Οι "Γιοι της Στάχτης" είναι η σειρά φανταστικής λογοτεχνίας (φάνταζυ συγκεκριμένα) πάνω στην οποία δουλεύω επί του παρόντος. Και τα τρία βιβλία της τριλογίας ("Κοράκι σε άλικο φόντο", "Βέλη και κρόκινες φλόγες" και "Δρυς με φύλλα σμαραγδιά) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις mamaya. (Για νέους επισκέπτες)
Τρίτη 24 Μαΐου 2011
Πώς φτιάχτηκε το εξώφυλλο
Τετάρτη 4 Μαΐου 2011
Παρουσίαση στη Θεσσαλονίκη!
Ορίστε και τα επίσημα από το πρόγραμμα εκδηλώσεων:
19:30-20:30
Κοράκι σε άλικο φόντο
(H φαντασία δεν είναι μόνο κέλτικη)
του ΕΛΕΥΘΈΡΙΟY ΚΕΡΑΜΊΔΑ
Οι συγγραφείς Φίλιππος Μανδηλαράς και Ελευθέριος Κεραμίδας συνομιλούν με εφήβους και ενήλικες για τη λογοτεχνία φαντασίας.
Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011
Τι είπα στην παρουσίαση

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι μιλάμε για δυο χώρες με κοινό υπόβαθρο: σεισμογενείς, μακρόστενες από βορρά προς νότο, έτσι που να παρουσιάζουν θαυμαστή βιοποικιλότητα, με έναν από τους ελάχιστους πολιτισμούς που συνδυάζουν τεράστια χρονική διάρκεια και ευρεία ακτινοβολία. Δηλαδή, οι δυο λαοί αναπτύχθηκαν σε συναφείς συνθήκες κι ίσως οι διαφορά στην ιδιοσυγκρασία τους να οφείλεται σε διαφορές επίσης θεμελιώδεις, όπως η κομβική θέση της Ελλάδας σε αντιδιαστολή με την απομόνωση της Ιαπωνίας. Μα αυτό είναι σαν τη φράση που αποδίδει ο Πλάτωνας στον Πρωταγόρα, πως ακόμα και το άσπρο με το μαύρο κάπου μοιάζουν.
Η αλήθεια είναι Ελλάδα και Ιαπωνία στις συγκεκριμένες εποχές ούτε είναι παρόμοιες, ούτε αντίθετες. Απλά παρουσιάζουν τόσο μεγάλη διαφορά που είναι πολύ δύσκολο να τις συγκρίνει κανείς.
Ας πούμε, στην Ιαπωνία έχουμε ένα είδος απολυταρχικής αριστοκρατίας το οποίο όμως αντισταθμίζεται από κοινωνικούς και ηθικούς περιορισμούς που είναι μεγαλύτεροι και αυστηρότεροι όσο υψηλότερα στην κοινωνική κλίμακα βρίσκεται κανείς, με το ασφυκτικό bushido των σαμουράι στην κορυφή. Μπορεί, δηλαδή, ένας άρχοντας να έχει εξουσία ζωής και θανάτου πάνω στους χωρικούς που καλλιεργούν τη γη του, μα δεν έχει την ελευθερία να εκφράζει τα συναισθήματά του δημόσια ή να κάνει κυριολεκτικά ό,τι θέλει, δίχως κάποιο πρόσχημα που να επικαλείται κάποιο δικαίωμά του για να παρέμβει σε μια κατάσταση. Ένα στραβοπάτημα μπορεί να επιφέρει το όνειδος που το συνοδεύει η πλήρης απαξίωση από τους άλλους άρχοντες, την οποία την ξεπλένει κάποιες φορές μόνο η αυτοκτονία.
Στις ελληνόφωνες περιοχές, η ιδέα των «ευγενών» δεν ευδοκίμησε ποτέ. Δεν υπήρξαν κόμητες και βαρώνοι και λόρδοι. Κληρονομεί κανείς την περιουσία των γονιών του, τη φήμη τους, αλλά δεν είναι προστατευμένα διά νόμου. Τα αξιώματα απονέμονται και δεν κληροδοτούνται. Η μόρφωση είναι διαχρονικά το ίδιο ισχυρός παράγοντας για να αποκτήσει κανείς αξιώματα, όσο ο πλούτος ή οι γνωριμίες. Αποτελεί ένδειξη πως κάποιος θα ανταπεξέλθει σε διαχειριστικές υποχρεώσεις και συνοδεύεται από κοινωνική καταξίωση.
Η καθημερινή ζωή στην Ιαπωνία του παρελθόντος χαρακτηριζόταν από θαυμαστές για την απλότητα και πρακτικότητά τους λεπτομέρειες. Συνδύαζε τη λιτότητα και την εκλέπτυνση, με τους τοίχους από ρυζόχαρτο, το λακαρισμένο ξύλο που δίνει ακόμη και πανοπλίες και φυσικά την περίφημη κατάνα. Και στον τομέα των χόμπι, γέννησε ορισμένα από τα πιο εντυπωσιακά, όπως η καλλιγραφία, το οριγκάμι και η ανθοδετική, όλα τους καθορισμένα από πλήθος κανόνων και θεωρούμενα άξια θαυμασμού.
Στην Ελλάδα, από την άλλη, η τεχνολογία έδωσε εντυπωσιακά αποτελέσματα, ακόμη και αιώνες μετά τη σύλληψη του αντίστοιχου επιστημονικού κανόνα, για παράδειγμα όταν το Βυζάντιο εφάρμοσε τις ιδέες των επιστημόνων της ελληνιστικής εποχής, στην αρχιτεκτονική, στις πολεμικές μηχανές ή και για καθαρά αισθητικά αποτελέσματα, όπως τα ατμοκίνητα αυτόματα του αυτοκρατορικού παλατιού. Η ύπαρξη ισχυρής κεντρικής εξουσίας επέτρεψε τη συντήρηση οδικού δικτύου, υδραγωγείων και άλλων έργων κοινής ωφέλειας, αλλά αυτό δεν είναι μοναδικό. Οι πρωτοφανείς ιδέες που εμείς έχουμε μάθει να τις θεωρούμε τέκνο των δυο τελευταίων αιώνων. Είναι οι θεσμοί διακυβέρνησης και διαχείρισης, όπως το τελωνείο και το οργανωμένο δικαστικό σύστημα. Και τα ιδρύματα, όπως το ορφανοτροφείο και η δωρεάν κλινική.
Θα μπορούσα να αντιπαραβάλω ένα σωρό πράγματα ακόμη, τις μουσικές των δυο λαών, το υγρό πυρ και τις συζύγους των σαμουράι που εκπαιδεύονταν σε όπλα φτιαγμένα ειδικά για γυναίκες, αλλά αυτό που θέλω να πω είναι πολύ απλό. Η μεσαιωνική Ελλάδα κι η φεουδαρχική Ιαπωνία έχουν στοιχεία που με τα σύγχρονα μέτρα είναι ενδιαφέροντα ή πρωτότυπα και μπορούμε να τα τοποθετήσουμε αυτούσια μέσα σε ένα λογοτέχνημα του φανταστικού.
Από την άλλη, αν πάμε στο φάνταζυ όπως το ξέρουμε, οι πραγματικοί πατέρες του είναι ο Τόλκιεν, ο Έντισον (αυτός με τον Ουροβόρο Όφι) και ο Βάγκνερ (αυτός με τις όπερες), δυτικοευρωπαίοι που θέλησαν να ξαναζωντανέψουν τις παραδόσεις των τόπων τους, κελτικές και γερμανικές (με την ευρεία έννοια), ή ακόμη και να μιμηθούν σε δομή και γραφή τα έπη των προγόνων τους, τα σάγκα. Σαν τον Σκοτ, βέβαια, τον συγγραφέα του Ιβανόη, δε μπορούν να μιλήσουν για τον πραγματικό δυτικοευρωπαϊκό μεσαίωνα. Προσεγγίζουν μια εξιδανικευμένη βικτωριανή εκδοχή του, στην οποία τα ιδανικά είναι υψηλότερα απ’ ότι υπήρξαν πραγματικά, η σκέψη βαθύτερη, η υγιεινή καλύτερη και η κλίμακα μεγαλύτερη. Τα κάστρα που χτίστηκαν πριν την Αναγέννηση είναι μάλλον μικρά και άσχημα, οι μάχες που έκριναν τον κόσμο ούτε κατά διάνοια επικές, υπόθεση ελάχιστων χιλιάδων ατόμων. Η δυτική Ευρώπη ήταν ένα μάλλον άχρωμο και ανιαρό μέρος πριν τις σταυροφορίες. Κι ακόμη και τότε, είχε πολλά χαρακτηριστικά που δε θα ενθουσίαζαν έναν σύγχρονο αναγνώστη.
Αλλά εγώ δεν είμαι εδώ για να πω πόσο καλύτερο είναι το παρελθόν των δικών μου προγόνων κι οι μύθοι τους. Μου φαίνεται προφανές πως οι παραστάσεις αυτές θα πρέπει να ταιριάζουν καλύτερα με την ιδιοσυγκρασία όσων βρισκόμαστε εδώ μέσα, να μας εμπνέουν πολύ περισσότερες ιδέες απ’ ότι οι Βίκινγκς ή οι ιππότες και να μας αγγίζουν περισσότερο σαν αναγνώστες τα βιβλία που γεννήθηκαν από αυτές. Να πούμε και του στραβού το δίκιο, πώς να συγκριθεί το αγγλοσαξωνικής ατμόσφαιρας βιβλίο ενός Έλληνα με εκείνο που θα γράψει ένας αληθινός αγγλοσάξωνας, ο οποίος διαποτίστηκε από τα παιδικά του χρόνια με τον αντίστοιχο πολιτισμό, τη νοοτροπία και τις εικόνες;
Μα ούτε κι εδώ θα επιμείνω.
Η διεθνής αγορά του φανταστικού μιλάει από μόνη της. Οι μιμήσεις των πρωτεργατών έχουν φέρει τον κορεσμό, θολές αντανακλάσεις ενός πράγματος που ήδη ήταν αντανάκλαση. Πόσες παραλλαγές να χωρέσουν πια πριν έρθει ο κορεσμός, ειδικά όταν δεν έχουν συνέπεια και ρεαλισμό; Συχνά το αποτέλεσμα ήταν γελοίο, γιατί οι νεότεροι συγγραφείς ήταν ανιστόρητοι, ενώ ο Τόλκιεν και οι άλλοι ήξεραν πολλοί καλά τι μεγαλοποιούσαν, τι απέκρυπταν και τι αντικαθιστούσαν και για ποιο λόγο τα έκαναν αυτά. Ακολούθησε η εποχή της αμφισβήτησης των προτύπων, ακόμα και της αντιστροφής τους, οι αντιήρωες και ο μεταμοντερνισμός. Κι αυτή πνέει τα λοίσθια πια. Τώρα πια έχουμε χώρο μόνο να ανανεώσουμε τα πρότυπα ή να τα αντικαταστήσουμε με καινούρια.
Η τρέχουσα μόδα λέει πως μόνο τρεις δρόμοι υπάρχουν για να σταθεί ένα καινούριο βιβλίο στο φάνταζυ. Πρώτο, να προσεγγίσει την ιστορική πραγματικότητα όσο το δυνατόν περισσότερο και να πατήσει πάνω στα δύσκολα σημεία, αντί να τα αποφύγει, μετατρέποντας τα σε δυνατά σημεία αντί για αδυναμίες. Παράδειγμα, το «Τραγούδι της Φωτιάς και του Πάγου» του Μάρτιν. Δεύτερη επιλογή, η απαγκίστρωση από κάθε ομοιότητα με συγκεκριμένη ιστορική περίοδο ή τόπο, χωρίς απαγκίστρωση από τη συνέπεια. Επιτυχημένος εκπρόσωπος αυτής της τάσης, ο Έρικσον. Τρίτος δρόμος, η εκμετάλλευση χρονικών περιόδων άλλων από τον μεσαίωνα ή μακρινών πολιτισμών, ένας πραγματικός θησαυρός που το φάνταζυ αγνοούσε κοντόφθαλμα ως τώρα. Παράδειγμα η Λίαν Χερν και οι Οτόρι.
Οι Γάλλοι και οι διάφοροι σλαβικοί λαοί φαίνεται πως τρέχουν να προλάβουν αυτήν την τελευταία τάση. Γράφουν φάνταζυ στις δικές τους γλώσσες, με τοπικό χρώμα. Στην Ελλάδα δεν έχουμε κάνει ιδιαίτερα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν έχουμε καν κατορθώσει να βρούμε έναν ελληνικό όρο για το φάνταζυ, ενώ το Horror και το Science Fiction έχουν αποδοθεί ως Τρόμος και Επιστημονική Φαντασία εδώ και δεκαετίες. Δεν ξέρουμε καν αν θέλουμε να λέμε «το» φάνταζυ ή «η» φάνταζυ. Τη στιγμή που η ύστερη αρχαιότητα και ο πρώιμος μεσαίωνας στην ανατολική μεσόγειο εμπνέουν τον R. Scott Bakker για το Prince of Nothing, ενώ οι Μύριοι του Ξενοφώντα τον Paul Kearney.
Για να επιστρέψουμε στο δίπτυχο Ελλάδα-Ιαπωνία, ο πολιτισμός της Ιαπωνίας είναι από τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα της, το ίδιο κερδοφόρο όπως και οι ηλεκτρικές συσκευές. Ταινίες, κόμικς, παιχνίδια. Βιβλία λιγότερο, αλλά οι διεθνείς επιτυχίες του Μουρακάμι και της Γιόκο Ογκάουα ίσως είναι μόνο η αρχή. Όπου εντοπίζουμε κάτι ποιοτικό, δε συνηθίζουμε να ψάχνουμε και γύρω του; Και γενικότερα πάει καλά στο εξωτερικό η Ιαπωνία, όχι μόνο στην τέχνη, αλλά και την κουζίνα ή τη γλώσσα. Πού οφείλεται αυτό το φαινόμενο; Ας συγκρίνουμε με την Κίνα που βρίσκεται στην ίδια γειτονιά του πλανήτη και πολλοί Έλληνες δεν την ξεχωρίζουν από την Ιαπωνία. Η Κίνα έχει ακόμη αρχαιότερο πολιτισμό από την Ιαπωνία, είναι το ίδιο εξωτική, διαθέτει παραγωγικότατη βιομηχανία του θεάματος κι ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους που μπορούν να τη διαφημίσουν. Αλλά παγκοσμίως οι κινεζόφιλοι είναι ελάχιστοι σε σχέση με τους ιαπωνόφιλους.
Η δική μου ερμηνεία είναι πως η ιαπωνική αφηγηματική τέχνη – είτε μιλάμε για βιβλία, είτε για κόμικς, είτε για ταινίες, είτε για παιχνίδια στον υπολογιστή – είναι ένας συνεχής διάλογος ανάμεσα στο ντόπιο και το ξένο. Άλλες φορές εξαντλεί λεπτομερειακά τη λαογραφία, άλλες φορές βάζει το εγχώριο σπαθί να μονομαχεί με το εισαγόμενο τουφέκι, άλλες πάλι ντύνει τους πρωταγωνιστές του με την τελευταία λέξη της αμερικάνικης μόδας και τους απεικονίζει ίδιους οπτικά ενώ άλλοι είναι Ιάπωνες και μερικοί Γερμανοί. Η γιαπωνέζικη τέχνη δοκιμάζει αμέσως κάθε νέα φόρμα που ανακαλύπτει στο εξωτερικό, την ανακατεύει με τις παραδοσιακές ή την ενσωματώνει με τοπικό χρώμα, ακόμα και φολκλόρ. Το αποτέλεσμα είναι ένας αχταρμάς με χίλια πρόσωπα, αλλά υπάρχει και μια σταθερά. Πότε με ξενομανία και πότε με ξενοφοβία, ο ιαπωνικός πολιτισμός έχει σαν βασικό θέμα τον εαυτό του. Ασχολείται ξανά και ξανά με τη θέση του μέσα στον κόσμο και δίπλα στους άλλους πολιτισμούς. Κι έτσι βρίσκει πάντα κάτι να πει, σε Ιάπωνες και σε ανθρώπους άλλων λαών.
Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011
Παρουσίαση και συνέντευξη

Η αλήθεια είναι πως έχω παραμελήσει το ιστολόγιό μου από την κυκλοφορία του βιβλίου και μετά. Θα επανορθώσω. Θα σηκώσω μια καινούρια Στιγμή την άλλη Πέμπτη το βράδυ. Γιατί τότε; Γιατί θέλω αυτή εδώ η ανάρτηση να μείνει σε πρώτη θέση ως τότε, για πρακτικούς λόγους.
Με χαρά σας ανακοινώνω πως είμαστε έτοιμοι για την πρώτη παρουσίαση του Κορακιού. Αντιγράφω από την πρόσκληση:
Επίσης, ελπίζω να μην έχουμε πάλι αμήχανη έλλειψη ερωτήσεων μετά τις ομιλίες, όπως συχνά συμβαίνει, ούτε να αναλωθούμε σε μια-δυο αναμενόμενες απορίες. Έχουμε ένα θέμα προς συζήτηση στην εκδήλωση (αυτό που προσδιορίζει ο τίτλος της εκδήλωσης, τους φανταστικούς κόσμους με χρώμα διαφορετικό από το τυποποιημένο του δυτικού μεσαίωνα) κι ελπίζω να αποδειχθεί γόνιμο. Θα είναι τιμή μου να σας δω εκεί και να τα πούμε.
Τέλος, η συνέντευξη που αναφέρει ο τίτλος της ανάρτησης είναι αυτή που έδωσα στο sff.gr, το πιο σημαντικό ίσως ελληνικό διαδικτυακό "στέκι" για κάθε είδος φανταστικής λογοτεχνίας, όπου είμαι χρόνια μέλος. Θα την βρείτε εδώ.
Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010
Κυκλοφόρησε!

Το "Κοράκι σε άλικο φόντο" βρίσκεται ήδη στα ράφια. Όπως συμβαίνει με όλα τα βιβλία, η διανομή θα χρειαστεί θα χρειαστεί περίπου δυο εβδομάδες για να ολοκληρωθεί. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάποιος αλγόριθμος για να προβλέψει κανείς πού θα το βρει και πού όχι, είτε μιλάμε για Αθήνα, είτε για επαρχία. Λογικά, ως το Σάββατο (14/11) θα είναι παντού στην Αθήνα και στα μεγάλα της επαρχίας (Θεσσαλονίκη-Πάτρα, τουλάχιστον) και ως το άλλο Σάββατο (21/11) θα βρίσκεται παντού.
Ανέβασα το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου και στο Scribd. Εκεί θα βρείτε και το δελτίο τύπου για το βιβλίο (μια σύντομη περίληψη).
Όπως είχα υποσχεθεί, ιδού και το εξώφυλλο σε ικανοποιητική ανάλυση. Νομίζω η εκτύπωση είναι ελαφρώς πιο σκούρα, ακόμη πιο κοντά στο άλικο. Πάντως η εντυπωσιακή δουλειά που έκανε ο Γιώργος Ναζλής έχει εισπράξει πάρα πολύ θετικά σχόλια και σίγουρα βοηθά το βιβλίο να ξεχωρίσει από τα διπλανά του. Όσοι το πιάσετε στα χέρια σας, μην ξεχάσετε να ρίξετε μια ματιά και στο οπισθόφυλλο, έστω κι αν δεν είναι απόλυτα ορατή η λεπτοδουλειά που έκανε ο καλλιτέχνης εκεί.
Κι οι χάρτες του Ozzo ταλαιπωρήθηκαν λίγο από τη βιβλιοδεσία, όπως συμβαίνει συνήθως, αλλά σίγουρα δε χάνουν τη μεγαλοπρέπειά τους.
Ούτε είναι ώρα για γκρίνιες. Προτιμώ να θυμηθώ και να ευχαριστήσω όσου έβαλαν ένα χεράκι για να φτάσει το βιβλίο σ' εσάς όσο καλύτερο γίνεται. Αν δεν το είχαν τιμήσει οι εκδόσεις Πατάκη με την επιλογή τους, δε θα είχε κυκλοφορήσει. Οπότε, οφείλω μια ανάρτηση για τη συνεργασία μου μαζί τους. Αλλά σήμερα θέλω να πω για τους φίλους που αν δεν είχαν βάλει το χέρι τους, αν δεν είχαν πει τη γνώμη τους, το κείμενο δε θα είχε τη μορφή με την οποία τελικά τυπώθηκε. Δε θέλω να μπω στη λογική του ποιος βοήθησε περισσότερο, ούτε να δώσω μια ξερή αλφαβητική σειρά. Έτσι, με χρονική σειρά, από τους πρώτους που αναμίχθηκαν στην επεξεργασία του κειμένου (και όχι μόνο) όταν ακόμη γραφόταν, ως τους πιο πρόσφατους αρωγούς:
Ευχαριστώ, Θύμιο Μαγγίνα.
Ευχαριστώ, Γιώργο Παούρη.
Ευχαριστώ, Γιώργο Αναγνωστόπουλε.
Ευχαριστώ, Γιώργο Φρέρη.
Ευχαριστώ, Ευθυμία Δεσποτάκη.
Ευχαριστώ, Σπύρο Λουκόπουλε.
Ευχαριστώ, Γιάννη Πλιώτα.
Ευχαριστώ, Παναγιώτη Κροκιδά.
Ευχαριστώ, Αντώνη Πάσχο.
Ευχαριστώ, Αναστασία Τσιότσκα.
Ευχαριστώ, Γιώργο Χατζηκυριάκο.
Ελπίζω να μην ξέχασα κανέναν.
Και για να κλείσουμε λίγο... γλυκά και ιντριγκαδόρικα, ιδού η τούρτα-έκπληξη που έφτιαξε η Ευθυμία για να γιορτάσει η παρέα όταν το βιβλίο πήγε τυπογραφείο:
Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010
Δείγμα γραφής (το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου δωρεάν)
Για όσους κουράζονται να διαβάζουν από την οθόνη ή θέλουν κάτι ακόμη πιο σύντομο, αμέσως μετά ακολουθεί το μικρό απόσπασμα που ο εκδοτικός οίκος επέλεξε για το οπισθόφυλλο ως ενδεικτικό της πένας μου (με την επισήμανση πως το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου δεν είναι σε πρώτο πρόσωπο):
Αυτή τη στιγμή...
... τριάντα δύο σταγόνες βροχής πέφτουν στο κεφάλι μου.
... ο σκοπός στον τέταρτο από αριστερά μου πύργο των τειχών φτερνίζεται – ως την αυγή θα έχει ανεβάσει πυρετό.
... σ’ ένα λιβάδι δυο μέρες δρόμο από δω, μια χρωματιστή νυχτοπεταλούδα σκίζει το κουκούλι της.
... στο κατάστρωμα ενός πλοίου που προσπαθεί να προσεγγίσει το λιμάνι της Φλοίσβης, μια σανίδα τρίζει κάθε φορά που τα κύματα πιέζουν το σκαρί.
... ένας λαγός διασχίζει τα σύνορα της Βασιλείας Αιγλωέων με την Κουβρατία και χάνεται από τα μάτια μου.
Δεν ξέρω αν υπάρχουν άλλοι ή άλλες σαν εμένα. Θα ήταν αδύνατο να συναντηθούμε μεταξύ μας. Είμαι εφτακοσίων έντεκα ετών. Αν είχα την αίσθηση του χρόνου, θα ήμουν κουρασμένη, θα ένιωθα μοναξιά. Αλλά όσο οξυμένες κι αν είναι οι άλλες μου αισθήσεις, αυτή την έχω χάσει.
Είναι αστείο.
Τουλάχιστον, αν θυμάμαι καλά τι πάει να πει «αστείο».
Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010
Στιγμή 10
(Μην αλλάξετε κανάλι, γιατί οι επόμενες Στιγμές θα είναι αφιερωμένες στις κυρίες του βιβλίου)
Γεώταυρος
Σήκωσε τα βαριά βλέφαρά του. Ασθενικές πράσινες ανταύγειες από τις φλόγες στο βάθος των ματιών του απλώθηκαν σαν βρύα στις πέτρες και στους σωρούς από γυμνά οστά. Οστά ανθρώπων που είχε σύρει ως εκεί, ενώ σφάδαζαν και ούρλιαζαν. Παλιά οστά ζώων, εξιλαστήριων θυμάτων που οι χωρικοί τα είχαν πνίξει στα έλη, ελπίζοντας μάταια να τον κατευνάσουν και να ξεγελάσουν την πείνα του για να μην εμφανιστεί. Αρχαία οστά ηρώων που είχαν αναζητήσει το λημέρι του για να τον φονεύσουν.
Η καρδιά του χτύπησε μια φορά και το αίμα κύλησε νωθρά στις φλέβες του. Θα μούγκριζε από οδύνη, μα δεν υπήρχε ακόμη καθόλου αέρας στα τεράστια πνευμόνια του. Πήρε μια πρώτη βαθιά ανάσα. Πόσοι κύκλοι των εποχών είχαν περάσει από το τελευταίο του ξύπνημα; Ακολούθησαν κι άλλοι σφυγμοί, πυκνότεροι, ισχυρότεροι. Ο ιχώρας ζέστανε τα σωθικά του, κόχλασε, έβρασε μέσα του. Η ακατάβλητη δύναμη επέστρεψε στα μέλη του που είχαν μείνει διπλωμένα κάτω από το κορμί του στη διάρκεια της μακροχρόνιας νάρκης. Σηκώθηκε αργά, κυρτώνοντας τη ράχη του για να ξεπιαστεί. Ξεφύσησε κι η καυτή πνοή του εξάτμισε λίγη από την υγρασία του χώρου. Όχι αρκετή για να σταματήσει ο βαρύς αέρας να κολλάει στο πυκνό κόκκινο τρίχωμά του.
Με τα μουδιασμένα ακόμη πόδια του να τρεκλίζουν, διέσχισε το σπήλαιο. Έψαξε στις γωνίες, έσκυψε να δει καλύτερα εκείνο που μάντευε πως δε θα είχε αλλάξει. Οι τρεις αδελφοί του ήταν ακόμη νεκροί. Δεν ήξερε γιατί είχαν προτιμήσει να αναστήσουν μόνο αυτόν, δεν ήξερε πώς τον είχαν επιλέξει, τι ήθελαν να κάνει. Δεν ήξερε καν για ποιον από τους θεούς δούλευε. Κανείς δεν είχε καταδεχτεί να εμφανιστεί μπροστά του, κανενός το ναό δεν είχε δει έξω στα χωριά.
Μαζί με τη θέρμη στο κορμί του είχε επιστρέψει και η οργή στον νου του, η δίψα για αίμα. Πήρε τον ανηφορικό δρόμο. Στο στενότερο σημείο της σήραγγας, έσκυψε το κερασφόρο του κεφάλι και έβαλε όλη του τη δύναμη για να προχωρήσει. Τα πλευρά του ξύστηκαν στις πέτρες, βγάζοντας έναν στριγκό μεταλλικό ήχο και πετώντας σπίθες. Έφτασε στο νερό και βούτηξε χωρίς δισταγμό.
Κολύμπησε, νιώθοντας το νερό να βράζει γύρω του. Αναδύθηκε από τα στάσιμα νερά καλυμμένος με λάσπη και ξεριζωμένα νούφαρα. Προχώρησε ως την κοντινότερη συστάδα καλαμιών και πάτησε στην ξηρά. Μουγκάνισε βροντερά για να δηλώσει την παρουσία του και το έδαφος σείστηκε από μια μικρή δόνηση. Κυρίαρχος και πάλι. Δυνατός. Τρομερός.
Και πάλι δεν ήρθε κανένα όραμα να τον βρει. Δεν είχε συγκεκριμένο σκοπό, συγκεκριμένα όρια. Δεν του επέβαλαν κάποιον τόπο στον οποίο να περιορίσει την τιμωρία της παρουσίας του, κάποια συγκεκριμένη κατηγορία θυμάτων που έπρεπε αποκλειστικά να επιλέγει, κάποια μέθοδο που επιβαλλόταν να χρησιμοποιήσει. Δεν είχε ιδέα τι του ζητούσαν να πράξει πριν επιστρέψει στη λήθη. Αυτή η ελευθερία επιλογής τού ήταν αφύσικη, τον τρόμαζε και τον μπέρδευε. Τον θύμωνε. Τι άλλο να κάνει παρά να τσακίσει όσα χωριά έβρισκε στο δρόμο του, να μην αφήσει πέτρα πάνω σε πέτρα, ειδικά στους ναούς που η εγγύτητά τους του προξενούσε δυσφορία, ακόμη και πόνο; Το μόνο που έμενε ν’ αποφασίσει ήταν αν θα περιπλανιόταν πάνω ή κάτω από το ποτάμι αυτή τη φορά.
Άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνση της αυγής, τα ρουθούνια του γεμάτα από τις μυρωδιές του ζωντανού κόσμου. Τσαλαπάτησε μικρούς θάμνους, ένιωσε με ευχαρίστηση δέντρα και μικρούς βράχους να κομματιάζονται από τα μαύρα κέρατά του. Έκλεισε τα μάτια για να απολαύσει τη στιγμή.
Ξαφνικά σταμάτησε, όσο πιο γρήγορα του επέτρεπε η ορμή του θηριώδους κορμιού του.
Είχε επικρατήσει απόλυτη, αφύσικη ησυχία. Τα πουλιά είχαν πετάξει μακριά και τα ζωντανά του δάσους είχαν λουφάξει τρομοκρατημένα. Κι εκείνος δεν ανέπνεε καν. Το μόνο που κουνούσε ήταν τα μυτερά αυτιά του, αναζητώντας την καλύτερη κλίση για να αφουγκραστεί. Αγκομαχητό, πόδια που σέρνονταν προσπαθώντας να μην κάνουν θόρυβο, ζωντανό ξύλο που παραμέριζε τρίζοντας αμυδρά. Ακολούθησε τους ήχους, πολτοποιώντας πεσμένα φύλλα στο διάβα του, συνθλίβοντας ξερά κλαδιά.
Έφτασε στο φρύδι του λόφου. Έσκυψε και είδε τη ματωμένη γυναίκα με τα σκισμένα ενδύματα να προχωρά ανάμεσα στους θάμνους, αγνοώντας το μονοπάτι. Τα μάτια της ήταν υγρά. Φοβόταν και υπέφερε. Ωραία. Πιο κάτω στην πλαγιά, τρεις άντρες την έψαχναν, με σιδερένιες ακίδες στα χέρια. Τρεις μικρές ψυχές, τρεις ζωές που αυτός μπορούσε να τις σβήσει μέσα σε μια στιγμή καθώς θα κατηφόριζε, δίχως καν να σταθεί. Το κουρέλιασμα της σάρκας τους δε θα χόρταινε το μίσος του για πάνω από μια στιγμή. Αλλά κάτι θα ήταν, ώσπου να βρει πιο πολλά θύματα συγκεντρωμένα.
Σαν από προαίσθημα, η γυναίκα ύψωσε το κεφάλι της και το βλέμμα της διασταυρώθηκε με το δικό του. Δεν μπόρεσε να ουρλιάξει από τρόμο, γιατί ο πανικός έφραξε το λαιμό της. Του άρεσε αυτό. Ετοιμάστηκε να μουγκανίσει για να τον αντιληφθούν κι οι άλλοι, να οσφρανθεί την ευωδιά του κρύου ιδρώτα που θα τους έλουζε πριν τους τσακίσει. Έσκαψε το χώμα ανυπόμονα με την οπλή του. Μα κάτι τον έκανε να διστάζει. Βιαζόταν. Η όρεξη να σπείρει τον όλεθρο σε όσους πιο πολλούς προλάβει, πριν ξαναπέσει σε νάρκη, τον κατέτρωγε σαν τη μεγαλύτερη πείνα, τον μαστίγωνε και τον καθοδηγούσε σαν τη βέργα του ζευγολάτη.
Αλλά κάτι από το μαρτύριο της γυναίκας μιλούσε μέσα του, τραγουδούσε στον καυτό ιχώρα στις φλέβες του. Μήπως να σκότωνε μόνο τους άντρες κι εκείνη να την κρατούσε για λίγο ζωντανή, να επέτεινε την οδύνη της;





