Οι "Γιοι της Στάχτης" είναι η σειρά φανταστικής λογοτεχνίας (φάνταζυ συγκεκριμένα) πάνω στην οποία δουλεύω επί του παρόντος. Και τα τρία βιβλία της τριλογίας ("Κοράκι σε άλικο φόντο", "Βέλη και κρόκινες φλόγες" και "Δρυς με φύλλα σμαραγδιά) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις mamaya. (Για νέους επισκέπτες)
Οι υποψηφιότητες στη συγκεκριμένη κατηγορία ("Ελληνικό Μυθιστόρημα") είναι πάνω από 400. Βιβλία του 2017, αδύνατον να τα έχεις διαβάσει όλα για να διαλέξεις το καλύτερο. Εφόσον, όμως, δεν διασφαλίζεται πως έχεις διαβάσει έστω και το βιβλίο που ψηφίζεις, πόσο μάλλον έστω κι ένα από τα "αντίπαλα", είναι διαγωνισμός δημοτικότητας λογοτεχνών και λογοτεχνημάτων, όχι αυστηρά λογοτεχνικός διαγωνισμός.
Να τον απορρίψουμε, τότε; Όχι. Η πληθώρα των υποψηφιοτήτων, μικρό μέρος των περσινών κυκλοφοριών, δείχνει ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για κάθε νέο βιβλίο: να αντιληφθούν την ύπαρξή του οι αναγνώστες που ταιριάζει με τα γούστα τους. Επιπλέον, να τους πείσει να του χαρίσουν τον χρόνο τους, να το επιλέξουν ανάμεσα σε δεκάδες άλλα που φαίνονται εξίσου ενδιαφέροντα, με τα οποία τους βομβαρδίζουν έντυπα και ιστοσελίδες.
Μια βράβευση είναι καλός τρόπος να τραβήξεις την προσοχή.
Μ' αυτό το σκεπτικό, η πρότασή μου, για όποιον θέλει να ψηφίσει στα Βραβεία Κοινού του Public, είναι: υποστηρίξτε λιγότερο γνωστά βιβλία. Δεν έχει σημασία αν δε θα είναι τα καλύτερα περσινά που διαβάσατε, αν δε θα είναι το δικό μου βιβλίο αλλά κάποιο άλλο που ψάχνει επίσης δρόμο να φτάσει σε ευρύτερο κοινό. Σημασία έχει να μη χαθεί η ευκαιρία να προβληθεί κάποιος που το έχει ανάγκη. Κι οι "μεγάλοι", οι γνωστοί, άνθρωποι είναι, το θέλουν να νιώθουν την αγάπη του κόσμου σε τέτοιες περιπτώσεις. Αλλά έχουν επιτύχει ήδη το στοιχειώδες, γνωρίζει κι ο τελευταίος Έλληνας αναγνώστης πως υπάρχουν και τι περίπου γράφουν. Οι "μικροί" δεν το έχουμε κατορθώσει αυτό.
Μία ψήφο δικαιούστε σε κάθε κατηγορία. Ας μετρήσει.
Αρχές του μήνα, οι εκδόσεις mamaya είχαν τραπέζι στο φεστιβάλ AthensCon κι εκεί κάποιοι μου είπαν πως πρώτη φορά βλέπουν τα συγκεκριμένα βιβλία φαντασίας. Ρώτησαν αν είναι διαθέσιμα στα βιβλιοπωλεία ή μόνο μέσω του οίκου. Τους απάντησα πως θα τα βρουν οπωσδήποτε σε κεντρικά καταστήματα της Αθήνας που εκτελούν παραγγελίες σε όλη την Ελλάδα, όπως Πολιτεία, Πρωτοπορία, Solaris, Public.
Και κινούμαστε καλά σ' αυτά τα βιβλιοπωλεία. Μάλιστα, το "Βέλη και κρόκινες φλόγες" είναι αυτή τη στιγμή ευπώλητο στην κατηγορία των βιβλίων φαντασίας στα Public. Φαίνεται στα παρακάτω sceenshots:
Αλλά μπορείτε να το επιβεβαιώσετε και άμεσα. Είτε αναζητήστε το ίδιο το βιβλίο στην ιστοσελίδα του Public και δείτε από κάτω τη γαλάζια ένδειξη "best-seller", είτε μπείτε στην κατηγορία των βιβλίων φαντασίας, επιλέξτε το φίλτρο "best-seller" και βρείτε το στη λίστα που θα εμφανιστεί (με μια κίνηση, εδώ)
Οι περισσότεροι θα τα έχετε μάθει μέσω του facebook, όπου τα έχω αναρτήσει εδώ και μέρες, αλλά οφείλω να τα πω κι εδώ, για τους υπόλοιπους.
Η συνεργασία μου με τις Εκδόσεις Πατάκη για τους Γιους της Στάχτης έχει λυθεί και το δεύτερο βιβλίο της σειράς, με τίτλο "Βέλη και κρόκινες φλόγες", κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις mamaya, ως μέρος του έργου της συγγραφικής ομάδας Άρπη. Μαζί του επανακυκλοφορεί και το "Κοράκι σε άλικο φόντο", σε νέα, αναθεωρημένη έκδοση.
Τι σημαίνει "αναθεωρημένη έκδοση"; Έχετε ακούσει κάποιον συγγραφέα να λέει «Αν το έγραφα τώρα, μ’ αυτά που ξέρω πια, θα έβγαινε πολύ καλύτερο»; Κάθισα και ξανάγραψα το Κοράκι και το πέρασα και κάμποσα χέρια διορθώσεις μετά. Δεν ήθελα να φαίνεται πρωτόλειο σε σύγκριση με τις συνέχειές του.
Ενδεικτικά, στην παρακάτω εικόνα φαίνονται οι διαφορές ανάμεσα στην παλιά έκδοση και στο προτελευταίο στάδιο των διορθώσεων. Τα λευκά σημεία στην αριστερή κάθετη μπάρα δείχνουν πού ΔΕΝ έχουν γίνει αλλαγές.
Δε θέλω και να υποχρεώσω κανέναν να ξαναγοράσει το βιβλίο ή να το ξαναδιαβάσει. Δεν άλλαξα τίποτα στην πλοκή, δεν πρόσθεσα καινούριες σκηνές, δεν αφαίρεσα παλιές (ενοποίησα κάποιες εδώ κι εκεί για να γίνει πιο ευκολοδιάβαστο). Μπορεί τώρα κάποιος να τραβάει το σπαθί του αφού σηκωθεί κι όχι πριν, μπορεί ένας διάλογος να έχει «σπάσει» σε περισσότερες ερωταποκρίσεις για λόγους ροής. Ως εκεί φτάνουν οι αλλαγές στο περιεχόμενο.
Αν, όμως, πάει καιρός που διαβάσατε το Κοράκι και σκοπεύετε να το φρεσκάρετε με νέα ανάγνωση ή δεν το έχετε διαβάσει καθόλου, με το χέρι στην καρδιά, προτιμήστε τη νέα έκδοση. Για όσους δεν έχουν το χρόνο, το χρήμα ή την αντοχή για επανάληψη, πάντως, τα "Βέλη" ξεκινούν με μια περίληψη του "Κορακιού".
Εκτός από νέο κείμενο, έχουμε και νέους χάρτες, και πάλι δια χειρός Γεωργίου Παούρη. Ο ίδιος χάρτης περιέχεται και στα δυο βιβλία. Το μέγεθός του είναι Α3. Στη μια του όψη απεικονίζεται όλη η Γνωστή Πλάση, στην άλλη η Βασιλεία Αιγλωέων ξαναδουλεμένη σε σχέση με την αρχική έκδοση του "Κορακιού".
Και, τέλος, έχουμε και νέα εξώφυλλα, από τον Άγγελο Παπουτσή.
Τα βιβλία θα είναι πρώτη φορά διαθέσιμα το σαββατοκύριακο 7 και 8 Οκτώβρη 2017, στο 3ο φεστιβάλ ΦantastiCon, στο περίπτερο των εκδόσεων mamaya. Θα με συναντήσετε κι εμένα εκεί, το Σάββατο 6 με 8 το απόγευμα. Αν δεν τα καταφέρετε να περάσετε από το φεστιβάλ (προσπαθήστε! θα έχει ένα σωρό πράγματα για όποιον αγαπά το φανταστικό), "Κοράκι" και "Βέλη" θα εμφανιστούν στα βιβλιοπωλεία τις επόμενες ημέρες.
Μερικοί ίσως το γνωρίζετε, παρέδωσα πριν λίγους μήνες το
κείμενο του δεύτερου βιβλίου των Γιων της Στάχτης στις Εκδόσεις Πατάκη. Αν και
δεν το απορρίπτουν, αυτή τη στιγμή οι συγκυρίες είναι τέτοιες ώστε αδυνατούν να
το εντάξουν στο εκδοτικό τους πρόγραμμα. Εξετάζω και εναλλακτικές, πέρα από το
να περιμένω να δω αν τα πράγματα θα αλλάξουν στο προσεχές μέλλον προς το
ευνοϊκότερο.
Μέχρι να αποφασίσω τι θα κάνω, εσείς μπορείτε να ρίξετε μια
ματιά στην κριτική που δημοσίευσε το diavasame.grγια το «Κοράκι σε άλικο φόντο» ή να αναζητήσετε το επετειακό100ο τεύχος του περιοδικού Mystery, το οποίο ανάμεσα σε πολλά ενδιαφέροντα θέματα, λογοτεχνικά
και άλλα, περιείχε και μια συνέντευξή μου (κυκλοφόρησε στην αρχή του έτους, αλλά
θα το βρείτε ακόμα σε αρκετά περίπτερα ή πρακτορεία Τύπου).
Ξεκινάω
τη νέα σαιζόν με μια διαφορετική κριτική. Όχι ελληνικού βιβλίου φάνταζυ, αλλά ελληνικής
ταινίας. Πέρσι, ο Αδάμαστος έκανε φεστιβαλική πρεμιέρα με αβέβαιο μέλλον. Αφού στο
μεταξύ παίχτηκε με επιτυχία στον κινηματογράφο σε Αθήνα και επαρχία και μάζεψε
μερικά βραβεία για ανεξάρτητες παραγωγές, σήμερα κυκλοφορεί σε dvdπρος
ενοικίαση, Σύντομα θα ακολουθήσει η διάθεση προς πώληση. Επ’ ευκαιρίας,
επικαιροποιώ την κριτική που είχε γράψει για την πρεμιέρα και σας παρουσιάζω την ταινία:
Στην εποχή του σκότους, της κυριαρχία της αυτοκρατορίας του
Δρακοφοίνικα, ο Ντράγκαρ είναι μονομάχος, σκλάβος που ζει αλυσοδεμένος όταν δεν
σκοτώνει άλλους μονομάχους για την διασκέδαση των πλουσίων. Όταν η κακομαθημένη
κόρη του στρατηγού Ακιλόνιου, η όμορφη Βαλέρια τον ζητήσει ως δώρο γενεθλίων, ο
Dragar θα βρει την ευκαιρία να αποδράσει παίρνοντας ως όμηρο την Βαλέρια. Έτσι
θα ξεκινήσει μια φονική καταδίωξη, που θα αλλάξει τους ρόλους, ενώ οι ήρωες θα
έχουν να αντιμετωπίσουν ισχυρούς αντιπάλους που έχουν περάσει στη πλευρά του
σκότους.
Η ταινία διαδραματίζεται στον κόσμο του Ελέμπρος, όπως και το επιτυχημένο κόμικ του Γιάννη Ρουμπούλια "Τα Χρονικά του Δρακοφοίνικα". Η ιστορία εκτυλίσσεται 200 χρόνια μετά το κόμικ και αφηγείται την ιστορία ενός πολεμιστή που τον υποδύεται ο ίδιος ο Ρουμπούλιας.
Ιδού και το τρέιλερ:
Είδα
την ταινία στην πρεμιέρα. Βρίσκεται σχεδόν στο άνω όριο αυτών που μπορούσαν να
επιτύχουν με τα διαθέσιμα μέσα. Φυσικά και δε συγκρίνεται με τον Άρχοντα των
Δαχτυλιδιών. Αλλά είναι καλύτερη από πολλές ανεξάρτητες/β’ διαλογής ταινίες
φαντασίας που εμφανίζονται στις ΗΠΑ απευθείας στην τηλεόραση ή σε dvd δίχως να
περάσουν από τον κινηματογράφο. Απέφυγε τις λούμπες της προχειρότητας, της
φτήνιας και της κακογουστιάς που χαρακτήριζαν τις αμέτρητες απομιμήσεις του
Κόναν που βγήκαν σωρηδόν τη δεκαετία του ’80,ακόμα κι εκείνες που έγιναν επιτυχίες στη χώρα μας.
Δε βρίσκω τον Αδάμαστο κατώτερο σε μέσο όρο από το Κακό (το πρώτο) που δικαίως,
κατά τη γνώμη μου, βρήκε κινηματογραφική διανομή στο εσωτερικό και κυκλοφορία
σε dvd στο εξωτερικό.
Τώρα, λεπτομερώς για κάθε τομέα:
Πλοκή:η
βασικότερη του sword-and-sorcery. Διάφοροι άντρες κυνηγιούνται και σκοτώνονται
μεταξύ τους με σπαθιά, ώσπου πέφτουν πάνω σ’ ένα μάγο που θέλει να
κατακτήσει/καταστρέψει τον κόσμο. Αναγκάζονται να συνεργαστούν για να τον
σταματήσουν και στην πορεία πεθαίνουν όσοι περίσσευαν (οι κακοί της αρχικής
σύγκρουσης)
Χαρακτήρες:Τρεις
κεντρικοί, ο λιγομίλητος και σκληρός βάρβαρος Ντράγκαρ που προσπαθεί να φτάσει
στην πατρίδα του (ο Αδάμαστος του τίτλου), ο κυνικός μισθοφόρος Φάλκο και η
κακομαθημένη αρχοντοπούλα Βαλέρια. Οι δυο πρώτοι είναι «στατικοί», δηλαδή δεν
εξελίσσονται τόσο εντός της ταινίας, αλλά οι αποφάσεις τους κινούν την πλοκή. Η
Βαλέρια αντι-δρα στα γεγονότα και μετατρέπεται σταδιακά σε δυναμική γυναίκα
ικανή να ασκήσει την εξουσία που της δίνει η κοινωνική της θέση.
Για τον Ντράγκαρ θα ήθελα να πω ότι δεν μου θύμισε καθόλου τον
Κόναν (καλό αυτό). Πιο πολύ στους ήρωες των σπαγγέτι γουέστερν νομίζω ότι
παρέπεμπε, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τελικά τις ικανότητές τους με καταλυτικό
τρόπο υπέρ των αμάχων, ενώ ισχυρίζονταν σε όλη την ταινία πως είναι παρτάκηδες.
Υπάρχουν αρκετοί δευτερεύοντες χαρακτήρες (ο κακός μάγος, ο
πατέρας κι ο αδελφός της Βαλέρια, η γυναίκα του Ντράγκαρ, ο comic-relief
έμπορος) οι οποίοι έχουν σαφώς καθορισμένους ρόλους και χρώμα. Ο καθένας είναι
απαραίτητος με τον τρόπο του.
Οι τρίτοι χαρακτήρες είναι πολυάριθμοι (μισθοφόροι και βάρβαροι,
κυρίως) και έχουν ελάχιστο σκηνικό χρόνο στη διάθεσή τους, οπότε ο θεατής
δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τους περισσότερους.
Ερμηνείες:Κάποιοι από τους ηθοποιούς είναι επαγγελματίεςκι αυτό φαίνεται στη φυσικότητα
(μεγαλύτερη για κάποιους όπως ο Φλάβιος) με την οποία εκφέρουν ακόμα και ατάκες
που δεν ήταν τόσο πετυχημένες ή φυσικές. Πολύ καλά τα πήγαν και οι τρεις
ερασιτέχνες που έχουν κάποια εμπειρία από ταινίες (Κερμίτσης, Καπλανίδης,
Ρουμπούλιας). Οι δυο πρώτοι είναι χαρισματικοί, αλλά την παράσταση την κλέβει ο
τρίτος. Θεωρώ πως η φωνή του δεν είναι αρκετά τραχιά για το ρόλο του Ντράγκαρ,
αλλά οι εκφράσεις και οι κινήσεις του είναι τόσο επιτυχημένες που καλύπτουν
κάθε κενό με το παραπάνω.
Σκηνοθεσία/φωτογραφία/μοντάζ:Ο Κερμίτσης έχει δείξει και σε
προηγούμενες δουλειές πως είναι ένα κλικ παραπάνω από τον φοιτητή που βρήκε μια
κάμερα και κάνει χαβαλέ με τους φίλους του. Καδράρει σωστά και εφευρετικά,
τολμάει να γυρίσει σε εξωτερικούς χώρους με φυσικό φως (οι σινεφίλ ίσως
θυμούνται πόσο μεγάλο κατόρθωμα είχε χαρακτηριστεί πριν κάποια χρόνια η ταινία
«Τα ρόδινα ακρογιάλια» ακριβώς για τον ίδιο
λόγο) και σπανίως βγαίνει αφύσικη η εικόνα. Στήνει μάλιστα και μια νυχτερινή
σκηνή στην οποία δεν είναι ούτε τόσο σκοτεινά που να μη βλέπεις τίποτα, ούτε
τόσο φωτεινά που να συμπεράνεις αμέσως ότι είναι ντάλα μεσημέρι με φίλτρο.
Ξέρει πως φάνταζυ δεν είναι απαραίτητα καβαλάρηδες με γούνινα σώβρακα να
περνάνε μπρος από την κάμερα ανεμίζοντας σπαθιά. Ξέρει ποιες είναι οι σκηνές
δραματικού βάρους κι ότι αυτές πρέπει να τις χειριστεί με φειδώ και ακρίβεια.
Εκεί που χάνει είναι στις μεταβάσεις από σκηνή σε σκηνή
(υπερβολικά κοφτές, σχεδόν ασύνδετες), καθώς και στις σκηνές δράσης. Αυτές οι
τελευταίες έχουν δικές τους απαιτήσεις και χρονισμό, στον οποίο ο Αδάμαστος
υστερεί, πότε κάπως αργός στο να πάει από μια οπτική γωνία σε άλλη, πότε
βιαστικός σε μεμονωμένα πλάνα που δεν προλαβαίνει ο θεατής να τα δει καλά-καλά.
Δεν είναι ακριβώς κακό το αποτέλεσμα, αλλά ίσως το μοντάζ είναι η όψη στην
οποία η ταινία απέχει πιο πολύ από το επίπεδο μια περιπετειώδους μεγάλης
παραγωγής.
Σκηνικά:Πέρα
από την πρόσοψη ενός αρχοντικού κι ένα λουτρό στην αρχή (και τα δυο δείχνουν
σωστά, όχι αναχρονιστικά), η υπόλοιπη ταινία διαδραματίζεται στην ύπαιθρο. Τα
τοπία είναι προσεκτικά επιλεγμένα και δημιουργούν την αίσθηση βουνών με πυκνά
δάση, παρότι βρίσκονται σε Αττική/Βοιωτία/Φωκίδα. Ρησπέκτ. Μια σπηλιά που
εμφανίζεται είναι επίσης όπως ακριβώς πρέπει. Μόνη παραφωνία ένα εξωτερικό της
σπηλιάς που μου φάνηκε ψηφιακά (και άτεχνα) επεξεργασμένο.
Ενδυματολογία:Ορισμένα
κοστούμια είναι του βάθους, αλλά τα περισσότερα του ύψους, είτε μιλάμε για
φορέματα/χιτώνες, είτε για κεντητές αντρικές φορεσιές, είτε για αρματωσιές και
όπλα. Το αποτέλεσμα, βέβαια, απέχει από τοναρχικό σχεδιασμόκατά περίπτωση, αλλά για να τον άγγιζε
θα χρειαζόταν όλα τα χρήματα της παραγωγής (10.000 όλα κι όλα, ε;) να ξοδευτούν
εκεί. Δεδομένου πως τα περισσότερα κοστούμια και αντικείμενα ήταν
δανεικά/δωρεές, μια χαρά είναι το αποτέλεσμα. Αν έχω κάποιο παράπονο, είναι πως
κάποια κομμάτια εξοπλισμού δεν ανήκουν απ’ όσο νομίζω στο ίδιο τεχνολογικό
επίπεδο και δε θα έπρεπε να εμφανίζονται μαζί (δεν εννοώ το steampunk τουφέκι
που κλέβει την παράσταση, αλλά πρωτομεσαιωνικά και αναγεννησιακά κομμάτια πανοπλίας
ανάμεικτα). Επίσης, η κουκούλα και το τελετουργικό μαχαίρι του μοχθηρού Φούλγκριμ
μου φάνηκαν κακοφτιαγμένα, ενώ ένα κοστούμι μου φάνηκε απόλυτη αποτυχία σαν
σύνολο (της Ιλσαρέλ, το οποίο θα το χαρακτήριζα «γκοθού που ράβεται μόνη της»).
Εφέ:Η
μαγεία απεικονίζεται με κάποιες μικρές ψηφιακές πινελιές που δε δείχνουν
καθόλου ψεύτικες. Υπάρχουν επίσης κάποιοι ακρωτηριασμοί, οι οποίοι είναι πάντα
χεριού (οι πιο εύκολοι να κατασκευαστούν), με μέτρια επιτυχία. Και για φινάλε ένα
τέρας «παλιομοδίτικο», δηλαδή μάσκες και άλλα προσθετικά, όχι γραφικά σε
υπολογιστή, πολύ πιο ειλικρινές και ταιριαστό με την υφή της υπόλοιπης ταινίας
απ’ ότι θα ήταν κάτι ψηφιακό. Δεν προκαλεί άθελά του το γέλιο, ούτε σε κάνει να
θυμηθείς πως βλέπεις ταινία και να χάσεις το φήλινγκ.
Μακιγιάζ:Άξιο
αναφοράς, με εξαιρετικό αποτέλεσμα. Πάλι έχω ένσταση για την Ιλσαρέλ, που το
μακιγιάζ της μου φάνηκε υπερβολικό και να την αδικεί (ως χαρακτήρα και ως
ηθοποιό). Δημιουργούνται βέβαια κάποιες πρακτικές απορίες (Γιατί ο Ντράγκαρ
κυκλοφορεί με φούμο γύρω από τα μάτια λες και είναι ρακούν; Πού βρίσκει
καλλυντικά η γυναίκα του στον παγωμένο και βάρβαρο Βορρά;), αλλά νομίζω
μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η έλλειψη εξέλιξης στην εμφάνιση των χαρακτήρων.
Φυσικά δεν μπορούσαν να σκίσουν τα δανεικά κοστούμια ή να στραβώσουν και να
λερώσουν τις δανεικές πανοπλίες (κάποια όπλα ευτυχώς φαίνονταν αρκετά
χρησιμοποιημένα και φθαρμένα), ούτε και είναι εύκολο να έχεις συνέπεια πλάνο
προς πλάνο σε μια ταινία που πήρε δυο χρόνια να γυριστεί. Πιο εύκολο είναι να
λάμπουν φρεσκολουσμένα τα μαλλιά σε όλες τις σκηνές παρά να είναι όλο και πιο
ιδρωμένα από σκηνή σε σκηνή. Το αναφέρω, όμως, γιατί η ταινία κατόρθωσε να βρει
το δρόμο της στους κινηματογράφους και τα dvdκαι
πλέον οφείλουμε να τη συγκρίνουμε με τις άλλες, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τις ιδιαιτερότητες
της παραγωγής της.
Χορογραφίες μαχών:Το ελληνικό παράρτημα της ARMA (όμιλος που ασχολείται με τη μεσαιωνική και αναγεννησιακή
οπλομαχία) σχεδίασε τις σκηνές δράσης και μέλη ανέλαβαν κάποιους από
του πιο μικρούς και απαιτητικούς σε μαχητικές ικανότητες ρόλους. Οι άνθρωποι ξέρουν τι κάνουν και τους αξίζουν συγχαρητήρια για όσα προσέφεραν στην ταινία.
Εκεί που δεν μπορούσαν να βοηθήσουν ήταν στο κινηματογραφικό σκέλος. Όπως
εξηγούν δυο εκπαιδευτές της ARMAστο
βιβλίο που έχουν γράψει, προπονούνται σε τεχνικές με τις οποίες νικάει
κάποιος, όχι σε τεχνικές που να τον δείχνουν να νικά εντυπωσιακά (η δουλειά του
επαγγελματία χορογράφου μαχών για ταινίες είναι κάτι τελείως διαφορετικό). Επίσης,
δε νομίζω τα παιδιά της ARMAνα είχαν πολλά να πουν για την αναμέτρηση με τους τεαρατώδειςShadow Walkers,
μιας κι αυτοί χρησιμοποιούσαν νύχια αντί για όπλα. Το αποτέλεσμα είναι ότι η συγκεκριμένη
μάχη χωλαίνει σαφώς σε σχέση με όλες τις άλλες (οι Shadow Walkers έκαναν
σπαστικές κινήσεις και έμοιαζαν με ακόμα πιο αποτυχημένη εκδοχή των
αποτυχημένων Αθάνατων από το 300, γενικά κακή ιδέα).
Μουσική:Έχω
επιφυλάξεις για κάποια σύντομα σημεία που αποτελούν φόρο τιμής στο κλασικό
soundtrack του Κόναν. Κατά τα άλλα, είναι πραγματικά επική η μουσική και μου
έμεινε στο μυαλό πολύ περισσότερο από εκείνες κάποιων υπερπαραγωγών που
ακολουθούν την πεπατημένη με τα ουδέτερα βιολιά, το τετριμμένο ταν-ταν ταν-ταν
στις σκηνές αγωνίας κτλ. κτλ. κτλ. Έχει κι ένα πολυφωνικό τραγούδι δίχως
μουσική που θυμίζει κάπως το τραγούδι των νάνων στο Χόμπιτ. Η εκτέλεσή του
είναι αξιοπρεπέστατη από τα παιδιά (όλοι ερασιτέχνες), οι στίχοι πραγματικά
εντυπωσιακοί και το αποτέλεσμα δημιουργεί την απαραίτητη ανατριχίλα στο σωστό
σημείο της ταινίας. Η μουσική είναι από τα πολύ θετικά σημεία του όλου
εγχειρήματος
Σενάριο:Μπορεί
να είμαι άδικος που αφήνω το πιο αδύναμο σημείο για το τέλος, μπορεί να ρίχνω
πολύ βάρος εδώ γιατί είμαι συγγραφέας ο ίδιος. Αλλά θέλω να το τονίσω γιατί εδώ
οι συντελεστές δεν έχουν καμιά δικαιολογία. Δε θα κόστιζε απολύτως τίποτα να βελτιώσουν
το σενάριο, δε χρειαζόταν καν κόπος. Υπάρχει πολύς κόσμος που θα τους βοηθούσε
χωρίς καμία απαίτηση. Τόσος κόσμος που δε θα δυσκολεύονταν να βρουν και να
διαλέξουν κάποιον με τον οποίο να συνεργάζονται καλά και να μη φοβούνται πως θα
αλλοίωνε το όραμά τους.
Δεν έχω θέμα με την εντελώς κλισαρισμένη πλοκή. Δεν μπορείς να
είσαι πρωτοπόρος σε όλους τους τομείς ταυτόχρονα, κάπου πρέπει να πατήσεις για
να κάνεις το άλμα σου. Καταπίνω και τα προκάτ ονόματα. Επίσης, το καταλαβαίνω
πως κάποια πράγματα δεν μπορείς να τα γυρίσεις με φραγκοδίφραγκα κι αναγκαστικά
τα αφήνεις έξω από το σενάριό σου, όσο κι αν ταιριάζουν με την ιστορία που λες.
Εντάξει ως εδώ.
Αλλά οι διάλογοι είναι προβληματικοί, οι ατάκες συχνά ακούγονται
ξύλινες και/ή ανούσιες. Αν δεν τις γέμιζαν με την παρουσία τους οι ηθοποιοί, η
ταινία θα μου είχε κάνει πολύ χειρότερη εντύπωση. Και πάλι, οι ηθοποιοί δεν
μπορούν να κάνουν θαύματα. Ας πούμε, η εξέλιξη της Βαλέρια δεν πείθει, γιατί
δεν υπάρχει το υλικό να τη στηρίξει.
Ναι, είχε σημεία που το κοινό γέλασε ή χειροκρότησε στην πρεμιέρα
κι άλλα (ειδικά με τον Ντράγκαρ) στα οποία η σιωπή λειτούργησε καλύτερα από
οποιαδήποτε φράση κι αν έβαζαν στη θέση της. Αλλά υπάρχουν προβλήματα ρυθμού
και το σύνολο βγαίνει πλαδαρό. Μετά την προβολή, οι συντελεστές παραδέχτηκαν
πως η πλοκή έχει τρύπες γιατί κάποιες εξηγήσεις αναγκάστηκαν να τις κόψουν.
Παρότι η ταινία κρατάει πάνω από δυο ώρες! Πιστεύω ακράδαντα πως ένα πιο σφιχτό
σενάριο θα χωρούσε περισσότερα πράγματα σε λιγότερο χρόνο και θα είχε πιο
έντονα και συνεχή συναισθήματα, με κορυφώσεις στα σωστά σημεία. Ειδικά το πρώτο
ημίωρο είναι αμήχανο και αργό.
Επίσης, από τον κόσμο του Ελέμπρος, όπως κι αν είναι (έχω
διαβάσει μόνο ένα τεύχος του κόμικ προς το παρόν) στην ταινία δεν πέρασε σχεδόν
καθόλου χρώμα. Μόνο κάποιες αναφορές που έκλειναν το μάτι σε φίλους, γνωστούς
και συμπαίχτες (ο Ελέμπρος ξεκίνησε ως υπόβαθρο σε παιχνίδι ρόλων, πριν ακόμα γίνει κόμικ), ήταν όμως ακατάληπτες
για τους υπόλοιπους.
Ανακεφαλαίωση–
υπάρχουν κάποια λίγα σημεία στα οποία θα μπορούσε να είχε γίνει καλύτερη
δουλειά με τα ίδια χρήματα και με τον ίδιο κόπο. Σε πολλά άλλα, μόνο το
μεγάλο μεράκι του συνεργείου επέτρεψε να επιτευχθούν όσα επιτεύχθηκαν.
Προσπάθησα να πω τη γνώμη μου όπως θα την έλεγα για μια οποιαδήποτε
επαγγελματική ταινία. Καταλήγω πως είμαι υπερήφανος που έγινε μια τέτοια
προσπάθεια στην άτολμη χώρα μας και δίνει παράδειγμα και σε άλλους δημιουργούς.
Κι αν έχω άδικο και την υπερτιμώ, στην πρώτη κριτική μου ευχόμουν να δοθεί στον
καθένα σας η ευκαιρία να κρίνει μόνος του. Με τις προβολές που έγιναν σε
κινηματογράφους σε όλη τη χώρα και με την κυκλοφορία του dvdσήμερα,
η ευχή μου πραγματοποιήθηκε. Είτε με εμπιστεύεστε, είτε είστε επιφυλακτικοί,
δείτε την ταινία, κρίνετέ τη, πείτε την ειλικρινή γνώμη σας στους γνωστούς σας.
Ο Αδάμαστος έφτασε ως εδώ με το σπαθί του (sic) κι αν το αξίζει, μ’ αυτό θα σας κερδίσει
κι εσάς.
Όσα συνέβαιναν
στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου καταγράφονταν από διάφορους ιστορικούς
που συμμετείχαν σ’ αυτή. Όλα τα κείμενά τους χάθηκαν στα ταραγμένα χρόνια που
ακολούθησαν το θάνατό του. Όμως η φήμη του μεγάλου στρατηλάτη δε χάθηκε μαζί
τους και ο κόσμος διψούσε να μάθει λεπτομέρειες. Έτσι, στο τέλος της
ελληνιστικής εποχής εμφανίστηκε ένα μυθιστόρημα με τον τίτλο «Αλεξάνδρου Βίος»
και την υπογραφή του Καλλισθένη, ενός μαθητή του Αριστοτέλη που πράγματι πήρε
μέρος στην εκστρατεία και πράγματι είχε γράψει ιστορία της (σήμερα ξέρουμε πως
το μυθιστόρημα είναι πολύ μεταγενέστερό του και άσχετο μ’ αυτόν, οπότε ο
συγγραφέας του αναφέρεται συνήθως ως «Ψευδοκαλλισθένης»).
Η επιτυχία του
μυθιστορήματος αυτού ήταν τεράστια, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, κυκλοφορούσε
όλον το Μεσαίωνα και επηρέασε τη γραμματεία πολλών λαών, ιδιαίτερα τα έπη των
Περσών μέσα από τα οποία πέρασε και στο Κοράνι. Πολλές εκδόσεις του
μυθιστορήματος ήταν διασκευές, πότε πεζές και πότε ποιητικές. Λίγο πριν το 1700
εμφανίστηκε μια λαϊκή παραλλαγή του που την αγάπησαν πολύ οι Έλληνες και
συνέχισαν να τη διαβάζουν ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Αυτή την
εκδοχή περιλαμβάνει το βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα, γνωστή με τον τίτλο
«Φυλλάδα του Μέγ’ Αλέξανδρου».
Εκδόσεις Στοχαστής, 1999, σελ. 230
Διαθέτει πλούσια
εισαγωγή 60 σελίδων με πολλές επεξηγήσεις, η οποία όμως είναι από την έκδοση
του 1935 και δεν περιλαμβάνει πολλά που έχει αποκαλύψει η ιστορική και
φιλολογική έρευνα από τότε. Οι 30 εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο προέρχονται
από μεσαιωνικά χειρόγραφα και είναι πολύ εντυπωσιακές (ειδικά αν λάβει κανείς
υπόψη την προέλευσή τους, η οποία κυμαίνεται από τη Γαλλία ως τη Μογγολία).
Δυστυχώς είναι ασπρόμαυρες και χάνεται κάτι από τη μαγεία τους. Για παράδειγμα,
έτσι απεικόνισαν οι Βυζαντινοί τον Αλέξανδρο ως αυτοκράτορα της εποχής τους, να συαντά τα "ανθρωποπρόσωπα πουλιά":
ενώ παρακάτω δέχεται επίθεση από τους "αλογανθρώπους" με τα διαμαντένια βέλη:
Γιατί, λοιπόν, παρουσιάζω
ένα μυθιστόρημα, έστω και τόσο παλιό, ως εργαλείο συγγραφής, αντί να του κάνω κριτική;
Το ίδιο το
κείμενο είναι μάλλον ξερό και λιτό, χωρίς λογοτεχνικές αρετές, τα ελληνικά του
ξεπερασμένα προ πολλού. Τα γεγονότα είναι τόσο διαστρεβλωμένα που κι ο πιο
άσχετος από Ιστορία θα το καταλάβει (ο Αλέξανδρος είναι νόθος γιος κάποιου
έκπτωτου Φαραώ, είναι Χριστιανός, νικά στους Ολυμπιακούς Αγώνες τον γιο του
Δαρείου που τον λένε Νικόλαο). Μεγάλο κομμάτι του κειμένου είναι ανούσιο
(επιστολές μεταξύ ηγεμόνων, κατεβατά με ονόματα – ανύπαρκτων – κατακτημένων
λαών, ηθικό δίδαγμα στο τέλος κτλ.). Δε θα διασκεδάσει και πολύ ο σύγχρονος
αναγνώστης πιστεύω.
Είναι πολύ ενδιαφέρον
να μάθει κανείς πως οι περί τον Αλέξανδρο διηγήσεις υπήρξαν στην Αγγλία κάποτε
το ίδιο δημοφιλείς μ’ εκείνες για το βασιλιά Αρθούρο. Όμως κι αυτό δε θα κάνει
καλύτερο συγγραφέα όποιον το πληροφορηθεί.
Η αξία
της «Φυλλάδας» για όποιον Έλληνα θέλει να γράψει φανταστικό είναι τεράστια. Θα
μπορούσε να πει κανείς πως αποτελεί σύνοψη μύθων που όχι μόνο τους
πίστευαν οι πρόγονοί μας, αλλά ήταν κοινοί και σε ολόκληρο το δυτικό κόσμο και
τη σφαίρα επιρροής του. Μεταδόθηκαν σε Φράγκους, Σλάβους, Άραβες, Αιθίοπες,
Αρμένιους… Η Φυλλάδα παρουσιάζει μάγια και μαντείες, τόπους και ανθρώπους με θαυμαστές
ιδιότητες, το Αθάνατο Νερό, σπηλιές που οδηγούν σε άλλες διαστάσεις, Αμαζόνες, ίσως
και κάποιες πρώιμες απόπειρες για Επιστημονική Φαντασία (ο Αλέξανδρος
καταβαίνει στον βυθό μέσα σε έναν κρυστάλλινο θάλαμο για να τον δει). Κάποιες
από τις ιδέες που περιέχει η «Φυλλάδα» έχουν αδίκως ξεχαστεί κι έχουν μείνει
ανεκμετάλλευτες (όπως το δέντρο που μιλάει), άλλες είναι δοσμένες με τρόπο πολύ
διαφορετικό από αυτόν που έχουμε συνηθίσει στη σύγχρονη φανταστική λογοτεχνία (όπως έχω γράψει κι εδώ).
Αξίζει να τα γνωρίσουμε
όλα αυτά και να τα χρησιμοποιήσουμε. Ο καθένας μας κάτι
θα βρει εκεί μέσα που να του μιλήσει και να έχει τη δυνατότητα να μιλήσει και
στο κοινό του.
Μικρού σχήματος, λευκό
χαρτί. Γράμματα κάπως πυκνά και μικρά. Η εικόνα στο εξώφυλλο είναι πίνακας που
απεικονίζει τις Νόρνες (τις Μοίρες της σκανδιναβικής μυθολογίας) και το Κοσμικό
Δέντρο. Σε κάποιες σελίδες περιέχονται μικρά σκίτσα που απεικονίζουν δείγματα
μεσαιωνικής σκανδιναβικής τέχνης και στήνουν σωστή ατμόσφαιρα για τον
αναγνώστη.
Τα περιεχόμενα του βιβλίου
είναι διηγήματα με θέματα γύρω από τη Σκανδιναβία και την παράδοσή της. Αρχικά
είχαν δημοσιευτεί στη θρυλική Ανθολογία Ε.Φ. των εκδόσεων Ωρόρα ("Ιστορίες
με...") την εποχή που ο συγγραφέας ήταν υπεύθυνός της.
Συγκεκριμένα, τέσσερα
διηγήματα (από τα οποία τα τρία είναι αλληλένδετα κι εδώ δημοσιεύονται ως
ενιαίο κείμενο) και τρεις λογοτεχνικές διασκευές μύθων.
Ο συγγραφέας
Ο Θωμάς Μαστακούρης είναι
περισσότερο γνωστός ως μεταφραστής βιβλίων του φανταστικού, ο πιο έμπειρος και
παραγωγικός μάλλον. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στις εκδόσεις Ωρόρα έγραψε
και δημοσίευσε αρκετά κείμενά του, κάποια από τα οποία συνδέονταν μεταξύ τους,
αποτελώντας το ένα συνέχεια του άλλου.
Τα πρώτα διηγήματα που
συμπεριέλαβε στους τόμους της ανθολογίας έδειξαν πολύ καλά δείγματα. Αργότερα,
όταν η έμπνευση άρχισε να στερεύει και ο όγκος της εργασίας του αυξήθηκε, η
ποιότητα έπεσε και στο τέλος έκανε μια παύση, μετά από την οποία επανήλθε με
σπανιότερες συμμετοχές αλλά ωριμότερα γραμμένες.
Χαρακτηριστικά της γραφής
του είναι η καλή ροή και η φυσικότητα στο λόγο, η γρήγορη δράση, ο ρεαλισμός στις
λεπτομέρειες, η προσπάθεια δημιουργίας επικής ατμόσφαιρας, αλλά και ο
αυτοσαρκασμός. Κάποιες λίγες φορές του ξεφεύγουν στομφώδεις εκφράσεις και
εξεζητημένοι όροι που θυμίζουν αγγλικό συντακτικό. Λόγω της πίεσης του χρόνου,
ήταν συχνά και ανεκτά τα λάθη (κυρίως τυπογραφικά και ελάχιστα εκφραστικά) την
εποχή που πρωτοδημοσιεύτηκαν οι ιστορίες. Δυστυχώς δε λείπουν κι από την τωρινή
αναδημοσίευση των κειμένων, παρότι με τις σύγχρονες συνθήκες δε δικαιολογούνται.
Οι ιστορίες
Τα κείμενα του βιβλίου
καλύπτουν όλη την περίοδο που δημοσίευε κείμενα στις ανθολογίες της Ωρόρα,
οπότε κάποια είναι πολύ καλά, κάποια άλλα αισθητά κατώτερα.
Η Γκρίζα Χώρα – Συνένωση τριών συνεχόμενων διηγημάτων με τον ίδιο ήρωα, τα
οποία αρχικά δημοσιεύτηκαν ξεχωριστά, με τίτλους «Η Γκρίζα Χώρα», «Η βόλβα του
Τρόντελαγκ» και «Το λυκοτόμαρο».
Η Γκρίζα χώρα – Ένας Νορβηγός μάντης ξεκινά ταξίδι
για την Αγγλία και καταλήγει σε μια από τις άλλες διαστάσεις της σκανδιναβικής
μυθολογίας. Πετυχημένες περιγραφές, μικρές μόνο αστοχίες στην πλοκή κι ίσως το
πιο ελληνικό σε ψυχή φινάλε στην ιστορία του ελληνικού φανταστικού. Ο ήρωας και
ο αντίπαλός του απέχουν αρκετά από το τυπικό για την εποχή που θέλει να
παρουσιάσει και να υμνήσει ο συγγραφέας, αλλά όσες φορές κι αν την έχω διαβάσει
το παρέβλεψα τελείως και έβγαλα το συγγραφικό μου καπέλο στις τελευταίες
γραμμές του κειμένου.
Η βόλβα του Τρόντελαγκ – Ενώ το πρώτο διήγημα
διαδραματιζόταν στην εποχή της ακμής των Σκανδιναβών, το δεύτερο μεταφέρει τον
ήρωα με μαγικό τρόπο κάμποσα χρόνια στο μέλλον, στην περίοδο του (βίαιου)
εκχριστιανισμού της πατρίδας του. Πιο περιπετειώδες από το προηγούμενο, με λιγότερο
ρεαλιστικούς χαρακτήρες και κακούς που καταντούν καρικατούρες και δε βγάζουν
νόημα.
Το λυκοτόμαρο – Η κορύφωση και η πτώση του
πρωταγωνιστή. Το πιο παθιασμένο από τα τρία κι ίσως το πιο προσεγμένο σε
επίπεδο έκφρασης, αλλά ακολουθεί κι αυτό την πεπατημένη του προηγούμενου, με τους
εντελώς τραβηγμένους κακούς. Ακόμα χειρότερα, παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες
με ένα ξένο διήγημα που είχε εμφανιστεί χρόνια πριν στις ανθολογίες της Ωρόρα (το
μετριότατο «Πράξη Πίστης» του Γκάλαντ Έλφλαντσον που είναι πολύ δημοφιλές στην
Ελλάδα εξαιτίας της χεβιμεταλάδικης θεματικής του: καλοί Βίκινγκ εναντίον κακών
παπάδων)
Απρόσκλητοι Επισκέπτες – Ένα σκανδιναβικό πλοίο αναγκάζεται να κάνει
στάση σε χριστιανικό μοναστήρι σκαρφαλωμένο σε απότομα βράχια κι αυτό που
περιμένει το πλήρωμα δεν είναι καθόλου αναμενόμενο ή ευχάριστο… Διήγημα από τη
δεύτερη περίοδο δημοσιεύσεων του συγγραφέα στις ανθολογίες. Σύντομο, δυναμικό,
σφιχτό. Δε σφύζει από πρωτοτυπία, ούτε εμβαθύνει ιδιαίτερα στους χαρακτήρες,
αλλά είναι πολύ ψυχαγωγικό. Είχε διασκευαστεί όμορφα και σε κόμικ από τις εκδόσεις
Ψυχής τα Λαμπυρίσματα, σε σκίτσο Γιάννη Ρουμπούλια.
Ταξίδι στο Γιότουνχαϊμ / Ο θάνατος του Μπάλντερ /
Στο Χλίντσκιαλφ – τρία σύντομα
κείμενα που δοκιμάζει το καθένα να κάνει προσιτή τη σκανδιναβική μυθολογία στον
σύγχρονο Έλληνα αναγνώστη (ως παραμύθι, ως λυρικό διήγημα φαντασίας, ως
οικολογική παραβολή). Και οι τρεις προσπάθειες απέτυχαν, δεν είχαν τη
λογοτεχνική αξία και την ανταπόκριση που έλπιζε ο συγγραφέας, αλλά είναι
ειλικρινείς και τίμιες. [Το δεύτερο κείμενο δεν είχε εμφανιστεί στις ανθολογίες
της Ωρόρα, αλλά στο σπάνιο βιβλιαράκι «Η ψυχή των μύθων», από τις ίδιες εκδόσεις.
Περιείχε έξι ιστορίες από διάφορες αρχαίες-μεσαιωνικές μυθολογίες,
διασκευασμένες δια χειρός Μαστακούρη]
Ετυμηγορία
Οι ιστορίες είναι του
ύψους και του βάθους και με τον τρόπο του, το σύγχρονο ελληνικό φανταστικό τις
έχει ξεπεράσει. Αξίζει, πάντως, να έχει κανείς διαβάσει την (αυθεντική) «Γκρίζα
Χώρα» και το «Απρόσκλητοι επισκέπτες» και να πάρει το βιβλίο γι’ αυτά και μόνο.
Σε κάθε περίπτωση,
ελπίζω να δούμε σύντομα και άλλες τέτοιες συλλογές, με παλιότερα και ίσως και
νέα έργα του Μαστακούρη.
Αξιολόγηση: 3 στα 5 (μέσος όρος μεταξύ των ιστοριών)
Ελληνικότητα: 2 στα 5 (αθέλητη και ελάχιστη, αλλά πολύ σημαντική)