη γυναίκα που ‘διωξες και ζει καλά. Σε ξαναπαίρνει λες πίσω άμα έχει τώρα φλουριά και μπορεί να ματαπαντρευτεί νεότερο κι εμορφότερο; Κι άμα έχει γνωρισμένους τρεις και τέσσερις άντρες, τι να σε κάμει εσένα έναν και σιτεμένο; Και το παιδί που σου ‘καμε θα το ‘χει ξεχασμένο, τόσα χρόνια που ‘χει να το ‘δει κι έχεις και δεύτερο παιδί ακόμα, που δε βγήκε από τη δική της την κοιλιά».

«Καλά τα λες», αποκρίθηκε φαρμακωμένος ο ταβερνιάρης, δίχως να ξέρει ακόμα πως την είχε μπροστά του εκείνη που ‘ψαχνε. «Εμένα η ζωή μου τελειωμένη είναι τώρα. Ούτε περιμένω τίποτις από δαύτη, μονάχα να ξεχολώσει όσο γίνεται, να σκωθεί από πάνω μου το άδικο που της έκαμα σκεδόν αθέλητά μου και μετά να φύγω στις ερμιές να μη βλέπει άνθρωπος τις πομπές μου».

Τότες λύγισε η καρδιά της μασκαρεμένης και φανερώθηκε πως είναι γυναίκα και ποια.

«Μωρέ τελειώνει ποτέ η ζωή όσο παίρνουμε ανάσα;», του λέει. «Όπως εσύ δε μ’ έκανες πέρα μέχρι που σε γελάσανε, έτσι κι εγώ δε σε κάνω πέρα για ξένες κουβέντες. Και να πας να βρεις τον άλλο γιο που έκαμες, γιατί δεν έχει παιδί μου και παιδί σου. Όπως εσύ τη θεγατέρα μου την είχες σα δική σου, έτσι κι εγώ θα το ‘χω το παιδί αίμα μου. Άιντε γιατί έχουμε να τα κοιτάξουμε και να τα νοικοκυρέψουμε, να κάμουνε καλές παντρειές, όχι σαν εκείνες που μας βρήκανε εμάς».

Αγκαλιαστήκανε, φιλιώσανε και για τα χρόνια που χάσανε και δεν ήτανε μαζί, τα άλλα χρόνια που ‘ρθανε παραπίσω, διπλά καλά τα περάσανε.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Στιγμή 3

Αυτή τη φορά παρουσιάζω έναν χαρακτήρα που έχω ήδη μιλήσει γι' αυτόν (στην ανάρτηση περί μαγείας).

Μελέτιος

Έβλεπε το μείγμα να κοχλάζει στο βραστήρα, τα στέρεα υλικά να σηκώνονται στιγμιαία στην επιφάνεια μαζί με μικροσκοπικούς πίδακες, να ξαναβυθίζονται.

Άκουγε πίσω του τις σταγόνες να πέφτουν από το στόμιο του πρώτου άμβυκα, μία-μία, να καταλήγουν μέσα στον δεύτερο για να συνεχίσει η απόσταξη, να διαταράσσουν την επιφάνεια του υγρού με αλλεπάλληλα κύματα.

Αισθανόταν τον σκληρό βολβό που τεμάχιζε να λιγοστεύει, να γίνεται ελαφρύτερος με κάθε κατέβασμα του μαχαιριού, ενώ η λεπίδα βάραινε σχεδόν ανεπαίσθητα από τους χυμούς και τα κομματάκια που κολλούσαν πάνω της.

Γευόταν το πικρό κόμμι που μασούσε εδώ και ώρα, ενώνοντάς το με το σάλιο του ώσπου να μαλακώσει, να μετουσιωθεί και να γίνει έτοιμο για να προστεθεί στη χύτρα μαζί με όλα τα άλλα μέρη της συνταγής, το καθένα απαραίτητο με τον τρόπο του.

Οσφραινόταν τον ίδιο του τον ιδρώτα, το στυφό κάρβουνο στα πύραυνα, τα λαχανικά, τη σάρκα, το οινόπνευμα, τα πιο εξωτικά υλικά που είχε βγάλει από τα σφραγισμένα βάζα και απελευθέρωναν τις ευωδιές και τις αποφορές τους όσο περίμεναν να χρησιμοποιηθούν.

Ένιωθε – μ’ έναν τρόπο που οι άλλοι άνθρωποι ήταν αδύνατον να κατανοήσουν – τη σταδιακή αποδυνάμωση του άχρωμου, άοσμου, άγευστου υγρού που βρισκόταν διπλοκλειδωμένο στο ερμάρι του πίσω δωματίου. Η ουσία που ήταν φυλακισμένη μέσα του να διασπείρεται και να χάνεται οριστικά κι αυτός ακόμη δεν μπορούσε να βρει πώς να το συντηρήσει, πού να το χρησιμοποιήσει.

Και πάνω απ’ όλα ένα ενοχλητικό βουητό που δεν τον άφηνε να συγκεντρωθεί, ένα ερέθισμα λιγότερο σημαντικό από τα άλλα. Η φωνή του πελάτη του.

«… θέλω να είμαι βέβαιος πως το παιδί είναι δικό μου», μπαμπάλιζε ο γέρος.

Να μην παντρευόσουν γυναίκα σαράντα χρόνια νεότερή σου τότε, ήθελε να απαντήσει ο φαρμακός.

«Να πεθάνει, αν τόλμησε να με απατήσει!»

Αλλά ο εραστής της, που σίγουρα θα είναι γνωστός σου, δικός σου άνθρωπος, να μην πάθει τίποτε, γιατί είναι άντρας. Ή θα το σκεφτείς αργά και θα έρθεις πάλι, να σου βρω έναν τρόπο να μάθεις ποιος ήταν.

«Να σαπίσει το ξένο έμβρυο μέσα της και να πεθάνει κι αυτή!»

Κι αν αυτό δεν είναι ξένο, ίσως είναι το επόμενο. Ή μπορεί να παίρνει προφυλάξεις με τον εραστή που σίγουρα έχει. Αλλά δε βλέπεις μπροστά να μου ζητήσεις μια συνολική και μόνιμη λύση.

Ο φαρμακός σκούπισε τα χέρια του πάνω στο λευκό χιτώνα του και πρόσθεσε μερικούς χρωματιστούς λεκέδες ακόμη. Μπορούσε να εξυπηρετήσει το χούφταλο, να εξοντώσει τη γυναίκα του και το εξώγαμό της. Δυο νεκροί ακόμη, σιγά τη διαφορά. Μπορούσε κανείς να γνωρίζει αν θα επιβίωναν τη γέννα χωρίς τη δική του παρέμβαση, πόσα χρόνια τους έμελλε να ζήσουν ούτως ή άλλως; Η οδύνη του εραστή της, η πιθανή μετάνοια του γέρου; Δικά τους προβλήματα, καρποί της αφροσύνης τους. Ή μπορούσε ο Μελέτιος να φανεί προνοητικότερος από τον άντρα που είχε απέναντί του. Να δοκιμάσει το μυστηριώδες υγρό που είχε στο πίσω δωμάτιο, αντί να το αναβάλει συνέχεια με τη δικαιολογία πως έψαχνε καλύτερα ευκαιρία. Και στο τέλος θα του ξεθύμαινε εντελώς. Ας το έπαιρνε καλύτερα εκείνη η έγκυος και το αποτέλεσμα του πειράματος θα φαινόταν σε λίγους μήνες.

Αυτό πραγματικά ήταν κάτι με το οποίο τον ενδιέφερε να ασχοληθεί για λίγες στιγμές, πριν επιστρέψει στο τωρινό μείγμα που κόντευε να κόψει.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Οι Περιφέρειες - Ευίππου

Η Περιφέρεια Ευίππου, στο νότιο μέρος της Οικείας Ανατολής, είναι δύσκολο να χαρακτηριστεί. Αποτελείται από πεδιάδες, βουνά, λίμνες και κάθε άλλου είδους γεωγραφικό στοιχείο, όλα σε μικρή έκταση. Αν υπάρχει κάτι μοναδικό στην περιοχή, εκτός από το πλήθος των εξαιρετικών αλόγων που εκτρέφονται εκεί, αυτό είναι οι νεραϊδότοποι: κοιλάδες γεμάτες φυσικούς ορθόλιθους και πετρώδεις πλαγιές με σχισμάδες στις οποίες ο άνεμος ουρλιάζει αδιάλλειπτα. Το απόκοσμο τοπίο κάνεις τους ανθρώπους να λένε πως είναι έργο η κατοικία νεράιδων.


Photo by Mila Zinkova/Edit by CillanXC. Used under the Creative Commons Attribution ShareAlike 2.5 Licence.


Η νεραϊδονύφη

Σε καιρούς παλιακούς, τον τόπο τον διαφέντευε ένας άρχοντας που είχαν να λένε για την εμορφιά του. Βρήκε και ταίρι αντάξιό του και κάμαν ένα γιο που δεν είχε ξαναδεί η Πλάση. Ψηλός, σπαθάτος, μελαχροινός, μαυρομάτης. Μα όσο μεγάλωνε, απ’ όλους το ίδιο άκουγε. Πως γυναίκα ταιριαστή του σε όψη και σε πλούτο, δε θε να βρει.

Όταν φτάσανε τα χρόνια του για παντρειά, κάμανε καλέστρα ο κύρης κι η μάνα του σε όλες τις αρχοντοπούλες να διαλέξουνε την καλύτερη. Μα καμιά δεν τους γιόμιζε το μάτι και σε καμιά δεν το παίρνανε απόφαση να δώσουνε τον κανακάρη τους. Κι εκεί που είχαν απελπιστεί κι αυτοί κι εκείνος, ένα βράδυ που καθόταν στον κήπο του και τραγουδούσε λυπημένος, σαν ένα φως να ‘πεσε στα μάτια του. Γυρνάει, τι να δει; Μια κόρη τόσο ξανθομαλλούσα που το κεφάλι της καθρέφτιζε το φεγγάρι, άσπρη σαν το γάλα και πρασινομάτα σαν τη γάτα.

Τρέχει να πάει κοντά της, δεν πρόλαβε. Καβαλίκεψε ‘κείνη ένα άτι άσπρο, έκατσε πλαγιαστά στη σέλα και μην την είδατε, μην την απαντήσατε. Πάει το αρχοντόπουλο στους γονέους του και τους λέει το και το. Εγώ ή θα πάρω αυτήνη ή θα πάω καλόγερος. Είπανε να στείλουνε κόσμο να την ψάξει, μα το αρχοντόπουλο δεν κρατιότανε. Ούτε συνοδειά έπαιρνε κοντά του. Μόνο το δαχτυλίδι της μάμμης του να το δώκει για αρρεβώνα και το πιο γλήγορο άλογο που είχανε, να φύγει αξημέρωτα ακόμα. Πώς να κάμουνε ο κύρης κι η μάνα του, του δώκανε την ευκή τους.

Παίρνει το στρατί στρατί, το δρόμο δρόμο, περνάνε μέρες, φτάνει σε μια διχάλα σε βουνί και δεν ήξερε πού να πάει. Βλέπει ένα αϊτό κουρνιασμένο σε δεντρί με το κεφάλι χαμηλά και τις φτερούγες κατεβασμένες. Ντράπηκε να τον ρωτήσει για την κοπελιά.

«Τι έχεις κυρ-αϊτέ;»

«Τι να ‘χω, που έκαμε η κυρά μου έκαμε ένα σωρό αυγά εφέτος και δεν προλαβαίνω να κυνηγάω και να ταΐζω τ’ αϊτόπουλα; Όπως πάει, δε βλέπω να μου ζούνε όλα. Να ‘σαι καλά που άκουσες τα βάσανά μου, γιατί μια κόρη που πέρασε μ’ ένα άσπρο άλογο και πήγε στο ζερβί το μονοπάτι, ούτε και ‘στάθη με καλησπερίσει».

Ευχαριστεί το αρχοντόπουλο τον αϊτό, του εύχεται καλή τύχη και πάλι πίσω στο δρόμο. Φτάνει σε διχάλα σε κάμπο και πάλι κοντοστέκεται. Εκεί ήτανε ένας περιβολάρης με τα παλικάρια του και φορτώνανε το βιος τους σ’ ένα κάρο να φύγουνε. Ντράπηκε το αρχοντόπουλο να ρωτήσει για την κόρη που ‘ψαχνε.

«Τι κακό σας βρήκε πατριώτες κι αφήνετε τη γη σας πίσω;»

«Κακό μαύρο», αποκριθήκανε. «Εφέτος γινήκανε πολλοί λαγοί και δεν προφταίνουμε να τους ξεπαστρεύουμε, μας χαλάνε όλα τα φύτρα. Πάει ο κόπος μας χαμένος και σοδειά δε θα ξαναδούμε Να ‘σαι καλά που άκουσες τα βάσανά μου, γιατί μια κόρη που πέρασε μ’ ένα άσπρο άλογο και πήγε στο ζερβί το μονοπάτι, ούτε και ‘γύρισε να μας κοιτάξει».

Βιαζότανε το αρχοντόπουλο να πάει ξοπίσω της, μα δεν του ‘κανε και καρδιά να τους αφήσει έτσι, που τον είχανε βοηθημένο. Γυρνάει πίσω, ξαναβρίσκει τον αϊτό και του λέει έτσι κι έτσι, εκεί θα πας να βρίσκεις όσο κυνήγι θες.

«Τέτοιο καλό που μου ‘καμες», αποκρίθηκε το πουλί, «πάρε το φτερό μου κι α με χρειαστείς το τσακίνεις».

Πάλι μπροστά το αρχοντόπουλο, πάει και πάει, φτάνει σε διχάλα δασωμένη και δεν ήξερε κατά πού να κάμει. Βλέπει ένα κυνηγό κι ήτανε κίτρινος σαν το φλουρί και καθότανε σε μια πέτρα να πελεκάει ένα κομμάτι ξύλο. Ντράπηκε να τον ρωτήσει για την κόρη, μες τη στενοχώρια του.

«Τι βάσανο έχεις, κυρ κυνηγέ;»

«Το βάσανο που ‘χεις και ‘συ. Του έρωτα. Άμα γυαλιστείς, θα δεις που έχεις καταντήσει σαν εμένα απ’ τον καημό. Μα εγώ πάω να χαθώ, γιατί ο κύρης της κόρης που θέλω μου ζήτησε να του φέρω ένα δέρμα για να δείξω την τέχνη μου κι όπως είναι χειμώνας, έχουν λουφάξει όλα τα θεριά και δε βρίσκω κανένα. Και στεναχωριέμαι γιατί πέρασε μια ξανθομαλλούσα και μου θύμισε τον καημό μου όπως ξεμάκραινε στο ζερβί μονοπάτι».

Το αρχοντόπουλο αγκάλιασε τον κυνηγό και του ‘πε να βαστήξει καρδιά και θα βρεθεί τρόπος, όπως βρισκότανε και για κείνο. Μετά καβαλίκεψε ξανά και πήρε το κατόπι της κόρης. Ώσπου έφτασε σ’ ένα λιβάδι και τέλειωσε το μονοπάτι και δεν ήξερε τι να κάμει. Βλέπει μελισσοκόμους και κλαίγανε τα κουβέλια τους σπασμένα. Ντράπηκε να τους ρωτήσει για το δρόμο μες τον πόνο τους.

«Τι πάθατε, μαστόροι;»

«Τι να πάθουμε; Κάθε που ξαναστένουμε κουβέλια, έρχεται μια αρκούδα και τρώει το μέλι. Δυο φορές μεγάλη σαν τις άλλες, μήτε ύπνος την πιάνει τώρα που πιάσανε χιόνια, μήτε τίποτα τη βαστάει πίσω, μήτε φοβάται σκυλί. Χτες πρόγκηξε και το άτι της αρχόντισσας που έχει το παλάτι της πέρα προς τα κει και δε στάθηκε να τη φιλέψουμε».

Βλέποντας που κόντευε να φτάσει εκεί που ‘θελε, το αρχοντόπουλο δεν κρατιότανε. Μα σκέφτηκε και τον κυνηγό που μαράζωνε και δεν του ‘κανε καρδιά να τον απαρατήσει στη μοίρα του. Ματαγυρνάει στο δάσο και του λέει το και το, εκεί θα πας να στήσεις καρτέρι, να βρεις δέρμα που δεν το ματάδε μάτι ανθρώπινο.

«Τέτοιο καλό που μου ‘καμες», αποκρίθηκε ο κυνηγός, «πάρε τη σαΐτα μου κι α με χρειαστείς την τσακίνεις».

Μετά, ποιος το κρατεί και ποιος το προλαβαίνει το αρχοντόπουλο! Περνάει και το λιβάδι και φτάνει σ’ ένα νεραϊδότοπο. Φέρνει από ‘δω, φέρνει από κει, βρίσκει μια λίμνη και δίπλα ένα γέρο πλάτανο με τα κλωνιά του γερμένα λες κι ήτανε ιτιά. Παλάτι πουθενά. Ντράπηκε να ρωτήσει το δεντρί που είχε τέτοιο χάλι.

«Τι έχεις γερο-πλάτανε;»

«Τι να ‘χω, παιδί μου; Χίλιοι και μύριοι ταξιδιώτες κοιμηθήκανε στη σκιά μου και τώρα άνθρωπος δε με πλησιάζει, γιατί έχει κρεμαστεί ένα αγριομελίσσι στα κλωνιά μου κι όποιος σιμώσει τον κεντάνε».

Το παλικάρι δάγκωσε τ’ αχείλι του, μα το λυπήθηκε το δεντρί και γύρισε πίσω στο λιβάδι να μάθει πώς να καπνίζει τα κουβέλια. Κι ύστερα γύρισε στη λίμνη κι έδιωξε το μελίσσι.

«Να ‘σαι καλά σου πάντα», είπε ο γέρο-πλάτανος. «Δυο χάρες θα σου κάμω για το καλό που μου ‘καμες. Για να φτάσεις ως εδώ, θα γυρεύεις τη νεράιδα. Περίμενε, το λοιπόν, ως να γιομώσει το φεγγάρι και να φτάσει να φέγγει ίσα πάνου απ’ το νερό. Και τότε πιάσε γερά μια φεγγαραχτίδα και γλίστρα να σε πάει τέρμα κάτου, αλλιώς δεν προφταίνεις με ανθρώπινη ανασαιμιά να φτάσεις. Και πάρε κι ένα κλωνί μου κι α με χρειαστείς το τσακίνεις».

Έτσι έκαμε το αρχοντόπουλο. Καρτέρεσε, και σαν το φεγγάρι έφτασε μεσούρανα και ασήμισε το νερό, απλώνει το χέρι, γραπώνει λίγο φως και αμολιέται. Κατεβαίνει, κατεβαίνει, περνάει δίπλα από ψάρια, και τι να δει μπροστά του, μες τη λίμνη ήταν ένα γυάλινο παλάτι που δε φαινόταν στα νερά, παρεξόν κι άμα το φώτιζε το φεγγάρι. Κι η αχτίδα που βαστούσε τον έφερε στο κατώφλι μπροστά, σα σκοινί κρεμασμένο. Διαβαίνει τη θύρα, όλα μέσα κρουσταλλένια και μαλαματένια, τέτοιο πλούτο δεν είχανε ούτε οι γονέοι του. Και σ’ ένα θρονί διαμαντένιο, η νεράιδα – που ήτανε, δηλαδή, η κόρη που κυνήγαε τόσες μέρες – και έλαμπε πιο πολύ απ’ όλα τ’ άλλα πράματα εκεί μέσα. Και γύρα της αγάλματα παλικαριών.

Τον κοιτάει καλά-καλά με τα πράσινα τα μάτια της και του λέει:

«Ήθελα να σε δω που είχανε να λένε για την εμορφιά σου, μα σ’ έκαψα με τα καμώματά μου. Τι εδώ που ήρθες, ή θα με πάρεις νύφη ή πας χαμένος. Τον βλέπεις κείνο τον τράφο; Είναι γιομάτος με τα δαχτυλίδια που μου φέρανε άλλοι γαμπροί. Μα είμαι νεράιδα και πριν πλαγιάσω με άνθρωπο πρέπει να κάμει τρεις ανδραγαθίες. Κι αν χάσει την πρώτη, τον κοιτώ και του ξεραίνονται τα χέρια. Κι αν χάσει τη δεύτερη, τον κοιτώ και παλαβώνει. Κι αν χάσει την τρίτη, τον κοιτώ και μαρμαρώνει».

Στη μοναξιά της, η νεράιδα είχε ένα χρυσό τόπι σαν όλες τις γενιάς της για να παίζει. Μα το ‘χε χαμένο καιρούς και χρόνια και δεν ημπόρεσε κανένας να το ‘βρει κι ας γυρίσανε όλο το νεραϊδότοπο, απ’ άκρη σ’ άκρη. Πρώτη ανδραγαθία ήτανε να πάει το αρχόντόπουλο να της φέρει της νεράιδας το τόπι της. Τσακίνει το αρχοντόπουλο το φτερό του αϊτού, πετάει το πουλί, γυρεύει εδώ, γυρεύει εκεί, φτάνει το μάτι του και βλέπει εκεί που τ’ ανθρώπινο δεν έφτανε. Ήτανε το χρυσό το τόπι πιασμένο μέσα σε μια βατσουνιά, μiσοξηλωμένο. Βουτάει ο αϊτός λες και χούμαγε σε περιστέρα, το πιάνει με τη μύτη του το τόπι και το φέρνει να το απιθώσει μπρος στα πόδια του παιδιού.

Ήταν κι ένα αηδόνι αργυρό, που η φωνή του ακουγόταν έλεγε ο μύθος, σαν χίλια κουδουνάκια. Κι όποιος τ’ άκουγε, λέγανε, τον πιάνανε τα γέλια απ’ τη χαρά του, δεν πα να ‘χε και πένθος ακόμα. Δεύτερη ανδραγαθία ήτανε να πάει το αρχοντόπουλο να της φέρει της νεράιδας τ’ αργυρό αηδόνι ζωντανό, να τ’ ακούει το κελάηδισμά του σαν σεργιανά στους νερένιους κήπους της. Ο αϊτός μπορούσε να το βρει που φτερουγίζει, μα μόνο σκοτωμένα ήξερε να τα πιάνει τα άλλα πουλιά, ποτέ ζωντανά. Τσακίνει το αρχοντόπουλο τη σαΐτα του κυνηγού, έρχεται αμέσως κείνος, ήξερε όλα τα καρτέρια και τα δόκανα. Απλώνει σιναπόσπορο, κεχρί και κόλλα από ρετσίνι, κατεβαίνει τ’ αργυρό αηδόνι να τσιμπολογήσει και πιάνεται, δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τις φτερούγες του. Το βάζει ευθύς σε κλουβί ο κυνηγός, το δένει σε φεγγαραχτίδα κι ίσια κάτω κυλάει, τσουπ στα χέρια του αρχοντόπουλου.

Κόντευε να κάτσει το φεγγάρι και λίγο είχανε να φαίνονται ακόμα οι αχτίδες του στη λίμνη. Τελευταία ανδραγαθία ήτανε να φτάσει το αρχοντόπουλο απάνω στην όχθη πρώτα από τη νεράιδα. Πιάνουνε κι οι δυο ν’ ανέβουνε, αλλά πού, άλλο το γλύστρισμα προς τα κάτου, άλλο το σκαρφάλωμα. Η κόρη κόντεψε να χαθεί από τα μάτια του αρχοντόπουλου, αλαφρή σα σύγνεφο, όπως όλες οι νεράιδες. Τα δικά του τα χέρια, αμάθητα από δουλειά, ματώνανε. Πού να την προλάβει. Χαμένος από τη μια, χαμένος από την άλλη. Να μείνει πίσω, μόλις καθότανε το φεγγάρι θα πνιγότανε, να φτάσει δεύτερος, θα τον μαρμάρωνε η νεράιδα. Τσακίνει το κλωνί του πλάτανου το αρχοντόπουλο, γέρνει το δεντρί, πιάνεται γερά αυτός, τον τραβάει ο γέρο-πλάτανος. Την ώρα που πάτησε το πρώτο ποδάρι της νεράιδας στην όχθη, πατήσανε και τα δυο τα δικά του μαζί δίπλα της και την κέρδεψε.

Πια δεν είχε λόγο να του πει και να τον κάμει πέρα. Αποφασίσανε να κάμουν δυο γάμους, έναν στο παλάτι της κι έναν στο δικό του, και να ζούνε το μισό χρόνο εδώ και το μισό χρόνο εκεί. Και γίνανε δυο γλέντια που δεν ξαναπεράσανε ούτε θα ξαναπεράσουνε, σαράντα μέρες να χορεύουνε οι ανθρώποι με τις νεράιδες αντάμα, κι ύστερα άλλες σαράντα να χορεύουνε οι νεράιδες με τους ανθρώπους. Καλότυχος να το ‘βλεπε!

Τρίτη 24 Μαρτίου 2009

Ονοματολογία

Τώρα πια θα έχετε καταλάβει όλοι το είδος των ονομάτων που δίνω στους χαρακτήρες μου.

Πριν χρόνια, χρησιμοποιούσα όπως όλοι ένα είδος λογοπλασίας και δημιουργούσα ονομασίες όπως «Ελμάριαλ». Προσπαθούσα να πιάσω έναν ήχο που με κάποιο τρόπο να θυμίζει το πρόσωπο, ώστε να βοηθώ τον αναγνώστη και στην απομνημόνευση (για σκεφτείτε, πόσες τέτοιες λέξεις πρέπει να αποστηθίσει κανείς προσωρινά για να μπορέσει να απολαύσει ένα μυθιστόρημα φάνταζυ με το συνήθη μεγάλο αριθμό σελίδων;)

Μου έλεγαν πως έχω χάρισμα σ’ αυτό. Αλλά εμένα κάτι δε μου άρεσε στην όλη υπόθεση. Οι χαρακτήρες μου μιλούσαν ελληνικά, έκλιναν όλες τις λέξεις, όχι όμως και τα ίδια τους τα ονόματα! Ο Ελμάριαλ, του Ελμάριαλ, τον Ελμάριαλ… Εντάξει, το έχουμε συνηθίσει σαν αναγνώστες. Δε γίνεται όμως λίγο γελοίο όταν το όνομα συνοδεύεται από έναν χαρακτηρισμό ο οποίος κλίνεται ενώ το ίδιο όχι; Ο μυστηριώδης Ελμάριαλ, του μυστηριώδους Ελμάριαλ, τον μυστηριώδη Ελμάριαλ…

Και, στην τελική, τι σημαίνει «Ελμάριαλ»; Ο αγγλόφωνος συγγραφέας είναι συνηθισμένος σε μια κοινωνία στην οποία δεν έχει ιδέα ποιο ήταν το αρχικό νόημα του ονόματος του γείτονά του, το οποίο μπορεί να είναι λατινικό, κελτικό, γερμανικό, ισπανικό, σλαβικό… Κληροδότημα μιας γλώσσας ξένης, μπορεί και νεκρής. Ο αναγνώστης, και να θέλει να δει τι σημαίνει, πρέπει να αφήσει το βιβλίο κατά μέρος, να πιάσει μια εγκυκλοπαίδεια. Ο Έλληνας, από την άλλη, εκτός από τα λίγα λατινικά και ιουδαϊκά δάνεια, ακούγοντας ένα όνομα στον περίγυρό του, διαθέτει άμεσα κι έναν νοηματικό συνειρμό. Μη μου πείτε ότι δεν ξέρετε τι σημαίνει Ελευθέριος, Νικόλαος ή Ειρήνη;

Ίσως είναι θέμα αισθητικής.

Πάντως, λίγο πριν ξεκινήσω τους Γιους της Στάχτης, έκανα το μεγάλο βήμα. Έγραψα μια νουβέλα στην οποία ακολούθησα τη μόνιμή από τότε σύμβασή μου:

- Ο «βασικός» λαός μιλάει ελληνικά και οι άνθρωποί του έχουν ονόματα που να σημαίνουν κάτι στη γλώσσα μας (π.χ. Πολυνέφων, Ροδάνθη, Χαρίτιμος, Περίκλεια)
- Τα ονόματα των ξένων τα φτιάχνω με τον «παραδοσιακό» φάνταζυ τρόπο. Αλλά οι «ελληνόφωνοι» τα κακοποιούν, τους κοτσάρουν μια κατάληξη και τα κάνουν να κλίνονται, όπως συνέβαινε στην Ελλάδα από τα αρχαία χρόνια ως τον 19ο αιώνα. Μάλιστα, αν υπάρχει κάποια ομοιότητα συλλαβών με υπαρκτή ελληνική λέξη, αυτή προτιμάται. Για παράδειγμα, ο ξένος ηγεμόνας Κουαραβάσα είναι γνωστός στους Αιγλωείς ως Χοραβάσης. Και ο λαός του, οι Δαϊτούν, είναι γνωστοί ως Δηώτες.

Αν ενδιαφέρεται κανείς να πειραματιστεί με παρόμοιο τρόπο, ας τον προειδοποιήσω πως δεν λείπουν τα προβλήματα. Από τη μια, όνομα βασισμένο σε χαρακτηριστικά που δεν είναι ορατά σε ένα βρέφος, είναι προφανές ότι αποτελεί παρωνύμιο που δόθηκε στο χαρακτήρα (ή το επέλεξε μόνος του!) όταν μεγάλωσε. Από την άλλη, τα όμορφα ονόματα τείνουν να είναι τετρασύλλαβα ή πεντασύλλαβα κι αυτό παραπέμπει στην ανάγκη για υποκοριστικά (ζήτημα που εγώ δεν έχω λύσει ακόμη…) Τέλος, δεν υπάρχουν ημίμετρα: δεν γίνεται οι μισοί ντόπιοι στο βιβλίο να έχουν ελληνικά ονόματα, όποτε ο συγγραφέας έχει έμπνευση να βρει κάτι, και οι άλλοι μισοί να λέγονται «Χρουμφ» και «Μπουμπλ» και ότι άλλο του κατέβει (εκτός αν δοθεί μια πειστική εξήγηση, όπως μακροχρόνια ξένη κατοχή που άφησε ίχνη στην τοπική γλώσσα).

Βέβαια, δίνεται στο συγγραφέα περιθώριο να παίξει, στα ίδια πλαίσια. Να δημιουργήσει ενδιαφέρουσες καταστάσεις από τις δυσκολίες της γραφής. Κάποιος χαρακτήρας μπορεί να κληρονόμησε ένα πολύ αταίριαστο όνομα από τον παππού του (π.χ. ένας Λεωσθένης = «δυνατός σαν λιοντάρι», ο οποίος είναι πολύ αδύναμος σωματικά). Κάποιος άλλος μπορεί να φέρει ένα βαρύ όνομα που συνοψίζει τις προθέσεις/ελπίδες εκείνων που τον ανέθρεψαν (π.χ. ένα Κλέαρχος, ο οποίος έχει διδαχτεί από τους γονείς του να αναζητά το κλέος, τη δόξα δηλαδή, για να τιμήσει την οικογένεια).

Αν έχει μέλλον όλη αυτή η ιδέα στο ελληνικό φάνταζυ, δεν μπορώ να ξέρω. Αλλά είναι μια δυνατότητα που μας δίνει η γλώσσα μας σε σχέση με τις άλλες γλώσσες και δε βλέπω το λόγο να μην την εκμεταλλευτούμε.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2009

Στιγμή 2

Ένας ακόμη χαρακτήρας στο προσκήνιο, απ' αυτούς που στο βιβλίο μένουν λίγο στη σκιά άλλων.

Αναρρωτιέμαι κατά πόσον κατορθώνω να γίνω κατανοητός μ' αυτά τα κειμενάκια σε όσους δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο. Ή τα βρίσκουν απλά καλογραμμένες (ελπίζω!) ασυναρτησίες.


Γελασηνός

Μελανά ενδύματα, κορακίσια μαλλιά, μαύρα μάτια, δέρμα χλωμό.

Όπως κατέβαινε τα λιγοστά σκαλιά που οδηγούσαν στον ημιυπόγειο χώρο, με βήμα λυγερό και γεμάτο αυτοπεποίθηση, θα ήταν εντυπωσιακός. Αν δεν φάνταζε τόσο μικροσκοπικός ανάμεσα στους γεροδεμένους του συντρόφους.

Είχε υποσχεθεί να φροντίσει το ζήτημα των εφοδίων χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες του ανάμεσα στον υπόκοσμο της Αργυρούπολης. Δεν άρεσε σε κανέναν από τους άλλους Γιους της Στάχτης το σχέδιό του. Κανείς τους δεν τον θεωρούσε αξιόπιστο. Μα δεν μπόρεσαν να προτείνουν κάτι άλλο. Κι έτσι τον ακολούθησαν στο άντρο της συμμορίας.


Οι κακοποιοί στράφηκαν όλοι μαζί προς το μέρος των επισκεπτών, λες και τα σώματά τους τα έλεγχε ένας μόνο νους. Στένεψαν τα μάτια τους καχύποπτα. Εκεί, στο αρχηγείο τους, στο άδυτό τους, ήταν αφέντες. Άγνωστοι περνούσαν το κατώφλι μόνο για να τους παρακαλέσουν. Ή για να τους αμφισβητήσουν.

Ο Γελασηνός χαμογέλασε πλατιά κι ήταν σαν να άνθιζε το πρόσωπό του. Τα χαρακτηριστικά του έπαψαν να είναι αδιάφορα. Έγινε κάποιος, κάποιος οικείος.

Η συμμορία σηκώθηκε αργά. Ο καθένας έσερνε την καρέκλα του κι έφερνε το χέρι του στο μαχαίρι που είχε θηκαρωμένο στη ζώνη του. Δεν είχαν ξεχάσει την προηγούμενη επίσκεψή του, κι ας είχε μεσολαβήσει σχεδόν μια δεκαετία από τότε:

Ο αρχηγός της συμμορίας ήταν σπουδαίος, όλοι τον φοβούνταν. Είχε μεγάλη αδυναμία στα τυχερά παιχνίδια. Πάντα κέρδιζε.

Αλλά πάντα έρχεται κι η ώρα που η τύχη στερεύει.

Μόλις έδυσε ο ήλιος, ήρθε ο αντίπαλος, όπως του είχε μηνύσει. Πολύ νεαρός, σχεδόν αγόρι. Μαυροφορεμένος για να δείχνει σοβαρός. Χαμογελαστός για να κρύβει τη νευρικότητά του. Με κάθε ζαριά, αποσπούσε και κάτι. Κάθε καινούριο στοίχημα τον έβρισκε νικητή. Χρήμα πέρασε στα χέρια του. Το δικαίωμα να απομυζά τους κατοίκους κακόφημων συνοικιών. Η κυριαρχία πάνω σε χρέη ακόμη απλήρωτα από εκείνους που είχαν δανειστεί.

Στον αρχηγό έμεναν πια μόνο τρία πράγματα να αποθέσει στο τραπέζι του παιχνιδιού. Η ζωή του. Η ηγεσία της συμμορίας. Η πίστη της ερωμένης του. Η πανύψηλη ξανθιά έσκυψε, αγωνιώντας να δει το αποτέλεσμα που θα έκρινε με ποιον έμελλε να κοιμάται πια. Ο λεπτός χιτώνας της κρεμάστηκε από τους ώμους της κι επέτρεψε στο Γελασηνό να θαυμάσει ακόμη περισσότερο από το λείο δέρμα του στήθους της. Σχεδόν αντίκριζε τις θηλές της. Τεντώθηκε για να δει πιο πολλά. Δυο κοκάλινοι κύβοι κύλησαν από το εσωτερικό της χειρίδας του.

Έκλεβε και τον είχαν καταλάβει.


Οι σύντροφοι του Γελασηνού τον κοίταξαν θορυβημένοι από τις απειλητικές κινήσεις των συμμοριτών. Εκείνος χαμογέλασε ακόμη πιο πλατιά.

«Είναι πολύ χωρατατζήδες οι φίλοι μου», ψιθύρισε για να τους καθησυχάσει και κατέβηκε το τελευταίο σκαλοπάτι. «Ξέρετε. Θα παραστήσουν ότι είναι έτοιμοι να μου επιτεθούν και μόλις το πιστέψετε, θα με σφίξουν στην αγκαλιά τους».

Τρεις λεπίδες κατευθύνθηκαν πάνω του από τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις. Ήταν γρήγορος, πολύ γρήγορος. Και υπεράνθρωπα ευλύγιστος. Χόρεψε ανάμεσα στα όπλα και τα απέφυγε. Οι σύντροφοί του, οι Γιοι της Στάχτης που είχε οδηγήσει ως εκεί, δεν ήταν το ίδιο προικισμένοι μ’ αυτόν. Άκουσε βογκητά πίσω του, τον υπόκωφο υγρό ήχο του ατσαλιού που καρφώνεται σε σάρκα.

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Οι Περιφέρειες - Λευκυδρίας

Η Λευκυδρία είναι το νοτιότερο άκρο της Αιγλώης, σχεδόν ξεχωριστό νησί, ενωμένο μαζί της μόνο με μια στενή λωρίδα γης που την αποκαλούν 'Λαιμό'. Αυτή η γεωγραφική ιδιαιτερότητα επηρέασε σημαντικά την ιστορία του τόπου, αν υπολογίσει κανείς ότι Μεσογαία κι η Λευκυδρία είναι οι κοιτίδες του αιγλωικού πολιτισμού. Η δεύτερη είναι επίσης εξαιρετικά ευνοημένη από τη θέση της πάνω στους θαλάσσιους δρόμου, το κλίμα της, αλλά και από τις επιλογές των κρατούντων.

[Τελευταία περιοχή της Αιγλώης! Από το επόμενο παραμύθι περνάμε οριστικά στην εξωτική Οικεία Ανατολή...]


Το στοιχειό του περβολιού

Πολλές εποχές πίσω – μπορεί και χίλιες – ήσαντε δυο περβολάρηδες.

Ο πρώτος ήτο πολύ δουλευτής. Τα χέρια του είχανε ρόζους από το σκάψιμο, το θειάφισμα, το ρόγκισμα και το πότισμα. Τα δέντρα του τα αγάπαγε σαν παιδιά του. Γι’ αυτό ανθίζανε ένα μήνα πριν από των αλλονών και καρπίζανε κι ένα μήνα παραπάνω. Και τα φρούτα τους ήσαντε μέλι, τα γλυκύτερα. Και στις βραγιές του, δυο φορές μεγάλα σαν των αλλωνών γινότανε τα λαχανικά. Είχανε να το λένε, όσοι κάτσανε στο τραπέζι του. Και πάντα έβγανε στην άκρη λίγα για κείνους που δεν είχανε βιος ν’ αγοράζουνε, και δεν άφηνε ποτέ να σαπίσουνε, ούτε πάνου στο κλωνί, ούτε στην αποθήκη, παρά τα χάριζε άμα δεν έβρισκε να τα πουλήσει. Κι οι φτωχούληδες σχωρνάγανε τα πεθαμένα του

Ο άλλος περβολάρης δεν καθότανε να σκάφτει και να ρογκίζει. Παρά έτρεχε από πόρτα σε πόρτα κι από χωριό σε χωριό, και την είχε πουλημένη τη σοδειά του πριν γουρμάσει ακόμα, κι ας ήσαντε και κατώτερα σε γεύση. Μάζευε φλουριά στο κατζέλο του, αγόραζε άλλα περβόλια σωρό. Γκρέμιζε τους φράχτες που τα χωρίζανε με το δικό του, έδιωχνε εκείνους που τα είχανε πρώτα κι έβανε αργάτες ξένους, από πέρα από το Λαιμό, να είναι φτηνοί. Εκείνοι τις δουλειές τις κάνανε όπως-όπως – τόσο ξέρανε, τόσο νοιαζόντανε.

Με τον καιρό, δε μείνανε άλλοι περβολάρηδες σε όλο το χωριό, μονάχα οι δυο τους. Ο μεγαλοπερβολάρης είχε βάλει στο μάτι τα δέντρα του αλλουνού. Δεν ήτο μονάχα που ήσαντε τόσο καλύτερα, τονε σφίγγανε κι οι περιστάσεις τον πλούσιο – βλέπεις τα δικά του τα δέντρα είχανε πιάσει να στερφεύουνε από την αφροντισιά και το χώμα στα χωράφια του ξέραινε που δεν το αφήνανε να ξαποστάσει και σπόρος δεν έπιανε πλέο φύτρα.

Ο μικροπερβολάρης είχε βρεθεί κλεισμένος γύρα-γύρα από την περιουσία του γείτονά του κι έπρεπε να περνάει μέσα από ξένο τόπο για να βγει στο χωριό και στο δρόμο. Έτσι, ο πονηρός ο πλούσιος τον έφραξε από παντού και μετά τον έπιασε και του είπε:

«Εγώ δε θέλω να σε φέρω στα δύσκολα, γείτονα. Αλλά μου είπαν οι αργάτες μου πως ποδοπατιούνται στα μποστάνια μου, όπως περνάς με το κάρο σου. Δε λες καλύτερα να μου δώσεις τη μισή τη γη σου, να σου κόψω κι εγώ ένα δρόμο δικό σου να περνάς όπως σε βολεύει; Να ‘χεις την άνεσή σου, μα να μη χάσω κι εγώ, που τον τόπο που θα πάρεις θα τον έκανα βραγιές».

Ο δουλευτής κακοκαρδίστηκε, γιατί δεν ήθελε να δώσει το μισό του το βιος, που το ‘χε η φαμελιά του από πάππου προς πάππου, να χάσει τα δέντρα του που τα ‘χε αναστημένα σαν παιδιά, το χώμα που ‘χε ποτίσει τον ίδρω του. Κι αποπάνου να πάρει αντάλλαγμα χώμα ξερό ίσα για να το πατεί. Μεγάλη κοροϊδία! Ύπνος δεν τον έπιανε το βράδυ, κοντεύανε να περάσουνε οι δέκα μέρες που είχε διορία να απαντήσει, αρχινάγανε να χαλάνε φρούτα και λαχανικά αμάζευτα. Και την τελευταία νύχτα, απόκαμε και κοιμήθηκε αργά, την ώρα που ‘ναι γλυκός ο ύπνος. Κι ονειρεύτηκε πως βγήκε από μια τρύπα στο χώμα ένα φίδι μακρύ με δυο κέρατα στο κεφάλι – το στοιχειό της γης του. Και σούρθηκε το σερπετό κάτου από την πόρτα και χώθηκε στην κάμαρη και σκαρφάλωσε να κουλουριαστεί στο προσκεφάλι του. Και σφύραγε με τη γλώσσα του και βγαίνανε ανθρώπινα λόγια στο αυτί του περβολάρη.

«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να πάρεις ένα κλωνί από κάθε δέντρο που θα σου πάρουνε και να κεντρώσεις τα δέντρα που θα σου μείνουνε. Και να πάρεις ένα λαχανικό από κάθε βραγιά που θα δώσεις, να σκορπίσεις σπόρους στις βραγιές που θα σου μείνουνε».

Έτσι έκαμε ο περβολάρης και απόχτησε μονοπάτι, όπως τα είχανε συμφωνημένα. Κι ο πλούσιος είχε να πουλάει πλέο καλά πράμματα κι έγινε δυο φορές πλούσιος. Μα και του δουλευτή δεν του έλλειψε τίποτα. Μέσα σε μια χρονιά, τα δέντρα του θεριέψανε κι από τη μια πλευρά είχανε τα δικά τους τα φρούτα, από την άλλη βγάνανε τα φρούτα από το σκέδιο που είχανε κεντρωθεί. Και στις βραγιές του φυτρώνανε αγκαλιασμένες δυο λογιώ φύτρες πλάι-πλάι, οι ντοματιές με τις φραουλιές σαν αδέρφια αγαπημένα, τα λάχανα και τα καρπούζια μαζί σαν τσαμπιά. Και ούτε φτώχυνε ο νοικοκύρης, ούτε λιγοστέψανε οι ελεημοσύνες που ‘δινε. Και τις ρίζες του, αφού είχανε μείνει οι μισές, δυο φορές πιο πολύ τις φρόντιζε.

Ο μεγαλοπερβολάρης, πάλι, είχε στραβωθεί από τα φλουριά που γυαλίζανε στα κατζέλα του, κι έχτιζε ανώγια και κατώγια για να βάνει το βιος του. Και πάλι δεν του φτάνανε και συλλογιότανε πώς να τα κάμει περισσότερα. Από τη ζήλεια του, βάλθηκε να πάρει κι άλλο από το βιος του γείτονά του. Αγόρασε ράχες κι ερημιές, κι έκλεισε το ποτάμι από παντού γύρα. Κι ύστερα, σαν καρπίσανε καλά όλες οι φύτρες και τα δέντρα, έκοψε το νερό από τα χωράφια του μεγαλοπερβολάρη και τον έπιασε και του είπε:

«Εγώ δε θέλω να σε φέρω στα δύσκολα, γείτονα. Αλλά μου είπαν οι αργάτες μου πως δε χρειάζομαι τόσα αυλάκια. Δε λες καλύτερα να μου δώσει τη μισή τη γη σου, να σου αφήσω ένα τελείως δικό σου να ποτίζεις όπως σε βολεύει; Να ‘χεις την άνεσή σου, μα να μη χάσω κι εγώ, που θα το παράχωνα το αυλάκι να το φυτέψω».

Ο δουλευτής πάλι κακοκαρδίστηκε. Να δώσει δέντρα ζωντανά και βραγιές κατάφυτες για νερό, που δεν το στερείται ούτε ο ζητιάνος; Ποιος το ‘χει ξανακούσει τέτοιο πράμμα; Μεγάλη κοροϊδία. Πάλι έχασε τον ύπνο του και δεν ήξερε τι να πει σαν τελειώσει η διορία, πού να βρει το δίκιο του. Πάλι αποκοιμήθηκε κι ονειρεύτηκε το στοιχειό να ‘ρχεται στο προσκεφάλι του σα φίδι, μα είχε μείνει το μισό σε μάκρος, σα δεντρόγαλος.

«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να κόψεις ότι φρούτο έχεις κι ότι λαχανικό, στο κομμάτι που θα σου πάρουνε. Τα μισά να τα μοιράσεις σ’ όποιον έχει ανάγκη και τα υπόλοιπα να τα ποστιάσεις στις ρίζες που θα σου μείνουνε. Τα φρούτα στα δέντρα, τα λαχανικά στις βραγιές».

Έτσι έκαμε ο περβολάρης και απόχτησε αυλάκι, όπως τα είχανε συμφωνημένα. Ο γειτονάς του σκύλιασε, γιατί είχε υπολογίσει να πάρει και τη σοδειά μαζί, μ’ αφού δεν το ‘χανε κουβεντιάσει έτσι, δεν μπορούσε να μιλήσει κιόλας. Έκαμε υπομονή, κι όλα τα δέντρα κι οι βραγιές που είχε παρμένα στανικώς καρπίσανε και πάλι διπλό έγινε το κέρδος του και κολύμπαε πια στο φλουρί. Αλλά πάλι τρωγότανε με τα ρούχα του κι ήθελε κι άλλα.

Γιατί ο μικροπερβολάρης πάλι δεν είχε πάει χαμένος. Τα δέντρα του γιγαντώσανε και βγάνανε το καθένα τριων λογιών φρούτα. Ένα από τη ρίζα τους, ένα από το κέντρωμα, ένα από το σωρό που είχε σαπίσει απάνω τους για λίπασμα. Κι οι βραγιές δε φαινότανε, από τα φύλλα και τις ρίζες και τα λαχανικά. Έπιανε ένα βλήτο να το ξεπατώσει, τράβαγε μαζί του και μια πατάτα τόση, σα γατοκέφαλο. Στρωμένος ο τόπος πρασινάδα, δεν ξεχώριζε πουθενά χώμα.

Τότε ήρθε ένας δικαστής στο χωριό, που έστελνε ο βασιλές μια στο τόσο να λύνει διαφορές. Κι ο φτονερός ο πλούσιος τον πλήρωσε, να κατηγορήσει το δουλευτή, πως ήσαντε τόσο μεγάλα τα κλωνιά από τα δέντρα του, που περνάγανε πάνω από το φράχτη και πέφτανε φρούτα στα χωράφια του μεγαλοπερβολάρη. Και πιάνανε οι σπόροι τους και δεν αφήνανε να ζήσουνε τα δικά του δέντρα. Φρούτα αλήθεια πέφτανε, τόσο θεριεμένα που ήτανε τα δέντρα του μικροπερβολάρη. Μα πού να προλάβουνε να βγούνε σπόροι! Ο πλούσιος έβανε του αργάτες του να τα μαζεύουνε και να τα πουλούνε.

Ο δικαστής έστειλε γραφή στο δουλευτή να δώσει κι εκείνο το λίγο τόπο που του ‘χε απομείνει, αφού δήθεν τον είχε βλάψει το μεγαλοπερβολάρη. Μόνο το σπίτι του θα του αφήνανε. Ο καψερός έπεσε να πεθάνει. Να μην έχει κάμει ποτέ κακό σε άνθρωπο, να κοιτάει πώς να βοηθήσει και να βρεθεί και φταίχτης; Μεγάλη κοροϊδία. Να χάσει ό,τι βρήκε απ’ τους γονιούς του κι ό,τι δούλεψε; Να βρεθεί η φαμελιά του να διακονεύει στα ύστερα; Έκαμε πέτρα την καρδιά του κι έπεσε για ύπνο. Άμα έβλεπε το στοιχειό να τον ορμηνέψει, έχει καλώς. Αλλιώς, θα σκωνότανε το πρωί να πάει να πέσει στο γκρεμό να μη ζήσει να δει ξένους στην αυλή του.

Αλήθεια, είδε πάλι ονείρατα με το φίδι. Μα είχε μικρύνει κι άλλο, σα σκουλήκι είχε καταντήσει, κι η φωνή του ήτο ξεψυχισμένη.

«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να έρθεις στην τρύπα που με είδες να βγαίνω και να βάλεις το χέρι σου. Δυο αυγά θα βρεις εκεί μέσα. Το ένα, να ξηλώσεις τα σανίδια από το πάτωμά σου και να το φυτέψεις. Το άλλο να το κρατήσεις. Κι όποιος σου ζητήσει χάρη, μην πάρεις πληρωμή».

Έτσι έκαμε ο δουλευτής και στην τρύπα βρήκε τ’ αυγά μονάχα. Το στοιχειό είχε χαθεί μαζί με τον τόπο. Ο πλούσιος έκαμε χαρές και γλέντια που είχε περάσει η αδικία του. Έλεγε πάλι διπλή θα γίνει η περιουσία του. Ο φτωχός πάλι, έκλαιγε τη μοίρα του και δεν είχε τι να κάμει να περάσει η μέρα. Αλλά δεν πείνασε. Όλοι που τους είχε κάμει καλό, τον θυμηθήκανε και κάτι του φέρνανε για το τραπέζι του, όσο λίγο είχε ο καθένας. Και μια μέρα, σαν διάβηκε ένα φεγγάρι, τι βλέπει το πρωί; Είχε φυτρώσει μέσα στο σπίτι του ένα τόσο δα δέντρο αργυρό με ένα φρούτο απάνου μονάχα στα κλωνιά του, σα μήλο μαλαματένιο.

Κι ως το μεσημέρι, χτυπάει η πόρτα του. Ανοίγει και ήσαντε οι άνθρωποι του βασιλέ, με τα μετάξια και τα βελούδα τους. Είχε πέσει ο πολυχρονεμένος άρρωστος του θανατά κι είχανε πει οι γιατροί πως δε γλιτώνει άμα δε φάει μαλαματένιο μήλο. Τέτοιο φρούτο δεν είχε ξανακούσει κανένας, έτσι πιάσανε πόρτα-πόρτα να ρωτούνε οι υπηρέτες, όπου έχει περβόλια, μην το γνωρίζει κάποιος. Μόλις άκουσε πως είναι άνθρωπος να πεθάνει, μάλιστα ο βασιλές, ο μικροπερβολάρης που δεν είχε πλέο γη, αμέσως κόβει το φρούτο του και το δίνει. Κάνουν να του αδειάσουν ένα σακί χρυσάφι στα πόδια του, δεν το θέλει. Κάνουν να του αδειάσουν ένα σακί διαμάντι στα πόδια του, δεν το θέλει. Του λένε να τον βάλουν άρχοντα σ’ όλες τι πολιτείες ως το Λαιμό, δεν το θέλει. Δεν ξέρανε τι να τον κάμουν πια, τον πήρανε κοντά τους να τα βρει με το βασιλέ.

Ντράπηκε αυτός, φτωχός άνθρωπος στα παλάτια, μα τι να κάμει. Αφού τον είχε ορμηνεμένο το στοιχειό. Ρώτα από ‘δω, ρώτα από κει, αναγκάστηκε και την ξεφούρνισε όλη την ιστορία του στον πολυχρονεμένο που είχε γίνει πια καλά. Σαν άκουσε τόσες αδικίες και τέτοια κακία, ο βασιλές έστειλε να πάρουν όλα τα πλούτη του μεγαλοπερβολάρη και να τον βάλουν στους βασιλικούς μπαξέδες να δουλέψει, ώσπου να τσακιστεί η μέση του. Ο μικροπερβολάρης δε θέλησε να πάρει το βιος του γείτονά του, παρά ζήτησε να πάρουν πίσω τα χωράφια τους όλοι οι παλιοί γειτόνοι του που τα ‘χανε δώσει στον πλούσιο. Κι εκεινού δεν του ‘λειψε τίποτα πάλι, όπως και παλιά, γιατί είχε πλέο καινούριο στοιχειό, το μικρό δεντρί που ήτο φυτρωμένο μες την ίδια την κάμαρή του.

Το δεύτερο αυγό του τι απόγινε; Το χώσανε στους βασιλικούς μπαξέδες κι έχουν κι εκείνοι πια στοιχειό από τον τόπο μας.