Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

Οι Περιφέρειες - Ευίππου

Η Περιφέρεια Ευίππου, στο νότιο μέρος της Οικείας Ανατολής, είναι δύσκολο να χαρακτηριστεί. Αποτελείται από πεδιάδες, βουνά, λίμνες και κάθε άλλου είδους γεωγραφικό στοιχείο, όλα σε μικρή έκταση. Αν υπάρχει κάτι μοναδικό στην περιοχή, εκτός από το πλήθος των εξαιρετικών αλόγων που εκτρέφονται εκεί, αυτό είναι οι νεραϊδότοποι: κοιλάδες γεμάτες φυσικούς ορθόλιθους και πετρώδεις πλαγιές με σχισμάδες στις οποίες ο άνεμος ουρλιάζει αδιάλλειπτα. Το απόκοσμο τοπίο κάνεις τους ανθρώπους να λένε πως είναι έργο η κατοικία νεράιδων.


Photo by Mila Zinkova/Edit by CillanXC. Used under the Creative Commons Attribution ShareAlike 2.5 Licence.


Η νεραϊδονύφη

Σε καιρούς παλιακούς, τον τόπο τον διαφέντευε ένας άρχοντας που είχαν να λένε για την εμορφιά του. Βρήκε και ταίρι αντάξιό του και κάμαν ένα γιο που δεν είχε ξαναδεί η Πλάση. Ψηλός, σπαθάτος, μελαχροινός, μαυρομάτης. Μα όσο μεγάλωνε, απ’ όλους το ίδιο άκουγε. Πως γυναίκα ταιριαστή του σε όψη και σε πλούτο, δε θε να βρει.

Όταν φτάσανε τα χρόνια του για παντρειά, κάμανε καλέστρα ο κύρης κι η μάνα του σε όλες τις αρχοντοπούλες να διαλέξουνε την καλύτερη. Μα καμιά δεν τους γιόμιζε το μάτι και σε καμιά δεν το παίρνανε απόφαση να δώσουνε τον κανακάρη τους. Κι εκεί που είχαν απελπιστεί κι αυτοί κι εκείνος, ένα βράδυ που καθόταν στον κήπο του και τραγουδούσε λυπημένος, σαν ένα φως να ‘πεσε στα μάτια του. Γυρνάει, τι να δει; Μια κόρη τόσο ξανθομαλλούσα που το κεφάλι της καθρέφτιζε το φεγγάρι, άσπρη σαν το γάλα και πρασινομάτα σαν τη γάτα.

Τρέχει να πάει κοντά της, δεν πρόλαβε. Καβαλίκεψε ‘κείνη ένα άτι άσπρο, έκατσε πλαγιαστά στη σέλα και μην την είδατε, μην την απαντήσατε. Πάει το αρχοντόπουλο στους γονέους του και τους λέει το και το. Εγώ ή θα πάρω αυτήνη ή θα πάω καλόγερος. Είπανε να στείλουνε κόσμο να την ψάξει, μα το αρχοντόπουλο δεν κρατιότανε. Ούτε συνοδειά έπαιρνε κοντά του. Μόνο το δαχτυλίδι της μάμμης του να το δώκει για αρρεβώνα και το πιο γλήγορο άλογο που είχανε, να φύγει αξημέρωτα ακόμα. Πώς να κάμουνε ο κύρης κι η μάνα του, του δώκανε την ευκή τους.

Παίρνει το στρατί στρατί, το δρόμο δρόμο, περνάνε μέρες, φτάνει σε μια διχάλα σε βουνί και δεν ήξερε πού να πάει. Βλέπει ένα αϊτό κουρνιασμένο σε δεντρί με το κεφάλι χαμηλά και τις φτερούγες κατεβασμένες. Ντράπηκε να τον ρωτήσει για την κοπελιά.

«Τι έχεις κυρ-αϊτέ;»

«Τι να ‘χω, που έκαμε η κυρά μου έκαμε ένα σωρό αυγά εφέτος και δεν προλαβαίνω να κυνηγάω και να ταΐζω τ’ αϊτόπουλα; Όπως πάει, δε βλέπω να μου ζούνε όλα. Να ‘σαι καλά που άκουσες τα βάσανά μου, γιατί μια κόρη που πέρασε μ’ ένα άσπρο άλογο και πήγε στο ζερβί το μονοπάτι, ούτε και ‘στάθη με καλησπερίσει».

Ευχαριστεί το αρχοντόπουλο τον αϊτό, του εύχεται καλή τύχη και πάλι πίσω στο δρόμο. Φτάνει σε διχάλα σε κάμπο και πάλι κοντοστέκεται. Εκεί ήτανε ένας περιβολάρης με τα παλικάρια του και φορτώνανε το βιος τους σ’ ένα κάρο να φύγουνε. Ντράπηκε το αρχοντόπουλο να ρωτήσει για την κόρη που ‘ψαχνε.

«Τι κακό σας βρήκε πατριώτες κι αφήνετε τη γη σας πίσω;»

«Κακό μαύρο», αποκριθήκανε. «Εφέτος γινήκανε πολλοί λαγοί και δεν προφταίνουμε να τους ξεπαστρεύουμε, μας χαλάνε όλα τα φύτρα. Πάει ο κόπος μας χαμένος και σοδειά δε θα ξαναδούμε Να ‘σαι καλά που άκουσες τα βάσανά μου, γιατί μια κόρη που πέρασε μ’ ένα άσπρο άλογο και πήγε στο ζερβί το μονοπάτι, ούτε και ‘γύρισε να μας κοιτάξει».

Βιαζότανε το αρχοντόπουλο να πάει ξοπίσω της, μα δεν του ‘κανε και καρδιά να τους αφήσει έτσι, που τον είχανε βοηθημένο. Γυρνάει πίσω, ξαναβρίσκει τον αϊτό και του λέει έτσι κι έτσι, εκεί θα πας να βρίσκεις όσο κυνήγι θες.

«Τέτοιο καλό που μου ‘καμες», αποκρίθηκε το πουλί, «πάρε το φτερό μου κι α με χρειαστείς το τσακίνεις».

Πάλι μπροστά το αρχοντόπουλο, πάει και πάει, φτάνει σε διχάλα δασωμένη και δεν ήξερε κατά πού να κάμει. Βλέπει ένα κυνηγό κι ήτανε κίτρινος σαν το φλουρί και καθότανε σε μια πέτρα να πελεκάει ένα κομμάτι ξύλο. Ντράπηκε να τον ρωτήσει για την κόρη, μες τη στενοχώρια του.

«Τι βάσανο έχεις, κυρ κυνηγέ;»

«Το βάσανο που ‘χεις και ‘συ. Του έρωτα. Άμα γυαλιστείς, θα δεις που έχεις καταντήσει σαν εμένα απ’ τον καημό. Μα εγώ πάω να χαθώ, γιατί ο κύρης της κόρης που θέλω μου ζήτησε να του φέρω ένα δέρμα για να δείξω την τέχνη μου κι όπως είναι χειμώνας, έχουν λουφάξει όλα τα θεριά και δε βρίσκω κανένα. Και στεναχωριέμαι γιατί πέρασε μια ξανθομαλλούσα και μου θύμισε τον καημό μου όπως ξεμάκραινε στο ζερβί μονοπάτι».

Το αρχοντόπουλο αγκάλιασε τον κυνηγό και του ‘πε να βαστήξει καρδιά και θα βρεθεί τρόπος, όπως βρισκότανε και για κείνο. Μετά καβαλίκεψε ξανά και πήρε το κατόπι της κόρης. Ώσπου έφτασε σ’ ένα λιβάδι και τέλειωσε το μονοπάτι και δεν ήξερε τι να κάμει. Βλέπει μελισσοκόμους και κλαίγανε τα κουβέλια τους σπασμένα. Ντράπηκε να τους ρωτήσει για το δρόμο μες τον πόνο τους.

«Τι πάθατε, μαστόροι;»

«Τι να πάθουμε; Κάθε που ξαναστένουμε κουβέλια, έρχεται μια αρκούδα και τρώει το μέλι. Δυο φορές μεγάλη σαν τις άλλες, μήτε ύπνος την πιάνει τώρα που πιάσανε χιόνια, μήτε τίποτα τη βαστάει πίσω, μήτε φοβάται σκυλί. Χτες πρόγκηξε και το άτι της αρχόντισσας που έχει το παλάτι της πέρα προς τα κει και δε στάθηκε να τη φιλέψουμε».

Βλέποντας που κόντευε να φτάσει εκεί που ‘θελε, το αρχοντόπουλο δεν κρατιότανε. Μα σκέφτηκε και τον κυνηγό που μαράζωνε και δεν του ‘κανε καρδιά να τον απαρατήσει στη μοίρα του. Ματαγυρνάει στο δάσο και του λέει το και το, εκεί θα πας να στήσεις καρτέρι, να βρεις δέρμα που δεν το ματάδε μάτι ανθρώπινο.

«Τέτοιο καλό που μου ‘καμες», αποκρίθηκε ο κυνηγός, «πάρε τη σαΐτα μου κι α με χρειαστείς την τσακίνεις».

Μετά, ποιος το κρατεί και ποιος το προλαβαίνει το αρχοντόπουλο! Περνάει και το λιβάδι και φτάνει σ’ ένα νεραϊδότοπο. Φέρνει από ‘δω, φέρνει από κει, βρίσκει μια λίμνη και δίπλα ένα γέρο πλάτανο με τα κλωνιά του γερμένα λες κι ήτανε ιτιά. Παλάτι πουθενά. Ντράπηκε να ρωτήσει το δεντρί που είχε τέτοιο χάλι.

«Τι έχεις γερο-πλάτανε;»

«Τι να ‘χω, παιδί μου; Χίλιοι και μύριοι ταξιδιώτες κοιμηθήκανε στη σκιά μου και τώρα άνθρωπος δε με πλησιάζει, γιατί έχει κρεμαστεί ένα αγριομελίσσι στα κλωνιά μου κι όποιος σιμώσει τον κεντάνε».

Το παλικάρι δάγκωσε τ’ αχείλι του, μα το λυπήθηκε το δεντρί και γύρισε πίσω στο λιβάδι να μάθει πώς να καπνίζει τα κουβέλια. Κι ύστερα γύρισε στη λίμνη κι έδιωξε το μελίσσι.

«Να ‘σαι καλά σου πάντα», είπε ο γέρο-πλάτανος. «Δυο χάρες θα σου κάμω για το καλό που μου ‘καμες. Για να φτάσεις ως εδώ, θα γυρεύεις τη νεράιδα. Περίμενε, το λοιπόν, ως να γιομώσει το φεγγάρι και να φτάσει να φέγγει ίσα πάνου απ’ το νερό. Και τότε πιάσε γερά μια φεγγαραχτίδα και γλίστρα να σε πάει τέρμα κάτου, αλλιώς δεν προφταίνεις με ανθρώπινη ανασαιμιά να φτάσεις. Και πάρε κι ένα κλωνί μου κι α με χρειαστείς το τσακίνεις».

Έτσι έκαμε το αρχοντόπουλο. Καρτέρεσε, και σαν το φεγγάρι έφτασε μεσούρανα και ασήμισε το νερό, απλώνει το χέρι, γραπώνει λίγο φως και αμολιέται. Κατεβαίνει, κατεβαίνει, περνάει δίπλα από ψάρια, και τι να δει μπροστά του, μες τη λίμνη ήταν ένα γυάλινο παλάτι που δε φαινόταν στα νερά, παρεξόν κι άμα το φώτιζε το φεγγάρι. Κι η αχτίδα που βαστούσε τον έφερε στο κατώφλι μπροστά, σα σκοινί κρεμασμένο. Διαβαίνει τη θύρα, όλα μέσα κρουσταλλένια και μαλαματένια, τέτοιο πλούτο δεν είχανε ούτε οι γονέοι του. Και σ’ ένα θρονί διαμαντένιο, η νεράιδα – που ήτανε, δηλαδή, η κόρη που κυνήγαε τόσες μέρες – και έλαμπε πιο πολύ απ’ όλα τ’ άλλα πράματα εκεί μέσα. Και γύρα της αγάλματα παλικαριών.

Τον κοιτάει καλά-καλά με τα πράσινα τα μάτια της και του λέει:

«Ήθελα να σε δω που είχανε να λένε για την εμορφιά σου, μα σ’ έκαψα με τα καμώματά μου. Τι εδώ που ήρθες, ή θα με πάρεις νύφη ή πας χαμένος. Τον βλέπεις κείνο τον τράφο; Είναι γιομάτος με τα δαχτυλίδια που μου φέρανε άλλοι γαμπροί. Μα είμαι νεράιδα και πριν πλαγιάσω με άνθρωπο πρέπει να κάμει τρεις ανδραγαθίες. Κι αν χάσει την πρώτη, τον κοιτώ και του ξεραίνονται τα χέρια. Κι αν χάσει τη δεύτερη, τον κοιτώ και παλαβώνει. Κι αν χάσει την τρίτη, τον κοιτώ και μαρμαρώνει».

Στη μοναξιά της, η νεράιδα είχε ένα χρυσό τόπι σαν όλες τις γενιάς της για να παίζει. Μα το ‘χε χαμένο καιρούς και χρόνια και δεν ημπόρεσε κανένας να το ‘βρει κι ας γυρίσανε όλο το νεραϊδότοπο, απ’ άκρη σ’ άκρη. Πρώτη ανδραγαθία ήτανε να πάει το αρχόντόπουλο να της φέρει της νεράιδας το τόπι της. Τσακίνει το αρχοντόπουλο το φτερό του αϊτού, πετάει το πουλί, γυρεύει εδώ, γυρεύει εκεί, φτάνει το μάτι του και βλέπει εκεί που τ’ ανθρώπινο δεν έφτανε. Ήτανε το χρυσό το τόπι πιασμένο μέσα σε μια βατσουνιά, μiσοξηλωμένο. Βουτάει ο αϊτός λες και χούμαγε σε περιστέρα, το πιάνει με τη μύτη του το τόπι και το φέρνει να το απιθώσει μπρος στα πόδια του παιδιού.

Ήταν κι ένα αηδόνι αργυρό, που η φωνή του ακουγόταν έλεγε ο μύθος, σαν χίλια κουδουνάκια. Κι όποιος τ’ άκουγε, λέγανε, τον πιάνανε τα γέλια απ’ τη χαρά του, δεν πα να ‘χε και πένθος ακόμα. Δεύτερη ανδραγαθία ήτανε να πάει το αρχοντόπουλο να της φέρει της νεράιδας τ’ αργυρό αηδόνι ζωντανό, να τ’ ακούει το κελάηδισμά του σαν σεργιανά στους νερένιους κήπους της. Ο αϊτός μπορούσε να το βρει που φτερουγίζει, μα μόνο σκοτωμένα ήξερε να τα πιάνει τα άλλα πουλιά, ποτέ ζωντανά. Τσακίνει το αρχοντόπουλο τη σαΐτα του κυνηγού, έρχεται αμέσως κείνος, ήξερε όλα τα καρτέρια και τα δόκανα. Απλώνει σιναπόσπορο, κεχρί και κόλλα από ρετσίνι, κατεβαίνει τ’ αργυρό αηδόνι να τσιμπολογήσει και πιάνεται, δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τις φτερούγες του. Το βάζει ευθύς σε κλουβί ο κυνηγός, το δένει σε φεγγαραχτίδα κι ίσια κάτω κυλάει, τσουπ στα χέρια του αρχοντόπουλου.

Κόντευε να κάτσει το φεγγάρι και λίγο είχανε να φαίνονται ακόμα οι αχτίδες του στη λίμνη. Τελευταία ανδραγαθία ήτανε να φτάσει το αρχοντόπουλο απάνω στην όχθη πρώτα από τη νεράιδα. Πιάνουνε κι οι δυο ν’ ανέβουνε, αλλά πού, άλλο το γλύστρισμα προς τα κάτου, άλλο το σκαρφάλωμα. Η κόρη κόντεψε να χαθεί από τα μάτια του αρχοντόπουλου, αλαφρή σα σύγνεφο, όπως όλες οι νεράιδες. Τα δικά του τα χέρια, αμάθητα από δουλειά, ματώνανε. Πού να την προλάβει. Χαμένος από τη μια, χαμένος από την άλλη. Να μείνει πίσω, μόλις καθότανε το φεγγάρι θα πνιγότανε, να φτάσει δεύτερος, θα τον μαρμάρωνε η νεράιδα. Τσακίνει το κλωνί του πλάτανου το αρχοντόπουλο, γέρνει το δεντρί, πιάνεται γερά αυτός, τον τραβάει ο γέρο-πλάτανος. Την ώρα που πάτησε το πρώτο ποδάρι της νεράιδας στην όχθη, πατήσανε και τα δυο τα δικά του μαζί δίπλα της και την κέρδεψε.

Πια δεν είχε λόγο να του πει και να τον κάμει πέρα. Αποφασίσανε να κάμουν δυο γάμους, έναν στο παλάτι της κι έναν στο δικό του, και να ζούνε το μισό χρόνο εδώ και το μισό χρόνο εκεί. Και γίνανε δυο γλέντια που δεν ξαναπεράσανε ούτε θα ξαναπεράσουνε, σαράντα μέρες να χορεύουνε οι ανθρώποι με τις νεράιδες αντάμα, κι ύστερα άλλες σαράντα να χορεύουνε οι νεράιδες με τους ανθρώπους. Καλότυχος να το ‘βλεπε!

Δεν υπάρχουν σχόλια: