Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Τι είπα στην παρουσίαση




Δεν έχω ιδέα.

Από τη μια, δε μου πολυαρέσει όταν σε μια παρουσίαση κάποιος διαβάζει έτοιμο κείμενο. Κάτι τέτοιο επιτρέπει μεν καλύτερη ροή του λόγου και πιο εντυπωσιακές εκφράσεις, αλλά νομίζω πως αφαιρεί από την αμεσότητα. Δεν μετράς τις αντιδράσεις του κοινού, δεν κοιτάς τον κόσμο στα μάτια, δεν προσαρμόζεις τα λόγια και το ρυθμό σου. Τι δεν κατάλαβαν και θα ήταν καλύτερο να το αναλύσεις λίγο παραπάνω; Τι τράβηξε το ενδιαφέρον και είναι καλό να επιμείνεις; Τι δεν τράβηξε το ενδιαφέρον κι έτσι είναι καλό να το προσπεράσεις; Εν ολίγοις, ήθελα να έχω απάντηση σ' αυτά τα ερωτήματα κι έτσι είχα ένα προσχέδιο ομιλίας, αλλά δεν το διάβασα, το ακολούθησα αυτοσχεδιάζοντας.

Ο άλλος λόγος που δεν ξέρω τι είπα είναι πως κατόρθωσα να μην πάρω μαζί μου την ολοκληρωμένη μορφή των σημειώσεων για την ομιλία μου, αλλά κάποια μισοτελειωμένη. Οπότε, κάποια πράγματα αναγκάστηκα να τα πω καθαρά από μνήμης. Και αυτοσχεδιαστικά.

Οπότε, ίσως ο τίτλος αυτής εδώ της ανάρτησης θα έπρεπε να είναι: "τι σκόπευα να πω στην παρουσίασή". Για να μην αναφέρω και το άγχος που με έκανε να μπερδεύω λίγο τα λόγια μου, ως τρίτο λόγο που δεν ξέρω τι ακριβώς είπα. Πάντως οι γνώμες που έλαβα εκ των υστέρων ήταν μάλλον θετικές και με τίμησαν αρκετοί άνθρωποι με την παρουσία τος.

Χωρίς περαιτέρω σάλτσες, λοιπόν, σας παρουσιάζω τις σημειώσεις για την ομιλία μου, στην ολοκληρωμένη τους μορφή.

Ακούσαμε για τη μεσαιωνική Ελλάδα και τη φεουδαρχική Ιαπωνία. Έχουν καμιά σχέση αυτά τα δύο; Το χρονικό τέλος της μιας συμπίπτει χρονικά με τις απαρχές της άλλης, αλλά αυτό είναι μάλλον ανούσια διαπίστωση όταν μιλάμε για δυο τόπους τόσο μακρινούς ώστε ο ένας να μην έχει καν ακουστά τον άλλο.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι μιλάμε για δυο χώρες με κοινό υπόβαθρο: σεισμογενείς, μακρόστενες από βορρά προς νότο, έτσι που να παρουσιάζουν θαυμαστή βιοποικιλότητα, με έναν από τους ελάχιστους πολιτισμούς που συνδυάζουν τεράστια χρονική διάρκεια και ευρεία ακτινοβολία. Δηλαδή, οι δυο λαοί αναπτύχθηκαν σε συναφείς συνθήκες κι ίσως οι διαφορά στην ιδιοσυγκρασία τους να οφείλεται σε διαφορές επίσης θεμελιώδεις, όπως η κομβική θέση της Ελλάδας σε αντιδιαστολή με την απομόνωση της Ιαπωνίας. Μα αυτό είναι σαν τη φράση που αποδίδει ο Πλάτωνας στον Πρωταγόρα, πως ακόμα και το άσπρο με το μαύρο κάπου μοιάζουν.

Η αλήθεια είναι Ελλάδα και Ιαπωνία στις συγκεκριμένες εποχές ούτε είναι παρόμοιες, ούτε αντίθετες. Απλά παρουσιάζουν τόσο μεγάλη διαφορά που είναι πολύ δύσκολο να τις συγκρίνει κανείς.

Ας πούμε, στην Ιαπωνία έχουμε ένα είδος απολυταρχικής αριστοκρατίας το οποίο όμως αντισταθμίζεται από κοινωνικούς και ηθικούς περιορισμούς που είναι μεγαλύτεροι και αυστηρότεροι όσο υψηλότερα στην κοινωνική κλίμακα βρίσκεται κανείς, με το ασφυκτικό bushido των σαμουράι στην κορυφή. Μπορεί, δηλαδή, ένας άρχοντας να έχει εξουσία ζωής και θανάτου πάνω στους χωρικούς που καλλιεργούν τη γη του, μα δεν έχει την ελευθερία να εκφράζει τα συναισθήματά του δημόσια ή να κάνει κυριολεκτικά ό,τι θέλει, δίχως κάποιο πρόσχημα που να επικαλείται κάποιο δικαίωμά του για να παρέμβει σε μια κατάσταση. Ένα στραβοπάτημα μπορεί να επιφέρει το όνειδος που το συνοδεύει η πλήρης απαξίωση από τους άλλους άρχοντες, την οποία την ξεπλένει κάποιες φορές μόνο η αυτοκτονία.

Στις ελληνόφωνες περιοχές, η ιδέα των «ευγενών» δεν ευδοκίμησε ποτέ. Δεν υπήρξαν κόμητες και βαρώνοι και λόρδοι. Κληρονομεί κανείς την περιουσία των γονιών του, τη φήμη τους, αλλά δεν είναι προστατευμένα διά νόμου. Τα αξιώματα απονέμονται και δεν κληροδοτούνται. Η μόρφωση είναι διαχρονικά το ίδιο ισχυρός παράγοντας για να αποκτήσει κανείς αξιώματα, όσο ο πλούτος ή οι γνωριμίες. Αποτελεί ένδειξη πως κάποιος θα ανταπεξέλθει σε διαχειριστικές υποχρεώσεις και συνοδεύεται από κοινωνική καταξίωση.

Η καθημερινή ζωή στην Ιαπωνία του παρελθόντος χαρακτηριζόταν από θαυμαστές για την απλότητα και πρακτικότητά τους λεπτομέρειες. Συνδύαζε τη λιτότητα και την εκλέπτυνση, με τους τοίχους από ρυζόχαρτο, το λακαρισμένο ξύλο που δίνει ακόμη και πανοπλίες και φυσικά την περίφημη κατάνα. Και στον τομέα των χόμπι, γέννησε ορισμένα από τα πιο εντυπωσιακά, όπως η καλλιγραφία, το οριγκάμι και η ανθοδετική, όλα τους καθορισμένα από πλήθος κανόνων και θεωρούμενα άξια θαυμασμού.

Στην Ελλάδα, από την άλλη, η τεχνολογία έδωσε εντυπωσιακά αποτελέσματα, ακόμη και αιώνες μετά τη σύλληψη του αντίστοιχου επιστημονικού κανόνα, για παράδειγμα όταν το Βυζάντιο εφάρμοσε τις ιδέες των επιστημόνων της ελληνιστικής εποχής, στην αρχιτεκτονική, στις πολεμικές μηχανές ή και για καθαρά αισθητικά αποτελέσματα, όπως τα ατμοκίνητα αυτόματα του αυτοκρατορικού παλατιού. Η ύπαρξη ισχυρής κεντρικής εξουσίας επέτρεψε τη συντήρηση οδικού δικτύου, υδραγωγείων και άλλων έργων κοινής ωφέλειας, αλλά αυτό δεν είναι μοναδικό. Οι πρωτοφανείς ιδέες που εμείς έχουμε μάθει να τις θεωρούμε τέκνο των δυο τελευταίων αιώνων. Είναι οι θεσμοί διακυβέρνησης και διαχείρισης, όπως το τελωνείο και το οργανωμένο δικαστικό σύστημα. Και τα ιδρύματα, όπως το ορφανοτροφείο και η δωρεάν κλινική.

Θα μπορούσα να αντιπαραβάλω ένα σωρό πράγματα ακόμη, τις μουσικές των δυο λαών, το υγρό πυρ και τις συζύγους των σαμουράι που εκπαιδεύονταν σε όπλα φτιαγμένα ειδικά για γυναίκες, αλλά αυτό που θέλω να πω είναι πολύ απλό. Η μεσαιωνική Ελλάδα κι η φεουδαρχική Ιαπωνία έχουν στοιχεία που με τα σύγχρονα μέτρα είναι ενδιαφέροντα ή πρωτότυπα και μπορούμε να τα τοποθετήσουμε αυτούσια μέσα σε ένα λογοτέχνημα του φανταστικού.

Από την άλλη, αν πάμε στο φάνταζυ όπως το ξέρουμε, οι πραγματικοί πατέρες του είναι ο Τόλκιεν, ο Έντισον (αυτός με τον Ουροβόρο Όφι) και ο Βάγκνερ (αυτός με τις όπερες), δυτικοευρωπαίοι που θέλησαν να ξαναζωντανέψουν τις παραδόσεις των τόπων τους, κελτικές και γερμανικές (με την ευρεία έννοια), ή ακόμη και να μιμηθούν σε δομή και γραφή τα έπη των προγόνων τους, τα σάγκα. Σαν τον Σκοτ, βέβαια, τον συγγραφέα του Ιβανόη, δε μπορούν να μιλήσουν για τον πραγματικό δυτικοευρωπαϊκό μεσαίωνα. Προσεγγίζουν μια εξιδανικευμένη βικτωριανή εκδοχή του, στην οποία τα ιδανικά είναι υψηλότερα απ’ ότι υπήρξαν πραγματικά, η σκέψη βαθύτερη, η υγιεινή καλύτερη και η κλίμακα μεγαλύτερη. Τα κάστρα που χτίστηκαν πριν την Αναγέννηση είναι μάλλον μικρά και άσχημα, οι μάχες που έκριναν τον κόσμο ούτε κατά διάνοια επικές, υπόθεση ελάχιστων χιλιάδων ατόμων. Η δυτική Ευρώπη ήταν ένα μάλλον άχρωμο και ανιαρό μέρος πριν τις σταυροφορίες. Κι ακόμη και τότε, είχε πολλά χαρακτηριστικά που δε θα ενθουσίαζαν έναν σύγχρονο αναγνώστη.

Αλλά εγώ δεν είμαι εδώ για να πω πόσο καλύτερο είναι το παρελθόν των δικών μου προγόνων κι οι μύθοι τους. Μου φαίνεται προφανές πως οι παραστάσεις αυτές θα πρέπει να ταιριάζουν καλύτερα με την ιδιοσυγκρασία όσων βρισκόμαστε εδώ μέσα, να μας εμπνέουν πολύ περισσότερες ιδέες απ’ ότι οι Βίκινγκς ή οι ιππότες και να μας αγγίζουν περισσότερο σαν αναγνώστες τα βιβλία που γεννήθηκαν από αυτές. Να πούμε και του στραβού το δίκιο, πώς να συγκριθεί το αγγλοσαξωνικής ατμόσφαιρας βιβλίο ενός Έλληνα με εκείνο που θα γράψει ένας αληθινός αγγλοσάξωνας, ο οποίος διαποτίστηκε από τα παιδικά του χρόνια με τον αντίστοιχο πολιτισμό, τη νοοτροπία και τις εικόνες;

Μα ούτε κι εδώ θα επιμείνω.

Η διεθνής αγορά του φανταστικού μιλάει από μόνη της. Οι μιμήσεις των πρωτεργατών έχουν φέρει τον κορεσμό, θολές αντανακλάσεις ενός πράγματος που ήδη ήταν αντανάκλαση. Πόσες παραλλαγές να χωρέσουν πια πριν έρθει ο κορεσμός, ειδικά όταν δεν έχουν συνέπεια και ρεαλισμό; Συχνά το αποτέλεσμα ήταν γελοίο, γιατί οι νεότεροι συγγραφείς ήταν ανιστόρητοι, ενώ ο Τόλκιεν και οι άλλοι ήξεραν πολλοί καλά τι μεγαλοποιούσαν, τι απέκρυπταν και τι αντικαθιστούσαν και για ποιο λόγο τα έκαναν αυτά. Ακολούθησε η εποχή της αμφισβήτησης των προτύπων, ακόμα και της αντιστροφής τους, οι αντιήρωες και ο μεταμοντερνισμός. Κι αυτή πνέει τα λοίσθια πια. Τώρα πια έχουμε χώρο μόνο να ανανεώσουμε τα πρότυπα ή να τα αντικαταστήσουμε με καινούρια.

Η τρέχουσα μόδα λέει πως μόνο τρεις δρόμοι υπάρχουν για να σταθεί ένα καινούριο βιβλίο στο φάνταζυ. Πρώτο, να προσεγγίσει την ιστορική πραγματικότητα όσο το δυνατόν περισσότερο και να πατήσει πάνω στα δύσκολα σημεία, αντί να τα αποφύγει, μετατρέποντας τα σε δυνατά σημεία αντί για αδυναμίες. Παράδειγμα, το «Τραγούδι της Φωτιάς και του Πάγου» του Μάρτιν. Δεύτερη επιλογή, η απαγκίστρωση από κάθε ομοιότητα με συγκεκριμένη ιστορική περίοδο ή τόπο, χωρίς απαγκίστρωση από τη συνέπεια. Επιτυχημένος εκπρόσωπος αυτής της τάσης, ο Έρικσον. Τρίτος δρόμος, η εκμετάλλευση χρονικών περιόδων άλλων από τον μεσαίωνα ή μακρινών πολιτισμών, ένας πραγματικός θησαυρός που το φάνταζυ αγνοούσε κοντόφθαλμα ως τώρα. Παράδειγμα η Λίαν Χερν και οι Οτόρι.

Οι Γάλλοι και οι διάφοροι σλαβικοί λαοί φαίνεται πως τρέχουν να προλάβουν αυτήν την τελευταία τάση. Γράφουν φάνταζυ στις δικές τους γλώσσες, με τοπικό χρώμα. Στην Ελλάδα δεν έχουμε κάνει ιδιαίτερα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν έχουμε καν κατορθώσει να βρούμε έναν ελληνικό όρο για το φάνταζυ, ενώ το Horror και το Science Fiction έχουν αποδοθεί ως Τρόμος και Επιστημονική Φαντασία εδώ και δεκαετίες. Δεν ξέρουμε καν αν θέλουμε να λέμε «το» φάνταζυ ή «η» φάνταζυ. Τη στιγμή που η ύστερη αρχαιότητα και ο πρώιμος μεσαίωνας στην ανατολική μεσόγειο εμπνέουν τον R. Scott Bakker για το Prince of Nothing, ενώ οι Μύριοι του Ξενοφώντα τον Paul Kearney.

Για να επιστρέψουμε στο δίπτυχο Ελλάδα-Ιαπωνία, ο πολιτισμός της Ιαπωνίας είναι από τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα της, το ίδιο κερδοφόρο όπως και οι ηλεκτρικές συσκευές. Ταινίες, κόμικς, παιχνίδια. Βιβλία λιγότερο, αλλά οι διεθνείς επιτυχίες του Μουρακάμι και της Γιόκο Ογκάουα ίσως είναι μόνο η αρχή. Όπου εντοπίζουμε κάτι ποιοτικό, δε συνηθίζουμε να ψάχνουμε και γύρω του; Και γενικότερα πάει καλά στο εξωτερικό η Ιαπωνία, όχι μόνο στην τέχνη, αλλά και την κουζίνα ή τη γλώσσα. Πού οφείλεται αυτό το φαινόμενο; Ας συγκρίνουμε με την Κίνα που βρίσκεται στην ίδια γειτονιά του πλανήτη και πολλοί Έλληνες δεν την ξεχωρίζουν από την Ιαπωνία. Η Κίνα έχει ακόμη αρχαιότερο πολιτισμό από την Ιαπωνία, είναι το ίδιο εξωτική, διαθέτει παραγωγικότατη βιομηχανία του θεάματος κι ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους που μπορούν να τη διαφημίσουν. Αλλά παγκοσμίως οι κινεζόφιλοι είναι ελάχιστοι σε σχέση με τους ιαπωνόφιλους.

Η δική μου ερμηνεία είναι πως η ιαπωνική αφηγηματική τέχνη – είτε μιλάμε για βιβλία, είτε για κόμικς, είτε για ταινίες, είτε για παιχνίδια στον υπολογιστή – είναι ένας συνεχής διάλογος ανάμεσα στο ντόπιο και το ξένο. Άλλες φορές εξαντλεί λεπτομερειακά τη λαογραφία, άλλες φορές βάζει το εγχώριο σπαθί να μονομαχεί με το εισαγόμενο τουφέκι, άλλες πάλι ντύνει τους πρωταγωνιστές του με την τελευταία λέξη της αμερικάνικης μόδας και τους απεικονίζει ίδιους οπτικά ενώ άλλοι είναι Ιάπωνες και μερικοί Γερμανοί. Η γιαπωνέζικη τέχνη δοκιμάζει αμέσως κάθε νέα φόρμα που ανακαλύπτει στο εξωτερικό, την ανακατεύει με τις παραδοσιακές ή την ενσωματώνει με τοπικό χρώμα, ακόμα και φολκλόρ. Το αποτέλεσμα είναι ένας αχταρμάς με χίλια πρόσωπα, αλλά υπάρχει και μια σταθερά. Πότε με ξενομανία και πότε με ξενοφοβία, ο ιαπωνικός πολιτισμός έχει σαν βασικό θέμα τον εαυτό του. Ασχολείται ξανά και ξανά με τη θέση του μέσα στον κόσμο και δίπλα στους άλλους πολιτισμούς. Κι έτσι βρίσκει πάντα κάτι να πει, σε Ιάπωνες και σε ανθρώπους άλλων λαών.

Θα μου επιτρέψετε να κλείσω αφήνοντας λίγο μετέωρα τα πράγματα, χωρίς καμιά βαρύγδουπη δήλωση και χωρίς να πλέξω υπερβολικά σφιχτά όλα όσα είπα, αλλά να σας αφήσω χώρο να τα σκεφτείτε μόνοι σας. Αποποιούμαι τα εύκολα συμπεράσματα. Δε λέω πως είμαστε η πατρίδα του φάνταζυ, ούτε πως έχουμε πλουσιότερο μυθικό υλικό από τους υπόλοιπους λαούς. Ειδικά όσο δεν κάνουμε τον κόπο να ασχοληθούμε μ’ αυτό και να το γνωρίσουμε. Δε λέω ότι είναι μονόδρομος το να δώσουμε ελληνικό χρώμα στο εγχώριο φάνταζυ. Εγώ για ευκαιρία το βλέπω κι έναν δρόμο μεταξύ άλλων ισότιμων. Ούτε θα σας πω πως σε μια περίοδο που σαν χώρα αντιμετωπίζουμε δυσκολία στην παραγωγή υλικών αγαθών, μπορούμε να κάνουμε εξαγωγή πνεύματος όπως οι Ιάπωνες. Κρίνετε μόνοι σας αν έχουμε αυτή τη δυνατότητα.

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

Παρουσίαση και συνέντευξη


Η αλήθεια είναι πως έχω παραμελήσει το ιστολόγιό μου από την κυκλοφορία του βιβλίου και μετά. Θα επανορθώσω. Θα σηκώσω μια καινούρια Στιγμή την άλλη Πέμπτη το βράδυ. Γιατί τότε; Γιατί θέλω αυτή εδώ η ανάρτηση να μείνει σε πρώτη θέση ως τότε, για πρακτικούς λόγους.

Με χαρά σας ανακοινώνω πως είμαστε έτοιμοι για την πρώτη παρουσίαση του Κορακιού. Αντιγράφω από την πρόσκληση:


Οι ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ σας προσκαλούν
την Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011 στις 07.00 μ.μ.
στο Βιβλιοπωλείο Πατάκη
(Ακαδημίας 65, Αθήνα)
στην παρουσίαση των βιβλίων:

Κοράκι σε άλικο φόντο
του Ελευθέριου Κεραμίδα
και
Το δίχτυ του ουρανού
από τη σειρά Μύθοι των Οτόρι της Λίαν Χέρν

Για τα βιβλία θα μιλήσουν οι:
Μαρία Τοπάλη, ποιήτρια
Μάκης Πανώριος, συγγραφέας- ηθοποιός
Ελευθέριος Κεραμίδας, συγγραφέας

προβολή φωτογραφιών Αντώνης Τσούλος


Πέρα από αυτά τα τυπικά, να πω ότι θέλουμε να κάνουμε κάτι λίγο διαφορετικό και πιο ενδιαφέρον από την τυποποιημένη παρουσίαση βιβλίου. Συνήθως οι παρουσιάσεις στην Ελλάδα απευθύνονται σε ανθρώπους εξοικειωμένους με το συγγραφέα ή το έργο του, αυτούς δηλαδή που είτε έχουν από πριν διαβάσει το βιβλίο, είτε έχουν ήδη αποφασίσει να το κάνουν στο προσεχές μέλλον. Όμως το θεωρητικό νόημα μιας παρουσίασης είναι να προβληθεί το βιβλίο σε τρίτους, να πείσει τους εν δυνάμει αναγνώστες. Συνδυάζοντας δυο βιβλία στην ίδια εκδήλωση, εξασφαλίζεις πως το καθένα θα είναι άγνωστο περίπου στους μισούς. Καλή αρχή. Από την άλλη, οι λάτρεις του ιαπωνικού πολιτισμού έχουν λόγο να παραβρεθούν, καθώς θα έχουμε επίδειξη ιαπωνικής καλλιγραφίας και άλλα ενδιαφέροντα.

Επίσης, ελπίζω να μην έχουμε πάλι αμήχανη έλλειψη ερωτήσεων μετά τις ομιλίες, όπως συχνά συμβαίνει, ούτε να αναλωθούμε σε μια-δυο αναμενόμενες απορίες. Έχουμε ένα θέμα προς συζήτηση στην εκδήλωση (αυτό που προσδιορίζει ο τίτλος της εκδήλωσης, τους φανταστικούς κόσμους με χρώμα διαφορετικό από το τυποποιημένο του δυτικού μεσαίωνα) κι ελπίζω να αποδειχθεί γόνιμο. Θα είναι τιμή μου να σας δω εκεί και να τα πούμε.


Τέλος, η συνέντευξη που αναφέρει ο τίτλος της ανάρτησης είναι αυτή που έδωσα στο sff.gr, το πιο σημαντικό ίσως ελληνικό διαδικτυακό "στέκι" για κάθε είδος φανταστικής λογοτεχνίας, όπου είμαι χρόνια μέλος. Θα την βρείτε εδώ.

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

Κυκλοφόρησε!


Το "Κοράκι σε άλικο φόντο" βρίσκεται ήδη στα ράφια. Όπως συμβαίνει με όλα τα βιβλία, η διανομή θα χρειαστεί θα χρειαστεί περίπου δυο εβδομάδες για να ολοκληρωθεί. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάποιος αλγόριθμος για να προβλέψει κανείς πού θα το βρει και πού όχι, είτε μιλάμε για Αθήνα, είτε για επαρχία. Λογικά, ως το Σάββατο (14/11) θα είναι παντού στην Αθήνα και στα μεγάλα της επαρχίας (Θεσσαλονίκη-Πάτρα, τουλάχιστον) και ως το άλλο Σάββατο (21/11) θα βρίσκεται παντού.

Ανέβασα το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου και στο Scribd. Εκεί θα βρείτε και το δελτίο τύπου για το βιβλίο (μια σύντομη περίληψη).

Όπως είχα υποσχεθεί, ιδού και το εξώφυλλο σε ικανοποιητική ανάλυση. Νομίζω η εκτύπωση είναι ελαφρώς πιο σκούρα, ακόμη πιο κοντά στο άλικο. Πάντως η εντυπωσιακή δουλειά που έκανε ο Γιώργος Ναζλής έχει εισπράξει πάρα πολύ θετικά σχόλια και σίγουρα βοηθά το βιβλίο να ξεχωρίσει από τα διπλανά του. Όσοι το πιάσετε στα χέρια σας, μην ξεχάσετε να ρίξετε μια ματιά και στο οπισθόφυλλο, έστω κι αν δεν είναι απόλυτα ορατή η λεπτοδουλειά που έκανε ο καλλιτέχνης εκεί.

Κι οι χάρτες του Ozzo ταλαιπωρήθηκαν λίγο από τη βιβλιοδεσία, όπως συμβαίνει συνήθως, αλλά σίγουρα δε χάνουν τη μεγαλοπρέπειά τους.

Ούτε είναι ώρα για γκρίνιες. Προτιμώ να θυμηθώ και να ευχαριστήσω όσου έβαλαν ένα χεράκι για να φτάσει το βιβλίο σ' εσάς όσο καλύτερο γίνεται. Αν δεν το είχαν τιμήσει οι εκδόσεις Πατάκη με την επιλογή τους, δε θα είχε κυκλοφορήσει. Οπότε, οφείλω μια ανάρτηση για τη συνεργασία μου μαζί τους. Αλλά σήμερα θέλω να πω για τους φίλους που αν δεν είχαν βάλει το χέρι τους, αν δεν είχαν πει τη γνώμη τους, το κείμενο δε θα είχε τη μορφή με την οποία τελικά τυπώθηκε. Δε θέλω να μπω στη λογική του ποιος βοήθησε περισσότερο, ούτε να δώσω μια ξερή αλφαβητική σειρά. Έτσι, με χρονική σειρά, από τους πρώτους που αναμίχθηκαν στην επεξεργασία του κειμένου (και όχι μόνο) όταν ακόμη γραφόταν, ως τους πιο πρόσφατους αρωγούς:

Ευχαριστώ, Θύμιο Μαγγίνα.
Ευχαριστώ, Γιώργο Παούρη.
Ευχαριστώ, Γιώργο Αναγνωστόπουλε.
Ευχαριστώ, Γιώργο Φρέρη.
Ευχαριστώ, Ευθυμία Δεσποτάκη.
Ευχαριστώ, Σπύρο Λουκόπουλε.
Ευχαριστώ, Γιάννη Πλιώτα.
Ευχαριστώ, Παναγιώτη Κροκιδά.
Ευχαριστώ, Αντώνη Πάσχο.
Ευχαριστώ, Αναστασία Τσιότσκα.
Ευχαριστώ, Γιώργο Χατζηκυριάκο.

Ελπίζω να μην ξέχασα κανέναν.

Και για να κλείσουμε λίγο... γλυκά και ιντριγκαδόρικα, ιδού η τούρτα-έκπληξη που έφτιαξε η Ευθυμία για να γιορτάσει η παρέα όταν το βιβλίο πήγε τυπογραφείο:

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

Δείγμα γραφής (το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου δωρεάν)

Η κυκλοφορία του πρώτου μυθιστορήματος των Γιων της Στάχτης είναι θέμα ημερών, εκτός απροόπτου. Όπως κάθε συγγραφέας, θέλω να αποκτήσω όσο περισσότερους αναγνώστες γίνεται. Όχι όμως να αγγαρέψω ανθρώπους που θα με διαβάσουν από υποχρέωση (π.χ. επειδή με γνωρίζουν) ή θα πέσουν πάνω μου εντελώς στα τυφλά (π.χ. από μια φήμη που δεν ξέρουν αν πρέπει να εμπιστευτούν). Γι’ αυτό προσφέρω το πρώτο εισαγωγικό κεφάλαιο του «Κορακιού», 24 σελίδες μεσαίου σχήματος, ακριβώς όπως στάλθηκε στον τυπογράφο. Θα το βρείτε εδώ (σε μικρό και ελαφρύ pdf). Δεν αρκεί για να κατανοήσει κανείς όλη την έκταση της πλοκής, αλλά σίγουρα αποτελεί μια καλή πρόγευση του ύφους και του είδους του κειμένου. Έτσι, έχει ο καθένας τη δυνατότητα αν θέλει να κρίνει αν το «Κοράκι σε άλικο φόντο» είναι ένα βιβλίο που τον αφορά και στην ανάγνωση του οποίου θέλει να επενδύσει χρόνο.

Για όσους κουράζονται να διαβάζουν από την οθόνη ή θέλουν κάτι ακόμη πιο σύντομο, αμέσως μετά ακολουθεί το μικρό απόσπασμα που ο εκδοτικός οίκος επέλεξε για το οπισθόφυλλο ως ενδεικτικό της πένας μου (με την επισήμανση πως το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου δεν είναι σε πρώτο πρόσωπο):


Αυτή τη στιγμή...

... τριάντα δύο σταγόνες βροχής πέφτουν στο κεφάλι μου.

... ο σκοπός στον τέταρτο από αριστερά μου πύργο των τειχών φτερνίζεται – ως την αυγή θα έχει ανεβάσει πυρετό.

... σ’ ένα λιβάδι δυο μέρες δρόμο από δω, μια χρωματιστή νυχτοπεταλούδα σκίζει το κουκούλι της.

... στο κατάστρωμα ενός πλοίου που προσπαθεί να προσεγγίσει το λιμάνι της Φλοίσβης, μια σανίδα τρίζει κάθε φορά που τα κύματα πιέζουν το σκαρί.

... ένας λαγός διασχίζει τα σύνορα της Βασιλείας Αιγλωέων με την Κουβρατία και χάνεται από τα μάτια μου.

Δεν ξέρω αν υπάρχουν άλλοι ή άλλες σαν εμένα. Θα ήταν αδύνατο να συναντηθούμε μεταξύ μας. Είμαι εφτακοσίων έντεκα ετών. Αν είχα την αίσθηση του χρόνου, θα ήμουν κουρασμένη, θα ένιωθα μοναξιά. Αλλά όσο οξυμένες κι αν είναι οι άλλες μου αισθήσεις, αυτή την έχω χάσει.

Είναι αστείο.

Τουλάχιστον, αν θυμάμαι καλά τι πάει να πει «αστείο».

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Στιγμή 10

Κάποιοι μου είπαν πως οι δυο προηγούμενοι "κακοί" χαρακτήρες που παρουσίασα εκ πρώτης όψεως δεν φαίνονται πολύ κακοί (χωρίς εισαγωγικά). Δείτε, λοιπόν, κι ένα πραγματικό τέρας. Αλλά μην ξεχνάτε πως κι αυτό έχεις τις σκέψεις και τα κίνητρά του. Αν είχε μόνο ένστικτα, θα ήταν απλά ζώο.

(Μην αλλάξετε κανάλι, γιατί οι επόμενες Στιγμές θα είναι αφιερωμένες στις κυρίες του βιβλίου)

Γεώταυρος

Σήκωσε τα βαριά βλέφαρά του. Ασθενικές πράσινες ανταύγειες από τις φλόγες στο βάθος των ματιών του απλώθηκαν σαν βρύα στις πέτρες και στους σωρούς από γυμνά οστά. Οστά ανθρώπων που είχε σύρει ως εκεί, ενώ σφάδαζαν και ούρλιαζαν. Παλιά οστά ζώων, εξιλαστήριων θυμάτων που οι χωρικοί τα είχαν πνίξει στα έλη, ελπίζοντας μάταια να τον κατευνάσουν και να ξεγελάσουν την πείνα του για να μην εμφανιστεί. Αρχαία οστά ηρώων που είχαν αναζητήσει το λημέρι του για να τον φονεύσουν.

Η καρδιά του χτύπησε μια φορά και το αίμα κύλησε νωθρά στις φλέβες του. Θα μούγκριζε από οδύνη, μα δεν υπήρχε ακόμη καθόλου αέρας στα τεράστια πνευμόνια του. Πήρε μια πρώτη βαθιά ανάσα. Πόσοι κύκλοι των εποχών είχαν περάσει από το τελευταίο του ξύπνημα; Ακολούθησαν κι άλλοι σφυγμοί, πυκνότεροι, ισχυρότεροι. Ο ιχώρας ζέστανε τα σωθικά του, κόχλασε, έβρασε μέσα του. Η ακατάβλητη δύναμη επέστρεψε στα μέλη του που είχαν μείνει διπλωμένα κάτω από το κορμί του στη διάρκεια της μακροχρόνιας νάρκης. Σηκώθηκε αργά, κυρτώνοντας τη ράχη του για να ξεπιαστεί. Ξεφύσησε κι η καυτή πνοή του εξάτμισε λίγη από την υγρασία του χώρου. Όχι αρκετή για να σταματήσει ο βαρύς αέρας να κολλάει στο πυκνό κόκκινο τρίχωμά του.

Με τα μουδιασμένα ακόμη πόδια του να τρεκλίζουν, διέσχισε το σπήλαιο. Έψαξε στις γωνίες, έσκυψε να δει καλύτερα εκείνο που μάντευε πως δε θα είχε αλλάξει. Οι τρεις αδελφοί του ήταν ακόμη νεκροί. Δεν ήξερε γιατί είχαν προτιμήσει να αναστήσουν μόνο αυτόν, δεν ήξερε πώς τον είχαν επιλέξει, τι ήθελαν να κάνει. Δεν ήξερε καν για ποιον από τους θεούς δούλευε. Κανείς δεν είχε καταδεχτεί να εμφανιστεί μπροστά του, κανενός το ναό δεν είχε δει έξω στα χωριά.

Μαζί με τη θέρμη στο κορμί του είχε επιστρέψει και η οργή στον νου του, η δίψα για αίμα. Πήρε τον ανηφορικό δρόμο. Στο στενότερο σημείο της σήραγγας, έσκυψε το κερασφόρο του κεφάλι και έβαλε όλη του τη δύναμη για να προχωρήσει. Τα πλευρά του ξύστηκαν στις πέτρες, βγάζοντας έναν στριγκό μεταλλικό ήχο και πετώντας σπίθες. Έφτασε στο νερό και βούτηξε χωρίς δισταγμό.

Κολύμπησε, νιώθοντας το νερό να βράζει γύρω του. Αναδύθηκε από τα στάσιμα νερά καλυμμένος με λάσπη και ξεριζωμένα νούφαρα. Προχώρησε ως την κοντινότερη συστάδα καλαμιών και πάτησε στην ξηρά. Μουγκάνισε βροντερά για να δηλώσει την παρουσία του και το έδαφος σείστηκε από μια μικρή δόνηση. Κυρίαρχος και πάλι. Δυνατός. Τρομερός.

Και πάλι δεν ήρθε κανένα όραμα να τον βρει. Δεν είχε συγκεκριμένο σκοπό, συγκεκριμένα όρια. Δεν του επέβαλαν κάποιον τόπο στον οποίο να περιορίσει την τιμωρία της παρουσίας του, κάποια συγκεκριμένη κατηγορία θυμάτων που έπρεπε αποκλειστικά να επιλέγει, κάποια μέθοδο που επιβαλλόταν να χρησιμοποιήσει. Δεν είχε ιδέα τι του ζητούσαν να πράξει πριν επιστρέψει στη λήθη. Αυτή η ελευθερία επιλογής τού ήταν αφύσικη, τον τρόμαζε και τον μπέρδευε. Τον θύμωνε. Τι άλλο να κάνει παρά να τσακίσει όσα χωριά έβρισκε στο δρόμο του, να μην αφήσει πέτρα πάνω σε πέτρα, ειδικά στους ναούς που η εγγύτητά τους του προξενούσε δυσφορία, ακόμη και πόνο; Το μόνο που έμενε ν’ αποφασίσει ήταν αν θα περιπλανιόταν πάνω ή κάτω από το ποτάμι αυτή τη φορά.

Άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνση της αυγής, τα ρουθούνια του γεμάτα από τις μυρωδιές του ζωντανού κόσμου. Τσαλαπάτησε μικρούς θάμνους, ένιωσε με ευχαρίστηση δέντρα και μικρούς βράχους να κομματιάζονται από τα μαύρα κέρατά του. Έκλεισε τα μάτια για να απολαύσει τη στιγμή.

Ξαφνικά σταμάτησε, όσο πιο γρήγορα του επέτρεπε η ορμή του θηριώδους κορμιού του.

Είχε επικρατήσει απόλυτη, αφύσικη ησυχία. Τα πουλιά είχαν πετάξει μακριά και τα ζωντανά του δάσους είχαν λουφάξει τρομοκρατημένα. Κι εκείνος δεν ανέπνεε καν. Το μόνο που κουνούσε ήταν τα μυτερά αυτιά του, αναζητώντας την καλύτερη κλίση για να αφουγκραστεί. Αγκομαχητό, πόδια που σέρνονταν προσπαθώντας να μην κάνουν θόρυβο, ζωντανό ξύλο που παραμέριζε τρίζοντας αμυδρά. Ακολούθησε τους ήχους, πολτοποιώντας πεσμένα φύλλα στο διάβα του, συνθλίβοντας ξερά κλαδιά.

Έφτασε στο φρύδι του λόφου. Έσκυψε και είδε τη ματωμένη γυναίκα με τα σκισμένα ενδύματα να προχωρά ανάμεσα στους θάμνους, αγνοώντας το μονοπάτι. Τα μάτια της ήταν υγρά. Φοβόταν και υπέφερε. Ωραία. Πιο κάτω στην πλαγιά, τρεις άντρες την έψαχναν, με σιδερένιες ακίδες στα χέρια. Τρεις μικρές ψυχές, τρεις ζωές που αυτός μπορούσε να τις σβήσει μέσα σε μια στιγμή καθώς θα κατηφόριζε, δίχως καν να σταθεί. Το κουρέλιασμα της σάρκας τους δε θα χόρταινε το μίσος του για πάνω από μια στιγμή. Αλλά κάτι θα ήταν, ώσπου να βρει πιο πολλά θύματα συγκεντρωμένα.

Σαν από προαίσθημα, η γυναίκα ύψωσε το κεφάλι της και το βλέμμα της διασταυρώθηκε με το δικό του. Δεν μπόρεσε να ουρλιάξει από τρόμο, γιατί ο πανικός έφραξε το λαιμό της. Του άρεσε αυτό. Ετοιμάστηκε να μουγκανίσει για να τον αντιληφθούν κι οι άλλοι, να οσφρανθεί την ευωδιά του κρύου ιδρώτα που θα τους έλουζε πριν τους τσακίσει. Έσκαψε το χώμα ανυπόμονα με την οπλή του. Μα κάτι τον έκανε να διστάζει. Βιαζόταν. Η όρεξη να σπείρει τον όλεθρο σε όσους πιο πολλούς προλάβει, πριν ξαναπέσει σε νάρκη, τον κατέτρωγε σαν τη μεγαλύτερη πείνα, τον μαστίγωνε και τον καθοδηγούσε σαν τη βέργα του ζευγολάτη.

Αλλά κάτι από το μαρτύριο της γυναίκας μιλούσε μέσα του, τραγουδούσε στον καυτό ιχώρα στις φλέβες του. Μήπως να σκότωνε μόνο τους άντρες κι εκείνη να την κρατούσε για λίγο ζωντανή, να επέτεινε την οδύνη της;

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Φεμινισμός, ο Φανταστικός

«[…] Όταν μαχαίρωσες εκείνον τον Στύγιο αξιωματικό, απαρνήθηκες την εύνοια του Ζάραλο, και την προστασία του, και βρέθηκες κυνηγημένη από τους Στύγιους».

«Το ξέρω» απάντησε βαρύθυμα. «Μα τι άλλο μπορούσα να κάνω; Ξέρεις ποια ήταν η αιτία».

«Ξέρω» συμφώνησε. «Αν ήμουν εκεί, θα τον είχα μαχαιρώσει εγώ. Αλλά όταν μια γυναίκα ζει σε στρατόπεδο εκστρατείας, πρέπει να περιμένει τέτοια πράγματα».

Η Βαλέρια χτύπησε το μποτοφορεμένο πόδι της καταγής κι έβρισε.

«Γιατί οι άντρες δε μ’ αφήνουν να ζήσω σαν άντρας;»

«Μα είναι προφανές!»

- Robert E. Howard, Κόκκινα Καρφιά, 1936



Μια φορά κι έναν καιρό, σε σκοτεινούς φαλλοκρατικούς καιρούς, τα πράγματα ήταν απλά. Η ημίγυμνη δεσποσύνη τσίριζε. Ο Κόναν έμπαινε ανάμεσα σ’ εκείνη και το φοβερό θηρίο που την απειλούσε. Το σκότωνε. Η δεσποσύνη τού δινόταν. Κι εκεί τέλειωνε ο ρόλος της. Στον πολυσέλιδο Άρχοντα των Δαχτυλιδιών; Τρεις γυναικείοι χαρακτήρες όλοι κι όλοι, σε ρόλους αβανταδόρικους, μα δευτερεύοντες. Λες κι η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού είχε κλειδώσει όλες τις γυναίκες σπίτι πριν ξεκινήσει για την αναζήτησή της. Ευτυχώς, η κοινωνία δεν έμεινε εκεί. Εξελίχθηκε προς το καλύτερο. Και μαζί της εξελίχθηκαν οι κόσμοι της λογοτεχνίας του φανταστικού. Εμφανίστηκαν στο χαρτί ανεξάρτητες αμαζόνες που μπορούσαν να τα βάλουν με οποιονδήποτε άντρα. Χώρες στις οποίες οι άνθρωποι ήταν ακόμη πιο προοδευτικοί από εμάς, ζούσαν με πραγματική ισότητα: ακόμη και στο στρατό τους υπηρετεί το ωραίο φύλο.

Είναι όμως τόσο απλά τα πράγματα;

Ας ξεκινήσουμε ανάποδα, από το σήμερα προς το χθες. Σε μεγάλο μέρος της σύγχρονης παραγωγής του φανταστικού, είτε μιλάμε για βιβλία γραμμένα από γυναίκες, είτε μιλάμε για βιβλία γραμμένα από άντρες που δηλώνουν «φεμινιστές», βρίσκουμε τρεις βασικές παραδοχές:

- Μπορεί να υπάρξει μια γυναίκα (μοναδική ή μέλος μιας μικρής ομάδας με παρόμοιες ικανότητες), η οποία διαπρέπει στην ξιφομαχία. Διάφοροι άντρες την υποτιμούν και τα βάζουν συνεχώς μαζί της, εξαιτίας της προκατάληψής τους, αλλά τους νικά τον έναν μετά τον άλλο. Δεν έχει ανάγκη τη βοήθεια κανενός. Για να μην αναφέρω ότι εμφανισιακά μοιάζει περισσότερο με μοντέλο παρά με Βουλγάρα αρσιβαρίστρια.

- Μπορεί να υπάρξει μικτός στρατός από άντρες και γυναίκες, είτε σε ξεχωριστές μονάδες, είτε και ανάκατοι στις ίδιες.

- Μπορεί να υπάρξει πλήρης ισότητα σε μια προβιομηχανική κοινωνία.

Προσωπικά διαφωνώ και με τα τρία. Να τα δούμε ένα-ένα:

α. Η αμαζόνα

Σύμφωνα με όσους ασχολούνται με την ξιφασκία και τις πολεμικές τέχνες, μια γυναίκα μπορεί να είναι απολύτως αξιόμαχη. Αξιοποιώντας τη μεγαλύτερη ευλυγισία και ταχύτητά της, δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από έναν άντρα με τον ίδιο όγκο και την ίδια εμπειρία. Αλλά οι άντρες είναι κατά μέσο όρο πιο δυνατοί και πιο μεγαλόσωμοι. Και τα δυο φύλα αγωνίζονται σε διαφορετικές κατηγορίες πυγμαχίας και πολεμικών τεχνών όχι εξαιτίας κάποιας παλιομοδίτικης διάκρισης, αλλά για τον ίδιο ακριβώς λόγο που ένας άντρας εξήντα κιλών αγωνίζεται σε διαφορετική κατηγορία από έναν άντρα εκατό κιλών. Ο όγκος και η δύναμη είναι καθοριστικοί παράγοντες σε μια αναμέτρηση σώμα με σώμα. Η μεγάλη εμπειρία μπορεί να ισοσκελίσει αυτές τις ανισότητες, όπως και οποιαδήποτε άλλη, μα πρέπει κανείς να επιβιώσει αρκετά πριν την αποκτήσει. Αυτό σημαίνει πως μια γυναίκα η οποία συνεχώς μονομαχεί με τους καλύτερους για να αποδείξει την αξία της, αργά ή γρήγορα θα συναντήσει εκείνους τους λίγους που εκτός από δυνατότεροί της και ψηλότεροί της (άρα και με μακρύτερα χέρια που θα την φτάνουν χωρίς εκείνη να τους φτάνει) θα είναι ταυτόχρονα το ίδιο γρήγοροι κι ευλύγιστοι μ’ εκείνη.

Και υπάρχουν και δυο πιο τεχνικά ζητήματα. Πρώτον, ο άντρας είναι πιο ανθεκτικός. Δε μιλάμε για τον πόνο της γέννας, ούτε την αντοχή στα μικρόβια. Μιλάμε για το ποιος έχει περισσότερο αίμα στο κορμί του και ποιου τα ζωτικά όργανα κρύβονται πίσω από μεγαλύτερα στρώματα σάρκας. Ποιος, δηλαδή, είναι λιγότερο πιθανό να πεθάνει από το ίδιο ακριβώς τραύμα. Το δεύτερο ζήτημα είναι η έλλειψη κατάλληλων δασκάλων. Για να εκμεταλλευτεί τις αρετές του σώματός της μια γυναίκα, πρέπει να μάθει να μάχεται σαν γυναίκα. Η δύναμή της, απ’ ότι έχω διαβάσει, βρίσκεται στον άξονα της μέσης κι όχι στον άξονα των ώμων, όπως στον άντρα. Αν είναι η μοναδική θηλυκή ξιφομάχος του κόσμου, θα έχει διδαχθεί αναγκαστικά από άντρα, άρα θα ξέρει να πολεμά σαν άντρας – σαν μικρόσωμος κι αδύναμος άντρας. Αν ανήκει σε κάποια σπάνια παράδοση πολεμιστριών, όσο μακρά κι αν είναι αυτή, θα έχει ένα και μοναδικό κέντρο (π.χ. ένα μοναστήρι ή ένα αυτοκρατορικό τάγμα), άρα δεν μπορεί να είναι τόσο ανεπτυγμένη όσο η αντρική ξιφασκία που θα την εξελίσσουν ταυτόχρονα εκατοντάδες σχολές σε όλο τον κόσμο.

Όλα αυτά, βέβαια, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τον πιο σημαντικό παράγοντα. Για κάθε γυναίκα, είτε τη Βαλέρια, είτε την Ιππολύτη, είτε οποιαδήποτε άλλη ανίκητη αμαζόνα, υπάρχουν κάποιες μέρες του μήνα που βρίσκεται σε μειωμένη μαχητική ικανότητα (στην καλύτερη των περιπτώσεων). Σε έναν μοχθηρό φαλλοκρατικό κόσμο, όπου το να κουβαλά μια γυναίκα σπαθί είναι επαρκής λόγος για να την προκαλέσει κανείς, ποιος θα φανεί τόσο ιππότης ώστε να περιμένει να την αντιμετωπίσει μεθαύριο; Κανείς μας δεν είναι απολύτως αυτάρκης, κανείς δεν είναι αδιάλειπτα στα καλύτερά του. Ακόμη και ο Κόναν έχει κακές μέρες (π.χ. όταν είναι λιάρδα, όπως στο Rogues in the House). Πόσο ρεαλιστική είναι μια πολεμίστρια που μοιάζει με διαφήμιση λακ; Που τίποτα δεν της χαλάει καν το μαλλί;

Όχι, λοιπόν, ότι δε μπορεί να υπάρξει μια γυναίκα ικανή να σταθεί ανάμεσα στους ισχυρότερους πολεμιστές ενός κόσμου, αλλά υπό συνθήκη. Ενταγμένη σε κάποια παράδοση που να είναι λογικό να την έχει γεννήσει. Με πολλή δουλειά, ουσιαστικά αφοσιωμένη σ’ αυτό που κάνει. Έχοντας τη δυνατότητα να αποκτήσει την απαραίτητη εμπειρία, αντί να βολοδέρνει από σύγκρουση σε σύγκρουση ώσπου να πεθάνει. Και με τις αδύναμες στιγμές της, στις οποίες αναγκαστικά θα στηριχτεί σε άλλους, όπως κάνουμε όλοι.

β. Ο στρατός των ίσων ευκαιριών

Αυτό είναι πιο εύκολο να το καταρρίψει κανείς. Είδαμε πως μπορούν να υπάρξουν άξιες πολεμίστριες. Στην ιστορία του δικού μας κόσμου, πέρασαν και λίγες σημαντικές γυναικείες μονάδες, έστω κι αν είχαν πάντα ρόλο σωματοφυλακής. Προσωπικά πιστεύω πως το «ασθενές» φύλο είναι ικανό να προσαρμοστεί πιο εύκολα από το «ισχυρό» στην πειθαρχία του στρατού. Αλλά θα έπαιρνα μαζί μου στον πόλεμο μια γυναικεία μονάδα, αν ήμουν στρατηγός σε κάποιον κόσμο με μεσαιωνική ή αναγεννησιακή τεχνολογία; Μόνο από απελπισία.

Πολύ απλά, όταν δεν έχεις πια δυο αντιπάλους, αλλά εκατό από τη μια πλευρά κι εκατό από την άλλη, τότε το λόγο παίρνουν οι μέσοι όροι. Στριμωγμένη στους στίχους μιας συμπαγούς παράταξης, η γυναίκα δε μπορεί να αξιοποιήσει ούτε στο ελάχιστο την ευελιξία και την ταχύτητά της. Το μικρότερο μέγεθος δεν αξίζει και πολλά όταν είσαι στατικός στόχος. Κι απέναντί θα βρισκονται άντρες που μπορούν να την χτυπήσουν δυνατότερα απ’ όσο μπορεί να τους χτυπήσει αυτή, που είναι ανθεκτικότεροι, βαρύτεροι και αντέχουν περισσότερη ώρα να κοπιάζουν φορτωμένοι με πανοπλία και ασπίδα. Ενώ η μεγαλύτερη μυϊκή τους δύναμη σημαίνει πως θα χρησιμοποιούν μακρύτερα και βαρύτερα όπλα…

Βέβαια, στα περισσότερα βιβλία οι στρατιωτίνες υπηρετούν σαν τοξότριες. Και τα ολυμπιακά ρεκόρ δείχνουν ότι δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά ευστοχίας ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες. Αλλά η αξία ενός τόξου έγκειται στην απόσταση στην οποία μπορεί να ρίξει ένα βέλος με αρκετή ορμή για να καρφωθεί αυτό κάπου. Πράγμα που εξαρτάται από το πόσο σκληρό είναι το τόξο, πόσο δύσκολο είναι δηλαδή να τραβηχτεί η χορδή. Είτε έχουμε να κάνουμε με ξύλινο τόξο, είτε με σύνθετο τόξο, είτε με τζάγρα (crossbow), ακόμα και με κάποιο φαντασιακό όπλο από μέταλλο ή μαγικό υλικό. Οι άντρες, όντας δυνατότεροι, θα χρησιμοποιούν σκληρότερα τόξα και θα έχουν μεγαλύτερο βεληνεκές. Εν ολίγοις, αν βάλεις τοξότριες απέναντι σε τοξότες, οι άντρες θα τις σκοτώσουν όλες πριν αυτές φτάσουν αρκετά κοντά για να μπορούν να τους πετύχουν.

Υπάρχει, βέβαια, το πλεονέκτημα των αριθμών. Αν ο αντίπαλός σου έχει φέρει μόνο άντρες στο πεδίο της μάχης, π.χ. δέκα χιλιάδες άτομα, γιατί εσύ να μην πάρεις μαζί σου και μερικές γυναίκες; Ακόμη κι αν δεν είναι αντάξιες των συμπολεμιστών τους, δε θα βρεις πέντε χιλιάδες ακόμη; Αυτό θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιβίωση ενός μικρού προοδευτικού κράτους μέσα σε έναν κατά τα άλλα φαλλοκρατικό κόσμο που το επιβουλεύεται από μισαλλοδοξία (κλισέ στα βιβλία που χρησιμοποιούν αυτήν εδώ τη σύμβαση). Το «καλό» κράτος θα έχει σχεδόν διπλάσιο στρατό από τους γείτονές του, με τον ίδιο ακριβώς πληθυσμό.

Έχουν χρησιμοποιηθεί διάφορα επιχειρήματα για τη μη συμμετοχή γυναικών στους πολέμους, όπως το ότι ένας άντρας θα νιώσει να του κόβονται τα πόδια αν δει δίπλα του μια γυναίκα να σκοτώνεται, σε σχέση με το να δει έναν άλλο άντρα. Μα αυτά βασίζονται στις κοινωνικές δομές του δικού μας κόσμου. Υποθέτουμε πως σε έναν κόσμο με παράδοση στις στρατιωτίνες, δε θα υπάρχουν τέτοια ταμπού, όπως δε θα υπάρχει και ταμπού που να κάνει τους αντιπάλους να διστάζουν να τις χτυπήσουν. Αλλού είναι το θέμα. Το σεξ είναι γνωστό αγχολυτικό και πριν από μια μάχη υπάρχει μεγάλος άγχος, οπότε για κάθε εκατό άντρες και εκατό γυναίκες που θα έχεις, χρειάζεσαι και πενήντα ευνούχους για να τους εμποδίζουν να έρθουν σε επαφή. Αλλιώς, όταν φτάσει επιτέλους η ώρα της μάχης, δε θα μπορούν πάρουν τα πόδια τους! Φυσικά, αστειεύομαι. Κι αυτό, επίσης, είναι ένα θέμα που μια κοινωνία μαθημένη σε μικτούς στρατούς θεωρητικά θα έχει βρει τρόπο να το λύσει.

Αλλά ένας λόχος που περιέχει γυναίκες, είτε αποκλειστικά, είτε μαζί με άντρες, πρέπει να διατηρεί δύναμη μεγαλύτερη από την ονομαστική του. Για να το κάνω λιανά, όποια μέρα του μήνα κι αν γίνει τελικά η μάχη, κάποιες από τις στρατιωτίνες θα είναι ανίκανες να συμμετάσχουν. Άρα, για να κατεβάσει μια μονάδα εκατό γυναίκες στην πρώτη γραμμή, χρειάζεται να αποτελείται από τουλάχιστον εκατόν δέκα. Αυτό σημαίνει πως ο εξοπλισμός κι η συντήρησή του θα κοστίζουν περισσότερο από ενός αντρικού λόχου. Κι επίσης σημαίνει πως είναι αδύνατον ένας τέτοιος λόχος να κάνει γυμνάσια με την ακριβή διάταξη που θα πολεμήσουν τα μέλη του, καθώς είναι αδύνατον να ξέρουν ποιες θα λείψουν τελικά και ποιες θα είναι εκεί.

Παραδόξως, δεν έχω ακούσει καν για κάποιο έργο φεμινιστικής φαντασίας στο οποίο να χρησιμοποιείται μαγεία για τη ρύθμιση της περιόδου και την αντιμετώπιση των πόνων της.

γ. Η δίκαιη κοινωνία

Οι πιο παρατηρητικοί ίσως έχουν προσέξει πως χρησιμοποιώ στα άρθρα μου τον όρο «προβιομηχανική», αντί για «μεσαιωνική». Πολλοί θεωρούν πως ο τυπικός φάνταζυ κόσμος ορίζεται από την έλλειψη πυρίτιδας. Κατά τη δική μου γνώμη, ο πραγματικός διαχωριστικός παράγοντας είναι η έλλειψη της μαζικής παραγωγής αγαθών, είτε με τεχνολογικό, είτε με μαγικό τρόπο. Αυτό που μένει, είναι η σκληρή χειρωνακτική εργασία που έχει μικρή απόδοση όσο καλά κι αν οργανωθεί.

Ένας αγρότης, σε ποιο από τα παιδιά του θα αφήσει το χωραφάκι του; Λογικά σ’ εκείνο που θα μπορεί να το δουλέψει καλύτερα, το πιο δυνατό και ανθεκτικό, που αναγκαστικά θα είναι αγόρι. Το ίδιο ισχύει και για έναν ψαρά με τη βάρκα του ή έναν βιοτέχνη με το εργαστήριό του. Και το κράτος, που εκτός από το να συλλέξει φόρους, έχει ανάγκη να επανδρώσει το στρατό του, θα προτιμήσει τους άντρες από τις γυναίκες (για τους λόγους που ανέπτυξα πιο πάνω), οπότε αυτούς θα αναγνωρίζει ως πολίτες με δικαίωμα ψήφου, κοινωνικές μονάδες, κεφαλές οικογενειών κτλ.

Μέσα σε μια φτωχή οικογένεια, οι γυναίκες δεν εργάζονταν λιγότερες ώρες από τους άντρες τους (το αντίθετο, αν συνυπολογίσει κανείς και τα οικιακά). Αλλά δεν μπορούμε να κρίνουμε με τα δικά μας μέτρα, εμείς που έχουμε αλουμινένια τενεκεδάκια μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, με το πάτημα ενός κουμπιού. Μια κοινωνία στην οποία ακόμη και τα απλούστερα πήλινα σκεύη απαιτούν ιδρώτα στον τροχό, θα πάρει όποια μέτρα χρειάζονται για να είναι βιώσιμη, όσο άδικα κι αν τα βρίσκουμε σήμερα. Η γυναίκα δεν μπορεί να είναι ίση με τον άντρα σε μια προβιομηχανική κοινωνία, γιατί οι πόροι δεν είναι αρκετοί.

Γιατί όχι μια βιομηχανική κοινωνία, τότε, σα θέμα βιβλίου φάνταζυ; Με μαγικά εργοστάσια, ας πούμε; Ή ακόμη και η προσπάθεια χειραφέτησης του ωραίου φύλου στην αρχή μιας τέτοιας κοινωνίας; Μα εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα· αυτό εδώ το άρθρο περιγράφει περισσότερες λύσεις απ’ ότι έχω δει να χρησιμοποιούνται στα δήθεν φεμινιστικά μυθιστορήματα του χώρου. Έχουν άραγε ξοδέψει οι συγγραφείς τους έστω και πέντε λεπτά σκέψης σ’ αυτά που γράφουν; Μήπως αναφέρονται τελικά σε φανταστικά πλάσματα που έχουν γυναικεία όψη αλλά δε διαφοροποιούνται σε τίποτε από τους άντρες;


Και για να δούμε τι έγραφαν πραγματικά τα «φαλλοκρατικά γουρούνια» των απαρχών του λογοτεχνικού μας είδους.

Η Βαλέρια από το απόσπασμα στην αρχή του άρθρου μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τους άντρες που προσπαθούσαν να απλώσουν χέρι πάνω της. Ήταν πιο γρήγορη κι ευέλικτη από τον Κόναν. Σκότωνε τους αντιπάλους της με χτυπήματα σε καίρια σημεία, αντί να τους κόβει φέτες όπως εκείνος. Ο μεγάλος έρωτας του Κόναν, η Μπελίτ, είναι η αδιαμφισβήτητα επιτυχημένη αρχηγός των πειρατών της Μαύρης Ακτής, αρκετά καλή με το τόξο για να διδάξει τη χρήση του στους ναύτες της, αν και η ίδια δε φαίνεται πως συμμετείχε στις μάχες. Οι σκλάβες που συναντάει ο Κόναν – η Ολίβια, η Οκτάβια, η Ζηνοβία, η Νατάλα – αν και ανίκανες να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, είναι πρακτικές: επιλέγουν να τον βοηθήσουν για να τις βοηθήσει, δε διστάζουν να διατρέξουν θανάσιμο κίνδυνο και του σώζουν τη ζωή. Η αρχοντική ερωμένη Ναφερτάρι διαθέτει αρκετή γυναικεία πονηριά για να βάλει άλλους να πολεμήσουν γι’ αυτήν και παίρνει τα πράγματα στα χέρια της όταν αυτό εποδεικνύεται αναγκαίο. Γενικά, οι γυναικείοι χαρακτήρες στις ιστορίες του Robert E. Howard διακρίνονται από φιλοδοξίες και ικανότητες που συμβαδίζουν με το υπόβαθρο του καθενός τους.

Στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, η Γκαλάντριελ είναι υπόδειγμα ηγέτη και επισκιάζει τον σύζυγό της. Η Άργουεν ενσαρκώνει το ιδανικό για το οποίο πολεμάει ο Άραγκορν, χωρίς το οποίο θα λύγιζε. Ενώ η Έογουιν όχι μόνο κάνει αυτό που κανείς άντρας δε μπορεί, αλλά επίσης μετά τον πόλεμο αφιερώνεται στην αντιμετώπιση των πληγών που άφησε πίσω του. Υπάρχουν πράγματα στα οποία οι γυναίκες είναι το ίδιο καλές με τους άντρες κι άλλα ακόμη στα οποία είναι καλύτερες. Τα δυο φύλα, ίσα ή άνισα, (ευτυχώς) δεν είναι ίδια. Οι γυναίκες δεν είναι το ίδιο καλές με τους άντρες στο να σκοτώνουν. Δεν είναι ντροπή. Μπορούν να γίνουν θεραπεύτριες, ανιχνεύτριες, εταίρες, ηγέτιδες, μάγισσες – φάνταζυ γράφουμε, επιτέλους! Και μπορούν να ειπωθούν ενδιαφέρουσες ιστορίες γύρω απ’ αυτούς τους ρόλους, με δράση και αγωνία και ένταση.

Αν οι πατέρες του φάνταζυ διέπραξαν κάποιο σφάλμα, είναι πως απευθύνθηκαν κυρίως στο αντρικό κοινό, σε μια εποχή που υπήρχαν μόνο άρρενες αναγνώστες για το λογοτεχνικό είδος που έγραφαν. Έδωσαν πολύ λίγο χρόνο και πολύ λίγο βάρος στους θηλυκούς χαρακτήρες τους. Αλλά τουλάχιστον τους έβαλαν να σκέφτονται και να πράττουν με βάση αυτά που πραγματικά θα ήθελαν και θα μπορούσαν. Νομίζω τελικά πως ο φεμινισμός στη λογοτεχνία αντιμετωπίζει ακριβώς το πρόβλημα στόχου με τον φεμινισμό στη ζωή. Θέλουμε οι γυναίκες να επιτρέπεται να κάνουν ότι κι οι άντρες, ανεξάρτητα από τη σχετική ικανότητά τους; Ή θέλουμε να έχουν τη δυνατότητα να δράσουν στα πεδία στα οποία είναι ικανές και να τους αποδίδεται ο ίδιος ακριβώς σεβασμός όπως σ’ έναν άντρα που κάνει το αντίστοιχο;

Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Στιγμή 9

Κάθε εμπόδιο για καλό. Ο χρόνος που μου δίνεται ώσπου να κυκλοφορήσει το βιβλίο, είναι μια καλή ευκαιρία για να κάνω κάποια πράγματα που είχα παραμελήσει, όπως να ολοκληρώσω τις 'Στιγμές'.

Και πάλι ένας από τους "κακούς" χαρακτήρες στο προσκήνιο, ο κόμης Χανσίκο. Αυτός δεν ανήκει στους Αιγλωείς, αλλά κατάγεται από τη μακρινή χώρα που λέγεται Ναντάρ. Μάλιστα, είναι ένα από τα πιο επιφανή τέκνα της.

[όσοι είναι καινούριοι αναγνώστες ή παρακολουθούν το ιστολόγιο μέσω facebook, ίσως δεν κατανοούν τι ακριβώς είναι αυτό εδώ το κείμενο, οπότε ας ρίξουν μια ματιά εδώ)

Κόμης Χανσίκο

Λαχανιασμένος, ξέπνοος από τον πόθο, ο Χανσίκο αναζητούσε με τα χείλη του το λαιμό της Άλμα. Χανόταν ανάμεσα στους βοστρύχους της που είχαν το χρώμα του καλογυαλισμένου ξύλου, πιο σκούροι από το κάστανο, πιο ανοιχτόχρωμοι από τον έβενο. Σαν να βυθιζόταν σε σκοτεινά νερά. Όπως όταν ήταν παιδί και βουτούσε στον Ωκεανό μαζί με τα ξαδέλφια του κοντά στο υποστατικό του παππού του. Θυμήθηκε πώς αναζητούσε τότε τον βυθό, να κλείσει λίγη άμμο μέσα στις χούφτες του για να μπορέσει να αποδείξει αργότερα πως έφτασε βαθύτερα από τους άλλους. Πώς στέρευε κάθε φορά η ανάσα του κι όμως δεν εγκατέλειπε την προσπάθεια για να μην ηττηθεί…

Μόλις ακούστηκε η θύρα του υπνοδωματίου να ανοίγει απότομα, μια μικρή τρομαγμένη κραυγή βγήκε από το στόμα της Άλμα. Αυτός ήταν ήδη όρθιος, το λυγερό του σώμα είχε τιναχτεί πιο γρήγορα κι από κυρτωμένο έλασμα που άξαφνα αφήνεται ελεύθερο. Είχε το σπαθί του στο χέρι και για μια στιγμή κράτησε την ανάσα του, βέβαιος πως θα αναγκαζόταν να αθετήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στη γυναίκα που αγαπούσε. Η Άλμα επιθυμούσε να μη μονομαχήσει ο Χανσίκο ποτέ με το σύζυγό της, να μην τον σκοτώσει – δεν έφταιγε εκείνος που οι δυο τους είχαν γνωριστεί πολύ αργά και δεν είχαν καταφέρει να ενώσουν τις ζωές τους νόμιμα, μόνιμα και δημόσια.

Μα στο κατώφλι δε στεκόταν ο απατημένος υποκόμης Αρνάντο. Μόνο ο Ρουίς, ο εσκουέρο του Χανσίκο, προσωπικός υπηρέτης και μαθητής του.

Το μελαχρινό αγόρι δεν ένιωσε έκπληξη βλέποντας ατημέλητα τα κορακίσια μαλλιά που λυτά έπεφταν στους ώμους του άντρα, βαριά από τον ιδρώτα. Δεν απέστρεψε το βλέμμα του από ντροπή στη θέα του γυμνού σώματος. Είχε μοιραστεί αρκετές φορές το κρεβάτι του αφέντη και δασκάλου του. Ήταν έθιμο παλιό – από την εποχή τον πολεμάρχων ακόμα, που έπαιρναν ομήρους τους γιους των εχθρών τους – να διδάσκει κάθε γενιά την επόμενη. Να της μαθαίνει κάθε τέχνη απαραίτητη στον άντρα· τέχνες της διακυβέρνησης, της μάχης και του έρωτα.

«Συγνώμη για την ενόχληση» είπε ο μικρός. «Μα είναι αληθινά απαραίτητη η παρουσία σας αμέσως τώρα».

Ο Χανσίκο ήταν ευέξαπτος και το ξάφνιασμά του είχε μετατραπεί σε οργή, αφού δεν έβρισκε άλλη διέξοδο. Μα ο Ρουίς ήταν καλό παιδί, έξυπνο και υπάκουο και ποτέ δεν του είχε δώσει αφορμή για τιμωρία. Ανήκε στη νέα γενιά των εσκουέρο. Δεν ήταν παιδί ευγενών, το είχαν αρπάξει οι Καναΐτες σε κάποια επιδρομή τους, αφού είχαν σφάξει τους γονείς του. Περατινοί δουλέμποροι το είχαν φέρει πίσω στην πατρίδα του, ξέροντας πως οι Νανταρινοί θα πλήρωναν όσο-όσο για να το γλιτώσουν από τη σκλαβιά σε κάποια ξένη χώρα. Αν το αγόρι ολοκλήρωνε τη μαθητεία του με επιτυχία, μπορούσε να αποκτήσει κάποιο σημαντικό αξίωμα στο μέλλον, ίσως κι έναν κατώτερο τίτλο. Δε θα διακινδύνευε να χάσει τέτοια μοναδική ευκαιρία για μια ανοησία.

Ο κόμης ένευσε και φόρεσε βιαστικά το παντελόνι του. Ξυπόλυτος ακόμη, δίχως ν’ αφήσει το όπλο του στην άκρη, ακολούθησε το παιδί που είχε βγει έξω στο διάδρομο. Το βρήκε να στέκει στο πλάι ενός συνομήλικού του, ενός ακόμη σκλάβου από το ίδιο περατινό φορτίο. Είχε κι εκείνο το αγόρι αγοραστεί, απελευθερωθεί και υιοθετηθεί ως εσκουέρο, από τον ίδιο το βασιλιά. Μα κανείς δεν ήξερε από πού ακριβώς καταγόταν. Είχε μαλλιά πολύ κατσαρά, σαν των Καναϊτών, κι όμως κατάξανθα σαν τον Νταετών που ζούσαν βόρεια της Ναντάρ. Τα μαύρα μάτια του ήταν τρομερά και όμορφα συνάμα, όπως ξεχώριζαν στο χιονόλευκο πρόσωπό του.

Δε θα γινόταν ποτέ άξιος πολεμιστής ή ηγέτης. Ήταν ντροπαλό, λεπτό κι αδύναμο κι η φωνή που έβγαινε από τα ροδένια χείλη του μπορούσε να συγκριθεί μόνο με των αηδονιών. Όμως ο ηγεμόνας είχε πριν χρόνια βρει τη σύζυγό του μέσα στην αγκαλιά του εραστή της. Είχε νικήσει στη μονομαχία που ακολούθησε, μα είχε βγει σημαδεμένος στο πρόσωπο και στην ψυχή. Ο Ινέγο ο Ωραίος είχε καταντήσει Ινέγο ο Μισογύνης και δεν ήθελε καμιά γυναίκα κοντά του πια. Ο θεσμός του εσκουέρο ήταν γι’ αυτόν μόνο και μόνο μια δικαιολογία για να έχει κάθε τόσο καινούριο όμορφο αγόρι στο πλευρό του, σε μια σχέση που προσέφερε σ’ αυτόν απόλαυση και στο κάθε παιδί απολύτως τίποτε. Πολλοί ευγενείς, πωρωμένοι από τη φρίκη του πολέμου και μαλθακοί από τον όγκο των λάφυρων, δεν είχαν καμιά αντίρρηση να τον μιμηθούν.

Ο Ρουίς κι ο φίλος του έπεσαν μαζί στα γόνατα, στη στάση του ικέτη. Το ξανθό αγόρι έτρεμε, έμοιαζε ανίκανο να μιλήσει. Ποιος ξέρει τι είχε δει εκείνη τη νύχτα, τι είχε υποστεί. Ήταν κοινό μυστικό πως ο Ινέγο γινόταν κάθε μέρα και σκληρότερος.

«Έλεος» ανέλαβε ο Ρουίς να σπάσει τη σιωπή. «Δώσε άσυλο στον κατατρεγμένο, αφέντη».

Ο Χανσίκο έτριψε το σαγόνι του κι έριξε μια κλεφτή ματιά προς την Άλμα που είχε προβάλει στη θύρα του υπνοδωματίου, κρύβοντας το σώμα της με το μεταξωτό σεντόνι. Δεν ήξερε αν έπρεπε να αψηφήσει το βασιλιά, παλιό του συμπολεμιστή και άξιο ηγέτη. Γιατί είχε επιλέξει να έρθει στη δική του έπαυλη ο μικρός φυγάδας; Επειδή ήταν φίλος με τον Ρουίς από τις δύσκολες ώρες της αιχμαλωσίας; Επειδή ο ίδιος ο κόμης ήταν από τους πιο όμορφους άντρες στη χώρα κι αυτό έκανε τους άλλους να τον εμπιστεύονται; Ο Χανσίκο ήθελε να πιστεύει πως υπήρχε πιο σημαντικός λόγος. Όλοι ήξεραν πως επωμιζόταν τις ευθύνες του με ευσυνειδησία. Μαζί με τη δύναμη που του έδινε ο τίτλος του, μαζί με την εξουσία, είχε και την υποχρέωση να φροντίζει τους κατώτερους, να τους προστατεύει. Το πίστευε ειλικρινά.

«Έλεος» είπε και το ξανθό αγόρι, σαν αδύναμη ηχώ του Ρουίς.

Ο Χανσίκο δεν πρόφτασε να απαντήσει, δεν πρόφτασε να αποφασίσει καν. Άκουσε φωνές από το ισόγειο και κλαγγές και τον κρότο από ξύλο που σπάει. Έτρεξε και στάθηκε στο κεφαλόσκαλο, μεγαλοπρεπής όπως οι φλόγες από τους δαυλούς φώτιζαν το ακόμη γυμνό από τη μέση και πάνω σώμα του, όπως η λάμψη τους αντανακλάτο από τη λεπίδα στο χέρι του. Αντίκρισε πολεμιστές που συγκρούονταν, δικούς του άντρες και αρματωμένους στρατιώτες της βασιλικής φρουράς που είχαν εισβάλει στο χώρο. Κάποιοι είχαν πιαστεί στα χέρια, κάποιοι είχαν πέσει, κάποιοι έκαναν κύκλους για να βρεθούν σε στρατηγικά ευνοϊκή θέση.

Και στο κέντρο, πάνω στον κόκκινο τάπητα που τον είχε κάνει ακόμα πιο κόκκινο το χυμένο αίμα, δέσποζε ο μαυροντυμένος στρατηγός Ζικάρ. Ψηλός, χλωμός, με καλοξυρισμένο πρόσωπο, με τα ξανθά μαλλιά του σε κοτσίδα δεμένη χαμηλά στον αυχένα, όπως συνηθιζόταν στην πατρίδα του τη Νταέτια. Εκείνος ο άντρας ήταν από τους πιο μισητούς ανθρώπους σε όλη τη Ναντάρ. Όχι μόνο επειδή ήταν ο εκτελεστής του βασιλιά, το σιδερένιο χέρι που μοίραζε τις ποινές που κανείς ντόπιος δε θα τολμούσε να επιβάλει στους συμπατριώτες του. Αλλά και ακριβώς επειδή ήταν ξένος, επειδή δεν ανήκε σε κάποια βαθμίδα της νανταρινής κοινωνίας, δεν προσποιούνταν καν πως ασπαζόταν τα ιδανικά και τις αρχές των ανθρώπων που τον φιλοξενούσαν. Κι ακόμη περισσότερο επειδή ήταν ίσως ο καλύτερος ξιφομάχος σε ολόκληρη τη χώρα και οι ευγενείς τον ζήλευαν και τον φοβούνταν.

Ο Χανσίκο δεν κοίταξε πίσω του προς το παρόν. Με ένα νόημά του, οι υπηρέτες θα οδηγούσαν την Άλμα έξω δίχως να τη δει κανείς. Δεν έπρεπε να τη βρουν εκεί όταν θα έψαχναν την έπαυλη για να ξετρυπώσουν τον φυγάδα. Μα ο κόμης ένιωθε πως στεκόταν σε ένα σταυροδρόμι και αδυνατούσε να δει που οδηγούσε κάθε μονοπάτι που ανοιγόταν μπρος του. Μπορούσε να κάνει κι ένα δεύτερο νόημα, να χαθεί και το ξανθό αγόρι μέσα στη νύχτα χωρίς να το βρουν οι διώκτες του. Μπορούσε να επικαλεστεί τον τίτλο του, να απαιτήσει να σεβαστούν το άβατο της οικίας του, το πόσο μεγάλος ήρωας ήταν και πόσο θα εξοργιζόταν ο λαός αν τον προσέβαλαν. Μπορούσε ακόμη και να απαιτήσει εξηγήσεις από τον Ζικάρ για όσα είχαν ήδη συμβεί. Πολύ καιρό ήθελε να αναμετρηθεί μαζί του, να βρει μια αφορμή να δείξει πως δεν ήταν δυνατόν ένας ξένος να είναι καλύτερος από τους κορυφαίους μαχητές της Ναντάρ. Όμως το κορμί του κόμη ήταν ακόμη χαυνωμένο από τον έρωτα κι ο στρατηγός είχε στη μέση του κρεμασμένη τη νταετίκα, τον μικρό πέλεκυ που εκτόξευε πριν τραβήξει το σπαθί του. Ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος, ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση.

Ή μήπως έπρεπε να ενεργήσει με σύνεση ο Χανσίκο;

«Ο βασιλιάς έχασε το παιχνίδι του» είπε ο Ζικάρ με τη βαριά ξενική προφορά του κι η βροντερή φωνή του έκανε τις αψιμαχίες γύρω του να καταλαγιάσουν. «Απαιτεί να του δώσεις το δικό σου».