Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Στιγμή 9

Κάθε εμπόδιο για καλό. Ο χρόνος που μου δίνεται ώσπου να κυκλοφορήσει το βιβλίο, είναι μια καλή ευκαιρία για να κάνω κάποια πράγματα που είχα παραμελήσει, όπως να ολοκληρώσω τις 'Στιγμές'.

Και πάλι ένας από τους "κακούς" χαρακτήρες στο προσκήνιο, ο κόμης Χανσίκο. Αυτός δεν ανήκει στους Αιγλωείς, αλλά κατάγεται από τη μακρινή χώρα που λέγεται Ναντάρ. Μάλιστα, είναι ένα από τα πιο επιφανή τέκνα της.

[όσοι είναι καινούριοι αναγνώστες ή παρακολουθούν το ιστολόγιο μέσω facebook, ίσως δεν κατανοούν τι ακριβώς είναι αυτό εδώ το κείμενο, οπότε ας ρίξουν μια ματιά εδώ)

Κόμης Χανσίκο

Λαχανιασμένος, ξέπνοος από τον πόθο, ο Χανσίκο αναζητούσε με τα χείλη του το λαιμό της Άλμα. Χανόταν ανάμεσα στους βοστρύχους της που είχαν το χρώμα του καλογυαλισμένου ξύλου, πιο σκούροι από το κάστανο, πιο ανοιχτόχρωμοι από τον έβενο. Σαν να βυθιζόταν σε σκοτεινά νερά. Όπως όταν ήταν παιδί και βουτούσε στον Ωκεανό μαζί με τα ξαδέλφια του κοντά στο υποστατικό του παππού του. Θυμήθηκε πώς αναζητούσε τότε τον βυθό, να κλείσει λίγη άμμο μέσα στις χούφτες του για να μπορέσει να αποδείξει αργότερα πως έφτασε βαθύτερα από τους άλλους. Πώς στέρευε κάθε φορά η ανάσα του κι όμως δεν εγκατέλειπε την προσπάθεια για να μην ηττηθεί…

Μόλις ακούστηκε η θύρα του υπνοδωματίου να ανοίγει απότομα, μια μικρή τρομαγμένη κραυγή βγήκε από το στόμα της Άλμα. Αυτός ήταν ήδη όρθιος, το λυγερό του σώμα είχε τιναχτεί πιο γρήγορα κι από κυρτωμένο έλασμα που άξαφνα αφήνεται ελεύθερο. Είχε το σπαθί του στο χέρι και για μια στιγμή κράτησε την ανάσα του, βέβαιος πως θα αναγκαζόταν να αθετήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στη γυναίκα που αγαπούσε. Η Άλμα επιθυμούσε να μη μονομαχήσει ο Χανσίκο ποτέ με το σύζυγό της, να μην τον σκοτώσει – δεν έφταιγε εκείνος που οι δυο τους είχαν γνωριστεί πολύ αργά και δεν είχαν καταφέρει να ενώσουν τις ζωές τους νόμιμα, μόνιμα και δημόσια.

Μα στο κατώφλι δε στεκόταν ο απατημένος υποκόμης Αρνάντο. Μόνο ο Ρουίς, ο εσκουέρο του Χανσίκο, προσωπικός υπηρέτης και μαθητής του.

Το μελαχρινό αγόρι δεν ένιωσε έκπληξη βλέποντας ατημέλητα τα κορακίσια μαλλιά που λυτά έπεφταν στους ώμους του άντρα, βαριά από τον ιδρώτα. Δεν απέστρεψε το βλέμμα του από ντροπή στη θέα του γυμνού σώματος. Είχε μοιραστεί αρκετές φορές το κρεβάτι του αφέντη και δασκάλου του. Ήταν έθιμο παλιό – από την εποχή τον πολεμάρχων ακόμα, που έπαιρναν ομήρους τους γιους των εχθρών τους – να διδάσκει κάθε γενιά την επόμενη. Να της μαθαίνει κάθε τέχνη απαραίτητη στον άντρα· τέχνες της διακυβέρνησης, της μάχης και του έρωτα.

«Συγνώμη για την ενόχληση» είπε ο μικρός. «Μα είναι αληθινά απαραίτητη η παρουσία σας αμέσως τώρα».

Ο Χανσίκο ήταν ευέξαπτος και το ξάφνιασμά του είχε μετατραπεί σε οργή, αφού δεν έβρισκε άλλη διέξοδο. Μα ο Ρουίς ήταν καλό παιδί, έξυπνο και υπάκουο και ποτέ δεν του είχε δώσει αφορμή για τιμωρία. Ανήκε στη νέα γενιά των εσκουέρο. Δεν ήταν παιδί ευγενών, το είχαν αρπάξει οι Καναΐτες σε κάποια επιδρομή τους, αφού είχαν σφάξει τους γονείς του. Περατινοί δουλέμποροι το είχαν φέρει πίσω στην πατρίδα του, ξέροντας πως οι Νανταρινοί θα πλήρωναν όσο-όσο για να το γλιτώσουν από τη σκλαβιά σε κάποια ξένη χώρα. Αν το αγόρι ολοκλήρωνε τη μαθητεία του με επιτυχία, μπορούσε να αποκτήσει κάποιο σημαντικό αξίωμα στο μέλλον, ίσως κι έναν κατώτερο τίτλο. Δε θα διακινδύνευε να χάσει τέτοια μοναδική ευκαιρία για μια ανοησία.

Ο κόμης ένευσε και φόρεσε βιαστικά το παντελόνι του. Ξυπόλυτος ακόμη, δίχως ν’ αφήσει το όπλο του στην άκρη, ακολούθησε το παιδί που είχε βγει έξω στο διάδρομο. Το βρήκε να στέκει στο πλάι ενός συνομήλικού του, ενός ακόμη σκλάβου από το ίδιο περατινό φορτίο. Είχε κι εκείνο το αγόρι αγοραστεί, απελευθερωθεί και υιοθετηθεί ως εσκουέρο, από τον ίδιο το βασιλιά. Μα κανείς δεν ήξερε από πού ακριβώς καταγόταν. Είχε μαλλιά πολύ κατσαρά, σαν των Καναϊτών, κι όμως κατάξανθα σαν τον Νταετών που ζούσαν βόρεια της Ναντάρ. Τα μαύρα μάτια του ήταν τρομερά και όμορφα συνάμα, όπως ξεχώριζαν στο χιονόλευκο πρόσωπό του.

Δε θα γινόταν ποτέ άξιος πολεμιστής ή ηγέτης. Ήταν ντροπαλό, λεπτό κι αδύναμο κι η φωνή που έβγαινε από τα ροδένια χείλη του μπορούσε να συγκριθεί μόνο με των αηδονιών. Όμως ο ηγεμόνας είχε πριν χρόνια βρει τη σύζυγό του μέσα στην αγκαλιά του εραστή της. Είχε νικήσει στη μονομαχία που ακολούθησε, μα είχε βγει σημαδεμένος στο πρόσωπο και στην ψυχή. Ο Ινέγο ο Ωραίος είχε καταντήσει Ινέγο ο Μισογύνης και δεν ήθελε καμιά γυναίκα κοντά του πια. Ο θεσμός του εσκουέρο ήταν γι’ αυτόν μόνο και μόνο μια δικαιολογία για να έχει κάθε τόσο καινούριο όμορφο αγόρι στο πλευρό του, σε μια σχέση που προσέφερε σ’ αυτόν απόλαυση και στο κάθε παιδί απολύτως τίποτε. Πολλοί ευγενείς, πωρωμένοι από τη φρίκη του πολέμου και μαλθακοί από τον όγκο των λάφυρων, δεν είχαν καμιά αντίρρηση να τον μιμηθούν.

Ο Ρουίς κι ο φίλος του έπεσαν μαζί στα γόνατα, στη στάση του ικέτη. Το ξανθό αγόρι έτρεμε, έμοιαζε ανίκανο να μιλήσει. Ποιος ξέρει τι είχε δει εκείνη τη νύχτα, τι είχε υποστεί. Ήταν κοινό μυστικό πως ο Ινέγο γινόταν κάθε μέρα και σκληρότερος.

«Έλεος» ανέλαβε ο Ρουίς να σπάσει τη σιωπή. «Δώσε άσυλο στον κατατρεγμένο, αφέντη».

Ο Χανσίκο έτριψε το σαγόνι του κι έριξε μια κλεφτή ματιά προς την Άλμα που είχε προβάλει στη θύρα του υπνοδωματίου, κρύβοντας το σώμα της με το μεταξωτό σεντόνι. Δεν ήξερε αν έπρεπε να αψηφήσει το βασιλιά, παλιό του συμπολεμιστή και άξιο ηγέτη. Γιατί είχε επιλέξει να έρθει στη δική του έπαυλη ο μικρός φυγάδας; Επειδή ήταν φίλος με τον Ρουίς από τις δύσκολες ώρες της αιχμαλωσίας; Επειδή ο ίδιος ο κόμης ήταν από τους πιο όμορφους άντρες στη χώρα κι αυτό έκανε τους άλλους να τον εμπιστεύονται; Ο Χανσίκο ήθελε να πιστεύει πως υπήρχε πιο σημαντικός λόγος. Όλοι ήξεραν πως επωμιζόταν τις ευθύνες του με ευσυνειδησία. Μαζί με τη δύναμη που του έδινε ο τίτλος του, μαζί με την εξουσία, είχε και την υποχρέωση να φροντίζει τους κατώτερους, να τους προστατεύει. Το πίστευε ειλικρινά.

«Έλεος» είπε και το ξανθό αγόρι, σαν αδύναμη ηχώ του Ρουίς.

Ο Χανσίκο δεν πρόφτασε να απαντήσει, δεν πρόφτασε να αποφασίσει καν. Άκουσε φωνές από το ισόγειο και κλαγγές και τον κρότο από ξύλο που σπάει. Έτρεξε και στάθηκε στο κεφαλόσκαλο, μεγαλοπρεπής όπως οι φλόγες από τους δαυλούς φώτιζαν το ακόμη γυμνό από τη μέση και πάνω σώμα του, όπως η λάμψη τους αντανακλάτο από τη λεπίδα στο χέρι του. Αντίκρισε πολεμιστές που συγκρούονταν, δικούς του άντρες και αρματωμένους στρατιώτες της βασιλικής φρουράς που είχαν εισβάλει στο χώρο. Κάποιοι είχαν πιαστεί στα χέρια, κάποιοι είχαν πέσει, κάποιοι έκαναν κύκλους για να βρεθούν σε στρατηγικά ευνοϊκή θέση.

Και στο κέντρο, πάνω στον κόκκινο τάπητα που τον είχε κάνει ακόμα πιο κόκκινο το χυμένο αίμα, δέσποζε ο μαυροντυμένος στρατηγός Ζικάρ. Ψηλός, χλωμός, με καλοξυρισμένο πρόσωπο, με τα ξανθά μαλλιά του σε κοτσίδα δεμένη χαμηλά στον αυχένα, όπως συνηθιζόταν στην πατρίδα του τη Νταέτια. Εκείνος ο άντρας ήταν από τους πιο μισητούς ανθρώπους σε όλη τη Ναντάρ. Όχι μόνο επειδή ήταν ο εκτελεστής του βασιλιά, το σιδερένιο χέρι που μοίραζε τις ποινές που κανείς ντόπιος δε θα τολμούσε να επιβάλει στους συμπατριώτες του. Αλλά και ακριβώς επειδή ήταν ξένος, επειδή δεν ανήκε σε κάποια βαθμίδα της νανταρινής κοινωνίας, δεν προσποιούνταν καν πως ασπαζόταν τα ιδανικά και τις αρχές των ανθρώπων που τον φιλοξενούσαν. Κι ακόμη περισσότερο επειδή ήταν ίσως ο καλύτερος ξιφομάχος σε ολόκληρη τη χώρα και οι ευγενείς τον ζήλευαν και τον φοβούνταν.

Ο Χανσίκο δεν κοίταξε πίσω του προς το παρόν. Με ένα νόημά του, οι υπηρέτες θα οδηγούσαν την Άλμα έξω δίχως να τη δει κανείς. Δεν έπρεπε να τη βρουν εκεί όταν θα έψαχναν την έπαυλη για να ξετρυπώσουν τον φυγάδα. Μα ο κόμης ένιωθε πως στεκόταν σε ένα σταυροδρόμι και αδυνατούσε να δει που οδηγούσε κάθε μονοπάτι που ανοιγόταν μπρος του. Μπορούσε να κάνει κι ένα δεύτερο νόημα, να χαθεί και το ξανθό αγόρι μέσα στη νύχτα χωρίς να το βρουν οι διώκτες του. Μπορούσε να επικαλεστεί τον τίτλο του, να απαιτήσει να σεβαστούν το άβατο της οικίας του, το πόσο μεγάλος ήρωας ήταν και πόσο θα εξοργιζόταν ο λαός αν τον προσέβαλαν. Μπορούσε ακόμη και να απαιτήσει εξηγήσεις από τον Ζικάρ για όσα είχαν ήδη συμβεί. Πολύ καιρό ήθελε να αναμετρηθεί μαζί του, να βρει μια αφορμή να δείξει πως δεν ήταν δυνατόν ένας ξένος να είναι καλύτερος από τους κορυφαίους μαχητές της Ναντάρ. Όμως το κορμί του κόμη ήταν ακόμη χαυνωμένο από τον έρωτα κι ο στρατηγός είχε στη μέση του κρεμασμένη τη νταετίκα, τον μικρό πέλεκυ που εκτόξευε πριν τραβήξει το σπαθί του. Ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος, ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση.

Ή μήπως έπρεπε να ενεργήσει με σύνεση ο Χανσίκο;

«Ο βασιλιάς έχασε το παιχνίδι του» είπε ο Ζικάρ με τη βαριά ξενική προφορά του κι η βροντερή φωνή του έκανε τις αψιμαχίες γύρω του να καταλαγιάσουν. «Απαιτεί να του δώσεις το δικό σου».

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

Άπνοια

Με το ένα και με το άλλο, έχουμε φτάσει στον Αύγουστο, τον μήνα που δεν κυκλοφορούν νέα βιβλία κι οι υπάλληλοι των εκδοτικών οίκων μπορούν επιτέλους να πάνε διακοπές (εκτός από τους πωλητές, που ήδη προωθούν βοηθήματα και άλλα σχολικά για το φθινόπωρο). Πράγματι, αν και είναι μια περίοδος που διαβάζονται πολλά βιβλία, δεν αγοράζονται καινούρια. Όλοι πιάνουμε αυτά που έχουμε συσσωρεύσει κατά τη διάρκεια της χρονιάς και δεν είχαμε νωρίτερα την ευκαιρία να ασχοληθούμε μαζί τους, εκείνα που μας δανείζουν φίλοι ή εκείνα που αγοράσαμε τον Ιούνιο για όλο το τρίμηνο.

Σχετικά με το δικό μου βιβλίο, η μόνη εκκρεμότητα που είχε απομείνει τον Ιούλιο ήταν κάτι μικροδιορθώσεις στο εξώφυλλο (είναι εξαίρετο κι ελπίζω πως σύντομα θα το έχω τελειωμένο για να σας το δείξω εδώ). Ήταν τόσο ελάχιστη η δουλειά αυτή, ώστε πιστεύω πως θα έχει γίνει εδώ και μέρες. Οπότε, δεν υπάρχουν πλέον τεχνικοί λόγοι καθυστέρησης. Ο τυπογράφος μπορεί να πιάσει δουλειά και από Σεπτέμβρη να κυκλοφορήσει το "Κοράκι", μόλις κρίνει ο οίκος ότι η περίοδος είναι η κατάλληλη για την προώθησή του.

Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

Στιγμή 8

Συνεχίζουμε να ρίχνουμε ματιές μέσα στο μυαλό των χαρακτήρων του βιβλίου. Όπως είχα πει, τα επόμενα κείμενα θα ασχοληθούν με τους «κακούς». Ο σημερινός, την εποχή που διαδραματίζεται το «Κοράκι σε άλικο φόντο», είναι ένας από τους ισχυρότερους άντρες στη Βασιλεία Αιγλωέων. Πώς ήταν, όμως, στα νιάτα του;

Πορφύριος

Ο υπηρέτης με το φαγητό, ακόμη δεν έχει φανεί κι η πείνα δεν άφηνε τον Πορφύριο να συγκεντρωθεί. Σηκώθηκε εκνευρισμένος και πλησίασε τα μεγάλα παράθυρα. Η θαλασσινή αύρα ήρθε και χάιδεψε απαλά το πρόσωπό του. Το μέγαρο ήταν το ψηλότερο κτήριο έξω από το Σεπτό Παλάτι και το δικό του γραφείο βρισκόταν ακριβώς δίπλα στου Έπαρχου, γωνιακό. Κοίταξε στο βάθος, δυο περατινά πλοία που έκαναν ελιγμούς για να προσεγγίσουν τις αποβάθρες. Κοίταξε και χαμηλά στο λιμάνι, το ανθρωπομάνι που ερχόταν κι έφευγε, που αγόραζε και πουλούσε, που απλά ρέμβαζε. Αλλά ο Πορφύριος δεν είδε τίποτε. Το μυαλό του ήταν αλλού. Η κούραση έκανε όλη την πικρία και την απογοήτευσή του να βγουν στην επιφάνεια.

Το πρωί, στον διάδρομο, είχε ακούσει τους υφισταμένους του να τον κακολογούν. Αν δεν ήταν άκληρος ο Έπαρχος και δεν τον είχε ανιψιό, δε θα είχε τέτοιο αξίωμα τόσο νέος! Ποιο αξιώματα; Ούτε εργάτη δεν θα τον είχαμε εδώ μέσα! Μόνο αυτό είχαν να πουν όλοι στην πρωτεύουσα, από τον Μέγα Λογοθέτη ως τον τελευταίο γραφέα: ο Πορφύριος ο νεότερος είναι ανιψιός του Πορφύριου του πρεσβύτερου, το μόνο του προσόν. Κανείς δεν κοίταζε αν έφευγε κάθε μέρα βράδυ από γραφείο του, κανείς δεν σκεφτόταν πως η Περιφέρεια λειτουργούσε καλύτερα όσο αυτός αποκτούσε πιο πολλές αρμοδιότητες, κανείς δεν έδινε σημασία στις τόσες γνωριμίες και διασυνδέσεις που είχε αποκτήσει ανάμεσα στα σημαντικά πρόσωπα της Αυλής.

Ο άνεμος είχε πέσει, τα πανιά των δυο πλοίων είχαν κρεμάσει σαν μισοξηλωμένα παραπετάσματα, σαν σακουλιασμένο δέρμα.

Ο Πορφύριος αναστέναξε. Πού ήταν η ισχύς που έπρεπε να συνοδεύει τη θέση του; Πού ήταν όλη αυτή η αίγλη που θαύμαζε στα παιδικά του χρόνια, η χρυσή άλως σεβασμού που έμοιαζε να συνοδεύει τον θείο του; Γιατί αυτόν δεν τον χαιρετούσαν όλοι στον δρόμο, δεν του έκαναν υποκλίσεις, δεν τον καλούσαν σε όλες τις δεξιώσεις και τις εσπερίδες; Γιατί δεν λειτουργούσε σαν αφροδισιακό η εξουσία του, δεν έλκυε τις γυναίκες στην αγκαλιά του;

Ίσως έφταιγε και το βάρος του. Πάντα είχε μια τάση να παχαίνει, τώρα την επιδείνωναν τα τσιμπολογήματα στο γραφείο, η καθιστική εργασία, το άγχος. Κι εδώ ένα ασήμαντο ελάττωμα που υπερκάλυπτε τόσες αρετές. Τις πλούσιες μπούκλες του. Το μουστάκι που τόσο φρόντιζε. Τα ενδύματα από το πιο ακριβό μετάξι και τους καλύτερους ράφτες. Το χρυσάφι που σκόρπιζε απλόχερα όταν–

Ακούστηκε ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χτύπημα.

Ο Πορφύριος στράφηκε απότομα, έτοιμος να επιπλήξει τον υπηρέτη του. Η θύρα άνοιξε απότομα κι αντίκρισε μια γυναίκα. Διστακτικά, η άγνωστη πέρασε μέσα δίχως να περιμένει πρόσκληση. Αμέσως έγινε κατακόκκινη, χαμήλωσε το βλέμμα και έκλεισε τη θύρα πίσω της. Εντελώς αθόρυβα, σαν φοβισμένη γάτα.

Ήταν μια πολύ εντυπωσιακή γυναίκα, νεαρή∙ σχεδόν κορίτσι. Ψηλή – ίσως ένα κεφάλι ψηλότερή του – με σταρένιο δέρμα, μακριά ίσια μαλλιά στο χρώμα του μελιού, μεγάλα γαλανά μάτια. Υγρά μάτια, θλιμμένα, ικετευτικά. Τα φτωχικά ενδύματά της ήταν σεμνά, φαρδιά, ως και τα μανίκια κατέβαιναν στη μέση της παλάμης. Κι όμως, η κίνησή της, είχε δώσει στον Πορφύριο την αίσθηση της λυγερής χάρης, των θηλυκών γραμμών και καμπυλών. Ένιωσε έξαψη στη θωριά της, ένα ρίγος.

Εκείνη πήρε βαθιά ανάσα, αναζητώντας θάρρος.

«Πήρα το θάρρος να σε επισκεφτώ, κύρη», είπε βιαστικά, πνιγμένα, «γιατί είσαι νέος, θυμάσαι τι είναι ο έρωτας».

Συνέχισε μονοκοπανιά, να προλάβει πριν ο αέρας αδειάσει από πνευμόνια της, ένωσε τις λέξεις σε μία:

«Είμαι ορφανή, παραδουλεύτρα στο υποστατικό του Έπαρχου, λογοδοσμένη μ’ έναν από τους φρουρούς του. Θέλει να τον στείλει στον πόλεμο, να σκοτωθεί, για να μ’ έχει δική του. Είσαι δικός του άνθρωπος, συγγενής, μπορείς να του αλλάξεις γνώμη, να μας γλιτώσεις αν το θες».

Ύστερα, βουβάθηκε ξαφνικά. Το ήξερε πως είχε δείξει μεγάλο θράσος, πως είχε υπερβεί τα όρια. Αναρωτιόταν κι η ίδια πως είχε τολμήσει να τα πει όλα αυτά, αναρωτιόταν τι συνέπειες έπρεπε να υποστεί.

Ο Πορφύριος ένιωσε το στόμα του στεγνό. Είχε απέναντί του αυτήν την καλλονή που κρεμόταν από το στόμα της, που ένιωθε την ανάγκη να της κάνει οποιαδήποτε χάρη για να την δει να χαμογελάει. Μόνη της εκεί, δίχως τη συνοδεία κάποιας γηραιάς θείας ή τροφού, δίχως να την περιμένει κάποιος στο σπίτι. Σκέφτηκε να πάει στο πλευρό της, να δηλώσει τη στήριξή του, να της χαϊδέψει το λευκό της χέρι παρήγορα. Από την άλλη, είχε το θείο του, που αποδεικνυόταν λίγος, πενιχρός στα στερνά του. Ήταν αυτός που τον είχε αναδείξει, τον είχε υιοθετήσει σχεδόν, του είχε προσφέρει όσα είχε – ας ήταν άξιος να τα κατέχει, χωρίς τον Πορφύριο τον πρεσβύτερο, δεν θα τα είχε γνωρίσει ποτέ. Κι αν έρχονταν αντιμέτωποι, αν τα πράγματα έφταναν στα άκρα, το σκάνδαλο θα κατέστρεφε τον γέρο ολοκληρωτικά.

Το δίλλημα ήταν μεγάλο, το μεγαλύτερο που είχε συναντήσει ως τότε στη ζωή του.

Μπορούσε να κάνει υπομονή, να μη φανεί άπληστος σαν τον θείο του, να δρέψει με το καλό το μπουμπούκι που είχε μπρος του μια και μόνη φορά, αντί να το θελήσει μόνιμο στολίδι στο κρεβάτι του. Με αντάλλαγμα, τη βοήθεια που του ζητούσε. Ή να δείξει πως ήταν έτοιμος, πως δεν ήταν νωρίς, πως δεν ήταν απλά ένας ανιψιός. Να απαιτήσει να παραιτηθεί ο Έπαρχος και να τον χρίσει αντικαταστάτη του. Εκτός αν ήθελε να διαπομπευτεί δημόσια.

Έπρεπε να ηρεμήσει, να σκεφτεί λογικά, να επιλέξει ορθά. Να ζυγίσει προσεκτικά τα ‘επιθυμώ’ και τα ‘μπορώ’.

Παρασκευή 23 Απριλίου 2010

Βλέπω στεριά!

Τον φάγαμε τον γάιδαρο, το Κοράκι απλώνει τα φτερά έτοιμο για πτήση.

Χθες ήμουν στα γραφεία των εκδόσεων Πατάκη, για τις τελευταίες λεπτομέρειες. Οριστικοποιήθηκε ο Μάιος ως μήνας κυκλοφορίας, μίλησα και με κάθε είδους υπεύθυνους, σε όλα τα στάδια και τα επίπεδα από τα οποία περνά ένας τίτλος. Είδα λίγο και τους φρενήρεις ρυθμούς που χρειάζονται για να κυκλοφορούν βιβλία το ένα μετά τον άλλο, όλο το έτος. Τα τηλέφωνα να χτυπάνε, συγγραφείς και γραφίστες να μπαινοβγαίνουν ο καθένας για το θέμα του, ώρες και ώρες δουλειάς να κρύβονται πίσω από τις σελίδες που φτάνουν στα χέρια μας.

Στον πολύ θετικό απολογισμό της ημέρας, σημειώνω και μια σύντομη συνάντηση με τον κύριο Φίλιππο Μανδηλαρά, ο οποίος μάλιστα έχει την εποπτεία σε κάποια θέματα του βιβλίου μου. Τον είχα ακουστά σαν άνθρωπο που αγαπά τη φαντασία (με όσο ευρύ θέλετε, τον ορισμό), αλλά αυτό ακούγεται πολύ ξερό και λίγο τώρα που τον ειδα από κοντά. Για όσους δεν το έχουν υπόψη, είναι ο συγγραφέας (μεταξύ άλλων) των Μπανανόψαρων και της Νίκης.

Τέλος, γνώρισα και τον εικονογράφο που θα δημιουργήσει το εξώφυλλο, τον Γιώργο Ναζλή, με τον οποίο καταλήξαμε σε μια ιδέα εργασίας. Αναμείνατε στο ακουστικό σας για το αποτέλεσμα.


Κι ένα δωράκι για όσους είχατε την υπομονή και παρακολουθήσατε το ιστολόγιο ως εδώ.



Ο χάρτης του Ozzo που δείχνει το μέρος της Πλάσης που είναι γνωστό στους Αιγλωείς. Η εικόνα είναι πολύ απλοποιημένη σε σχέση με το αυθεντικό καλλιτέχνημα, όπως θα παρουσιαστεί στο βιβλίο για να είναι αναγνώσιμη σε μέγεθος δυο σελίδων 14x21 (δείτε ένα δείγμα από το πλήρες έργο εδώ). Ουσιαστικά μόνο οι ακτογραμμές φαίνονται και μάλιστα στο βιβλίο θα είναι μονόχρωμη η εκτύπωση. Αλλά αρκεί για να πάρετε μια ιδέα και να απαντηθεί η συνήθης ερώτηση: "Πώς είναι ο κόσμος σου;"

Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Οπισθόφυλλο

Όσο πλησιάζει η μεγάλη ώρα της κυκλοφορίας, τόσο περισσότερα άτομα με ρωτούν για θέμα του βιβλίου. Δε λέω πολλά και μοιάζω αναίτια μυστικοπαθής, αλλά η αλήθεια είναι απλή. Με τόσους χαρακτήρες που περιέχει το κείμενο, τόσες "διχάλες" στην πλοκή και τόσα θέματα που προσπάθησα ν' αγγίξω, αδυνατώ να συνοψίσω το βιβλίο χωρίς να πλατειάσω και χωρίς ν' αποκαλύψω κάποιες σημαντικές ανατροπές.

Πάντως έφτασα η ώρα που έτρεμα και βρέθηκα αναγκασμένος να γράψω το κείμενο για το οπισθόφυλλο, ένα από τα πιο σημαντικά δολώματα για τον αναγνώστη, ίσως το κριτήριο με το οποίο θ' αποφασίσει αν θα πάρει μαζί του στο ταμείο το βιβλίο που σήκωσε από το ράφι.

Έκοψα, έραψα, συμβουλεύτηκα φίλους και τελικά υπέβαλλα πριν πέντε λεπτά το κείμενο που ακολουθεί. Ίσως γίνουν κάποιες μικροαλλαγές από τον εκδότη, αλλά χοντρικά το παρακάτω θα δείτε στο οπισθόφυλλο και ελπίζω να είναι κάπως κατατοπιστικό.


Για όλα τα έθνη βόρεια του Ωκεανού, η Βασιλεία Αιγλωέων είναι συνώνυμη με τον πολιτισμό και τον πλούτο, με την πολιτική και τη στρατιωτική ισχύ. Μια θρησκευτική έριδα, όμως, ξεσκεπάζει την παρακμή στην οποία έχει περιέλθει, δίνοντας πρόσφορο έδαφος στους εχθρούς που καραδοκούν. Προδοσίες και ραδιουργίες, ασταμάτητες στρατιές, βλάσφημα ξόρκια, στοιχειά και τέρατα, απειλούν να διαμελίσουν τη χώρα.

Σ’ ένα απομονωμένο μοναστήρι, ο Φιλάρετος μεγαλώνει μέσα σε κλοιό από προστατευτικά ψεύδη. Στα πεδία των μαχών, ο Αργυρός ανδραγαθεί για δυο δεκαετίες. Στη διεφθαρμένη Αυλή, ο Σεβαστιανός είναι πρώτος μεταξύ ίσων μια ολόκληρη ζωή.

Δίχως πλήρη εικόνα του κινδύνου, δίχως να γνωρίζονται καν, ο καθένας τους πράττει ό,τι θεωρεί σωστό. Ίσως μπορούν να σώσουν τους Αιγλωείς, αν επιτύχουν τους στόχους τους…

…και οι τρεις ταυτόχρονα.

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

Οι Περιφέρειες - Νεάπολης

Η Περιφέρεια Νεάπολης είναι σχεδόν ταυτόσημη με την ίδια τη Νεάπολη. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών και κωμοπόλεων πηγαινοέρχονται τόσο συχνά στην πρωτεύουσα για δουλειές, ώστε είναι σχεδόν κι αυτοί μέρος του πληθυσμού της. Οι κάτοικοι της μακράν μεγαλύτερης πόλης της γνωστής Πλάσης, είναι ένα πλήθος, υπερήφανο για τη δύναμη που του δίνει ο αριθμός των μελών του, η ποικιλομορφία του κι η αστική του παράδοση. Κυκλοφορούν αμέτρητες ιστορίες, παραμύθια και μύθοι, ακόμη και παροιμίες, με πρωταγωνιστές τον Πρώτο Αυτοκράτορα και τους συνεργάτες του, σε βαθμό αυτά τα πρόσωπα να έχουν χάσει κάθε ιστορικότητα και να έχουν μετατραπεί σε αφηγηματικά αρχέτυπα.

Το χρυσό το μήλο
(παραμύθι που λένε οι ζητιάνοι)


Ο Πρώτος Αυτοκράτορας, που λέτε, έβγαινε από το Παλάτι κάθε τόσο με το χρυσό φορείο του που το κουβανούσανε δέκα υπηρέτες στους ώμους τους. Ήθελε να βλέπει την πόλη που είχε φτιασμένη και να τη θαμάζει, τι είχε ν’ αφήσει πίσω να τον σχωρνάνε οι κατοπινοί ως τα σήμερα κι ακόμα. Δέκα χρόνια γυρνούσε, κι ακόμη δεν την είχε δει όλη, τόση που είναι.

Μια μέρα, είπε να δει και πώς ζούμε κι εμείς οι παρακατιανοί και πήρε να κατεβαίνει την Κωπαϊνή. Ότι έφτασε εδώ δίπλα, στην Κρήνη του Κυριανού και είδε τους ζητιάνους του παλιού καιρού, μαύρισε η ψυχή του. Τι να την κάμει μετά τη μαρμαρένια κόρη στην Κρήνη, άμα έχει και τόση ασκήμια γύρω; Ποιος θα γυρνάει να την κοιτάξει, αντί να κλείνει τα μάτια και να περνάει στα γρήγορα;

«Μη στεναχωριέσαι διόλου», του λέει ο Έπαρχος που ήτανε μαζί του στο φορείο. «Να στους διώξω εγώ όσο να πεις κύμινο. Τι κατάλαβες τόσον καιρό που δε με άφηνες; Τώρα τους είδες και με τα μάτια σου κι ησύχασες».

Ύστερα, ο Πρώτος Αυτοκράτορας έκαμε ένα φεγγάρι να φανεί από το Παλάτι, όπως τον είχε ορμηνεμένο ο πονηρός ο Έπαρχος. Έπιασε κι έλεγε ο κόσμος πως αρρώστησε ο κύρης μας και φέρνανε γιατριές και μαντζούνια και καταπότια, μα δεν τον έπιανε τίποτα. Και κρέμασε ο κόσμος μαύρα πανιά στα παναθύρια, πένθος πριν καν πεθάνει ο άνθρωπος. Ώσπου στο τέλος μαθεύτηκε η αλήθεια από μια μαγείρισσα πολύ κουτσομπόλα, που δεν κρατιότανε να μη βάλει ξόμπλια για κανένανε και για τίποτις. Είχε, λέει, βγάλει ο Αυτοκράτορας μιαν άσπρη τρίχα κι είχε πέσει να πεθάνει από το κακό του που γέρναγε και είχε να βρίσκει μόνο κακά κι αρρώστιες πια.

Κι αφού όλοι οι καλοστεκούμενοι γερόντοι πήγανε στο Παλάτι και του είπανε τι τρώγανε και πόσο και τι άλλο κάνανε κι ήτανε κοτσονάτοι, στο τέλος ήρθε κι ένας σοφός από τα μέρη των Δηωτών που ήτανε, λέει, χίλιω χρονώ. Ψόματα, ντε. Ήτανε ο Έπαρχος, βαμμένος με καπνιά και μια τουλούπα μπαμπάκι για άσπρα γένια. Τους έβαλε αυτός στο νου πως είναι λέει μια μηλιά σε άγριους τόπους, και βγάνει χρυσά μήλα μια φορά στα χίλια χρόνια κι όποιος τον φάει τον καρπό της, θα μείνει νέος ως τα στερνά του κι αρρώστια δε τον ξαναρίχνει στο στρώμα. Μόνο για να το βρει το δέντρο άνθρωπος, πρέπει να μην είναι γερός, να ‘χει κάτι να γιατρευτεί.

Όσο να πεις κύμινο, όλοι οι αναπήροι βρεθήκανε όξω από τις πύλες. Άλλοι γιατί τόσο τους έκοβε, ότι αυτοί τάχα θα σώνανε τον Αυτοκράτορα, άλλοι κανακεμένοι με φλουριά κι άλλοι σπρωγμένοι με το ζόρι, με το κοντάρι στην πλάτη. Πήρανε όλοι μαζί τη Βασιλική Οδό, κουτσαίνοντα, σκουντουφλόντα, σέρνοντα, όπως μπορούσε ο καθείς. Μερικοί πάει καλιά τους, δεν ήταν για τίποτις άλλο από διακονιά. Άλλοι κουτσοβολεύανε καμιά δουλίτσα και σταθήκανε στα χωριά που συναντάγανε κι άμα ξεμάθανε το καθισό μπορέσανε και παντρευτήκανε και ξεκινήσανε ζωή καλή. Άλλοι-παράλλοι, πάλι, αποκάμανε και ξαναπιάσανε τη ζητιανιά, αλλά σε καινούριο τόπο πια. Καλώς-κακώς, την ξέμαθε τη φάρα μας η Νεάπολη εκείνα τα χρόνια.

Λίγοι φτάσανε και σε ξένους τόπους και κάμανε καλά ή άσκημα, κατά τον κόσμο που ζούσε σ’ εκείνα τα μέρη. Στο τέλος δεν είχε μείνει άνθρωπος να ρωτάει πια για το δέντρο με τα χρυσά τα μήλα, μονάχα τέσσαροι που είχανε πιάσει φιλία, ένας στραβός, ένας λωλός, ένας κουτσός κι ένας κουφός. Αυτοί άλλο τίποτις καλύτερο δεν είχανε βρει να κάμουνε στο δρόμο και δε σταθήκανε πουθενά, αλλά και κακό δεν τους είχε βρει, μιας και βοηθάγανε ο ένας τον άλλο. Με υπομονή, με καλή οικονομία, με κουβέντα, τα καταφέρανε και φτάσανε ως το Ραδινό, που ξεκινάνε τόποι απολίτιστοι.

Εκεί ήτανε ένας βαρκάρης που πέρναγε τον κόσμο απέναντι στο ποτάμι. Κι οι αναπήροι βρήκανε μπροστά τους παλικάρια. Ήτανε αρχοντόπουλα στους τόπους τους κι είχανε αποφασίσει ο καθένας να βρει το χρυσό το μήλο για τον βασιλέ του, σαν ακούσανε για δαύτο. Έτσι, θα τους ιστορούσανε σε τραγούδια, θα καλοπαντρευότανε, θα τους λούζανε στα φλουριά και θα τρώγανε κι οι ίδιοι από το δέντρο, να μείνουμε νέοι ως τα στερνά τους. Κι αφού έπρεπε να είναι λειψοί, είχε ο καθείς κόψει το μικρό του το δαχτύλι.

Αυτοί πλερώσανε και πήγανε απέναντι δια μιας. Οι αναπήροι δεν είχανε μήτε χάλκινο. Ο βαρκάρης σταύρωσε τα χέρια και τους λέει:

«Γιατί να τραβήξω κουπί για τα μούτρα σας; Μην και σας χρωστάω από πουθενά;»

Αποκρίθηκε τότε ο λωλός, που έτρεχε η γλώσσα του πιο μπροστά από το μυαλό του:

«Δε μας χρωστάς, λες; Δεν είσαι γερός του λόγου σου; Δεν είναι και τ’ αδέρφια σου και τα παιδιά σου; Δε θες να κάμει και γερά εγγόνια; Σαν δε γεννιόμαστε εμείς να είμαστε λειψοί, κάποιος άλλος θα ήτανε. Ξέρεις αν ήσουνα εσύ ή οι δικοί σου;»

Δεν έβρισκε τι να πει ο βαρκάρης, δεν το ‘χε ξανασκεφτεί κιόλα, τους φόρτωσε και τους πάει απέναντι. Εκεί είδανε σκοτωμένους σωρό, είχανε ορμήσει οι βάρβαροι στα παλικάρια κι είχανε περαστεί λεπίδι. Όσοι γλιτώσανε, είχανε κρυφτεί στα δάσα και σαν είδανε τους τέσσερις φίλους, πέσανε να ξεπληρώσουν σ’ εκείνους το αίμα. Ο κουφός δεν άκουσε τίποτις να σκιαχτεί, ο κουτσός δεν πρόφταινε να γλιτώσει, ο στραβός δεν ήξερε πού να πάει, ο λωλός πού να πήγαινε μοναχός του; Σαν τους είδανε οι βάρβαροι πως δεν αρχίσανε να τρέχουνε, μήτε και είχανε όπλα στα χέρια, είπανε πως κάτι παραπάνω θα ξέρουνε ετούτοι και δεν τολμήσανε να τους πλησιάσουνε.

«Ας τους», είπανε, «ας μην τους κόψουμε εμείς. Θα τους κόψει ο Δημιουργός όποτε είναι η ώρα τους».

Έτσι, περάσανε κι από κει και φτάσανε σε μια σπηλιά που απόξω στεκότανε μια γριά άσκημη, ψηλή και κοκαλιάρα, με μαλλιά σα σκοινιά.

«Μην ξέρεις από πού πάνε για το δέντρο με τα χρυσά τα μήλα, καλή κυρά;», τη ρωτήσανε.

Εκείνη άναψε ένας φανάρι και μπήκε στη σπηλιά και τους έκαμε νόημα να πάνε ξοπίσω της. Πηγαίνανε-πηγαίνανε, φτάνουνε σε μια κάμαρα μεγάλη σαν παλάτι, γεμάτη πέρα για πέρα και από το πάτωμα ως το ταβάνι με φλουριά. Μες τα φλουριά στεκότανε ένα παιδί όμορφο και ξανθό και τους είπε άμα θέλουνε να τους δώσει από ένα σακί άπατο, να βάλουνε μέσα όσα φλουριά τράβαγε η ψυχή τους. Εκεί λιποψυχήσανε κι είπανε να παρατήσουνε το χρυσό το μήλο, μα το παιδί έπιασε και κύλαγε τα φλουριά στη χούφτα του, να τα δούνε να τα ζηλέψουνε. Οι τρεις σκεφτότανε πως θα κάνανε ζωή χρυσή, γιατί άμα είσαι πλούσιος, κανένας δε σε κοιτάει άμα έχεις ένα χέρι ή ένα ποδάρι. Μα ο στραβός τους πήρε στανικώς να προχωρήσουνε και να προκάμουνε τη γριά που είχε πιάσει και ξεμάκραινε. Σαν τη φτάσανε, τους λέει εκείνη:

«Καλά που δε σταθήκατε, γιατί άμα σκοτεινιάζει, το παιδί γίνεται θεριό που τρώει ανθρώπους. Πριν λίγο στάθηκε ένας Περατινός και τώρα δεν είχε ούτε κοκαλάκι να δείτε».

Λέει κι ο στραβός:

«Τι να σταθούμε. Ψεύτικα ήτανε τα φλουριά. Τα άκουγα εγώ που δεν κουδουνίζανε σωστά, όπως τα χρυσά που ‘χει ο κόσμος στο πουγκί και δε μου δίνει».

Εκεί η γριά τους έπεψε να προχωρήσουνε μοναχοί. Χωθήκανε βαθύτερα στη σπηλιά, πηγαίνανε-πηγαίνανε και βρίσκουνε άλλη γριά άσκημη, αδερφή με την πρώτη. Ετούτη ήτανε χοντρή και ιδρωμένη και αγκομάχαγε με κάθε ανάσα και κάθε βήμα και κάθε λόγο. Τους έδωσε ένα αναμμένο φανάρι και τους είπε:

«Σαν βρείτε μια αδερφή μου που είναι ακόμα πιο κάτω, μην λησμονήσετε να της πείτε

να ξυστρίσει τ’ άλογο το ξεξύστριστο,
το ξεπέταλωτο, το ξεκαπιστρωμένο.
Ν’ αλέσει το κριθάρι το ανάλεστο,
το άλιαστο, το ξαναποκρισαρωμένο.
Και να γανώσει το κακάβι το ξεγάνωτο,
το καλοξεπλυμένο, το καλοξανακολλημένο.


Όπως σας το λέω, έτσι να το πείτε».

Ο λωλός πήρε το φανάρι, έπιασε να μουρμουράει το γλωσσοδέτη της γριάς πάλι και πάλι, σαν το μουρλό το τούμπανο, και έκοψε μπροστά, ξοπίσω κι οι άλλοι. Πιο πέρα, βγήκανε σε ανοιχτό τόπο, ένα δάσο σκοτεινό, στριμωγμένο ανάμεσα σε δυο βουνά, σε μια γούβα σαν αμασχάλη. Είχε νυχτώσει για τα καλά και δίχως το φανάρι, μήτε και θα ξέρανε πού πάνε και πού είν’ το μονοπάτι. Πηγαίνανε-πηγαίνανε κι αρχίσανε κι ακούγανε λύκους ν’ ουρλιάζουνε, όλο και πιο σιμά. Πιαστήκανε χέρι-χέρι και ανοίξανε όσο μπορούσανε το βήμα, μα φτάσανε και βλέπανε κόκκινα μάτια μέσα στα δέντρα.

Λέει τότε ο κουτσός:

«Αμολυθείτε, αδέρφια, και τρέχετε. Ας μείνω εγώ παραπίσω. Άμα είναι να φάει απόψε το κοπάδι, ας φάει ένανε μονάχα, μη μας φάει όλους άδικα».

Στην αρχή δε θέλανε, μα σαν είδανε πως άλλο δε μπορούσε να γενεί, σταθήκανε, τον φιλήσανε σταυρωτά και δώσανε δρόμο. Προχώραγε κι εκείνος όπως-όπως, έβλεπε και δεν έβλεπε στα σκοτάδια, μα δεν ήθελε και να σταθεί να πεθάνει, κι ας μην το ‘λπιζε να γλιτώσει. Εκεί που προχώραγε, βρίσκει ένα παιδί όμορφο με μαλλιά καστανά κι έκλαιγε. Είχε γυρίσει το ποδάρι του όπως έτρεχε και δεν μπορούσε πια να περπατήσει διόλου. Το λυπήθηκε ο κουτσός και το φορτώθηκε στην πλάτη, ας πήγαινε τώρα πιο αργά ακόμα. Λέει, άμα μας φτάσουνε τα θεριά, το πετάω μες τα δέντρα το παιδί και άμα δεν το μυριστούνε, γλιτώνει.

Μόλις σιμώνουνε οι λύκοι κι είπε πάει χαμένος, πηδάει το παιδί χάμω και γίνεται άντρας ολόκληρος. Κάνει μια έτσι με το χέρι του και τα ζώα σταθήκανε και λουφάξανε και δεν τολμάγανε να κάμουνε βήμα.

«Καλά που δε με παράτησες, όπως με είδες», λέει το παλικάρι με τα καστανά μαλλιά. «Θα σε κάνανε μια χαψιά σα σε βρίσκανε μονάχο τα θεριά. Έτσι έκαμε κι ένας Δαετός που πέρασε, είπε ‘ο καθένας ότι είναι άξιος ατός του, ας κάμει’. Και δεν έμεινε από τούτονε τίποτις να σαβανώσει η μάνα του και να κλάψει η αδερφή του».

Τι να πει ο κουτσός; Ευχαρίστησε κι έδωσε να προλάβει τους άλλους. Εκείνοι είχανε φτάσει πέρα απ’ το δάσο, εκεί που άνοιγε δεύτερη σπηλιά στο βουνό και περίμενε δίπλα σε βράχια πεσμένα μια γριά καμπούρα, με μια μύτη κι ένα σαγόνι τόσο γυρισμένα που αγγίζανε μεταξύ τους. Όπως πήγαινε μπρος ο λωλός, πριν προλάβουνε να τη χαιρετίσουνε οι άλλοι, της λέει:

«να ξυστρίσει τ’ άλογο το ξεξύστριστο,
το ξεπέταλωτο, το ξεκαπιστρωμένο.
Ν’ αλέσει το κριθάρι το ανάλεστο,
το άλιαστο, το ξαναποκρισαρωμένο.
Και να γανώσει το κακάβι το ξεγάνωτο,
το καλοξεπλυμένο, το καλοξανακολλημένο».


Του λέει εκείνη:

«Μπράβο, παλικάρι μου. Οι άλλοι κουτσά-στραβά το είπανε και περάσανε. Ο Ελεβός που σκέφτηκε πώς δεν τον ξαναβλέπω και δε με έχει ανάγκη, πήγε να περάσει έτσι και τον πλακώσανε τα βράχια. Εσύ τέλεια και παρατέλεια το είπες, γι’ αυτό θα σου δώσω ορμήνια: τον κουφό βάλτε μπροστά τώρα».

Έτσι κάμανε, και με τον κουτσό πάλι στη συντροφιά τους, χωθήκανε στη σπηλιά. Πηγαίνανε-πηγαίνανε, μισόσβησε το φανάρι τους και πηγαίνανε ψηλαφιστά, ώσπου φτάσανε μπρος σε μια στενή τρύπα και μπροστά της ήτανε ένας σκύλος μεγάλος και μαύρος. Ήτανε δεμένος με αλυσίδα και δε μπορούσε ούτε να χιμήσει, ούτε να φύγει. Μόνο αλύχταγε και έβριζε με ανθρώπινη φωνή και περιγέλαγε τους αναπήρους, πως φτάσανε τέσσαροι ως εκεί γιατί δεν όλοι μαζί δεν κάνουν έναν άντρα σωστό. Κοντά στο σκύλο, ήτανε αφημένο ένα τσεκούρι με μακρύ στειλιάρι. Οι άλλοι είχανε αφρίσει με τα όσα ακούγανε, θέλανε και να περάσουνε, είπανε να σκοτώσουνε το σκυλί. Μα ο κουφός πήγαινε μπροστά και πρόλαβε και πήρε το τσεκούρι πρώτος. Ετούτος δεν είχε ακούσει καμιά βρισιά και έβλεπε και καλύτερα που ήτανε μαθημένος να ‘χει μάτια μοναχά. Δίνει μια καλή μες το σκοτάδι με τη φαρδιά μεριά του τσεκουριού και τον ξαπλώνει κάτω το σκύλο, ζωντανό ακόμα.

Δεν προλάβανε να τον δρασκελίσουνε, ξαναπετάγεται θεριεμένη η φλόγα του φαναριού, φωτίζεται ο τόπος, γίνεται ο σκύλος παιδί όμορφο με μαλλιά μαύρα. Λέει:

«Καλά και τρίκαλα που δεν κάματε καθόλου να με σκοτώσετε. Και να μου δίνατε μία να μου πάρετε το κεφάλι, πάει καλά. Έναν Κουβράτος που πήγε να περάσει, από τα νεύρα του και το κακό του, μου έδωσε μια και δυο και δέκα και με έκαμε κομμάτια κι ύστερα ζωντάνεψα και τον έφαγα. Άιντε τώρα και το ‘βρατε το δέντρο, πιο κάτω είναι. Μόνο ό,τι κάμετε κι ό,τι πείτε, καλά να το στοχαστείτε».

Λίγο ακόμα πήγανε, φτάσανε σε ένα δέντρο τόσο ‘δα, κοκκινωπό, με ένα χρυσό μήλο μονάχα να κρέμεται στα κλωνιά του. Δεύτερο δεν είχε, μήτε φύλλο. Δίπλα στεκότανε μια γριά, αδερφή με τις άλλες τρεις. Ετούτη ήτανε μαυριδερή και ζαρωμένη σα σταφίδα, τόσο που ίσα ξεχώριζε το στόμα της το φτενό μέσα στις άλλες γραμμές στα μούτρα της. Καλοσώρισε τους τέσσαρους φίλους και τους λέει:

«Άτυχοι είσαστε, παιδιά μου. Το χρυσό το μήλο είναι καινούριο, σε χίλια χρόνια θα ξαναγενεί καινούριο. Τόσο κόπο κάματε να φτάσετε, ένας σας θα φάει μονάχα».

Απογοητευτήκανε, το κουβεντιάσανε. Κανένας τους δεν ήθελε να το στερήσει από τους άλλους, ξέρανε πως όποιος γενεί γερός, θα τους καταφρονήσει τους άλλους και δε θα ‘νε φίλοι πια. Έτσι είπανε να το πάρουνε το φρούτο και να το πάνε στον Αυτοκράτορα που το ήθελε από την αρχή και ήτανε και της σειράς του. Μόλις συμφωνήσανε, πάνω στη στιγμή, φτάσανε κι άλλες τρεις γριές και το δέντρο ζωντάνεψε κι έγινε παιδί όμορφο με μαλλιά κόκκινα. Στο χέρι του το δεξί κράταγε το χρυσό το μήλο και το ‘δινε.

«Είστε άξιοι να το πάρετε», τους συντυχαίνει. «Τόσα κάματε σωστά και περάσατε. Άμα λέγατε εσείς να το φάτε το χρυσό το μήλο κι εκεινού που του το τάξατε να μην του πάτε τίποτις, σαν που είπε ο Δάνονας, θα σας πιάνανε οι ρίζες μου και θα σας τραβάγανε ζωντανούς στο χώμα».

Έκαμε ο λωλός ν’ απλώσει το χέρι, μα στάθηκε σα μιλήσανε οι γριές:

«Δεν κάνει να σας το πει το παιδί, μα το χρυσό το μήλο είναι η ζωή του. Άμα μείνουνε γυμνά τα κλωνιά, πάει, σβήνει και χάνεται».

Τέτοιο πράμμα, ούτε να το ακούσουνε οι αναπήροι. Γυρίσανε όπως ήτανε να φύγουνε, όπως είχανε έρθει. Μα πάλι μπροστά τους είδανε το δέντρο, αντί να μείνει πίσω από την πλάτη τους το παιδί. Και τώρα τα κλωνιά του ήτανε βαριά από τον καρπό και κοντεύανε να σπάσουνε. Κι οι γριές είχανε γενεί πανώριες νιες, με χαμηλό το βλέμμα. Ετούτες επιμείνανε και τους ταΐσανε με το ζόρι τα φρούτα, ένα στον καθένα, κι ήτανε γλυκά-ολόγλυκα.

«Τώρα είστε αλήθεια άξιοι», είπε η φωνή του παιδιού που ήτανε δέντρο. «Άμα σαν τον Δηώτη που έφτασε ως εδώ, κι όλα τα άλλα τα έπραξε σωστά, δε σας ένοιαζε ούτε ο εαυτός σας, μα δε σας νοιάζανε κι οι άλλοι για να κάμετε το σκοπό σας, πάλι χαμένοι θα πηγαίνατε και δηλητήριο θα ήτανε το μήλο το χρυσό στ’ αχείλι σας».

Κι έτσι πάψανε να ‘ναι λειψοί οι τέσσαροι φίλοι, γίνανε γεροί και σωστοί στα όλα τους και παντρευτήκανε τις τέσσαρες πανώριες. Μα το χρυσό το μήλο κάνει τους ανθρώπους να ξεχνάνε όλους τους παλιούς πόνους, κι έτσι ξεχάσανε κι εκείνοι τη Νεάπολη και μείνανε στις σπηλιές να φυλάνε το δέντρο με τις γυναίκες τους. Ποιος το ξέρει, μπορεί και ως τα σήμερα κι ακόμα.

Κι ο Πρώτος Αυτοκράτορας που ‘χε αρχίσει πια να γερνάει, μήλο χρυσό δεν έλαβε και πέθανε όπως ο καθείς. Κι άμα πέθανε κι ο Έπαρχος ο πονηρός, ξαναγέμισε η Νεάπολη σιγά-σιγά με ζητιάνους και κρατάει η φάρα μας μέχρι τα σήμερα κι ακόμα.

Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Τελευταία Νέα

Τέλος και η επιμέλεια πια. Εκκρεμούν η μετατροπή σε φιλμ, το εξώφυλλο (με το κείμενο του οπισθόφυλλου που πρέπει να γράψω ο ίδιος!) και κάτι μικρά τεχνικά θέματα με το χάρτη.

Προφανώς, το βιβλίο δεν κυκλοφόρησε το Μάρτη που είχα γράψει στην τελευταία σχετική ανάρτηση, ούτε και θα προλάβει να βγει πριν το Πάσχα, που είχα αναφέρει σε κάποιες κατ' ιδίαν συζητήσεις. Νέος στόχος, να προλάβουμε την Πρωτομαγιά.

Και για να μην καταντήσω να ακούγομαι σαν τον ψεύτη βοσκό,έχω εμφανιστεί στον κατάλογο Μάρτη-Απρίλη των εκδόσεων Πατάκη για βιβλιοπώλες (σελ 47, δεξιά, χωρίς κωδικό ή τιμή, ακόμη, βέβαια) και, φυσικά, στον έντυπο γενικό κατάλογο εκδόσεων για Μάρτιο-Απρίλιο, για όποιον έχει πρόσβαση. Όπως παρατήρησε ένας φίλος, είμαι ο μόνος Έλληνας στην κατηγορία φαντασίας. Αγχώθηκα.