Ένας ακόμη χαρακτήρας στο προσκήνιο, απ' αυτούς που στο βιβλίο μένουν λίγο στη σκιά άλλων.
Αναρρωτιέμαι κατά πόσον κατορθώνω να γίνω κατανοητός μ' αυτά τα κειμενάκια σε όσους δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο. Ή τα βρίσκουν απλά καλογραμμένες (ελπίζω!) ασυναρτησίες.
Γελασηνός
Μελανά ενδύματα, κορακίσια μαλλιά, μαύρα μάτια, δέρμα χλωμό.
Όπως κατέβαινε τα λιγοστά σκαλιά που οδηγούσαν στον ημιυπόγειο χώρο, με βήμα λυγερό και γεμάτο αυτοπεποίθηση, θα ήταν εντυπωσιακός. Αν δεν φάνταζε τόσο μικροσκοπικός ανάμεσα στους γεροδεμένους του συντρόφους.
Είχε υποσχεθεί να φροντίσει το ζήτημα των εφοδίων χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες του ανάμεσα στον υπόκοσμο της Αργυρούπολης. Δεν άρεσε σε κανέναν από τους άλλους Γιους της Στάχτης το σχέδιό του. Κανείς τους δεν τον θεωρούσε αξιόπιστο. Μα δεν μπόρεσαν να προτείνουν κάτι άλλο. Κι έτσι τον ακολούθησαν στο άντρο της συμμορίας.
Οι κακοποιοί στράφηκαν όλοι μαζί προς το μέρος των επισκεπτών, λες και τα σώματά τους τα έλεγχε ένας μόνο νους. Στένεψαν τα μάτια τους καχύποπτα. Εκεί, στο αρχηγείο τους, στο άδυτό τους, ήταν αφέντες. Άγνωστοι περνούσαν το κατώφλι μόνο για να τους παρακαλέσουν. Ή για να τους αμφισβητήσουν.
Ο Γελασηνός χαμογέλασε πλατιά κι ήταν σαν να άνθιζε το πρόσωπό του. Τα χαρακτηριστικά του έπαψαν να είναι αδιάφορα. Έγινε κάποιος, κάποιος οικείος.
Η συμμορία σηκώθηκε αργά. Ο καθένας έσερνε την καρέκλα του κι έφερνε το χέρι του στο μαχαίρι που είχε θηκαρωμένο στη ζώνη του. Δεν είχαν ξεχάσει την προηγούμενη επίσκεψή του, κι ας είχε μεσολαβήσει σχεδόν μια δεκαετία από τότε:
Ο αρχηγός της συμμορίας ήταν σπουδαίος, όλοι τον φοβούνταν. Είχε μεγάλη αδυναμία στα τυχερά παιχνίδια. Πάντα κέρδιζε.
Αλλά πάντα έρχεται κι η ώρα που η τύχη στερεύει.
Μόλις έδυσε ο ήλιος, ήρθε ο αντίπαλος, όπως του είχε μηνύσει. Πολύ νεαρός, σχεδόν αγόρι. Μαυροφορεμένος για να δείχνει σοβαρός. Χαμογελαστός για να κρύβει τη νευρικότητά του. Με κάθε ζαριά, αποσπούσε και κάτι. Κάθε καινούριο στοίχημα τον έβρισκε νικητή. Χρήμα πέρασε στα χέρια του. Το δικαίωμα να απομυζά τους κατοίκους κακόφημων συνοικιών. Η κυριαρχία πάνω σε χρέη ακόμη απλήρωτα από εκείνους που είχαν δανειστεί.
Στον αρχηγό έμεναν πια μόνο τρία πράγματα να αποθέσει στο τραπέζι του παιχνιδιού. Η ζωή του. Η ηγεσία της συμμορίας. Η πίστη της ερωμένης του. Η πανύψηλη ξανθιά έσκυψε, αγωνιώντας να δει το αποτέλεσμα που θα έκρινε με ποιον έμελλε να κοιμάται πια. Ο λεπτός χιτώνας της κρεμάστηκε από τους ώμους της κι επέτρεψε στο Γελασηνό να θαυμάσει ακόμη περισσότερο από το λείο δέρμα του στήθους της. Σχεδόν αντίκριζε τις θηλές της. Τεντώθηκε για να δει πιο πολλά. Δυο κοκάλινοι κύβοι κύλησαν από το εσωτερικό της χειρίδας του.
Έκλεβε και τον είχαν καταλάβει.
Οι σύντροφοι του Γελασηνού τον κοίταξαν θορυβημένοι από τις απειλητικές κινήσεις των συμμοριτών. Εκείνος χαμογέλασε ακόμη πιο πλατιά.
«Είναι πολύ χωρατατζήδες οι φίλοι μου», ψιθύρισε για να τους καθησυχάσει και κατέβηκε το τελευταίο σκαλοπάτι. «Ξέρετε. Θα παραστήσουν ότι είναι έτοιμοι να μου επιτεθούν και μόλις το πιστέψετε, θα με σφίξουν στην αγκαλιά τους».
Τρεις λεπίδες κατευθύνθηκαν πάνω του από τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις. Ήταν γρήγορος, πολύ γρήγορος. Και υπεράνθρωπα ευλύγιστος. Χόρεψε ανάμεσα στα όπλα και τα απέφυγε. Οι σύντροφοί του, οι Γιοι της Στάχτης που είχε οδηγήσει ως εκεί, δεν ήταν το ίδιο προικισμένοι μ’ αυτόν. Άκουσε βογκητά πίσω του, τον υπόκωφο υγρό ήχο του ατσαλιού που καρφώνεται σε σάρκα.
Οι "Γιοι της Στάχτης" είναι η σειρά φανταστικής λογοτεχνίας (φάνταζυ συγκεκριμένα) πάνω στην οποία δουλεύω επί του παρόντος. Και τα τρία βιβλία της τριλογίας ("Κοράκι σε άλικο φόντο", "Βέλη και κρόκινες φλόγες" και "Δρυς με φύλλα σμαραγδιά) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις mamaya. (Για νέους επισκέπτες)
Πέμπτη 12 Μαρτίου 2009
Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009
Οι Περιφέρειες - Λευκυδρίας
Η Λευκυδρία είναι το νοτιότερο άκρο της Αιγλώης, σχεδόν ξεχωριστό νησί, ενωμένο μαζί της μόνο με μια στενή λωρίδα γης που την αποκαλούν 'Λαιμό'. Αυτή η γεωγραφική ιδιαιτερότητα επηρέασε σημαντικά την ιστορία του τόπου, αν υπολογίσει κανείς ότι Μεσογαία κι η Λευκυδρία είναι οι κοιτίδες του αιγλωικού πολιτισμού. Η δεύτερη είναι επίσης εξαιρετικά ευνοημένη από τη θέση της πάνω στους θαλάσσιους δρόμου, το κλίμα της, αλλά και από τις επιλογές των κρατούντων.
[Τελευταία περιοχή της Αιγλώης! Από το επόμενο παραμύθι περνάμε οριστικά στην εξωτική Οικεία Ανατολή...]
Το στοιχειό του περβολιού
Πολλές εποχές πίσω – μπορεί και χίλιες – ήσαντε δυο περβολάρηδες.
Ο πρώτος ήτο πολύ δουλευτής. Τα χέρια του είχανε ρόζους από το σκάψιμο, το θειάφισμα, το ρόγκισμα και το πότισμα. Τα δέντρα του τα αγάπαγε σαν παιδιά του. Γι’ αυτό ανθίζανε ένα μήνα πριν από των αλλονών και καρπίζανε κι ένα μήνα παραπάνω. Και τα φρούτα τους ήσαντε μέλι, τα γλυκύτερα. Και στις βραγιές του, δυο φορές μεγάλα σαν των αλλωνών γινότανε τα λαχανικά. Είχανε να το λένε, όσοι κάτσανε στο τραπέζι του. Και πάντα έβγανε στην άκρη λίγα για κείνους που δεν είχανε βιος ν’ αγοράζουνε, και δεν άφηνε ποτέ να σαπίσουνε, ούτε πάνου στο κλωνί, ούτε στην αποθήκη, παρά τα χάριζε άμα δεν έβρισκε να τα πουλήσει. Κι οι φτωχούληδες σχωρνάγανε τα πεθαμένα του
Ο άλλος περβολάρης δεν καθότανε να σκάφτει και να ρογκίζει. Παρά έτρεχε από πόρτα σε πόρτα κι από χωριό σε χωριό, και την είχε πουλημένη τη σοδειά του πριν γουρμάσει ακόμα, κι ας ήσαντε και κατώτερα σε γεύση. Μάζευε φλουριά στο κατζέλο του, αγόραζε άλλα περβόλια σωρό. Γκρέμιζε τους φράχτες που τα χωρίζανε με το δικό του, έδιωχνε εκείνους που τα είχανε πρώτα κι έβανε αργάτες ξένους, από πέρα από το Λαιμό, να είναι φτηνοί. Εκείνοι τις δουλειές τις κάνανε όπως-όπως – τόσο ξέρανε, τόσο νοιαζόντανε.
Με τον καιρό, δε μείνανε άλλοι περβολάρηδες σε όλο το χωριό, μονάχα οι δυο τους. Ο μεγαλοπερβολάρης είχε βάλει στο μάτι τα δέντρα του αλλουνού. Δεν ήτο μονάχα που ήσαντε τόσο καλύτερα, τονε σφίγγανε κι οι περιστάσεις τον πλούσιο – βλέπεις τα δικά του τα δέντρα είχανε πιάσει να στερφεύουνε από την αφροντισιά και το χώμα στα χωράφια του ξέραινε που δεν το αφήνανε να ξαποστάσει και σπόρος δεν έπιανε πλέο φύτρα.
Ο μικροπερβολάρης είχε βρεθεί κλεισμένος γύρα-γύρα από την περιουσία του γείτονά του κι έπρεπε να περνάει μέσα από ξένο τόπο για να βγει στο χωριό και στο δρόμο. Έτσι, ο πονηρός ο πλούσιος τον έφραξε από παντού και μετά τον έπιασε και του είπε:
«Εγώ δε θέλω να σε φέρω στα δύσκολα, γείτονα. Αλλά μου είπαν οι αργάτες μου πως ποδοπατιούνται στα μποστάνια μου, όπως περνάς με το κάρο σου. Δε λες καλύτερα να μου δώσεις τη μισή τη γη σου, να σου κόψω κι εγώ ένα δρόμο δικό σου να περνάς όπως σε βολεύει; Να ‘χεις την άνεσή σου, μα να μη χάσω κι εγώ, που τον τόπο που θα πάρεις θα τον έκανα βραγιές».
Ο δουλευτής κακοκαρδίστηκε, γιατί δεν ήθελε να δώσει το μισό του το βιος, που το ‘χε η φαμελιά του από πάππου προς πάππου, να χάσει τα δέντρα του που τα ‘χε αναστημένα σαν παιδιά, το χώμα που ‘χε ποτίσει τον ίδρω του. Κι αποπάνου να πάρει αντάλλαγμα χώμα ξερό ίσα για να το πατεί. Μεγάλη κοροϊδία! Ύπνος δεν τον έπιανε το βράδυ, κοντεύανε να περάσουνε οι δέκα μέρες που είχε διορία να απαντήσει, αρχινάγανε να χαλάνε φρούτα και λαχανικά αμάζευτα. Και την τελευταία νύχτα, απόκαμε και κοιμήθηκε αργά, την ώρα που ‘ναι γλυκός ο ύπνος. Κι ονειρεύτηκε πως βγήκε από μια τρύπα στο χώμα ένα φίδι μακρύ με δυο κέρατα στο κεφάλι – το στοιχειό της γης του. Και σούρθηκε το σερπετό κάτου από την πόρτα και χώθηκε στην κάμαρη και σκαρφάλωσε να κουλουριαστεί στο προσκεφάλι του. Και σφύραγε με τη γλώσσα του και βγαίνανε ανθρώπινα λόγια στο αυτί του περβολάρη.
«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να πάρεις ένα κλωνί από κάθε δέντρο που θα σου πάρουνε και να κεντρώσεις τα δέντρα που θα σου μείνουνε. Και να πάρεις ένα λαχανικό από κάθε βραγιά που θα δώσεις, να σκορπίσεις σπόρους στις βραγιές που θα σου μείνουνε».
Έτσι έκαμε ο περβολάρης και απόχτησε μονοπάτι, όπως τα είχανε συμφωνημένα. Κι ο πλούσιος είχε να πουλάει πλέο καλά πράμματα κι έγινε δυο φορές πλούσιος. Μα και του δουλευτή δεν του έλλειψε τίποτα. Μέσα σε μια χρονιά, τα δέντρα του θεριέψανε κι από τη μια πλευρά είχανε τα δικά τους τα φρούτα, από την άλλη βγάνανε τα φρούτα από το σκέδιο που είχανε κεντρωθεί. Και στις βραγιές του φυτρώνανε αγκαλιασμένες δυο λογιώ φύτρες πλάι-πλάι, οι ντοματιές με τις φραουλιές σαν αδέρφια αγαπημένα, τα λάχανα και τα καρπούζια μαζί σαν τσαμπιά. Και ούτε φτώχυνε ο νοικοκύρης, ούτε λιγοστέψανε οι ελεημοσύνες που ‘δινε. Και τις ρίζες του, αφού είχανε μείνει οι μισές, δυο φορές πιο πολύ τις φρόντιζε.
Ο μεγαλοπερβολάρης, πάλι, είχε στραβωθεί από τα φλουριά που γυαλίζανε στα κατζέλα του, κι έχτιζε ανώγια και κατώγια για να βάνει το βιος του. Και πάλι δεν του φτάνανε και συλλογιότανε πώς να τα κάμει περισσότερα. Από τη ζήλεια του, βάλθηκε να πάρει κι άλλο από το βιος του γείτονά του. Αγόρασε ράχες κι ερημιές, κι έκλεισε το ποτάμι από παντού γύρα. Κι ύστερα, σαν καρπίσανε καλά όλες οι φύτρες και τα δέντρα, έκοψε το νερό από τα χωράφια του μεγαλοπερβολάρη και τον έπιασε και του είπε:
«Εγώ δε θέλω να σε φέρω στα δύσκολα, γείτονα. Αλλά μου είπαν οι αργάτες μου πως δε χρειάζομαι τόσα αυλάκια. Δε λες καλύτερα να μου δώσει τη μισή τη γη σου, να σου αφήσω ένα τελείως δικό σου να ποτίζεις όπως σε βολεύει; Να ‘χεις την άνεσή σου, μα να μη χάσω κι εγώ, που θα το παράχωνα το αυλάκι να το φυτέψω».
Ο δουλευτής πάλι κακοκαρδίστηκε. Να δώσει δέντρα ζωντανά και βραγιές κατάφυτες για νερό, που δεν το στερείται ούτε ο ζητιάνος; Ποιος το ‘χει ξανακούσει τέτοιο πράμμα; Μεγάλη κοροϊδία. Πάλι έχασε τον ύπνο του και δεν ήξερε τι να πει σαν τελειώσει η διορία, πού να βρει το δίκιο του. Πάλι αποκοιμήθηκε κι ονειρεύτηκε το στοιχειό να ‘ρχεται στο προσκεφάλι του σα φίδι, μα είχε μείνει το μισό σε μάκρος, σα δεντρόγαλος.
«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να κόψεις ότι φρούτο έχεις κι ότι λαχανικό, στο κομμάτι που θα σου πάρουνε. Τα μισά να τα μοιράσεις σ’ όποιον έχει ανάγκη και τα υπόλοιπα να τα ποστιάσεις στις ρίζες που θα σου μείνουνε. Τα φρούτα στα δέντρα, τα λαχανικά στις βραγιές».
Έτσι έκαμε ο περβολάρης και απόχτησε αυλάκι, όπως τα είχανε συμφωνημένα. Ο γειτονάς του σκύλιασε, γιατί είχε υπολογίσει να πάρει και τη σοδειά μαζί, μ’ αφού δεν το ‘χανε κουβεντιάσει έτσι, δεν μπορούσε να μιλήσει κιόλας. Έκαμε υπομονή, κι όλα τα δέντρα κι οι βραγιές που είχε παρμένα στανικώς καρπίσανε και πάλι διπλό έγινε το κέρδος του και κολύμπαε πια στο φλουρί. Αλλά πάλι τρωγότανε με τα ρούχα του κι ήθελε κι άλλα.
Γιατί ο μικροπερβολάρης πάλι δεν είχε πάει χαμένος. Τα δέντρα του γιγαντώσανε και βγάνανε το καθένα τριων λογιών φρούτα. Ένα από τη ρίζα τους, ένα από το κέντρωμα, ένα από το σωρό που είχε σαπίσει απάνω τους για λίπασμα. Κι οι βραγιές δε φαινότανε, από τα φύλλα και τις ρίζες και τα λαχανικά. Έπιανε ένα βλήτο να το ξεπατώσει, τράβαγε μαζί του και μια πατάτα τόση, σα γατοκέφαλο. Στρωμένος ο τόπος πρασινάδα, δεν ξεχώριζε πουθενά χώμα.
Τότε ήρθε ένας δικαστής στο χωριό, που έστελνε ο βασιλές μια στο τόσο να λύνει διαφορές. Κι ο φτονερός ο πλούσιος τον πλήρωσε, να κατηγορήσει το δουλευτή, πως ήσαντε τόσο μεγάλα τα κλωνιά από τα δέντρα του, που περνάγανε πάνω από το φράχτη και πέφτανε φρούτα στα χωράφια του μεγαλοπερβολάρη. Και πιάνανε οι σπόροι τους και δεν αφήνανε να ζήσουνε τα δικά του δέντρα. Φρούτα αλήθεια πέφτανε, τόσο θεριεμένα που ήτανε τα δέντρα του μικροπερβολάρη. Μα πού να προλάβουνε να βγούνε σπόροι! Ο πλούσιος έβανε του αργάτες του να τα μαζεύουνε και να τα πουλούνε.
Ο δικαστής έστειλε γραφή στο δουλευτή να δώσει κι εκείνο το λίγο τόπο που του ‘χε απομείνει, αφού δήθεν τον είχε βλάψει το μεγαλοπερβολάρη. Μόνο το σπίτι του θα του αφήνανε. Ο καψερός έπεσε να πεθάνει. Να μην έχει κάμει ποτέ κακό σε άνθρωπο, να κοιτάει πώς να βοηθήσει και να βρεθεί και φταίχτης; Μεγάλη κοροϊδία. Να χάσει ό,τι βρήκε απ’ τους γονιούς του κι ό,τι δούλεψε; Να βρεθεί η φαμελιά του να διακονεύει στα ύστερα; Έκαμε πέτρα την καρδιά του κι έπεσε για ύπνο. Άμα έβλεπε το στοιχειό να τον ορμηνέψει, έχει καλώς. Αλλιώς, θα σκωνότανε το πρωί να πάει να πέσει στο γκρεμό να μη ζήσει να δει ξένους στην αυλή του.
Αλήθεια, είδε πάλι ονείρατα με το φίδι. Μα είχε μικρύνει κι άλλο, σα σκουλήκι είχε καταντήσει, κι η φωνή του ήτο ξεψυχισμένη.
«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να έρθεις στην τρύπα που με είδες να βγαίνω και να βάλεις το χέρι σου. Δυο αυγά θα βρεις εκεί μέσα. Το ένα, να ξηλώσεις τα σανίδια από το πάτωμά σου και να το φυτέψεις. Το άλλο να το κρατήσεις. Κι όποιος σου ζητήσει χάρη, μην πάρεις πληρωμή».
Έτσι έκαμε ο δουλευτής και στην τρύπα βρήκε τ’ αυγά μονάχα. Το στοιχειό είχε χαθεί μαζί με τον τόπο. Ο πλούσιος έκαμε χαρές και γλέντια που είχε περάσει η αδικία του. Έλεγε πάλι διπλή θα γίνει η περιουσία του. Ο φτωχός πάλι, έκλαιγε τη μοίρα του και δεν είχε τι να κάμει να περάσει η μέρα. Αλλά δεν πείνασε. Όλοι που τους είχε κάμει καλό, τον θυμηθήκανε και κάτι του φέρνανε για το τραπέζι του, όσο λίγο είχε ο καθένας. Και μια μέρα, σαν διάβηκε ένα φεγγάρι, τι βλέπει το πρωί; Είχε φυτρώσει μέσα στο σπίτι του ένα τόσο δα δέντρο αργυρό με ένα φρούτο απάνου μονάχα στα κλωνιά του, σα μήλο μαλαματένιο.
Κι ως το μεσημέρι, χτυπάει η πόρτα του. Ανοίγει και ήσαντε οι άνθρωποι του βασιλέ, με τα μετάξια και τα βελούδα τους. Είχε πέσει ο πολυχρονεμένος άρρωστος του θανατά κι είχανε πει οι γιατροί πως δε γλιτώνει άμα δε φάει μαλαματένιο μήλο. Τέτοιο φρούτο δεν είχε ξανακούσει κανένας, έτσι πιάσανε πόρτα-πόρτα να ρωτούνε οι υπηρέτες, όπου έχει περβόλια, μην το γνωρίζει κάποιος. Μόλις άκουσε πως είναι άνθρωπος να πεθάνει, μάλιστα ο βασιλές, ο μικροπερβολάρης που δεν είχε πλέο γη, αμέσως κόβει το φρούτο του και το δίνει. Κάνουν να του αδειάσουν ένα σακί χρυσάφι στα πόδια του, δεν το θέλει. Κάνουν να του αδειάσουν ένα σακί διαμάντι στα πόδια του, δεν το θέλει. Του λένε να τον βάλουν άρχοντα σ’ όλες τι πολιτείες ως το Λαιμό, δεν το θέλει. Δεν ξέρανε τι να τον κάμουν πια, τον πήρανε κοντά τους να τα βρει με το βασιλέ.
Ντράπηκε αυτός, φτωχός άνθρωπος στα παλάτια, μα τι να κάμει. Αφού τον είχε ορμηνεμένο το στοιχειό. Ρώτα από ‘δω, ρώτα από κει, αναγκάστηκε και την ξεφούρνισε όλη την ιστορία του στον πολυχρονεμένο που είχε γίνει πια καλά. Σαν άκουσε τόσες αδικίες και τέτοια κακία, ο βασιλές έστειλε να πάρουν όλα τα πλούτη του μεγαλοπερβολάρη και να τον βάλουν στους βασιλικούς μπαξέδες να δουλέψει, ώσπου να τσακιστεί η μέση του. Ο μικροπερβολάρης δε θέλησε να πάρει το βιος του γείτονά του, παρά ζήτησε να πάρουν πίσω τα χωράφια τους όλοι οι παλιοί γειτόνοι του που τα ‘χανε δώσει στον πλούσιο. Κι εκεινού δεν του ‘λειψε τίποτα πάλι, όπως και παλιά, γιατί είχε πλέο καινούριο στοιχειό, το μικρό δεντρί που ήτο φυτρωμένο μες την ίδια την κάμαρή του.
Το δεύτερο αυγό του τι απόγινε; Το χώσανε στους βασιλικούς μπαξέδες κι έχουν κι εκείνοι πια στοιχειό από τον τόπο μας.
[Τελευταία περιοχή της Αιγλώης! Από το επόμενο παραμύθι περνάμε οριστικά στην εξωτική Οικεία Ανατολή...]
Το στοιχειό του περβολιού
Πολλές εποχές πίσω – μπορεί και χίλιες – ήσαντε δυο περβολάρηδες.
Ο πρώτος ήτο πολύ δουλευτής. Τα χέρια του είχανε ρόζους από το σκάψιμο, το θειάφισμα, το ρόγκισμα και το πότισμα. Τα δέντρα του τα αγάπαγε σαν παιδιά του. Γι’ αυτό ανθίζανε ένα μήνα πριν από των αλλονών και καρπίζανε κι ένα μήνα παραπάνω. Και τα φρούτα τους ήσαντε μέλι, τα γλυκύτερα. Και στις βραγιές του, δυο φορές μεγάλα σαν των αλλωνών γινότανε τα λαχανικά. Είχανε να το λένε, όσοι κάτσανε στο τραπέζι του. Και πάντα έβγανε στην άκρη λίγα για κείνους που δεν είχανε βιος ν’ αγοράζουνε, και δεν άφηνε ποτέ να σαπίσουνε, ούτε πάνου στο κλωνί, ούτε στην αποθήκη, παρά τα χάριζε άμα δεν έβρισκε να τα πουλήσει. Κι οι φτωχούληδες σχωρνάγανε τα πεθαμένα του
Ο άλλος περβολάρης δεν καθότανε να σκάφτει και να ρογκίζει. Παρά έτρεχε από πόρτα σε πόρτα κι από χωριό σε χωριό, και την είχε πουλημένη τη σοδειά του πριν γουρμάσει ακόμα, κι ας ήσαντε και κατώτερα σε γεύση. Μάζευε φλουριά στο κατζέλο του, αγόραζε άλλα περβόλια σωρό. Γκρέμιζε τους φράχτες που τα χωρίζανε με το δικό του, έδιωχνε εκείνους που τα είχανε πρώτα κι έβανε αργάτες ξένους, από πέρα από το Λαιμό, να είναι φτηνοί. Εκείνοι τις δουλειές τις κάνανε όπως-όπως – τόσο ξέρανε, τόσο νοιαζόντανε.
Με τον καιρό, δε μείνανε άλλοι περβολάρηδες σε όλο το χωριό, μονάχα οι δυο τους. Ο μεγαλοπερβολάρης είχε βάλει στο μάτι τα δέντρα του αλλουνού. Δεν ήτο μονάχα που ήσαντε τόσο καλύτερα, τονε σφίγγανε κι οι περιστάσεις τον πλούσιο – βλέπεις τα δικά του τα δέντρα είχανε πιάσει να στερφεύουνε από την αφροντισιά και το χώμα στα χωράφια του ξέραινε που δεν το αφήνανε να ξαποστάσει και σπόρος δεν έπιανε πλέο φύτρα.
Ο μικροπερβολάρης είχε βρεθεί κλεισμένος γύρα-γύρα από την περιουσία του γείτονά του κι έπρεπε να περνάει μέσα από ξένο τόπο για να βγει στο χωριό και στο δρόμο. Έτσι, ο πονηρός ο πλούσιος τον έφραξε από παντού και μετά τον έπιασε και του είπε:
«Εγώ δε θέλω να σε φέρω στα δύσκολα, γείτονα. Αλλά μου είπαν οι αργάτες μου πως ποδοπατιούνται στα μποστάνια μου, όπως περνάς με το κάρο σου. Δε λες καλύτερα να μου δώσεις τη μισή τη γη σου, να σου κόψω κι εγώ ένα δρόμο δικό σου να περνάς όπως σε βολεύει; Να ‘χεις την άνεσή σου, μα να μη χάσω κι εγώ, που τον τόπο που θα πάρεις θα τον έκανα βραγιές».
Ο δουλευτής κακοκαρδίστηκε, γιατί δεν ήθελε να δώσει το μισό του το βιος, που το ‘χε η φαμελιά του από πάππου προς πάππου, να χάσει τα δέντρα του που τα ‘χε αναστημένα σαν παιδιά, το χώμα που ‘χε ποτίσει τον ίδρω του. Κι αποπάνου να πάρει αντάλλαγμα χώμα ξερό ίσα για να το πατεί. Μεγάλη κοροϊδία! Ύπνος δεν τον έπιανε το βράδυ, κοντεύανε να περάσουνε οι δέκα μέρες που είχε διορία να απαντήσει, αρχινάγανε να χαλάνε φρούτα και λαχανικά αμάζευτα. Και την τελευταία νύχτα, απόκαμε και κοιμήθηκε αργά, την ώρα που ‘ναι γλυκός ο ύπνος. Κι ονειρεύτηκε πως βγήκε από μια τρύπα στο χώμα ένα φίδι μακρύ με δυο κέρατα στο κεφάλι – το στοιχειό της γης του. Και σούρθηκε το σερπετό κάτου από την πόρτα και χώθηκε στην κάμαρη και σκαρφάλωσε να κουλουριαστεί στο προσκεφάλι του. Και σφύραγε με τη γλώσσα του και βγαίνανε ανθρώπινα λόγια στο αυτί του περβολάρη.
«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να πάρεις ένα κλωνί από κάθε δέντρο που θα σου πάρουνε και να κεντρώσεις τα δέντρα που θα σου μείνουνε. Και να πάρεις ένα λαχανικό από κάθε βραγιά που θα δώσεις, να σκορπίσεις σπόρους στις βραγιές που θα σου μείνουνε».
Έτσι έκαμε ο περβολάρης και απόχτησε μονοπάτι, όπως τα είχανε συμφωνημένα. Κι ο πλούσιος είχε να πουλάει πλέο καλά πράμματα κι έγινε δυο φορές πλούσιος. Μα και του δουλευτή δεν του έλλειψε τίποτα. Μέσα σε μια χρονιά, τα δέντρα του θεριέψανε κι από τη μια πλευρά είχανε τα δικά τους τα φρούτα, από την άλλη βγάνανε τα φρούτα από το σκέδιο που είχανε κεντρωθεί. Και στις βραγιές του φυτρώνανε αγκαλιασμένες δυο λογιώ φύτρες πλάι-πλάι, οι ντοματιές με τις φραουλιές σαν αδέρφια αγαπημένα, τα λάχανα και τα καρπούζια μαζί σαν τσαμπιά. Και ούτε φτώχυνε ο νοικοκύρης, ούτε λιγοστέψανε οι ελεημοσύνες που ‘δινε. Και τις ρίζες του, αφού είχανε μείνει οι μισές, δυο φορές πιο πολύ τις φρόντιζε.
Ο μεγαλοπερβολάρης, πάλι, είχε στραβωθεί από τα φλουριά που γυαλίζανε στα κατζέλα του, κι έχτιζε ανώγια και κατώγια για να βάνει το βιος του. Και πάλι δεν του φτάνανε και συλλογιότανε πώς να τα κάμει περισσότερα. Από τη ζήλεια του, βάλθηκε να πάρει κι άλλο από το βιος του γείτονά του. Αγόρασε ράχες κι ερημιές, κι έκλεισε το ποτάμι από παντού γύρα. Κι ύστερα, σαν καρπίσανε καλά όλες οι φύτρες και τα δέντρα, έκοψε το νερό από τα χωράφια του μεγαλοπερβολάρη και τον έπιασε και του είπε:
«Εγώ δε θέλω να σε φέρω στα δύσκολα, γείτονα. Αλλά μου είπαν οι αργάτες μου πως δε χρειάζομαι τόσα αυλάκια. Δε λες καλύτερα να μου δώσει τη μισή τη γη σου, να σου αφήσω ένα τελείως δικό σου να ποτίζεις όπως σε βολεύει; Να ‘χεις την άνεσή σου, μα να μη χάσω κι εγώ, που θα το παράχωνα το αυλάκι να το φυτέψω».
Ο δουλευτής πάλι κακοκαρδίστηκε. Να δώσει δέντρα ζωντανά και βραγιές κατάφυτες για νερό, που δεν το στερείται ούτε ο ζητιάνος; Ποιος το ‘χει ξανακούσει τέτοιο πράμμα; Μεγάλη κοροϊδία. Πάλι έχασε τον ύπνο του και δεν ήξερε τι να πει σαν τελειώσει η διορία, πού να βρει το δίκιο του. Πάλι αποκοιμήθηκε κι ονειρεύτηκε το στοιχειό να ‘ρχεται στο προσκεφάλι του σα φίδι, μα είχε μείνει το μισό σε μάκρος, σα δεντρόγαλος.
«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να κόψεις ότι φρούτο έχεις κι ότι λαχανικό, στο κομμάτι που θα σου πάρουνε. Τα μισά να τα μοιράσεις σ’ όποιον έχει ανάγκη και τα υπόλοιπα να τα ποστιάσεις στις ρίζες που θα σου μείνουνε. Τα φρούτα στα δέντρα, τα λαχανικά στις βραγιές».
Έτσι έκαμε ο περβολάρης και απόχτησε αυλάκι, όπως τα είχανε συμφωνημένα. Ο γειτονάς του σκύλιασε, γιατί είχε υπολογίσει να πάρει και τη σοδειά μαζί, μ’ αφού δεν το ‘χανε κουβεντιάσει έτσι, δεν μπορούσε να μιλήσει κιόλας. Έκαμε υπομονή, κι όλα τα δέντρα κι οι βραγιές που είχε παρμένα στανικώς καρπίσανε και πάλι διπλό έγινε το κέρδος του και κολύμπαε πια στο φλουρί. Αλλά πάλι τρωγότανε με τα ρούχα του κι ήθελε κι άλλα.
Γιατί ο μικροπερβολάρης πάλι δεν είχε πάει χαμένος. Τα δέντρα του γιγαντώσανε και βγάνανε το καθένα τριων λογιών φρούτα. Ένα από τη ρίζα τους, ένα από το κέντρωμα, ένα από το σωρό που είχε σαπίσει απάνω τους για λίπασμα. Κι οι βραγιές δε φαινότανε, από τα φύλλα και τις ρίζες και τα λαχανικά. Έπιανε ένα βλήτο να το ξεπατώσει, τράβαγε μαζί του και μια πατάτα τόση, σα γατοκέφαλο. Στρωμένος ο τόπος πρασινάδα, δεν ξεχώριζε πουθενά χώμα.
Τότε ήρθε ένας δικαστής στο χωριό, που έστελνε ο βασιλές μια στο τόσο να λύνει διαφορές. Κι ο φτονερός ο πλούσιος τον πλήρωσε, να κατηγορήσει το δουλευτή, πως ήσαντε τόσο μεγάλα τα κλωνιά από τα δέντρα του, που περνάγανε πάνω από το φράχτη και πέφτανε φρούτα στα χωράφια του μεγαλοπερβολάρη. Και πιάνανε οι σπόροι τους και δεν αφήνανε να ζήσουνε τα δικά του δέντρα. Φρούτα αλήθεια πέφτανε, τόσο θεριεμένα που ήτανε τα δέντρα του μικροπερβολάρη. Μα πού να προλάβουνε να βγούνε σπόροι! Ο πλούσιος έβανε του αργάτες του να τα μαζεύουνε και να τα πουλούνε.
Ο δικαστής έστειλε γραφή στο δουλευτή να δώσει κι εκείνο το λίγο τόπο που του ‘χε απομείνει, αφού δήθεν τον είχε βλάψει το μεγαλοπερβολάρη. Μόνο το σπίτι του θα του αφήνανε. Ο καψερός έπεσε να πεθάνει. Να μην έχει κάμει ποτέ κακό σε άνθρωπο, να κοιτάει πώς να βοηθήσει και να βρεθεί και φταίχτης; Μεγάλη κοροϊδία. Να χάσει ό,τι βρήκε απ’ τους γονιούς του κι ό,τι δούλεψε; Να βρεθεί η φαμελιά του να διακονεύει στα ύστερα; Έκαμε πέτρα την καρδιά του κι έπεσε για ύπνο. Άμα έβλεπε το στοιχειό να τον ορμηνέψει, έχει καλώς. Αλλιώς, θα σκωνότανε το πρωί να πάει να πέσει στο γκρεμό να μη ζήσει να δει ξένους στην αυλή του.
Αλήθεια, είδε πάλι ονείρατα με το φίδι. Μα είχε μικρύνει κι άλλο, σα σκουλήκι είχε καταντήσει, κι η φωνή του ήτο ξεψυχισμένη.
«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να έρθεις στην τρύπα που με είδες να βγαίνω και να βάλεις το χέρι σου. Δυο αυγά θα βρεις εκεί μέσα. Το ένα, να ξηλώσεις τα σανίδια από το πάτωμά σου και να το φυτέψεις. Το άλλο να το κρατήσεις. Κι όποιος σου ζητήσει χάρη, μην πάρεις πληρωμή».
Έτσι έκαμε ο δουλευτής και στην τρύπα βρήκε τ’ αυγά μονάχα. Το στοιχειό είχε χαθεί μαζί με τον τόπο. Ο πλούσιος έκαμε χαρές και γλέντια που είχε περάσει η αδικία του. Έλεγε πάλι διπλή θα γίνει η περιουσία του. Ο φτωχός πάλι, έκλαιγε τη μοίρα του και δεν είχε τι να κάμει να περάσει η μέρα. Αλλά δεν πείνασε. Όλοι που τους είχε κάμει καλό, τον θυμηθήκανε και κάτι του φέρνανε για το τραπέζι του, όσο λίγο είχε ο καθένας. Και μια μέρα, σαν διάβηκε ένα φεγγάρι, τι βλέπει το πρωί; Είχε φυτρώσει μέσα στο σπίτι του ένα τόσο δα δέντρο αργυρό με ένα φρούτο απάνου μονάχα στα κλωνιά του, σα μήλο μαλαματένιο.
Κι ως το μεσημέρι, χτυπάει η πόρτα του. Ανοίγει και ήσαντε οι άνθρωποι του βασιλέ, με τα μετάξια και τα βελούδα τους. Είχε πέσει ο πολυχρονεμένος άρρωστος του θανατά κι είχανε πει οι γιατροί πως δε γλιτώνει άμα δε φάει μαλαματένιο μήλο. Τέτοιο φρούτο δεν είχε ξανακούσει κανένας, έτσι πιάσανε πόρτα-πόρτα να ρωτούνε οι υπηρέτες, όπου έχει περβόλια, μην το γνωρίζει κάποιος. Μόλις άκουσε πως είναι άνθρωπος να πεθάνει, μάλιστα ο βασιλές, ο μικροπερβολάρης που δεν είχε πλέο γη, αμέσως κόβει το φρούτο του και το δίνει. Κάνουν να του αδειάσουν ένα σακί χρυσάφι στα πόδια του, δεν το θέλει. Κάνουν να του αδειάσουν ένα σακί διαμάντι στα πόδια του, δεν το θέλει. Του λένε να τον βάλουν άρχοντα σ’ όλες τι πολιτείες ως το Λαιμό, δεν το θέλει. Δεν ξέρανε τι να τον κάμουν πια, τον πήρανε κοντά τους να τα βρει με το βασιλέ.
Ντράπηκε αυτός, φτωχός άνθρωπος στα παλάτια, μα τι να κάμει. Αφού τον είχε ορμηνεμένο το στοιχειό. Ρώτα από ‘δω, ρώτα από κει, αναγκάστηκε και την ξεφούρνισε όλη την ιστορία του στον πολυχρονεμένο που είχε γίνει πια καλά. Σαν άκουσε τόσες αδικίες και τέτοια κακία, ο βασιλές έστειλε να πάρουν όλα τα πλούτη του μεγαλοπερβολάρη και να τον βάλουν στους βασιλικούς μπαξέδες να δουλέψει, ώσπου να τσακιστεί η μέση του. Ο μικροπερβολάρης δε θέλησε να πάρει το βιος του γείτονά του, παρά ζήτησε να πάρουν πίσω τα χωράφια τους όλοι οι παλιοί γειτόνοι του που τα ‘χανε δώσει στον πλούσιο. Κι εκεινού δεν του ‘λειψε τίποτα πάλι, όπως και παλιά, γιατί είχε πλέο καινούριο στοιχειό, το μικρό δεντρί που ήτο φυτρωμένο μες την ίδια την κάμαρή του.
Το δεύτερο αυγό του τι απόγινε; Το χώσανε στους βασιλικούς μπαξέδες κι έχουν κι εκείνοι πια στοιχειό από τον τόπο μας.
Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009
Ήρωες και κομπάρσοι
Έγραψα στην τελευταία δημοσίευση πως η διάκριση χαρακτήρων σε «πρωταγωνιστές» και «δευτερεύοντες» είναι αντίθετη στην όλη σύλληψη των «Γιων της Στάχτης».
Όταν πήρα τη θαρραλέα απόφαση να καταστρώσω μια σειρά βιβλίων φάνταζυ, κάπου στο 2001, είχα ήδη αρχίσει να συνειδητοποιώ πως αποτελεί σημαντικό μέρος της τεχνικής μου η χρήση πολλών προσώπων και η παράθεση/αντιπαράθεση απόψεων και οπτικών.
Και ήρθε η συζήτηση με ένα φίλο, εξαιρετικά ταλαντούχο συγγραφέα φαντασίας, με έντονους προβληματισμούς ως προς τη θεωρητική πλευρά της γραφής και του σχεδιασμού πλοκής.
Εκείνο τον καιρό μας απασχολούσε η φύση του κεντρικού χαρακτήρα τον οποίο ακολουθεί η δράση. Είχαμε καταλήξει πως υπάρχουν δυο κύριες σχολές στο είδος. Ο μοναχικός ήρωας από τη μια, η «συντροφιά ετερόκλητων χαρακτήρων» από την άλλη.
Ρωτάω, λοιπόν, μια μέρα το φίλο μου, τι γράφει αυτόν τον καιρό. Και μου λέει «Φάνταζυ», οπότε τον ρωτάω τι είναι αυτή τη φορά ο ήρωάς του, μάγος, πολεμιστής, κάτι άλλο, ολόκληρη ομάδα; Και μου απαντάει: «Δεν έχει ήρωα. Σκέψου κάτι σαν την επανάσταση του ’21. Ένας μεγάλος πόλεμος σε πολλά μέτωπα, που για να κερδηθεί πρέπει διάφοροι να παίξουν το ρόλο τους. Άλλοι κερδίζουν μάχες, άλλοι χάνουν, άλλοι γίνονται ήρωες, άλλοι προδίδουν, άλλοι εμφανίζονται από το πουθενά, άλλοι έχουν μια επιτυχία και μετά τίποτα, άλλοι σκοτώνονται, ο καθένας έχει δικά του κίνητρα και απόψεις, σκοτώνονται και μεταξύ τους χωρίς να υπάρχει κάποιος πάνω απ’ όλους να τους συντονίσει».
Αυτή είναι μια αρκετά καλή περιγραφή της επανάστασης.
Εντάξει, εγώ δεν έχω το θάρρος να καταπιαστώ με κάτι τόσο δύσκολο. Δεν ξέρω αν θα κατόρθωνα να διατηρήσω το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ένιωθα την ανάγκη να αφιερώσω περισσότερο κείμενο σε ένα μικρό αριθμό χαρακτήρων, να τους χρεώσω περισσότερες πράξεις απ’ ότι στους υπόλοιπους, για να μπορέσω να δουλέψω.
Αλλά το μυαλό μου πήρε μπρος. Γιατί να υπάρχει οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα στους κεντρικούς χαρακτήρες του τύπου «αχ, τώρα που εμείς ψάχνουμε το μαγικό σπαθί, βαστάει άραγε ο φίλος μας που τον στείλαμε να υπερασπίσει το πέρασμα απέναντι στις ορδές του Σκότους»; Εδώ που τα λέμε, γιατί να γνωρίζονται καν; Να το πάμε ένα βήμα παραπέρα: γιατί να ξέρουν καν ο ένας την ύπαρξη του άλλου; Δεν είναι πολύ στημένες οι κοινές αφετηρίες και οι διάφοροι συνεκτικοί χαρακτήρες που βολοδέρνουν από το ένα κομμάτι της ομάδας στο άλλο χωρίς πειστικό λόγο;
Και τι πάει να πει «πιστός σύντροφος»; Δεν έχει δικά του «θέλω» ο βοηθός ενός πρωταγωνιστή; Υπάρχει μόνο για να προχωράει η πλοκή στα δύσκολα σημεία, να γίνεται γραφικός και να γεμίζουν πού και πού σελίδες με το παρελθόν του που έρχεται ουρανοκατέβατο να τον στοιχειώσει ξαφνικά και να ικανοποιήσει τυχόν απορίες του αναγνώστη; Ή όταν θέλουμε να δείξουμε πώς είδε ένα σημαντικό γεγονός ο τυχαίος στρατιώτης μέσα στο πλήθος, δημιουργούμε έναν ξαφνικά, τον ψυχογραφούμε όσο πιο καλά μπορούμε, τον βάζουμε να σκέφτεται την αρραβωνιαστικιά του για να συγκινηθεί ο αναγνώστης και μετά τον σκοτώνουμε και πάμε παρακάτω; Πού είναι η εξέλιξη, το βασικό όχημα του δράματος; Η αίσθηση ότι η ιστορία έχει μια αρχή, ένα τέλος και μια πορεία που τα συνδέει; Ότι δεν είναι απλώς η απεικόνιση μιας στατικής στιγμής ξεκομμένης από το χρόνο; Όχι μόνο για τους «ήρωες», αλλά για όσο περισσότερα άτομα είναι δυνατόν, έστω κι αν η αρχή και το τέλος της δεν είναι πάντα η αρχή και των τέλος των ίδιων της σειράς των βιβλίων.
Αυτό είναι ένα ακόμη στοίχημα των «Γιων», πέρα από την ελληνικότητά τους.
[Και για όσους αναρωτιούνται: απ’ όσο ξέρω, ο φίλος μου δεν έγραψε πάνω από 30-40 σελίδες πάνω στην ιδέα του]
Όταν πήρα τη θαρραλέα απόφαση να καταστρώσω μια σειρά βιβλίων φάνταζυ, κάπου στο 2001, είχα ήδη αρχίσει να συνειδητοποιώ πως αποτελεί σημαντικό μέρος της τεχνικής μου η χρήση πολλών προσώπων και η παράθεση/αντιπαράθεση απόψεων και οπτικών.
Και ήρθε η συζήτηση με ένα φίλο, εξαιρετικά ταλαντούχο συγγραφέα φαντασίας, με έντονους προβληματισμούς ως προς τη θεωρητική πλευρά της γραφής και του σχεδιασμού πλοκής.
Εκείνο τον καιρό μας απασχολούσε η φύση του κεντρικού χαρακτήρα τον οποίο ακολουθεί η δράση. Είχαμε καταλήξει πως υπάρχουν δυο κύριες σχολές στο είδος. Ο μοναχικός ήρωας από τη μια, η «συντροφιά ετερόκλητων χαρακτήρων» από την άλλη.
Ρωτάω, λοιπόν, μια μέρα το φίλο μου, τι γράφει αυτόν τον καιρό. Και μου λέει «Φάνταζυ», οπότε τον ρωτάω τι είναι αυτή τη φορά ο ήρωάς του, μάγος, πολεμιστής, κάτι άλλο, ολόκληρη ομάδα; Και μου απαντάει: «Δεν έχει ήρωα. Σκέψου κάτι σαν την επανάσταση του ’21. Ένας μεγάλος πόλεμος σε πολλά μέτωπα, που για να κερδηθεί πρέπει διάφοροι να παίξουν το ρόλο τους. Άλλοι κερδίζουν μάχες, άλλοι χάνουν, άλλοι γίνονται ήρωες, άλλοι προδίδουν, άλλοι εμφανίζονται από το πουθενά, άλλοι έχουν μια επιτυχία και μετά τίποτα, άλλοι σκοτώνονται, ο καθένας έχει δικά του κίνητρα και απόψεις, σκοτώνονται και μεταξύ τους χωρίς να υπάρχει κάποιος πάνω απ’ όλους να τους συντονίσει».
Αυτή είναι μια αρκετά καλή περιγραφή της επανάστασης.
Εντάξει, εγώ δεν έχω το θάρρος να καταπιαστώ με κάτι τόσο δύσκολο. Δεν ξέρω αν θα κατόρθωνα να διατηρήσω το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ένιωθα την ανάγκη να αφιερώσω περισσότερο κείμενο σε ένα μικρό αριθμό χαρακτήρων, να τους χρεώσω περισσότερες πράξεις απ’ ότι στους υπόλοιπους, για να μπορέσω να δουλέψω.
Αλλά το μυαλό μου πήρε μπρος. Γιατί να υπάρχει οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα στους κεντρικούς χαρακτήρες του τύπου «αχ, τώρα που εμείς ψάχνουμε το μαγικό σπαθί, βαστάει άραγε ο φίλος μας που τον στείλαμε να υπερασπίσει το πέρασμα απέναντι στις ορδές του Σκότους»; Εδώ που τα λέμε, γιατί να γνωρίζονται καν; Να το πάμε ένα βήμα παραπέρα: γιατί να ξέρουν καν ο ένας την ύπαρξη του άλλου; Δεν είναι πολύ στημένες οι κοινές αφετηρίες και οι διάφοροι συνεκτικοί χαρακτήρες που βολοδέρνουν από το ένα κομμάτι της ομάδας στο άλλο χωρίς πειστικό λόγο;
Και τι πάει να πει «πιστός σύντροφος»; Δεν έχει δικά του «θέλω» ο βοηθός ενός πρωταγωνιστή; Υπάρχει μόνο για να προχωράει η πλοκή στα δύσκολα σημεία, να γίνεται γραφικός και να γεμίζουν πού και πού σελίδες με το παρελθόν του που έρχεται ουρανοκατέβατο να τον στοιχειώσει ξαφνικά και να ικανοποιήσει τυχόν απορίες του αναγνώστη; Ή όταν θέλουμε να δείξουμε πώς είδε ένα σημαντικό γεγονός ο τυχαίος στρατιώτης μέσα στο πλήθος, δημιουργούμε έναν ξαφνικά, τον ψυχογραφούμε όσο πιο καλά μπορούμε, τον βάζουμε να σκέφτεται την αρραβωνιαστικιά του για να συγκινηθεί ο αναγνώστης και μετά τον σκοτώνουμε και πάμε παρακάτω; Πού είναι η εξέλιξη, το βασικό όχημα του δράματος; Η αίσθηση ότι η ιστορία έχει μια αρχή, ένα τέλος και μια πορεία που τα συνδέει; Ότι δεν είναι απλώς η απεικόνιση μιας στατικής στιγμής ξεκομμένης από το χρόνο; Όχι μόνο για τους «ήρωες», αλλά για όσο περισσότερα άτομα είναι δυνατόν, έστω κι αν η αρχή και το τέλος της δεν είναι πάντα η αρχή και των τέλος των ίδιων της σειράς των βιβλίων.
Αυτό είναι ένα ακόμη στοίχημα των «Γιων», πέρα από την ελληνικότητά τους.
[Και για όσους αναρωτιούνται: απ’ όσο ξέρω, ο φίλος μου δεν έγραψε πάνω από 30-40 σελίδες πάνω στην ιδέα του]
Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009
Στιγμή 1
Πέρα από τα παραμύθια που συνεχίζουν ακάθεκτα (το είδατε το τελευταίο;), εγκαινιάζω ένα νέο είδος δημοσίευσης στο ιστολόγιο αυτό. Μικρά κείμενα από το παρελθόν των χαρακτήρων που εμφανίζονται στο «Κοράκι σε άλικο φόντο», πράγματα που συνέβησαν πριν την έναρξη του βιβλίου. Υπάρχουν πολλά πρόσωπα στους «Γιους της Στάχτης» κι αυτός είναι ένας τρόπος να τα παρουσιάσω σταδιακά, χωρίς αποσπάσματα από τα ίδια τα βιβλία, με κίνδυνο να αποκαλύψω περισσότερα απ’ όσα πρέπει.
Να σημειώσω ότι τα κειμενάκια αυτά δεν είναι απαραίτητο να τα διαβάσει κανείς για να κατανοήσει το βιβλίο (και τούμπαλιν, μπορείτε να τα απολαύσετε χωρίς να έχετε διαβάσει το βιβλίο).
Εκτός κι αν μου βρείτε καλύτερο όνομα, θα τα αποκαλώ «Στιγμές».
Κάνω την αρχή με έναν από τους «δευτερεύοντες» χαρακτήρες (τα εισαγωγικά γιατί η διάκριση αυτή είναι λίγο αντίθετη στην όλη σύλληψη των «Γιων»).
Νικήτας
Με σφιγμένα τα δόντια, τρυπούσε θώρακες, έσπαγε ασπίδες, τσάκιζε πρόσωπα. Κάποιοι άρπαζαν το δόρυ, αλλά δεν είχαν τη δύναμη να του το πάρουν από τα χέρια. Άλλοι χτυπούσαν το όπλο με τα σπαθιά τους, μήπως το σπάσουν, μα το ξύλινο στέλεχός του ήταν χοντρό σαν αντρικός καρπός, ένα μικρό δέντρο. Γύρω, οι γραμμές των δυο παρατάξεων είχαν μπλεχτεί. Βέλη συνέχιζαν να πέφτουν από ψηλά, αδυνατώντας να ξεχωρίσουν εχθρό από φίλο. Πάνω από τα κεφάλια υψώνονταν τα δυο λάβαρα, όμοια σε σχέδιο, τα χρώματά τους αντίστροφα. Όπως κι αν εξελισσόταν η μάχη, αιγλωικό σύμβολο θα κατέληγε στη λάσπη. Άρχισε να ψιχαλίζει.
Περπάτησε αργά όλη τη Μακρά Γέφυρα και γύρισε πάλι πίσω. Στο μουντό φως τη συννεφιασμένης μέρας, κάθε χρώμα έμοιαζε να έχει αποσυρθεί από το τοπίο και τους ανθρώπους. Η μενεξεδιά στολή του φάνταζε μελανή. Ο μάλλινος μανδύας ανέμιζε και ξεγελούσε τα μάτια, γινόταν ένα με τους γρανιτένιους ογκόλιθους πίσω από τον άντρα. Καμιά αντανάκλαση δεν πιανόταν στους κρίκους της αρματωσιάς του, τα σταχτιά φρύδια του δεν έκαναν αντίθεση με το ξυρισμένο δέρμα του κρανίου του.
«Εκατόνταρχε Νικήτα», τον υποδέχτηκε ο αρχιστράτηγος, που περίμενε υπομονετικά όσο εκείνος εξέταζε την τοποθεσία. «Λοιπόν;»
Μια λέξη όλη κι όλη, ένα τεράστιο δίλημμα.
«Θα την κρατήσουμε», αποφάσισε ο υπαξιωματικός. «Όσοι κι αν είναι οι αντίπαλοι, ό,τι κι αν χρειαστεί να κάνουμε».
Η βροχή είχε μουσκέψει τις πλάκες της γέφυρας. Μικροί καταρράχτες έρρεαν στα πλευρά της και κατέληγαν στον αφρισμένο Σπείρωνα, νερό ανάμικτο με αίμα παράσερνε κομμάτια μετάλλου, κομμάτια σάρκας. Παντού άψυχα κορμιά ανθρώπων και αλόγων, διαλυμένες άμαξες, γκρεμισμένα οδοφράγματα.
Πίσω στην επόμενη γραμμή άμυνας, ανασύνταξη. Δυο νεοσύλλεκτοι πέρασαν δίπλα από το Νικήτα, δυο πανικόβλητα παιδιά με μάτια διεσταλμένα από τρόμο. Λίγο πιο πίσω ακολουθούσε ο φίλος τους, ένα αγόρι που έμοιαζε πολύ μικρό για να παίζει πόλεμο με αληθινά όπλα. Ένα απελατίκι κατέβηκε βαρύ στην πλάτη του νεαρού, ο ώμος του δίπλωσε αφύσικα. Σωριάστηκε μπρούμυτα στις βρεγμένες πλάκες, να αγκομαχά λαβωμένος. Ο πεζικάριος του εχθρού έσκυψε να τον αποτελειώσει.
Ο εκατόνταρχος δεν είχε χρόνο για σκέψη, ούτε καν για να τραβήξει το όπλο του από το θηκάρι. Πίσω η ασφάλεια, μπρος ένας σύντροφος που κινδύνευε και δεκάδες εχθροί. Έκανε ότι του επέβαλε το ένστικτο. Έτρεξε μπροστά, όσο γρήγορα του επέτρεπε το σώμα του που ήταν περισσότερο δυνατό παρά ευέλικτο.
Να σημειώσω ότι τα κειμενάκια αυτά δεν είναι απαραίτητο να τα διαβάσει κανείς για να κατανοήσει το βιβλίο (και τούμπαλιν, μπορείτε να τα απολαύσετε χωρίς να έχετε διαβάσει το βιβλίο).
Εκτός κι αν μου βρείτε καλύτερο όνομα, θα τα αποκαλώ «Στιγμές».
Κάνω την αρχή με έναν από τους «δευτερεύοντες» χαρακτήρες (τα εισαγωγικά γιατί η διάκριση αυτή είναι λίγο αντίθετη στην όλη σύλληψη των «Γιων»).
Νικήτας
Με σφιγμένα τα δόντια, τρυπούσε θώρακες, έσπαγε ασπίδες, τσάκιζε πρόσωπα. Κάποιοι άρπαζαν το δόρυ, αλλά δεν είχαν τη δύναμη να του το πάρουν από τα χέρια. Άλλοι χτυπούσαν το όπλο με τα σπαθιά τους, μήπως το σπάσουν, μα το ξύλινο στέλεχός του ήταν χοντρό σαν αντρικός καρπός, ένα μικρό δέντρο. Γύρω, οι γραμμές των δυο παρατάξεων είχαν μπλεχτεί. Βέλη συνέχιζαν να πέφτουν από ψηλά, αδυνατώντας να ξεχωρίσουν εχθρό από φίλο. Πάνω από τα κεφάλια υψώνονταν τα δυο λάβαρα, όμοια σε σχέδιο, τα χρώματά τους αντίστροφα. Όπως κι αν εξελισσόταν η μάχη, αιγλωικό σύμβολο θα κατέληγε στη λάσπη. Άρχισε να ψιχαλίζει.
Περπάτησε αργά όλη τη Μακρά Γέφυρα και γύρισε πάλι πίσω. Στο μουντό φως τη συννεφιασμένης μέρας, κάθε χρώμα έμοιαζε να έχει αποσυρθεί από το τοπίο και τους ανθρώπους. Η μενεξεδιά στολή του φάνταζε μελανή. Ο μάλλινος μανδύας ανέμιζε και ξεγελούσε τα μάτια, γινόταν ένα με τους γρανιτένιους ογκόλιθους πίσω από τον άντρα. Καμιά αντανάκλαση δεν πιανόταν στους κρίκους της αρματωσιάς του, τα σταχτιά φρύδια του δεν έκαναν αντίθεση με το ξυρισμένο δέρμα του κρανίου του.
«Εκατόνταρχε Νικήτα», τον υποδέχτηκε ο αρχιστράτηγος, που περίμενε υπομονετικά όσο εκείνος εξέταζε την τοποθεσία. «Λοιπόν;»
Μια λέξη όλη κι όλη, ένα τεράστιο δίλημμα.
«Θα την κρατήσουμε», αποφάσισε ο υπαξιωματικός. «Όσοι κι αν είναι οι αντίπαλοι, ό,τι κι αν χρειαστεί να κάνουμε».
Η βροχή είχε μουσκέψει τις πλάκες της γέφυρας. Μικροί καταρράχτες έρρεαν στα πλευρά της και κατέληγαν στον αφρισμένο Σπείρωνα, νερό ανάμικτο με αίμα παράσερνε κομμάτια μετάλλου, κομμάτια σάρκας. Παντού άψυχα κορμιά ανθρώπων και αλόγων, διαλυμένες άμαξες, γκρεμισμένα οδοφράγματα.
Πίσω στην επόμενη γραμμή άμυνας, ανασύνταξη. Δυο νεοσύλλεκτοι πέρασαν δίπλα από το Νικήτα, δυο πανικόβλητα παιδιά με μάτια διεσταλμένα από τρόμο. Λίγο πιο πίσω ακολουθούσε ο φίλος τους, ένα αγόρι που έμοιαζε πολύ μικρό για να παίζει πόλεμο με αληθινά όπλα. Ένα απελατίκι κατέβηκε βαρύ στην πλάτη του νεαρού, ο ώμος του δίπλωσε αφύσικα. Σωριάστηκε μπρούμυτα στις βρεγμένες πλάκες, να αγκομαχά λαβωμένος. Ο πεζικάριος του εχθρού έσκυψε να τον αποτελειώσει.
Ο εκατόνταρχος δεν είχε χρόνο για σκέψη, ούτε καν για να τραβήξει το όπλο του από το θηκάρι. Πίσω η ασφάλεια, μπρος ένας σύντροφος που κινδύνευε και δεκάδες εχθροί. Έκανε ότι του επέβαλε το ένστικτο. Έτρεξε μπροστά, όσο γρήγορα του επέτρεπε το σώμα του που ήταν περισσότερο δυνατό παρά ευέλικτο.
Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009
Οι Περιφέρειες - Καρυκίου
Προτελευταία περιοχή της Αιγλώης, η Περιφέρεια Καρυκίου, στο κέντρο της σχεδόν. Βρίσκεται στη σκιά του Δικόρυφου Όρους με τη Μονή Αγιασματαρίου, αλλά η υπόλοιπη είναι μια τεράστια ενιαία πεδιάδα. Οι κάτοικοί της είναι κάπως πιο προσγειωμένοι από τους υπόλοιπους Αιγλωείς, ζώντας σε μια γενναιόδωρη γη, χωρίς σκοτεινά δάση και άλλες απρόσιτες γωνιές που να εξάπτουν τη φαντασία. Από την άλλη, η εξάρτηση της τύχης τους από τα καπρίτσια του καιρού, τους κάνει λίγο προληπτικούς.
Το παιδί που δεν είχε ανταμώσει τη Μοίρα του
Μια βολά, ήταν κλέφτες που ρημάζανε όλα τα καμποχώρια. Κάπου τους στριμώξαν’ στο βουνό των καλοέρων, στο Δίκορφο, πάνε καλιά τους. Μόνο ο αρχικλέφτης γλίτωσε, λαβωμένος άσκημα. Σούρθηκε μέχρι το κονάκι του, είπε στη μοναχοκόρη του σαν και πού τα ‘χε χουμπωμένα τα φλουριά του και ταχιά ξεψύχησε.
Πάνω στον τόπο που ήτανε χωμένος ο θησαυρός, είχε χτίσει καλύβι ένας καημενάκος χηρεμένος, μ’ ένα παιδί. Ολονών των φτωχών οι Μοίρες είναι κουτσές και μια-δυο φορές μοναχά προκάνουν να φέρουν καλό όλες κι όλες στη ζήση. Μα του παιδιού η Μοίρα ήτανε και στραβή μαζί και πήγαινε ψάχτοντας με τα χέρια και δεν είχανε απαντηθεί ακόμα μεταξύ τους. Κι όλο σκόνταφτε το παιδί και ‘κανε ζημιές και ‘χανε πράματα χωρίς να τ’ αφήνει μες τη μέση. Αλλά είχε μάθει και δε βαρυγκομούσε.
Να κι ένα πουρνό, παρουσιάζεται στη μπασά απ’ το καλύβι μια ζητιάνα νια κι όμορφη, έπιασε κουβεντολόι με το νοικοκύρη που δεν του περίσσευε τίποτις να δώσει. Τα φέρανε από ‘δω, τα φέρανε από ‘κει, ξαναπήγε την άλλη τη μέρα. Να μην τα πολυλογώ, την πήρε γυναίκα στο τέλος. Πού να ξέρε πως είναι του κλέφτη η θυγατέρα!
Η κακούργα έκανε την καλή μπροστά στον πατέρα, μα όντας έλειπε κείνος στο χωράφι, το παιδί το πέρναγε μαρτύρια. Πότε το ‘δερνε, πότε τ’ άφηνε νηστικό, πότε το ‘κλεινε στο αρμάρι. Δίκιο να βρει το παιδί δεν είχε, έλεε τ’ αντρός της πως γλίστρησε μονάχο του και τσακίστηκε, πως του ‘πεσε το φαΐ στη λάσπη, πως σφήνωσε στο αρμάρι. Χειρότερη μυτρηγιά, δεν ξανάγινε.
Απάνω στον ένα χρόνο, αφού το θησαυρό που ‘ψαχτε δεν τον είχε ξετρυπώσει ακόμα, η γυναίκα βαρέθηκε. Φαρμάκωσε τον άντρα της και ‘πιασε αγάπες με το παλιό πρωτοπαλίκαρο του πατέρα της που ‘χε κάμει δικό του ασκέρι και ταλαιπώραε τους νοικοκυραίους. Το παιδί το πήρ’ αυτός και το ‘δωσε σε κάτι κλέφτες πελαγίσους, να το πουλήσουνε δούλο σε μακρινά μέρη. Κι η κακούργα έπιασε και ξεθεμέλιωσε το καλύβι και βρήκε τα φλουριά κι έφερε μαστόρους και χτίσανε παλάτι στον ίδιο τόπο κι έκανε μετά την αρχόντισσα εκεί με τον αγαπητικό της.
Ας την τώρ’ αυτή, να ιδούμε τι απόγινε το παιδί. Εκεί που αρμενίζανε οι κλέφτες οι θαλασσινοί, σκώνεται κύμα τρανό, γυρνάει ανάποδα το καράβι τους. Βγαίνει κι ένα θεριό του νερού κι άρχισε κι έτρωγε όποιον ήγλεπε. Μοναχά το παιδί γλίτωσε, το ξέβρασε η θάλασσα σε κάτι βράχια μαύρα. Μήτε κι ήξερε σε τι τόπο είχε φτάσει. Το πήρε δρόμο-δρόμο, έφτασε σε χωριό με ανθρώπους ξένους και γλώσσα ξένη.
Να συνεννοηθεί δεν μπορούσε, τον πιάσανε και τον πήγανε στο βασιλιά τους να τον βάλει σε δουλειά. Κανένας επιστάτης δεν το ήθελε κοντά του το παιδί, όλοι το γυρίζανε στο βασιλιά πίσω. Το ‘χωσαν στη γης να σκάβει για χρυσάφι, μια έσπαγε ο κασμάς του, μια σωριάζονταν οι πέτρες που πόστιαζε στην άκρη. Το βάλανε ύστερα να γυρνάει το μάγκανο στο πηγάδι σα γάιδαρος, πότε κοβόταν η τριχιά, πότε τρύπαγε το λαήνι. Το στείλανε στα ζα, άλλα αρρώσταιναν, άλλα κουτσαίνονταν.
Ο βασιλιάς έλεγε πως είναι πονηρός ο δούλος του και κάνει ζημιές για να τον διώξουν, γι’ αυτό έβαζε να τον περνάνε βούρδουλα κάθε βολά. Ώσπου έφτασε είκοσι χρονώ το παιδί και έμαθε πια τη γλώσσα την ξένη κι έπιασε τον αφέντη του να πει τα βασανά του και να κάμει ξήγησες. Πάλι δεν πίστεψ’ ο βασιλιάς. Έκαμε πως το λυπήθηκε το παιδί, του ‘δωσε μιαν αλλαξά χρυσή, ένα μαντήλι τυλιγμένο γεμάτο φλουριά κι ένα σπαθί καλό, και το αμόλησε με την ευκή του. Μασκαρεύτηκε κι αυτός ο ίδιος ταξιδιώτης κι ακλούθησε λίγο παραπίσω να δει τι θα γενεί. Έλεγε όλα καλά θα πάνε και μετά θα βάλει αυτός να το τιμωρήσει το παιδί για τα ψέματα που του ‘χε ειπωμένα.
Πααίνανε κι οι δυο με τα ποδάρια, γιατί το παιδί δεν ήθελε να πάρει άλογο, το λυπότανε το ζώο να το βασανίσει άδικα. Φτάνουνε σ’ ένα χάνι, μπήκανε να κοιμηθούνε. Έρχεται ύστερα ένας ξένος λελέκι σκέτο, μα ο χανιτζής είχε μονάχα ένα κρεβάτι κοντό να του δώσει. Το πιδί, από την καλή του την καρδιά, είπε ν’ αλλάξουνε κάμαρες. Κοιμήθηκε καλά ο ψηλός, το παιδί βρήκε κοριούς στο στρώμα και δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Πιο πέρα, φτάνουνε σ’ ένα γιοφύρι που ‘χε γκρεμιστεί κι ήταν ένας έμπορας με φρούτα φορτωμένα στ’ αμάξι του κι αναστέναζε που δε μπορούσε να προχωρήσει. Πιάνει το παιδί, φορτώνεται, περνάνε την πραμάτεια απέναντι μαζί με τον έμπορα να μη μείνει εκεί και χαλάσει. Γυρνάει πίσω το παιδί, περνάει και τ’ άλογο. Ότι πήγαινε κι αυτό να βγει στον όχτο, κατεβάζει λάσπη το ποτάμι. Κατάφερε και πιάστηκε από μια ρίζα και γλίτωσε το παιδί, μόνο η χρυσή η φορεσά του γίνηκε κομμάτια. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Την άλλη τη μέρα, χωρίζει ο δρόμος στα δυο, μια στράτα πάει χαμηλά, μια περνάει δίπλα στο γκρεμό, κοίταζες και σ’ έπιανε ζαλάδα. Απάνου στη διχάλα, ήτανε ένα τσοπανόπουλο κι έκλαιγε. Ρωτάει το παιδί, μαθαίνει που το καλύτερο κατσίκι του κοπαδιού είχε πάρει το μονοπάτι του γκρεμού και σκιαζότανε ο τσοπανάκος να πάει να το φέρει πίσω. Ούτε και πίσω σπίτι του μπορούσε να πάει, γιατί είχε μυτρηγιά κακούργα και θα το ‘δερνε. Λυπήθηκε το παιδί, θυμήθηκε τα δικά του τα περασμένα, βγαίνει στο φρύδι του γκρεμού, το πιάνει το ερίφι. Κι ότι το ‘φερνε πίσω, δίνει το ζώο μια μήπως του φύγει, πιάνεται στο κέρατό του το μαντήλι του παιδιού που το ‘χε γεμίσει ο αφέντης του με φλουριά, πάει κάτω στο γκρεμό όπως ήτανε. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Την παράλλη μέρα, συνάντησε το παιδί ένα ζαρκάδι θηλυκό και το είχανε τριγυρισμένο τσακάλια να του φάνε το μικρό του. Σέρνει το παιδί το καλό σπαθί που του ‘χε δωσμένο ο βασιλιάς, δίνει μια-δυο, φύγανε αλυχτώντας τα θρασίμια. Μα σφήνωσε το όπλο στα πλευρά ενός, πάει το πήρε μαζί του κι έμεινε αδειανό το θηκάρι. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Πίστεψε πια ο αφέντης την ιστορία του δούλου του κι είπε να του φανερωθεί. Τέτοιος άνθρωπος λέει, τόσα να παθαίνει και να μη βαρυγκομάει, να μην κρατάει κακία και πάλι να βοηθάει, δεν υπάρχει στην Πλάση. Μα τον έτρωγε κι η περιέργεια και είπε ας πάει άλλη μια μέρα, να ιδεί τι άλλο θα γενεί. Βρίσκει ένα πηγάδι το άλλο πουρνό το παιδί, πάει κοντά να νιφτεί. Ακούει ένα κλάμα γυναίκειο από κάτου, έσκυψε να ιδεί μην είχε πέσει μέσα καμιά κυρά. Ήτανε γλιτσασμένο το στόμα του πηγαδιού, γλιστράει, πάει κι αυτός μέσα.
Τότες ο βασιλιάς πικράθηκε. Είπε άδικα το άφησε το παιδί και πήγε χαμένο. Γύρισε παραπίσω κι έφερε τους υπηρέτες που ακολουθούσαν, να βγάλουν τουλάχιστον τα κόκαλα του παιδιού από το πηγάδι, να του κάμουν ένα μνημούρι ανθρώπινο ν’ αναπαυτεί η ψυχούλα του.
Μα έλα που το παιδί δεν ήτανε πεθαμένο! Το πηγάδι είχε νερό και σώθηκε, είχε και πέτρες να σταθεί να μην πνιγεί. Εκεί, μες το σκοτάδι, ήτανε και μια γριά.
«Παιδί μου», λέει, «κάμε κουράγιο. Άνθρωπος δεν περνάει από τούτη την ερμιά και δε σωνόμαστε. Εγώ έχω δέκα χρόνια πεσμένη μέσα. Μον’ έλα κοντά να σου δώσω την ευκή μου γιατί δε βαστάω άλλο».
Κι όπως βάνει τα χέρια της απάνου του, τον εγνώρισε, γιατί ήτανε η Μοίρα του που δεν ήγλεπε, κι έτσι είχε βρεθεί κι εκείνη στην τρύπα.
«Αμ στον κόσμο σε γύρευα κι εδώ σε βρήκα!», του λέει. «Κάτσε να μ’ ακούσεις, γιατί δεν έχει να ξαναειδωθούμε. Όταν λάχει και σε βγάλουνε, άλλο πράμα να μη ζητήσεις, παρά το κρουσταλλένιο προσκεφάλι»
Ήρθανε οι υπηρέτες του βασιλιά, το βγάλανε όξω το παιδί από το πηγάδι, ψάξανε και για τη γριά, πουθενά. Κατεβάσανε δαδιά να δούνε καλύτερα, τίποτα. Γυρίσανε όλοι μαζί πίσω στο παλάτι, έπιασε ο αφέντης και αγκάλιασε το δούλο και τον αμόλησε λεύτερο, αληθινά ετούτη τη φορά.
«Τι δώρο να σου κάμω», του λέει, «να μην το χάσεις κι ετούτο;»
Το παιδί ζήτησε το κρουσταλλένιο προσκεφάλι όπως το ‘χε ορμηνέψει η Μοίρα του. Ο βασιλιάς είπε κι είπε, να το αλλάξει γνώμη, μα δεν τα κατάφερνε, κι έβαλε να φέρουν εκεί μπροστά στο θρονί του το δώρο. Αυτό είχε ζητήσει από μαστόρους να το φτιάσουν, για να βρει άντρα για τη μοναχοκόρη του. Όποιος κοιμόταν με δαύτο, τον έβρισκε μεγάλο κακό παρεκτός κι αν στη ζήση του
ψέμα δεν είχε ειπωμένο
κακό δεν είχε καμωμένο
φλουρί δεν είχε κλεμμένο
άδικο δεν είχε κερδισμένο
και πολλά βασιλόπουλα είχανε πεθαμένα και λαβωμένα από δαύτο, μέχρι που δεν τόλμαγε κανείς να το δοκιμάσει κι ο βασιλιάς ο ίδιος έλεγε πως τέτοιος άνθρωπος δεν υπάρχει.
Και να που βρέθηκε το παιδί άξιο και έκαμε τον καλύτερο του ύπνο με το κρουσταλλένιο προσκεφάλι στις βασιλικές τις κάμαρες και σκώθηκε το άλλο το πουρνό ξεκούραστο. Άλλο νέο καλύτερο δεν ήθελε ο βασιλιάς, που δεν είχε κλείσει μάτι από την έγνοια του. Έβαλε αμέσως να γίνει καλέστρα, να κάμει το παιδί γαμπρό του. Και κακό δεν του ξανάτυχε του παιδιού στα πολλά χρόνια που βασίλεψε, γιατί τη Μοίρα του την είχε ανταμώσει πια.
Και το κρουσταλλένιο προσκεφάλι, που δεν το ‘χε ανάγκη πια, το ‘στειλε πεσκέσι στη συμπεθέρα του, τη μητρυγιά του παιδιού. Εκείνη το ‘βαλε να πλαγιάσει ο αγαπητικός της και άνοιξε η γης και τους κατάπιε και τους δύο, με το παλάτι τους και τα κλεψιμέικα τους.
Το παιδί που δεν είχε ανταμώσει τη Μοίρα του
Μια βολά, ήταν κλέφτες που ρημάζανε όλα τα καμποχώρια. Κάπου τους στριμώξαν’ στο βουνό των καλοέρων, στο Δίκορφο, πάνε καλιά τους. Μόνο ο αρχικλέφτης γλίτωσε, λαβωμένος άσκημα. Σούρθηκε μέχρι το κονάκι του, είπε στη μοναχοκόρη του σαν και πού τα ‘χε χουμπωμένα τα φλουριά του και ταχιά ξεψύχησε.
Πάνω στον τόπο που ήτανε χωμένος ο θησαυρός, είχε χτίσει καλύβι ένας καημενάκος χηρεμένος, μ’ ένα παιδί. Ολονών των φτωχών οι Μοίρες είναι κουτσές και μια-δυο φορές μοναχά προκάνουν να φέρουν καλό όλες κι όλες στη ζήση. Μα του παιδιού η Μοίρα ήτανε και στραβή μαζί και πήγαινε ψάχτοντας με τα χέρια και δεν είχανε απαντηθεί ακόμα μεταξύ τους. Κι όλο σκόνταφτε το παιδί και ‘κανε ζημιές και ‘χανε πράματα χωρίς να τ’ αφήνει μες τη μέση. Αλλά είχε μάθει και δε βαρυγκομούσε.
Να κι ένα πουρνό, παρουσιάζεται στη μπασά απ’ το καλύβι μια ζητιάνα νια κι όμορφη, έπιασε κουβεντολόι με το νοικοκύρη που δεν του περίσσευε τίποτις να δώσει. Τα φέρανε από ‘δω, τα φέρανε από ‘κει, ξαναπήγε την άλλη τη μέρα. Να μην τα πολυλογώ, την πήρε γυναίκα στο τέλος. Πού να ξέρε πως είναι του κλέφτη η θυγατέρα!
Η κακούργα έκανε την καλή μπροστά στον πατέρα, μα όντας έλειπε κείνος στο χωράφι, το παιδί το πέρναγε μαρτύρια. Πότε το ‘δερνε, πότε τ’ άφηνε νηστικό, πότε το ‘κλεινε στο αρμάρι. Δίκιο να βρει το παιδί δεν είχε, έλεε τ’ αντρός της πως γλίστρησε μονάχο του και τσακίστηκε, πως του ‘πεσε το φαΐ στη λάσπη, πως σφήνωσε στο αρμάρι. Χειρότερη μυτρηγιά, δεν ξανάγινε.
Απάνω στον ένα χρόνο, αφού το θησαυρό που ‘ψαχτε δεν τον είχε ξετρυπώσει ακόμα, η γυναίκα βαρέθηκε. Φαρμάκωσε τον άντρα της και ‘πιασε αγάπες με το παλιό πρωτοπαλίκαρο του πατέρα της που ‘χε κάμει δικό του ασκέρι και ταλαιπώραε τους νοικοκυραίους. Το παιδί το πήρ’ αυτός και το ‘δωσε σε κάτι κλέφτες πελαγίσους, να το πουλήσουνε δούλο σε μακρινά μέρη. Κι η κακούργα έπιασε και ξεθεμέλιωσε το καλύβι και βρήκε τα φλουριά κι έφερε μαστόρους και χτίσανε παλάτι στον ίδιο τόπο κι έκανε μετά την αρχόντισσα εκεί με τον αγαπητικό της.
Ας την τώρ’ αυτή, να ιδούμε τι απόγινε το παιδί. Εκεί που αρμενίζανε οι κλέφτες οι θαλασσινοί, σκώνεται κύμα τρανό, γυρνάει ανάποδα το καράβι τους. Βγαίνει κι ένα θεριό του νερού κι άρχισε κι έτρωγε όποιον ήγλεπε. Μοναχά το παιδί γλίτωσε, το ξέβρασε η θάλασσα σε κάτι βράχια μαύρα. Μήτε κι ήξερε σε τι τόπο είχε φτάσει. Το πήρε δρόμο-δρόμο, έφτασε σε χωριό με ανθρώπους ξένους και γλώσσα ξένη.
Να συνεννοηθεί δεν μπορούσε, τον πιάσανε και τον πήγανε στο βασιλιά τους να τον βάλει σε δουλειά. Κανένας επιστάτης δεν το ήθελε κοντά του το παιδί, όλοι το γυρίζανε στο βασιλιά πίσω. Το ‘χωσαν στη γης να σκάβει για χρυσάφι, μια έσπαγε ο κασμάς του, μια σωριάζονταν οι πέτρες που πόστιαζε στην άκρη. Το βάλανε ύστερα να γυρνάει το μάγκανο στο πηγάδι σα γάιδαρος, πότε κοβόταν η τριχιά, πότε τρύπαγε το λαήνι. Το στείλανε στα ζα, άλλα αρρώσταιναν, άλλα κουτσαίνονταν.
Ο βασιλιάς έλεγε πως είναι πονηρός ο δούλος του και κάνει ζημιές για να τον διώξουν, γι’ αυτό έβαζε να τον περνάνε βούρδουλα κάθε βολά. Ώσπου έφτασε είκοσι χρονώ το παιδί και έμαθε πια τη γλώσσα την ξένη κι έπιασε τον αφέντη του να πει τα βασανά του και να κάμει ξήγησες. Πάλι δεν πίστεψ’ ο βασιλιάς. Έκαμε πως το λυπήθηκε το παιδί, του ‘δωσε μιαν αλλαξά χρυσή, ένα μαντήλι τυλιγμένο γεμάτο φλουριά κι ένα σπαθί καλό, και το αμόλησε με την ευκή του. Μασκαρεύτηκε κι αυτός ο ίδιος ταξιδιώτης κι ακλούθησε λίγο παραπίσω να δει τι θα γενεί. Έλεγε όλα καλά θα πάνε και μετά θα βάλει αυτός να το τιμωρήσει το παιδί για τα ψέματα που του ‘χε ειπωμένα.
Πααίνανε κι οι δυο με τα ποδάρια, γιατί το παιδί δεν ήθελε να πάρει άλογο, το λυπότανε το ζώο να το βασανίσει άδικα. Φτάνουνε σ’ ένα χάνι, μπήκανε να κοιμηθούνε. Έρχεται ύστερα ένας ξένος λελέκι σκέτο, μα ο χανιτζής είχε μονάχα ένα κρεβάτι κοντό να του δώσει. Το πιδί, από την καλή του την καρδιά, είπε ν’ αλλάξουνε κάμαρες. Κοιμήθηκε καλά ο ψηλός, το παιδί βρήκε κοριούς στο στρώμα και δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Πιο πέρα, φτάνουνε σ’ ένα γιοφύρι που ‘χε γκρεμιστεί κι ήταν ένας έμπορας με φρούτα φορτωμένα στ’ αμάξι του κι αναστέναζε που δε μπορούσε να προχωρήσει. Πιάνει το παιδί, φορτώνεται, περνάνε την πραμάτεια απέναντι μαζί με τον έμπορα να μη μείνει εκεί και χαλάσει. Γυρνάει πίσω το παιδί, περνάει και τ’ άλογο. Ότι πήγαινε κι αυτό να βγει στον όχτο, κατεβάζει λάσπη το ποτάμι. Κατάφερε και πιάστηκε από μια ρίζα και γλίτωσε το παιδί, μόνο η χρυσή η φορεσά του γίνηκε κομμάτια. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Την άλλη τη μέρα, χωρίζει ο δρόμος στα δυο, μια στράτα πάει χαμηλά, μια περνάει δίπλα στο γκρεμό, κοίταζες και σ’ έπιανε ζαλάδα. Απάνου στη διχάλα, ήτανε ένα τσοπανόπουλο κι έκλαιγε. Ρωτάει το παιδί, μαθαίνει που το καλύτερο κατσίκι του κοπαδιού είχε πάρει το μονοπάτι του γκρεμού και σκιαζότανε ο τσοπανάκος να πάει να το φέρει πίσω. Ούτε και πίσω σπίτι του μπορούσε να πάει, γιατί είχε μυτρηγιά κακούργα και θα το ‘δερνε. Λυπήθηκε το παιδί, θυμήθηκε τα δικά του τα περασμένα, βγαίνει στο φρύδι του γκρεμού, το πιάνει το ερίφι. Κι ότι το ‘φερνε πίσω, δίνει το ζώο μια μήπως του φύγει, πιάνεται στο κέρατό του το μαντήλι του παιδιού που το ‘χε γεμίσει ο αφέντης του με φλουριά, πάει κάτω στο γκρεμό όπως ήτανε. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Την παράλλη μέρα, συνάντησε το παιδί ένα ζαρκάδι θηλυκό και το είχανε τριγυρισμένο τσακάλια να του φάνε το μικρό του. Σέρνει το παιδί το καλό σπαθί που του ‘χε δωσμένο ο βασιλιάς, δίνει μια-δυο, φύγανε αλυχτώντας τα θρασίμια. Μα σφήνωσε το όπλο στα πλευρά ενός, πάει το πήρε μαζί του κι έμεινε αδειανό το θηκάρι. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Πίστεψε πια ο αφέντης την ιστορία του δούλου του κι είπε να του φανερωθεί. Τέτοιος άνθρωπος λέει, τόσα να παθαίνει και να μη βαρυγκομάει, να μην κρατάει κακία και πάλι να βοηθάει, δεν υπάρχει στην Πλάση. Μα τον έτρωγε κι η περιέργεια και είπε ας πάει άλλη μια μέρα, να ιδεί τι άλλο θα γενεί. Βρίσκει ένα πηγάδι το άλλο πουρνό το παιδί, πάει κοντά να νιφτεί. Ακούει ένα κλάμα γυναίκειο από κάτου, έσκυψε να ιδεί μην είχε πέσει μέσα καμιά κυρά. Ήτανε γλιτσασμένο το στόμα του πηγαδιού, γλιστράει, πάει κι αυτός μέσα.
Τότες ο βασιλιάς πικράθηκε. Είπε άδικα το άφησε το παιδί και πήγε χαμένο. Γύρισε παραπίσω κι έφερε τους υπηρέτες που ακολουθούσαν, να βγάλουν τουλάχιστον τα κόκαλα του παιδιού από το πηγάδι, να του κάμουν ένα μνημούρι ανθρώπινο ν’ αναπαυτεί η ψυχούλα του.
Μα έλα που το παιδί δεν ήτανε πεθαμένο! Το πηγάδι είχε νερό και σώθηκε, είχε και πέτρες να σταθεί να μην πνιγεί. Εκεί, μες το σκοτάδι, ήτανε και μια γριά.
«Παιδί μου», λέει, «κάμε κουράγιο. Άνθρωπος δεν περνάει από τούτη την ερμιά και δε σωνόμαστε. Εγώ έχω δέκα χρόνια πεσμένη μέσα. Μον’ έλα κοντά να σου δώσω την ευκή μου γιατί δε βαστάω άλλο».
Κι όπως βάνει τα χέρια της απάνου του, τον εγνώρισε, γιατί ήτανε η Μοίρα του που δεν ήγλεπε, κι έτσι είχε βρεθεί κι εκείνη στην τρύπα.
«Αμ στον κόσμο σε γύρευα κι εδώ σε βρήκα!», του λέει. «Κάτσε να μ’ ακούσεις, γιατί δεν έχει να ξαναειδωθούμε. Όταν λάχει και σε βγάλουνε, άλλο πράμα να μη ζητήσεις, παρά το κρουσταλλένιο προσκεφάλι»
Ήρθανε οι υπηρέτες του βασιλιά, το βγάλανε όξω το παιδί από το πηγάδι, ψάξανε και για τη γριά, πουθενά. Κατεβάσανε δαδιά να δούνε καλύτερα, τίποτα. Γυρίσανε όλοι μαζί πίσω στο παλάτι, έπιασε ο αφέντης και αγκάλιασε το δούλο και τον αμόλησε λεύτερο, αληθινά ετούτη τη φορά.
«Τι δώρο να σου κάμω», του λέει, «να μην το χάσεις κι ετούτο;»
Το παιδί ζήτησε το κρουσταλλένιο προσκεφάλι όπως το ‘χε ορμηνέψει η Μοίρα του. Ο βασιλιάς είπε κι είπε, να το αλλάξει γνώμη, μα δεν τα κατάφερνε, κι έβαλε να φέρουν εκεί μπροστά στο θρονί του το δώρο. Αυτό είχε ζητήσει από μαστόρους να το φτιάσουν, για να βρει άντρα για τη μοναχοκόρη του. Όποιος κοιμόταν με δαύτο, τον έβρισκε μεγάλο κακό παρεκτός κι αν στη ζήση του
ψέμα δεν είχε ειπωμένο
κακό δεν είχε καμωμένο
φλουρί δεν είχε κλεμμένο
άδικο δεν είχε κερδισμένο
και πολλά βασιλόπουλα είχανε πεθαμένα και λαβωμένα από δαύτο, μέχρι που δεν τόλμαγε κανείς να το δοκιμάσει κι ο βασιλιάς ο ίδιος έλεγε πως τέτοιος άνθρωπος δεν υπάρχει.
Και να που βρέθηκε το παιδί άξιο και έκαμε τον καλύτερο του ύπνο με το κρουσταλλένιο προσκεφάλι στις βασιλικές τις κάμαρες και σκώθηκε το άλλο το πουρνό ξεκούραστο. Άλλο νέο καλύτερο δεν ήθελε ο βασιλιάς, που δεν είχε κλείσει μάτι από την έγνοια του. Έβαλε αμέσως να γίνει καλέστρα, να κάμει το παιδί γαμπρό του. Και κακό δεν του ξανάτυχε του παιδιού στα πολλά χρόνια που βασίλεψε, γιατί τη Μοίρα του την είχε ανταμώσει πια.
Και το κρουσταλλένιο προσκεφάλι, που δεν το ‘χε ανάγκη πια, το ‘στειλε πεσκέσι στη συμπεθέρα του, τη μητρυγιά του παιδιού. Εκείνη το ‘βαλε να πλαγιάσει ο αγαπητικός της και άνοιξε η γης και τους κατάπιε και τους δύο, με το παλάτι τους και τα κλεψιμέικα τους.
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009
Πάμε πάλι (νο 1;)
Χτες ταχυδρόμησα το βιβλίο μου σε νέο εκδότη (θα τον αποκαλούμε Εκδότη-2 για ευκολία).
Αν έβγαλα κάποιο συμπέρασμα από την όλη εμπειρία της απόρριψης, είναι πως δεν υπάρχει "σωστός" τρόπος δράσης. Μπορεί κανείς να ακολουθήσει τις καλοπροαίρετες συμβουλές των φίλων του όταν επιλέγει σε ποιον εκδοτικό οίκο θα στείλει το πόνημά του. Και μετά, αν ατυχήσει, αναπόφευκτα θα σκεφτεί "δεν έπρεπε να τους ακούσω, τώρα υφίσταμαι τις συνέπειες του δικού τους λάθους". Μη βιαστεί να πει κανείς πως πρέπει ν' ακολουθούμε το δικό μας ένστικτο. Μπορεί ο επίδοξος συγγραφέας να επιλέξει να μην ακούσει τους φίλους του και να κάνει του κεφαλιού του. Και μετά, αν ατυχήσει, αναπόφευκτα θα σκεφτεί "έπρεπε να τους ακούσω, τώρα υφίσταμαι τις συνέπειες του δικού μου λάθους από το οποίο προσπάθησαν να με προστατέψουν".
Αφού και ο συγγραφέας και οι φίλοι του με εκτιμήσεις κινούνται, δεν υπάρχει σωστή λύση, δεν υπάρχει σωστή αντίδραση στην ατυχία. Ο καθένας ας εμπιστευτεί το ένστικτο που θεωρεί πιο ισχυρό, το δικό του ή των ανθρώπων του περιβάλλοντός του. Και να μη νιώσει καθόλου πικρία όποια κι αν είναι η έκβαση. Κατά κάποιον τρόπο, δική του είναι η επιλογή και στις δυο περιπτώσεις. (Έτσι, εγκυκλοπαιδικά, ο Εκδότης-2 ήταν η πρώτη μου επιλογή)
Το ιστολόγιο επανέρχεται δριμύτερο. Αναμείνατε νέο παραμύθι αύριο ή μεθαύριο.
Αν έβγαλα κάποιο συμπέρασμα από την όλη εμπειρία της απόρριψης, είναι πως δεν υπάρχει "σωστός" τρόπος δράσης. Μπορεί κανείς να ακολουθήσει τις καλοπροαίρετες συμβουλές των φίλων του όταν επιλέγει σε ποιον εκδοτικό οίκο θα στείλει το πόνημά του. Και μετά, αν ατυχήσει, αναπόφευκτα θα σκεφτεί "δεν έπρεπε να τους ακούσω, τώρα υφίσταμαι τις συνέπειες του δικού τους λάθους". Μη βιαστεί να πει κανείς πως πρέπει ν' ακολουθούμε το δικό μας ένστικτο. Μπορεί ο επίδοξος συγγραφέας να επιλέξει να μην ακούσει τους φίλους του και να κάνει του κεφαλιού του. Και μετά, αν ατυχήσει, αναπόφευκτα θα σκεφτεί "έπρεπε να τους ακούσω, τώρα υφίσταμαι τις συνέπειες του δικού μου λάθους από το οποίο προσπάθησαν να με προστατέψουν".
Αφού και ο συγγραφέας και οι φίλοι του με εκτιμήσεις κινούνται, δεν υπάρχει σωστή λύση, δεν υπάρχει σωστή αντίδραση στην ατυχία. Ο καθένας ας εμπιστευτεί το ένστικτο που θεωρεί πιο ισχυρό, το δικό του ή των ανθρώπων του περιβάλλοντός του. Και να μη νιώσει καθόλου πικρία όποια κι αν είναι η έκβαση. Κατά κάποιον τρόπο, δική του είναι η επιλογή και στις δυο περιπτώσεις. (Έτσι, εγκυκλοπαιδικά, ο Εκδότης-2 ήταν η πρώτη μου επιλογή)
Το ιστολόγιο επανέρχεται δριμύτερο. Αναμείνατε νέο παραμύθι αύριο ή μεθαύριο.
Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009
Πόρτα (νο. 1)
Κι ότι έλεγα πως πρέπει να ανασκουμπωθώ και να γράψω το περί-ανέμων-και-υδάτων της εβδομάδας αύριο στο ιστολόγιο, χτυπάει το κινητό μου και βλέπω αριθμό που μου είναι άγνωστος.
Ήταν από τον Εκδότη, ο οποίος θα παραμείνει και πάλι ανώνυμος, καθώς επέλεξε να μη σχετιστεί επαγγελματικά με το πόνημά μου. Με απλά λόγια, δεν ενδιαφέρονται να το εκδόσουν. Η πρώτη μου απόρριψη! Ενδιαφέρον ως εμπειρία.
Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα; Θέλει σκέψη.
Ήταν από τον Εκδότη, ο οποίος θα παραμείνει και πάλι ανώνυμος, καθώς επέλεξε να μη σχετιστεί επαγγελματικά με το πόνημά μου. Με απλά λόγια, δεν ενδιαφέρονται να το εκδόσουν. Η πρώτη μου απόρριψη! Ενδιαφέρον ως εμπειρία.
Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα; Θέλει σκέψη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)