Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

Οι Περιφέρεις - Σπειρωνίας

Να και ένα παραμύθι από την Οικεία Ανατολή, από τη Σπειρωνία που βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της κι έχει ασυνήθιστη παράδοση.

Τα πέντε ανθρωπάκια

Ήτανε μια φορά μια κόρη. Δεν είχε δώσει ο Δημιουργός να κάμουν άλλα παιδιά οι δικοί της, μα έφτανε εκείνη, γιατί είχε όλα τα καλά μαζεμένα πάνω της. Και καλόκαρδη ήτανε, και χρυσοχέρα και ξουράφι το μυαλό της. Και την είχανε αρρεβωνιασμένη μ’ ένα παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά, μοναχογιός κι εκείνος.

Ο κύρης του παλικαριού είχε καΐκι και πήγαινε πέρα-δώθε στα νησιά να πουλάει και ν’ αγοράζει. Του ‘πε μια μέρα το παιδί:

«Μεγάλωσα πια. Δε μου ‘χεις εμπιστοσύνη να κάνω μόνος μου ταξίδι;»

Τι να κάμει ο γέρος, δεν ήθελε να τον κακοκαρδίσει το μοναχογιό του, τον άφησε. Κάνει ένα ταξίδι το παλικάρι, όλα καλά. Κάνει δύο, κάνει τρία. Κάθε βολά, μόλις γύρναγε, έστελνε με τον υπηρέτη στην αρρεβωνιάρα του δώρα νησιώτικα. Πότε σκουλαρίκια, πότε καθρέφτη, πότε ένα κλωνί κοράλλι να το βάνει στην κάμαρή της να βλέπει να τον έχει στο νου της.

Και στο δέκατο ταξίδι απάνω, τη μέρα όπου ήτανε να γυρίσει, ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Η κόρη είχε δει άσκημο όνειρο τη νύχτα, έβαλε κακό με το νου της. Το λέει του κυρού της, πάει εκείνος, ρωτάει, μαθαίνει. Γύρισε αργά το βράδυ στο σπίτι τους, κίτρινος ως το λεμόνι. Εκείνη είχε μείνει ξάγρυπνη από την ανησυχία της. Της είπε πως το παλικάρι καθυστέρησε στα νησιά με δουλειές κι έχει να ‘ρχεται σε λίγες μέρες. Μα η κόρη δεν τον πίστεψε τον κύρη της, τον έβλεπε που μάσαγε τα λόγια του. Τον έβαλε στα δυο στενά, ώσπου της μαρτύρησε το μυστικό: το παλικάρι είχε στείλει γραφή να χαλάσουν οι αρρεβώνες.

Η κόρη ήτανε να σκάσει. Σηκώθηκε και πήγαινε πέρα-δώθε από τη μια κάμαρα στην άλλη και ησυχία δεν έβρισκε. Ως το πρωί, δεν είχε ξαπλώσει στιγμή, ας την παρακαλάγανε οι γονιοί της. Μόλις έφεξε, το είχε πάρει απόφαση τι να κάμει. Παρήγγειλε του κυρού της να της φέρει μια φορεσιά αντρίκια• αφού δεν είχε αδερφούς να πάνε να ζητήσουν το δίκιο της, θα πήγαινε μοναχή της. Την ορμήνεψε κείνος να κάτσει ήσυχη, την ορμήνεψε η μάνα της, μα δε μπορέσανε να την κάμουνε καλά. Στο τέλος, της έγινε το χατίρι.

Ντύνεται παλικάρι η κόρη, μπαίνει σ’ ένα καΐκι που ‘πιανε ένα-ένα τα νησιά με τη σειρά, τάχαμου να μάθει τη ναυτική. Σα δέσανε στο πέμπτο λιμάνι, βλέπει η κόρη τον αρρεβωνιάρη της να παίρνει τον αέρα του έξω στη στεριά. Λέει του καπετάνιου η κοπέλα:

«Δεν κάνω εγώ για τη θάλασσα. Συχώρα με που σ’ απαρατάω και μη μου κάμεις πληρωμή».

Βγαίνει στη στεριά η κόρη, πήρε κι ακολούθαγε το παλικάρι στα στενά. Έφτασ’ αυτό σ’ ένα αρχοντόσπιτο δίπατο, χτυπάει τη θύρα. Ανοίγουνε δυο γυναίκες, μια μεγάλη, μια μικρή, μαύρες κι άσκημες σαν κάργιες, αλλά ντυμένες στο χρυσάφι. Κι ο νιος εφίληε το χέρι της μεγάλης λες και την είχε μάνα, αγκάλιαζε τη μικρή λες και την είχε γυναίκα. Μπήκανε μέσα, κλείσανε τη θύρα.

Η κόρη – αντρίκια ντυμένη ακόμα – πάει πίσω στο γιαλό. Στο δρόμο βάραγε τα στήθια της κι έλεγε να πέσει στα βράχια να σκοτωθεί, που την είχε απαρνηθεί ο αγαπητικός της για τα φλουριά. Μόλις έφτασε δίπλα στο κύμα, βλέπει μια γριά μαυροφορούσα να μαζεύει αρμυρίκια. Είπε να περιμένει, να μη σκοτωθεί μπρος σε ξένο άνθρωπο η κόρη, κι έκατσε συλλοϊσμένη σε μια πέτρα.

Σαν έφτασε κοντά της η γερόντισσα κούτσα-κούτσα, της άνοιξε κουβέντα.

«Καλώς τονε», της λέει – γιατί την πέρασε την κόρη για παλικάρι. «Εσένα που σε βλέπω κι είσαι ωραίος νέος, να σου δώκω μια συμβουλή. Να μην πας στην πέρα γειτονιά. Εκεί είναι μια μάνα και μια θυγατέρα που όποιονε λιμπιστούνε, τον ποτίζουνε ένα κακό νερό και τρελαίνεται για δαύτες και ξεχνάει και σπίτι και γυναίκα και παιδιά ακόμα, αν έχει. Κι άμα τους βαρεθούνε τους κακόμοιρους, τους στέλνουν εδωνά, να πέσουν μοναχοί τους στα βράχια να γενούν κομμάτια».

Η κόρη αναθάρρησε. Δεν την είχε απαρνηθεί με δική του βούληση ο αρρεβωνιάρης της, μον’ τον είχανε μαγεμένο. Κι όπως άκουγε τη γριά από την ομιλία, ήτανε πατριώτισσά της. Έτσι, είχε το θάρρος και τη ρώτησε:

«Κι όποιον έχουν δεμένο θείτσα, δε λύνεται με τίποτα;»

Κι η γριά αποκρίθηκε:

«Ο νους, παιδί μου είναι σαν το σπίτι. Πρέπει ν’ ανοίξεις πόρτες και παράθυρα για να αεριστεί. Πρέπει να λυθούνε τα δάτυλα και η μύτη, τ’ αυτιά και τα μάτια, τελευταία η γλώσσα».

«Και δε βρέθηκε κανένας να τις χαλάσει εκείνες τις δυο, να λευτερώσει τον τόπο;», ξαναρώτησε η κόρη.

«Ποιος έχει ανάκαρα;», κατηγόρησε η γριά.

«Εγώ ‘χω», είπε η κόρη.

Αφού την κοίταξε καλά-καλά, η μαυροφόρα έβαλε το χέρι στον κόρφο της κι έβγαλε ένα κουτί ντυμένο σε φίλντισι και το ‘δωσε στην κόρη. Το ανοίγει η κοπέλα, βλέπει έξι ανθρωπάκια σκαλιστά σε ξύλο και χρωματισμένα.

«Άμα τα βάλεις στο πάτωμα νύχτα», της είπε η γερόντισσα, «ό,τι χάρη θέλεις θα στην κάμουν ως το πρωί και μετά θα χαθούν. Μα το τελευταίο, το μαύρο, να μην το βγάλεις απ’ το κουτί».

Η κόρη την ευχαρίστησε τη μαυροφόρα, έβαλε το κουτί στο δικό της κόρφο κι έφυγε από το γιαλό. Κρύφτηκε, έβγαλε τα αντρίκια τα ρούχα και ξαναντύθηκε κοπέλα. Μετά πήγε στο σπίτι το δίπατο και χτύπησε την πόρτα. Κι άμα της άνοιξε η μεγάλη η γυναίκα, η μάνα, είπε πως είναι ορφανή και ψάχνει αφεντικά να πιάσει υπηρέτρια. Η άσκημη γυναίκα την κοίταξε καλά-καλά την κόρη κι απέ την έμπασε μέσα. Μόλις αντίκρισε τον αρρεβωνιάρη της η κοπέλα, ήθελε να ορμήσει απάνω του να τον συνεφέρει, μα κείνος την κοίταξε λες κι ήτανε ξένη.

Από κείνη την ώρα, οι δυο αφεντικίνες βάνανε την κόρη να κάνει πολλές δουλειές, να πλένει και να μαγειρεύει, να σκουπίζει και να σφουγγαρίζει, να ασβεστώνει και να σκαλίζει, να φέρνει νερό από το πηγάδι και να κόβει ξύλα για τη φωτιά. Τον αρρεβωνιάρη της τον συναντούσε συνέχεια, μα μάτια δεν είχε για δαύτη, μόνο για τη θυγατέρα του σπιτιού.

Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που το ‘χε κρυμμένο σ’ ένα άδειο πιθάρι στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο γαλανό σαν τα μάτια του αγαπητικού της. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά γαλάζια και της ζητάει ορμήνια.

Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο γαλάζιος νέος και χτυπάει τη θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και του ‘δειξε το χρυσό δαχτυλίδι της, τάχαμου ότι το είχε αγοράσει κείνος για μια κοπέλα που ήθελε να ζητήσει. Ο μαγεμένος το στριφογύρισε καλά-καλά στο χέρι του το δαχτυλίδι, το χάιδευε ώρα πολλή, μα στο τέλος είπε μονάχα πως πολύ ωραίο είναι. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το γαλάζιο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.

Από κείνη την ώρα, τα δάχτυλα του αρρεβωνιάρη της κοπέλας είχανε ξυπνήσει. Σαν πήγαιναν οι δυο άσκημες γυναίκες που τον είχαν δεμένο να τον ακουμπήσουν, ανατρίχιαζε. Μάνα και θυγατέρα σκύλιασαν. Βγάλανε το άχτι τους να μην αφήνουν σε χλωρό κλαρί την κόρη που τους έκανε την υπηρέτρια. Την έστελναν μέρα και νύχτα σε δουλειές, όχι μονάχα γυναίκειες, μα και βαριές αντρίκιες.

Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο κίτρινο, όπως το λούλουδο που της είχε δώσει ο αγαπητικός της σαν την πρωτοείδε στη βρύση του χωριού τους. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά κίτρινη και της ζητάει ορμήνια.

Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο κίτρινος νέος και χτυπάει τη θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και του ‘δειξε μια μπάλα μύρο από τα μέρη μας, τάχαμου πως είχε φέρει τέτοιο φορτίο με το καΐκι του. Ο μαγεμένος τη μύρισε καλά-καλά τη μπάλα, την έπλαθε στα χέρια, μα στο τέλος είπε μονάχα πως καλό μύρο είναι, από το ακριβό. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το κίτρινο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.

Από κείνη την ώρα, είχε ξυπνήσει η μύτη του αρρεβωνιάρη της κοπέλας. Όλο του φαινότανε πως βρωμάνε οι δυο άσκημες γυναίκες και έβανε να αρωματίζουνται για να τον πλησιάσουνε. Μάνα και θυγατέρα χολώσανε. Βγάλανε το άχτι τους να την αφήνουν νηστική την κόρη που τους έκανε την υπηρέτρια κι ας της είχαν φορτωμένες δουλειές για δυο ανθρώπους.

Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο άσπρο, σαν τα δόντια της τα μαργαριταρένια που φαινόντανε άμα έβλεπε τον αγαπητικό της να χορεύει στο πανηγύρι και χαμογέλαγε. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά άσπρη και της ζητάει ορμήνια.

Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο άσπρος νέος και χτυπάει τη θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και πήρε έναν ταμπουρά κι άρχισε να λέει τραγούδια από τα δικά μας τα μέρη. Ο μαγεμένος άκουσε και βούρκωσε, ζήταγε όλο ν’ ακούσει κι άλλο, μα στο τέλος είπε μονάχα πως καλά περάσανε. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το άσπρο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.

Από κείνη την ώρα, δεν τον χώραγε πια ο τόπος τον αρρεβωνιάρη της κόρης, είχανε ξυπνήσει τ’ αυτιά του. Είδανε και πάθανε οι κακούργες να τον κρατήσουνε να μη φύγει. Τα παρακάλια δεν πιάνανε, δεν ήθελε ν’ ακούει τη φωνή τους. Αναγκαστήκανε και τον ποτίσανε πάλι με το κακό νερό. Βγάλανε το άχτι τους στην κόρη που είχανε και τους έκανε την υπηρέτρια, αρχίσανε και τη δέρνανε με το παραμικρό.

Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο κόκκινο, σαν πως γίνανε τα μάγουλά της όταν της είχε πιάσει το χέρι ο αγαπητικός της για να της περάσει στο δαχτύλι τον αρρεβώνα. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά κόκκινη και της ζητάει ορμήνια.

Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο κόκκινος νέος και χτυπάει την θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και του ‘δωκε το μαντήλι που του ‘χε κεντημένο η αρρεβωνιάρα του και δεν είχε προλάβει να του το δώκει, δήθεν ότι ήτανε δικό του, από δική του αγαπητικιά. Ο μαγεμένος κοίταγε τα παγώνια και τα αμπέλια που ήταν ιστορημένα στο πανί, το γύρναγε από τη μια, το γύρναγε από την άλλη, μα στο τέλος είπε μονάχα να τη χαίρεται ο ξάδερφος την αγαπητικιά του τη χρυσοχέρα. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το κόκκινο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.

Από κείνη την ώρα, ξυπνήσανε τα μάτια του αρρεβωνιάρη της κόρης. Αντί να κοιτάζει τις δυο κακίστρες που τον είχανε μαγεμένο, κοίταγε κείνη όλη την ώρα κι αφαιρενότανε. Ζηλέψανε μάνα και θυγατέρα και της είπαν της κόρης να ετοιμάσει προικιά, για να στείλουνε γραφή σ’ ένα συγγενή τους να ‘ρθει να την πάρει νύφη.

Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει το πέμπτο ανθρωπάκι, βαμμένο πράσινο, σαν τα δικά της τα μάτια. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά πράσινη και της ζητάει ορμήνια.

Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο πράσινος νέος και χτυπάει την θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και ήθελε σώνει και καλά να μαγειρέψει η υπηρέτρια. Του κάμανε το χατίρι κι η κόρη έφκιασε ένα σωρό φαγιά από τα δικά μας τα μέρη. Έφαγε ο μαγεμένος κι όλο και συνερχότανε. Και μόλις γεύτηκε και το γλυκό στο τέλος, ξύπνησαν ο λόγος κι ο λογισμός του. Πετάγεται όρθιος και τα θυμήθηκε όλα. Μια ζήταγε σχώρεση από την αρρεβωνιάρα του, μια έψαχνε να βρει σπαθί στον οντά να χαλάσει τις κακούργες.

Μα οι άσκημες γυναίκες είχανε πονηρευτεί από τις τόσες επισκέψεις κι είχανε παρακλουθήσει την υπηρέτριά τους. Το φιλντισένιο κουτί που ‘χε κρυμμένο στο πιθάρι, το ‘χανε βρει και το ‘χανε παρμένο. Το βγάνει η μάνα από τον κόρφο της, τ’ ανοίγει η θυγατέρα και παίρνει το μαύρο ανθρωπάκι. Το απιθώνει στο πάτωμα, γίνεται παλικάρι με μαύρη φορεσιά. Είχε από ένα σπαθί σε κάθε χέρι και τις κόβει και τις δύο. Μετά έφυγε αμίλητο και δεν το ξανάδε κανένας.

Η κόρη κι ο αρρεβωνιάρης της πήρανε το πρώτο καΐκι που πέρασε, γυρίσανε στο χωριό τους και με την ευκή των γονιών τους παντρευτήκανε αμέσως. Κουμπάρο κάμανε τον καπετάνιο που είχε πάρει την κόρη στο καΐκι του για ναύτη, τον καιρό που ήτανε ντυμένη αντρίκια. Και κουμπάρα τη γριά τη μαυροφόρα. Στο γλέντι ήρθε και το πράσινο παλικάρι. Κι αφού έσυρε ένα χορό, γύρισε μετά κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: