Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

Οι Περιφέρειες - Μεσογαίας

Τελικά, είμαι άνθρωπος της ρουτίνας, μου αρέσει να παίρνω τα πράγματα με τη σειρά. Επιστρέφω πάλι στη χερσόνησο της Αιγλώης, ακριβώς στο μέσο της, από τις παλαιοτερα και πυκνότερα κατοικημένες περιοχής της Πλάσης. Ένα παραμύθι λίγο μεγαλύτερο από τα προηγούμενα, κι ίσως λιγότερο εντυπωσιακό, μα με μια έκπληξη για όσους αντέξουν ως το τέλος της ανάγνωσης [update: αναφέρομαι στο δεύτερο, συμπληρωματικό κείμενο, το οποίο διέφυγε της προσοχής όσων αναγνωστών το πέρασαν για ξεχωριστή ιστορία].


Ο τσοπάνος και το αθάνατο βοτάνι

Τους καιρούς των Παλιών Γλωέων, ήταν’ ένα θεριό σα λύκος με νύχια σιδερένια. Γυρνούσε εδώ στα χωριά μας κι ως ίσα κάτω στον κάμπο, έτρωγε ανθρώπους και ζα, έφτυνε φωτιά να κάψει τα χωράφια πριν το θέρο και κακό δεν υπήρχε που να μην το ‘χει καμωμένο.

Ο βασιλιάς εδώ του τόπου – κείνα τα χρόνια, κάθε τόπος είχε δικό του βασιλιά – έβγαλε τελάληδες, όποιος το σκοτώσει το θεριό, παίρνει την κόρη του γυναίκα, παίρνει και την κορώνα σαν ποθάνει αυτός.

Ήτανε τότες κι ένα παιδί, τσοπάνος, κι είχε πολλούς μήνες πάνω στο βουνό με τα πράματά του και δεν είχε κρένει σε άνθρωπο. Έφτασε ως το μαντρί του το θεριό νύχτα, μεσάνυχτα κι έπιασε ένα αρνί γαλάρι να το φάει. Πετάχτηκε το παλικάρι απ’ το καλύβι του με το τόξο στο χέρι μόλις άκουσε τα πρόβατα να σκούζουν. Τηράει καλά-καλά το λυκόπραμα και δεν ήξερε τι σόι ζο ήγλεπε. Ήτανε αντρειωμένος, όμως, και δε δείλιασε, παρά ρίχνει μια σαΐτα στο θεριό και του βγάνει το ‘να μάτι. Μούγκρισε το θεριό και σείστηκε ολάκερο το βουνό, έτριξε τα δόντια του κι έσταξε η φλόγα που ‘χε μες τα σωθικά του και τσουρούφλιξε τα δεντρά στην πλαγιά πάνω απ’ το Αγναντοχώρι κι ακόμα έχει να φυτρώσει τίποτα.

Πιαστήκανε ύστερα στα χέρια και κυλάγανε στα χώματα με την απάλη. Κι όπου δάγκωνε και γρατζούναγε το θεριό, πέταγε το αίμα τζουρνάρι, όπου βάραγε το παλικάρι σπάγανε τα κόκαλα σαν το ξύλο το ξερό. Και στο τέλος έπιασε ο αντρειωμένος τα σαγόνια του θεριού γερά με τα δυο του τα χέρια και τα ξεκλείδωσε και ψόφησε το παλιόπραμα που ‘χε κάμει τόσο χαλασμό.

Ύστερα, έπιασε το παιδί κι έκαψε το ψοφίμι. Μόνο το τομάρι κράτησε και ροβόλησε στα χωριά να το πουλήσει, και τα νύχια τα σιδερένια να τα δώκει για καρφιά. Σα μαθεύτηκε το κατόρθωμά που ‘χε καμωμένο, τον πήρανε και τον πήγανε στο βασιλιά. Κείνος δεν ήθελε να κάμει γαμπρό προβατάρη και για να μην τον σκοτίζει το παιδί, το ‘στειλε να του φέρει το αθάνατο βοτάνι για χάρισμα – εκείνους τους καιρούς, λέει, ο γαμπρός έδινε προίκα, αντί να παίρνει.

Το παλικάρι, που την είχε δει τη βασιλοκόρη και του καλάρεσε, είπε ας το κάμει κι αυτό. Βουνίσος ήτανε, από κόσμο δεν ήξερε. Το φόβο δεν τον είχε μάθει, η πονηριά δεν του πέρναγε απ’ το νου.

Μόνο δεν ήξερε σε τι τόπο να φυτρώνει το αθάνατο βοτάνι. Ρώτα εδώ, ρώτα εκεί, έφτασε ψηλά στον τόπο τον αλογατάρηδων. Εκεί ήβρε ένα ‘ρημίτη πολύξερο. Τον πήρε στη σκήτη του τον τσοπάνο ο καλόγερος, τον τάισε, τον κοίμισε και το άλλο πρωί πιάσανε να πούνε πώς έτσι, πώς αλλιώς, πώς ετούτα, πώς εκείνα.

«Α», λέει ο γέροντας, «άμα είναι να πας για το βοτάνι, θες μπροστά να πάρεις τ’ άλογο το πλουμιστό που ‘ναι πέρ’ απ’ το πέλαγο».

Τι να κάμει το παλικάρι; Μια και δυο, μπαίνει σ’ ένα καράβι και περνάει απέναντι. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει σ’ ένα βρωμότοπο που αλλού ήτανε μικρό βουνό, αλλού μικρός κάμπος, αλλού μικρή βαλτουριά κι ένα σκέδιο δεν είχε, να ξέρουν κι οι ανθρώποι πώς να ζήσουνε. Εκεί τα πρόβατα και τα γίδια δεν τα ‘ξεραν, τα γελάδια δεν τα βόσκανε. Μόνο αλόγατα, άσπρα και μαύρα και κόκκινα. Πλουμιστό, ντιπ.

Ρωτάει από ‘δω, ρωτάει από κει το παιδί, του ‘πανε να πάει στο ποτάμι και να περιμένει. Έστησε παγανιά και νύχτα, μεσάνυχτα γλέπει ένα φως που ερχότανε, πότε έσβηνε, πότε άναφτε. Καρτεράει λίγο ακόμα, τι να δει; Έφτασε στο νερό να ξεδιψάσει ένα ζο σαν άλογο της καβάλας, μια γαλανό, μια πράσινο, μια κίτρινο, ό,τι χρώμα θες το πέρναγε.

Χιμάει ο τσοπάνος να το πιάσει, δίνει απίδρομο εκείνο. Κι όπου φτάνανε σε βουνό, το άλογο το πλουμιστό σκαρφάλωνε σαν το γίδι, όπου πιάνανε βαλτουριά κολύμπαγε σαν τη νεροφίδα, όπου φτάνανε σε κάμπο κόντευε το παιδί να το χάσει απ’ τα μάτια του. Εφτά μέρες κυνηγιόντανε, αρχίνησε κι απόκανε το παλικάρι, είπε πως θα λυγοθυμίσει. Α και πάνω στην ώρα, φτάσανε σε τόπο στενό, σε λαγκαδιά να πούμε. Τότες, τυλίγει το λυκοτόμαρο του θεριού στη γκλίτσα του το παιδί και την πετάει μπροστά στο μονοπάτι και στάθηκε όρθια. Τη βλέπει τ’ άλογο μες το σκοτάδι και λέει πως αλήθεια λύκο έχει μπροστά του, σκώθηκε στα πίσω ποδάρια και φρούμαζε. Και το ‘φτασ’ ο τσοπάνος και του πέρασε χαλινάρι.

Γυρνάει το παλικάρι πίσω στον καλόγερο. Να, του λέει, το ‘χω τ’ άλογο το πλουμιστό.

«Α», λέει ο γέροντας, «άμα είναι να πας για το βοτάνι, θες μπροστά να πάρεις το σπαθί το μαλαματένιο που ‘ναι στη μαύρη εκκλησιά πέρ’ απ’ τ’ αυλάκι».

Τι να κάμει το παλικάρι; Μια και δυο, ροβολάει τον κατήφορο, διαβαίνει το Λαιμό και πιάνει τα Κόκκινα Χώματα. Εκεί ‘ναι καλά και για στάρι και για φρούτο και για το κάθε τις. Αλλά οι νομάτοι του τόπου είναι πονηροί και μην τους βάλεις πίστη, άμα τους συναντήσεις.

Τέλος πάντων, έφερε γύρα όλον τον τόπο το παιδί, ότι ξωκλήσι έβρισκε, ήταν ασβεστωμένα σαν τα δικά μας.

Ρωτάει από ‘δω, ρωτάει από κει, του ‘πανε ν’ ανέβει στο βουνό, στην πιο ψηλή ράχη και ν’ αγναντέψει, μια μέρα να ‘ναι καθαρή. Πραγματικώς, από κει φαινότανε αυτό που ‘ψαχνε. Κατεβαίνει ύστερα στη μαύρη εκκλησιά, πάει να διαβεί τη θύρα, πετάγονται μπρος του πέντε αδέρφια, ο ένας πιο αντρειωμένος από τον άλλο. Κείνη η οικογένεια ήταν πάππου προς πάππου ομωμένη να μην αφήκουνε να πάρει άνθρωπος το μαλαματένιο το σπαθί χωρίς αμάχη.

Άλλα σαν να τα βρήκανε με το παλικάρι και είπανε να μη σκοτωθούνε τζάμπα. Βάλανε κρασί σ’ ένα ποτήρι και έπιανε όλοι στη σειρά, να γίνουνε σταυραδερφοί και ύστερα βάλανε στοιχήματα. Άμα κέρδιζε το παιδί του το δίνουνε το σπαθί, άμα χάσει γυρνάει και φεύγει. Έριξε λιθάρι ο μεγάλος αδερφός κι έπεσε στο διπλανό βουνό. Έριξ’ ο τσοπάνος και δεν φτάνανε να δούνε που έπεσε. Έδωσ’ απίδρομο ο δεύτερος αδερφός και πριν φτάσει εκεί που είχανε βαλμένο να σταματήσουνε, ο τσοπάνος πρόκανε να φτάσει και να γυρίσει. Βάρεσ’ ο τρίτος αδερφός ένα μήλο με τη σαΐτα του, βάρεσ’ ο τσοπάνος και έσκισε τη σαΐτα του άλλου στα δύο, σούβλισε και δυο μήλα μαζί. Έδωσ’ ο τέταρτος αδερφός μια γροθιά κι έχωσε τον τσοπάνο στο χώμα ως το γόνα, έδωσ’ ο τσοπάνος γροθιά και τον έχωσε τον τέταρτο αδερφό στο χώμα ως το λαιμό. Πήδησ’ ο μικρός αδερφός κι έφτασε ως τ’ αυλάκι, πήδησ’ ο τσοπάνος κι έφτασε πέρ’ απ’ το Λαιμό.

Κι αφού βρέθηκε καλύτερο σε όλα το παλικάρι, τον ασπαστήκανε τα σταυραδέρφια του και του το δώκανε το σπαθί το μαλαματένιο και γύρισε πίσω στον καλόγερο. Να, του λέει, το ‘χω κι ετούτο. Με το’ να και με τα’ άλλο, είχαν περάσει άλλες εφτά μέρες.

«Α», λέει ο γέροντας, «άμα είναι να πας για το βοτάνι, θες μπροστά να πάρεις το διαμαντένιο ξουράφι που ‘ναι κρεμασμένο στον χιλιόχρονο έλατο, στα δάσα πέρ’ απ’ το πέλαγο».

Τι να κάμει το παλικάρι; Ετοιμάστηκε να ταξιδέψει πάλε κι έπεσε για ύπνο νωρίς. Και βλέπει όνειρο τη μακαρίτισσα τη μάνα του που του ‘πε να πάρει μαζί τα σιδερένια νύχια του θεριού του σκοτωμένου, κι όπου σταθεί να τα φυτέψει.

Μια και δυο, ξαναπαίρνει καράβι, ξαναπερνάει το πέλαγο. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει σ’ έναν τόπο όλο καταχνιά, όλο βουνό και δάσα. Ούτε να δεις, ούτε ν’ ακούσεις τίποτα. Ο ουρανός μαύρος απ’ την καπνιά, οι ραχούλες αντιλαλούσανε σφυρί στ’ αμόνι.

Γυρνάει από ‘δω, γυρνάει από κει ο τσοπάνος, χίλιους μύριους έλατους είδε, όλοι ίδιοι του φαινότανε. Πάει να βρει κόσμο να ρωτήσει, σπίτια πουθενά. Όλο το βουνό ήτανε κουφωμένο σπηλιές, γιομάτες δράκους. Μόλις τον καταλάβανε, βγήκανε να τον φάνε. Παίρνει κι αυτός τα νύχια του θεριού και τα καρφώνει στο χώμα, όπως τον είχε ορμηνεμένο το όνειρο. Φυτρώνουνε στρατιώτες σιδεροντυμένοι, μιλιούνια. Κι η αμάχη κράτησε εφτά μέρες και κοκκινίσανε τα ποτάμια από το αίμα, ώσπου στο τέλος ξεπαστρευτήκανε οι δράκοι και μείνανε οι ανθρώποι. Όσοι είχανε γλιτώσει, σκορπίσανε ύστερα και χαλάσανε τον τόπο να βρούνε τον χιλιόχρονο έλατο. Σαν τον βρήκε ένας, μαζευτήκανε κι οι υπόλοιποι, πατήσανε ο ένας τους ώμους τ’ αλλουνού σαν τα μυρμήγκια και φτάσανε το διαμαντένιο ξουράφι που κρεμότανε στο πιο ψηλό κλωνί του έλατου. Ύστερα πιάσανε τις σπηλιές και τα αμόνια που ‘χανε ορφανέψει και κατοικήσανε κείνο τον τόπο.

Ο τσοπάνος γύρισε στον καλόγερο. Να, του λέει, το ‘χω και το ξουράφι, δώσε μου την ευχή σου.

«Είναι ένα ρουμάνι πυκνό-πυκνό με χίλια μονοπάτια, που το λένε άφαντο», λέει ο γέροντας, «γιατί φυτρώνει κάθε που το φεγγάρι γιομώνει και χάνεται το πουρνό και παίρνει μαζί όποιον μείνει μέσα και δεν τον ξαναβλέπει ανθρώπου μάτι. Το βοτάνι βγαίνει μες τη μέση απ’ το ρουμάνι, που καβαλάρης δεν προκάνει να φτάσει πριν ξημερώσει. Και το φυλάνε σαράντα αντρειωμένοι με ασημοκαπνισμένη αρματωσά που δεν την περνάει μήτε κοντάρι μήτε σαΐτα, μόν’ το σπαθί το μαλαματένιο. Κι άμα δεν το κόψεις το βοτάνι με το διαμαντένιο ξουράφι, παρά απλώσεις χέρι ή σίδερο, πάει μαραίνεται».

Καλά ορμηνεμένο, το παλικάρι καρτέρεψ’ από νωρίς και μόλις φάνηκε το φεγγάρι, μαζί και το ρουμάνι, ανέβηκε στ’ άλογο το πλουμιστό και πήρε να τρέχει. Πέρναγε το ζο το θαμαστό απ’ τα δεντρά ανάμεσα, πήρε το σωστό το μονοπάτι λες και το ‘ξερε από πριν, έφτασε στη μέση απ’ το ρουμάνι.

Εκεί ‘ταν μαζεμένοι οι σαράντα αντρειωμένοι με τις αργυρές αρματωσές και περιμέναν να στήσουν πόλεμο με κοντάρια φαρμακωμένα. Έδεσε το παλικάρι τα μάτια του αλόγου του να μη σκιαχτεί κι έπεσε μες το σκοτωμό. Μια πέρναγε κι έσπαγε τα κοντάρια, μια πέρναγε κι έκοβε τα κεφάλια, ώσπου σώθηκαν οι οχτροί κι άλλος ζωντανός δεν ήτανε στο ρουμάνι από κείνον.

Ξεπεζεύει, πίνει από μια πηγή δίπλα στο βοτάνι – είχε διψάσει από την αμάχη – πλένει και το μαντήλι του από τα αίματα. Πιάνει το διαμαντένιο ξουράφι, χραπ, κόβει το βοτάνι κι αφήνει τη ρίζα, να ‘χει να ξαναφυτρώνει. Το πήρε, το ‘βαλε στο δισάκι του, ξανά καβάλα και δρόμο. Πρόλαβε και βγήκε από το ρουμάνι κι ήθελε ακόμα το φεγγάρι για να κάτσει.

Ξαναπερνάει από τον καλόγερο το παλικάρι, του φιλεί το χέρι και πίσω στο βασιλιά που του ‘χε τάξει την κόρη.

Σαν έφτασε πάλε στα μέρη μας, βλέπει στολίδια κι άργανα. Ρωτάει από ‘δω, ρωτάει από κει, του λένε αρραβωνιάζεται η βασιλοκόρη μ’ ένα ξένο βασιλοπαίδι. Τρέχει ο τσοπάνος στο παλάτι να προλάβει. Πάνε να του φράξουν το δρόμο, δίνει έναν πήδο το πλουμιστό τ’ άλογο, περνάει αποπάνω. Φτάνει μπρος στα τραπέζα που ‘χανε στημένα για το γλέντι το παιδί, ξεκαβαλικεύει, ζητάει ξήγησες. Ο βασιλιάς του τόπου τον είδε πια πως ήταν άξιος και τον ήθελε τώρα. Αλλά οι συμπεθέροι που είχαν έρθει για το προξενιό, ο πατέρας του γαμπρού και έξι αδέρφια που ‘χε, ο καθένας βασιλιάς στον τόπο του, σηκωθήκανε ορθοί και λέγανε πως α λάχει και τους κάμουνε τέτοια προσβολή, να προτιμήσουνε προβατάρη από το δικό τους το παιδί, θα πάει ο καθένας να φέρει το ασκέρι του, να στήσουνε πόλεμο που δεν τον έχει ξαναδεί η Πλάση.

«’Λάτε», λέει ο τσοπάνος. «Βαστάω ‘γώ, με το μαλαματένιο σπαθί και το πλουμιστό τ’ άλογο και τ’ αθάνατο βοτάνι. Να δούμε ποιον θα φάει η μαύρη γης».

Σαν άκουσανε έτσι, δειλιάσανε και λουφάξανε. Μα το βασιλόπαιδο δεν έκανε πισω. Είπε θα κινήσει γη και ουρανό, ν’ ακουστεί πως δεν κρατεί το λόγο του ο βασιλιάς του τόπου και να μην έχει μούτρα στους άλλους βασιλιάδες, μήτ’ αυτός, μήτε κι ο γαμπρός του.

«Πάρε το μαλαματένιο σπαθί και το πλουμιστό τ’ άλογο και τ’ αθάνατο βοτάνι και δώσε τόπο στην οργή», λέει ο τσοπάνος, «Πάρε και την κορώνα, άμα τη θες. Εγώ μόνη τη βασιλοκόρη ζητάω, όπως είναι».

Στους ξένους, τους καλάρεσαν αυτά και σκωθήκανε να δώσουνε τα χέρια να κλείσει η συμφωνία. Μα σαν τους άκουσαν οι δικοί μας πως είναι τέτοιοι πλεονέχτες κι αφιλότιμοι, να αλλάζουν την αγάπη με τα πλούτη, τους πήραν στην κοροϊδία και τους ξαπόστειλαν. Και δεν είχαν μούτρα να παρουσιαστούν σε πανηγύρι βασιλικό και σε μάζωξη βασιλική, γιατί είχε ακουστεί σε όλους τους τόπους η ντροπή τους.

Και πήρε ο τσοπάνος τη βασιλοκόρη, γάμος από τους παλαιούς που κρατάγανε τα γλέντια κι οι χαρές σαράντα μέρες. Και κάμανε καλή πόρεψη που βασιλέψανε στον τόπο σαν πόθανε ο βασιλιάς και κάμανε και καλά παιδιά και ζήσανε καλά γεράματα με το αθάνατο βοτάνι, χωρίς αρρώστιες.

Κι άμα δεν το πιστεύετε, εκεί απέναντι στο βουνί που ‘ναι στοιβαμένα τα μεγάλα λιθάρια, κείνα ήταν τα θεμέλια του παλατιού τους.




Αριστοβίου Μυθογεωγραφικά, Βιβλίο Έβδομο

1. Βορείως και δυτικά του Λαιμού, εκτείνεται περιοχή καλούμενη Πολύκερσος, που τελευταία την επισκέφθηκα στα ταξίδια μου επί της Αιγλώης γης, κρίνοντας πως θα τη βρω πλούσια σε ιστορίες, καθώς λέγεται από όλους ότι αυτή είναι από τους πρώτους τόπους που κατοικήθηκαν, ήδη από τον καιρό που πλάστηκαν οι άνθρωποι από τους πρώτους θεούς, εκείνους που τώρα λέγουμε Τεθνεώτες.

[…]

245. Την τελευταία ημέρα πριν επιβιβαστώ στην τριήρη για τη Λύγρα ώστε να μεταβώ στην Έξω Αιγλώη και να συνεχίσω εκεί την αναζήτησή και την καταγραφή θρύλων προς τέρψη και επιμόρφωση των φιλομαθών, ο οδηγός μου μού παρουσίασε μια γραία τυφλή, η οποία είχε κατέλθει στην κώμη αναζητώντας θεραπευτή.

246. Η γραία γνώριζε πολλούς παλαιούς θρύλους, παραλλαγές όσων ήδη είχα συλλέξει, αν και ορισμένοι με βοήθησαν να ξεκαθαρίσω σημεία που άλλοι, νεότεροι, αφηγητές δε γνώριζαν την αρχική τους σημασία ή δεν είχαν συγκρατήσει στην πληρότητά τους.

247. Αλλά η πιο ενδιαφέρουσα πληροφορία που έλαβα από τη γραία αφορά τα ερείπια έξω από το παλαιό κέντρο του Κοινού των Πολυκέρσιων, τα οποία ήδη έχω αναφέρει. Όπως ξαναείπα, αυτά – όπως και άλλα πολλά που βρίσκονται στη νότια Αιγλώη, ειδικά στην Ερυθρόγεια – είναι κτισμένα με λίθους τεράστιους που δε γνωρίζουμε πως είναι δυνατόν να τοποθετήθηκαν ο ένας πάνω στον άλλο με ανθρώπινα μέσα. Οι δεισιδαίμονες λέγουν πως είναι έργο γιγάντων, μα θέλω να πιστεύω πως το έργο μου δεν προορίζεται για ανθρώπους τόσους εύπιστους, ξένους στη φιλοσοφία και στην αναζήτηση της αλήθεια που κρύβεται πίσω από τους μύθους.

248. Σύμφωνα με τη γραία, τα ερείπια πλησίον του χώρου συγκέντρωσης του Κοινού υπήρξαν κάποτε ανάκτορα του τοπικού βασιλέα, ο οποίος εκθρονίστηκε και – καθώς κανείς δεν ήθελε να επωμιστεί το άγος της βασιλοκτονίας – αναγκάστηκε να εξοριστεί στο βουνό και να φροντίζει τα κοπάδια του νεοϊδρυθέντος τότε Κοινού.

249. Τα πρώτα χρόνια, το Κοινό έκανε σπονδές στους Ήρωες και θυσίες στους Επουράνιους Θεούς, αλλά δεν τιμούσε με κανέναν τρόπο τους Τεθνεώτες, θεωρώντας τους ξεχασμένους και αδύναμους. Εκείνοι – ας είναι μακριά από εμάς η μήνη τους – έστειλαν φρικτό τέρας να προκαλέσει καταστροφές για να εκφραστεί η δυσαρέσκειά τους. Επρόκειτο για ένα πλάσμα λυκόμορφο, με νύχια χάλκινα.

250. Όταν έφτασε ως τα κοπάδια του Κοινού το τέρας, βρήκε εκεί να τα φυλάσσει ο εγγονός του εκθρονισμένου βασιλέα, ο οποίος δε γνώριζε τη θεία φύση του θηρίου και το εξόντωσε παλεύοντας μαζί του και χρησιμοποιώντας τις λαβές και τα χτυπήματα που γνώριζε από το παγκράτιο. Έχοντας αθέλητα προσβάλλει τους Τεθνεώτες και άρα έχοντας μιανθεί, ο νεανίας αναγκάστηκε να ζητήσει φήγιο χρησμό. Προστάχτηκε να ντυθεί τη δορά του σφαγιασθέντος θηρίου, να αλειφθεί στάχτες ως πενθών και να φορέσει τα χάλκινα νύχια σαν περίαπτα στο λαιμό του. Και κατόπιν να περιπλανηθεί ώσπου να συναντήσει ιερέα των Τεθνεόντων, τον οποίο όφειλε να υπηρετήσει ως δούλος για επτά χρόνια, πριν καταστεί άξιος καθαρμού.

251. Ο μόνος που ιερέας που κατόρθωσε να βρει, ήταν ο ηγεμόνας της Μυριάνδρου, του οποίου οι απόγονοι ακόμη και σήμερα αληθινά διατυμπανίζουν πως κατάγονται από ιερατικό γένος. Εκείνος, φοβούμενος μήπως ο φιλοξενούμενος με το βασιλικό αίμα θα επιθυμούσε να σφετεριστεί το θρόνο του, έστελνε τον ικέτη σε δοκιμασίες και άθλους, ώστε να μένει στην αυλή του το λιγότερο δυνατόν ή, ακόμα καλύτερα, να θανατωθεί από ξένο χέρι μακριά από τη δική του εξουσία και προστασία.

252. Πρώτα τον ανάγκασε να φέρει φοράδες από τα άγρια κοπάδια της Ευίππου, ώστε να πλουτισθούν παραπάνω οι ξακουστοί βασιλικοί στάβλοι της Μυριάνδρου. Για να αφήσουν το νεανία να περάσει, οι νομαδικές φυλές της περιοχής απαίτησαν να δωρίσει στους αρχηγούς τους το δέρμα του κτήνους που είχε σκοτώσει.

253. Κατόπιν, ο ιερέας απαίτησε ο ικέτης να επιστρέψει νικητής από τους αγώνες που λαβαίνουν χώρα κάθε πενταετία στη Σικύα προς τιμήν των πέντε αδελφών ηρώων, σε τέμενος γνωστό μόνο στους μυημένους. Ο νέος μπόρεσε να εντοπίσει μύστη και να γίνει δεκτός στη λατρεία, να επισκεφθεί το τέμενος και να επιστρέψει ελαιοστεφανωμένος, έχοντας διακριθεί και στα πέντε αγωνίσματα, την πυγμαχία, τον ακοντισμό, το δρόμο, το άλμα και το δίσκο.

254. Τέλος, ο ιερέας ζήτησε από τον ικέτη να κρεμάσει εκ μέρους του ανάθημα στην Ιερά Πίτυ της Ανθρακίας. Η Δέσποινα που λατρεύεται εκεί, θεωρούταν ήδη από τότε πως είναι ταυτόσημη με την Πασιμήτηρα και της αρμόζει σεβασμός. Ως εκ τούτου, ο νεανίας έκανε στάση στη Μύρρα, στο ναό της Πασιμήτηρας και τέλεσε θυσίες για επιτυχή έκβαση του ταξιδιού, μιας και καλά γνώριζε πως οι γηγενείς Ανθράκιοι ήταν αφιλόξενοι και συνήθιζαν να ληστεύουν και να φονεύουν τους ξένους, ενίοτε δε και να τους θυσιάζουν τεμαχίζοντάς τους ζώντες ενώπιον της Ιεράς Πίτεως. Έλαβε χρησμό να φυτέψει τα χάλκινα νύχια του θηρίου. Σύμφωνα με το μύθο, φύτρωσαν τη νύχτα οπλίτες οι οποίοι εξόντωσαν τους Ανθράκιους και μετά κατοίκησαν τον τόπο στη θέση τους.

255. Καθώς τα επτά χρόνια της ικεσίας ολοκληρώθηκαν με τα τόσα ταξίδια, ο ιερέας αναγκάστηκε να τελέσει τον καθαρμό∙ όχι σε ναό, μα στο βασιλικό άλσος της Μυριάνδρου. Έλουσε με νερό που ανάβλυζε από υπόγεια σπήλαια το νέο, ώστε να φύγουν οι πενθητικές στάχτες από το δέρμα του, έκοψε με το ιερατικό δρεπάνι την ιερή δάφνη και τον στεφάνωσε. Και η οργή των Τεθνεώτων έπαψε.

256. Εκείνη τη νύχτα, πριν ο φιλοξενούμενος αναχωρήσει, ο ιερέας είδε προφητικό όνειρο πως είχε αδικήσει τον ικέτη με τους κινδύνους στους οποίους τον εξέθετε, και συνεπώς όφειλε να του προσφέρει ένα αντάλλαγμα από τα υπάρχοντά του, ό,τι ο ίδιος ο νεανίας θα επέλεγε ελεύθερα. Αντί να συμμορφωθεί, φοβούμενος πως ο Πολυκέρσιος θα του ζητούσε το θρόνο ή τη ζωή του, ο ιερέας έστειλε άντρες να τον φονεύσουν.

257. Ο καθαρμένος πλέον νεανίας κατατρόπωσε τους δολοφόνους και ο ηγεμόνας αναγκάστηκε να του αποκαλύψει τι πρόσταζαν οι θεοί. Προς μεγάλη έκπληξή του, ο πρώην δούλος ζήτησε μόνο τη μικρότερη θυγατέρα του βασιλικού οίκου για σύζυγο και αρνήθηκε να παραμείνει στη Μυρίανδρο περαιτέρω, ακόμη κι όταν του προσέφεραν το θρόνο.

258. Η ιστορία που σας παρουσίασα παραπάνω μοιάζει στα δικά μου μάτια να αποτελεί συρραφή από άλλους, ακόμη παλαιότερους μύθους. Η μεγάλη της ηλικία, όμως, είναι αδιαμφισβήτητη, καθώς αναφέρει χάλκινα αντικείμενα και τις πρώτες μέρες του Κοινού των Πολυκερσίων, οι οποίες απέχουν τουλάχιστον δεκατέσσερις εικοσιπενταετίες από την εποχή μας.

259. Θα ήταν πολύ ωφέλιμο για τον αναγνώστη αν είχα τη δυνατότητα να ερευνήσω κατά πόσον είναι όντως τα πέντε προαναφερθέντα αθλήματα στα οποία διαγωνίζονται οι μυημένοι στη Σικύα, αν υπάρχουν στην Ανθρακία ιστορίες για Μυριάνδριους ή Πολυκέρσιους εποίκους ή, έστω, κάποιο ίχνος ετούτης της αφήγησης επιζεί στην Εύιππο και τη Μυρίανδρο. Αν κάτι με παρηγορεί, είναι η ελπίδα πως θα έλθουν άλλοι στο μέλλον να συνεχίσουν το έργο μου. Και θα βρουν, πιστεύω, την ίδια ιστορία να τους περιμένει εδώ, καθώς είναι τόπος που όχι μόνο βρίθει μύθων, μα τους συντηρεί κιόλας.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

Οι Περιφέρεις - Σπειρωνίας

Να και ένα παραμύθι από την Οικεία Ανατολή, από τη Σπειρωνία που βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της κι έχει ασυνήθιστη παράδοση.

Τα πέντε ανθρωπάκια

Ήτανε μια φορά μια κόρη. Δεν είχε δώσει ο Δημιουργός να κάμουν άλλα παιδιά οι δικοί της, μα έφτανε εκείνη, γιατί είχε όλα τα καλά μαζεμένα πάνω της. Και καλόκαρδη ήτανε, και χρυσοχέρα και ξουράφι το μυαλό της. Και την είχανε αρρεβωνιασμένη μ’ ένα παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά, μοναχογιός κι εκείνος.

Ο κύρης του παλικαριού είχε καΐκι και πήγαινε πέρα-δώθε στα νησιά να πουλάει και ν’ αγοράζει. Του ‘πε μια μέρα το παιδί:

«Μεγάλωσα πια. Δε μου ‘χεις εμπιστοσύνη να κάνω μόνος μου ταξίδι;»

Τι να κάμει ο γέρος, δεν ήθελε να τον κακοκαρδίσει το μοναχογιό του, τον άφησε. Κάνει ένα ταξίδι το παλικάρι, όλα καλά. Κάνει δύο, κάνει τρία. Κάθε βολά, μόλις γύρναγε, έστελνε με τον υπηρέτη στην αρρεβωνιάρα του δώρα νησιώτικα. Πότε σκουλαρίκια, πότε καθρέφτη, πότε ένα κλωνί κοράλλι να το βάνει στην κάμαρή της να βλέπει να τον έχει στο νου της.

Και στο δέκατο ταξίδι απάνω, τη μέρα όπου ήτανε να γυρίσει, ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Η κόρη είχε δει άσκημο όνειρο τη νύχτα, έβαλε κακό με το νου της. Το λέει του κυρού της, πάει εκείνος, ρωτάει, μαθαίνει. Γύρισε αργά το βράδυ στο σπίτι τους, κίτρινος ως το λεμόνι. Εκείνη είχε μείνει ξάγρυπνη από την ανησυχία της. Της είπε πως το παλικάρι καθυστέρησε στα νησιά με δουλειές κι έχει να ‘ρχεται σε λίγες μέρες. Μα η κόρη δεν τον πίστεψε τον κύρη της, τον έβλεπε που μάσαγε τα λόγια του. Τον έβαλε στα δυο στενά, ώσπου της μαρτύρησε το μυστικό: το παλικάρι είχε στείλει γραφή να χαλάσουν οι αρρεβώνες.

Η κόρη ήτανε να σκάσει. Σηκώθηκε και πήγαινε πέρα-δώθε από τη μια κάμαρα στην άλλη και ησυχία δεν έβρισκε. Ως το πρωί, δεν είχε ξαπλώσει στιγμή, ας την παρακαλάγανε οι γονιοί της. Μόλις έφεξε, το είχε πάρει απόφαση τι να κάμει. Παρήγγειλε του κυρού της να της φέρει μια φορεσιά αντρίκια• αφού δεν είχε αδερφούς να πάνε να ζητήσουν το δίκιο της, θα πήγαινε μοναχή της. Την ορμήνεψε κείνος να κάτσει ήσυχη, την ορμήνεψε η μάνα της, μα δε μπορέσανε να την κάμουνε καλά. Στο τέλος, της έγινε το χατίρι.

Ντύνεται παλικάρι η κόρη, μπαίνει σ’ ένα καΐκι που ‘πιανε ένα-ένα τα νησιά με τη σειρά, τάχαμου να μάθει τη ναυτική. Σα δέσανε στο πέμπτο λιμάνι, βλέπει η κόρη τον αρρεβωνιάρη της να παίρνει τον αέρα του έξω στη στεριά. Λέει του καπετάνιου η κοπέλα:

«Δεν κάνω εγώ για τη θάλασσα. Συχώρα με που σ’ απαρατάω και μη μου κάμεις πληρωμή».

Βγαίνει στη στεριά η κόρη, πήρε κι ακολούθαγε το παλικάρι στα στενά. Έφτασ’ αυτό σ’ ένα αρχοντόσπιτο δίπατο, χτυπάει τη θύρα. Ανοίγουνε δυο γυναίκες, μια μεγάλη, μια μικρή, μαύρες κι άσκημες σαν κάργιες, αλλά ντυμένες στο χρυσάφι. Κι ο νιος εφίληε το χέρι της μεγάλης λες και την είχε μάνα, αγκάλιαζε τη μικρή λες και την είχε γυναίκα. Μπήκανε μέσα, κλείσανε τη θύρα.

Η κόρη – αντρίκια ντυμένη ακόμα – πάει πίσω στο γιαλό. Στο δρόμο βάραγε τα στήθια της κι έλεγε να πέσει στα βράχια να σκοτωθεί, που την είχε απαρνηθεί ο αγαπητικός της για τα φλουριά. Μόλις έφτασε δίπλα στο κύμα, βλέπει μια γριά μαυροφορούσα να μαζεύει αρμυρίκια. Είπε να περιμένει, να μη σκοτωθεί μπρος σε ξένο άνθρωπο η κόρη, κι έκατσε συλλοϊσμένη σε μια πέτρα.

Σαν έφτασε κοντά της η γερόντισσα κούτσα-κούτσα, της άνοιξε κουβέντα.

«Καλώς τονε», της λέει – γιατί την πέρασε την κόρη για παλικάρι. «Εσένα που σε βλέπω κι είσαι ωραίος νέος, να σου δώκω μια συμβουλή. Να μην πας στην πέρα γειτονιά. Εκεί είναι μια μάνα και μια θυγατέρα που όποιονε λιμπιστούνε, τον ποτίζουνε ένα κακό νερό και τρελαίνεται για δαύτες και ξεχνάει και σπίτι και γυναίκα και παιδιά ακόμα, αν έχει. Κι άμα τους βαρεθούνε τους κακόμοιρους, τους στέλνουν εδωνά, να πέσουν μοναχοί τους στα βράχια να γενούν κομμάτια».

Η κόρη αναθάρρησε. Δεν την είχε απαρνηθεί με δική του βούληση ο αρρεβωνιάρης της, μον’ τον είχανε μαγεμένο. Κι όπως άκουγε τη γριά από την ομιλία, ήτανε πατριώτισσά της. Έτσι, είχε το θάρρος και τη ρώτησε:

«Κι όποιον έχουν δεμένο θείτσα, δε λύνεται με τίποτα;»

Κι η γριά αποκρίθηκε:

«Ο νους, παιδί μου είναι σαν το σπίτι. Πρέπει ν’ ανοίξεις πόρτες και παράθυρα για να αεριστεί. Πρέπει να λυθούνε τα δάτυλα και η μύτη, τ’ αυτιά και τα μάτια, τελευταία η γλώσσα».

«Και δε βρέθηκε κανένας να τις χαλάσει εκείνες τις δυο, να λευτερώσει τον τόπο;», ξαναρώτησε η κόρη.

«Ποιος έχει ανάκαρα;», κατηγόρησε η γριά.

«Εγώ ‘χω», είπε η κόρη.

Αφού την κοίταξε καλά-καλά, η μαυροφόρα έβαλε το χέρι στον κόρφο της κι έβγαλε ένα κουτί ντυμένο σε φίλντισι και το ‘δωσε στην κόρη. Το ανοίγει η κοπέλα, βλέπει έξι ανθρωπάκια σκαλιστά σε ξύλο και χρωματισμένα.

«Άμα τα βάλεις στο πάτωμα νύχτα», της είπε η γερόντισσα, «ό,τι χάρη θέλεις θα στην κάμουν ως το πρωί και μετά θα χαθούν. Μα το τελευταίο, το μαύρο, να μην το βγάλεις απ’ το κουτί».

Η κόρη την ευχαρίστησε τη μαυροφόρα, έβαλε το κουτί στο δικό της κόρφο κι έφυγε από το γιαλό. Κρύφτηκε, έβγαλε τα αντρίκια τα ρούχα και ξαναντύθηκε κοπέλα. Μετά πήγε στο σπίτι το δίπατο και χτύπησε την πόρτα. Κι άμα της άνοιξε η μεγάλη η γυναίκα, η μάνα, είπε πως είναι ορφανή και ψάχνει αφεντικά να πιάσει υπηρέτρια. Η άσκημη γυναίκα την κοίταξε καλά-καλά την κόρη κι απέ την έμπασε μέσα. Μόλις αντίκρισε τον αρρεβωνιάρη της η κοπέλα, ήθελε να ορμήσει απάνω του να τον συνεφέρει, μα κείνος την κοίταξε λες κι ήτανε ξένη.

Από κείνη την ώρα, οι δυο αφεντικίνες βάνανε την κόρη να κάνει πολλές δουλειές, να πλένει και να μαγειρεύει, να σκουπίζει και να σφουγγαρίζει, να ασβεστώνει και να σκαλίζει, να φέρνει νερό από το πηγάδι και να κόβει ξύλα για τη φωτιά. Τον αρρεβωνιάρη της τον συναντούσε συνέχεια, μα μάτια δεν είχε για δαύτη, μόνο για τη θυγατέρα του σπιτιού.

Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που το ‘χε κρυμμένο σ’ ένα άδειο πιθάρι στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο γαλανό σαν τα μάτια του αγαπητικού της. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά γαλάζια και της ζητάει ορμήνια.

Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο γαλάζιος νέος και χτυπάει τη θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και του ‘δειξε το χρυσό δαχτυλίδι της, τάχαμου ότι το είχε αγοράσει κείνος για μια κοπέλα που ήθελε να ζητήσει. Ο μαγεμένος το στριφογύρισε καλά-καλά στο χέρι του το δαχτυλίδι, το χάιδευε ώρα πολλή, μα στο τέλος είπε μονάχα πως πολύ ωραίο είναι. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το γαλάζιο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.

Από κείνη την ώρα, τα δάχτυλα του αρρεβωνιάρη της κοπέλας είχανε ξυπνήσει. Σαν πήγαιναν οι δυο άσκημες γυναίκες που τον είχαν δεμένο να τον ακουμπήσουν, ανατρίχιαζε. Μάνα και θυγατέρα σκύλιασαν. Βγάλανε το άχτι τους να μην αφήνουν σε χλωρό κλαρί την κόρη που τους έκανε την υπηρέτρια. Την έστελναν μέρα και νύχτα σε δουλειές, όχι μονάχα γυναίκειες, μα και βαριές αντρίκιες.

Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο κίτρινο, όπως το λούλουδο που της είχε δώσει ο αγαπητικός της σαν την πρωτοείδε στη βρύση του χωριού τους. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά κίτρινη και της ζητάει ορμήνια.

Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο κίτρινος νέος και χτυπάει τη θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και του ‘δειξε μια μπάλα μύρο από τα μέρη μας, τάχαμου πως είχε φέρει τέτοιο φορτίο με το καΐκι του. Ο μαγεμένος τη μύρισε καλά-καλά τη μπάλα, την έπλαθε στα χέρια, μα στο τέλος είπε μονάχα πως καλό μύρο είναι, από το ακριβό. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το κίτρινο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.

Από κείνη την ώρα, είχε ξυπνήσει η μύτη του αρρεβωνιάρη της κοπέλας. Όλο του φαινότανε πως βρωμάνε οι δυο άσκημες γυναίκες και έβανε να αρωματίζουνται για να τον πλησιάσουνε. Μάνα και θυγατέρα χολώσανε. Βγάλανε το άχτι τους να την αφήνουν νηστική την κόρη που τους έκανε την υπηρέτρια κι ας της είχαν φορτωμένες δουλειές για δυο ανθρώπους.

Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο άσπρο, σαν τα δόντια της τα μαργαριταρένια που φαινόντανε άμα έβλεπε τον αγαπητικό της να χορεύει στο πανηγύρι και χαμογέλαγε. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά άσπρη και της ζητάει ορμήνια.

Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο άσπρος νέος και χτυπάει τη θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και πήρε έναν ταμπουρά κι άρχισε να λέει τραγούδια από τα δικά μας τα μέρη. Ο μαγεμένος άκουσε και βούρκωσε, ζήταγε όλο ν’ ακούσει κι άλλο, μα στο τέλος είπε μονάχα πως καλά περάσανε. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το άσπρο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.

Από κείνη την ώρα, δεν τον χώραγε πια ο τόπος τον αρρεβωνιάρη της κόρης, είχανε ξυπνήσει τ’ αυτιά του. Είδανε και πάθανε οι κακούργες να τον κρατήσουνε να μη φύγει. Τα παρακάλια δεν πιάνανε, δεν ήθελε ν’ ακούει τη φωνή τους. Αναγκαστήκανε και τον ποτίσανε πάλι με το κακό νερό. Βγάλανε το άχτι τους στην κόρη που είχανε και τους έκανε την υπηρέτρια, αρχίσανε και τη δέρνανε με το παραμικρό.

Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο κόκκινο, σαν πως γίνανε τα μάγουλά της όταν της είχε πιάσει το χέρι ο αγαπητικός της για να της περάσει στο δαχτύλι τον αρρεβώνα. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά κόκκινη και της ζητάει ορμήνια.

Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο κόκκινος νέος και χτυπάει την θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και του ‘δωκε το μαντήλι που του ‘χε κεντημένο η αρρεβωνιάρα του και δεν είχε προλάβει να του το δώκει, δήθεν ότι ήτανε δικό του, από δική του αγαπητικιά. Ο μαγεμένος κοίταγε τα παγώνια και τα αμπέλια που ήταν ιστορημένα στο πανί, το γύρναγε από τη μια, το γύρναγε από την άλλη, μα στο τέλος είπε μονάχα να τη χαίρεται ο ξάδερφος την αγαπητικιά του τη χρυσοχέρα. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το κόκκινο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.

Από κείνη την ώρα, ξυπνήσανε τα μάτια του αρρεβωνιάρη της κόρης. Αντί να κοιτάζει τις δυο κακίστρες που τον είχανε μαγεμένο, κοίταγε κείνη όλη την ώρα κι αφαιρενότανε. Ζηλέψανε μάνα και θυγατέρα και της είπαν της κόρης να ετοιμάσει προικιά, για να στείλουνε γραφή σ’ ένα συγγενή τους να ‘ρθει να την πάρει νύφη.

Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει το πέμπτο ανθρωπάκι, βαμμένο πράσινο, σαν τα δικά της τα μάτια. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά πράσινη και της ζητάει ορμήνια.

Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο πράσινος νέος και χτυπάει την θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και ήθελε σώνει και καλά να μαγειρέψει η υπηρέτρια. Του κάμανε το χατίρι κι η κόρη έφκιασε ένα σωρό φαγιά από τα δικά μας τα μέρη. Έφαγε ο μαγεμένος κι όλο και συνερχότανε. Και μόλις γεύτηκε και το γλυκό στο τέλος, ξύπνησαν ο λόγος κι ο λογισμός του. Πετάγεται όρθιος και τα θυμήθηκε όλα. Μια ζήταγε σχώρεση από την αρρεβωνιάρα του, μια έψαχνε να βρει σπαθί στον οντά να χαλάσει τις κακούργες.

Μα οι άσκημες γυναίκες είχανε πονηρευτεί από τις τόσες επισκέψεις κι είχανε παρακλουθήσει την υπηρέτριά τους. Το φιλντισένιο κουτί που ‘χε κρυμμένο στο πιθάρι, το ‘χανε βρει και το ‘χανε παρμένο. Το βγάνει η μάνα από τον κόρφο της, τ’ ανοίγει η θυγατέρα και παίρνει το μαύρο ανθρωπάκι. Το απιθώνει στο πάτωμα, γίνεται παλικάρι με μαύρη φορεσιά. Είχε από ένα σπαθί σε κάθε χέρι και τις κόβει και τις δύο. Μετά έφυγε αμίλητο και δεν το ξανάδε κανένας.

Η κόρη κι ο αρρεβωνιάρης της πήρανε το πρώτο καΐκι που πέρασε, γυρίσανε στο χωριό τους και με την ευκή των γονιών τους παντρευτήκανε αμέσως. Κουμπάρο κάμανε τον καπετάνιο που είχε πάρει την κόρη στο καΐκι του για ναύτη, τον καιρό που ήτανε ντυμένη αντρίκια. Και κουμπάρα τη γριά τη μαυροφόρα. Στο γλέντι ήρθε και το πράσινο παλικάρι. Κι αφού έσυρε ένα χορό, γύρισε μετά κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

Αναγνώσματα - 2

Είπα, πριν συνεχίσω με (ελπίζω) πιο ενδιαφέροντα πράγματα, να δώσω και μια λίστα με τα βιβλία που με επηρέασαν σαν συγγραφέα και δεν ανήκουν στο χώρο της φανταστικής λογοτεχνίας.

Προσπαθώντας να κάνω τη λίστα μου, συνειδητοποίησα μερικά σημαντικά πράγματα:

α) Αφού κάθε βιβλίο που διαβάζω με επηρεάζει έστω και ελάχιστα, οι λίστες ποτέ δεν είναι πλήρεις (ήδη έχω βρει τρία που ξέχασα να συμπεριλάβω τις προηγούμενες δύο λίστες)

β) Από τότε που ανακάλυψα τη φανταστική λογοτεχνία (δεκαπέντε χρόνια πριν) δεν πολυδιαβάζω πράγματα που να είναι εκτός των ορίων της.

Παράλειψη, θα πει κανείς. Η αλήθεια είναι πως το φανταστικό με έκανε απαιτητικό. Θέλω ένα βιβλίο να έχει πλοκή ενδιαφέρουσα, δε μου αρκεί πια να είναι καλογραμμένο κι ας πραγματεύεται ανουσιότητες. Θέλω ένα βιβλίο να μη φοβάται να πειραματιστεί με τη γραφή, τη θεματολογία και τη δομή του. Θέλω ένα βιβλίο να μη λέει στον αναγνώστη αποκλειστικά αυτό που εκείνος ήδη γνωρίζει/πιστεύει, μόνο και μόνο για να του γίνει αρεστό.

Αυτά τα τρία στοιχεία, συχνά οδηγούν έναν συγγραφέα στις παρυφές του φανταστικού, ακόμη κι όταν το έργο του ανήκει στη λεγόμενη «κλασική» λογοτεχνία.

γ) Έχω διαβάσει λιγότερα σύγχρονα βιβλία, παρά παλιά.

Δεν πιστεύω πως «δε γράφονται πια βιβλία σαν εκείνα». Το αντίθετο• γράφονται καλύτερα βιβλία σήμερα παρά ποτέ. Αλλά όταν οι άνθρωποι που δόξασαν ένα λογοτεχνικό έργο έχουν πεθάνει κι αυτό ζει ακόμη, δε φοβάμαι τόσο μήπως πέσω θύμα της αναγνωστικής μόδας και των συγκυριών.

Κάθε λίγα χρόνια, εκδίδεται ένα «υπερευπώλητο» βιβλίο που πολλοί το διαβάζουν και μετά δεν το θυμάται κανείς. Γιατί; Γιατί επρόκειτο περί σαπουνόφουσκας εξαρχής.

Η όλη αξία τέτοιων περιπτώσεων έγκειται στο ότι πιάνουν τον παλμό της εποχής τους. Δεν είναι μικρό επίτευγμα. Μα είναι εφήμερο κι επιφανειακό.

δ) Πολλά από τα αγαπημένα μου βιβλία δεν έχουν θέση στις λίστες που σήκωσα.

Με άλλαξαν σαν άνθρωπο, άλλαξαν αυτά που έχω να πω και να γράψω, όχι όμως και τον τρόπο που τα λέω ή τα γράφω.

Αν και τα θέματα που μας απασχολούν, ο τρόπος που τα βλέπουμε, είναι το ίδιο σημαντικά με την ικανότητά μας να τα εκφράζουμε, συνήθως δεν τα μετράμε σαν μέρος τη συγγραφικής μας τέχνης.



(Αφού την έφτιαξα που την έφτιαξα τη λίστα μου, ας την παραθέσω τελικά, αν και η ουσία της δημοσίευσης βρίσκεται σε όσα διαβάσατε ήδη.

Αλέξανδρος Δουμάς, πατήρ / Αύγουστος Μακέ – Ο Κόμης Μοντεχρήστος – οι συνέπειες των πράξεων σε προσωπικό επίπεδο

Άρθουρ Κόναν Ντόιλ - Σέρλοκ Χολμς (άπαντα) – ο εξαιρετικά ικανός χαρακτήρας που γίνεται πιστευτός αντί να παίρνει εξωπραγματικές διαστάσεις ή να κουράζει με την εξήγηση των μεθόδων του

Ernest Hemingway - Ο γέρος και η θάλασσα – άλλο οι χαρακτήρες αρχέτυπα (καλό), άλλο οι χαρακτήρες σύμβολα (απλοϊκό)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Οι έμποροι των εθνών – τα ελληνικά μπορούν να είναι όμορφα και σωστά, ακόμη κι αν δεν ακολουθούν ψυχρά την πιο πρόσφατη γραμματική. Οι γλώσσες είναι ζωντανές κι όσο μια μορφή τους τη γράφει έστω και ένας μας, δεν καταντάει παρωχημένη

Dashiel Hammett - Continental Op (άπαντα) – οι διάλογοι πρέπει να είναι ρεαλιστικοί, λιτοί και περιεκτικοί, γεμάτοι ένταση. Όχι μακρόσυρτοι, μελοδραματικοί και γεμάτοι πληροφορίες που οι χαρακτήρες δεν έχουν κανέναν πιστευτό λόγο να τις εκφράσουν πέρα από το να τις μεταδώσουν στον αναγνώστη

Raymond Chandler – Φίλιπ Μάρλοου (άπαντα) – η μαγεία της περιγραφής σε πρώτο πρόσωπο, γεμάτης με υποκειμενικές εντυπώσεις και ευφάνταστες παρομοιώσεις

John Steinbeck - Τα σταφύλια της οργής – μια ιστορία μπορεί όχι μόνο να ξεκινά in medias res, αλλά και να τελειώνει έτσι

Franz Kafka - Η δίκη – δεν χρειάζεται πάντα να καταφεύγουμε σε κάποιο απτά υπερφυσικό εύρημα, ούτε όμως και στον σουρεαλισμό

Milorad Pavic - Το λεξικό των Χαζάρων – κάθε δομή ιστορίας που μπορεί να συλλάβει το ανθρώπινο μυαλό, οσοδήποτε περίπλοκη ή πρωτοποριακή, είναι δυνατόν να γραφτεί, αρκεί να βρεις κανείς το σωστό τέχνασμα για να την εκφράσει

Gabriel Garcia Marquez - Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου – η τραγικότητα δεν είναι προνόμιο μόνο μεγαλειωδών ατόμων, οι λογοτεχνικοί ήρωες μπορούν να κάνουν μεγάλα λάθη και να παραμένουν κατανοητοί στον αναγνώστη

Robert Luis Stevenson - Δρ Τζέκυλ και κος Χάιντ – πώς μια πολυπρόσωπη, σπονδυλωτή ιστορία μπορεί να διατηρεί τον ειρμό της και να μη μοιάζει συρραφή άσχετων τμημάτων

Italo Calvino - Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδευτής – η πλοκή μερικές φορές μπορεί να πηγαίνει μπρος και πίσω στο χρόνο, αλλά μπορεί επίσης και να ανοίγει σε ξεχωριστά παράλληλα μονοπάτια

Albert Camus - Ο Ξένος – υπόδειγμα λεπτομερούς περιγραφής χώρου/καταστάσεων αλλά και σκιαγράφησης χαρακτήρα

Ευγένιος Ιονέσκο – Ρινόκερος – το έργο δε μιλάει για το ναζισμό (ο ίδιος το είχε πει αυτό), αλλά για το δικαίωμα να διαφωνεί κανείς με την πλειοψηφία

Steven Pressfield - Πύλες της Φωτιάς – εδώ έμαθα ότι δε χρειάζεσαι μόνο μάχες, ούτε και αρκούν οι μάχες από μόνες τους, για να επιτευχθεί η επική ατμόσφαιρα

William S. Burroughs - The Soft Machine – η τεχνική Cut-Up, το απώτερο σύνορο της εναλλαγής σκηνών, οπτικών γωνιών, ακόμη και πλοκών

Αντώνης Σαμαράκης – Το λάθος – γράφτηκε πάνω από 40 χρόνια πριν, αλλά μοιάζει πολύ φρεσκότερο σε γραφή από τα αρτηριοσκληρωτικά «φετινά» ελληνικά μυθιστορήματα που αντιγράφουν είτε περσινές ξένες επιτυχίες, είτε τα δημοφιλή ελληνικά του ’30 και του ’70. Η πρώτη ίσως φορά που συνάντησα χαρακτήρες που θα μπορούσαν να είναι αληθινοί άνθρωποι κι όχι κατασκευάσματα από χαρτί και μελάνι

Αυτά, χωρίς συνδέσμους)

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2008

Οι Περιφέρειες - Κριθησίων

Μετά από ένα χρονικό κενό (λόγω ασθενείας), ένα ακόμη παραμύθι. Αυτή τη φορά, από την Περιφέρεια Κριθησίων, ανατολικά της Μυριάνδρου, κοντά στην πρωτεύουσα (και τα αυτιά των αρχόντων).


Του δράκου η νύφη


Μια φορά, ζούσε ένας άνθρωπος που δεν ημπόρεσεν να κάμει παιδιά με την κυρά του. Ήτανε τότες νόμος που έλεγε κάθε οικογένεια να έχει έναν άντρα στα κατάστιχα για να παγαίνει στρατιώτης και θα τους δίνει ο βασιλιάς κλήρο. Μα είχεν παραμεγαλώσει ο άνθρωπος που λέγαμεν και θα τον ησβήνανε από τα κατάστιχα και θα του ηπαίρνανε τον κλήρο πίσω. Και γιο ή γαμπρό για να γραφτεί ευτείνος δεν είχεν. Κι έλεγεν ο νόμος πως όποιος δεν ημπορεί να παγαίνει στρατιώτης, ας κρατεί τον κλήρο, μα να δίνει φόρο. Κι ούτε φλουριά είχεν ο ανθρωπάκος να δίνει, φτωχός ήτανε.

Εκεί που ηκαθότανεν συλλοϊσμένος σε μια πέτρα, έρχεται ένας δράκος και τον ρώταγε τι έχει. Ευτείνος δεν ήθελεν να ειπεί, μα με τα πολλά παρακάλια, είπεν τον πόνο του.

«Και γι’ αυτό χολοσκάς;», λέει ο δράκος. «Να σου δώσω εγώ ένα φουντούκι να το φάει η κυρά σου και σε εννιά μήνες να γεννήσει. Κι αν είναι γιος, γράφ’ τον στα κατάστιχα, αν είναι θυγατέρα θα σου στέλνω κάθε χρονιά να πλερώνεις φόρο να κρατείς τον κλήρο σου. Κι αν είναι αγόρι, μου το δώνεις για παραγιό σα γίνει δεκάξι χρονώ, αν είναι κοπελούδα μου τη δώνεις για κυρά μου σα γίνει δεκατεσσάρω».

Πήρεν ο άνθρωπος το φουντούκι και το έδωσεν της κυράς του. Κι έκαμεν εκείνη απάνω στους εννιά μήνες ένα κοριτσάκι και χαρήκανε πολύ που γινήκανε γονιοί έστω και στα γεράματα. Κι ήστελνεν ο δράκος κάθε χρόνο φλουριά για το φόρο και δώρα για το παιδί, να ‘χει απ’ όλα.

Ημεγάλωσε η θυγατέρα κι εγίνηκε όμορφη πολύ, μελαχροινή και γαλανομάτα. Κι ήτανε και συνετή και χρυσοχέρα. Κι όταν έγινε δεκατριώ, οι γονιοί της τα ‘βαψαν μαύρα που ‘πρεπε να τη δώνουν την άλλη χρονιά. Εκείνη κατάλαβε που κάτι είχαν και τους ρωτούσε κάθε μέρα, μα της έλεγαν πως από τα γηρατειά έχουν στεναχώρια. Ως τη στερνή μέρα, που της το μαρτύρησαν.

«Και γι’ αυτό χολοσκάτε;», λέει ευτείνη. «Πάω στου δράκου. Κι ως τη βδομάδα, να δείτε που μ’ αφήνει και γυρνώ πίσω».

Την αυγή, έβαλεν το φόρεμα το μεταξωτό που είχεν στείλει ο γαμπρός γι’ αυτήνη τη δουλειά και πάει να σταθεί σ’ ένα τρίστρατο που είχεν πει του πατρός της ο δράκος. Και πέρασεν ένας ανεμορούφουλας και την πήρεν και – ωπ! – βρέθηκε ξάφνου σ’ ένα χρουσό παλάτι.

«Καλώς την, την κοκώνα, να κάμουμε τους γάμους μας», την υποδέχτηκεν ο δράκος.

Με το που τον είδεν η κοπελιά, της κόπηκε το αίμα. Αλλά ήτανε ξύπνια και το ‘κρυψεν.

«Ολόκληρο δράκο παίρνω», είπεν. «Έτσι θα γένει ο γάμος; Χωρίς νταούλια;»

«Γι’ αυτό χολοσκάς;», λέει ο δράκος.

Βγάνει μια βέργα, χτυπά το πάτωμα. Έρχεται ο ανεμορούφουλας και τον παίρνει να πάει να φέρει τα νταούλια.

Άρχισε εκείνη κι έψαχνε τες χρουσές κάμαρες, που ήτανε σαράντα, μήπως βρει κάτι να ξεκάμει το δράκο. Κι αλλού βρήκε ασήμι, αλλού φλουριά, αλλού μπακίρι κι αλλού μετάξι. Και βρήκε και τρεις θύρες κλειδωμένες.

Έρχεται την άλλη μέρα ο δράκος κι είχεν ένα καρύδι και το σπάει. Και βγαίνουν από μέσα εκατό μουζικάντηδες με τα νταούλια και τα βιολιά τους και παίζανε, να σου φύγει ο νους.

«Καλά τα νταούλια», είπεν η κοπελιά. «Μα ολόκληρο δράκο παίρνω. Έτσι θα γένει ο γάμος; Χωρίς τραπέζι;»

«Γι’ αυτό χολοσκάς;», λέει ο δράκος και χτυπά τη βέργα του στο πάτωμα. Έρχεται ο ανεμορούφουλας και τον παίρνει να πάει να φέρει για το τραπέζωμα.

Δεν ήξευρεν τι άλλο να κάμει η νύφη για να γλιτώσει κι ήκατσεν να γνέσει, μπας κι έφερνε στροφές και το μυαλό της μαζί με την ανέμη.

«Μπα!», λέει η ανέμη όπως γύρναγε. «βρήκεν κυρά ο δράκος;»

«Βρήκεν», απαντάει η κοπελιά η προκομμένη, «μα η νύφη δεν τον θέλει».

«Γι’ αυτό χολοσκάς;», λέει η ανέμη. «Να τον στείλεις σε θέλημα αύριο και να του ζητήσεις να σου ανοίξει την πρώτη κάμαρη να κάθεσαι».

Έρχεται την άλλη μέρα ο δράκος, είχε ένα λεμόνι και το ‘στυβε. Κι όσο τρέχανε τα ζουμιά, γίνουνταν τραπέζια με λινά στρωσίματα, και με φαγιά που μοσχομυρίζανε και με χρουσά κουτάλια.

«Καλό το τραπέζι», λέει η κοπελιά. «Μα ολόκληρο δράκο παίρνω. Έτσι θα γίνει ο γάμος, χωρίς στολίσματα στο παλάτι; Κι άμα λείπεις, δε μ’ ανοίγεις την πρώτη κάμαρη να παίζω, να μη βαριέμαι που δε θα σ’ έχω συντροφιά;»

Βγάνει ο δράκος ένα κλειδί μπρούτζινο, ανοίγει την κάμαρη. Βγάνει και τη βέργα του, τη χτυπάει στο πάτωμα. Έρχεται ο ανεμορούφουλας και τον παίρνει να πάει να φέρει στολίσματα.

Μπαίνει η κόρη στην κάμαρη, τι να δει; Ένας κήπος που δεν είχε τελειωμό, με δέντρα και με λούλουδα και με σιντριβάνια. Πιάνει η νια ένα μαρμάρινο πάγκο κι έρχεται ένα αργυρό γεράκι και κάθεται στο δέντρο απέναντι.

«Για ειδές νύφη που παίρνει ο δράκος!», λέει το πουλί – μαθές τα ζα μιλούσανε ακόμη, κείνα τα χρόνια.

«Καλύτερα να φαρμακωθώ», απαντάει η κοπελιά, «παρά να τον κάμω αφέντη μου. Μα πού να βρω φαρμάκι;».

«Γι’ αυτό χολοσκάς;», κράζει το αργυρό γεράκι. «Να τον στείλεις αύριο σε θέλημα και να του πεις να σου ανοίξει τη δεύτερη κάμαρη, για να παίζεις. Και πάρε στα χέρια το γυάλινο τόπι, που βλέπει και ξεύρει όλην την Πλάση, να σου πει τι να κάμεις».

Έρχεται την άλλη μέρα ο δράκος, είχε αλάτι στη φούχτα του και το σκόρπαγεν ‘δω κι εκεί. Κι όπου έπεφτεν, απλώνουνταν πανιά άσπρα και ρόιδα κι όλα τα άλλα που είναι του γάμου.

«Καλά και τα στολίσματα», λέει η κοπελιά. «Αλλά χωρίς καλεσμένους, τι γάμο θα κάμομε; Δε φέρνεις τα πεθερικά σου να σε καμαρώσουνε γαμπρό; Κι άμα λείπεις, δε μ’ ανοίγεις τη δεύτερη κάμαρη να παίζω, να μη βαριέμαι που δε θα σ’ έχω συντροφιά;»

Βγάνει ο δράκος ένα κλειδί ξύλινο, ανοίγει την κάμαρη. Βγάνει και τη βέργα του, τη χτυπάει στο πάτωμα. Έρχεται ο ανεμορούφουλας και τον παίρνει να πάει να φέρει τα πεθερικά του.

Μπαίνει η κοπέλα στην κάμαρη, τι να δει; Σοφάδες και τραπέζια και παιχνίδια και χαρτιά κι ό,τι θέλει ο άνθρωπος να περνά την ώρα του. Παίρνει η κόρη το γυάλινο τόπι στα χέρια.

«Μη με παίξεις γιατί σπάω», λέει το τόπι. «Κάτσε διάβασε ‘κείνο το χαρτί και δεν έχεις να χάνεις».

Η κοπελιά είχεν δασκάλους με τα φλουριά που έστελνεν ο δράκος κι ήξερεν γράμματα. Παίρνει το χαρτί κι είδε που ήλεγεν για έναν τόπο όπου δεν ήστεκεν άνθρωπος μηδέ για μια στιγμή. Γιατί έριχνε ο ουρανός όλο κεραυνούς κι έκαιγε όποιον πάταγε ‘κει το πόδι του.

Έρχεται την άλλη μέρα ο δράκος, είχεν ένα μοσχοκάρυδο και το τρίφτει με τη γροθιά του και βγαίνουν οι γερόντοι.

«Έτοιμοι είμαστε», λέει η κοπελιά. «Μα τόσες μέρες, λέρωσε το φόρεμά μου. Τι γάμο θα κάμομε με τέτοιο νυφικό; Δράκο παίρνω. Να πας να μου φέρεις καινούριο, να μη ντρέπομαι να σταθώ δίπλα σου, λεβέντης που είσαι».

Και του λέει να πάει για ράφτη στον τάδε τόπο, ευτείνον τον τόπο που είχε διαβάσει στο χαρτί. Βγάνει ο δράκος τη βέργα του, τη χτυπάει στο πάτωμα. Έρχεται ο ανεμορούφουλας, τον παίρνει, τον πάει εκεί. Πέφτει το πρώτο αστροπελέκι, του καίει το αριστερό χέρι. Κάνει να χτυπήσει τη βέργα κάτω να γυρίσει πίσω στο παλάτι, πέφτει άλλο ένα αστροπελέκι και την καίει μαζί με το δεξί του. Πέφτει κι ένα τρίτο αστροπελέκι, τον κάνει κάρβουνο. Πάει καλλιά του.

Έμεινε το χρουσό παλάτι στους γερόντους και τη θυγατέρα τους. Φέρανε κλειδαράδες, ανοίξανε και την τρίτη κάμαρη. Τι να δούνε; Ήτανε μέσα ένα βασιλιόπουλο που ‘χε χρόνια χαμένο. Το ηλευτερώνουνε και τους ρωτάει τι θέλουνε. Το και το, του λέει η κοπελιά, για τον κλήρο τους και τον άδικο νόμο.

«Γι’ αυτό χολοσκάς;», λέει το βασιλιόπουλο. «Γράφτω τώρα νόμο, όποιος είναι γέρος και δεν κάνει πια για στρατιώτης, άμα δεν έχει παιδιά, να κρατεί τον κλήρο του ως να πεθάνει, χωρίς φόρο».

Κι έτσι άλλαξε ο νόμος κι έγινε ‘κείνος που έχουμε και τώρα.

Κι αφού η θυγατέρα των γερόντων ήτανε όμορφη και προκομμένη και μυαλωμένη και προίκα είχεν, και τόσο φιλότιμη ήτανε που μόνο για τους φτωχούς ηζήτηξεν και για τον εαυτόν της τίποτα, καλήν την έκρινεν το βασιλιόπουλο και την ήκαμεν κυρά του. Και δε χρειάστηκεν να κάμουνε άλλο από κάλεσμα, τι όλα τα είχε ετοιμάσει πρωτύτερα ο δράκος.

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008

Αναγνώσματα - 1

Είμαι βιβλιοφάγος. Αλλά ασχολούμαι και με τη συγγραφή κι αυτό με κάνει να βλέπω τα βιβλία που διαβάζω με άλλο μάτι. Εγώ πώς θα το έγραφα αυτό; Εγώ θα μπορούσα να το είχα σκεφτεί αυτό; Κρίνω σ' ένα επίπεδο που θα ήταν μάλλον ακατανόητο (κι ανούσιο) για κάποιον που δεν έχει σκεφτεί ποτέ να γράψει ο ίδιος.

Κι έχω δυο αξιώματα:

1. Δε με διδάσκουν μόνο τα καλά βιβλία (που μου λένε πώς να γράψω κι εγώ καλά), αλλά και τα μέτρια (που μου λένε σε τι παγίδες να μην πέσω, πώς να μην τελματώσω μια καταπληκτική ιδέα με μέτρια γραφή ή το αντίστροφο) κι ακόμη και τα κακά (που μου λένε τι να αποφύγω γιατί δεν πιάνει στην πράξη).

2. Από κάθε συγγραφέα αρκεί να διαβάσω ένα έργο και μόνο, ακόμη κι αν δεν είναι το πιο επιτυχημένο του (επέλεξα να πω "έργο" κι όχι "βιβλίο", γιατί στη φανταστική λογοτεχνία είναι συνηθισμένες οι σειρές και δεν μπορούμε να έχουμε σφαιρική γνώμη πριν δούμε την πλοκή να κλείνει τον κύκλο της). Από συγγραφικής άποψης, μαθαίνω ένα νέο ύφος και αυξάνω τους ορίζοντές μου. Αν διαβάσω κι άλλα του ίδιου, κερδίζω πολύ λιγότερα απ' ότι αν προχωρούσε σε κάποιον άλλο. Αλλά όπως κάθε άλλος αναγνώστης, κάποιους συγγραφείς τους εξαντλώ. Επειδή μου αρέσουν. Γιατί δεν μπορεί να είναι μόνο μελέτη η ανάγνωση, είναι και απόλαυση.


Υπήρξαν ορισμένα αναγνώσματα που με έκαναν να καθίσω και να σκεφτώ, να αναθεωρήσω τον τρόπο που γράφω. Δεν ήταν πάντα βιβλία που με ικανοποίησαν, αλλά όλα διεύρυναν την οπτική μου. Δεν ξέρω αν κατάφερα να εμπεδώσω τα διδάγματα, να τα κάνω κτήμα μου και να τα περάσω στα δικά μου γραπτά, αλλά το ελπίζω.


Και (μετά από όλο αυτό τον πρόλογο) ιδού η λίστα όσων ανήκουν στη φανταστική λογοτεχνία, με τυχαία σειρά:

Cordwainer Smith
- άπαντα - ήπια κείμενα που προκαλούν ακραία συναισθήματα στον αναγνώστη (στοργή ή φρίκη) μέσω των λεπτομερειών, χωρίς φλυαρίες και ακραίες περιγραφές

Frank Herbert - Dune - πλοκή σε μεγάλη κλίμακα, γεωγραφικά αλλά και κοινωνιολογικά. Δεν είναι μόνο ένας παράγοντας που καθορίζει τα πάντα, αλλά η συμβολή πολλών παραγόντων, από τη θρησκεία ως το κλίμα

Fritz Leiber - Fafhrd and the Gray Mouser - πώς να μιλήσει κανείς για σύγχρονα/διαχρονικά ερωτήματα μέσα από το φάνταζυ, χωρίς να μετατρέψει το έργο του σε φτηνή αλληγορία

Glen Cook - Black Company - στρατιωτικό φάνταζυ, εκστρατείες και η οπτική του απλού στρατιώτη

KE Wagner - Kane - ένας αντιήρωας αδίστακτος και συνειδητός, όχι ωραιοποιημένος ή νερόβραστος. Η μαγεία ως αφύσικο και κακό πράγμα, χωρίς καμία εξαίρεση, ακόμη και στα χέρια του πρωταγωνιστή

Michael Shea - Nifft the Lean - αστείρευτη φαντασία, χιούμορ που δε σέρνει την πλοκή από τη μύτη και δεν την καταντά παρωδία

Larry Niven - The Magic goes Away - συνέπεια στην περιγραφή του υπερφυσικού, η μαγεία δεν είναι δικαιολογία για να γράφουμε πρόχειρα

Robert E. Howard - Conan, Kull, Solomon Kane - πώς να κρατάς τον αναγνώστη, να τον κάνεις να ξεχνά τα πάντα πέρα από το κείμενο σου (και πάρα πολλά ακόμη)

Roger Zelazny - Ο κύριος του φωτός - άνθρωποι που θεωρούν δεδομένες τις υπερφυσικές ικανότητές τους και μηχανορραφούν σ' έναν κόσμο ο οποίος γνωρίζει την υπαρξή τους

Andre Norton - Witch World - τα δυο φύλα και οι σχέσεις τους, "κακοί" που παραμένουν άνθρωποι μέσα στην ατέλειά τους και δε γίνονται καρικατούρες για να σκοτώνει ο ήρωας, "κακοί" που δεν είναι άνθρωποι ευθύς εξαρχής

Clive Barker - Το μεγάλο μυστικό θέαμα, Αείπολη - υπερφυσικά όντα με ρεαλιστικά ανθρώπινα κίνητρα, αχαλίνωτη φαντασία, σχετικά κομψή παρουσίαση ακραίων θεμάτων

CA Smith - Poseidonis, Hyperborea, Zothique, Xiccarph (δωρεάν εδώ)- η τέχνη της περιγραφής, ο πειστικός εξωτισμός, η ανθρώπινη μικρότητα και οι συνέπειές της

Troy Denning - The Prism Pentad - ζογκλάρισμα πολλών χαρακτήρων που εξελίσσονται ο καθένας και αλληλεπιδρούν, ένας πλήρης κόσμος που το παρελθόν του καθορίζει την κρίση του παρόντος και οδηγεί σ' ένα μέλλον ούτε ειδυλλιακό ούτε ζοφερό

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2008

Οι Περιφέρειες - Μυρίανδρος

Η Μυρίανδρος βρίσκεται ανατολικά της Απηλίας, στο βόρειο μέρος της Χερσονήσου της Αιγλώης. Τα σύνορά της είναι το σύνηθες σημείο εισόδου εισβολέων στη Βασιλεία Αιγλωέων.

Κι αυτό είναι ένα παραμύθι της:

Το αηδόνι, ο σκύλος και το άλογο

Τον παλιό καιρό, ήταν ένα παλικάρι ορφανό, τόσο φτωχό που δεν είχε ούτε τζομπανόσκυλο κι εκυνήγα μόνο του τα πρόβατά του.

Εκείνη την εποχή, οι στραδιώτες του βασιλέ μας δεν είχαν καλά άλογα και δεν προλάβαιναν του βαρβάρους που περνούσαν τα βουνά και χύνονταν στη Μυρίαντρο. Εσκότωναν οι βάρβαροι, εδιαγούμιζαν, έκλεβαν τεχνίτες και γυναικόπαιδα για δούλους, κι εγύριζαν πίσω στους τόπους τους απείραχτοι. Ο βασιλές τους είχε τρεις υγιούς λεβέντες, που δεν τους πολυάρεζαν οι αδικίες του πατέρα τους. Μα τι να ‘καναν; Πατέρα τον είχαν.

Μια μέρα, που λες, συνάντησαν τα βάρβαρα πριγκηπόπουλα το παλικάρι. Και του πήραν όλο το κοπάδι, να ταΐσουν τ’ ασκέρι τους. Ο νιος θύμωσε, μα δεν τόλμησε να ξεκινήσει αμάχη, τι ‘χε γριά μάνα και τρεις αδερφάδες ανύπαντρες κι άπροικες, κι όσο ζούσε και βαστούσαν τα χέρια του, δεν τες άφηνε να πάνε χαμένες. Μ’ αν τον έτρωγε το μαύρο το χώμα, θα καταντούσαν να διακονεύουν. Για τούτο, έκαμε πίσω και δεν τους βάρεσε. Μόνο κοίταγε χολωμένος, να τον κλέβουν όλο του το βιος.

Πήρε λοιπόν το δρόμο για το χωριό, κι όλο έκανε γύρες να μη φτάσει στο σπίτι του. Πώς να πει που δεν του ‘χε απομείνει άλλο απ’ τη γκλίτσα του; Έβγαλε τη φλογέρα του κι έπαιζε τον καημό του.

Ήρθε ένα αηδόνι και κούρνιασε στον ώμο του. Και τον λέει:

«Η αφέντρα μου η αρχοντοπούλα μ’ είχε σε χρυσό κλουβί, μα μ’ έδιωξε, μη με πάρουν μαζί οι βάρβαροι που την έκλεψαν. Με κρατάς εσύ;»

«Τι να σε κάμω ο καψερός;», το είπεν ο νέος. «Που δεν έχω ούτε τις αδερφάδες μου τες ανύπαντρες να ταΐσω;»

«Πάρε μ’ εσύ και μη χολοσκάς» αποκρίθηκε το ζώο. «Να παίζεις τη φλογέρα σου θέλω μονάχα. Οι βάρβαροι έχουν ωραίες μουσικές, μα τραγούδια λένε μόνο της αμάχης, όχι του έρωτα ή του πόνου. Δε με κάνουν για αφέντες».

Προχώρησαν μαζί και συνέχισαν το τραγούδι, ο ένας με τη φλογέρα, ο άλλος με τη φωνή. Πιο κάτω, συνάντησαν ένα σκυλί που κούναγε την ουρά.

«Τον αφέντη μου τον κυνηγό τον βρήκαν οι βαρβάροι μοναχό του στα δάσα και τον πήραν δούλο κι έμεινα έρμος», τους λέει. «Να ‘ρθω κοντά σας;»

«Τι να σε κάμω ο καψερός;», το είπεν ο νέος. «Που δεν έχω ούτε σπόρο για το πουλί;»

«Πάρε μ’ εσύ και μη χολοσκάς», αποκρίθηκε το ζώο. «Συντροφιά θέλω μονάχα. Οι βάρβαροι δεν αφήνουν ούτε χαλάσματα να κάμουν φωλιά τα χελιδόνια. Ως και τα ποντίκια φεύγουν όπου περάσουν. Είναι χεροδύναμοι, μ’ αντί να χτίζουν, γκρεμίζουν. Δε με κάνουν για αφέντες».

Προχώρησαν μαζί, ο σκύλος να στροφάει γύρω από τα πόδια του παλικαριού, τ’ αηδόνι γύρω απ’ το κεφάλι του. Τρίτο συναπάντημα στο δρόμο, ένα φαρί μαύρο που χλιμιντρούσε κι έσκαφτε το χώμα με το ποδάρι.

«Τον αφέντη μου το στραδιώτη τον έκαμαν καρτέρι οι βάρβαροι και τον χάλασαν άτιμα», λέει στο παλικάρι. «Ανεβαίνεις εσύ στη σέλα την κεντημένη;»

«Τι να σε κάμω ο καψερός;», το είπεν ο νέος. «Που δεν έχω ούτε αποφάγια για το σκύλο;»

«Πάρε μ’ εσύ και μη χολοσκάς», αποκρίθηκε το ζώο. «Έναν καβαλάρη ν’ αγαπάει τούτη τη γη θέλω μονάχα. Οι βαρβάροι τρέχουν ολοένα και δε στέκουν να χαρούν τα δάσα, τον αγέρα που φυσά στα μαλλιά τους, τον ήλιο που γέρνει να πλαγιάσει και λαμποκοπά ο τόπος. Δε με κάνουν για αφέντες».

Τι να ειπεί το παλικάρι, καβαλίκεψε το φαρί, με το αηδόνι στον ώμο και το σκυλί ξοπίσω. Δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν. Κι όλο τον ορμήνευαν τα τρία ζώα, πού να πάει, και τι να πει και πώς να κάμει, να γλιτώσει τον τόπο από τους βαρβάρους και να βρει κι αυτός την τύχη του.

Κι έφτασαν στο ποτάμι, σε μια πέτρινη καμάρα που την έλεγαν «Αγέλαστο Γιοφύρι». Είχε βράχια ‘κει και το νερό άφριζε και δεν έστεκε πέτρα πάνω σε πέτρα, μέχρι που στοίχειωσαν τα θεμέλια με τη μοναχοκόρη του μάστορα. Για να μη σκιαχτεί, τη γέλασαν πως πάει στο γάμο της. Και με το νυφικό την έχτισαν. Και το στοιχειό, άλλο γέλασμα δεν ήθελε να γίνει και ψέμα δεν τόλμαγε κανείς να ειπεί πάνω στο γιοφύρι.

Και πάνω στην ώρα που ‘φτασε το παλικάρι, φτάνουν στην άλλη όχτη οι βαρβάροι, όλοι αρματωμένοι. Ο νιος είχε μονάχα μια λινή σφεντόνα που την κουβάλαγε να διώχνει τα τσακάλια απ’ το κοπάδι. Μα δεν κιότεψε. Είπεν κι έκανε όπως τον είχαν δασκαλεμένο το αηδόνι κι ο σκύλος και τ’ άλογο. Ξεπέζεψε και λέει:

«Με πήραν τα πρόβατά μου τα πριγκηπόπουλά σας. Να βγει ο βασιλές σας να με κάμει πλερωμή».

Βγήκε μπροστά ένας αγριάνθρωπος αψηλός ίσα με μια γριά βαλανιδιά και τον λέει:

«Εγώ ‘μ’ ο βασιλές των βαρβάρων. Και το πουγκί μου δεν τ’ ανοίγω με το καλό, μόνο με το άγριο. Όποιος έχει τη δύναμη, παίρνει. Έτσι κάνουμε ‘μεις τις δουλειές μας».

«Δε θέλω να σε χαλάσω», τον είπε το παλικάρι. «Να σε βάλω τρία αινίγματα, να με βάλεις κι εσύ τρία. Κι άμα βρίσκω τα δικά σου ή δε βρίσκεις τα δικά μου, να μου κάνεις πλερωμές. Κι άμα δε βρίσκω τα δικά σου ή βρίσκεις τα δικά μου, με παίρνεις το κεφάλι».

Ο βασιλές των βαρβάρων το συλλογίστηκε καλά-καλά κι είπε πως δε γινότανε να χάσει. Και τον άρεζε να φανεί ξύπνιος μπροστά στ’ ασκέρι του πριν πάρει το κεφάλι του παλικαριού. Έτσι, έδωκε το χέρι του να δέσει τη συμφωνία.

«Τι ‘ναι το που
γυαλίζει σα φανερωθεί και σβήνει σαν κρυφτεί
σφυρίζει σαν περνάει και πίνει δίχως να διψάει;
», έβαλε το πρώτο αίνιγμα.

Ξέροντας που μόνο την αμάχη αγαπούσαν οι βαρβάροι, το παλικάρι βρήκε αμέσως πως είναι το σπαθί. Και ζήτησε πλερωμή ν’ αφήσουν όλα τα παιδόπουλα κι όλες τις κοπέλες που ‘χαν κλεμμένες. Και μόλις τους αφήκαν, πέρασαν τούτοι το γιοφύρι και πήγαν να σταθούν πίσω από το νιο. Και πρώτη πήγαινε η αρχοντοπούλα που ‘χε πρώτα το αηδόνι σε χρυσό κλουβί. Και την είδε το παλικάρι και θαμπώθηκε, τι’ ταν ξανθή σαν τον ήλιο κι άσπρη σαν το φεγγάρι.

Κι έβαλε μετά δικό του αίνιγμα:

«Τι ‘ναι το που
μέρα-νύχτα δε βουβαίνεται, μόνο χειμώνα σταματά
αλλά μας γαληνεύει και δε μας ξαγρυπνά;
»

Ο βάρβαρος, που μόνο χαλασμούς κι αίματα είχε μέσα ο νους του, δε βρήκε πως είναι τ’ αηδόνι, κι ας το ‘βλεπε μπροστά του, κουρνιασμένο στον ώμο του παλικαριού. Κι ο νιος ζήτησε για πλερωμή μουσικάντηδες βαρβάρους, να μάθουν τους ωραίους σκοπούς τους στους Μυριαντριώτες. Κι οι δώδεκα καλύτεροι πέρασαν το γιοφύρι και στάθηκαν πίσω απ’ το παλικάρι.

«Τι ‘ναι το που
σιδερένιο καμπανίζει μα γλωσσίδι δεν έχει
κι όπου δεν αντέχεις εσύ εκείνο αντέχει;
», έβαλε δεύτερο αίνιγμα ο βασιλές.

Ο νιος αμέσως το ηύρε πως ήταν η σκούτα και ζήτησε ν’ αφήκουν όλους τους ξωμάχους και τους βοσκούς και τους κυνηγούς κι όποιον άλλον είχαν πιάσει μοναχό τους στις ερημιές. Και πέρασαν κι εκείνοι το γιοφύρι και στάθηκαν πίσω του παλικαριού. Πρώτος πήγαινε ο κυνηγός που ‘χε πρώτα το σκύλο. Και χάιδεψε το ζώο του κι αγκάλιασε το παλικάρι πριν πάει πέρα.

Κι έβαλε δεύτερο αίνιγμα ο νιος:

«Τι ‘ναι το που
όλο συντροφεύει και δεν είναι σκιά,
θεό δεν ξέρει μα είναι πιστό
έρχεται με τα μάτια κλειστά,
μα με βρίσκει όπου να κρυφτώ;
»

Ο βάρβαρος, που σκυλιά είχε μόνο για να τα ρίχνει τους οχτρούς του να τους τρώνε ζωντανούς, δεν τη γνώρισε την απάντηση. Και το παλικάρι ζήτησε πλερωμή εκατό βαρβάρους αντρειωμένους, να γενούν χτίστες και να ξαναστήσουν ό,τι ‘χανε γκρεμίσει στη Μυρίαντρο. Και πέρασαν κι εκείνοι το γιοφύρι και στάθηκαν πίσω από το νιο.

Ο βασιλές των βαρβάρων αφρίαξε και ‘βαλε το στερνό του αίνιγμα, το πιο δύσκολο που ‘ξερε:

«Τι ‘ναι το που
τρέμει και κελαηδάει δίχως στόμα,
βάφει κόκκινο μα δεν έχει χρώμα,
τεντώνεται μα χέρια δεν έχει
ζωντανό δεν είναι μα κόκαλα έχει;
»

Το παλικάρι γέλασε. Εύκολο του φάνηκε, που ‘ταν το τόξο. Και ζήτησε πλερωμή εφτά φοράδες βαρβάρικες, όπως τον είχε ορμηνέψει το μαύρο φαρί. Τες ήθελε για να κάμει μαζί τους πουλάρια, να βγουν τα καλύτερα άλογα που ‘χει δει η Πλάση, τα σημερινά μυριαντριώτικα. Να ‘χουν οι στραδιώτες μας να φτάνουν τους οχτρούς και να μη σκοτώνονται άδικα, σαν τον παλιό του τον αφέντη. Και πέρασαν οι φοράδες το γιοφύρι και πήγαν και στάθηκαν κοντά στο φαρί.

Κι είπε το δικό του στερνό αίνιγμα ο νιος:

«Τι ‘ναι το που
ποτέ δε φτάνει μα όλο γύρω πάει
δεμένο σε πάσαλο και πάλι προχωράει
στην πέτρα το σίδερό του χτυπάει
ο καθείς μας για να φάει;
»

Ο βάρβαρος δεν είχε ποτέ του κοπιάσει σε χωράφι, δεν ήξερε από αλώνια. Είδε που έχανε και φοβήθηκε∙ το παλικάρι δεν του ‘χε ζητήσει μηδέ χρυσό μηδέ τίποτις άλλο τέτοιο δικό του κέρδος. Λες, είπε μέσα του ο βασιλές, να ζητήσει το κεφάλι μου τώρα; Κι έκαμε να τραβήξει το σπαθί του, να χαλάσει τη συμφωνία. Μα η κοπέλα που ‘τανε χτισμένη, δεν ήθελε να ξανακούσει ψέμα ποτές της μετά τον ψεύτικο γάμο που της είχαν τάξει. Και γι’ αυτό το είχανε πει Αγέλαστο το γιοφύρι. Σείστηκε η καμάρα και τον έριξε το βάρβαρο κάτω στα βράχια και τσακίστηκε. Κι οι άνθρωποί του κιοτέψανε και κάμανε να φύγουν.

Μα τους είπε το παλικάρι, όσοι το ‘χουνε να δουλεύουνε το υνί εκτός από το σπαθί, ας μένανε στη Μυρίαντρο, να την αγαπάνε και να τη φυτεύουνε και να τη φυλάνε απ’ τους εχθρούς. Και μερικοί αναμεταξύ τους το πήρανε απόφαση και μας 'δώσαν τα χέρια τους, πρώτοι οι τρεις υγιοί του βάρβαρου βασιλέ.

Και για τόσα καλά που είχε κάμει, ο βασιλές ο δικός μας τον έκαμε άρχοντα το νιο, και τον έντυσε στα μετάξια και στο σεντέφι. Κι έγιναν τέσσερις γάμοι μαζί, το παλικάρι με την αρχοντοπούλα που ‘χε πρώτα τ’ αηδόνι σε χρυσό κλουβί, και τα τρία βασιλόπουλα που δεν ήταν πια βάρβαρα με τις αδερφάδες του παλικαριού.



Σημειώσεις για τα αινίγματα:
----------------------------

- Το αηδόνι είναι αποδημητικό, κελαηδά και τη νύχτα, χωρίς όμως να μας ενοχλεί.

- Η λεπίδα αντανακλά το φως όταν είναι έξω από το θηκάρι, βγάζει χαρακτηριστικό ήχο όταν σχίζει τον αέρα και «πίνει» αίμα.

- Η μεταλλική ασπίδα κουδουνίζει όταν έρχεται σε επαφή με όπλο και υπάρχει για να δέχεται χτυπήματα που προορίζονται για τον κάτοχό της.

- Ο σκύλος γεννιέται με κλειστά μάτια, αλλά όταν μεγαλώσει η μυρωδιά τον οδηγεί στον αφέντη του όπου κι αν αυτός πάει.

- Το σύνθετο τόξο φτιαχνόταν από ξύλο και κόκαλο, η χορδή πάλλεται σαν χορδή μουσικού οργάνου κι οι πληγές ρέουν κόκκινο αίμα.

- Στα παλιά πέτρινα αλώνια, ένα άλογο με δεμένα μάτια έκανε συνεχώς κύκλους δεμένο σε πάσαλο στο κέντρο τους. Και, φυσικά, φορούσε σιδερένια πέταλα.

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2008

Περί Μαγείας - 2

Μιας και με ρώτησαν κάποιοι σχετικά...

[οι σύνδεσμοι που παρέχω δεν αποτελούν διαφημίσεις, απλά μιμούμαι τη διεθνή πρακτική όπου σε κάθε αναφορά βιβλίου συνηθίζεται να παρέχεται σχετικό λινκ προς το Amazon για περαιτέρω πληροφορίες]

Αφού πήρα την απόφαση να γράψω κάτι "ελληνικό" αντί για δυτικότροπο, συνειδητοποίησα πως δεν ήξερα και πολλά (ουσιαστικά) πράγματα για τους όχι-και-τόσο-αρχαίους ημών προγόνους. Στρώθηκα, λοιπόν, να διαβάσω την "Καθημερινή Ζωή στο Βυζάντιο", τη "Γραφή τότε που δεν υπήρχε το χαρτί" και ούτω καθεξής. Έμαθα μπόλικα ενδιαφέροντα πράγματα, που ενέπνευσαν σκηνές και καταστάσεις σε διάφορα κείμενά μου από τότε.

Αλλά ήθελα να γράψω φαντασία.

Τι μύθους είχαν αυτοί οι άνθρωποι; Τι τέρατα φαντάζονταν; Θ' αναγκαζόμουν να καταφύγω σε κένταυρους και πηγάσους για να αποφύγω τα όρκ; Ευτυχώς υπέπεσαν στην αντίληψή μου οι "Παραδόσεις" του Νικολάου Πολίτη. Υποχρεωτικά ανάγνωσμα για κάθε Έλληνα που θέλει ν' ασχοληθεί με το φάνταζυ. Εκεί βρήκα τις νεράιδες και τα στοιχειά και τους καλικαντζάρους και τους καταχανάδες. Κι ένα σωρό επεξηγηματικές σημειώσεις, οι οποίες με παρέπεμψαν στα "Ελληνικά Παραμύθια" του Μέγα και σταδιακά σε άλλες πολύτιμες πηγές.

Από υπερφυσικά όντα καλύφθηκα. Ξεπατίκωσα π.χ. από τον Πολίτη ένα θεσσαλικό μύθο του 19ου αιώνα για το πρώτο θηρίο που περιέγραψα, τον πάντρεψα μ' έναν αγαπημένο αρχαίο μύθο, μπορώ να παριστάνω πλέον το λόγιο, τον ψαγμένο.

Με τους μάγους, όμως, τι θα έκανα; Μυτερά καπέλα, ραβδιά ταχυδακτυλουργού, ρόμπες με αστέρια;

Διάβασα το "Η μαγεία στον ελληνικό και το ρωμαϊκό κόσμο". Κάποιες καλές ιδέες, κάποιες χρήσιμες πληροφορίες. Αλλά δε με κάλυψε. Ευτυχώς, υπάρχει μια καλή κυρία, ονόματι Αναστασία Βακαλούδη, που ασχολήθηκε με το θέμα σε επιστημονικό επίπεδο ("Η μαγεία ως Κοινωνικό Φαινόμενο στο Πρώιμο Βυζάντιο" - διδακτορική της Διατριβή, "Η γένεση του θεϊκού ανθρώπου στις αρχαίες θρησκείες" κα.). Επαοιδοί, γητευτές, λεκανομάντεις - πανδαισία. Ένα σωρό πράγματα, για να αντλώ ιδέες σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου ίσως.

Λόγω ιδιοσυγκρασίας, μάλλον, μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση οι φαρμακοί = οι κατασκευαστές μαντζουνιών. Καζάνια και αηδιαστικά μείγματα. Όχι ακριβώς το ίδιο πράγμα με τους πιο επιστημονικούς αλχυμιστές (sic) και τους αποστακτήρες τους. Οι φαρμακοί ήταν από τα αρχαιότερα είδη μάγων και δεν έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης ποτέ. "Φάρμακον" στα αρχαία είναι το φάρμακο, αλλά και το φαρμάκι.

Ο χριστιανισμός δεν κατάφερε να εξαφανίσει εντελώς την επιρροή των φαρμακών. Οι βυζαντινοί γιατροί συνδύαζαν την ιπποκρατική παράδοση και τις νέες ανατομικές μελέτες με φυλαχτά και γιατροσόφοια. Είχαν ελαττώσει τον τσαρλατανισμό στις πρακτικές τους, σε σχέση με τους προκατόχους τους της ελληνιστικής εποχής, μα ήταν περισσότερο η πρόοδος της επιστήμης που αμαύρωσε εντελώς την ήδη γκρίζα εικόνα του φαρμακού, παρά η θρησκεία.

Κι εδώ παίρνει μπρος ο λογοτέχνης. Στο πλαίσιο του βιβλίου που θα έγραφα, ήθελα τους φαρμακούς ικανούς να παράγουν μόνο βλαβερά αποτελέσματα με τις συνταγές τους, ακόμη κι όταν προσπαθούν για το αντίθετο. Αλλά δεν ήθελα η τέχνη τους να λειτουργεί εξαιτίας κάποιου "Διαβόλου" ή άλλης Αρχής του Κακού (για την ακρίβεια, δεν ήθελα καθόλου Αρχή του Κακού). Τότε γιατί κάποιος άνθρωπος να γίνει φαρμακός; Κι αν κάθε φαρμακός δεν είναι εκ φύσεως πιο "κακός" από τους άλλους ανθρώπους, πώς θ' αντιμετωπίζει το ζήτημα από ηθικής άποψης;

Απαντώντας στα παραπάνω ερωτήματα, εμπνεύστηκα έναν από τους αγαπημένους μου χαρακτήρες στο "Κοράκι σε Άλικο Φόντο", το Μελέτιο. Δεν ξέρω αν είναι αντάξιος της όλης διαδικασίας που οδήγησε στη γέννησή του, αλλά ελπίζω να αποκόμισα κάτι (ως συγγραφέας) απ' όλον τον κόπο που έκανα.