Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Οι Περιφέρειες - Νεάπολης

Η Περιφέρεια Νεάπολης είναι σχεδόν ταυτόσημη με την ίδια τη Νεάπολη. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών και κωμοπόλεων πηγαινοέρχονται τόσο συχνά στην πρωτεύουσα για δουλειές, ώστε είναι σχεδόν κι αυτοί μέρος του πληθυσμού της. Οι κάτοικοι της μακράν μεγαλύτερης πόλης της γνωστής Πλάσης, είναι ένα πλήθος, υπερήφανο για τη δύναμη που του δίνει ο αριθμός των μελών του, η ποικιλομορφία του κι η αστική του παράδοση. Κυκλοφορούν αμέτρητες ιστορίες, παραμύθια και μύθοι, ακόμη και παροιμίες, με πρωταγωνιστές τον Πρώτο Αυτοκράτορα και τους συνεργάτες του, σε βαθμό αυτά τα πρόσωπα να έχουν χάσει κάθε ιστορικότητα και να έχουν μετατραπεί σε αφηγηματικά αρχέτυπα.

Το χρυσό το μήλο
(παραμύθι που λένε οι ζητιάνοι)


Ο Πρώτος Αυτοκράτορας, που λέτε, έβγαινε από το Παλάτι κάθε τόσο με το χρυσό φορείο του που το κουβανούσανε δέκα υπηρέτες στους ώμους τους. Ήθελε να βλέπει την πόλη που είχε φτιασμένη και να τη θαμάζει, τι είχε ν’ αφήσει πίσω να τον σχωρνάνε οι κατοπινοί ως τα σήμερα κι ακόμα. Δέκα χρόνια γυρνούσε, κι ακόμη δεν την είχε δει όλη, τόση που είναι.

Μια μέρα, είπε να δει και πώς ζούμε κι εμείς οι παρακατιανοί και πήρε να κατεβαίνει την Κωπαϊνή. Ότι έφτασε εδώ δίπλα, στην Κρήνη του Κυριανού και είδε τους ζητιάνους του παλιού καιρού, μαύρισε η ψυχή του. Τι να την κάμει μετά τη μαρμαρένια κόρη στην Κρήνη, άμα έχει και τόση ασκήμια γύρω; Ποιος θα γυρνάει να την κοιτάξει, αντί να κλείνει τα μάτια και να περνάει στα γρήγορα;

«Μη στεναχωριέσαι διόλου», του λέει ο Έπαρχος που ήτανε μαζί του στο φορείο. «Να στους διώξω εγώ όσο να πεις κύμινο. Τι κατάλαβες τόσον καιρό που δε με άφηνες; Τώρα τους είδες και με τα μάτια σου κι ησύχασες».

Ύστερα, ο Πρώτος Αυτοκράτορας έκαμε ένα φεγγάρι να φανεί από το Παλάτι, όπως τον είχε ορμηνεμένο ο πονηρός ο Έπαρχος. Έπιασε κι έλεγε ο κόσμος πως αρρώστησε ο κύρης μας και φέρνανε γιατριές και μαντζούνια και καταπότια, μα δεν τον έπιανε τίποτα. Και κρέμασε ο κόσμος μαύρα πανιά στα παναθύρια, πένθος πριν καν πεθάνει ο άνθρωπος. Ώσπου στο τέλος μαθεύτηκε η αλήθεια από μια μαγείρισσα πολύ κουτσομπόλα, που δεν κρατιότανε να μη βάλει ξόμπλια για κανένανε και για τίποτις. Είχε, λέει, βγάλει ο Αυτοκράτορας μιαν άσπρη τρίχα κι είχε πέσει να πεθάνει από το κακό του που γέρναγε και είχε να βρίσκει μόνο κακά κι αρρώστιες πια.

Κι αφού όλοι οι καλοστεκούμενοι γερόντοι πήγανε στο Παλάτι και του είπανε τι τρώγανε και πόσο και τι άλλο κάνανε κι ήτανε κοτσονάτοι, στο τέλος ήρθε κι ένας σοφός από τα μέρη των Δηωτών που ήτανε, λέει, χίλιω χρονώ. Ψόματα, ντε. Ήτανε ο Έπαρχος, βαμμένος με καπνιά και μια τουλούπα μπαμπάκι για άσπρα γένια. Τους έβαλε αυτός στο νου πως είναι λέει μια μηλιά σε άγριους τόπους, και βγάνει χρυσά μήλα μια φορά στα χίλια χρόνια κι όποιος τον φάει τον καρπό της, θα μείνει νέος ως τα στερνά του κι αρρώστια δε τον ξαναρίχνει στο στρώμα. Μόνο για να το βρει το δέντρο άνθρωπος, πρέπει να μην είναι γερός, να ‘χει κάτι να γιατρευτεί.

Όσο να πεις κύμινο, όλοι οι αναπήροι βρεθήκανε όξω από τις πύλες. Άλλοι γιατί τόσο τους έκοβε, ότι αυτοί τάχα θα σώνανε τον Αυτοκράτορα, άλλοι κανακεμένοι με φλουριά κι άλλοι σπρωγμένοι με το ζόρι, με το κοντάρι στην πλάτη. Πήρανε όλοι μαζί τη Βασιλική Οδό, κουτσαίνοντα, σκουντουφλόντα, σέρνοντα, όπως μπορούσε ο καθείς. Μερικοί πάει καλιά τους, δεν ήταν για τίποτις άλλο από διακονιά. Άλλοι κουτσοβολεύανε καμιά δουλίτσα και σταθήκανε στα χωριά που συναντάγανε κι άμα ξεμάθανε το καθισό μπορέσανε και παντρευτήκανε και ξεκινήσανε ζωή καλή. Άλλοι-παράλλοι, πάλι, αποκάμανε και ξαναπιάσανε τη ζητιανιά, αλλά σε καινούριο τόπο πια. Καλώς-κακώς, την ξέμαθε τη φάρα μας η Νεάπολη εκείνα τα χρόνια.

Λίγοι φτάσανε και σε ξένους τόπους και κάμανε καλά ή άσκημα, κατά τον κόσμο που ζούσε σ’ εκείνα τα μέρη. Στο τέλος δεν είχε μείνει άνθρωπος να ρωτάει πια για το δέντρο με τα χρυσά τα μήλα, μονάχα τέσσαροι που είχανε πιάσει φιλία, ένας στραβός, ένας λωλός, ένας κουτσός κι ένας κουφός. Αυτοί άλλο τίποτις καλύτερο δεν είχανε βρει να κάμουνε στο δρόμο και δε σταθήκανε πουθενά, αλλά και κακό δεν τους είχε βρει, μιας και βοηθάγανε ο ένας τον άλλο. Με υπομονή, με καλή οικονομία, με κουβέντα, τα καταφέρανε και φτάσανε ως το Ραδινό, που ξεκινάνε τόποι απολίτιστοι.

Εκεί ήτανε ένας βαρκάρης που πέρναγε τον κόσμο απέναντι στο ποτάμι. Κι οι αναπήροι βρήκανε μπροστά τους παλικάρια. Ήτανε αρχοντόπουλα στους τόπους τους κι είχανε αποφασίσει ο καθένας να βρει το χρυσό το μήλο για τον βασιλέ του, σαν ακούσανε για δαύτο. Έτσι, θα τους ιστορούσανε σε τραγούδια, θα καλοπαντρευότανε, θα τους λούζανε στα φλουριά και θα τρώγανε κι οι ίδιοι από το δέντρο, να μείνουμε νέοι ως τα στερνά τους. Κι αφού έπρεπε να είναι λειψοί, είχε ο καθείς κόψει το μικρό του το δαχτύλι.

Αυτοί πλερώσανε και πήγανε απέναντι δια μιας. Οι αναπήροι δεν είχανε μήτε χάλκινο. Ο βαρκάρης σταύρωσε τα χέρια και τους λέει:

«Γιατί να τραβήξω κουπί για τα μούτρα σας; Μην και σας χρωστάω από πουθενά;»

Αποκρίθηκε τότε ο λωλός, που έτρεχε η γλώσσα του πιο μπροστά από το μυαλό του:

«Δε μας χρωστάς, λες; Δεν είσαι γερός του λόγου σου; Δεν είναι και τ’ αδέρφια σου και τα παιδιά σου; Δε θες να κάμει και γερά εγγόνια; Σαν δε γεννιόμαστε εμείς να είμαστε λειψοί, κάποιος άλλος θα ήτανε. Ξέρεις αν ήσουνα εσύ ή οι δικοί σου;»

Δεν έβρισκε τι να πει ο βαρκάρης, δεν το ‘χε ξανασκεφτεί κιόλα, τους φόρτωσε και τους πάει απέναντι. Εκεί είδανε σκοτωμένους σωρό, είχανε ορμήσει οι βάρβαροι στα παλικάρια κι είχανε περαστεί λεπίδι. Όσοι γλιτώσανε, είχανε κρυφτεί στα δάσα και σαν είδανε τους τέσσερις φίλους, πέσανε να ξεπληρώσουν σ’ εκείνους το αίμα. Ο κουφός δεν άκουσε τίποτις να σκιαχτεί, ο κουτσός δεν πρόφταινε να γλιτώσει, ο στραβός δεν ήξερε πού να πάει, ο λωλός πού να πήγαινε μοναχός του; Σαν τους είδανε οι βάρβαροι πως δεν αρχίσανε να τρέχουνε, μήτε και είχανε όπλα στα χέρια, είπανε πως κάτι παραπάνω θα ξέρουνε ετούτοι και δεν τολμήσανε να τους πλησιάσουνε.

«Ας τους», είπανε, «ας μην τους κόψουμε εμείς. Θα τους κόψει ο Δημιουργός όποτε είναι η ώρα τους».

Έτσι, περάσανε κι από κει και φτάσανε σε μια σπηλιά που απόξω στεκότανε μια γριά άσκημη, ψηλή και κοκαλιάρα, με μαλλιά σα σκοινιά.

«Μην ξέρεις από πού πάνε για το δέντρο με τα χρυσά τα μήλα, καλή κυρά;», τη ρωτήσανε.

Εκείνη άναψε ένας φανάρι και μπήκε στη σπηλιά και τους έκαμε νόημα να πάνε ξοπίσω της. Πηγαίνανε-πηγαίνανε, φτάνουνε σε μια κάμαρα μεγάλη σαν παλάτι, γεμάτη πέρα για πέρα και από το πάτωμα ως το ταβάνι με φλουριά. Μες τα φλουριά στεκότανε ένα παιδί όμορφο και ξανθό και τους είπε άμα θέλουνε να τους δώσει από ένα σακί άπατο, να βάλουνε μέσα όσα φλουριά τράβαγε η ψυχή τους. Εκεί λιποψυχήσανε κι είπανε να παρατήσουνε το χρυσό το μήλο, μα το παιδί έπιασε και κύλαγε τα φλουριά στη χούφτα του, να τα δούνε να τα ζηλέψουνε. Οι τρεις σκεφτότανε πως θα κάνανε ζωή χρυσή, γιατί άμα είσαι πλούσιος, κανένας δε σε κοιτάει άμα έχεις ένα χέρι ή ένα ποδάρι. Μα ο στραβός τους πήρε στανικώς να προχωρήσουνε και να προκάμουνε τη γριά που είχε πιάσει και ξεμάκραινε. Σαν τη φτάσανε, τους λέει εκείνη:

«Καλά που δε σταθήκατε, γιατί άμα σκοτεινιάζει, το παιδί γίνεται θεριό που τρώει ανθρώπους. Πριν λίγο στάθηκε ένας Περατινός και τώρα δεν είχε ούτε κοκαλάκι να δείτε».

Λέει κι ο στραβός:

«Τι να σταθούμε. Ψεύτικα ήτανε τα φλουριά. Τα άκουγα εγώ που δεν κουδουνίζανε σωστά, όπως τα χρυσά που ‘χει ο κόσμος στο πουγκί και δε μου δίνει».

Εκεί η γριά τους έπεψε να προχωρήσουνε μοναχοί. Χωθήκανε βαθύτερα στη σπηλιά, πηγαίνανε-πηγαίνανε και βρίσκουνε άλλη γριά άσκημη, αδερφή με την πρώτη. Ετούτη ήτανε χοντρή και ιδρωμένη και αγκομάχαγε με κάθε ανάσα και κάθε βήμα και κάθε λόγο. Τους έδωσε ένα αναμμένο φανάρι και τους είπε:

«Σαν βρείτε μια αδερφή μου που είναι ακόμα πιο κάτω, μην λησμονήσετε να της πείτε

να ξυστρίσει τ’ άλογο το ξεξύστριστο,
το ξεπέταλωτο, το ξεκαπιστρωμένο.
Ν’ αλέσει το κριθάρι το ανάλεστο,
το άλιαστο, το ξαναποκρισαρωμένο.
Και να γανώσει το κακάβι το ξεγάνωτο,
το καλοξεπλυμένο, το καλοξανακολλημένο.


Όπως σας το λέω, έτσι να το πείτε».

Ο λωλός πήρε το φανάρι, έπιασε να μουρμουράει το γλωσσοδέτη της γριάς πάλι και πάλι, σαν το μουρλό το τούμπανο, και έκοψε μπροστά, ξοπίσω κι οι άλλοι. Πιο πέρα, βγήκανε σε ανοιχτό τόπο, ένα δάσο σκοτεινό, στριμωγμένο ανάμεσα σε δυο βουνά, σε μια γούβα σαν αμασχάλη. Είχε νυχτώσει για τα καλά και δίχως το φανάρι, μήτε και θα ξέρανε πού πάνε και πού είν’ το μονοπάτι. Πηγαίνανε-πηγαίνανε κι αρχίσανε κι ακούγανε λύκους ν’ ουρλιάζουνε, όλο και πιο σιμά. Πιαστήκανε χέρι-χέρι και ανοίξανε όσο μπορούσανε το βήμα, μα φτάσανε και βλέπανε κόκκινα μάτια μέσα στα δέντρα.

Λέει τότε ο κουτσός:

«Αμολυθείτε, αδέρφια, και τρέχετε. Ας μείνω εγώ παραπίσω. Άμα είναι να φάει απόψε το κοπάδι, ας φάει ένανε μονάχα, μη μας φάει όλους άδικα».

Στην αρχή δε θέλανε, μα σαν είδανε πως άλλο δε μπορούσε να γενεί, σταθήκανε, τον φιλήσανε σταυρωτά και δώσανε δρόμο. Προχώραγε κι εκείνος όπως-όπως, έβλεπε και δεν έβλεπε στα σκοτάδια, μα δεν ήθελε και να σταθεί να πεθάνει, κι ας μην το ‘λπιζε να γλιτώσει. Εκεί που προχώραγε, βρίσκει ένα παιδί όμορφο με μαλλιά καστανά κι έκλαιγε. Είχε γυρίσει το ποδάρι του όπως έτρεχε και δεν μπορούσε πια να περπατήσει διόλου. Το λυπήθηκε ο κουτσός και το φορτώθηκε στην πλάτη, ας πήγαινε τώρα πιο αργά ακόμα. Λέει, άμα μας φτάσουνε τα θεριά, το πετάω μες τα δέντρα το παιδί και άμα δεν το μυριστούνε, γλιτώνει.

Μόλις σιμώνουνε οι λύκοι κι είπε πάει χαμένος, πηδάει το παιδί χάμω και γίνεται άντρας ολόκληρος. Κάνει μια έτσι με το χέρι του και τα ζώα σταθήκανε και λουφάξανε και δεν τολμάγανε να κάμουνε βήμα.

«Καλά που δε με παράτησες, όπως με είδες», λέει το παλικάρι με τα καστανά μαλλιά. «Θα σε κάνανε μια χαψιά σα σε βρίσκανε μονάχο τα θεριά. Έτσι έκαμε κι ένας Δαετός που πέρασε, είπε ‘ο καθένας ότι είναι άξιος ατός του, ας κάμει’. Και δεν έμεινε από τούτονε τίποτις να σαβανώσει η μάνα του και να κλάψει η αδερφή του».

Τι να πει ο κουτσός; Ευχαρίστησε κι έδωσε να προλάβει τους άλλους. Εκείνοι είχανε φτάσει πέρα απ’ το δάσο, εκεί που άνοιγε δεύτερη σπηλιά στο βουνό και περίμενε δίπλα σε βράχια πεσμένα μια γριά καμπούρα, με μια μύτη κι ένα σαγόνι τόσο γυρισμένα που αγγίζανε μεταξύ τους. Όπως πήγαινε μπρος ο λωλός, πριν προλάβουνε να τη χαιρετίσουνε οι άλλοι, της λέει:

«να ξυστρίσει τ’ άλογο το ξεξύστριστο,
το ξεπέταλωτο, το ξεκαπιστρωμένο.
Ν’ αλέσει το κριθάρι το ανάλεστο,
το άλιαστο, το ξαναποκρισαρωμένο.
Και να γανώσει το κακάβι το ξεγάνωτο,
το καλοξεπλυμένο, το καλοξανακολλημένο».


Του λέει εκείνη:

«Μπράβο, παλικάρι μου. Οι άλλοι κουτσά-στραβά το είπανε και περάσανε. Ο Ελεβός που σκέφτηκε πώς δεν τον ξαναβλέπω και δε με έχει ανάγκη, πήγε να περάσει έτσι και τον πλακώσανε τα βράχια. Εσύ τέλεια και παρατέλεια το είπες, γι’ αυτό θα σου δώσω ορμήνια: τον κουφό βάλτε μπροστά τώρα».

Έτσι κάμανε, και με τον κουτσό πάλι στη συντροφιά τους, χωθήκανε στη σπηλιά. Πηγαίνανε-πηγαίνανε, μισόσβησε το φανάρι τους και πηγαίνανε ψηλαφιστά, ώσπου φτάσανε μπρος σε μια στενή τρύπα και μπροστά της ήτανε ένας σκύλος μεγάλος και μαύρος. Ήτανε δεμένος με αλυσίδα και δε μπορούσε ούτε να χιμήσει, ούτε να φύγει. Μόνο αλύχταγε και έβριζε με ανθρώπινη φωνή και περιγέλαγε τους αναπήρους, πως φτάσανε τέσσαροι ως εκεί γιατί δεν όλοι μαζί δεν κάνουν έναν άντρα σωστό. Κοντά στο σκύλο, ήτανε αφημένο ένα τσεκούρι με μακρύ στειλιάρι. Οι άλλοι είχανε αφρίσει με τα όσα ακούγανε, θέλανε και να περάσουνε, είπανε να σκοτώσουνε το σκυλί. Μα ο κουφός πήγαινε μπροστά και πρόλαβε και πήρε το τσεκούρι πρώτος. Ετούτος δεν είχε ακούσει καμιά βρισιά και έβλεπε και καλύτερα που ήτανε μαθημένος να ‘χει μάτια μοναχά. Δίνει μια καλή μες το σκοτάδι με τη φαρδιά μεριά του τσεκουριού και τον ξαπλώνει κάτω το σκύλο, ζωντανό ακόμα.

Δεν προλάβανε να τον δρασκελίσουνε, ξαναπετάγεται θεριεμένη η φλόγα του φαναριού, φωτίζεται ο τόπος, γίνεται ο σκύλος παιδί όμορφο με μαλλιά μαύρα. Λέει:

«Καλά και τρίκαλα που δεν κάματε καθόλου να με σκοτώσετε. Και να μου δίνατε μία να μου πάρετε το κεφάλι, πάει καλά. Έναν Κουβράτος που πήγε να περάσει, από τα νεύρα του και το κακό του, μου έδωσε μια και δυο και δέκα και με έκαμε κομμάτια κι ύστερα ζωντάνεψα και τον έφαγα. Άιντε τώρα και το ‘βρατε το δέντρο, πιο κάτω είναι. Μόνο ό,τι κάμετε κι ό,τι πείτε, καλά να το στοχαστείτε».

Λίγο ακόμα πήγανε, φτάσανε σε ένα δέντρο τόσο ‘δα, κοκκινωπό, με ένα χρυσό μήλο μονάχα να κρέμεται στα κλωνιά του. Δεύτερο δεν είχε, μήτε φύλλο. Δίπλα στεκότανε μια γριά, αδερφή με τις άλλες τρεις. Ετούτη ήτανε μαυριδερή και ζαρωμένη σα σταφίδα, τόσο που ίσα ξεχώριζε το στόμα της το φτενό μέσα στις άλλες γραμμές στα μούτρα της. Καλοσώρισε τους τέσσαρους φίλους και τους λέει:

«Άτυχοι είσαστε, παιδιά μου. Το χρυσό το μήλο είναι καινούριο, σε χίλια χρόνια θα ξαναγενεί καινούριο. Τόσο κόπο κάματε να φτάσετε, ένας σας θα φάει μονάχα».

Απογοητευτήκανε, το κουβεντιάσανε. Κανένας τους δεν ήθελε να το στερήσει από τους άλλους, ξέρανε πως όποιος γενεί γερός, θα τους καταφρονήσει τους άλλους και δε θα ‘νε φίλοι πια. Έτσι είπανε να το πάρουνε το φρούτο και να το πάνε στον Αυτοκράτορα που το ήθελε από την αρχή και ήτανε και της σειράς του. Μόλις συμφωνήσανε, πάνω στη στιγμή, φτάσανε κι άλλες τρεις γριές και το δέντρο ζωντάνεψε κι έγινε παιδί όμορφο με μαλλιά κόκκινα. Στο χέρι του το δεξί κράταγε το χρυσό το μήλο και το ‘δινε.

«Είστε άξιοι να το πάρετε», τους συντυχαίνει. «Τόσα κάματε σωστά και περάσατε. Άμα λέγατε εσείς να το φάτε το χρυσό το μήλο κι εκεινού που του το τάξατε να μην του πάτε τίποτις, σαν που είπε ο Δάνονας, θα σας πιάνανε οι ρίζες μου και θα σας τραβάγανε ζωντανούς στο χώμα».

Έκαμε ο λωλός ν’ απλώσει το χέρι, μα στάθηκε σα μιλήσανε οι γριές:

«Δεν κάνει να σας το πει το παιδί, μα το χρυσό το μήλο είναι η ζωή του. Άμα μείνουνε γυμνά τα κλωνιά, πάει, σβήνει και χάνεται».

Τέτοιο πράμμα, ούτε να το ακούσουνε οι αναπήροι. Γυρίσανε όπως ήτανε να φύγουνε, όπως είχανε έρθει. Μα πάλι μπροστά τους είδανε το δέντρο, αντί να μείνει πίσω από την πλάτη τους το παιδί. Και τώρα τα κλωνιά του ήτανε βαριά από τον καρπό και κοντεύανε να σπάσουνε. Κι οι γριές είχανε γενεί πανώριες νιες, με χαμηλό το βλέμμα. Ετούτες επιμείνανε και τους ταΐσανε με το ζόρι τα φρούτα, ένα στον καθένα, κι ήτανε γλυκά-ολόγλυκα.

«Τώρα είστε αλήθεια άξιοι», είπε η φωνή του παιδιού που ήτανε δέντρο. «Άμα σαν τον Δηώτη που έφτασε ως εδώ, κι όλα τα άλλα τα έπραξε σωστά, δε σας ένοιαζε ούτε ο εαυτός σας, μα δε σας νοιάζανε κι οι άλλοι για να κάμετε το σκοπό σας, πάλι χαμένοι θα πηγαίνατε και δηλητήριο θα ήτανε το μήλο το χρυσό στ’ αχείλι σας».

Κι έτσι πάψανε να ‘ναι λειψοί οι τέσσαροι φίλοι, γίνανε γεροί και σωστοί στα όλα τους και παντρευτήκανε τις τέσσαρες πανώριες. Μα το χρυσό το μήλο κάνει τους ανθρώπους να ξεχνάνε όλους τους παλιούς πόνους, κι έτσι ξεχάσανε κι εκείνοι τη Νεάπολη και μείνανε στις σπηλιές να φυλάνε το δέντρο με τις γυναίκες τους. Ποιος το ξέρει, μπορεί και ως τα σήμερα κι ακόμα.

Κι ο Πρώτος Αυτοκράτορας που ‘χε αρχίσει πια να γερνάει, μήλο χρυσό δεν έλαβε και πέθανε όπως ο καθείς. Κι άμα πέθανε κι ο Έπαρχος ο πονηρός, ξαναγέμισε η Νεάπολη σιγά-σιγά με ζητιάνους και κρατάει η φάρα μας μέχρι τα σήμερα κι ακόμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: