Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

Οι Περιφέρειες - Κριθησίων

Μετά από ένα χρονικό κενό (λόγω ασθενείας), ένα ακόμη παραμύθι. Αυτή τη φορά, από την Περιφέρεια Κριθησίων, ανατολικά της Μυριάνδρου, κοντά στην πρωτεύουσα (και τα αυτιά των αρχόντων).


Του δράκου η νύφη


Μια φορά, ζούσε ένας άνθρωπος που δεν ημπόρεσεν να κάμει παιδιά με την κυρά του. Ήτανε τότες νόμος που έλεγε κάθε οικογένεια να έχει έναν άντρα στα κατάστιχα για να παγαίνει στρατιώτης και θα τους δίνει ο βασιλιάς κλήρο. Μα είχεν παραμεγαλώσει ο άνθρωπος που λέγαμεν και θα τον ησβήνανε από τα κατάστιχα και θα του ηπαίρνανε τον κλήρο πίσω. Και γιο ή γαμπρό για να γραφτεί ευτείνος δεν είχεν. Κι έλεγεν ο νόμος πως όποιος δεν ημπορεί να παγαίνει στρατιώτης, ας κρατεί τον κλήρο, μα να δίνει φόρο. Κι ούτε φλουριά είχεν ο ανθρωπάκος να δίνει, φτωχός ήτανε.

Εκεί που ηκαθότανεν συλλοϊσμένος σε μια πέτρα, έρχεται ένας δράκος και τον ρώταγε τι έχει. Ευτείνος δεν ήθελεν να ειπεί, μα με τα πολλά παρακάλια, είπεν τον πόνο του.

«Και γι’ αυτό χολοσκάς;», λέει ο δράκος. «Να σου δώσω εγώ ένα φουντούκι να το φάει η κυρά σου και σε εννιά μήνες να γεννήσει. Κι αν είναι γιος, γράφ’ τον στα κατάστιχα, αν είναι θυγατέρα θα σου στέλνω κάθε χρονιά να πλερώνεις φόρο να κρατείς τον κλήρο σου. Κι αν είναι αγόρι, μου το δώνεις για παραγιό σα γίνει δεκάξι χρονώ, αν είναι κοπελούδα μου τη δώνεις για κυρά μου σα γίνει δεκατεσσάρω».

Πήρεν ο άνθρωπος το φουντούκι και το έδωσεν της κυράς του. Κι έκαμεν εκείνη απάνω στους εννιά μήνες ένα κοριτσάκι και χαρήκανε πολύ που γινήκανε γονιοί έστω και στα γεράματα. Κι ήστελνεν ο δράκος κάθε χρόνο φλουριά για το φόρο και δώρα για το παιδί, να ‘χει απ’ όλα.

Ημεγάλωσε η θυγατέρα κι εγίνηκε όμορφη πολύ, μελαχροινή και γαλανομάτα. Κι ήτανε και συνετή και χρυσοχέρα. Κι όταν έγινε δεκατριώ, οι γονιοί της τα ‘βαψαν μαύρα που ‘πρεπε να τη δώνουν την άλλη χρονιά. Εκείνη κατάλαβε που κάτι είχαν και τους ρωτούσε κάθε μέρα, μα της έλεγαν πως από τα γηρατειά έχουν στεναχώρια. Ως τη στερνή μέρα, που της το μαρτύρησαν.

«Και γι’ αυτό χολοσκάτε;», λέει ευτείνη. «Πάω στου δράκου. Κι ως τη βδομάδα, να δείτε που μ’ αφήνει και γυρνώ πίσω».

Την αυγή, έβαλεν το φόρεμα το μεταξωτό που είχεν στείλει ο γαμπρός γι’ αυτήνη τη δουλειά και πάει να σταθεί σ’ ένα τρίστρατο που είχεν πει του πατρός της ο δράκος. Και πέρασεν ένας ανεμορούφουλας και την πήρεν και – ωπ! – βρέθηκε ξάφνου σ’ ένα χρουσό παλάτι.

«Καλώς την, την κοκώνα, να κάμουμε τους γάμους μας», την υποδέχτηκεν ο δράκος.

Με το που τον είδεν η κοπελιά, της κόπηκε το αίμα. Αλλά ήτανε ξύπνια και το ‘κρυψεν.

«Ολόκληρο δράκο παίρνω», είπεν. «Έτσι θα γένει ο γάμος; Χωρίς νταούλια;»

«Γι’ αυτό χολοσκάς;», λέει ο δράκος.

Βγάνει μια βέργα, χτυπά το πάτωμα. Έρχεται ο ανεμορούφουλας και τον παίρνει να πάει να φέρει τα νταούλια.

Άρχισε εκείνη κι έψαχνε τες χρουσές κάμαρες, που ήτανε σαράντα, μήπως βρει κάτι να ξεκάμει το δράκο. Κι αλλού βρήκε ασήμι, αλλού φλουριά, αλλού μπακίρι κι αλλού μετάξι. Και βρήκε και τρεις θύρες κλειδωμένες.

Έρχεται την άλλη μέρα ο δράκος κι είχεν ένα καρύδι και το σπάει. Και βγαίνουν από μέσα εκατό μουζικάντηδες με τα νταούλια και τα βιολιά τους και παίζανε, να σου φύγει ο νους.

«Καλά τα νταούλια», είπεν η κοπελιά. «Μα ολόκληρο δράκο παίρνω. Έτσι θα γένει ο γάμος; Χωρίς τραπέζι;»

«Γι’ αυτό χολοσκάς;», λέει ο δράκος και χτυπά τη βέργα του στο πάτωμα. Έρχεται ο ανεμορούφουλας και τον παίρνει να πάει να φέρει για το τραπέζωμα.

Δεν ήξευρεν τι άλλο να κάμει η νύφη για να γλιτώσει κι ήκατσεν να γνέσει, μπας κι έφερνε στροφές και το μυαλό της μαζί με την ανέμη.

«Μπα!», λέει η ανέμη όπως γύρναγε. «βρήκεν κυρά ο δράκος;»

«Βρήκεν», απαντάει η κοπελιά η προκομμένη, «μα η νύφη δεν τον θέλει».

«Γι’ αυτό χολοσκάς;», λέει η ανέμη. «Να τον στείλεις σε θέλημα αύριο και να του ζητήσεις να σου ανοίξει την πρώτη κάμαρη να κάθεσαι».

Έρχεται την άλλη μέρα ο δράκος, είχε ένα λεμόνι και το ‘στυβε. Κι όσο τρέχανε τα ζουμιά, γίνουνταν τραπέζια με λινά στρωσίματα, και με φαγιά που μοσχομυρίζανε και με χρουσά κουτάλια.

«Καλό το τραπέζι», λέει η κοπελιά. «Μα ολόκληρο δράκο παίρνω. Έτσι θα γίνει ο γάμος, χωρίς στολίσματα στο παλάτι; Κι άμα λείπεις, δε μ’ ανοίγεις την πρώτη κάμαρη να παίζω, να μη βαριέμαι που δε θα σ’ έχω συντροφιά;»

Βγάνει ο δράκος ένα κλειδί μπρούτζινο, ανοίγει την κάμαρη. Βγάνει και τη βέργα του, τη χτυπάει στο πάτωμα. Έρχεται ο ανεμορούφουλας και τον παίρνει να πάει να φέρει στολίσματα.

Μπαίνει η κόρη στην κάμαρη, τι να δει; Ένας κήπος που δεν είχε τελειωμό, με δέντρα και με λούλουδα και με σιντριβάνια. Πιάνει η νια ένα μαρμάρινο πάγκο κι έρχεται ένα αργυρό γεράκι και κάθεται στο δέντρο απέναντι.

«Για ειδές νύφη που παίρνει ο δράκος!», λέει το πουλί – μαθές τα ζα μιλούσανε ακόμη, κείνα τα χρόνια.

«Καλύτερα να φαρμακωθώ», απαντάει η κοπελιά, «παρά να τον κάμω αφέντη μου. Μα πού να βρω φαρμάκι;».

«Γι’ αυτό χολοσκάς;», κράζει το αργυρό γεράκι. «Να τον στείλεις αύριο σε θέλημα και να του πεις να σου ανοίξει τη δεύτερη κάμαρη, για να παίζεις. Και πάρε στα χέρια το γυάλινο τόπι, που βλέπει και ξεύρει όλην την Πλάση, να σου πει τι να κάμεις».

Έρχεται την άλλη μέρα ο δράκος, είχε αλάτι στη φούχτα του και το σκόρπαγεν ‘δω κι εκεί. Κι όπου έπεφτεν, απλώνουνταν πανιά άσπρα και ρόιδα κι όλα τα άλλα που είναι του γάμου.

«Καλά και τα στολίσματα», λέει η κοπελιά. «Αλλά χωρίς καλεσμένους, τι γάμο θα κάμομε; Δε φέρνεις τα πεθερικά σου να σε καμαρώσουνε γαμπρό; Κι άμα λείπεις, δε μ’ ανοίγεις τη δεύτερη κάμαρη να παίζω, να μη βαριέμαι που δε θα σ’ έχω συντροφιά;»

Βγάνει ο δράκος ένα κλειδί ξύλινο, ανοίγει την κάμαρη. Βγάνει και τη βέργα του, τη χτυπάει στο πάτωμα. Έρχεται ο ανεμορούφουλας και τον παίρνει να πάει να φέρει τα πεθερικά του.

Μπαίνει η κοπέλα στην κάμαρη, τι να δει; Σοφάδες και τραπέζια και παιχνίδια και χαρτιά κι ό,τι θέλει ο άνθρωπος να περνά την ώρα του. Παίρνει η κόρη το γυάλινο τόπι στα χέρια.

«Μη με παίξεις γιατί σπάω», λέει το τόπι. «Κάτσε διάβασε ‘κείνο το χαρτί και δεν έχεις να χάνεις».

Η κοπελιά είχεν δασκάλους με τα φλουριά που έστελνεν ο δράκος κι ήξερεν γράμματα. Παίρνει το χαρτί κι είδε που ήλεγεν για έναν τόπο όπου δεν ήστεκεν άνθρωπος μηδέ για μια στιγμή. Γιατί έριχνε ο ουρανός όλο κεραυνούς κι έκαιγε όποιον πάταγε ‘κει το πόδι του.

Έρχεται την άλλη μέρα ο δράκος, είχεν ένα μοσχοκάρυδο και το τρίφτει με τη γροθιά του και βγαίνουν οι γερόντοι.

«Έτοιμοι είμαστε», λέει η κοπελιά. «Μα τόσες μέρες, λέρωσε το φόρεμά μου. Τι γάμο θα κάμομε με τέτοιο νυφικό; Δράκο παίρνω. Να πας να μου φέρεις καινούριο, να μη ντρέπομαι να σταθώ δίπλα σου, λεβέντης που είσαι».

Και του λέει να πάει για ράφτη στον τάδε τόπο, ευτείνον τον τόπο που είχε διαβάσει στο χαρτί. Βγάνει ο δράκος τη βέργα του, τη χτυπάει στο πάτωμα. Έρχεται ο ανεμορούφουλας, τον παίρνει, τον πάει εκεί. Πέφτει το πρώτο αστροπελέκι, του καίει το αριστερό χέρι. Κάνει να χτυπήσει τη βέργα κάτω να γυρίσει πίσω στο παλάτι, πέφτει άλλο ένα αστροπελέκι και την καίει μαζί με το δεξί του. Πέφτει κι ένα τρίτο αστροπελέκι, τον κάνει κάρβουνο. Πάει καλλιά του.

Έμεινε το χρουσό παλάτι στους γερόντους και τη θυγατέρα τους. Φέρανε κλειδαράδες, ανοίξανε και την τρίτη κάμαρη. Τι να δούνε; Ήτανε μέσα ένα βασιλιόπουλο που ‘χε χρόνια χαμένο. Το ηλευτερώνουνε και τους ρωτάει τι θέλουνε. Το και το, του λέει η κοπελιά, για τον κλήρο τους και τον άδικο νόμο.

«Γι’ αυτό χολοσκάς;», λέει το βασιλιόπουλο. «Γράφτω τώρα νόμο, όποιος είναι γέρος και δεν κάνει πια για στρατιώτης, άμα δεν έχει παιδιά, να κρατεί τον κλήρο του ως να πεθάνει, χωρίς φόρο».

Κι έτσι άλλαξε ο νόμος κι έγινε ‘κείνος που έχουμε και τώρα.

Κι αφού η θυγατέρα των γερόντων ήτανε όμορφη και προκομμένη και μυαλωμένη και προίκα είχεν, και τόσο φιλότιμη ήτανε που μόνο για τους φτωχούς ηζήτηξεν και για τον εαυτόν της τίποτα, καλήν την έκρινεν το βασιλιόπουλο και την ήκαμεν κυρά του. Και δε χρειάστηκεν να κάμουνε άλλο από κάλεσμα, τι όλα τα είχε ετοιμάσει πρωτύτερα ο δράκος.

1 σχόλιο:

Γιάννης Πλιώτας είπε...

Μπράβο, ακόμα ένα εξαίσιο παραμύθι.
Η γλώσσα μου φάνηκε όπως πάντα πολύ ταιριαστή, το ίδιο και οι αντιδράσεις όλων των προσώπων στα πλαίσια του παραμυθιού. Μέσα σε τόσες λίγες λέξεις έχεις συμπυκνωμένες τόσες πολλές εμπνεύσεις, που με τρομάζει η απλοχεριά με την οποία "σκορπάς" ιδέες και πλουμίσματα.