Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

[κριτική] Η Γκρίζα Χώρα και άλλες ιστορίες από τον μακρινό Βορρά - Θωμάς Μαστακούρης



Ars Nocturna, 2013, σελίδες 188

Το βιβλίο
Μικρού σχήματος, λευκό χαρτί. Γράμματα κάπως πυκνά και μικρά. Η εικόνα στο εξώφυλλο είναι πίνακας που απεικονίζει τις Νόρνες (τις Μοίρες της σκανδιναβικής μυθολογίας) και το Κοσμικό Δέντρο. Σε κάποιες σελίδες περιέχονται μικρά σκίτσα που απεικονίζουν δείγματα μεσαιωνικής σκανδιναβικής τέχνης και στήνουν σωστή ατμόσφαιρα για τον αναγνώστη.

Τα περιεχόμενα του βιβλίου είναι διηγήματα με θέματα γύρω από τη Σκανδιναβία και την παράδοσή της. Αρχικά είχαν δημοσιευτεί στη θρυλική Ανθολογία Ε.Φ. των εκδόσεων Ωρόρα ("Ιστορίες με...") την εποχή που ο συγγραφέας ήταν υπεύθυνός της.

Συγκεκριμένα, τέσσερα διηγήματα (από τα οποία τα τρία είναι αλληλένδετα κι εδώ δημοσιεύονται ως ενιαίο κείμενο) και τρεις λογοτεχνικές διασκευές μύθων.

Ο συγγραφέας

Ο Θωμάς Μαστακούρης είναι περισσότερο γνωστός ως μεταφραστής βιβλίων του φανταστικού, ο πιο έμπειρος και παραγωγικός μάλλον. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στις εκδόσεις Ωρόρα έγραψε και δημοσίευσε αρκετά κείμενά του, κάποια από τα οποία συνδέονταν μεταξύ τους, αποτελώντας το ένα συνέχεια του άλλου.

Τα πρώτα διηγήματα που συμπεριέλαβε στους τόμους της ανθολογίας έδειξαν πολύ καλά δείγματα. Αργότερα, όταν η έμπνευση άρχισε να στερεύει και ο όγκος της εργασίας του αυξήθηκε, η ποιότητα έπεσε και στο τέλος έκανε μια παύση, μετά από την οποία επανήλθε με σπανιότερες συμμετοχές αλλά ωριμότερα γραμμένες.

Χαρακτηριστικά της γραφής του είναι η καλή ροή και η φυσικότητα στο λόγο, η γρήγορη δράση, ο ρεαλισμός στις λεπτομέρειες, η προσπάθεια δημιουργίας επικής ατμόσφαιρας, αλλά και ο αυτοσαρκασμός. Κάποιες λίγες φορές του ξεφεύγουν στομφώδεις εκφράσεις και εξεζητημένοι όροι που θυμίζουν αγγλικό συντακτικό. Λόγω της πίεσης του χρόνου, ήταν συχνά και ανεκτά τα λάθη (κυρίως τυπογραφικά και ελάχιστα εκφραστικά) την εποχή που πρωτοδημοσιεύτηκαν οι ιστορίες. Δυστυχώς δε λείπουν κι από την τωρινή αναδημοσίευση των κειμένων, παρότι με τις σύγχρονες συνθήκες δε δικαιολογούνται.

Οι ιστορίες

Τα κείμενα του βιβλίου καλύπτουν όλη την περίοδο που δημοσίευε κείμενα στις ανθολογίες της Ωρόρα, οπότε κάποια είναι πολύ καλά, κάποια άλλα αισθητά κατώτερα.

Η Γκρίζα Χώρα – Συνένωση τριών συνεχόμενων διηγημάτων με τον ίδιο ήρωα, τα οποία αρχικά δημοσιεύτηκαν ξεχωριστά, με τίτλους «Η Γκρίζα Χώρα», «Η βόλβα του Τρόντελαγκ» και «Το λυκοτόμαρο».
            Η Γκρίζα χώρα – Ένας Νορβηγός μάντης ξεκινά ταξίδι για την Αγγλία και καταλήγει σε μια από τις άλλες διαστάσεις της σκανδιναβικής μυθολογίας. Πετυχημένες περιγραφές, μικρές μόνο αστοχίες στην πλοκή κι ίσως το πιο ελληνικό σε ψυχή φινάλε στην ιστορία του ελληνικού φανταστικού. Ο ήρωας και ο αντίπαλός του απέχουν αρκετά από το τυπικό για την εποχή που θέλει να παρουσιάσει και να υμνήσει ο συγγραφέας, αλλά όσες φορές κι αν την έχω διαβάσει το παρέβλεψα τελείως και έβγαλα το συγγραφικό μου καπέλο στις τελευταίες γραμμές του κειμένου.
            Η βόλβα του Τρόντελαγκ – Ενώ το πρώτο διήγημα διαδραματιζόταν στην εποχή της ακμής των Σκανδιναβών, το δεύτερο μεταφέρει τον ήρωα με μαγικό τρόπο κάμποσα χρόνια στο μέλλον, στην περίοδο του (βίαιου) εκχριστιανισμού της πατρίδας του. Πιο περιπετειώδες από το προηγούμενο, με λιγότερο ρεαλιστικούς χαρακτήρες και κακούς που καταντούν καρικατούρες και δε βγάζουν νόημα.
            Το λυκοτόμαρο – Η κορύφωση και η πτώση του πρωταγωνιστή. Το πιο παθιασμένο από τα τρία κι ίσως το πιο προσεγμένο σε επίπεδο έκφρασης, αλλά ακολουθεί κι αυτό την πεπατημένη του προηγούμενου, με τους εντελώς τραβηγμένους κακούς. Ακόμα χειρότερα, παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με ένα ξένο διήγημα που είχε εμφανιστεί χρόνια πριν στις ανθολογίες της Ωρόρα (το μετριότατο «Πράξη Πίστης» του Γκάλαντ Έλφλαντσον που είναι πολύ δημοφιλές στην Ελλάδα εξαιτίας της χεβιμεταλάδικης θεματικής του: καλοί Βίκινγκ εναντίον κακών παπάδων)

Απρόσκλητοι Επισκέπτες – Ένα σκανδιναβικό πλοίο αναγκάζεται να κάνει στάση σε χριστιανικό μοναστήρι σκαρφαλωμένο σε απότομα βράχια κι αυτό που περιμένει το πλήρωμα δεν είναι καθόλου αναμενόμενο ή ευχάριστο… Διήγημα από τη δεύτερη περίοδο δημοσιεύσεων του συγγραφέα στις ανθολογίες. Σύντομο, δυναμικό, σφιχτό. Δε σφύζει από πρωτοτυπία, ούτε εμβαθύνει ιδιαίτερα στους χαρακτήρες, αλλά είναι πολύ ψυχαγωγικό. Είχε διασκευαστεί όμορφα και σε κόμικ από τις εκδόσεις Ψυχής τα Λαμπυρίσματα, σε σκίτσο Γιάννη Ρουμπούλια.

Ταξίδι στο Γιότουνχαϊμ / Ο θάνατος του Μπάλντερ / Στο Χλίντσκιαλφ – τρία σύντομα κείμενα που δοκιμάζει το καθένα να κάνει προσιτή τη σκανδιναβική μυθολογία στον σύγχρονο Έλληνα αναγνώστη (ως παραμύθι, ως λυρικό διήγημα φαντασίας, ως οικολογική παραβολή). Και οι τρεις προσπάθειες απέτυχαν, δεν είχαν τη λογοτεχνική αξία και την ανταπόκριση που έλπιζε ο συγγραφέας, αλλά είναι ειλικρινείς και τίμιες. [Το δεύτερο κείμενο δεν είχε εμφανιστεί στις ανθολογίες της Ωρόρα, αλλά στο σπάνιο βιβλιαράκι «Η ψυχή των μύθων», από τις ίδιες εκδόσεις. Περιείχε έξι ιστορίες από διάφορες αρχαίες-μεσαιωνικές μυθολογίες, διασκευασμένες δια χειρός Μαστακούρη]

Ετυμηγορία


Οι ιστορίες είναι του ύψους και του βάθους και με τον τρόπο του, το σύγχρονο ελληνικό φανταστικό τις έχει ξεπεράσει. Αξίζει, πάντως, να έχει κανείς διαβάσει την (αυθεντική) «Γκρίζα Χώρα» και το «Απρόσκλητοι επισκέπτες» και να πάρει το βιβλίο γι’ αυτά και μόνο.

Σε κάθε περίπτωση, ελπίζω να δούμε σύντομα και άλλες τέτοιες συλλογές, με παλιότερα και ίσως και νέα έργα του Μαστακούρη.


Αξιολόγηση: 3 στα 5 (μέσος όρος μεταξύ των ιστοριών)

Ελληνικότητα: 2 στα 5 (αθέλητη και ελάχιστη, αλλά πολύ σημαντική)

Άλλες γνώμες για το βιβλίο θα βρείτε εδώ κι εδώ.

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

[εργαλεία] Τα μουσικά όργανα των αρχαίων Ελλήνων - Κώστας Κοτσανάς

Κάποια βιβλία είναι μελέτες κι όχι λογοτεχνήματα. Δεν έχουν καν θέμα τη μελέτη της λογοτεχνίας. Κι όμως, μας είναι χρήσιμα, είναι εργαλεία της τέχνης μας. Για να γράψουμε καλύτερα είναι καλό να τα διαβάσουμε, ειδικά αν γράφουμε φάνταζυ που διαδραματίζεται σε κόσμους με τεχνολογία και βιοτικό επίπεδο περασμένων εποχών.

Δεν είναι μόνο οι μπαρούφες που θα γράψουμε αν δεν ερευνήσουμε πρώτα κάποια θέματα που δεν τα γνωρίζουμε αλλά η πλοκή μας απαιτεί να τα αναφέρουμε (ζώα, ιατρική, εξοπλισμός – η λίστα δεν έχει τέλος). Σε μελέτες θα βρούμε πολλές φορές συναρπαστικές πληροφορίες που θα μας δώσουν ιδέες για ιστορίες, πλοκές και περιπλοκές.

Έχω ήδη αναφέρει κάποια τέτοια βιβλία. Αλλά έχω διαβάσει πολύ περισσότερα και συνεχίζω να διαβάσω. Θ’ αρχίσω να τα αναφέρω εδώ και να τα αξιολογώ, μήπως φανούν και σ’ εσάς χρήσιμα. Θα τα βρίσκετε στο θέμα (ετικέτα) ‘εργαλεία’.

Κώστας Κοτσανάς – Τα μουσικά όργανα των αρχαίων Ελλήνων




Μικροσκοπικό βιβλιαράκι γραμμένο από τον άνθρωπο που δημιούργησε με δική του πρωτοβουλία το Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίαςκαι το Μουσείο Αρχαίων Ελληνικών Μουσικών Οργάνων και Παιχνιδιών (στο Κατάκολο της Ηλείας). Το βιβλίο παρουσιάζει τα 42 μουσικά όργανα που έχει ανακατασκευάσει ο Κοτσανάς σύμφωνα με τις περιγραφές των αρχαίων κειμένων.

Το κάθε όργανο παρουσιάζεται σε μεγάλη έγχρωμη φωτογραφία και συνοδεύεται από σύντομο κείμενο με πληροφορίες και πηγές, στα ελληνικά και στα αγγλικά (υπάρχουν επίσης γαλλική, ιταλική και – αν δεν απατώμαι – γερμανική έκδοση).

Το βιβλίο έχει κάποια αρνητικά σημεία:
  • Είναι μικροσκοπικό (64 μικρές σελίδες, με λιγοστό κείμενο) και με ποιότητα φυλλαδίου (οι σελίδες τσαλακώνουν και μόνο που τις κοιτάς) κι η τιμή του ελαφρά τσιμπημένη
  • Είναι δύσκολο να το βρει κανείς (νομίζω μόνο στο Amazon, στο Μουσείο και στις περιοδεύουσες εκθέσεις του)
  • Αν κάποιος δε γνωρίζει από κιθάρα, η ορολογία μπορεί να τον μπερδέψει
  • Δεν τοποθετούνται χρονικά τα περισσότερα όργανα, ώστε να φαίνεται ποια συνυπήρχαν και ποια αποτελούν μετεξελίξεις άλλων
  • Κάποιες λεπτομέρειες με προβλημάτισε από πού προέκυψαν. Για παράδειγμα, σε κάποια όργανα αναφέρεται πως οι χορδές δένονταν και ρυθμίζονταν με κομμάτια δέρματος, σε άλλα με κομμάτια δέρματος ή ξυλαράκια. Είμαστε βέβαιοι πως δε χρησιμοποιούνταν σε όλα τα όργανα και οι δυο μέθοδοι, ανάλογα με τον κατασκευαστή; Δεν είναι απίθανο να υπάρχει τεχνική εξήγηση, αλλά δεν τη βρήκα στο κείμενο
Όμως:
  • Μπορείτε να βρείτε όλες νομίζω τις πληροφορίες και τις εικόνες του βιβλίου δωρεάν στην ιστοσελίδα του Μουσείου, μαζί με πολλές ακόμη για αρχαίες εφευρέσεις, καθώς και κάποια βίντεο
  • Οι φωτογραφίες είναι λεπτομερέστατες
  • Ο συγγραφέας δεν είναι ούτε θεωρητικός, ούτε κανένας από τους άσχετους ερασιτέχνες που δηλώνουν ειδήμονες στην Αρχαία Ελλάδα και ισχυρίζονται διάφορες ανοησίες. Ασχολείται με το θέμα 25 χρόνια, βασίζεται μόνο σε αυθεντικές πηγές (κείμενα, εικόνες σε αγγεία, ανάγλυφα κτλ.), είναι μέλος της έγκριτης Εταιρείας Μελέτης Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας τουΤεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, όλα όσα περιγράφει τα έχει ανακατασκευάσει και λειτουργούν
  • Πολλά όργανα τοποθετούνται κοινωνικά, δηλαδή μαθαίνουμε αν τα χρησιμοποιούσαν μόνο σε θρησκευτικές ή μόνο σε λαϊκές γιορτές, αν τα έπαιζαν μόνο γυναίκες κτλ.
  • Αγοράζοντας το βιβλίο, ενισχύετε το Μουσείο και τις εκθέσεις που κάνει σε όλη την Ελλάδα, προσπάθεια μοναδική και πολύ αξιόλογη, η οποία δεν λαμβάνει κανενός είδους κρατική επιδότηση. Πραγματικά, αν έχετε τη δυνατότητα να το κάνετε, πάρτε το

Αυτή τη στιγμή που γράφω την ανάρτηση και ως τις 19 Απριλίου 2014, υπάρχει έκθεση του Μουσείου στην Αθήνα, στην οποία μπορείτε να δείτε αρχαίες ελληνικές εφευρέσεις και κάποια από τα ανακατασκευασμένα όργανα από κοντά. Βρίσκεται στο εμπορικό κέντρο Athens Heart (Πειραιώς 180) και η είσοδος είναι δωρεάν, ώρες 11:00-21:00 καθημερινά. Προτείνω να πάτε και/ή να ξεψαχνίσετε την ιστοσελίδα του Μουσείου. Αν δε ζείτε στην Αθήνα, ρίχνετε πού και πού καμιά ματιά στην ιστοσελίδα. Οι περιοδεύουσες εκθέσεις μπορεί να βρεθούν κάποια στιγμή κοντά σας, όπου κι αν ζείτε (π.χ. σε νησιά το καλοκαίρι)

Έχω και το «Οι εφευρέσεις των αρχαίων Ελλήνων» του ίδιου συγγραφέα και θα το παρουσιάσω επίσης στο μέλλον

Ευκολία στην ανάγνωση: 4 στα 5

Χρησιμότητα: 3 στα 5

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

[κριτική] Ο Λέκγουελ και οι ξεχασμένοι θεοί - Κωνσταντίνος Μίσσιος

Ποδαρικό στο νέο μήνα με μια νέα «στήλη». Από καιρό ήθελα ν’ αρχίσω ν’ ανεβάζω εδώ τη γνώμη μου για ελληνικά βιβλία φάνταζυ που διαβάζω κι επιτέλους το ξεκινάω. Θα βρίσκετε τις κριτικές με την ετικέτα «αντίπαλο δέος». Χρησιμοποιώ τον όρο με σκωπτική διάθεση και τον προτίμησα επειδή από τη μια το «η φαντασία των άλλων, οι άλλοι της φαντασίας» παραείναι μακρινάρι, ενώ από την άλλη το «κριτικές» παραείναι ξερό.

Σε καμία περίπτωση δε βλέπω τους συναδέλφους συγγραφείς ως αντιπάλους ή ανταγωνιστές. Ο λόγος που λέω τη γνώμη μου είναι ακριβώς γιατί θέλω να αναδειχθεί ο χώρος. Κάθε τόσο ακούω ανθρώπους να μου λένε πως δεν ήξεραν ότι υπάρχουν Έλληνες που γράφουν φάνταζυ. Ακόμα και τώρα, το 2014. Ας κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας ο καθένας για να διορθώσουμε αυτό το πρόβλημα. Αλλά δε θα είμαι και υπερβολικός, να τα βγάζω όλα αριστουργήματα. Για να δώσω δείγμα γραφής, ξεκινάω με το βιβλίο ενός συγγραφέα που είναι πολύ καλός φίλος.

(Προς το παρόν, η πρόθεσή μου είναι να ασχοληθώ μόνο με βιβλία φάνταζυ εδώ στο ιστολόγιο, αλλά θα δούμε πώς θα πάει το όλο πράγμα. Επίσης, εκτός από την ποιότητα των βιβλίων, θα βαθμολογώ και την ελληνικότητά τους ξεχωριστά, το πόσο τοπικό χρώμα έχουν. Δεν απαιτώ να δω τσολιάδες και μινώταυρους, πολύ ελληνικά είναι και άλλα πράγματα: η θάλασσα, ο ήλιος, οι ελιές. Το έχω ξαναπεί πως άλλο πράγμα είναι το ελληνικό φανταστικό κι άλλο το φανταστικό γραμμένο από Έλληνες. Και για μένα μετράει ένα ντόπιο βιβλίο να μου δίνει αυτό που δεν μπορεί να μου δώσει ποτέ ένα ξένο. Ακόμη κι αν διαδραματίζεται σε φανταστικό κόσμο, εκεί που πατάει στο δικό μας θέλω εικόνες και έννοιες που να τις μοιράζομαι όσο πιο πολύ γίνεται με το συγγραφέα του)

Διόπτρα, 2009, 552 σελίδες



Το βιβλίο

Μυθιστόρημα, δεύτερο έργο του συγγραφέα μετά την εξαιρετική συλλογή ιστοριών Τρόμου «Η νύχτα της λευκής παπαρούνας». Και τα δυο κυκλοφόρησαν από τη Διόπτρα, η οποία βρισκόταν ήδη σε ανοδική πορεία (σήμερα ανήκει στους «μεγάλους» ελληνικούς εκδοτικούς οίκους).

Ο Λέκγουελ έχει μπόλικες σελίδες, καλό δέσιμο και όμορφο εξώφυλλο, το οποίο όμως είναι ολόκληρο στους ίδιους τόνους, δίχως κάποιο στοιχείο που να ξεχωρίζει από την υπόλοιπη σύνθεση και να τραβά το μάτι του υποψήφιου αναγνώστη.

Το θέμα του βιβλίου είναι η βιογραφία του ομώνυμου ήρωα, οι περιπέτειες του σε έναν κόσμο που κάποια μέρη του είναι κολλημένα σε μια πατροπαράδοτη κατάσταση, ενώ άλλα μεταβάλλονται ραγδαία, με τα σύνορα των χωρών και τη θρησκεία να βρίσκονται σε ρευστή κατάσταση. Αντίστοιχα, ο ήρωας άλλοτε επαναπαύεται σε κάτι που δεν κρατάει για πολύ και άλλοτε νιώθει εγκλωβισμένος και ψάχνει για διέξοδο, αδυνατώντας να εκτιμήσει αυτά που έχει. Προνομιούχος και πάμπτωχος, εραστής και ερωμένος, εργάτης και κλέφτης, ο Λέκγουελ αλλάζει συνεχώς ρόλους και βιώνει διάφορες καταστάσεις. Έρχεται σε επαφή με ισχυρούς ανθρώπους, με μάγους και θεούς, βρίσκεται διαρκώς στο κέντρο των εξελίξεων της εποχής του, ακόμη κι όταν προσπαθεί να τις αποφύγει, ακόμη κι όταν φαίνεται να ζει σε κάποια ασήμαντη γωνιά του κόσμου. Κάθε τόσο τον βασανίζει ένα ερώτημα: τι αποτελεί δική του επιλογή, τι του συμβαίνει συμπτωματικά και τι σχεδιάστηκε από άλλους; Σε ποιο βαθμό καθορίζεται η ζωή του (και η ζωή του καθενός μας) από την Ελεύθερη Βούληση, την Τύχη και τη Μοίρα; Πού ισορροπούν αυτά τα τρία;

Ο συγγραφέας

Η πένα του Μίσσιου είναι εξαιρετική, απατηλά απλή, ποτέ όμως απλοϊκή. Η ανάγνωση ρέει αβίαστα, ποτέ δεν κουράζει.

Συν
  •             Αποφεύγει συστηματικά τις πομπώδεις καλολογικές εκφράσεις. Δε σου δίνει την αίσθηση πως διαβάζεις κάτι βεβιασμένα «λογοτεχνίζον» που καμία σχέση δεν έχει με τον τρόπο που μιλάει ο συγγραφέας του σε μια συζήτηση
  •            Έχει το χάρισμα να γίνεται κινηματογραφικός. Ζωντανεύει τις εικόνες του μέσα στο μυαλό του αναγνώστη δίχως να καταντά φλύαρος και να καταφεύγει σε μακροσκελείς περιγραφές. Το πετυχαίνει δίνοντας στις προτάσεις το σωστό ρυθμό και εκμεταλλευόμενος τις κοινές εμπειρίες που έχουμε όλοι, ένα είδος συλλογικής μνήμης οπτικών, ακουστικών, ακόμη και απτικών αισθητηρίων. Μ’ αυτά τα τεχνάσματα, σε κάνει να ξεχάσεις πως κρατάς βιβλίο στα χέρια σου και για λίγο νομίζεις πως τα ζεις όλα αυτά

Πλην
  •            Δε διαθέτει «παιδεία» στο φάνταζυ. Το ξέρει περισσότερο από παιχνίδια και ταινίες, παρά από βιβλία


Το κείμενο

Φιλοδοξία του βιβλίου ήταν να επιτύχει μια «μετα-φανταζυ» (πώς λέμε «μεταμοντέρνα»;) γραφή, δηλαδή να πατήσει πάνω σε συμβάσεις και κλισέ του φάνταζυ για να την ιστορία του δίχως να μπει στις συνήθεις λεπτομέρειες (πώς λειτουργεί η μαγεία, τι υπερφυσικές ικανότητες έχουν οι ιερείς, τι είδους μη ανθρώπινα πλάσματα ζουν στον κόσμο κτλ.). Ενώ, από την άλλη, σκοπός ήταν και να ανατρέψει τις προσδοκίες του αναγνώστη, εισάγοντας ρηξικέλευθα στοιχεία.

Για να γίνω πιο κατανοητός, θα δώσω ένα παράδειγμα. Σε κάποιο σημείο, παρουσιάζονται παραμορφωμένοι απόγονοι της φυλής των νάνων, ενώ οι ίδιοι οι νάνοι δεν αναφέρονται πουθενά. Θεωρείται προφανές πως θα υπάρχουν στον κόσμο του Λέκγουελ και πως εμείς θα γνωρίζουμε τη μορφή τους, εφόσον το βιβλίο είναι φάνταζυ κι εμείς αναγνώστες φάνταζυ.

Συν
  •           Ο πρωταγωνιστής πείθει. Πάντα έχει λογικές αντιδράσεις και κατανοητά συναισθήματα. Είναι εύκολο να ταυτιστεί κανείς μαζί του ή να τον ταυτίσει με ανθρώπους που έχει γνωρίσει. Το ίδιο ισχύει και για τους άλλους χαρακτήρες. Κανείς δε μοιάζει ουρανοκατέβατος ή γραφικός. Όλοι οι διάλογοι στέκουν.
  •            Το βιβλίο περιέχει δέκα ζωντανές «κινηματογραφικές» σκηνές που σου μένουν. Μη σας φαίνονται λίγα για τέτοιο μέγεθος κειμένου. Μιλάμε για αξέχαστα αποσπάσματα που δεν είναι δεδομένο ότι κάθε βιβλίο θα περιέχει έστω και ένα σημείο του επιπέδου τους*
  •            Υπάρχει άφθονα και σωστά δοσμένη προοικονομία στην κεντρική πλοκή. Κάθε φαινομενικά άσχετο γεγονός έρχεται να προσθέσει το λιθαράκι του και να δέσει με τα υπόλοιπα στο τέλος του βιβλίου
  •            Κάτι που μου άρεσε ιδιαίτερα ήταν η χρήση ονομάτων κυρίως με αέρα Μέσης ή Άπω Ανατολής αντί για τα συνήθη αγγλοσαξωνικά, κελτικά κτλ. Σαν να πιάνει ο «Λέκγουελ» μια άλλη γωνιά του ίδιου κόσμου στον οποίο διαδραματίζονται τα υπόλοιπα βιβλία φάνταζυ, μια αδίκως περιφρονημένη γωνιά
  •            Ένα ζήτημα για το οποίο ειπώθηκαν πολλά όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο είναι πως ο πρωταγωνιστής είναι αμφιφυλόφιλος («πανερωτικός», κατά τον ίδιο τον συγγραφέα). Προσωπικά, θεωρώ πως αν και ο Λέκγουελ ξεφεύγει από το κλισέ του αρρενωπού μεγάλου εραστή, δε δίνει την εντύπωση πως η επιλογή αυτή έγινε με το ζόρι, μόνο για να προκαλέσει. Το θέμα παρουσιάζεται χωρίς υπερβολές και εισάγεται με τον μοναδικό ίσως τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να περάσει στον ετεροφυλόφιλο αναγνώστη και να τον αγγίξει. Επίσης, απεικονίζεται σωστά η ανθρώπινη φύση και το όλο θέμα πατάει γερά σε μια ιστορική πραγματικότητα που συχνά την αποφεύγουμε αλλά η ύπαρξή της είναι αδιαμφισβήτητη (υπήρχαν σε κάποιες περιόδους/σε κάποιους τόπους αποδεκτές σεξουαλικές σχέσεις αντρών με παιδιά/εφήβους που ζούσαν μαζί τους ως υπηρέτες ή μαθητές). Η εκτίμησή μου είναι πως κανείς δε θα ενοχληθεί από την απεικόνιση του ερωτισμού στο βιβλίο, εκτός κι αν ξεκινήσει την ανάγνωση αποφασισμένος εκ των προτέρων να ενοχληθεί

Πλην
  •           Υπάρχει μια τάση αποσπασματικότητας. Ορισμένα κεφάλαια είναι σαν διηγήματα, συγγενή μεν και συνεχόμενα μεταξύ τους, χωρίς όμως να δένουν απόλυτα. Ορισμένοι χαρακτήρες εμφανίζονται ξαφνικά, δεν περιγράφονται εμφανισιακά (για πολλούς δεν ξέρουμε καν αν είναι νέοι, μεσήλικες ή γέροι!) και χάνονται το ίδιο απότομα. Ο Λέκγουελ κατά καιρούς εξαφανίζεται εντελώς για κάμποσες σελίδες. Μερικές φορές συσσωρεύονται στο προσκήνιο πρόσωπα χωρίς σαφή στόχο (δικό τους ή λογοτεχνικό). Ορισμένες λεπτομέρειες που αποδεικνύονται ουσιώδεις στο φινάλε παραμένουν θαμμένες ως τότε, ενώ δεν δίνονται όλες οι απαντήσεις που το κείμενο μοιάζει να υπόσχεται.
  •            Το βιβλίο έχει προβλήματα επιμέλειας· σποραδικές επαναλήψεις λέξεων, εξεζητημένες λέξεις που δεν χρησιμοποιούνται απολύτως σωστά, μια παροδική τάση προς το τέλος για πολύ επίκαιρες/προφορικές εκφράσεις (του τύπου «δεν την παλεύω», «μου την είπε» κτλ.), μια γενικότερη τάση να χρησιμοποιεί σύγχρονη ορολογία αταίριαστη με ψευδομεσαιωνικό κόσμο (π.χ. «καλοφτιαγμένη φάρσα φτιαγμένη από επαγγελματία του είδους», «σαδομαζοχιστικός καθαρμός»). Το κείμενο χρειαζόταν ακόμη χέρι διορθώσεων.
  •            Ένα πράγμα που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν η ασυνήθιστη προσέγγιση στο υποκείμενο των προτάσεων. Όταν παραλείπεται, εννοείται πάντα πως είναι ο ίδιος ο Λέκγουελ, ακόμη κι αν έχει δυο παραγράφους να αναφερθεί το όνομά του. Αυτό είναι έντονο και δημιουργεί αναγνωστικούς «λόξυγκες» σε δυο από τις δυνατότερες σκηνές του βιβλίου.**
  •            Τις πιο πολλές φορές, θεωρώ πως η αφαιρετική μέθοδος χωλαίνει. Στο θέμα της μαγείας, ειδικά, πιστεύω πως δεν μπορούν να υπάρξουν συμβιβασμοί. Δεν περιγράφεται ούτε στο ελάχιστο το οπτικό της κομμάτι, οπότε καταντά άχρωμη και χάνει τη… μαγεία της.
  •            Επίσης, ο Μίσσιος κάνει κάποιες παραδοχές στα σύγχρονα βιβλία θεωρούνται ξεπερασμένες (π.χ. εμφανίζεται μια παλαιάς κοπής συντεχνία κλεφτών). Δεν έχω ιδέα αν ο κόσμος του βιβλίου ήταν τεχνολογικά πρωτόγονος, αρχαϊκός ή μεσαιωνικός. Πανοπλίες από εντελώς διαφορετικές ιστορικές περιόδους συνυπάρχουν κτλ. Αυτό σε ένα παιχνίδι στον υπολογιστή δεν είναι πρόβλημα, μόνο η αισθητική μετράει εκεί. Αλλά σε βιβλίο δε στέκει. Επίσης, η ορολογία είναι προβληματική. Μικρά εμπορικά πλοία αναφέρονται ως «γαλέρες» (στην πραγματικότητα ήταν ένα είδος μεγάλου πολεμικού πλοίου), ενώ αγγλισμοί όπως «κοντόσπαθο» και «μακρύσπαθο» πετάγονται εδώ κι εκεί.
  •            Στην Επιστημονική Φαντασία χρησιμοποιείται ο όρος "technobabble" για τις επιστημονικοφανείς ασυναρτησίες που στόχευαν να κάνουν πειστικότερες τις παλιές ιστορίες: «Απέχαμε δέκα κιλοβούρμ από την τροχιά περιδίνησης του πλανήτη, όταν έβαλα μπρος τη γεννήτρια ενστάλαξης». Όπου ‘κιλοβούρμ’, ‘τροχιά περιδίνησης’ και ‘ενστάλαξη’ είναι έννοιες που κατανοούμε χοντρικά με τι σχετίζονται, αλλά δεν εξηγούνται πουθενά στο κείμενο. Αντίστοιχα, ο «Λέκγουελ» υποπίπτει ενίοτε σε… fantababble. Δηλαδή, εξωτικές λέξεις που λέγονται για να λέγονται, δίχως αντίκρισμα. Σπόροι μαγιάν στο ζεστό σαμίλ, δέντρα μπελούλ, φωτόλιθοι κι όποιος καταλάβει, κατάλαβε. Ευτυχώς είναι πολύ σπάνιο.
  •            Σε ζητήματα πολιτικής ή γεωγραφίας στο βιβλίο, τα πάντα θυσιάζονται για να δημιουργηθούν οι εντυπώσεις που απαιτεί η πλοκή. Τα μεγέθη που περιγράφονται δεν αντιστοιχούν με τον τρόπο που απεικονίζονται στο χάρτη οι τόποι. Τα ίδια άτομα που επιδίδονται σε φοβερές και τρομερές μηχανορραφίες, στο τέλος καταφεύγουν στην προφανή και εύκολη λύση που είχαν στη διάθεσή τους από την αρχή. Η πλουσιότερη πόλη του γνωστού κόσμου είναι χτισμένη σε ένα μέρος που πρέπει να είσαι ο Ιντιάνα Τζόουνς για να το φτάσεις. Η επεκτατική αυτοκρατορία μοιάζει να μην επωφελείται από τις κατακτήσεις της στο ελάχιστο, αφού πάντα τις λεηλατεί και τις ισοπεδώνει στη στιγμή για να φανεί πόσο κακή είναι.
  •            Τα εξωτικά ονόματα χρησιμοποιούνται χωρίς ειρμό. Βάζοντας σε κάθε χώρα ανάκατα ινδικά, αραβικά και κινέζικα, καμιά δεν αποκτά δικό της χρώμα. Το «ουτ α για» ας πούμε, δεν ακούγεται πειστικό πως ανήκει στη γλώσσα των ανθρώπων που αποκαλούν τη χώρα τους «Λιλ Λάι», ούτε και το «Λέκγουελ» μοιάζει για όνομα κατοίκου της.
  •            Κάποιες από τις ανατροπές των προσδοκιών του αναγνώστη είναι πολύ τολμηρές. Δεν μπορούν τα πάντα να τινάζονται κάθε τόσο στον αέρα, όσο κι αν αυτό στέκει απόλυτα στον πραγματικό κόσμο. Κάποιες φορές, πρέπει να ανταμείβεται η υπομονή που έδειξε κάποιος για 100 σελίδες και μια υποπλοκή που χτίστηκε προσεκτικά πρέπει να ολοκληρώνεται κάπως
  •            Οι περιγραφές απουσιάζουν σε υπερβολικό βαθμό. Το κείμενο συχνά καταφεύγει σε αοριστολογία χώρου-χαρακτήρων-εικόνων. Αποκόμισα την εντύπωση πως ίσως θα ήταν καλύτερα το ίδιο ακριβώς θέμα, με τους ίδιους χαρακτήρες, να είχε γραφτεί σαν μυθιστόρημα εποχής, με το υπερφυσικό να δρα στα παρασκήνια ιστορικών γεγονότων και την πλοκή να μένει στην ουσία η ίδια. Αυτό θα έκανε το βιβλίο προσιτό σε μεγαλύτερο κοινό (το θέμα του, ούτως ή άλλως, είναι υπαρξιακό και αφορά τους πάντες). Αλλά, κυρίως, θα χρειάζονταν τότε λιγότερες παραδοχές και ανοχές. Άλλο να πεις απλά «ανέμιζε η σημαία της Γαλλίας» (ας μην ξέρει ο αναγνώστης ποια ήταν το 1700, πάλι κάτι του λέει επειδή ξέρει τη χώρα), άλλο να πεις «ανέμιζε το λάβαρο του Ράγκαρας» και να μην προσδιορίσεις καν τι χρώμα έχει
  •            Κάποιες λίγες φορές οι συμπτώσεις μοιάζουν υπερβολικές και χάνεται παροδικά η ασάφεια που χαρακτηρίζει το βιβλίο (έβαλε το χέρι της η Μοίρα ή όχι;)
  •            Το ευρετήριο προσώπων πότε αποκαλύπτει εξελίξεις πρόωρα και πότε προσφέρει πρόσθετες πληροφορίες οι οποίες δεν περιέχονται καθόλου στο κείμενο.

Ετυμηγορία

Το βιβλίο είναι ευχάριστο στην ανάγνωση, έχει πολύ ενδιαφέρον θέμα και θίγει σημαντικούς προβληματισμούς για το πώς θα μπορούσε να γράφεται το φάνταζυ. Όμως οι πειραματισμοί του δεν υλοποιούνται με πλήρη επιτυχία. Δεν έχει κάποιο μεγάλο ελάττωμα, αλλά τα μικρά ελαττώματά του είναι αρκετά.

Κανείς δε θα χάσει διαβάζοντάς το, αλλά πολύ περισσότερα θα αποκομίσει κάποιος που γράφει ο ίδιος φάνταζυ και θα αναγκαστεί να σκεφτεί ή κάποιος που είναι αρκετά έμπειρος και απαιτητικός αναγνώστης, οπότε θα γίνει ίσως ακόμη απαιτητικότερος. Πιθανώς θα το απολαύσει και όποιος δε γνωρίζει καθόλου το είδος αλλά έχει μόνο μια ομιχλώδη ιδέα για το τι εστί φάνταζυ. Μάλλον αυτός θα παρακολουθήσει απρόσκοπτα την πλοκή. Για οποιονδήποτε άλλο, νομίζω πιο ωφέλιμο θα είναι να καταπιαστεί πρώτα με τους κλασικούς του φάνταζυ και να επιστρέψει στον «Λέκγουελ» αργότερα, όταν δε θα τον ξενίζουν πια οι καινοτομίες του βιβλίου και θα είναι σε θέση να τις εκτιμήσει καλύτερα. Όταν, δηλαδή, θα νιώσει πως του είναι προτιμότερο κάτι πρωτότυπο με αδυναμίες παρά ένα αψεγάδιαστο «μια από τα ίδια». 


Αξιολόγηση: 3.5 στα 5 (4/5 αν δεν έχετε τόση μανία με τη συνέπεια και τις λεπτομέρειες όπως εγώ)

Ελληνικότητα: 2 στα 5 (χωρίς αυτό να σημαίνει πως ακολουθεί την πεπατημένη του δυτικοευρωπαϊκού/κελτικού χρώματος)



*: (Για όσους έχουν ήδη διαβάσει το βιβλίο) η ερωτική σκηνή στη σπηλιά, οι άλλες δυο θεϊκές συναντήσεις, η επίσκεψη στο πατρικό σπίτι, το παιχνίδι των κύβων, η αρπαγή του Άσσι, η τελετή πάνω στην πυραμίδα, η περιγραφή του κόσμου των νεκρών, ο Λέκγουελ να περιφέρεται στο σκοτάδι κάτω από το διοικητήριο, ο Αλάκι ενάντια στις σκιές-φύλακες

**: (Για όσους έχουν ήδη διαβάσει το βιβλίο) ο Λέκγουελ να περιφέρεται στο σκοτάδι κάτω από το διοικητήριο, ο Αλάκι ενάντια στις σκιές-φύλακες 

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Συγγραφικά μου νέα

Μετά από αρκετή σκέψη πάνω στο μεγαθήριο που ολοκλήρωσα πρόσφατα και το μέλλον του, συνειδητοποίησα πως είχα τη λύση στα χέρια μου από την αρχή. Η τετραλογία των Γιων της Στάχτης, όπως την είχα σχεδιάσει αρχικά, είχε ένα σημαντικό χρονικό κενό στη μέση. Μετά το τέλος του δεύτερου βιβλίου θα γινόταν ένα χρονικό άλμα και θα ξαναβρίσκαμε τους χαρακτήρες τρία έτη μετά στην αρχή του τρίτου βιβλίου.

Από την άλλη, κρίνοντας από τη διόγκωση του δεύτερου βιβλίου σε σχέση με το πρώτο, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο πλήθος των χαρακτήρων, το πιο πιθανό είναι ότι αυτό ακριβώς θα συμβεί και με το τρίτο και το τέταρτο.

Έτσι, πήρα τη μεγάλη απόφαση: χωρίζω το δεύτερο βιβλίο στα δύο κι εκεί τελειώνω μια πρώτη τριλογία των Γιων της Στάχτης, κλείνοντας όλα τα κύρια θέματα που έχω ανοίξει. Το τρίτο και το τέταρτο βιβλίο αναδιοργανώνονται για να γίνουν κι αυτά τρία. Και πάμε από μια τετραλογία σε δυο αλληλένδετες τριλογίες, από τις οποίες η πρώτη είναι σχεδόν έτοιμη.


Και λίγα λόγια για τη… διεθνή μου καριέρα.



Χάρις στη συνεργασία των καταστημάτων Public με το Amazon, δύο αντίτυπα του Κορακιού είναι άμεσα διαθέσιμα για παραγγελία οπουδήποτε στον κόσμο, σε μάλλον εξωφρενική τιμή μέσω Αμερικής ή λιγότερο εξωφρενική μέσω Αγγλίας. Βάζω και φωτογραφίες, μιας και ίσως κάποια στιγμή στο μέλλον να μην υπάρχει πια η συνεργασία μεταξύ των δύο βιβλιοπωλείων ή να έχουν δοθεί τα δυο αντίτυπα.



Επίσης, σε συνέντευξη που έδωσε στο βραβευμένο ρουμάνικο ηλεκτρονικό περιοδικό SRSFF που ασχολείται με το φανταστικό, ο Μιχάλης Μανωλιός είχε την καλοσύνη να αναφέρει τους Γιους της Στάχτης ως ένα από τα δυο πιο σημαντικά έργα φάνταζυ στην Ελλάδα κατά τη γνώμη του (το άλλο είναι οι «Λαξευτές της Παλίρροιας» της Βάσως Χρήστου). Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη ρουμανική γλώσσα, αλλά μπορείτε να δοκιμάσετε την τύχη σας με την αυτόματη μετάφραση του google. (Για όσους δεν τον γνωρίζουν, ο Μιχάλης Μανωλιός είναι από τις πιο σημαντικές πένες της ελληνικής Επιστημονικής Φαντασίας. Εδώ η κριτική μου για το δεύτερο βιβλίο του, «… και το τέρας»)

Τέλος, εδώ θα βρείτε το Κοράκι στο goodreads, μια αξιόλογη ιστοσελίδα με έμβλημα και στόχο το «γνωρίστε το επόμενο αγαπημένο σας βιβλίο». Η τελευταία (αυτή τη στιγμή) κριτική για το Κοράκι έρχεται από ελληνόφωνη αναγνώστρια βέβαια, αλλά από την Ολλανδία. Μπορείτε κι εσείς να δείτε γνώμες και βαθμολογίες εκεί για οποιοδήποτε βιβλίο σε οποιαδήποτε γλώσσα, γραμμένες από απλούς αναγνώστες. Ή να συμμετάσχετε με τη δική σας γνώμη και/ή βαθμολογία. Αξίζει τον κόπο, θεωρώ. Και από τη δική μου πλευρά, θεωρώ κάθε ειλικρινή αξιολόγηση του έργου, θετική ή αρνητική, ευπρόσδεκτη. Ειδικά με ενδιαφέρει να ακούσω τι άρεσε και τι δεν άρεσε, περισσότερο από το να λάβω μια αριθμητική επιβράβευση.




Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

330.000 (Κι όμως!)

Κάνοντας διορθώσεις στη συνέχεια του «Κορακιού σε άλικο φόντο», έκοψα μπόλικες φλυαρίες και πέταξα κάποια κομμάτια που δεν οδηγούσαν πουθενά, ούτε προσέφεραν κάτι άλλο. Ήταν μια ολόκληρη υποπλοκή. Αλλά υπήρχαν κάποια κενά που έπρεπε να γεμίσουν, κάποια πράγματα που χρειάζονταν ανάλυση ή εξήγηση. Έτσι, έγραψα και αρκετό νέο κείμενο. Γι’ αυτό μου πήρε τόσο καιρό να τελειώσω. Αποτέλεσμα; Αντί να μικρύνει το τέρας, εκτοξεύτηκε στις 330.000 λέξεις (ενδεικτικά, το «Κοράκι» ήταν γύρω στις 130.000).

Η προφανής λύση είναι να κόψω το κείμενο και να το κάνω δυο ξεχωριστά βιβλία. Το προτιμώ να πάρω εγώ την απόφαση πού θα χωριστεί και να στήσω το ρυθμό και τις κορυφώσεις μου αναλόγως, παρά να κοπεί σε δυο τόμους για λόγους βιβλιοδεσίας, τους οποίους ο αναγνώστης θα διστάζει να αγοράσει/ξεκινήσει. Σάμπως και σε έναν τόμο να βγει, δε θα είναι τρομακτικό για πολλούς, και σαν τιμή και σαν όγκος; Ούτως ή άλλως, προτιμώ να ξέρω απέξω κι ανακατωτά κάθε γραπτό μου όσο το δουλεύω, να μπορώ να το γυρίσω μέσα στο μυαλό μου και να το δω από κάθε γωνία για να κάνω τη λεπτοδουλειά. Αυτό εδώ έχει διογκωθεί τόσο που δυσκολεύομαι να το διαχειριστώ.

Αλλά λέει μια ιστορία, από την αρχή μέχρι το τέλος της. Όπου και να τραβήξω τη μαχαιριά για να το χωρίσω, κάποια νήματα νομίζω πως θα κοπούν κι οι άκρες τους θα μείνουν μετέωρες.

Δεν ξέρω ακόμα τι θα κάνω. Περιμένω γνώμες κι από τους δοκιμαστικούς αναγνώστες μου.

Αυτά είναι τα νέα αυτή τη στιγμή και η ουσία της ανάρτησης για όσους δεν ενδιαφέρονται για τη διαδικασία της συγγραφής και τα γρανάζια που γυρίζουν μέσα της. Κατά τα άλλα, εδώ θα κάνω τον κόπο να μιλήσω για τον τρόπο που δουλεύω και να εξηγήσω γιατί πήρε τα πάνω του το βιβλίο σε μέγεθος. Γράφω γρήγορα (όταν το παίρνω απόφαση να στρωθώ), πατώντας πάνω σε ιδέες και κατευθύνσεις, όχι σε σχεδιαγράμματα. Αφήνω τα πράγματα να πάρουν τη φυσική τους τροπή αντί να τα χαλιναγωγώ.

Όταν τελειώνω και βγαίνει αυτό το ακατέργαστο πράγμα που λέμε «πρώτη γραφή», είναι γεμάτο με σημάδια που προοιωνίζουν πράγματα που τελικά δε συμβαίνουν (γιατί δε χωρούσαν στην πλοκή ή γιατί βρήκα κάτι καλύτερο να μπει στη θέση τους), καθώς και με πράγματα που πετάγονται από το πουθενά χωρίς να έχουν ρίζες στην αρχή του κειμένου (γιατί συνειδητοποίησα στην πορεία πως έλειπαν).

Τα πρώτα πρέπει να ξηλωθούν και τα δεύτερα πρέπει να στηριχτούν. Πονάει η ψυχή του συγγραφέα όταν πετάει σελίδες ολόκληρες από λέξεις που ζορίστηκε να τις στριμώξει στο χαρτί ή το αρχείο. Θέλει θάρρος. Και είναι γρίφος να βρεις πού ακριβώς να βάλεις τις πρώτες εμφανίσεις των νέων προσώπων και πλοκών δίχως να χαλάσεις τις ισορροπίες και το ρυθμό του κειμένου ή να ξεχάσεις τίποτα που θα σκάσει μετά απροειδοποίητα φάντης μπαστούνι. Θέλει υπομονή και προσοχή, ψιλό κεντίδι. Αλλά αν δεν το κάνεις, το βιβλίο θα έχεις τρύπες και θα φαίνεται. Αυτό είναι το πρώτο χέρι των διορθώσεων (ή «δεύτερο χέρι/δεύτερη γραφή»).

Δυστυχώς, πολλοί συγγραφείς κουράζονται τόσο από την προσπάθεια της συγγραφής που δεν έχουν κουράγιο να μπουν σε τέτοια διαδικασία μετά. Κι αυτό τους χαντακώνει. Καλύτερα να αφήσουν λίγο χρόνο και να ξαναπιάσουν το έργο τους όταν θα είναι έτοιμοι, παρά να τρέξουν αμέσως να το εκδώσουν και να δημιουργήσουν κακές εντυπώσεις.

Όχι πως κι εκεί (μετά το δεύτερο χέρι) τελειώνουν τα πράγματα. Δεν είναι υποχρεωμένος κανείς να δουλεύει σαν εμένα. Μπορεί να πάει μεθοδικά και να τα έχει όλα οργανωμένα στην πρώτη γραφή. Να τον βγάλει το ταλέντο ως εκεί, να ξέρει τέλεια την ιστορία που θέλει να πει. Μόνο που ακόμα και οι μεγαλύτεροι συγγραφείς, τωρινοί ή παλιοί, δεν έβγαζαν άψογο κείμενο με την πρώτη. Δεν είμαστε μηχανές. Η ιστορία ίσως να είναι όπως πρέπει, οι λέξεις που την απαρτίζουν όχι.


Χρειάζεται τουλάχιστον ένα χέρι ακόμα στην οθόνη, για τυπογραφικά, ορθογραφικά κι εκφραστικά λάθη. Κι ένα τελευταίο, οπωσδήποτε, με το κείμενο τυπωμένο. Ως εκεί θα έχεις αποστηθίσει σχεδόν τις λέξεις, θα τις έχεις σιχαθεί και δε θα θες να τις ξαναδείς. Όταν, όμως, αρχίζεις να το κάνεις αυτό, να χτενίζεις και να στρώνεις τα γραπτά σου πριν τα εκθέσεις στο ευρύ κοινό, τότε έχεις πάψει απλά να «γράφεις» και «είσαι συγγραφέας», κατά τη γνώμη μου. Τη διαφορά δεν την κάνει η έκδοση ή η αναγνώριση, αλλά η σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζουμε την ασχολία μας.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

253.680

Όταν δημιούργησα αυτό το ιστολόγιο, αποφάσισα πως οι αναρτήσεις θα έχουν να κάνουν μόνο με τα βιβλία μου κι όχι μ’ εμένα τον ίδιο. Αλλά δεν παύω να είμαι εγώ που γράφω τα βιβλία και να είμαι άρρηκτα συνδεδεμένος μ’ αυτά.

Λοιπόν, φέτος δεν ήταν για κανέναν στην Ελλάδα καλή χρονιά και σίγουρα πολλοί πέρασαν αντικειμενικά μεγαλύτερες δυσκολίες από μένα. Αλλά για μένα ήταν η χειρότερη χρονιά της ως τώρα ζωή μου, με περισσότερη πίεση κι από τη στρατιωτική μου θητεία ή την προετοιμασία για τις πανελλαδικές. Ήθελα να γράψω, είχα όρεξη, αλλά δεν είχα την ευχέρεια ή το κουράγιο.

Αλλά οι δυσκολίες πάντα μας κάνουν να αναθεωρούμε τις προτεραιότητές μας. Λοιπόν, με την πρώτη ανάσα που πήρα, έπεσα με τα μούτρα τη συγγραφή. Και ολοκλήρωσα την πρώτη γραφή του επόμενου βιβλίου των Γιων της Στάχτης πριν από λίγο.

Δεν τέλειωσε η δουλειά, τώρα απλώς αρχίζει η επόμενη φάση της, οι διορθώσεις. Κι αν έχω κάποια άλλη δικαιολογία για την τόση καθυστέρηση, είναι το μέγεθος: 253.680 λέξεις, σχεδόν διπλάσιο από το «Κοράκι σε άλικο φόντο» (που ήταν 134.476 λέξεις).

Σας ευχαριστώ όλους όσοι περιμένετε και ρωτάτε και κάνετε υπομονή. Ανασκουμπώνομαι και συνεχίζω.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Κριτικές και συνεντεύξεις

Έχει περάσει ένας χρόνος που κυκλοφόρησε το "Κοράκι σε άλικο φόντο" κι έτσι είπα να συγκεντρώσω σε μια ανάρτηση όλα όσα έχουν γραφεί στον Τύπο ή το διαδίκτυο για το βιβλίο. Αφήνω κατά μέρος τις παρουσιάσεις σε βιβλιοστήλες οι οποίες αναπαρήγαγαν απλά το κείμενο από το οπισθόφυλλο ή εκείνο από το δελτίο τύπου κι έτσι μένουν σχετικά λίγα πράγματα, αλλά όλα θετικά.

Έγραψαν για το έργο μου λοιπόν...


- Βάσω Χρήστου, Φανταστικά Χρονικά (το περιοδικό της ΑΛΕΦ), τεύχος 16 (Χειμώνας 2010-11):

Το μυθιστόρημα φαντασίας του Ελευθέριου Κεραμίδα Κοράκι σε Άλικο Φόντο είναι το πρώτο της σειράς «Οι Γιοι της Στάχτης» και ταυτόχρονα το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα. Ωστόσο, ούτε ο κόσμος, ούτε η πλοκή, ούτε η γλώσσα του Ε. Κεραμίδα μαρτυρούν πως πρόκειται για πρώτο έργο. Κι αυτό γιατί όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το βιβλίο είναι πραγματικά δουλεμένα και ώριμα.

Ο χάρτης του έργου είναι μέρος μιας ευρύτερης περιοχής που θυμίζει την Ευρώπη μαζί με μέρος της Ανατολίας και των στεπών του βορρά ενώ ο τόπος των πρωταγωνιστών του – με γεωγραφία και δομή πολύ κοντά στη Βυζαντινή – ονομάζεται Βασιλεία Αιγλωέων.

Ο συγγραφέας δείχνει να ξέρει πολύ καλά τον κόσμο του, να τον έχει ολοζώντανο στο μυαλό και στο έργο του. Είναι φανερό ότι το χέρι που κινεί τα νήματα γνωρίζει πολύ καλά τι συμβαίνει κάθε στιγμή απ’ άκρη σ’ άκρη του χάρτη, και το περιγράφει με συνέπεια.

Πόλεις και παλάτια και ίντριγκες, δάση και ερημωμένες πολιτείες και μοναστήρια, μισθοφόροι και αποστάτες και προδότες, δεν θα λείψουν απ’ όποιον τα περιμένει. Και θ’ ανακαλύψει ότι είναι σωστά τοποθετημένα. Ο αναγνώστης θα βρει επίσης ενδιαφέροντα στοιχεία του φανταστικού, φαρμακείες και φαρμακολύτες, παράξενα δημιουργήματα, πλάσματα που έλκουν την καταγωγή τους πλάσματα που έλκουν την καταγωγή τους από το βασίλειο του υπερφυσικού, ακόμα και μάγους και δράκους – αλλά μακριά από τους συνηθισμένους τους ρόλους. Πραγματικό και φανταστικό πλέκονται με μια λεπτή δεξιοτεχνία, καθώς οι τρεις πόλοι της ιστορίας – τρεις άντρες με εντελώς διαφορετικά σχέδια και προοπτικές – παίζουν ο καθένας το ρόλο του για να εξυφάνουν τη μοίρα του βασιλείου. Μια διεφθαρμένη πρωτεύουσα, που βρίθει από συνωμοσίες, ένα μοναστήρι όπου τίποτα δεν είναι αυτό που δείχνει, ένας φαινομενικά αδίστακτος μισθοφόρος με απώτερους σκοπούς και φόβους που ούτε να διανοηθούν μπορούν οι σύντροφοί του, μας ταξιδεύουν και μας αποκαλύπτουν τα περισσότερα μέρη του λαμπρού βασιλείου.

Η δομή του βιβλίου – μεγάλα κεφάλαια, αλλά με πολλά επιμέρους τμήματα, που μας μεταφέρουν από το ένα σημείο στο άλλο – βοηθάει στην καλύτερη παράθεση των γεγονότων που συμβαίνουν ταυτόχρονα, αλλά και στην κορύφωση της αγωνίας.

Η πλοκή είναι πυκνή, οι περιγραφές δυνατές, οι σκηνές ολοζώντανες και αληθοφανείς. Σημαντικό το στοιχείο της ισορροπίας μεταξύ περιγραφής, σχεδιασμού, δράσης, αλλά και σκέψεων-συναισθημάτων, ενώ πολύ θετική και η ενδιάμεση κορύφωση με την αποκάλυψη της φύσης των Γιων της Στάχτης.

Τέλος, θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην τονιστεί πως ο Ε. Κεραμίδας έχει εξαιρετικά καλή και σωστή γραφή στο βιβλίο του, καθώς επίσης και ένα λεξιλόγιο όρων που θα ζήλευε και ιστορικός της εποχής. Απόλυτο must για όσους ασχολούνται με φάντασυ!

Κι αν ζυγίσουμε τα συν και τα πλην;

Στα θετικά: Που το βιβλίο είναι σχεδόν αυτοτελές, ενώ έχουμε να περιμένουμε και άλλα αντίστοιχης ποιότητα βιβλία για να ολοκληρώσουν τους Γιους της Στάχτης.

Στα αρνητικά: Που θα χρειαστεί να περιμένουμε αυτά τα βιβλία. Εγώ θέλω τη συνέχεια τώρα!


- Δημήτρης Αργασταράς, www.bookpress.gr, 22.1.2011:

Εδώ θα διαβάσετε το άρθρο "Τοπία του φανταστικού" που αναφέρει και το δικό μου έργο.



- Μαρία Βασιλείου, Metal Hammer & Heavy Metal, τεύχος 318 (6ος του 2011):

Δεν συναντάμε συχνά συγγραφικές απόπειρες που να επιτυγχάνουν τόσα πολλά με τη μία: να καταξιώνουν τον συγγραφέα ως αριστοτέχνη της αφηγηματικής δομής (καθώς φαίνεται να κατέχει με άνεση τις ομολογουμένως δύσκολες τεχνικές του εκτενούς μυθιστορήματος) και ως γοητευτικό μυθοπλάστη, υφαίνοντας μία πρωτότυπη και συναρπαστική περιπέτεια, ικανή να καθηλώσει τον απαιτητικό αναγνώστη του είδους. Ακόμη, να τραβήξει την προσοχή του εκδοτικού ενδιαφέροντος, παρά τον ασυνήθιστο κι επομένως ριψοκίνδυνο χαρακτήρα του. Κι επιπλέον, να μην επιχειρήσει μία ακόμα αναπαράσταση αγγλοσαξονικής παράδοσης, αλλά να καταπιαστεί μ’ ένα εντελώς ασυνήθιστο πλαίσιο, μία εκδοχή του ελληνικού Μεσαίωνα.

Γιατί να το διαβάσεις: Απαραίτητο για κάθε αναγνώστη παρα-ιστορικής περιπέτειας και Φαντασίας.


- Περιοδικό Glamour, 6ος του 2011

Εδώ θα διαβάσετε τις βιβλιοπαρουσιάσεις ("Πάρε άλλο ένα βιβλίο από το ράφι")


- Μάκης Πανώριος, The Books' Journal, τεύχος 8, 01/08/2011, απόσπασμα από το εκτενές άρθρο "Φάνταζι" και φαντασία, βασισμένο στο κείμενο που εκφώνησε ο κύριος Πανώριος στην παρουσίαση του βιβλίου μου. Ξεκινά με μια σύντομη εισαγωγή στο αγαπημένο μας λογοτεχνικό είδος και δυστυχώς δεν υπάρχει online, ούτε γνωρίζω αν μπορώ να το αναπαράγω ολόκληρο εδώ):

To συγκεκριμένο, που το διεκπεραιώνει με ευχέρεια αφηγηματικής ικανότητας ο Ελευθέριος Κεραμίδας, καταργεί την ιστορική εντοπιότητα, και με την κατάλληλη μετάπλαση του πραγματικού γεωγραφικού τοπίου, καθώς επίσης και με τη χρησιμοποίηση πλούσιου πραγματολογικού υλικού, που αντλεί από την ευρωπαϊκή παράδοση, αλλά και τη μυθολογία και την προσφυγή σε ιστορικές περιόδους, αποκτά μια παγκόσμια διάσταση.

[...]

Η ιδιομορφία της γραφής του προέρχεται από το λαϊκό βυζαντινό αλλά και ευρωπαϊκό ιπποτικό μυθιστόρημα, το ανατολίτικο και δυτικό παραμύθι, θρύλους, μύθους, παραδόσεις. Έχοντας αφομοιώσει αυτές τις νόμιμες επιδράσεις, το αποτέλεσμα που παραδίνεται στον αναγνώστη του είναι μια γοητευτική τοιχογραφία τοπίων, προσώπων και καταστάσεων. Στην αρένα της συναντώνται το 
ξίφος με το λαγούτο, ο ιππότης με τον τροβαδούρο, ο ιερωμένος με τον άρχοντα, Kat ο φαρμακός 
με το επερχόμενο μέλλον. Ένα μέλλον η ποιότητα του οποίου εξαρτάται όχι μόνο από τη βελτίωση

της καθημερινότητας ως αποτέλεσμα ενός πιο ανθρώπινου κοινωνικοπολιτικού συστήματος,
αλλά κυρίως, από την καλλιέργεια της φαντασίας.



- Ρίτα Γκούργκουλα, ιστολόγιο "Βιβλιο...λογίες"

Εδώ θα βρείτε την κριτική


Τέλος, εδώ θα βρείτε την συζήτηση που γίνεται για το βιβλίο μου στο ελληνικό φόρουμ του φανταστικού sff.gr, σε πολύ πιο ανεπίσημο τόνο. Σας παραπέμπω στην πρώτη κριτική, μετά τα συγχαρητήρια για την έκδοση και τα λοιπά διαδικαστικά.


Επίσης, έχω δώσει τις εξής συνεντεύξεις:




Φυσικά, αν έχω παραλείψει κάτι, από αμέλεια ή άγνοια, είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτο να με ενημερώσετε.