Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Οι Περιφέρειες - Μυρίανδρος

Η Μυρίανδρος βρίσκεται ανατολικά της Απηλίας, στο βόρειο μέρος της Χερσονήσου της Αιγλώης. Τα σύνορά της είναι το σύνηθες σημείο εισόδου εισβολέων στη Βασιλεία Αιγλωέων.

Κι αυτό είναι ένα παραμύθι της:

Το αηδόνι, ο σκύλος και το άλογο

Τον παλιό καιρό, ήταν ένα παλικάρι ορφανό, τόσο φτωχό που δεν είχε ούτε τζομπανόσκυλο κι εκυνήγα μόνο του τα πρόβατά του.

Εκείνη την εποχή, οι στραδιώτες του βασιλέ μας δεν είχαν καλά άλογα και δεν προλάβαιναν του βαρβάρους που περνούσαν τα βουνά και χύνονταν στη Μυρίαντρο. Εσκότωναν οι βάρβαροι, εδιαγούμιζαν, έκλεβαν τεχνίτες και γυναικόπαιδα για δούλους, κι εγύριζαν πίσω στους τόπους τους απείραχτοι. Ο βασιλές τους είχε τρεις υγιούς λεβέντες, που δεν τους πολυάρεζαν οι αδικίες του πατέρα τους. Μα τι να ‘καναν; Πατέρα τον είχαν.

Μια μέρα, που λες, συνάντησαν τα βάρβαρα πριγκηπόπουλα το παλικάρι. Και του πήραν όλο το κοπάδι, να ταΐσουν τ’ ασκέρι τους. Ο νιος θύμωσε, μα δεν τόλμησε να ξεκινήσει αμάχη, τι ‘χε γριά μάνα και τρεις αδερφάδες ανύπαντρες κι άπροικες, κι όσο ζούσε και βαστούσαν τα χέρια του, δεν τες άφηνε να πάνε χαμένες. Μ’ αν τον έτρωγε το μαύρο το χώμα, θα καταντούσαν να διακονεύουν. Για τούτο, έκαμε πίσω και δεν τους βάρεσε. Μόνο κοίταγε χολωμένος, να τον κλέβουν όλο του το βιος.

Πήρε λοιπόν το δρόμο για το χωριό, κι όλο έκανε γύρες να μη φτάσει στο σπίτι του. Πώς να πει που δεν του ‘χε απομείνει άλλο απ’ τη γκλίτσα του; Έβγαλε τη φλογέρα του κι έπαιζε τον καημό του.

Ήρθε ένα αηδόνι και κούρνιασε στον ώμο του. Και τον λέει:

«Η αφέντρα μου η αρχοντοπούλα μ’ είχε σε χρυσό κλουβί, μα μ’ έδιωξε, μη με πάρουν μαζί οι βάρβαροι που την έκλεψαν. Με κρατάς εσύ;»

«Τι να σε κάμω ο καψερός;», το είπεν ο νέος. «Που δεν έχω ούτε τις αδερφάδες μου τες ανύπαντρες να ταΐσω;»

«Πάρε μ’ εσύ και μη χολοσκάς» αποκρίθηκε το ζώο. «Να παίζεις τη φλογέρα σου θέλω μονάχα. Οι βάρβαροι έχουν ωραίες μουσικές, μα τραγούδια λένε μόνο της αμάχης, όχι του έρωτα ή του πόνου. Δε με κάνουν για αφέντες».

Προχώρησαν μαζί και συνέχισαν το τραγούδι, ο ένας με τη φλογέρα, ο άλλος με τη φωνή. Πιο κάτω, συνάντησαν ένα σκυλί που κούναγε την ουρά.

«Τον αφέντη μου τον κυνηγό τον βρήκαν οι βαρβάροι μοναχό του στα δάσα και τον πήραν δούλο κι έμεινα έρμος», τους λέει. «Να ‘ρθω κοντά σας;»

«Τι να σε κάμω ο καψερός;», το είπεν ο νέος. «Που δεν έχω ούτε σπόρο για το πουλί;»

«Πάρε μ’ εσύ και μη χολοσκάς», αποκρίθηκε το ζώο. «Συντροφιά θέλω μονάχα. Οι βάρβαροι δεν αφήνουν ούτε χαλάσματα να κάμουν φωλιά τα χελιδόνια. Ως και τα ποντίκια φεύγουν όπου περάσουν. Είναι χεροδύναμοι, μ’ αντί να χτίζουν, γκρεμίζουν. Δε με κάνουν για αφέντες».

Προχώρησαν μαζί, ο σκύλος να στροφάει γύρω από τα πόδια του παλικαριού, τ’ αηδόνι γύρω απ’ το κεφάλι του. Τρίτο συναπάντημα στο δρόμο, ένα φαρί μαύρο που χλιμιντρούσε κι έσκαφτε το χώμα με το ποδάρι.

«Τον αφέντη μου το στραδιώτη τον έκαμαν καρτέρι οι βάρβαροι και τον χάλασαν άτιμα», λέει στο παλικάρι. «Ανεβαίνεις εσύ στη σέλα την κεντημένη;»

«Τι να σε κάμω ο καψερός;», το είπεν ο νέος. «Που δεν έχω ούτε αποφάγια για το σκύλο;»

«Πάρε μ’ εσύ και μη χολοσκάς», αποκρίθηκε το ζώο. «Έναν καβαλάρη ν’ αγαπάει τούτη τη γη θέλω μονάχα. Οι βαρβάροι τρέχουν ολοένα και δε στέκουν να χαρούν τα δάσα, τον αγέρα που φυσά στα μαλλιά τους, τον ήλιο που γέρνει να πλαγιάσει και λαμποκοπά ο τόπος. Δε με κάνουν για αφέντες».

Τι να ειπεί το παλικάρι, καβαλίκεψε το φαρί, με το αηδόνι στον ώμο και το σκυλί ξοπίσω. Δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν. Κι όλο τον ορμήνευαν τα τρία ζώα, πού να πάει, και τι να πει και πώς να κάμει, να γλιτώσει τον τόπο από τους βαρβάρους και να βρει κι αυτός την τύχη του.

Κι έφτασαν στο ποτάμι, σε μια πέτρινη καμάρα που την έλεγαν «Αγέλαστο Γιοφύρι». Είχε βράχια ‘κει και το νερό άφριζε και δεν έστεκε πέτρα πάνω σε πέτρα, μέχρι που στοίχειωσαν τα θεμέλια με τη μοναχοκόρη του μάστορα. Για να μη σκιαχτεί, τη γέλασαν πως πάει στο γάμο της. Και με το νυφικό την έχτισαν. Και το στοιχειό, άλλο γέλασμα δεν ήθελε να γίνει και ψέμα δεν τόλμαγε κανείς να ειπεί πάνω στο γιοφύρι.

Και πάνω στην ώρα που ‘φτασε το παλικάρι, φτάνουν στην άλλη όχτη οι βαρβάροι, όλοι αρματωμένοι. Ο νιος είχε μονάχα μια λινή σφεντόνα που την κουβάλαγε να διώχνει τα τσακάλια απ’ το κοπάδι. Μα δεν κιότεψε. Είπεν κι έκανε όπως τον είχαν δασκαλεμένο το αηδόνι κι ο σκύλος και τ’ άλογο. Ξεπέζεψε και λέει:

«Με πήραν τα πρόβατά μου τα πριγκηπόπουλά σας. Να βγει ο βασιλές σας να με κάμει πλερωμή».

Βγήκε μπροστά ένας αγριάνθρωπος αψηλός ίσα με μια γριά βαλανιδιά και τον λέει:

«Εγώ ‘μ’ ο βασιλές των βαρβάρων. Και το πουγκί μου δεν τ’ ανοίγω με το καλό, μόνο με το άγριο. Όποιος έχει τη δύναμη, παίρνει. Έτσι κάνουμε ‘μεις τις δουλειές μας».

«Δε θέλω να σε χαλάσω», τον είπε το παλικάρι. «Να σε βάλω τρία αινίγματα, να με βάλεις κι εσύ τρία. Κι άμα βρίσκω τα δικά σου ή δε βρίσκεις τα δικά μου, να μου κάνεις πλερωμές. Κι άμα δε βρίσκω τα δικά σου ή βρίσκεις τα δικά μου, με παίρνεις το κεφάλι».

Ο βασιλές των βαρβάρων το συλλογίστηκε καλά-καλά κι είπε πως δε γινότανε να χάσει. Και τον άρεζε να φανεί ξύπνιος μπροστά στ’ ασκέρι του πριν πάρει το κεφάλι του παλικαριού. Έτσι, έδωκε το χέρι του να δέσει τη συμφωνία.

«Τι ‘ναι το που
γυαλίζει σα φανερωθεί και σβήνει σαν κρυφτεί
σφυρίζει σαν περνάει και πίνει δίχως να διψάει;
», έβαλε το πρώτο αίνιγμα.

Ξέροντας που μόνο την αμάχη αγαπούσαν οι βαρβάροι, το παλικάρι βρήκε αμέσως πως είναι το σπαθί. Και ζήτησε πλερωμή ν’ αφήσουν όλα τα παιδόπουλα κι όλες τις κοπέλες που ‘χαν κλεμμένες. Και μόλις τους αφήκαν, πέρασαν τούτοι το γιοφύρι και πήγαν να σταθούν πίσω από το νιο. Και πρώτη πήγαινε η αρχοντοπούλα που ‘χε πρώτα το αηδόνι σε χρυσό κλουβί. Και την είδε το παλικάρι και θαμπώθηκε, τι’ ταν ξανθή σαν τον ήλιο κι άσπρη σαν το φεγγάρι.

Κι έβαλε μετά δικό του αίνιγμα:

«Τι ‘ναι το που
μέρα-νύχτα δε βουβαίνεται, μόνο χειμώνα σταματά
αλλά μας γαληνεύει και δε μας ξαγρυπνά;
»

Ο βάρβαρος, που μόνο χαλασμούς κι αίματα είχε μέσα ο νους του, δε βρήκε πως είναι τ’ αηδόνι, κι ας το ‘βλεπε μπροστά του, κουρνιασμένο στον ώμο του παλικαριού. Κι ο νιος ζήτησε για πλερωμή μουσικάντηδες βαρβάρους, να μάθουν τους ωραίους σκοπούς τους στους Μυριαντριώτες. Κι οι δώδεκα καλύτεροι πέρασαν το γιοφύρι και στάθηκαν πίσω απ’ το παλικάρι.

«Τι ‘ναι το που
σιδερένιο καμπανίζει μα γλωσσίδι δεν έχει
κι όπου δεν αντέχεις εσύ εκείνο αντέχει;
», έβαλε δεύτερο αίνιγμα ο βασιλές.

Ο νιος αμέσως το ηύρε πως ήταν η σκούτα και ζήτησε ν’ αφήκουν όλους τους ξωμάχους και τους βοσκούς και τους κυνηγούς κι όποιον άλλον είχαν πιάσει μοναχό τους στις ερημιές. Και πέρασαν κι εκείνοι το γιοφύρι και στάθηκαν πίσω του παλικαριού. Πρώτος πήγαινε ο κυνηγός που ‘χε πρώτα το σκύλο. Και χάιδεψε το ζώο του κι αγκάλιασε το παλικάρι πριν πάει πέρα.

Κι έβαλε δεύτερο αίνιγμα ο νιος:

«Τι ‘ναι το που
όλο συντροφεύει και δεν είναι σκιά,
θεό δεν ξέρει μα είναι πιστό
έρχεται με τα μάτια κλειστά,
μα με βρίσκει όπου να κρυφτώ;
»

Ο βάρβαρος, που σκυλιά είχε μόνο για να τα ρίχνει τους οχτρούς του να τους τρώνε ζωντανούς, δεν τη γνώρισε την απάντηση. Και το παλικάρι ζήτησε πλερωμή εκατό βαρβάρους αντρειωμένους, να γενούν χτίστες και να ξαναστήσουν ό,τι ‘χανε γκρεμίσει στη Μυρίαντρο. Και πέρασαν κι εκείνοι το γιοφύρι και στάθηκαν πίσω από το νιο.

Ο βασιλές των βαρβάρων αφρίαξε και ‘βαλε το στερνό του αίνιγμα, το πιο δύσκολο που ‘ξερε:

«Τι ‘ναι το που
τρέμει και κελαηδάει δίχως στόμα,
βάφει κόκκινο μα δεν έχει χρώμα,
τεντώνεται μα χέρια δεν έχει
ζωντανό δεν είναι μα κόκαλα έχει;
»

Το παλικάρι γέλασε. Εύκολο του φάνηκε, που ‘ταν το τόξο. Και ζήτησε πλερωμή εφτά φοράδες βαρβάρικες, όπως τον είχε ορμηνέψει το μαύρο φαρί. Τες ήθελε για να κάμει μαζί τους πουλάρια, να βγουν τα καλύτερα άλογα που ‘χει δει η Πλάση, τα σημερινά μυριαντριώτικα. Να ‘χουν οι στραδιώτες μας να φτάνουν τους οχτρούς και να μη σκοτώνονται άδικα, σαν τον παλιό του τον αφέντη. Και πέρασαν οι φοράδες το γιοφύρι και πήγαν και στάθηκαν κοντά στο φαρί.

Κι είπε το δικό του στερνό αίνιγμα ο νιος:

«Τι ‘ναι το που
ποτέ δε φτάνει μα όλο γύρω πάει
δεμένο σε πάσαλο και πάλι προχωράει
στην πέτρα το σίδερό του χτυπάει
ο καθείς μας για να φάει;
»

Ο βάρβαρος δεν είχε ποτέ του κοπιάσει σε χωράφι, δεν ήξερε από αλώνια. Είδε που έχανε και φοβήθηκε∙ το παλικάρι δεν του ‘χε ζητήσει μηδέ χρυσό μηδέ τίποτις άλλο τέτοιο δικό του κέρδος. Λες, είπε μέσα του ο βασιλές, να ζητήσει το κεφάλι μου τώρα; Κι έκαμε να τραβήξει το σπαθί του, να χαλάσει τη συμφωνία. Μα η κοπέλα που ‘τανε χτισμένη, δεν ήθελε να ξανακούσει ψέμα ποτές της μετά τον ψεύτικο γάμο που της είχαν τάξει. Και γι’ αυτό το είχανε πει Αγέλαστο το γιοφύρι. Σείστηκε η καμάρα και τον έριξε το βάρβαρο κάτω στα βράχια και τσακίστηκε. Κι οι άνθρωποί του κιοτέψανε και κάμανε να φύγουν.

Μα τους είπε το παλικάρι, όσοι το ‘χουνε να δουλεύουνε το υνί εκτός από το σπαθί, ας μένανε στη Μυρίαντρο, να την αγαπάνε και να τη φυτεύουνε και να τη φυλάνε απ’ τους εχθρούς. Και μερικοί αναμεταξύ τους το πήρανε απόφαση και μας 'δώσαν τα χέρια τους, πρώτοι οι τρεις υγιοί του βάρβαρου βασιλέ.

Και για τόσα καλά που είχε κάμει, ο βασιλές ο δικός μας τον έκαμε άρχοντα το νιο, και τον έντυσε στα μετάξια και στο σεντέφι. Κι έγιναν τέσσερις γάμοι μαζί, το παλικάρι με την αρχοντοπούλα που ‘χε πρώτα τ’ αηδόνι σε χρυσό κλουβί, και τα τρία βασιλόπουλα που δεν ήταν πια βάρβαρα με τις αδερφάδες του παλικαριού.



Σημειώσεις για τα αινίγματα:
----------------------------

- Το αηδόνι είναι αποδημητικό, κελαηδά και τη νύχτα, χωρίς όμως να μας ενοχλεί.

- Η λεπίδα αντανακλά το φως όταν είναι έξω από το θηκάρι, βγάζει χαρακτηριστικό ήχο όταν σχίζει τον αέρα και «πίνει» αίμα.

- Η μεταλλική ασπίδα κουδουνίζει όταν έρχεται σε επαφή με όπλο και υπάρχει για να δέχεται χτυπήματα που προορίζονται για τον κάτοχό της.

- Ο σκύλος γεννιέται με κλειστά μάτια, αλλά όταν μεγαλώσει η μυρωδιά τον οδηγεί στον αφέντη του όπου κι αν αυτός πάει.

- Το σύνθετο τόξο φτιαχνόταν από ξύλο και κόκαλο, η χορδή πάλλεται σαν χορδή μουσικού οργάνου κι οι πληγές ρέουν κόκκινο αίμα.

- Στα παλιά πέτρινα αλώνια, ένα άλογο με δεμένα μάτια έκανε συνεχώς κύκλους δεμένο σε πάσαλο στο κέντρο τους. Και, φυσικά, φορούσε σιδερένια πέταλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: