Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

[κριτική] Ο Λέκγουελ και οι ξεχασμένοι θεοί - Κωνσταντίνος Μίσσιος

Ποδαρικό στο νέο μήνα με μια νέα «στήλη». Από καιρό ήθελα ν’ αρχίσω ν’ ανεβάζω εδώ τη γνώμη μου για ελληνικά βιβλία φάνταζυ που διαβάζω κι επιτέλους το ξεκινάω. Θα βρίσκετε τις κριτικές με την ετικέτα «αντίπαλο δέος». Χρησιμοποιώ τον όρο με σκωπτική διάθεση και τον προτίμησα επειδή από τη μια το «η φαντασία των άλλων, οι άλλοι της φαντασίας» παραείναι μακρινάρι, ενώ από την άλλη το «κριτικές» παραείναι ξερό.

Σε καμία περίπτωση δε βλέπω τους συναδέλφους συγγραφείς ως αντιπάλους ή ανταγωνιστές. Ο λόγος που λέω τη γνώμη μου είναι ακριβώς γιατί θέλω να αναδειχθεί ο χώρος. Κάθε τόσο ακούω ανθρώπους να μου λένε πως δεν ήξεραν ότι υπάρχουν Έλληνες που γράφουν φάνταζυ. Ακόμα και τώρα, το 2014. Ας κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας ο καθένας για να διορθώσουμε αυτό το πρόβλημα. Αλλά δε θα είμαι και υπερβολικός, να τα βγάζω όλα αριστουργήματα. Για να δώσω δείγμα γραφής, ξεκινάω με το βιβλίο ενός συγγραφέα που είναι πολύ καλός φίλος.

(Προς το παρόν, η πρόθεσή μου είναι να ασχοληθώ μόνο με βιβλία φάνταζυ εδώ στο ιστολόγιο, αλλά θα δούμε πώς θα πάει το όλο πράγμα. Επίσης, εκτός από την ποιότητα των βιβλίων, θα βαθμολογώ και την ελληνικότητά τους ξεχωριστά, το πόσο τοπικό χρώμα έχουν. Δεν απαιτώ να δω τσολιάδες και μινώταυρους, πολύ ελληνικά είναι και άλλα πράγματα: η θάλασσα, ο ήλιος, οι ελιές. Το έχω ξαναπεί πως άλλο πράγμα είναι το ελληνικό φανταστικό κι άλλο το φανταστικό γραμμένο από Έλληνες. Και για μένα μετράει ένα ντόπιο βιβλίο να μου δίνει αυτό που δεν μπορεί να μου δώσει ποτέ ένα ξένο. Ακόμη κι αν διαδραματίζεται σε φανταστικό κόσμο, εκεί που πατάει στο δικό μας θέλω εικόνες και έννοιες που να τις μοιράζομαι όσο πιο πολύ γίνεται με το συγγραφέα του)

Διόπτρα, 2009, 552 σελίδες



Το βιβλίο

Μυθιστόρημα, δεύτερο έργο του συγγραφέα μετά την εξαιρετική συλλογή ιστοριών Τρόμου «Η νύχτα της λευκής παπαρούνας». Και τα δυο κυκλοφόρησαν από τη Διόπτρα, η οποία βρισκόταν ήδη σε ανοδική πορεία (σήμερα ανήκει στους «μεγάλους» ελληνικούς εκδοτικούς οίκους).

Ο Λέκγουελ έχει μπόλικες σελίδες, καλό δέσιμο και όμορφο εξώφυλλο, το οποίο όμως είναι ολόκληρο στους ίδιους τόνους, δίχως κάποιο στοιχείο που να ξεχωρίζει από την υπόλοιπη σύνθεση και να τραβά το μάτι του υποψήφιου αναγνώστη.

Το θέμα του βιβλίου είναι η βιογραφία του ομώνυμου ήρωα, οι περιπέτειες του σε έναν κόσμο που κάποια μέρη του είναι κολλημένα σε μια πατροπαράδοτη κατάσταση, ενώ άλλα μεταβάλλονται ραγδαία, με τα σύνορα των χωρών και τη θρησκεία να βρίσκονται σε ρευστή κατάσταση. Αντίστοιχα, ο ήρωας άλλοτε επαναπαύεται σε κάτι που δεν κρατάει για πολύ και άλλοτε νιώθει εγκλωβισμένος και ψάχνει για διέξοδο, αδυνατώντας να εκτιμήσει αυτά που έχει. Προνομιούχος και πάμπτωχος, εραστής και ερωμένος, εργάτης και κλέφτης, ο Λέκγουελ αλλάζει συνεχώς ρόλους και βιώνει διάφορες καταστάσεις. Έρχεται σε επαφή με ισχυρούς ανθρώπους, με μάγους και θεούς, βρίσκεται διαρκώς στο κέντρο των εξελίξεων της εποχής του, ακόμη κι όταν προσπαθεί να τις αποφύγει, ακόμη κι όταν φαίνεται να ζει σε κάποια ασήμαντη γωνιά του κόσμου. Κάθε τόσο τον βασανίζει ένα ερώτημα: τι αποτελεί δική του επιλογή, τι του συμβαίνει συμπτωματικά και τι σχεδιάστηκε από άλλους; Σε ποιο βαθμό καθορίζεται η ζωή του (και η ζωή του καθενός μας) από την Ελεύθερη Βούληση, την Τύχη και τη Μοίρα; Πού ισορροπούν αυτά τα τρία;

Ο συγγραφέας

Η πένα του Μίσσιου είναι εξαιρετική, απατηλά απλή, ποτέ όμως απλοϊκή. Η ανάγνωση ρέει αβίαστα, ποτέ δεν κουράζει.

Συν
  •             Αποφεύγει συστηματικά τις πομπώδεις καλολογικές εκφράσεις. Δε σου δίνει την αίσθηση πως διαβάζεις κάτι βεβιασμένα «λογοτεχνίζον» που καμία σχέση δεν έχει με τον τρόπο που μιλάει ο συγγραφέας του σε μια συζήτηση
  •            Έχει το χάρισμα να γίνεται κινηματογραφικός. Ζωντανεύει τις εικόνες του μέσα στο μυαλό του αναγνώστη δίχως να καταντά φλύαρος και να καταφεύγει σε μακροσκελείς περιγραφές. Το πετυχαίνει δίνοντας στις προτάσεις το σωστό ρυθμό και εκμεταλλευόμενος τις κοινές εμπειρίες που έχουμε όλοι, ένα είδος συλλογικής μνήμης οπτικών, ακουστικών, ακόμη και απτικών αισθητηρίων. Μ’ αυτά τα τεχνάσματα, σε κάνει να ξεχάσεις πως κρατάς βιβλίο στα χέρια σου και για λίγο νομίζεις πως τα ζεις όλα αυτά

Πλην
  •            Δε διαθέτει «παιδεία» στο φάνταζυ. Το ξέρει περισσότερο από παιχνίδια και ταινίες, παρά από βιβλία


Το κείμενο

Φιλοδοξία του βιβλίου ήταν να επιτύχει μια «μετα-φανταζυ» (πώς λέμε «μεταμοντέρνα»;) γραφή, δηλαδή να πατήσει πάνω σε συμβάσεις και κλισέ του φάνταζυ για να την ιστορία του δίχως να μπει στις συνήθεις λεπτομέρειες (πώς λειτουργεί η μαγεία, τι υπερφυσικές ικανότητες έχουν οι ιερείς, τι είδους μη ανθρώπινα πλάσματα ζουν στον κόσμο κτλ.). Ενώ, από την άλλη, σκοπός ήταν και να ανατρέψει τις προσδοκίες του αναγνώστη, εισάγοντας ρηξικέλευθα στοιχεία.

Για να γίνω πιο κατανοητός, θα δώσω ένα παράδειγμα. Σε κάποιο σημείο, παρουσιάζονται παραμορφωμένοι απόγονοι της φυλής των νάνων, ενώ οι ίδιοι οι νάνοι δεν αναφέρονται πουθενά. Θεωρείται προφανές πως θα υπάρχουν στον κόσμο του Λέκγουελ και πως εμείς θα γνωρίζουμε τη μορφή τους, εφόσον το βιβλίο είναι φάνταζυ κι εμείς αναγνώστες φάνταζυ.

Συν
  •           Ο πρωταγωνιστής πείθει. Πάντα έχει λογικές αντιδράσεις και κατανοητά συναισθήματα. Είναι εύκολο να ταυτιστεί κανείς μαζί του ή να τον ταυτίσει με ανθρώπους που έχει γνωρίσει. Το ίδιο ισχύει και για τους άλλους χαρακτήρες. Κανείς δε μοιάζει ουρανοκατέβατος ή γραφικός. Όλοι οι διάλογοι στέκουν.
  •            Το βιβλίο περιέχει δέκα ζωντανές «κινηματογραφικές» σκηνές που σου μένουν. Μη σας φαίνονται λίγα για τέτοιο μέγεθος κειμένου. Μιλάμε για αξέχαστα αποσπάσματα που δεν είναι δεδομένο ότι κάθε βιβλίο θα περιέχει έστω και ένα σημείο του επιπέδου τους*
  •            Υπάρχει άφθονα και σωστά δοσμένη προοικονομία στην κεντρική πλοκή. Κάθε φαινομενικά άσχετο γεγονός έρχεται να προσθέσει το λιθαράκι του και να δέσει με τα υπόλοιπα στο τέλος του βιβλίου
  •            Κάτι που μου άρεσε ιδιαίτερα ήταν η χρήση ονομάτων κυρίως με αέρα Μέσης ή Άπω Ανατολής αντί για τα συνήθη αγγλοσαξωνικά, κελτικά κτλ. Σαν να πιάνει ο «Λέκγουελ» μια άλλη γωνιά του ίδιου κόσμου στον οποίο διαδραματίζονται τα υπόλοιπα βιβλία φάνταζυ, μια αδίκως περιφρονημένη γωνιά
  •            Ένα ζήτημα για το οποίο ειπώθηκαν πολλά όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο είναι πως ο πρωταγωνιστής είναι αμφιφυλόφιλος («πανερωτικός», κατά τον ίδιο τον συγγραφέα). Προσωπικά, θεωρώ πως αν και ο Λέκγουελ ξεφεύγει από το κλισέ του αρρενωπού μεγάλου εραστή, δε δίνει την εντύπωση πως η επιλογή αυτή έγινε με το ζόρι, μόνο για να προκαλέσει. Το θέμα παρουσιάζεται χωρίς υπερβολές και εισάγεται με τον μοναδικό ίσως τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να περάσει στον ετεροφυλόφιλο αναγνώστη και να τον αγγίξει. Επίσης, απεικονίζεται σωστά η ανθρώπινη φύση και το όλο θέμα πατάει γερά σε μια ιστορική πραγματικότητα που συχνά την αποφεύγουμε αλλά η ύπαρξή της είναι αδιαμφισβήτητη (υπήρχαν σε κάποιες περιόδους/σε κάποιους τόπους αποδεκτές σεξουαλικές σχέσεις αντρών με παιδιά/εφήβους που ζούσαν μαζί τους ως υπηρέτες ή μαθητές). Η εκτίμησή μου είναι πως κανείς δε θα ενοχληθεί από την απεικόνιση του ερωτισμού στο βιβλίο, εκτός κι αν ξεκινήσει την ανάγνωση αποφασισμένος εκ των προτέρων να ενοχληθεί

Πλην
  •           Υπάρχει μια τάση αποσπασματικότητας. Ορισμένα κεφάλαια είναι σαν διηγήματα, συγγενή μεν και συνεχόμενα μεταξύ τους, χωρίς όμως να δένουν απόλυτα. Ορισμένοι χαρακτήρες εμφανίζονται ξαφνικά, δεν περιγράφονται εμφανισιακά (για πολλούς δεν ξέρουμε καν αν είναι νέοι, μεσήλικες ή γέροι!) και χάνονται το ίδιο απότομα. Ο Λέκγουελ κατά καιρούς εξαφανίζεται εντελώς για κάμποσες σελίδες. Μερικές φορές συσσωρεύονται στο προσκήνιο πρόσωπα χωρίς σαφή στόχο (δικό τους ή λογοτεχνικό). Ορισμένες λεπτομέρειες που αποδεικνύονται ουσιώδεις στο φινάλε παραμένουν θαμμένες ως τότε, ενώ δεν δίνονται όλες οι απαντήσεις που το κείμενο μοιάζει να υπόσχεται.
  •            Το βιβλίο έχει προβλήματα επιμέλειας· σποραδικές επαναλήψεις λέξεων, εξεζητημένες λέξεις που δεν χρησιμοποιούνται απολύτως σωστά, μια παροδική τάση προς το τέλος για πολύ επίκαιρες/προφορικές εκφράσεις (του τύπου «δεν την παλεύω», «μου την είπε» κτλ.), μια γενικότερη τάση να χρησιμοποιεί σύγχρονη ορολογία αταίριαστη με ψευδομεσαιωνικό κόσμο (π.χ. «καλοφτιαγμένη φάρσα φτιαγμένη από επαγγελματία του είδους», «σαδομαζοχιστικός καθαρμός»). Το κείμενο χρειαζόταν ακόμη χέρι διορθώσεων.
  •            Ένα πράγμα που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν η ασυνήθιστη προσέγγιση στο υποκείμενο των προτάσεων. Όταν παραλείπεται, εννοείται πάντα πως είναι ο ίδιος ο Λέκγουελ, ακόμη κι αν έχει δυο παραγράφους να αναφερθεί το όνομά του. Αυτό είναι έντονο και δημιουργεί αναγνωστικούς «λόξυγκες» σε δυο από τις δυνατότερες σκηνές του βιβλίου.**
  •            Τις πιο πολλές φορές, θεωρώ πως η αφαιρετική μέθοδος χωλαίνει. Στο θέμα της μαγείας, ειδικά, πιστεύω πως δεν μπορούν να υπάρξουν συμβιβασμοί. Δεν περιγράφεται ούτε στο ελάχιστο το οπτικό της κομμάτι, οπότε καταντά άχρωμη και χάνει τη… μαγεία της.
  •            Επίσης, ο Μίσσιος κάνει κάποιες παραδοχές στα σύγχρονα βιβλία θεωρούνται ξεπερασμένες (π.χ. εμφανίζεται μια παλαιάς κοπής συντεχνία κλεφτών). Δεν έχω ιδέα αν ο κόσμος του βιβλίου ήταν τεχνολογικά πρωτόγονος, αρχαϊκός ή μεσαιωνικός. Πανοπλίες από εντελώς διαφορετικές ιστορικές περιόδους συνυπάρχουν κτλ. Αυτό σε ένα παιχνίδι στον υπολογιστή δεν είναι πρόβλημα, μόνο η αισθητική μετράει εκεί. Αλλά σε βιβλίο δε στέκει. Επίσης, η ορολογία είναι προβληματική. Μικρά εμπορικά πλοία αναφέρονται ως «γαλέρες» (στην πραγματικότητα ήταν ένα είδος μεγάλου πολεμικού πλοίου), ενώ αγγλισμοί όπως «κοντόσπαθο» και «μακρύσπαθο» πετάγονται εδώ κι εκεί.
  •            Στην Επιστημονική Φαντασία χρησιμοποιείται ο όρος "technobabble" για τις επιστημονικοφανείς ασυναρτησίες που στόχευαν να κάνουν πειστικότερες τις παλιές ιστορίες: «Απέχαμε δέκα κιλοβούρμ από την τροχιά περιδίνησης του πλανήτη, όταν έβαλα μπρος τη γεννήτρια ενστάλαξης». Όπου ‘κιλοβούρμ’, ‘τροχιά περιδίνησης’ και ‘ενστάλαξη’ είναι έννοιες που κατανοούμε χοντρικά με τι σχετίζονται, αλλά δεν εξηγούνται πουθενά στο κείμενο. Αντίστοιχα, ο «Λέκγουελ» υποπίπτει ενίοτε σε… fantababble. Δηλαδή, εξωτικές λέξεις που λέγονται για να λέγονται, δίχως αντίκρισμα. Σπόροι μαγιάν στο ζεστό σαμίλ, δέντρα μπελούλ, φωτόλιθοι κι όποιος καταλάβει, κατάλαβε. Ευτυχώς είναι πολύ σπάνιο.
  •            Σε ζητήματα πολιτικής ή γεωγραφίας στο βιβλίο, τα πάντα θυσιάζονται για να δημιουργηθούν οι εντυπώσεις που απαιτεί η πλοκή. Τα μεγέθη που περιγράφονται δεν αντιστοιχούν με τον τρόπο που απεικονίζονται στο χάρτη οι τόποι. Τα ίδια άτομα που επιδίδονται σε φοβερές και τρομερές μηχανορραφίες, στο τέλος καταφεύγουν στην προφανή και εύκολη λύση που είχαν στη διάθεσή τους από την αρχή. Η πλουσιότερη πόλη του γνωστού κόσμου είναι χτισμένη σε ένα μέρος που πρέπει να είσαι ο Ιντιάνα Τζόουνς για να το φτάσεις. Η επεκτατική αυτοκρατορία μοιάζει να μην επωφελείται από τις κατακτήσεις της στο ελάχιστο, αφού πάντα τις λεηλατεί και τις ισοπεδώνει στη στιγμή για να φανεί πόσο κακή είναι.
  •            Τα εξωτικά ονόματα χρησιμοποιούνται χωρίς ειρμό. Βάζοντας σε κάθε χώρα ανάκατα ινδικά, αραβικά και κινέζικα, καμιά δεν αποκτά δικό της χρώμα. Το «ουτ α για» ας πούμε, δεν ακούγεται πειστικό πως ανήκει στη γλώσσα των ανθρώπων που αποκαλούν τη χώρα τους «Λιλ Λάι», ούτε και το «Λέκγουελ» μοιάζει για όνομα κατοίκου της.
  •            Κάποιες από τις ανατροπές των προσδοκιών του αναγνώστη είναι πολύ τολμηρές. Δεν μπορούν τα πάντα να τινάζονται κάθε τόσο στον αέρα, όσο κι αν αυτό στέκει απόλυτα στον πραγματικό κόσμο. Κάποιες φορές, πρέπει να ανταμείβεται η υπομονή που έδειξε κάποιος για 100 σελίδες και μια υποπλοκή που χτίστηκε προσεκτικά πρέπει να ολοκληρώνεται κάπως
  •            Οι περιγραφές απουσιάζουν σε υπερβολικό βαθμό. Το κείμενο συχνά καταφεύγει σε αοριστολογία χώρου-χαρακτήρων-εικόνων. Αποκόμισα την εντύπωση πως ίσως θα ήταν καλύτερα το ίδιο ακριβώς θέμα, με τους ίδιους χαρακτήρες, να είχε γραφτεί σαν μυθιστόρημα εποχής, με το υπερφυσικό να δρα στα παρασκήνια ιστορικών γεγονότων και την πλοκή να μένει στην ουσία η ίδια. Αυτό θα έκανε το βιβλίο προσιτό σε μεγαλύτερο κοινό (το θέμα του, ούτως ή άλλως, είναι υπαρξιακό και αφορά τους πάντες). Αλλά, κυρίως, θα χρειάζονταν τότε λιγότερες παραδοχές και ανοχές. Άλλο να πεις απλά «ανέμιζε η σημαία της Γαλλίας» (ας μην ξέρει ο αναγνώστης ποια ήταν το 1700, πάλι κάτι του λέει επειδή ξέρει τη χώρα), άλλο να πεις «ανέμιζε το λάβαρο του Ράγκαρας» και να μην προσδιορίσεις καν τι χρώμα έχει
  •            Κάποιες λίγες φορές οι συμπτώσεις μοιάζουν υπερβολικές και χάνεται παροδικά η ασάφεια που χαρακτηρίζει το βιβλίο (έβαλε το χέρι της η Μοίρα ή όχι;)
  •            Το ευρετήριο προσώπων πότε αποκαλύπτει εξελίξεις πρόωρα και πότε προσφέρει πρόσθετες πληροφορίες οι οποίες δεν περιέχονται καθόλου στο κείμενο.

Ετυμηγορία

Το βιβλίο είναι ευχάριστο στην ανάγνωση, έχει πολύ ενδιαφέρον θέμα και θίγει σημαντικούς προβληματισμούς για το πώς θα μπορούσε να γράφεται το φάνταζυ. Όμως οι πειραματισμοί του δεν υλοποιούνται με πλήρη επιτυχία. Δεν έχει κάποιο μεγάλο ελάττωμα, αλλά τα μικρά ελαττώματά του είναι αρκετά.

Κανείς δε θα χάσει διαβάζοντάς το, αλλά πολύ περισσότερα θα αποκομίσει κάποιος που γράφει ο ίδιος φάνταζυ και θα αναγκαστεί να σκεφτεί ή κάποιος που είναι αρκετά έμπειρος και απαιτητικός αναγνώστης, οπότε θα γίνει ίσως ακόμη απαιτητικότερος. Πιθανώς θα το απολαύσει και όποιος δε γνωρίζει καθόλου το είδος αλλά έχει μόνο μια ομιχλώδη ιδέα για το τι εστί φάνταζυ. Μάλλον αυτός θα παρακολουθήσει απρόσκοπτα την πλοκή. Για οποιονδήποτε άλλο, νομίζω πιο ωφέλιμο θα είναι να καταπιαστεί πρώτα με τους κλασικούς του φάνταζυ και να επιστρέψει στον «Λέκγουελ» αργότερα, όταν δε θα τον ξενίζουν πια οι καινοτομίες του βιβλίου και θα είναι σε θέση να τις εκτιμήσει καλύτερα. Όταν, δηλαδή, θα νιώσει πως του είναι προτιμότερο κάτι πρωτότυπο με αδυναμίες παρά ένα αψεγάδιαστο «μια από τα ίδια». 


Αξιολόγηση: 3.5 στα 5 (4/5 αν δεν έχετε τόση μανία με τη συνέπεια και τις λεπτομέρειες όπως εγώ)

Ελληνικότητα: 2 στα 5 (χωρίς αυτό να σημαίνει πως ακολουθεί την πεπατημένη του δυτικοευρωπαϊκού/κελτικού χρώματος)



*: (Για όσους έχουν ήδη διαβάσει το βιβλίο) η ερωτική σκηνή στη σπηλιά, οι άλλες δυο θεϊκές συναντήσεις, η επίσκεψη στο πατρικό σπίτι, το παιχνίδι των κύβων, η αρπαγή του Άσσι, η τελετή πάνω στην πυραμίδα, η περιγραφή του κόσμου των νεκρών, ο Λέκγουελ να περιφέρεται στο σκοτάδι κάτω από το διοικητήριο, ο Αλάκι ενάντια στις σκιές-φύλακες

**: (Για όσους έχουν ήδη διαβάσει το βιβλίο) ο Λέκγουελ να περιφέρεται στο σκοτάδι κάτω από το διοικητήριο, ο Αλάκι ενάντια στις σκιές-φύλακες 

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Συγγραφικά μου νέα

Μετά από αρκετή σκέψη πάνω στο μεγαθήριο που ολοκλήρωσα πρόσφατα και το μέλλον του, συνειδητοποίησα πως είχα τη λύση στα χέρια μου από την αρχή. Η τετραλογία των Γιων της Στάχτης, όπως την είχα σχεδιάσει αρχικά, είχε ένα σημαντικό χρονικό κενό στη μέση. Μετά το τέλος του δεύτερου βιβλίου θα γινόταν ένα χρονικό άλμα και θα ξαναβρίσκαμε τους χαρακτήρες τρία έτη μετά στην αρχή του τρίτου βιβλίου.

Από την άλλη, κρίνοντας από τη διόγκωση του δεύτερου βιβλίου σε σχέση με το πρώτο, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο πλήθος των χαρακτήρων, το πιο πιθανό είναι ότι αυτό ακριβώς θα συμβεί και με το τρίτο και το τέταρτο.

Έτσι, πήρα τη μεγάλη απόφαση: χωρίζω το δεύτερο βιβλίο στα δύο κι εκεί τελειώνω μια πρώτη τριλογία των Γιων της Στάχτης, κλείνοντας όλα τα κύρια θέματα που έχω ανοίξει. Το τρίτο και το τέταρτο βιβλίο αναδιοργανώνονται για να γίνουν κι αυτά τρία. Και πάμε από μια τετραλογία σε δυο αλληλένδετες τριλογίες, από τις οποίες η πρώτη είναι σχεδόν έτοιμη.


Και λίγα λόγια για τη… διεθνή μου καριέρα.



Χάρις στη συνεργασία των καταστημάτων Public με το Amazon, δύο αντίτυπα του Κορακιού είναι άμεσα διαθέσιμα για παραγγελία οπουδήποτε στον κόσμο, σε μάλλον εξωφρενική τιμή μέσω Αμερικής ή λιγότερο εξωφρενική μέσω Αγγλίας. Βάζω και φωτογραφίες, μιας και ίσως κάποια στιγμή στο μέλλον να μην υπάρχει πια η συνεργασία μεταξύ των δύο βιβλιοπωλείων ή να έχουν δοθεί τα δυο αντίτυπα.



Επίσης, σε συνέντευξη που έδωσε στο βραβευμένο ρουμάνικο ηλεκτρονικό περιοδικό SRSFF που ασχολείται με το φανταστικό, ο Μιχάλης Μανωλιός είχε την καλοσύνη να αναφέρει τους Γιους της Στάχτης ως ένα από τα δυο πιο σημαντικά έργα φάνταζυ στην Ελλάδα κατά τη γνώμη του (το άλλο είναι οι «Λαξευτές της Παλίρροιας» της Βάσως Χρήστου). Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη ρουμανική γλώσσα, αλλά μπορείτε να δοκιμάσετε την τύχη σας με την αυτόματη μετάφραση του google. (Για όσους δεν τον γνωρίζουν, ο Μιχάλης Μανωλιός είναι από τις πιο σημαντικές πένες της ελληνικής Επιστημονικής Φαντασίας. Εδώ η κριτική μου για το δεύτερο βιβλίο του, «… και το τέρας»)

Τέλος, εδώ θα βρείτε το Κοράκι στο goodreads, μια αξιόλογη ιστοσελίδα με έμβλημα και στόχο το «γνωρίστε το επόμενο αγαπημένο σας βιβλίο». Η τελευταία (αυτή τη στιγμή) κριτική για το Κοράκι έρχεται από ελληνόφωνη αναγνώστρια βέβαια, αλλά από την Ολλανδία. Μπορείτε κι εσείς να δείτε γνώμες και βαθμολογίες εκεί για οποιοδήποτε βιβλίο σε οποιαδήποτε γλώσσα, γραμμένες από απλούς αναγνώστες. Ή να συμμετάσχετε με τη δική σας γνώμη και/ή βαθμολογία. Αξίζει τον κόπο, θεωρώ. Και από τη δική μου πλευρά, θεωρώ κάθε ειλικρινή αξιολόγηση του έργου, θετική ή αρνητική, ευπρόσδεκτη. Ειδικά με ενδιαφέρει να ακούσω τι άρεσε και τι δεν άρεσε, περισσότερο από το να λάβω μια αριθμητική επιβράβευση.




Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

330.000 (Κι όμως!)

Κάνοντας διορθώσεις στη συνέχεια του «Κορακιού σε άλικο φόντο», έκοψα μπόλικες φλυαρίες και πέταξα κάποια κομμάτια που δεν οδηγούσαν πουθενά, ούτε προσέφεραν κάτι άλλο. Ήταν μια ολόκληρη υποπλοκή. Αλλά υπήρχαν κάποια κενά που έπρεπε να γεμίσουν, κάποια πράγματα που χρειάζονταν ανάλυση ή εξήγηση. Έτσι, έγραψα και αρκετό νέο κείμενο. Γι’ αυτό μου πήρε τόσο καιρό να τελειώσω. Αποτέλεσμα; Αντί να μικρύνει το τέρας, εκτοξεύτηκε στις 330.000 λέξεις (ενδεικτικά, το «Κοράκι» ήταν γύρω στις 130.000).

Η προφανής λύση είναι να κόψω το κείμενο και να το κάνω δυο ξεχωριστά βιβλία. Το προτιμώ να πάρω εγώ την απόφαση πού θα χωριστεί και να στήσω το ρυθμό και τις κορυφώσεις μου αναλόγως, παρά να κοπεί σε δυο τόμους για λόγους βιβλιοδεσίας, τους οποίους ο αναγνώστης θα διστάζει να αγοράσει/ξεκινήσει. Σάμπως και σε έναν τόμο να βγει, δε θα είναι τρομακτικό για πολλούς, και σαν τιμή και σαν όγκος; Ούτως ή άλλως, προτιμώ να ξέρω απέξω κι ανακατωτά κάθε γραπτό μου όσο το δουλεύω, να μπορώ να το γυρίσω μέσα στο μυαλό μου και να το δω από κάθε γωνία για να κάνω τη λεπτοδουλειά. Αυτό εδώ έχει διογκωθεί τόσο που δυσκολεύομαι να το διαχειριστώ.

Αλλά λέει μια ιστορία, από την αρχή μέχρι το τέλος της. Όπου και να τραβήξω τη μαχαιριά για να το χωρίσω, κάποια νήματα νομίζω πως θα κοπούν κι οι άκρες τους θα μείνουν μετέωρες.

Δεν ξέρω ακόμα τι θα κάνω. Περιμένω γνώμες κι από τους δοκιμαστικούς αναγνώστες μου.

Αυτά είναι τα νέα αυτή τη στιγμή και η ουσία της ανάρτησης για όσους δεν ενδιαφέρονται για τη διαδικασία της συγγραφής και τα γρανάζια που γυρίζουν μέσα της. Κατά τα άλλα, εδώ θα κάνω τον κόπο να μιλήσω για τον τρόπο που δουλεύω και να εξηγήσω γιατί πήρε τα πάνω του το βιβλίο σε μέγεθος. Γράφω γρήγορα (όταν το παίρνω απόφαση να στρωθώ), πατώντας πάνω σε ιδέες και κατευθύνσεις, όχι σε σχεδιαγράμματα. Αφήνω τα πράγματα να πάρουν τη φυσική τους τροπή αντί να τα χαλιναγωγώ.

Όταν τελειώνω και βγαίνει αυτό το ακατέργαστο πράγμα που λέμε «πρώτη γραφή», είναι γεμάτο με σημάδια που προοιωνίζουν πράγματα που τελικά δε συμβαίνουν (γιατί δε χωρούσαν στην πλοκή ή γιατί βρήκα κάτι καλύτερο να μπει στη θέση τους), καθώς και με πράγματα που πετάγονται από το πουθενά χωρίς να έχουν ρίζες στην αρχή του κειμένου (γιατί συνειδητοποίησα στην πορεία πως έλειπαν).

Τα πρώτα πρέπει να ξηλωθούν και τα δεύτερα πρέπει να στηριχτούν. Πονάει η ψυχή του συγγραφέα όταν πετάει σελίδες ολόκληρες από λέξεις που ζορίστηκε να τις στριμώξει στο χαρτί ή το αρχείο. Θέλει θάρρος. Και είναι γρίφος να βρεις πού ακριβώς να βάλεις τις πρώτες εμφανίσεις των νέων προσώπων και πλοκών δίχως να χαλάσεις τις ισορροπίες και το ρυθμό του κειμένου ή να ξεχάσεις τίποτα που θα σκάσει μετά απροειδοποίητα φάντης μπαστούνι. Θέλει υπομονή και προσοχή, ψιλό κεντίδι. Αλλά αν δεν το κάνεις, το βιβλίο θα έχεις τρύπες και θα φαίνεται. Αυτό είναι το πρώτο χέρι των διορθώσεων (ή «δεύτερο χέρι/δεύτερη γραφή»).

Δυστυχώς, πολλοί συγγραφείς κουράζονται τόσο από την προσπάθεια της συγγραφής που δεν έχουν κουράγιο να μπουν σε τέτοια διαδικασία μετά. Κι αυτό τους χαντακώνει. Καλύτερα να αφήσουν λίγο χρόνο και να ξαναπιάσουν το έργο τους όταν θα είναι έτοιμοι, παρά να τρέξουν αμέσως να το εκδώσουν και να δημιουργήσουν κακές εντυπώσεις.

Όχι πως κι εκεί (μετά το δεύτερο χέρι) τελειώνουν τα πράγματα. Δεν είναι υποχρεωμένος κανείς να δουλεύει σαν εμένα. Μπορεί να πάει μεθοδικά και να τα έχει όλα οργανωμένα στην πρώτη γραφή. Να τον βγάλει το ταλέντο ως εκεί, να ξέρει τέλεια την ιστορία που θέλει να πει. Μόνο που ακόμα και οι μεγαλύτεροι συγγραφείς, τωρινοί ή παλιοί, δεν έβγαζαν άψογο κείμενο με την πρώτη. Δεν είμαστε μηχανές. Η ιστορία ίσως να είναι όπως πρέπει, οι λέξεις που την απαρτίζουν όχι.


Χρειάζεται τουλάχιστον ένα χέρι ακόμα στην οθόνη, για τυπογραφικά, ορθογραφικά κι εκφραστικά λάθη. Κι ένα τελευταίο, οπωσδήποτε, με το κείμενο τυπωμένο. Ως εκεί θα έχεις αποστηθίσει σχεδόν τις λέξεις, θα τις έχεις σιχαθεί και δε θα θες να τις ξαναδείς. Όταν, όμως, αρχίζεις να το κάνεις αυτό, να χτενίζεις και να στρώνεις τα γραπτά σου πριν τα εκθέσεις στο ευρύ κοινό, τότε έχεις πάψει απλά να «γράφεις» και «είσαι συγγραφέας», κατά τη γνώμη μου. Τη διαφορά δεν την κάνει η έκδοση ή η αναγνώριση, αλλά η σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζουμε την ασχολία μας.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

253.680

Όταν δημιούργησα αυτό το ιστολόγιο, αποφάσισα πως οι αναρτήσεις θα έχουν να κάνουν μόνο με τα βιβλία μου κι όχι μ’ εμένα τον ίδιο. Αλλά δεν παύω να είμαι εγώ που γράφω τα βιβλία και να είμαι άρρηκτα συνδεδεμένος μ’ αυτά.

Λοιπόν, φέτος δεν ήταν για κανέναν στην Ελλάδα καλή χρονιά και σίγουρα πολλοί πέρασαν αντικειμενικά μεγαλύτερες δυσκολίες από μένα. Αλλά για μένα ήταν η χειρότερη χρονιά της ως τώρα ζωή μου, με περισσότερη πίεση κι από τη στρατιωτική μου θητεία ή την προετοιμασία για τις πανελλαδικές. Ήθελα να γράψω, είχα όρεξη, αλλά δεν είχα την ευχέρεια ή το κουράγιο.

Αλλά οι δυσκολίες πάντα μας κάνουν να αναθεωρούμε τις προτεραιότητές μας. Λοιπόν, με την πρώτη ανάσα που πήρα, έπεσα με τα μούτρα τη συγγραφή. Και ολοκλήρωσα την πρώτη γραφή του επόμενου βιβλίου των Γιων της Στάχτης πριν από λίγο.

Δεν τέλειωσε η δουλειά, τώρα απλώς αρχίζει η επόμενη φάση της, οι διορθώσεις. Κι αν έχω κάποια άλλη δικαιολογία για την τόση καθυστέρηση, είναι το μέγεθος: 253.680 λέξεις, σχεδόν διπλάσιο από το «Κοράκι σε άλικο φόντο» (που ήταν 134.476 λέξεις).

Σας ευχαριστώ όλους όσοι περιμένετε και ρωτάτε και κάνετε υπομονή. Ανασκουμπώνομαι και συνεχίζω.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Κριτικές και συνεντεύξεις

Έχει περάσει ένας χρόνος που κυκλοφόρησε το "Κοράκι σε άλικο φόντο" κι έτσι είπα να συγκεντρώσω σε μια ανάρτηση όλα όσα έχουν γραφεί στον Τύπο ή το διαδίκτυο για το βιβλίο. Αφήνω κατά μέρος τις παρουσιάσεις σε βιβλιοστήλες οι οποίες αναπαρήγαγαν απλά το κείμενο από το οπισθόφυλλο ή εκείνο από το δελτίο τύπου κι έτσι μένουν σχετικά λίγα πράγματα, αλλά όλα θετικά.

Έγραψαν για το έργο μου λοιπόν...


- Βάσω Χρήστου, Φανταστικά Χρονικά (το περιοδικό της ΑΛΕΦ), τεύχος 16 (Χειμώνας 2010-11):

Το μυθιστόρημα φαντασίας του Ελευθέριου Κεραμίδα Κοράκι σε Άλικο Φόντο είναι το πρώτο της σειράς «Οι Γιοι της Στάχτης» και ταυτόχρονα το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα. Ωστόσο, ούτε ο κόσμος, ούτε η πλοκή, ούτε η γλώσσα του Ε. Κεραμίδα μαρτυρούν πως πρόκειται για πρώτο έργο. Κι αυτό γιατί όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το βιβλίο είναι πραγματικά δουλεμένα και ώριμα.

Ο χάρτης του έργου είναι μέρος μιας ευρύτερης περιοχής που θυμίζει την Ευρώπη μαζί με μέρος της Ανατολίας και των στεπών του βορρά ενώ ο τόπος των πρωταγωνιστών του – με γεωγραφία και δομή πολύ κοντά στη Βυζαντινή – ονομάζεται Βασιλεία Αιγλωέων.

Ο συγγραφέας δείχνει να ξέρει πολύ καλά τον κόσμο του, να τον έχει ολοζώντανο στο μυαλό και στο έργο του. Είναι φανερό ότι το χέρι που κινεί τα νήματα γνωρίζει πολύ καλά τι συμβαίνει κάθε στιγμή απ’ άκρη σ’ άκρη του χάρτη, και το περιγράφει με συνέπεια.

Πόλεις και παλάτια και ίντριγκες, δάση και ερημωμένες πολιτείες και μοναστήρια, μισθοφόροι και αποστάτες και προδότες, δεν θα λείψουν απ’ όποιον τα περιμένει. Και θ’ ανακαλύψει ότι είναι σωστά τοποθετημένα. Ο αναγνώστης θα βρει επίσης ενδιαφέροντα στοιχεία του φανταστικού, φαρμακείες και φαρμακολύτες, παράξενα δημιουργήματα, πλάσματα που έλκουν την καταγωγή τους πλάσματα που έλκουν την καταγωγή τους από το βασίλειο του υπερφυσικού, ακόμα και μάγους και δράκους – αλλά μακριά από τους συνηθισμένους τους ρόλους. Πραγματικό και φανταστικό πλέκονται με μια λεπτή δεξιοτεχνία, καθώς οι τρεις πόλοι της ιστορίας – τρεις άντρες με εντελώς διαφορετικά σχέδια και προοπτικές – παίζουν ο καθένας το ρόλο του για να εξυφάνουν τη μοίρα του βασιλείου. Μια διεφθαρμένη πρωτεύουσα, που βρίθει από συνωμοσίες, ένα μοναστήρι όπου τίποτα δεν είναι αυτό που δείχνει, ένας φαινομενικά αδίστακτος μισθοφόρος με απώτερους σκοπούς και φόβους που ούτε να διανοηθούν μπορούν οι σύντροφοί του, μας ταξιδεύουν και μας αποκαλύπτουν τα περισσότερα μέρη του λαμπρού βασιλείου.

Η δομή του βιβλίου – μεγάλα κεφάλαια, αλλά με πολλά επιμέρους τμήματα, που μας μεταφέρουν από το ένα σημείο στο άλλο – βοηθάει στην καλύτερη παράθεση των γεγονότων που συμβαίνουν ταυτόχρονα, αλλά και στην κορύφωση της αγωνίας.

Η πλοκή είναι πυκνή, οι περιγραφές δυνατές, οι σκηνές ολοζώντανες και αληθοφανείς. Σημαντικό το στοιχείο της ισορροπίας μεταξύ περιγραφής, σχεδιασμού, δράσης, αλλά και σκέψεων-συναισθημάτων, ενώ πολύ θετική και η ενδιάμεση κορύφωση με την αποκάλυψη της φύσης των Γιων της Στάχτης.

Τέλος, θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην τονιστεί πως ο Ε. Κεραμίδας έχει εξαιρετικά καλή και σωστή γραφή στο βιβλίο του, καθώς επίσης και ένα λεξιλόγιο όρων που θα ζήλευε και ιστορικός της εποχής. Απόλυτο must για όσους ασχολούνται με φάντασυ!

Κι αν ζυγίσουμε τα συν και τα πλην;

Στα θετικά: Που το βιβλίο είναι σχεδόν αυτοτελές, ενώ έχουμε να περιμένουμε και άλλα αντίστοιχης ποιότητα βιβλία για να ολοκληρώσουν τους Γιους της Στάχτης.

Στα αρνητικά: Που θα χρειαστεί να περιμένουμε αυτά τα βιβλία. Εγώ θέλω τη συνέχεια τώρα!


- Δημήτρης Αργασταράς, www.bookpress.gr, 22.1.2011:

Εδώ θα διαβάσετε το άρθρο "Τοπία του φανταστικού" που αναφέρει και το δικό μου έργο.



- Μαρία Βασιλείου, Metal Hammer & Heavy Metal, τεύχος 318 (6ος του 2011):

Δεν συναντάμε συχνά συγγραφικές απόπειρες που να επιτυγχάνουν τόσα πολλά με τη μία: να καταξιώνουν τον συγγραφέα ως αριστοτέχνη της αφηγηματικής δομής (καθώς φαίνεται να κατέχει με άνεση τις ομολογουμένως δύσκολες τεχνικές του εκτενούς μυθιστορήματος) και ως γοητευτικό μυθοπλάστη, υφαίνοντας μία πρωτότυπη και συναρπαστική περιπέτεια, ικανή να καθηλώσει τον απαιτητικό αναγνώστη του είδους. Ακόμη, να τραβήξει την προσοχή του εκδοτικού ενδιαφέροντος, παρά τον ασυνήθιστο κι επομένως ριψοκίνδυνο χαρακτήρα του. Κι επιπλέον, να μην επιχειρήσει μία ακόμα αναπαράσταση αγγλοσαξονικής παράδοσης, αλλά να καταπιαστεί μ’ ένα εντελώς ασυνήθιστο πλαίσιο, μία εκδοχή του ελληνικού Μεσαίωνα.

Γιατί να το διαβάσεις: Απαραίτητο για κάθε αναγνώστη παρα-ιστορικής περιπέτειας και Φαντασίας.


- Περιοδικό Glamour, 6ος του 2011

Εδώ θα διαβάσετε τις βιβλιοπαρουσιάσεις ("Πάρε άλλο ένα βιβλίο από το ράφι")


- Μάκης Πανώριος, The Books' Journal, τεύχος 8, 01/08/2011, απόσπασμα από το εκτενές άρθρο "Φάνταζι" και φαντασία, βασισμένο στο κείμενο που εκφώνησε ο κύριος Πανώριος στην παρουσίαση του βιβλίου μου. Ξεκινά με μια σύντομη εισαγωγή στο αγαπημένο μας λογοτεχνικό είδος και δυστυχώς δεν υπάρχει online, ούτε γνωρίζω αν μπορώ να το αναπαράγω ολόκληρο εδώ):

To συγκεκριμένο, που το διεκπεραιώνει με ευχέρεια αφηγηματικής ικανότητας ο Ελευθέριος Κεραμίδας, καταργεί την ιστορική εντοπιότητα, και με την κατάλληλη μετάπλαση του πραγματικού γεωγραφικού τοπίου, καθώς επίσης και με τη χρησιμοποίηση πλούσιου πραγματολογικού υλικού, που αντλεί από την ευρωπαϊκή παράδοση, αλλά και τη μυθολογία και την προσφυγή σε ιστορικές περιόδους, αποκτά μια παγκόσμια διάσταση.

[...]

Η ιδιομορφία της γραφής του προέρχεται από το λαϊκό βυζαντινό αλλά και ευρωπαϊκό ιπποτικό μυθιστόρημα, το ανατολίτικο και δυτικό παραμύθι, θρύλους, μύθους, παραδόσεις. Έχοντας αφομοιώσει αυτές τις νόμιμες επιδράσεις, το αποτέλεσμα που παραδίνεται στον αναγνώστη του είναι μια γοητευτική τοιχογραφία τοπίων, προσώπων και καταστάσεων. Στην αρένα της συναντώνται το 
ξίφος με το λαγούτο, ο ιππότης με τον τροβαδούρο, ο ιερωμένος με τον άρχοντα, Kat ο φαρμακός 
με το επερχόμενο μέλλον. Ένα μέλλον η ποιότητα του οποίου εξαρτάται όχι μόνο από τη βελτίωση

της καθημερινότητας ως αποτέλεσμα ενός πιο ανθρώπινου κοινωνικοπολιτικού συστήματος,
αλλά κυρίως, από την καλλιέργεια της φαντασίας.



- Ρίτα Γκούργκουλα, ιστολόγιο "Βιβλιο...λογίες"

Εδώ θα βρείτε την κριτική


Τέλος, εδώ θα βρείτε την συζήτηση που γίνεται για το βιβλίο μου στο ελληνικό φόρουμ του φανταστικού sff.gr, σε πολύ πιο ανεπίσημο τόνο. Σας παραπέμπω στην πρώτη κριτική, μετά τα συγχαρητήρια για την έκδοση και τα λοιπά διαδικαστικά.


Επίσης, έχω δώσει τις εξής συνεντεύξεις:




Φυσικά, αν έχω παραλείψει κάτι, από αμέλεια ή άγνοια, είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτο να με ενημερώσετε.


Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Στιγμή 11

Έχει τόσο καιρό να εμφανιστεί νέα ανάρτηση στο ιστολόγιο που ίσως κάποιοι να μη γνωρίζουν ή να μη θυμούνται τι είναι οι Στιγμές. Σε τέτοια περίπτωση, ρίξτε μια ματιά εδώ.

Κατά τα άλλα, δε θα πω ότι θα προσπαθήσω να έχω μια καινούρια ανάρτηση κάθε τόσο, γιατί το έχω ήδη πει και δεν έχω κατορθώσει να το τηρήσω. Θα πω μόνο πως θα κάνω ό,τι καλύτεορ μπορώ με το ιστολόγιο - και θα δούμε τι θα είναι αυτό.


Πριγκίπισσα Αγαθή

Η αύρα κόπαζε στιγμιαία κι ύστερα ξεκινούσε ξανά, σαν ανάσα. Ερχόταν από την πλευρά της θάλασσας, υγρή κι αμυδρή, ίδια με χάδι από ελαφρά βρεγμένο χέρι.

Ήταν όμορφη μέρα, ο ουρανός πεντακάθαρος, η ζέστη κι η δροσιά ευχάριστες μέσα στην ισορροπία τους. Όλοι στο Σεπτό Παλάτι είχαν αναζητήσει αφορμή για να βγουν στους κήπους. Οι υπηρέτες κι οι τεχνίτες θυμήθηκαν τις υπαίθριες εργασίες που είχαν παραμελήσει όσο είχε κρατήσει η καλοκαιρινή κάψα. Οι στρατιώτες έστεκαν ευθυτενείς αντί να λαγοκοιμούνται στη σκιά στηριγμένοι στα δόρατά τους. Οι αξιωματούχοι αποφάσισαν πως ήταν καιρός να κάνουν επιθεωρήσεις.

Οι πολύ υψηλόβαθμοι, βέβαια, δε χρειάζονταν δικαιολογίες· ο Μέγας Λογοθέτης Σεβαστιανός είχε απλά προστάξει να μεταφέρουν ένα γραφείο στην αυλή των διαμερισμάτων του για να δουλέψει εκεί. Η Αγαθή στάθηκε μαζί με τις συνοδούς της σεμνά δυο βήματα μακριά του, περιμένοντας υπομονετικά να ασχοληθεί μαζί της. Δάχτυλα ηλιόφωτος κυμάτιζαν πάνω της και στο πλακόστρωτο γύρω της, όπως το αεράκι έκανε τα φύλλα της κληματαριάς να κυματίζουν. Ο μεσήλικος άντρας σταμάτησε να διαβάζει μετά από λίγο, σήκωσε το βλέμμα του και αντιλήφθηκε της παρουσία της. Έκανε μια αφηρημένη κίνηση που θα μπορούσε να είναι κοφτό νεύμα χαιρετισμού, μα αντί να της μιλήσει άρχισε να γράφει μανιωδώς. Είχε συνοφρυωθεί κι ήταν φανερό πως πάσχιζε να κάνει τις σκέψεις του λέξεις πριν ξεγλιστρήσουν από το νου του.

Η Αγαθή έμεινε να ακούει το γρατσούνισμα της γραφίδας πάνω στην περγαμηνή, αμυδρό ανάμεσα στο τραγούδι των τζιτζικιών. Διέκρινε καθαρά το κείμενο – τα βαθυγάλαζα μάτια της δεν ήταν μόνο όμορφα, αλλά και κοφτερά. Ο Μέγας Λογοθέτης είχε καταπιαστεί με στρατιωτικά θέματα. Τον είδε να γράφει εκ παραδρομής ‘προσβολή του εχθρού’ αντί για ‘προβολή του εχθρού’. Και στις δυο περιπτώσεις έβγαινε νόημα, μα διαφορετικό. Και κάποιος λιγότερο οξυδερκής δε θα υποψιαζόταν πως η ‘προσβολή’, αν και πιο συνήθης έκφραση, δεν ταίριαζε με τον ειρμό του κειμένου. Πήρε βαθιά ανάσα κι άνοιξε το στόμα της για να του επισημάνει το σφάλμα, αλλά δεν τόλμησε να πάρει το λόγο μόνη της. Ένιωσε το βλέμμα της θείας της να πέφτει επικριτικό πάνω της, να της καίει την πλάτη.

Η Ισμήνη, ένα μόλις βήμα πίσω από την πριγκίπισσα, κατείχε άριστα τη γλώσσα των σωμάτων· θα είχε αναγνωρίσει το δισταγμό της, έστω κι αν δε θα είχε κατανοήσει ποιο ήταν το αντικείμενό του. Και γι’ αυτό ακριβώς την είχε πάρει μαζί της η Αγαθή, τη θεία και τροφό της, γιατί ήταν μαχητική, την ενθάρρυνε να διεκδικεί και την επέκρινε πάντα όταν συμβιβαζόταν. Δε θα της επέτρεπε να λιποψυχήσει. Για τον ίδιο λόγο η Αγαθή δεν είχε πάρει μαζί της την άλλη τροφό της, τη γερόντισσα Ουρανία, που ήταν αδελφή της Ισμήνης. Εκείνη, σαν μοναχή, πάσχιζε να είναι ήπια και συγκαταβατική και το ίδιο παρότρυνε και τους άλλους να κάνουν.

Ο Σεβαστιανός άφησε ξαφνικά το έγγραφο στην άκρη και ύψωσε το βλέμμα του από το γραφείο, καθυστερώντας φευγαλέα στο ύψος των γοφών της πριγκίπισσας και ξανά στο στήθος της. Όσο πιο πολύ μεγάλωνε, τόσο συχνότερα της συνέβαινε αυτό με τους άντρες, σαφής απόδειξη πως δεν ήταν πια κορίτσι αλλά γινόταν γυναίκα. Γυναίκα με πολύ θελκτικό σώμα. Στην αρχή κοκκίνιζε από ντροπή κι αναγκαζόταν να σκύβει το κεφάλι της, γιατί η αλλαγή ήταν πολύ έντονη στο λευκό της δέρμα. Αλλά με τις συμβουλές της Ισμήνης και τη δυνατή της θέληση είχε κατορθώσει να καταπνίξει την αυθόρμητη αντίδραση.

«Καλώς τες» τις υποδέχτηκε και επίσημα ο Μέγας Λογοθέτης.

Πάνω στην ώρα, οι υπηρέτες του έφεραν καθίσματα και κεράσματα. Οι δυο γυναίκες δέχτηκαν τις περιποιήσεις και ρώτησαν τι κάνει ο γιος του Σεβαστιανού, ο Πελάγιος, που ήταν σύντροφος στα παιδικά παιχνίδια της Αγαθής χρόνια πριν. Είπαν κι όλα τα άλλα πράγματα που επέβαλε η ευγένεια, μα δεν είχαν λησμονήσει το λόγο της επίσκεψής τους.

«Θα ήθελα την έγκρισή σου, θείε» δήλωσε τελικά η πριγκίπισσα.

Ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη του μεσήλικου άντρα. Δεν ήταν πραγματικά συγγενείς κι είχε να την ακούσει να τον αποκαλεί έτσι από τα μικράτα της. Σ’ αυτή τη νοσταλγική αντίδραση είχε ελπίσει και η Αγαθή και γι’ αυτό είχε επιλέξει τη συγκεκριμένη λέξη.

«Για ποιο πράγμα θες δική μου έγκριση κι όχι του πατέρα σου;» τη ρώτησε, ακόμη χαμογελαστός.

«Ονειρεύομαι να σπουδάσω στο Πανδιδακτήριο» αποκρίθηκε η κοπέλα. «Αν το πεις εσύ, θα γίνει».

Ο Μέγας Λογοθέτης έξυσε τα γκριζαρισμένα γένια του αμήχανος κι έριξε μια ερωτηματική ματιά στην Ισμήνη.

«Υπάρχουν πολύ πιο ταιριαστές ασχολίες για μια γυναίκα της αυτοκρατορικής οικογένειας από το να τυλίγουν επιδέσμους» είπε. «Ακόμη κι αν ξαναγίνει πόλεμος – κι ελπίζω να μην το δω όσο ζω».

«Δεν επιθυμώ να ασχοληθώ με τη Θεραπευτική» εξήγησε η πριγκίπισσα.

«Οι γυναίκες δε σπουδάζουν τίποτε άλλο στο Πανδιδακτήριο» τον άκουσε να απαντάει σφιγμένος.

«Ως τώρα» επέμεινε η πριγκίπισσα.

Δε δείλιασε. Δε χαμήλωσε το βλέμμα της. Συνέχισε να κοιτάζει το δεξί χέρι του πατέρα της, τον άνθρωπο που σε μεγάλο βαθμό όριζε τη χώρα. Προσηλώθηκε στα σκούρα μάτια του. Κι είδε τα φρύδια του να σμίγουν σιγά-σιγά γεμάτα προβληματισμό.

«Εκτός αν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος που πρέπει να συνεχιστεί αυτός ο αποκλεισμός» παρενέβη η Ισμήνη με γλυκό ύφος.

Τα λόγια της έμοιαζαν αυθόρμητα, μα η Αγαθή ήξερε πως η θεία της με πονηριά κατεύθυνε τους άντρες όπως κατεύθυνε και τη βελόνα ή τη σαΐτα του αργαλειού. Δεν τη στενοχωρούσε καθόλου που η Εκκλησία του Δημιουργού απαγόρευε το δεύτερο γάμο σε όσους χήρευαν. Πολύ όμορφη και σχετικά νέα, με σημαντική περιουσία, φημισμένη για τη νοικοκυροσύνη της, εύκολα θα έβρισκε σύζυγο. Μα η ανιψιά της την είχε ακούσει δεκάδες φορές να λέει πόσο ευτυχισμένη ήταν χωρίς κανέναν πάνω από το κεφάλι της.

Βαλλόμενος από δυο πλευρές, ο Σεβαστιανός μαλάκωσε. Σηκώθηκε και απάντησε μειλίχια:

«Έχω καθήκον να εξασφαλίζω πως η αυτοκρατορική οικογένεια αξιοποιεί το χρόνο της για να φανεί χρήσιμη στο λαό. Ο μεγαλειότατος θα είχε περάσει όλη του την εφηβεία στα κυνήγια και στον ιππόδρομο αν του το είχαν επιτρέψει οι προκάτοχοί μου. Θα ήταν σωστό κάτι τέτοιο; Θα ήταν αντάξιο του θρόνου;»

«Μα δε ζητώ διασκεδάσεις!» διαμαρτυρήθηκε η Αγαθή, εξοργισμένη για τη σύγκριση. «Γνώσεις ζητώ, που θα τις χρειαστώ όταν βρεθώ σύζυγος στο πλευρό κάποιου ηγεμόνα!»

«Οι γνώσεις δεν είναι χρήματα, να τις αποθησαυρίζουμε» αντέτεινε ο Σεβαστιανός. «Ήδη έχεις στη διάθεσή σου τις καλύτερες διδασκάλισσες της χώρας. Ειλικρινά δε νομίζω πως υπάρχει πιο μορφωμένη γυναίκα στην Πλάση απ’ τη δέσποινα Ουρανία. Ξέρει περισσότερα από μένα. Παίζει την Αριθμητική στα δάχτυλα. Απαγγέλει από στήθους τα κείμενα των Παλιών Αιγλωέων. Υμνογραφεί. Είναι όμως ικανή να κάνει τη δική μου δουλειά; Σε τι θα βοηθήσει τον μελλοντικό σου σύζυγο αν διδαχθείς, ας πούμε, Αστρονομία;

»Σου μιλάω σαν να είσαι δική μου θυγατέρα. Μάθε όσα μπορείς, μάθε κι όσα σου αρέσουν, αλλά δώσε προτεραιότητα σ’ αυτά που πραγματικά τιμούν μια γυναίκα. Βάλε πρώτη την ανέμη και δεύτερη τη γραφίδα. Μιας και μίλησες για γάμο, μην ακολουθήσεις το παράδειγμα της γερόντισσας Ουρανίας. Με διάφορες δικαιολογίες κατόρθωσε να μείνει ανύπαντρη και υποπτεύομαι πως κατά βάθος το επέλεξε γιατί δεν ήθελε περισπασμούς από τις μελέτες της. Αξιοθαύμαστη κατά τα άλλα, μοναδική, αλλά – με όλο το θάρρος – άχρηστη. Τι έχει προσφέρει μια γυναίκα στην κοινωνία, αν δεν έχει προσφέρει ένα παιδί;»

Η πριγκίπισσα ένιωσε το αίμα να πυρώνει το πρόσωπό της, ακόμη και τα αυτιά της. Δεν ενοχλήθηκε, ούτε έσκυψε για να κρυφτεί. Ήταν έξαλλη. Γιατί δεν την καταλάβαινε; Γιατί δεν ήθελε να την καταλάβει; Ήταν πανέξυπνος, δε μπορεί να μην έβλεπε πόσο μεγάλο όφελος θα είχε ένας βασιλιάς ή αυτοκράτορας αν η ίδια του η σύντροφος γνώριζε Ρητορική ή Νομική! Μήπως τόση ώρα τα λόγια του ήταν ύπουλα, διπλωματικά, με μόνο στόχο να την ξεγελάσουν και να την εξευμενίσουν; Και πού το πήγαινε; Σκόπευε να της προσφέρει κάτι; Κάτι μικρό κι ασήμαντο για να την κάνει να ξεχάσει το όνειρό της; Μήπως ο Μέγας Λογοθέτης πίστευε τελικά πως οι γυναίκες σε τίποτε δε μπορούσαν να είναι ισάξιες με τους άντρες; Δηλαδή, τι; Την προόριζε μόνο για να διακοσμήσει κάποια Αυλή με την παρουσία της και για να γεννήσει διαδόχους, να ακούει και να υπακούει σιωπηρή; Ή μήπως επειδή είχε χηρέψει νεότατος ο ίδιος ο Σεβαστιανός δεν είχε προλάβει να γνωρίσει την αληθινή αξία της γυναικείας στήριξης και δε μπορούσε να τη φανταστεί καν;

Ω, πόσο σύγχυση και πόσος θυμός! Είχε διδαχτεί από την Ισμήνη να ξεδιαλέγει τις σκέψεις της, να τις βάζει σε μια λογική σειρά και να τις κάνει ευγενικό λόγο με συνοχή. Αλλά για πρώτη φορά δεν ένιωθε ικανή. Την τρέλαινε αυτό το κουβάρι των παράλογων επιχειρημάτων του!

Έσφιξε τις μικροσκοπικές γροθιές της, όρθωσε το ανάστημά της που ήδη ήταν παρόμοιο με του βραχύσωμου Σεβαστιανού και με τα γαλανά μάτια της να πετούν σπίθες, μίλησε για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή της χωρίς να έχει αποφασίσει από πριν τι θα πει.

Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

Cover letter/Συνοδευτική επιστολή χειρογράφου

Cover letter είναι «η επιστολή που συνοδεύει ένα άλλο έγγραφο».

Τη δεύτερη φορά που υπέβαλα το «Κοράκι» σε εκδότη, στον Πατάκη δηλαδή που το έκανε δεκτό, είχα βάλει μια τέτοια επιστολή στο φάκελο μαζί με το χειρόγραφο. Κι αργότερα μου είπαν ότι η παρουσία της βοήθησε το βιβλίο, οπότε όσοι ενδιαφέρεστε να στείλετε βιβλίο σε εκδοτικό οίκο στον οποίο δε γνωρίζετε κανέναν, συνεχίστε να διαβάζετε την ανάρτηση.

Τα παρακάτω προτεινόμενα περιεχόμενα μιας συνοδευτικής επιστολής, δε μπορώ να τα τεκμηριώσω. Προέκυψαν από τη λογική, συμβουλές που διάβασα στο δίκτυο (για την αγγλόφωνο κόσμο του βιβλίου που είναι εντελώς διαφορετικός από το δικό μας), από άσχετες συζητήσεις με τους ανθρώπους των εκδόσεων Πατάκη (ούτε υπάρχει κάποιο στάνταρ, ούτε κανείς μου είπε «αυτό θέλουμε») και από την επιστολή που ο ίδιος έγραψα για το δικό μου βιβλίο. Δηλαδή, δεν αποτελούν ευαγγέλιο όσα θα πω· όποιος θέλει τα δέχεται. Όσα από αυτά θέλει, αν δεν του κάνουν όλα.

Σε τι μπορεί να βοηθήσει μια συνοδευτική επιστολή

Κάποτε είχα διαβάσει για το εξωτερικό ότι χειρόγραφα που δε συνοδεύονται από cover letter δε θα μπαίνουν καν στη διαδικασία επιλογής, αλλά θα πηγαίνουν στον κάλαθο των αχρήστων (ιδίως σε περιοδικά, αν και τα χειρόγραφα που δέχονται είναι πολύ μικρότερα από ένα βιβλίο). Τότε δεν υπήρχε το διαδίκτυο και το λεξικό δεν αρκούσε για να μάθω τι ήταν επιτέλους αυτό το cover letter. Τώρα που ξέρω, καταλαβαίνω και γιατί του δίνουν τόση σημασία.

Το πλήθος των χειρογράφων που δέχεται ένας εκδοτικός οίκος κάθε μήνα είναι πολύ μεγάλο, ενώ μπορεί να απασχολήσει περιορισμένο αριθμό επαγγελματιών αναγνωστών (ανθρώπων που πληρώνονται για να τα διαβάζουν και να κάνουν το πρώτο ξεσκαρτάρισμα). Πολλά από τα χειρόγραφα είναι απαράδεκτα και δε διαβάζονται, ενώ αρκετά ακόμη είναι μέτρια/αδιάφορα.

Οι επαγγελματίες αναγνώστες σέβονται τη δουλειά που χρειάστηκε για τις 100, 200 ή και 500 σελίδες ενός βιβλίου. Αλλά ποτέ δεν είναι η ανάγνωση αποκλειστική εργασία τους, ούτε και βγήκαν από τις θερμοκοιτίδες του Μάτριξ. Με λίγα λόγια, ο χρόνος τους δεν είναι άπειρος, ούτε αρέσουν στον καθένα όλα τα είδη λογοτεχνίας, ούτε γνωρίζει όλα τα είδη λογοτεχνίας.

Επίσης, δεν επιλέγουν αυτοί τη στρατηγική του οίκου για τον οποίο δουλεύουν. Αν εντοπίσουν ένα βιβλίο που το θεωρούν καλό και το προωθήσουν, δε σημαίνει πως θα γίνει αποδεκτό. Μπορεί π.χ. να είναι αστυνομικό κι ο οίκος να μη θέλει άλλα αστυνομικά τη δεδομένη στιγμή, είτε γιατί έχει ήδη επιλέξει αρκετά για τα επόμενα δυο χρόνια, είτε γιατί θεωρεί πως δεν είναι της μόδας της συγκεκριμένη περίοδο τα αστυνομικά (τα παραδείγματα είναι τυχαία).

Όλα αυτά, τις ικανότητες του κάθε επαγγελματία αναγνώστη και τον προγραμματισμό, τα ξέρει καλύτερα ο υπεύθυνος των χειρογράφων, γιατί αυτή είναι η δουλειά του. Μια συνοδευτική επιστολή θα τον βοηθήσει να επιλέξει σε ποιον από τους αναγνώστες που έχει στη διάθεσή του θα το αναθέσει και τι προτεραιότητα θα του δώσει. Σειρά προτεραιότητας δεν τηρείται αυστηρά, δηλαδή ένα χειρόγραφο που έφτασε πριν από ένα άλλο, δε θα αξιολογηθεί απαραίτητα και πρώτο. Κι αυτό γιατί η αγορά και η ζήτηση αλλάζει.

Για να συνοψίσω την ουσία: η συνοδευτική επιστολή μπορεί να βοηθήσει να ασχοληθεί με το χειρόγραφό σας ο άνθρωπος του οίκου που θα το εκτιμήσει περισσότερο, μπορεί να βοηθήσει να το δουν γρηγορότερα και μπορεί να βοηθήσει να το δουν μαζί με άλλα αντίστοιχα (από τα οποία ελπίζουμε πως θα είναι καλύτερο και δε θα του φάνε τη θέση στο πρόγραμμα του εκδοτικού οίκου μόνο και μόνο επειδή έτυχε να υποβληθούν νωρίτερα).

Κι αν έχει το αντίθετο αποτέλεσμα; Αν η επιστολή κάνει τον οίκο να καθυστερήσει ν’ ασχοληθεί με το χειρόγραφο ή να θεωρήσει πως δεν τον ενδιαφέρει καθόλου και να το απορρίψει; Η γνώμη μου είναι πως αυτές δεν είναι κυριολεκτικά κακές εξελίξεις. Αν η συνοδευτική επιστολή έχει γραφτεί σωστά και αντιπροσωπεύει το βιβλίο, τότε καλύτερα να το διαβάσουν σε μια περίοδο πιο ευνοϊκή για το ίδιο κι ας είναι αυτή δυο μήνες πιο πίσω. Και αν πραγματικά δεν τους ενδιαφέρει, τι είναι προτιμότερο; Να δοθεί άμεσα η αρνητική απάντηση, απελευθερώνοντας το συγγραφέα να το στείλει σε άλλους ή να απαντήσει σε προτάσεις που μπορεί να του έχουν γίνει στο μεταξύ; Ή να μείνει το χειρόγραφο σε κάποια στοίβα για τρεις-τέσσερις μήνες και μετά να δοθεί η αρνητική απάντηση μόλις διαβαστεί, πιθανώς ούτε καν ολόκληρο αφού θα καταλάβουν από τις πρώτες σελίδες πως δεν είναι αυτό που θέλουν;

Κι απ’ ότι έχω καταλάβει, ποτέ ένα χειρόγραφο δεν επιστρέφεται πραγματικά αδιάβαστο, τουλάχιστον από οίκους που αξίζουν τον κόπο να ασχοληθεί κανείς μαζί τους. Θα κάνουν τον κόπο να ρίξουν μια ματιά στη γραφή, γιατί ακόμη κι αν το βιβλίο αξίζει να το απορρίψουν, αυτό δε σημαίνει πως κι ο συγγραφέας αξίζει να τον απορρίψουν!

Τα περιεχόμενα μιας συνοδευτικής επιστολής

Όταν και να γράψετε μέσα στο cover letter σας, συνολικά δε θα πρέπει να είναι πάνω από τα τρία τέταρτα μιας σελίδας, με κενές γραμμές ανάμεσα στις παραγράφους. Αν έχετε γράψει ένα σωρό κείμενο, μια τιγκαρισμένη σελίδα και παραπάνω, γιατί να μη διαβάσουν απευθείας την πρώτη σελίδα του χειρογράφου αντί για την επιστολή; Κι αυτή θα τους πει πολλά κι ίσως πιο αντιπροσωπευτικά.

Κατά τα άλλα, προσπαθήστε να απαντήσετε τις παρακάτω ερωτήσεις, περίπου μ’ αυτή τη σειρά:

1. Γιατί στέλνετε το χειρόγραφό σας σ’ αυτόν τον οίκο; Δεν είναι πραγματικά απαραίτητη αυτή η πληροφορία, αλλά αν δε μπορείτε να δώσετε την απάντηση ούτε και στον εαυτό σας, τότε μάλλον δεν είναι σωστή κίνηση να το χειρόγραφο σας εκεί.

2. Τι είναι αυτό που στέλνετε, με μια φράση; Μυθιστόρημα, συλλογή διηγημάτων, νουβέλα; Σε ποιο είδος ανήκει; Αυτοτελές, πρώτο σε σειρά, αυτοτελές αλλά με περιθώριο για συνέχειες;

3. Σε τι κοινό απευθύνεται; Ηλικιακά και από άποψη προτιμήσεων.

4. Γιατί θα το ήθελε ο εκδοτικός οίκος; Ποιο είναι το δυνατό του σημείο; Τι το κάνει να ξεχωρίζει από μια άλλη παρόμοια υποβολή; Αν υπάρχει κάποιο σημείο που αποζημιώνει, π.χ. μια δυνατή ανατροπή στη μέση, μη διστάσετε να το πείτε για να διαβάσουν οπωσδήποτε (ως) εκεί πριν κρίνουν.



Για παράδειγμα, μια συνοδευτική επιστολή προς τις Βορειοδυτικές Εκδόσεις για κάποιο υποθετικό βιβλίο:

Εγώ αυτά είχα να σα πω κι ελπίζω να σας φανούν χρήσιμα. Καλή σας επιτυχία.