Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Οι Περιφέρειες - Ανθρακίας

Οι Ανθρακιώτες μπορούν να υπερηφανεύονται για πολλά: για του εξαίρετους μηχανικούς, τα πυκνά δάση, τα πολλά ορυχεία. Αλλά πιο πολύ καμαρώνουν που διεκδικούν την ίδια καταγωγή με το Λεωσθένη, το δημοφιλέστερο λαϊκό ήρωα της Βασιλείας Αιγλωέων, νικητή ξένων εχθρών, ντόπιων τυράννων και κάθε είδους τεράτων. Στους τελευταίες δυο εκατονταετίες, οι ιστορίες γύρω απ' αυτό το μυθικό πρόσωπο έχουν γίνει τόσο πολλές κι έχουν διαδοθεί τόσο ευρέως στη Βασιλεία Αιγλωέων, ώστε έχουν απορροφήσει και αφηγήσεις κατορθωμάτων πολύ παλιότερες, οι οποίες απέδιδαν τα γεγονότα σε άλλους ήρωες.


Πώς ο Λεωσθένης βρήκε το ρόπαλο και τη γυναίκα του

Σαν γίνηκε δώδεκα χρονώ ο Λιοσθένης, έπιασε το δρόμο να δει τον κόσμο και να ‘βρει την τύχη του. Ήτανε κιόλα πιο χεροδύναμος απ’ τους αργάτες του χωριού, το χέρι του δε λάθευε με σπάθα για με κοντάρι για με σαΐτα, στα αινίγματα δεν τον κάνανε καλά οι γερόντοι.

Εκεί που διάβαινε, βρήκε τη στράτα κλεισμένη, τι είχε σειστεί η γης κι είχανε κυλήσει κοτρώνια μεγάλα σα μυλόπετρες από τη ράχη. Αντί να κάμει πίσω, το παιδί έφτυσε τα χέρια του και τα ‘τριψε και πιάνει να δίνει γρόθους. Μια ‘δω, μια ‘κει, χαλίκι γίνουντο οι βράχοι, τρύψαλα. Όσο να μεσημεριάσει και να παραϊδρώσει, είχε ανοίξει τόπο να περνάει ολάκερο κάρο. Κι από τα πουλιά και τα ζα που το είδανε, μαθεύτηκε σ’ όλο τον τόπο το κατόρτωμα, ως πέρα στα νησά.

Πάει μονάχος, παρακάτου συναντάει έναν ποταμό που κατέβαζε πάγο από το βουνό. Μες στο κρύο το νερό, περίμενε μια αρκούδα κι άρπαζε – χραπ! – τα ψάρια που διαβαίνανε και τα κατέβαζε αμάσητα. Στάθη ο Λιοσθένης και τη θάμαζε τι ογλήγορη που ήτανε.

«Γεια χαρά σου, κυρά αρκούδα», τη χαιρέτησε. «Καλή και άξα είσαι».

«Άξα είμαι», τον αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξος είν’ εκείνος που τρίφτει την πέτρα με το χέρι».

«Εγώ είμαι», της φανερώθη. «Έρχεσαι κοντά μου που ταξιδεύκω;»

«Αμ δεν έρχομαι;»

Πάνε κι δυο αντάμα, παλικάρι κι αρκούδα, παρακάτου συναντάνε τράφο και σταθήκανε να ξεδιψάσουνε. Δεν προκάμανε να σκύψουνε και σα μια σκιά να πέρασε σιμά τους και κρύωσε ο σβέρκος τους. Κι άξαφνα, να ο έλαφος με τα κέρατα να πίνει πριχού από δαύτους. Είδανε και θαμάξανε πως έτρεχε σαν τον αέρα.

«Γεια χαρά σου, κυρ έλαφε», τον χαιρέτησαν. «Καλός και άξος είσαι».

«Άξος είμαι», αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξα είν’ εκείνη που πιάνει και τρώει ζωντανό το φαΐ της».

«Εγώ είμαι», του φανερώθη η αρκούδα. «Έρχεσαι κοντά μας που ταξιδεύκουμε;»

«Αμ δεν έρχομαι;»

Πάνε κι τρεις αντάμα, παλικάρι, αρκούδα και έλαφος, παρακάτου συναντάνε λαγούμι. Και μια αλουπού έσμπρωχνε ένα μακρύ ξύλο μέσα και το κούναγε, να φαίνεται σαν να χαρχάλευε με τα νύχια της. Ώσπου ο πόντικας βγήκε σκιαγμένος από την άλλη τρύπα του σπιτικού του κι έπεσε στο στόμα της που τον παραμόνευε. Είδανε και θαμάξανε την πονηριά της.

«Γεια χαρά σου, κυρά αλουπού», τη χαιρέτησαν. «Καλή και άξα είσαι».

«Άξα είμαι», αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξος είν’ εκείνον που δεν τον προκάνω να τον βρω για να τον γελάσω».

«Εγώ είμαι», του φανερώθη ο έλαφος. «Έρχεσαι κοντά μας που ταξιδεύκουμε;»

«Αμ δεν έρχομαι;»

Πάνε κι τέσσαροι μαζί, παλικάρι, αρκούδα, έλαφος κι αλουπού, παρακάτου συναντάνε ένα στρουθί που πέταγε ψηλά. Μεσ’ από τα σύγνεφα πρόβαλ’ αϊτός και το άδραξε με τα νύχια. Έπεσε αντίθετα με τον ήλιο ο ήλιος κι ούτε ο ίσκιος του δεν πρόκαμε να τον προδώσει. Είδανε και θαμάξανε τι προσεχτικός που ήτανε.

«Γεια χαρά σου, κυρ αϊτέ», τον χαιρέτησαν. «Καλός και άξος είσαι».

«Άξος είμαι», αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξα είν’ εκείνη που τη βλέπει ο κυνηγημένος και πάλι απ’ την πονηριά της δε βρίσκει τρόπο να γλιτώσει».

«Εγώ είμαι», του φανερώθη η αλουπού. «Έρχεσαι κοντά μας που ταξιδεύκουμε;»

«Αμ δεν έρχομαι;»

Πάνε κι πέντε αντάμα, παλικάρι, αρκούδα, έλαφος, αλουπού κι αϊτός, παρακάτου συναντάνε άντρο φραμμένο με λιθάρι ριζιμιό, τρανό σα σπίτι. Φαγωθήκανε να δούνε τι βρισκότανε μέσα. Άλλος είπε μάλαμα, άλλος είπε το αθάνατο νερό, άλλος το στοιχειό του τόπου. Σφίγγει το ζωνάρι του ο Λιοσθένης, αρπάζει το κοτρώνι, αγκομαχά, το σκώνει και τ’ απιθώνει στην άκρη. Περνάνε μέσα, βρήκανε μια σκάλα. Κατεβαίνουνε, κατεβαίνουνε, μια μέρα και μια νύχτα. Φτάνουνε σ’ έναν τόπο ξένο, μ’ άλλο ήλιο κι άλλο φεγγάρι απ’ τα δικά μας.

Εκεί έτρεχε νερό κρούσταλλο και λουζότανε μια κόρη που σαν και δαύτη δεν είχε ξαναδεί ανθρώπου μάτι, η πεντάμορφη του κάτου κόσμου. Ο Λιοσθένης θαμπώθηκε κι είπε θ’ αποθάνει από τη στεναχώρια άμα δεν την πάρει γυναίκα του. Έκαμε να πάει κοντά της, μα ‘κείνη είχε κιόλα πάρει τη στράτα. Διαβήκανε οι πέντε ταξιδιώτες ξοπίσω της, φτάσανε σ’ ένα κάστρο που το φυλάγανε σαράντα γίγαντες.

«Ώρα καλή σας», χαιρέτησε ο Λιοσθένης, «μόνο μεριάστε, τι γυρεύω ταίρι και δε με στομώνει μήτε άνθρωπος μήτε θεριό τούτη την ώρα».

«Όποιος έχει ανάκαρα να φτάνει εδώ», είπανε ούλοι οι γίγαντες αντάμα και σείστηκε ο τόπος με τη βοή, «έχει να περνάει όσα τον βάλουμε. Κι άμα τα κάνει, παίρνει την αδερφή μας. Άμα δεν τα κάνει, μας δίνει την καρδιά του να τη φάμε, να πάρουμε την αντρειοσύνη του».

Οι σύντροφοι λιγοψυχήσανε σαν είδανε τον τόπο γιομάτο από άρματα παλικαριών που είχανε αφημένη εκεί την ψυχή τους, μα ο Λιοσθένης δεν έκανε πίσω.

«Βάλτε ό,τι αγαπάτε», καυκήθηκε, «άλλο γαμπριάτικο αντίδωρο δεν έχω να σας κάμω παρά το θάρρος μου και θα το ιδείτε καλά».

Κάμανε οι γίγαντες βουλή και τον πήγανε σε μια βαλανιδιά που έστεκε μονάχη, να την κόψει πριχού να ξημερώσει. Χιλιοχρονίτικη ήτανε και τόσο παχιά που δέκα παληκάρια δε φτάνανε να πιαστούνε χέρι-χέρι να στήσουνε χορό γύρα της. Όσο την πελέκαγε από τη μια ο Λιοσθένης, εκείνη έθρεφε από την άλλη. Πελέκησε από δεξά, πελέκησε από ζερβά, στόμωσε το τζικούρι του, στο τέλος καταράστηκε την τύχη του κι ότι κόντευε να λαλήσει ο κόκορος και να προβάλει ο ήλιος, πιάνει το δεντρί από τις ρίζες και του δίνει μια μ’ όλη του τη δύναμη και το ξεπατώνει. Χωρίς της μάνας γης τον κόρφο, ψόφιο ήτανε πια και το λιάνισε όπως τ’ άρεσε.

Οι γίγαντες σα να είδανε τα σκούρα, πως δεν τον κάνουνε καλά το γαμπρό με πράματα που να θένε δύναμη. Πάλι κάμανε βουλή κι είπανε να σείσουνε μια καστανιά κι άμα φτάσει φύλλο ίσαμε το χώμα, πάει χαμένος. Πιάνει ο μεγαλύτερος αδερφός, σβουρίχτει μια στο δεντρί, δεν έμεινε φύλλο σε κλαρί. Είπανε πως θα τον χαλάγανε πια το Λιοσθένη – δυο χέρια είχε, δεν πρόκανε να τα πιάσει όλα. Μα τον είδανε να μην κουνεί καθόλου. Έπιασε κι έριχτε σαΐτες τη μια πίσω στην άλλη και τα σούβλιζε στον αέρα δέκα-δέκα τα φύλλα και τα κόλλαγε στο ξύλο. Στο τέλος περισσεύανε ακόμα, κι άλλη σαΐτα δεν είχε να πετάξει. Πέταξε το κοντάρι του και πάλι έμεινε ένα, πέταξε το μαχαίρι του και το πρόκαμε το φύλλο και το κόλλησε ίσα που θ’ ακούμπαγε στη γης.

Απολπιστήκανε πια οι γίγαντες πως ετούτο το γαμπρό δεν είχανε να τον χαλάσουνε παρά με ατιμία. Καμωθήκανε το λοιπό πως στρέχουνε για το γάμο, μα πρώτα να κάμει προετοιμασίες άμα είναι άξος. Να φέρει νυφιάτικη φορεσά από τη Νιάπολη. Να γιομώσει σαράντα και δύο κοφίνια φαγιά για το τραπέζι – να φάνε κι αυτοί κι ατός του κι η νύφη. Να πάρει το δαχτυλίδι της μάνας τους της γιγάντισσας που το φυλάγανε αναμεταξύ τους, ποιος ξέρει ποιος αδερφός. Όλα τούτα, πριχού περάσουνε εφτά μερόνυχτα.

Ευτύς ο αϊτός, η αρκούδα κι ο έλαφος κινήσανε ορμηνεμένοι, μα ο Λιοσθένης έγειρε στο χορτάρι και το ‘στησε να παίζει ζάρια με την αλουπού. Οι γίγαντες είχανε σταθεί ο ένας σιμά στον άλλο να φυλάνε το δαχτυλίδι και τον θωρούσανε με μισό μάτι.

Διαβαίναν’ οι μέρες, και δεν έλεγε να σκωθεί ο Λιοσθένης. Αρχίνησε η αρκούδα να ποστιάζει κοφίνια με ψάρια, μάζωξε σαράντα και έξι – τι λες, οι τέσσαροι σύντροφοι του παλικαριού νηστικοί θα μένανε, για δε θα τους καλάγανε στο τραπέζι; Ότι πήγαινε να περάσει κι η μέρα η στερνή, ακούνε ποδοβολητό και ‘φάνη μπουχός. Να και φτάνει κι ο έλαφος με τη φορεσά της νύφης, άσπρη κι αργυρή.

«Άργεψα», λαλεί, «τι σκιαζόμουνα μην ιδρώσω και στάξει στο μετάξι».

«Τσάμπα πήγες κι ήρθες», καυκηθήκανε οι γίγαντες. «Τι το δαχτυλίδι δεν έφτασε τον γαμπρό το χέρι».

«Μπα», αποκρίθη η αλουπού, «τώρα πίσω-πίσω; Έχει μέρες που σας το ‘χει παρμένο».

Οι γίγαντες κιτρινίσανε σαν το μάλαμα κι εκείνος που είχε τον αρραβώνα απάνου του, έβαλε το χέρι στο τζελπένι του και τον φανέρωσε, να σιγουρευτούνε. Και να ο αϊτός βούτηξε από κει πού ‘τανε κουρνιασμένος, στις πολεμίστρες του κάστρου. Έπιασε στα νύχια τον κεντημένο κρίκο και πήγε και τον απίθωσε στο χέρι του Λιοσθένη. Κι εκείνη τη στιγμή έκατσ’ ο ήλιος και πάει η στερνή η έβδομη μέρα.

Άλλο δεν είχανε να πούνε πια οι γίγαντες, τον είχανε πάρει από φόβο το γαμπρό τους. Κατεβάσανε την αδερφή τους από την κάμαρή της – που τα ‘χε όλα ιδωμένα από τα παραθύρι και τον είχε βάλει στην καρδιά της το Λιοσθένη – και τον αφήκανε να της περάσει το δαχτυλίδι. Και μετά πήγανε ούλοι αντάμα και στρώσανε τραπέζι στον τόπο που ήτανε πρωτύτερα η χιλιόχρονη βαλανιδιά. Ψήσανε τα ψάρια, φέρανε καρβέλια, φάγανε κι ήπιανε κρασί ανέρωτο. Βάλανε δικές τους κούπες οι κουνιάδοι, τρανές σαν κουβάδες, ώσπου οι τέσσαροι σύντροφοι, αρκούδα, έλαφος, αλουπού κι αϊτός γλαρώσανε και σέρνανε τα ποδάρια τους.

Τότε φανερώσανε οι γίγαντες πως ακόμα ατιμίες είχανε στη βουλή τους. Ο μικρότερος, ίσα αψηλότερος από άνθρωπο, πήγε κρυφά και έσυρε τη σπάθα του Λιοσθένη από τη θήκη της και τον άφησε πια ξαρμάτωτο, που δεν είχε πια μήτε τζικούρι, μήτε σαΐτα, μήτε κοντάρι, μήτε μαχαίρι. Κι οι άλλοι αδερφοί πιάσανε ό,τι είχανε, ματζούκια, σπαθιά, τζικούρια, να τον χαλάσουνε το γαμπρό. Μα δεν είχανε να κάμουνε με παιδί σαν τ’ άλλα, να το ζαλίζει το κρασί, μήτε βαρέλι ολάκερο. Ο Λιοσθένης ούτε δε γνώριζε φόβο, δε γνώριζε κόπο. Έπιασε ένα από τα ποδάρια του τραπεζού, το ξεστέλιωσε και αρχίνησε να βαρεί όπου έφτανε. Χέρια τσάκιζε, κεφάλια άνοιγε, τους ξεπάτωσε όλους παρεκτός του μικρού που δεν τόλμαγε να ζυγώσει στην αμάχη. Είπε κι εκείνον να τον χαλάσει, μα έπεσε η νύφη στα πόδια του και τον παρακάλεσε να κάμει πίσω, τι δεν είχε βάλει ποτέ ο στερνός αδερφός ανθρώπινο κρέας στο στόμα του.

Είπαν κι οι τέσσαροι σύντροφοι, αρκούδα, έλαφος, αλουπού κι αϊτός, να δώσει τόπο στην οργή και τους έκαμε το χατίρι. Μα τον έβαλε τον κουνιάδο του να δώσει όρκο πως δε θα γινότανε ποτές του φονιάς κι άδικος σαν τους μακαρίτες. Και δαύτος, για να ευχαριστήσει το γαμπρό του, έπιασε και σιδερόντυσε το ξύλο που χάλασε τ’ αδέρφια του, να το κάμει πρώτο αναμεταξύ στα άρματά του ο Λιοσθένης.

1 σχόλιο:

Ευθυμία Δεσποτάκη είπε...

Άιντε, καιρός ήταν για ένα παραμυθάκι ακόμη. Ωραίο το θέμα της ριζιμιάς πέτρας!