Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

[κριτική] Ο Λέκγουελ και οι ξεχασμένοι θεοί - Κωνσταντίνος Μίσσιος

Ποδαρικό στο νέο μήνα με μια νέα «στήλη». Από καιρό ήθελα ν’ αρχίσω ν’ ανεβάζω εδώ τη γνώμη μου για ελληνικά βιβλία φάνταζυ που διαβάζω κι επιτέλους το ξεκινάω. Θα βρίσκετε τις κριτικές με την ετικέτα «αντίπαλο δέος». Χρησιμοποιώ τον όρο με σκωπτική διάθεση και τον προτίμησα επειδή από τη μια το «η φαντασία των άλλων, οι άλλοι της φαντασίας» παραείναι μακρινάρι, ενώ από την άλλη το «κριτικές» παραείναι ξερό.

Σε καμία περίπτωση δε βλέπω τους συναδέλφους συγγραφείς ως αντιπάλους ή ανταγωνιστές. Ο λόγος που λέω τη γνώμη μου είναι ακριβώς γιατί θέλω να αναδειχθεί ο χώρος. Κάθε τόσο ακούω ανθρώπους να μου λένε πως δεν ήξεραν ότι υπάρχουν Έλληνες που γράφουν φάνταζυ. Ακόμα και τώρα, το 2014. Ας κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας ο καθένας για να διορθώσουμε αυτό το πρόβλημα. Αλλά δε θα είμαι και υπερβολικός, να τα βγάζω όλα αριστουργήματα. Για να δώσω δείγμα γραφής, ξεκινάω με το βιβλίο ενός συγγραφέα που είναι πολύ καλός φίλος.

(Προς το παρόν, η πρόθεσή μου είναι να ασχοληθώ μόνο με βιβλία φάνταζυ εδώ στο ιστολόγιο, αλλά θα δούμε πώς θα πάει το όλο πράγμα. Επίσης, εκτός από την ποιότητα των βιβλίων, θα βαθμολογώ και την ελληνικότητά τους ξεχωριστά, το πόσο τοπικό χρώμα έχουν. Δεν απαιτώ να δω τσολιάδες και μινώταυρους, πολύ ελληνικά είναι και άλλα πράγματα: η θάλασσα, ο ήλιος, οι ελιές. Το έχω ξαναπεί πως άλλο πράγμα είναι το ελληνικό φανταστικό κι άλλο το φανταστικό γραμμένο από Έλληνες. Και για μένα μετράει ένα ντόπιο βιβλίο να μου δίνει αυτό που δεν μπορεί να μου δώσει ποτέ ένα ξένο. Ακόμη κι αν διαδραματίζεται σε φανταστικό κόσμο, εκεί που πατάει στο δικό μας θέλω εικόνες και έννοιες που να τις μοιράζομαι όσο πιο πολύ γίνεται με το συγγραφέα του)

Διόπτρα, 2009, 552 σελίδες



Το βιβλίο

Μυθιστόρημα, δεύτερο έργο του συγγραφέα μετά την εξαιρετική συλλογή ιστοριών Τρόμου «Η νύχτα της λευκής παπαρούνας». Και τα δυο κυκλοφόρησαν από τη Διόπτρα, η οποία βρισκόταν ήδη σε ανοδική πορεία (σήμερα ανήκει στους «μεγάλους» ελληνικούς εκδοτικούς οίκους).

Ο Λέκγουελ έχει μπόλικες σελίδες, καλό δέσιμο και όμορφο εξώφυλλο, το οποίο όμως είναι ολόκληρο στους ίδιους τόνους, δίχως κάποιο στοιχείο που να ξεχωρίζει από την υπόλοιπη σύνθεση και να τραβά το μάτι του υποψήφιου αναγνώστη.

Το θέμα του βιβλίου είναι η βιογραφία του ομώνυμου ήρωα, οι περιπέτειες του σε έναν κόσμο που κάποια μέρη του είναι κολλημένα σε μια πατροπαράδοτη κατάσταση, ενώ άλλα μεταβάλλονται ραγδαία, με τα σύνορα των χωρών και τη θρησκεία να βρίσκονται σε ρευστή κατάσταση. Αντίστοιχα, ο ήρωας άλλοτε επαναπαύεται σε κάτι που δεν κρατάει για πολύ και άλλοτε νιώθει εγκλωβισμένος και ψάχνει για διέξοδο, αδυνατώντας να εκτιμήσει αυτά που έχει. Προνομιούχος και πάμπτωχος, εραστής και ερωμένος, εργάτης και κλέφτης, ο Λέκγουελ αλλάζει συνεχώς ρόλους και βιώνει διάφορες καταστάσεις. Έρχεται σε επαφή με ισχυρούς ανθρώπους, με μάγους και θεούς, βρίσκεται διαρκώς στο κέντρο των εξελίξεων της εποχής του, ακόμη κι όταν προσπαθεί να τις αποφύγει, ακόμη κι όταν φαίνεται να ζει σε κάποια ασήμαντη γωνιά του κόσμου. Κάθε τόσο τον βασανίζει ένα ερώτημα: τι αποτελεί δική του επιλογή, τι του συμβαίνει συμπτωματικά και τι σχεδιάστηκε από άλλους; Σε ποιο βαθμό καθορίζεται η ζωή του (και η ζωή του καθενός μας) από την Ελεύθερη Βούληση, την Τύχη και τη Μοίρα; Πού ισορροπούν αυτά τα τρία;

Ο συγγραφέας

Η πένα του Μίσσιου είναι εξαιρετική, απατηλά απλή, ποτέ όμως απλοϊκή. Η ανάγνωση ρέει αβίαστα, ποτέ δεν κουράζει.

Συν
  •             Αποφεύγει συστηματικά τις πομπώδεις καλολογικές εκφράσεις. Δε σου δίνει την αίσθηση πως διαβάζεις κάτι βεβιασμένα «λογοτεχνίζον» που καμία σχέση δεν έχει με τον τρόπο που μιλάει ο συγγραφέας του σε μια συζήτηση
  •            Έχει το χάρισμα να γίνεται κινηματογραφικός. Ζωντανεύει τις εικόνες του μέσα στο μυαλό του αναγνώστη δίχως να καταντά φλύαρος και να καταφεύγει σε μακροσκελείς περιγραφές. Το πετυχαίνει δίνοντας στις προτάσεις το σωστό ρυθμό και εκμεταλλευόμενος τις κοινές εμπειρίες που έχουμε όλοι, ένα είδος συλλογικής μνήμης οπτικών, ακουστικών, ακόμη και απτικών αισθητηρίων. Μ’ αυτά τα τεχνάσματα, σε κάνει να ξεχάσεις πως κρατάς βιβλίο στα χέρια σου και για λίγο νομίζεις πως τα ζεις όλα αυτά

Πλην
  •            Δε διαθέτει «παιδεία» στο φάνταζυ. Το ξέρει περισσότερο από παιχνίδια και ταινίες, παρά από βιβλία


Το κείμενο

Φιλοδοξία του βιβλίου ήταν να επιτύχει μια «μετα-φανταζυ» (πώς λέμε «μεταμοντέρνα»;) γραφή, δηλαδή να πατήσει πάνω σε συμβάσεις και κλισέ του φάνταζυ για να την ιστορία του δίχως να μπει στις συνήθεις λεπτομέρειες (πώς λειτουργεί η μαγεία, τι υπερφυσικές ικανότητες έχουν οι ιερείς, τι είδους μη ανθρώπινα πλάσματα ζουν στον κόσμο κτλ.). Ενώ, από την άλλη, σκοπός ήταν και να ανατρέψει τις προσδοκίες του αναγνώστη, εισάγοντας ρηξικέλευθα στοιχεία.

Για να γίνω πιο κατανοητός, θα δώσω ένα παράδειγμα. Σε κάποιο σημείο, παρουσιάζονται παραμορφωμένοι απόγονοι της φυλής των νάνων, ενώ οι ίδιοι οι νάνοι δεν αναφέρονται πουθενά. Θεωρείται προφανές πως θα υπάρχουν στον κόσμο του Λέκγουελ και πως εμείς θα γνωρίζουμε τη μορφή τους, εφόσον το βιβλίο είναι φάνταζυ κι εμείς αναγνώστες φάνταζυ.

Συν
  •           Ο πρωταγωνιστής πείθει. Πάντα έχει λογικές αντιδράσεις και κατανοητά συναισθήματα. Είναι εύκολο να ταυτιστεί κανείς μαζί του ή να τον ταυτίσει με ανθρώπους που έχει γνωρίσει. Το ίδιο ισχύει και για τους άλλους χαρακτήρες. Κανείς δε μοιάζει ουρανοκατέβατος ή γραφικός. Όλοι οι διάλογοι στέκουν.
  •            Το βιβλίο περιέχει δέκα ζωντανές «κινηματογραφικές» σκηνές που σου μένουν. Μη σας φαίνονται λίγα για τέτοιο μέγεθος κειμένου. Μιλάμε για αξέχαστα αποσπάσματα που δεν είναι δεδομένο ότι κάθε βιβλίο θα περιέχει έστω και ένα σημείο του επιπέδου τους*
  •            Υπάρχει άφθονα και σωστά δοσμένη προοικονομία στην κεντρική πλοκή. Κάθε φαινομενικά άσχετο γεγονός έρχεται να προσθέσει το λιθαράκι του και να δέσει με τα υπόλοιπα στο τέλος του βιβλίου
  •            Κάτι που μου άρεσε ιδιαίτερα ήταν η χρήση ονομάτων κυρίως με αέρα Μέσης ή Άπω Ανατολής αντί για τα συνήθη αγγλοσαξωνικά, κελτικά κτλ. Σαν να πιάνει ο «Λέκγουελ» μια άλλη γωνιά του ίδιου κόσμου στον οποίο διαδραματίζονται τα υπόλοιπα βιβλία φάνταζυ, μια αδίκως περιφρονημένη γωνιά
  •            Ένα ζήτημα για το οποίο ειπώθηκαν πολλά όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο είναι πως ο πρωταγωνιστής είναι αμφιφυλόφιλος («πανερωτικός», κατά τον ίδιο τον συγγραφέα). Προσωπικά, θεωρώ πως αν και ο Λέκγουελ ξεφεύγει από το κλισέ του αρρενωπού μεγάλου εραστή, δε δίνει την εντύπωση πως η επιλογή αυτή έγινε με το ζόρι, μόνο για να προκαλέσει. Το θέμα παρουσιάζεται χωρίς υπερβολές και εισάγεται με τον μοναδικό ίσως τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να περάσει στον ετεροφυλόφιλο αναγνώστη και να τον αγγίξει. Επίσης, απεικονίζεται σωστά η ανθρώπινη φύση και το όλο θέμα πατάει γερά σε μια ιστορική πραγματικότητα που συχνά την αποφεύγουμε αλλά η ύπαρξή της είναι αδιαμφισβήτητη (υπήρχαν σε κάποιες περιόδους/σε κάποιους τόπους αποδεκτές σεξουαλικές σχέσεις αντρών με παιδιά/εφήβους που ζούσαν μαζί τους ως υπηρέτες ή μαθητές). Η εκτίμησή μου είναι πως κανείς δε θα ενοχληθεί από την απεικόνιση του ερωτισμού στο βιβλίο, εκτός κι αν ξεκινήσει την ανάγνωση αποφασισμένος εκ των προτέρων να ενοχληθεί

Πλην
  •           Υπάρχει μια τάση αποσπασματικότητας. Ορισμένα κεφάλαια είναι σαν διηγήματα, συγγενή μεν και συνεχόμενα μεταξύ τους, χωρίς όμως να δένουν απόλυτα. Ορισμένοι χαρακτήρες εμφανίζονται ξαφνικά, δεν περιγράφονται εμφανισιακά (για πολλούς δεν ξέρουμε καν αν είναι νέοι, μεσήλικες ή γέροι!) και χάνονται το ίδιο απότομα. Ο Λέκγουελ κατά καιρούς εξαφανίζεται εντελώς για κάμποσες σελίδες. Μερικές φορές συσσωρεύονται στο προσκήνιο πρόσωπα χωρίς σαφή στόχο (δικό τους ή λογοτεχνικό). Ορισμένες λεπτομέρειες που αποδεικνύονται ουσιώδεις στο φινάλε παραμένουν θαμμένες ως τότε, ενώ δεν δίνονται όλες οι απαντήσεις που το κείμενο μοιάζει να υπόσχεται.
  •            Το βιβλίο έχει προβλήματα επιμέλειας· σποραδικές επαναλήψεις λέξεων, εξεζητημένες λέξεις που δεν χρησιμοποιούνται απολύτως σωστά, μια παροδική τάση προς το τέλος για πολύ επίκαιρες/προφορικές εκφράσεις (του τύπου «δεν την παλεύω», «μου την είπε» κτλ.), μια γενικότερη τάση να χρησιμοποιεί σύγχρονη ορολογία αταίριαστη με ψευδομεσαιωνικό κόσμο (π.χ. «καλοφτιαγμένη φάρσα φτιαγμένη από επαγγελματία του είδους», «σαδομαζοχιστικός καθαρμός»). Το κείμενο χρειαζόταν ακόμη χέρι διορθώσεων.
  •            Ένα πράγμα που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν η ασυνήθιστη προσέγγιση στο υποκείμενο των προτάσεων. Όταν παραλείπεται, εννοείται πάντα πως είναι ο ίδιος ο Λέκγουελ, ακόμη κι αν έχει δυο παραγράφους να αναφερθεί το όνομά του. Αυτό είναι έντονο και δημιουργεί αναγνωστικούς «λόξυγκες» σε δυο από τις δυνατότερες σκηνές του βιβλίου.**
  •            Τις πιο πολλές φορές, θεωρώ πως η αφαιρετική μέθοδος χωλαίνει. Στο θέμα της μαγείας, ειδικά, πιστεύω πως δεν μπορούν να υπάρξουν συμβιβασμοί. Δεν περιγράφεται ούτε στο ελάχιστο το οπτικό της κομμάτι, οπότε καταντά άχρωμη και χάνει τη… μαγεία της.
  •            Επίσης, ο Μίσσιος κάνει κάποιες παραδοχές στα σύγχρονα βιβλία θεωρούνται ξεπερασμένες (π.χ. εμφανίζεται μια παλαιάς κοπής συντεχνία κλεφτών). Δεν έχω ιδέα αν ο κόσμος του βιβλίου ήταν τεχνολογικά πρωτόγονος, αρχαϊκός ή μεσαιωνικός. Πανοπλίες από εντελώς διαφορετικές ιστορικές περιόδους συνυπάρχουν κτλ. Αυτό σε ένα παιχνίδι στον υπολογιστή δεν είναι πρόβλημα, μόνο η αισθητική μετράει εκεί. Αλλά σε βιβλίο δε στέκει. Επίσης, η ορολογία είναι προβληματική. Μικρά εμπορικά πλοία αναφέρονται ως «γαλέρες» (στην πραγματικότητα ήταν ένα είδος μεγάλου πολεμικού πλοίου), ενώ αγγλισμοί όπως «κοντόσπαθο» και «μακρύσπαθο» πετάγονται εδώ κι εκεί.
  •            Στην Επιστημονική Φαντασία χρησιμοποιείται ο όρος "technobabble" για τις επιστημονικοφανείς ασυναρτησίες που στόχευαν να κάνουν πειστικότερες τις παλιές ιστορίες: «Απέχαμε δέκα κιλοβούρμ από την τροχιά περιδίνησης του πλανήτη, όταν έβαλα μπρος τη γεννήτρια ενστάλαξης». Όπου ‘κιλοβούρμ’, ‘τροχιά περιδίνησης’ και ‘ενστάλαξη’ είναι έννοιες που κατανοούμε χοντρικά με τι σχετίζονται, αλλά δεν εξηγούνται πουθενά στο κείμενο. Αντίστοιχα, ο «Λέκγουελ» υποπίπτει ενίοτε σε… fantababble. Δηλαδή, εξωτικές λέξεις που λέγονται για να λέγονται, δίχως αντίκρισμα. Σπόροι μαγιάν στο ζεστό σαμίλ, δέντρα μπελούλ, φωτόλιθοι κι όποιος καταλάβει, κατάλαβε. Ευτυχώς είναι πολύ σπάνιο.
  •            Σε ζητήματα πολιτικής ή γεωγραφίας στο βιβλίο, τα πάντα θυσιάζονται για να δημιουργηθούν οι εντυπώσεις που απαιτεί η πλοκή. Τα μεγέθη που περιγράφονται δεν αντιστοιχούν με τον τρόπο που απεικονίζονται στο χάρτη οι τόποι. Τα ίδια άτομα που επιδίδονται σε φοβερές και τρομερές μηχανορραφίες, στο τέλος καταφεύγουν στην προφανή και εύκολη λύση που είχαν στη διάθεσή τους από την αρχή. Η πλουσιότερη πόλη του γνωστού κόσμου είναι χτισμένη σε ένα μέρος που πρέπει να είσαι ο Ιντιάνα Τζόουνς για να το φτάσεις. Η επεκτατική αυτοκρατορία μοιάζει να μην επωφελείται από τις κατακτήσεις της στο ελάχιστο, αφού πάντα τις λεηλατεί και τις ισοπεδώνει στη στιγμή για να φανεί πόσο κακή είναι.
  •            Τα εξωτικά ονόματα χρησιμοποιούνται χωρίς ειρμό. Βάζοντας σε κάθε χώρα ανάκατα ινδικά, αραβικά και κινέζικα, καμιά δεν αποκτά δικό της χρώμα. Το «ουτ α για» ας πούμε, δεν ακούγεται πειστικό πως ανήκει στη γλώσσα των ανθρώπων που αποκαλούν τη χώρα τους «Λιλ Λάι», ούτε και το «Λέκγουελ» μοιάζει για όνομα κατοίκου της.
  •            Κάποιες από τις ανατροπές των προσδοκιών του αναγνώστη είναι πολύ τολμηρές. Δεν μπορούν τα πάντα να τινάζονται κάθε τόσο στον αέρα, όσο κι αν αυτό στέκει απόλυτα στον πραγματικό κόσμο. Κάποιες φορές, πρέπει να ανταμείβεται η υπομονή που έδειξε κάποιος για 100 σελίδες και μια υποπλοκή που χτίστηκε προσεκτικά πρέπει να ολοκληρώνεται κάπως
  •            Οι περιγραφές απουσιάζουν σε υπερβολικό βαθμό. Το κείμενο συχνά καταφεύγει σε αοριστολογία χώρου-χαρακτήρων-εικόνων. Αποκόμισα την εντύπωση πως ίσως θα ήταν καλύτερα το ίδιο ακριβώς θέμα, με τους ίδιους χαρακτήρες, να είχε γραφτεί σαν μυθιστόρημα εποχής, με το υπερφυσικό να δρα στα παρασκήνια ιστορικών γεγονότων και την πλοκή να μένει στην ουσία η ίδια. Αυτό θα έκανε το βιβλίο προσιτό σε μεγαλύτερο κοινό (το θέμα του, ούτως ή άλλως, είναι υπαρξιακό και αφορά τους πάντες). Αλλά, κυρίως, θα χρειάζονταν τότε λιγότερες παραδοχές και ανοχές. Άλλο να πεις απλά «ανέμιζε η σημαία της Γαλλίας» (ας μην ξέρει ο αναγνώστης ποια ήταν το 1700, πάλι κάτι του λέει επειδή ξέρει τη χώρα), άλλο να πεις «ανέμιζε το λάβαρο του Ράγκαρας» και να μην προσδιορίσεις καν τι χρώμα έχει
  •            Κάποιες λίγες φορές οι συμπτώσεις μοιάζουν υπερβολικές και χάνεται παροδικά η ασάφεια που χαρακτηρίζει το βιβλίο (έβαλε το χέρι της η Μοίρα ή όχι;)
  •            Το ευρετήριο προσώπων πότε αποκαλύπτει εξελίξεις πρόωρα και πότε προσφέρει πρόσθετες πληροφορίες οι οποίες δεν περιέχονται καθόλου στο κείμενο.

Ετυμηγορία

Το βιβλίο είναι ευχάριστο στην ανάγνωση, έχει πολύ ενδιαφέρον θέμα και θίγει σημαντικούς προβληματισμούς για το πώς θα μπορούσε να γράφεται το φάνταζυ. Όμως οι πειραματισμοί του δεν υλοποιούνται με πλήρη επιτυχία. Δεν έχει κάποιο μεγάλο ελάττωμα, αλλά τα μικρά ελαττώματά του είναι αρκετά.

Κανείς δε θα χάσει διαβάζοντάς το, αλλά πολύ περισσότερα θα αποκομίσει κάποιος που γράφει ο ίδιος φάνταζυ και θα αναγκαστεί να σκεφτεί ή κάποιος που είναι αρκετά έμπειρος και απαιτητικός αναγνώστης, οπότε θα γίνει ίσως ακόμη απαιτητικότερος. Πιθανώς θα το απολαύσει και όποιος δε γνωρίζει καθόλου το είδος αλλά έχει μόνο μια ομιχλώδη ιδέα για το τι εστί φάνταζυ. Μάλλον αυτός θα παρακολουθήσει απρόσκοπτα την πλοκή. Για οποιονδήποτε άλλο, νομίζω πιο ωφέλιμο θα είναι να καταπιαστεί πρώτα με τους κλασικούς του φάνταζυ και να επιστρέψει στον «Λέκγουελ» αργότερα, όταν δε θα τον ξενίζουν πια οι καινοτομίες του βιβλίου και θα είναι σε θέση να τις εκτιμήσει καλύτερα. Όταν, δηλαδή, θα νιώσει πως του είναι προτιμότερο κάτι πρωτότυπο με αδυναμίες παρά ένα αψεγάδιαστο «μια από τα ίδια». 


Αξιολόγηση: 3.5 στα 5 (4/5 αν δεν έχετε τόση μανία με τη συνέπεια και τις λεπτομέρειες όπως εγώ)

Ελληνικότητα: 2 στα 5 (χωρίς αυτό να σημαίνει πως ακολουθεί την πεπατημένη του δυτικοευρωπαϊκού/κελτικού χρώματος)



*: (Για όσους έχουν ήδη διαβάσει το βιβλίο) η ερωτική σκηνή στη σπηλιά, οι άλλες δυο θεϊκές συναντήσεις, η επίσκεψη στο πατρικό σπίτι, το παιχνίδι των κύβων, η αρπαγή του Άσσι, η τελετή πάνω στην πυραμίδα, η περιγραφή του κόσμου των νεκρών, ο Λέκγουελ να περιφέρεται στο σκοτάδι κάτω από το διοικητήριο, ο Αλάκι ενάντια στις σκιές-φύλακες

**: (Για όσους έχουν ήδη διαβάσει το βιβλίο) ο Λέκγουελ να περιφέρεται στο σκοτάδι κάτω από το διοικητήριο, ο Αλάκι ενάντια στις σκιές-φύλακες 

Δεν υπάρχουν σχόλια: