Συνεχίζουμε να ρίχνουμε ματιές μέσα στο μυαλό των χαρακτήρων του βιβλίου. Όπως είχα πει, τα επόμενα κείμενα θα ασχοληθούν με τους «κακούς». Ο σημερινός, την εποχή που διαδραματίζεται το «Κοράκι σε άλικο φόντο», είναι ένας από τους ισχυρότερους άντρες στη Βασιλεία Αιγλωέων. Πώς ήταν, όμως, στα νιάτα του;
Πορφύριος
Ο υπηρέτης με το φαγητό, ακόμη δεν έχει φανεί κι η πείνα δεν άφηνε τον Πορφύριο να συγκεντρωθεί. Σηκώθηκε εκνευρισμένος και πλησίασε τα μεγάλα παράθυρα. Η θαλασσινή αύρα ήρθε και χάιδεψε απαλά το πρόσωπό του. Το μέγαρο ήταν το ψηλότερο κτήριο έξω από το Σεπτό Παλάτι και το δικό του γραφείο βρισκόταν ακριβώς δίπλα στου Έπαρχου, γωνιακό. Κοίταξε στο βάθος, δυο περατινά πλοία που έκαναν ελιγμούς για να προσεγγίσουν τις αποβάθρες. Κοίταξε και χαμηλά στο λιμάνι, το ανθρωπομάνι που ερχόταν κι έφευγε, που αγόραζε και πουλούσε, που απλά ρέμβαζε. Αλλά ο Πορφύριος δεν είδε τίποτε. Το μυαλό του ήταν αλλού. Η κούραση έκανε όλη την πικρία και την απογοήτευσή του να βγουν στην επιφάνεια.
Το πρωί, στον διάδρομο, είχε ακούσει τους υφισταμένους του να τον κακολογούν. Αν δεν ήταν άκληρος ο Έπαρχος και δεν τον είχε ανιψιό, δε θα είχε τέτοιο αξίωμα τόσο νέος! Ποιο αξιώματα; Ούτε εργάτη δεν θα τον είχαμε εδώ μέσα! Μόνο αυτό είχαν να πουν όλοι στην πρωτεύουσα, από τον Μέγα Λογοθέτη ως τον τελευταίο γραφέα: ο Πορφύριος ο νεότερος είναι ανιψιός του Πορφύριου του πρεσβύτερου, το μόνο του προσόν. Κανείς δεν κοίταζε αν έφευγε κάθε μέρα βράδυ από γραφείο του, κανείς δεν σκεφτόταν πως η Περιφέρεια λειτουργούσε καλύτερα όσο αυτός αποκτούσε πιο πολλές αρμοδιότητες, κανείς δεν έδινε σημασία στις τόσες γνωριμίες και διασυνδέσεις που είχε αποκτήσει ανάμεσα στα σημαντικά πρόσωπα της Αυλής.
Ο άνεμος είχε πέσει, τα πανιά των δυο πλοίων είχαν κρεμάσει σαν μισοξηλωμένα παραπετάσματα, σαν σακουλιασμένο δέρμα.
Ο Πορφύριος αναστέναξε. Πού ήταν η ισχύς που έπρεπε να συνοδεύει τη θέση του; Πού ήταν όλη αυτή η αίγλη που θαύμαζε στα παιδικά του χρόνια, η χρυσή άλως σεβασμού που έμοιαζε να συνοδεύει τον θείο του; Γιατί αυτόν δεν τον χαιρετούσαν όλοι στον δρόμο, δεν του έκαναν υποκλίσεις, δεν τον καλούσαν σε όλες τις δεξιώσεις και τις εσπερίδες; Γιατί δεν λειτουργούσε σαν αφροδισιακό η εξουσία του, δεν έλκυε τις γυναίκες στην αγκαλιά του;
Ίσως έφταιγε και το βάρος του. Πάντα είχε μια τάση να παχαίνει, τώρα την επιδείνωναν τα τσιμπολογήματα στο γραφείο, η καθιστική εργασία, το άγχος. Κι εδώ ένα ασήμαντο ελάττωμα που υπερκάλυπτε τόσες αρετές. Τις πλούσιες μπούκλες του. Το μουστάκι που τόσο φρόντιζε. Τα ενδύματα από το πιο ακριβό μετάξι και τους καλύτερους ράφτες. Το χρυσάφι που σκόρπιζε απλόχερα όταν–
Ακούστηκε ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χτύπημα.
Ο Πορφύριος στράφηκε απότομα, έτοιμος να επιπλήξει τον υπηρέτη του. Η θύρα άνοιξε απότομα κι αντίκρισε μια γυναίκα. Διστακτικά, η άγνωστη πέρασε μέσα δίχως να περιμένει πρόσκληση. Αμέσως έγινε κατακόκκινη, χαμήλωσε το βλέμμα και έκλεισε τη θύρα πίσω της. Εντελώς αθόρυβα, σαν φοβισμένη γάτα.
Ήταν μια πολύ εντυπωσιακή γυναίκα, νεαρή∙ σχεδόν κορίτσι. Ψηλή – ίσως ένα κεφάλι ψηλότερή του – με σταρένιο δέρμα, μακριά ίσια μαλλιά στο χρώμα του μελιού, μεγάλα γαλανά μάτια. Υγρά μάτια, θλιμμένα, ικετευτικά. Τα φτωχικά ενδύματά της ήταν σεμνά, φαρδιά, ως και τα μανίκια κατέβαιναν στη μέση της παλάμης. Κι όμως, η κίνησή της, είχε δώσει στον Πορφύριο την αίσθηση της λυγερής χάρης, των θηλυκών γραμμών και καμπυλών. Ένιωσε έξαψη στη θωριά της, ένα ρίγος.
Εκείνη πήρε βαθιά ανάσα, αναζητώντας θάρρος.
«Πήρα το θάρρος να σε επισκεφτώ, κύρη», είπε βιαστικά, πνιγμένα, «γιατί είσαι νέος, θυμάσαι τι είναι ο έρωτας».
Συνέχισε μονοκοπανιά, να προλάβει πριν ο αέρας αδειάσει από πνευμόνια της, ένωσε τις λέξεις σε μία:
«Είμαι ορφανή, παραδουλεύτρα στο υποστατικό του Έπαρχου, λογοδοσμένη μ’ έναν από τους φρουρούς του. Θέλει να τον στείλει στον πόλεμο, να σκοτωθεί, για να μ’ έχει δική του. Είσαι δικός του άνθρωπος, συγγενής, μπορείς να του αλλάξεις γνώμη, να μας γλιτώσεις αν το θες».
Ύστερα, βουβάθηκε ξαφνικά. Το ήξερε πως είχε δείξει μεγάλο θράσος, πως είχε υπερβεί τα όρια. Αναρωτιόταν κι η ίδια πως είχε τολμήσει να τα πει όλα αυτά, αναρωτιόταν τι συνέπειες έπρεπε να υποστεί.
Ο Πορφύριος ένιωσε το στόμα του στεγνό. Είχε απέναντί του αυτήν την καλλονή που κρεμόταν από το στόμα της, που ένιωθε την ανάγκη να της κάνει οποιαδήποτε χάρη για να την δει να χαμογελάει. Μόνη της εκεί, δίχως τη συνοδεία κάποιας γηραιάς θείας ή τροφού, δίχως να την περιμένει κάποιος στο σπίτι. Σκέφτηκε να πάει στο πλευρό της, να δηλώσει τη στήριξή του, να της χαϊδέψει το λευκό της χέρι παρήγορα. Από την άλλη, είχε το θείο του, που αποδεικνυόταν λίγος, πενιχρός στα στερνά του. Ήταν αυτός που τον είχε αναδείξει, τον είχε υιοθετήσει σχεδόν, του είχε προσφέρει όσα είχε – ας ήταν άξιος να τα κατέχει, χωρίς τον Πορφύριο τον πρεσβύτερο, δεν θα τα είχε γνωρίσει ποτέ. Κι αν έρχονταν αντιμέτωποι, αν τα πράγματα έφταναν στα άκρα, το σκάνδαλο θα κατέστρεφε τον γέρο ολοκληρωτικά.
Το δίλλημα ήταν μεγάλο, το μεγαλύτερο που είχε συναντήσει ως τότε στη ζωή του.
Μπορούσε να κάνει υπομονή, να μη φανεί άπληστος σαν τον θείο του, να δρέψει με το καλό το μπουμπούκι που είχε μπρος του μια και μόνη φορά, αντί να το θελήσει μόνιμο στολίδι στο κρεβάτι του. Με αντάλλαγμα, τη βοήθεια που του ζητούσε. Ή να δείξει πως ήταν έτοιμος, πως δεν ήταν νωρίς, πως δεν ήταν απλά ένας ανιψιός. Να απαιτήσει να παραιτηθεί ο Έπαρχος και να τον χρίσει αντικαταστάτη του. Εκτός αν ήθελε να διαπομπευτεί δημόσια.
Έπρεπε να ηρεμήσει, να σκεφτεί λογικά, να επιλέξει ορθά. Να ζυγίσει προσεκτικά τα ‘επιθυμώ’ και τα ‘μπορώ’.
Οι "Γιοι της Στάχτης" είναι η σειρά φανταστικής λογοτεχνίας (φάνταζυ συγκεκριμένα) πάνω στην οποία δουλεύω επί του παρόντος. Και τα τρία βιβλία της τριλογίας ("Κοράκι σε άλικο φόντο", "Βέλη και κρόκινες φλόγες" και "Δρυς με φύλλα σμαραγδιά) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις mamaya. (Για νέους επισκέπτες)
Τετάρτη 5 Μαΐου 2010
Παρασκευή 23 Απριλίου 2010
Βλέπω στεριά!
Τον φάγαμε τον γάιδαρο, το Κοράκι απλώνει τα φτερά έτοιμο για πτήση.
Χθες ήμουν στα γραφεία των εκδόσεων Πατάκη, για τις τελευταίες λεπτομέρειες. Οριστικοποιήθηκε ο Μάιος ως μήνας κυκλοφορίας, μίλησα και με κάθε είδους υπεύθυνους, σε όλα τα στάδια και τα επίπεδα από τα οποία περνά ένας τίτλος. Είδα λίγο και τους φρενήρεις ρυθμούς που χρειάζονται για να κυκλοφορούν βιβλία το ένα μετά τον άλλο, όλο το έτος. Τα τηλέφωνα να χτυπάνε, συγγραφείς και γραφίστες να μπαινοβγαίνουν ο καθένας για το θέμα του, ώρες και ώρες δουλειάς να κρύβονται πίσω από τις σελίδες που φτάνουν στα χέρια μας.
Στον πολύ θετικό απολογισμό της ημέρας, σημειώνω και μια σύντομη συνάντηση με τον κύριο Φίλιππο Μανδηλαρά, ο οποίος μάλιστα έχει την εποπτεία σε κάποια θέματα του βιβλίου μου. Τον είχα ακουστά σαν άνθρωπο που αγαπά τη φαντασία (με όσο ευρύ θέλετε, τον ορισμό), αλλά αυτό ακούγεται πολύ ξερό και λίγο τώρα που τον ειδα από κοντά. Για όσους δεν το έχουν υπόψη, είναι ο συγγραφέας (μεταξύ άλλων) των Μπανανόψαρων και της Νίκης.
Τέλος, γνώρισα και τον εικονογράφο που θα δημιουργήσει το εξώφυλλο, τον Γιώργο Ναζλή, με τον οποίο καταλήξαμε σε μια ιδέα εργασίας. Αναμείνατε στο ακουστικό σας για το αποτέλεσμα.
Κι ένα δωράκι για όσους είχατε την υπομονή και παρακολουθήσατε το ιστολόγιο ως εδώ.

Ο χάρτης του Ozzo που δείχνει το μέρος της Πλάσης που είναι γνωστό στους Αιγλωείς. Η εικόνα είναι πολύ απλοποιημένη σε σχέση με το αυθεντικό καλλιτέχνημα, όπως θα παρουσιαστεί στο βιβλίο για να είναι αναγνώσιμη σε μέγεθος δυο σελίδων 14x21 (δείτε ένα δείγμα από το πλήρες έργο εδώ). Ουσιαστικά μόνο οι ακτογραμμές φαίνονται και μάλιστα στο βιβλίο θα είναι μονόχρωμη η εκτύπωση. Αλλά αρκεί για να πάρετε μια ιδέα και να απαντηθεί η συνήθης ερώτηση: "Πώς είναι ο κόσμος σου;"
Χθες ήμουν στα γραφεία των εκδόσεων Πατάκη, για τις τελευταίες λεπτομέρειες. Οριστικοποιήθηκε ο Μάιος ως μήνας κυκλοφορίας, μίλησα και με κάθε είδους υπεύθυνους, σε όλα τα στάδια και τα επίπεδα από τα οποία περνά ένας τίτλος. Είδα λίγο και τους φρενήρεις ρυθμούς που χρειάζονται για να κυκλοφορούν βιβλία το ένα μετά τον άλλο, όλο το έτος. Τα τηλέφωνα να χτυπάνε, συγγραφείς και γραφίστες να μπαινοβγαίνουν ο καθένας για το θέμα του, ώρες και ώρες δουλειάς να κρύβονται πίσω από τις σελίδες που φτάνουν στα χέρια μας.
Στον πολύ θετικό απολογισμό της ημέρας, σημειώνω και μια σύντομη συνάντηση με τον κύριο Φίλιππο Μανδηλαρά, ο οποίος μάλιστα έχει την εποπτεία σε κάποια θέματα του βιβλίου μου. Τον είχα ακουστά σαν άνθρωπο που αγαπά τη φαντασία (με όσο ευρύ θέλετε, τον ορισμό), αλλά αυτό ακούγεται πολύ ξερό και λίγο τώρα που τον ειδα από κοντά. Για όσους δεν το έχουν υπόψη, είναι ο συγγραφέας (μεταξύ άλλων) των Μπανανόψαρων και της Νίκης.
Τέλος, γνώρισα και τον εικονογράφο που θα δημιουργήσει το εξώφυλλο, τον Γιώργο Ναζλή, με τον οποίο καταλήξαμε σε μια ιδέα εργασίας. Αναμείνατε στο ακουστικό σας για το αποτέλεσμα.
Κι ένα δωράκι για όσους είχατε την υπομονή και παρακολουθήσατε το ιστολόγιο ως εδώ.

Ο χάρτης του Ozzo που δείχνει το μέρος της Πλάσης που είναι γνωστό στους Αιγλωείς. Η εικόνα είναι πολύ απλοποιημένη σε σχέση με το αυθεντικό καλλιτέχνημα, όπως θα παρουσιαστεί στο βιβλίο για να είναι αναγνώσιμη σε μέγεθος δυο σελίδων 14x21 (δείτε ένα δείγμα από το πλήρες έργο εδώ). Ουσιαστικά μόνο οι ακτογραμμές φαίνονται και μάλιστα στο βιβλίο θα είναι μονόχρωμη η εκτύπωση. Αλλά αρκεί για να πάρετε μια ιδέα και να απαντηθεί η συνήθης ερώτηση: "Πώς είναι ο κόσμος σου;"
Πέμπτη 8 Απριλίου 2010
Οπισθόφυλλο
Όσο πλησιάζει η μεγάλη ώρα της κυκλοφορίας, τόσο περισσότερα άτομα με ρωτούν για θέμα του βιβλίου. Δε λέω πολλά και μοιάζω αναίτια μυστικοπαθής, αλλά η αλήθεια είναι απλή. Με τόσους χαρακτήρες που περιέχει το κείμενο, τόσες "διχάλες" στην πλοκή και τόσα θέματα που προσπάθησα ν' αγγίξω, αδυνατώ να συνοψίσω το βιβλίο χωρίς να πλατειάσω και χωρίς ν' αποκαλύψω κάποιες σημαντικές ανατροπές.
Πάντως έφτασα η ώρα που έτρεμα και βρέθηκα αναγκασμένος να γράψω το κείμενο για το οπισθόφυλλο, ένα από τα πιο σημαντικά δολώματα για τον αναγνώστη, ίσως το κριτήριο με το οποίο θ' αποφασίσει αν θα πάρει μαζί του στο ταμείο το βιβλίο που σήκωσε από το ράφι.
Έκοψα, έραψα, συμβουλεύτηκα φίλους και τελικά υπέβαλλα πριν πέντε λεπτά το κείμενο που ακολουθεί. Ίσως γίνουν κάποιες μικροαλλαγές από τον εκδότη, αλλά χοντρικά το παρακάτω θα δείτε στο οπισθόφυλλο και ελπίζω να είναι κάπως κατατοπιστικό.
Για όλα τα έθνη βόρεια του Ωκεανού, η Βασιλεία Αιγλωέων είναι συνώνυμη με τον πολιτισμό και τον πλούτο, με την πολιτική και τη στρατιωτική ισχύ. Μια θρησκευτική έριδα, όμως, ξεσκεπάζει την παρακμή στην οποία έχει περιέλθει, δίνοντας πρόσφορο έδαφος στους εχθρούς που καραδοκούν. Προδοσίες και ραδιουργίες, ασταμάτητες στρατιές, βλάσφημα ξόρκια, στοιχειά και τέρατα, απειλούν να διαμελίσουν τη χώρα.
Σ’ ένα απομονωμένο μοναστήρι, ο Φιλάρετος μεγαλώνει μέσα σε κλοιό από προστατευτικά ψεύδη. Στα πεδία των μαχών, ο Αργυρός ανδραγαθεί για δυο δεκαετίες. Στη διεφθαρμένη Αυλή, ο Σεβαστιανός είναι πρώτος μεταξύ ίσων μια ολόκληρη ζωή.
Δίχως πλήρη εικόνα του κινδύνου, δίχως να γνωρίζονται καν, ο καθένας τους πράττει ό,τι θεωρεί σωστό. Ίσως μπορούν να σώσουν τους Αιγλωείς, αν επιτύχουν τους στόχους τους…
…και οι τρεις ταυτόχρονα.
Πάντως έφτασα η ώρα που έτρεμα και βρέθηκα αναγκασμένος να γράψω το κείμενο για το οπισθόφυλλο, ένα από τα πιο σημαντικά δολώματα για τον αναγνώστη, ίσως το κριτήριο με το οποίο θ' αποφασίσει αν θα πάρει μαζί του στο ταμείο το βιβλίο που σήκωσε από το ράφι.
Έκοψα, έραψα, συμβουλεύτηκα φίλους και τελικά υπέβαλλα πριν πέντε λεπτά το κείμενο που ακολουθεί. Ίσως γίνουν κάποιες μικροαλλαγές από τον εκδότη, αλλά χοντρικά το παρακάτω θα δείτε στο οπισθόφυλλο και ελπίζω να είναι κάπως κατατοπιστικό.
Για όλα τα έθνη βόρεια του Ωκεανού, η Βασιλεία Αιγλωέων είναι συνώνυμη με τον πολιτισμό και τον πλούτο, με την πολιτική και τη στρατιωτική ισχύ. Μια θρησκευτική έριδα, όμως, ξεσκεπάζει την παρακμή στην οποία έχει περιέλθει, δίνοντας πρόσφορο έδαφος στους εχθρούς που καραδοκούν. Προδοσίες και ραδιουργίες, ασταμάτητες στρατιές, βλάσφημα ξόρκια, στοιχειά και τέρατα, απειλούν να διαμελίσουν τη χώρα.
Σ’ ένα απομονωμένο μοναστήρι, ο Φιλάρετος μεγαλώνει μέσα σε κλοιό από προστατευτικά ψεύδη. Στα πεδία των μαχών, ο Αργυρός ανδραγαθεί για δυο δεκαετίες. Στη διεφθαρμένη Αυλή, ο Σεβαστιανός είναι πρώτος μεταξύ ίσων μια ολόκληρη ζωή.
Δίχως πλήρη εικόνα του κινδύνου, δίχως να γνωρίζονται καν, ο καθένας τους πράττει ό,τι θεωρεί σωστό. Ίσως μπορούν να σώσουν τους Αιγλωείς, αν επιτύχουν τους στόχους τους…
…και οι τρεις ταυτόχρονα.
Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010
Οι Περιφέρειες - Νεάπολης
Η Περιφέρεια Νεάπολης είναι σχεδόν ταυτόσημη με την ίδια τη Νεάπολη. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών και κωμοπόλεων πηγαινοέρχονται τόσο συχνά στην πρωτεύουσα για δουλειές, ώστε είναι σχεδόν κι αυτοί μέρος του πληθυσμού της. Οι κάτοικοι της μακράν μεγαλύτερης πόλης της γνωστής Πλάσης, είναι ένα πλήθος, υπερήφανο για τη δύναμη που του δίνει ο αριθμός των μελών του, η ποικιλομορφία του κι η αστική του παράδοση. Κυκλοφορούν αμέτρητες ιστορίες, παραμύθια και μύθοι, ακόμη και παροιμίες, με πρωταγωνιστές τον Πρώτο Αυτοκράτορα και τους συνεργάτες του, σε βαθμό αυτά τα πρόσωπα να έχουν χάσει κάθε ιστορικότητα και να έχουν μετατραπεί σε αφηγηματικά αρχέτυπα.
Το χρυσό το μήλο
(παραμύθι που λένε οι ζητιάνοι)
Ο Πρώτος Αυτοκράτορας, που λέτε, έβγαινε από το Παλάτι κάθε τόσο με το χρυσό φορείο του που το κουβανούσανε δέκα υπηρέτες στους ώμους τους. Ήθελε να βλέπει την πόλη που είχε φτιασμένη και να τη θαμάζει, τι είχε ν’ αφήσει πίσω να τον σχωρνάνε οι κατοπινοί ως τα σήμερα κι ακόμα. Δέκα χρόνια γυρνούσε, κι ακόμη δεν την είχε δει όλη, τόση που είναι.
Μια μέρα, είπε να δει και πώς ζούμε κι εμείς οι παρακατιανοί και πήρε να κατεβαίνει την Κωπαϊνή. Ότι έφτασε εδώ δίπλα, στην Κρήνη του Κυριανού και είδε τους ζητιάνους του παλιού καιρού, μαύρισε η ψυχή του. Τι να την κάμει μετά τη μαρμαρένια κόρη στην Κρήνη, άμα έχει και τόση ασκήμια γύρω; Ποιος θα γυρνάει να την κοιτάξει, αντί να κλείνει τα μάτια και να περνάει στα γρήγορα;
«Μη στεναχωριέσαι διόλου», του λέει ο Έπαρχος που ήτανε μαζί του στο φορείο. «Να στους διώξω εγώ όσο να πεις κύμινο. Τι κατάλαβες τόσον καιρό που δε με άφηνες; Τώρα τους είδες και με τα μάτια σου κι ησύχασες».
Ύστερα, ο Πρώτος Αυτοκράτορας έκαμε ένα φεγγάρι να φανεί από το Παλάτι, όπως τον είχε ορμηνεμένο ο πονηρός ο Έπαρχος. Έπιασε κι έλεγε ο κόσμος πως αρρώστησε ο κύρης μας και φέρνανε γιατριές και μαντζούνια και καταπότια, μα δεν τον έπιανε τίποτα. Και κρέμασε ο κόσμος μαύρα πανιά στα παναθύρια, πένθος πριν καν πεθάνει ο άνθρωπος. Ώσπου στο τέλος μαθεύτηκε η αλήθεια από μια μαγείρισσα πολύ κουτσομπόλα, που δεν κρατιότανε να μη βάλει ξόμπλια για κανένανε και για τίποτις. Είχε, λέει, βγάλει ο Αυτοκράτορας μιαν άσπρη τρίχα κι είχε πέσει να πεθάνει από το κακό του που γέρναγε και είχε να βρίσκει μόνο κακά κι αρρώστιες πια.
Κι αφού όλοι οι καλοστεκούμενοι γερόντοι πήγανε στο Παλάτι και του είπανε τι τρώγανε και πόσο και τι άλλο κάνανε κι ήτανε κοτσονάτοι, στο τέλος ήρθε κι ένας σοφός από τα μέρη των Δηωτών που ήτανε, λέει, χίλιω χρονώ. Ψόματα, ντε. Ήτανε ο Έπαρχος, βαμμένος με καπνιά και μια τουλούπα μπαμπάκι για άσπρα γένια. Τους έβαλε αυτός στο νου πως είναι λέει μια μηλιά σε άγριους τόπους, και βγάνει χρυσά μήλα μια φορά στα χίλια χρόνια κι όποιος τον φάει τον καρπό της, θα μείνει νέος ως τα στερνά του κι αρρώστια δε τον ξαναρίχνει στο στρώμα. Μόνο για να το βρει το δέντρο άνθρωπος, πρέπει να μην είναι γερός, να ‘χει κάτι να γιατρευτεί.
Όσο να πεις κύμινο, όλοι οι αναπήροι βρεθήκανε όξω από τις πύλες. Άλλοι γιατί τόσο τους έκοβε, ότι αυτοί τάχα θα σώνανε τον Αυτοκράτορα, άλλοι κανακεμένοι με φλουριά κι άλλοι σπρωγμένοι με το ζόρι, με το κοντάρι στην πλάτη. Πήρανε όλοι μαζί τη Βασιλική Οδό, κουτσαίνοντα, σκουντουφλόντα, σέρνοντα, όπως μπορούσε ο καθείς. Μερικοί πάει καλιά τους, δεν ήταν για τίποτις άλλο από διακονιά. Άλλοι κουτσοβολεύανε καμιά δουλίτσα και σταθήκανε στα χωριά που συναντάγανε κι άμα ξεμάθανε το καθισό μπορέσανε και παντρευτήκανε και ξεκινήσανε ζωή καλή. Άλλοι-παράλλοι, πάλι, αποκάμανε και ξαναπιάσανε τη ζητιανιά, αλλά σε καινούριο τόπο πια. Καλώς-κακώς, την ξέμαθε τη φάρα μας η Νεάπολη εκείνα τα χρόνια.
Λίγοι φτάσανε και σε ξένους τόπους και κάμανε καλά ή άσκημα, κατά τον κόσμο που ζούσε σ’ εκείνα τα μέρη. Στο τέλος δεν είχε μείνει άνθρωπος να ρωτάει πια για το δέντρο με τα χρυσά τα μήλα, μονάχα τέσσαροι που είχανε πιάσει φιλία, ένας στραβός, ένας λωλός, ένας κουτσός κι ένας κουφός. Αυτοί άλλο τίποτις καλύτερο δεν είχανε βρει να κάμουνε στο δρόμο και δε σταθήκανε πουθενά, αλλά και κακό δεν τους είχε βρει, μιας και βοηθάγανε ο ένας τον άλλο. Με υπομονή, με καλή οικονομία, με κουβέντα, τα καταφέρανε και φτάσανε ως το Ραδινό, που ξεκινάνε τόποι απολίτιστοι.
Εκεί ήτανε ένας βαρκάρης που πέρναγε τον κόσμο απέναντι στο ποτάμι. Κι οι αναπήροι βρήκανε μπροστά τους παλικάρια. Ήτανε αρχοντόπουλα στους τόπους τους κι είχανε αποφασίσει ο καθένας να βρει το χρυσό το μήλο για τον βασιλέ του, σαν ακούσανε για δαύτο. Έτσι, θα τους ιστορούσανε σε τραγούδια, θα καλοπαντρευότανε, θα τους λούζανε στα φλουριά και θα τρώγανε κι οι ίδιοι από το δέντρο, να μείνουμε νέοι ως τα στερνά τους. Κι αφού έπρεπε να είναι λειψοί, είχε ο καθείς κόψει το μικρό του το δαχτύλι.
Αυτοί πλερώσανε και πήγανε απέναντι δια μιας. Οι αναπήροι δεν είχανε μήτε χάλκινο. Ο βαρκάρης σταύρωσε τα χέρια και τους λέει:
«Γιατί να τραβήξω κουπί για τα μούτρα σας; Μην και σας χρωστάω από πουθενά;»
Αποκρίθηκε τότε ο λωλός, που έτρεχε η γλώσσα του πιο μπροστά από το μυαλό του:
«Δε μας χρωστάς, λες; Δεν είσαι γερός του λόγου σου; Δεν είναι και τ’ αδέρφια σου και τα παιδιά σου; Δε θες να κάμει και γερά εγγόνια; Σαν δε γεννιόμαστε εμείς να είμαστε λειψοί, κάποιος άλλος θα ήτανε. Ξέρεις αν ήσουνα εσύ ή οι δικοί σου;»
Δεν έβρισκε τι να πει ο βαρκάρης, δεν το ‘χε ξανασκεφτεί κιόλα, τους φόρτωσε και τους πάει απέναντι. Εκεί είδανε σκοτωμένους σωρό, είχανε ορμήσει οι βάρβαροι στα παλικάρια κι είχανε περαστεί λεπίδι. Όσοι γλιτώσανε, είχανε κρυφτεί στα δάσα και σαν είδανε τους τέσσερις φίλους, πέσανε να ξεπληρώσουν σ’ εκείνους το αίμα. Ο κουφός δεν άκουσε τίποτις να σκιαχτεί, ο κουτσός δεν πρόφταινε να γλιτώσει, ο στραβός δεν ήξερε πού να πάει, ο λωλός πού να πήγαινε μοναχός του; Σαν τους είδανε οι βάρβαροι πως δεν αρχίσανε να τρέχουνε, μήτε και είχανε όπλα στα χέρια, είπανε πως κάτι παραπάνω θα ξέρουνε ετούτοι και δεν τολμήσανε να τους πλησιάσουνε.
«Ας τους», είπανε, «ας μην τους κόψουμε εμείς. Θα τους κόψει ο Δημιουργός όποτε είναι η ώρα τους».
Έτσι, περάσανε κι από κει και φτάσανε σε μια σπηλιά που απόξω στεκότανε μια γριά άσκημη, ψηλή και κοκαλιάρα, με μαλλιά σα σκοινιά.
«Μην ξέρεις από πού πάνε για το δέντρο με τα χρυσά τα μήλα, καλή κυρά;», τη ρωτήσανε.
Εκείνη άναψε ένας φανάρι και μπήκε στη σπηλιά και τους έκαμε νόημα να πάνε ξοπίσω της. Πηγαίνανε-πηγαίνανε, φτάνουνε σε μια κάμαρα μεγάλη σαν παλάτι, γεμάτη πέρα για πέρα και από το πάτωμα ως το ταβάνι με φλουριά. Μες τα φλουριά στεκότανε ένα παιδί όμορφο και ξανθό και τους είπε άμα θέλουνε να τους δώσει από ένα σακί άπατο, να βάλουνε μέσα όσα φλουριά τράβαγε η ψυχή τους. Εκεί λιποψυχήσανε κι είπανε να παρατήσουνε το χρυσό το μήλο, μα το παιδί έπιασε και κύλαγε τα φλουριά στη χούφτα του, να τα δούνε να τα ζηλέψουνε. Οι τρεις σκεφτότανε πως θα κάνανε ζωή χρυσή, γιατί άμα είσαι πλούσιος, κανένας δε σε κοιτάει άμα έχεις ένα χέρι ή ένα ποδάρι. Μα ο στραβός τους πήρε στανικώς να προχωρήσουνε και να προκάμουνε τη γριά που είχε πιάσει και ξεμάκραινε. Σαν τη φτάσανε, τους λέει εκείνη:
«Καλά που δε σταθήκατε, γιατί άμα σκοτεινιάζει, το παιδί γίνεται θεριό που τρώει ανθρώπους. Πριν λίγο στάθηκε ένας Περατινός και τώρα δεν είχε ούτε κοκαλάκι να δείτε».
Λέει κι ο στραβός:
«Τι να σταθούμε. Ψεύτικα ήτανε τα φλουριά. Τα άκουγα εγώ που δεν κουδουνίζανε σωστά, όπως τα χρυσά που ‘χει ο κόσμος στο πουγκί και δε μου δίνει».
Εκεί η γριά τους έπεψε να προχωρήσουνε μοναχοί. Χωθήκανε βαθύτερα στη σπηλιά, πηγαίνανε-πηγαίνανε και βρίσκουνε άλλη γριά άσκημη, αδερφή με την πρώτη. Ετούτη ήτανε χοντρή και ιδρωμένη και αγκομάχαγε με κάθε ανάσα και κάθε βήμα και κάθε λόγο. Τους έδωσε ένα αναμμένο φανάρι και τους είπε:
«Σαν βρείτε μια αδερφή μου που είναι ακόμα πιο κάτω, μην λησμονήσετε να της πείτε
να ξυστρίσει τ’ άλογο το ξεξύστριστο,
το ξεπέταλωτο, το ξεκαπιστρωμένο.
Ν’ αλέσει το κριθάρι το ανάλεστο,
το άλιαστο, το ξαναποκρισαρωμένο.
Και να γανώσει το κακάβι το ξεγάνωτο,
το καλοξεπλυμένο, το καλοξανακολλημένο.
Όπως σας το λέω, έτσι να το πείτε».
Ο λωλός πήρε το φανάρι, έπιασε να μουρμουράει το γλωσσοδέτη της γριάς πάλι και πάλι, σαν το μουρλό το τούμπανο, και έκοψε μπροστά, ξοπίσω κι οι άλλοι. Πιο πέρα, βγήκανε σε ανοιχτό τόπο, ένα δάσο σκοτεινό, στριμωγμένο ανάμεσα σε δυο βουνά, σε μια γούβα σαν αμασχάλη. Είχε νυχτώσει για τα καλά και δίχως το φανάρι, μήτε και θα ξέρανε πού πάνε και πού είν’ το μονοπάτι. Πηγαίνανε-πηγαίνανε κι αρχίσανε κι ακούγανε λύκους ν’ ουρλιάζουνε, όλο και πιο σιμά. Πιαστήκανε χέρι-χέρι και ανοίξανε όσο μπορούσανε το βήμα, μα φτάσανε και βλέπανε κόκκινα μάτια μέσα στα δέντρα.
Λέει τότε ο κουτσός:
«Αμολυθείτε, αδέρφια, και τρέχετε. Ας μείνω εγώ παραπίσω. Άμα είναι να φάει απόψε το κοπάδι, ας φάει ένανε μονάχα, μη μας φάει όλους άδικα».
Στην αρχή δε θέλανε, μα σαν είδανε πως άλλο δε μπορούσε να γενεί, σταθήκανε, τον φιλήσανε σταυρωτά και δώσανε δρόμο. Προχώραγε κι εκείνος όπως-όπως, έβλεπε και δεν έβλεπε στα σκοτάδια, μα δεν ήθελε και να σταθεί να πεθάνει, κι ας μην το ‘λπιζε να γλιτώσει. Εκεί που προχώραγε, βρίσκει ένα παιδί όμορφο με μαλλιά καστανά κι έκλαιγε. Είχε γυρίσει το ποδάρι του όπως έτρεχε και δεν μπορούσε πια να περπατήσει διόλου. Το λυπήθηκε ο κουτσός και το φορτώθηκε στην πλάτη, ας πήγαινε τώρα πιο αργά ακόμα. Λέει, άμα μας φτάσουνε τα θεριά, το πετάω μες τα δέντρα το παιδί και άμα δεν το μυριστούνε, γλιτώνει.
Μόλις σιμώνουνε οι λύκοι κι είπε πάει χαμένος, πηδάει το παιδί χάμω και γίνεται άντρας ολόκληρος. Κάνει μια έτσι με το χέρι του και τα ζώα σταθήκανε και λουφάξανε και δεν τολμάγανε να κάμουνε βήμα.
«Καλά που δε με παράτησες, όπως με είδες», λέει το παλικάρι με τα καστανά μαλλιά. «Θα σε κάνανε μια χαψιά σα σε βρίσκανε μονάχο τα θεριά. Έτσι έκαμε κι ένας Δαετός που πέρασε, είπε ‘ο καθένας ότι είναι άξιος ατός του, ας κάμει’. Και δεν έμεινε από τούτονε τίποτις να σαβανώσει η μάνα του και να κλάψει η αδερφή του».
Τι να πει ο κουτσός; Ευχαρίστησε κι έδωσε να προλάβει τους άλλους. Εκείνοι είχανε φτάσει πέρα απ’ το δάσο, εκεί που άνοιγε δεύτερη σπηλιά στο βουνό και περίμενε δίπλα σε βράχια πεσμένα μια γριά καμπούρα, με μια μύτη κι ένα σαγόνι τόσο γυρισμένα που αγγίζανε μεταξύ τους. Όπως πήγαινε μπρος ο λωλός, πριν προλάβουνε να τη χαιρετίσουνε οι άλλοι, της λέει:
«να ξυστρίσει τ’ άλογο το ξεξύστριστο,
το ξεπέταλωτο, το ξεκαπιστρωμένο.
Ν’ αλέσει το κριθάρι το ανάλεστο,
το άλιαστο, το ξαναποκρισαρωμένο.
Και να γανώσει το κακάβι το ξεγάνωτο,
το καλοξεπλυμένο, το καλοξανακολλημένο».
Του λέει εκείνη:
«Μπράβο, παλικάρι μου. Οι άλλοι κουτσά-στραβά το είπανε και περάσανε. Ο Ελεβός που σκέφτηκε πώς δεν τον ξαναβλέπω και δε με έχει ανάγκη, πήγε να περάσει έτσι και τον πλακώσανε τα βράχια. Εσύ τέλεια και παρατέλεια το είπες, γι’ αυτό θα σου δώσω ορμήνια: τον κουφό βάλτε μπροστά τώρα».
Έτσι κάμανε, και με τον κουτσό πάλι στη συντροφιά τους, χωθήκανε στη σπηλιά. Πηγαίνανε-πηγαίνανε, μισόσβησε το φανάρι τους και πηγαίνανε ψηλαφιστά, ώσπου φτάσανε μπρος σε μια στενή τρύπα και μπροστά της ήτανε ένας σκύλος μεγάλος και μαύρος. Ήτανε δεμένος με αλυσίδα και δε μπορούσε ούτε να χιμήσει, ούτε να φύγει. Μόνο αλύχταγε και έβριζε με ανθρώπινη φωνή και περιγέλαγε τους αναπήρους, πως φτάσανε τέσσαροι ως εκεί γιατί δεν όλοι μαζί δεν κάνουν έναν άντρα σωστό. Κοντά στο σκύλο, ήτανε αφημένο ένα τσεκούρι με μακρύ στειλιάρι. Οι άλλοι είχανε αφρίσει με τα όσα ακούγανε, θέλανε και να περάσουνε, είπανε να σκοτώσουνε το σκυλί. Μα ο κουφός πήγαινε μπροστά και πρόλαβε και πήρε το τσεκούρι πρώτος. Ετούτος δεν είχε ακούσει καμιά βρισιά και έβλεπε και καλύτερα που ήτανε μαθημένος να ‘χει μάτια μοναχά. Δίνει μια καλή μες το σκοτάδι με τη φαρδιά μεριά του τσεκουριού και τον ξαπλώνει κάτω το σκύλο, ζωντανό ακόμα.
Δεν προλάβανε να τον δρασκελίσουνε, ξαναπετάγεται θεριεμένη η φλόγα του φαναριού, φωτίζεται ο τόπος, γίνεται ο σκύλος παιδί όμορφο με μαλλιά μαύρα. Λέει:
«Καλά και τρίκαλα που δεν κάματε καθόλου να με σκοτώσετε. Και να μου δίνατε μία να μου πάρετε το κεφάλι, πάει καλά. Έναν Κουβράτος που πήγε να περάσει, από τα νεύρα του και το κακό του, μου έδωσε μια και δυο και δέκα και με έκαμε κομμάτια κι ύστερα ζωντάνεψα και τον έφαγα. Άιντε τώρα και το ‘βρατε το δέντρο, πιο κάτω είναι. Μόνο ό,τι κάμετε κι ό,τι πείτε, καλά να το στοχαστείτε».
Λίγο ακόμα πήγανε, φτάσανε σε ένα δέντρο τόσο ‘δα, κοκκινωπό, με ένα χρυσό μήλο μονάχα να κρέμεται στα κλωνιά του. Δεύτερο δεν είχε, μήτε φύλλο. Δίπλα στεκότανε μια γριά, αδερφή με τις άλλες τρεις. Ετούτη ήτανε μαυριδερή και ζαρωμένη σα σταφίδα, τόσο που ίσα ξεχώριζε το στόμα της το φτενό μέσα στις άλλες γραμμές στα μούτρα της. Καλοσώρισε τους τέσσαρους φίλους και τους λέει:
«Άτυχοι είσαστε, παιδιά μου. Το χρυσό το μήλο είναι καινούριο, σε χίλια χρόνια θα ξαναγενεί καινούριο. Τόσο κόπο κάματε να φτάσετε, ένας σας θα φάει μονάχα».
Απογοητευτήκανε, το κουβεντιάσανε. Κανένας τους δεν ήθελε να το στερήσει από τους άλλους, ξέρανε πως όποιος γενεί γερός, θα τους καταφρονήσει τους άλλους και δε θα ‘νε φίλοι πια. Έτσι είπανε να το πάρουνε το φρούτο και να το πάνε στον Αυτοκράτορα που το ήθελε από την αρχή και ήτανε και της σειράς του. Μόλις συμφωνήσανε, πάνω στη στιγμή, φτάσανε κι άλλες τρεις γριές και το δέντρο ζωντάνεψε κι έγινε παιδί όμορφο με μαλλιά κόκκινα. Στο χέρι του το δεξί κράταγε το χρυσό το μήλο και το ‘δινε.
«Είστε άξιοι να το πάρετε», τους συντυχαίνει. «Τόσα κάματε σωστά και περάσατε. Άμα λέγατε εσείς να το φάτε το χρυσό το μήλο κι εκεινού που του το τάξατε να μην του πάτε τίποτις, σαν που είπε ο Δάνονας, θα σας πιάνανε οι ρίζες μου και θα σας τραβάγανε ζωντανούς στο χώμα».
Έκαμε ο λωλός ν’ απλώσει το χέρι, μα στάθηκε σα μιλήσανε οι γριές:
«Δεν κάνει να σας το πει το παιδί, μα το χρυσό το μήλο είναι η ζωή του. Άμα μείνουνε γυμνά τα κλωνιά, πάει, σβήνει και χάνεται».
Τέτοιο πράμμα, ούτε να το ακούσουνε οι αναπήροι. Γυρίσανε όπως ήτανε να φύγουνε, όπως είχανε έρθει. Μα πάλι μπροστά τους είδανε το δέντρο, αντί να μείνει πίσω από την πλάτη τους το παιδί. Και τώρα τα κλωνιά του ήτανε βαριά από τον καρπό και κοντεύανε να σπάσουνε. Κι οι γριές είχανε γενεί πανώριες νιες, με χαμηλό το βλέμμα. Ετούτες επιμείνανε και τους ταΐσανε με το ζόρι τα φρούτα, ένα στον καθένα, κι ήτανε γλυκά-ολόγλυκα.
«Τώρα είστε αλήθεια άξιοι», είπε η φωνή του παιδιού που ήτανε δέντρο. «Άμα σαν τον Δηώτη που έφτασε ως εδώ, κι όλα τα άλλα τα έπραξε σωστά, δε σας ένοιαζε ούτε ο εαυτός σας, μα δε σας νοιάζανε κι οι άλλοι για να κάμετε το σκοπό σας, πάλι χαμένοι θα πηγαίνατε και δηλητήριο θα ήτανε το μήλο το χρυσό στ’ αχείλι σας».
Κι έτσι πάψανε να ‘ναι λειψοί οι τέσσαροι φίλοι, γίνανε γεροί και σωστοί στα όλα τους και παντρευτήκανε τις τέσσαρες πανώριες. Μα το χρυσό το μήλο κάνει τους ανθρώπους να ξεχνάνε όλους τους παλιούς πόνους, κι έτσι ξεχάσανε κι εκείνοι τη Νεάπολη και μείνανε στις σπηλιές να φυλάνε το δέντρο με τις γυναίκες τους. Ποιος το ξέρει, μπορεί και ως τα σήμερα κι ακόμα.
Κι ο Πρώτος Αυτοκράτορας που ‘χε αρχίσει πια να γερνάει, μήλο χρυσό δεν έλαβε και πέθανε όπως ο καθείς. Κι άμα πέθανε κι ο Έπαρχος ο πονηρός, ξαναγέμισε η Νεάπολη σιγά-σιγά με ζητιάνους και κρατάει η φάρα μας μέχρι τα σήμερα κι ακόμα.
Το χρυσό το μήλο
(παραμύθι που λένε οι ζητιάνοι)
Ο Πρώτος Αυτοκράτορας, που λέτε, έβγαινε από το Παλάτι κάθε τόσο με το χρυσό φορείο του που το κουβανούσανε δέκα υπηρέτες στους ώμους τους. Ήθελε να βλέπει την πόλη που είχε φτιασμένη και να τη θαμάζει, τι είχε ν’ αφήσει πίσω να τον σχωρνάνε οι κατοπινοί ως τα σήμερα κι ακόμα. Δέκα χρόνια γυρνούσε, κι ακόμη δεν την είχε δει όλη, τόση που είναι.
Μια μέρα, είπε να δει και πώς ζούμε κι εμείς οι παρακατιανοί και πήρε να κατεβαίνει την Κωπαϊνή. Ότι έφτασε εδώ δίπλα, στην Κρήνη του Κυριανού και είδε τους ζητιάνους του παλιού καιρού, μαύρισε η ψυχή του. Τι να την κάμει μετά τη μαρμαρένια κόρη στην Κρήνη, άμα έχει και τόση ασκήμια γύρω; Ποιος θα γυρνάει να την κοιτάξει, αντί να κλείνει τα μάτια και να περνάει στα γρήγορα;
«Μη στεναχωριέσαι διόλου», του λέει ο Έπαρχος που ήτανε μαζί του στο φορείο. «Να στους διώξω εγώ όσο να πεις κύμινο. Τι κατάλαβες τόσον καιρό που δε με άφηνες; Τώρα τους είδες και με τα μάτια σου κι ησύχασες».
Ύστερα, ο Πρώτος Αυτοκράτορας έκαμε ένα φεγγάρι να φανεί από το Παλάτι, όπως τον είχε ορμηνεμένο ο πονηρός ο Έπαρχος. Έπιασε κι έλεγε ο κόσμος πως αρρώστησε ο κύρης μας και φέρνανε γιατριές και μαντζούνια και καταπότια, μα δεν τον έπιανε τίποτα. Και κρέμασε ο κόσμος μαύρα πανιά στα παναθύρια, πένθος πριν καν πεθάνει ο άνθρωπος. Ώσπου στο τέλος μαθεύτηκε η αλήθεια από μια μαγείρισσα πολύ κουτσομπόλα, που δεν κρατιότανε να μη βάλει ξόμπλια για κανένανε και για τίποτις. Είχε, λέει, βγάλει ο Αυτοκράτορας μιαν άσπρη τρίχα κι είχε πέσει να πεθάνει από το κακό του που γέρναγε και είχε να βρίσκει μόνο κακά κι αρρώστιες πια.
Κι αφού όλοι οι καλοστεκούμενοι γερόντοι πήγανε στο Παλάτι και του είπανε τι τρώγανε και πόσο και τι άλλο κάνανε κι ήτανε κοτσονάτοι, στο τέλος ήρθε κι ένας σοφός από τα μέρη των Δηωτών που ήτανε, λέει, χίλιω χρονώ. Ψόματα, ντε. Ήτανε ο Έπαρχος, βαμμένος με καπνιά και μια τουλούπα μπαμπάκι για άσπρα γένια. Τους έβαλε αυτός στο νου πως είναι λέει μια μηλιά σε άγριους τόπους, και βγάνει χρυσά μήλα μια φορά στα χίλια χρόνια κι όποιος τον φάει τον καρπό της, θα μείνει νέος ως τα στερνά του κι αρρώστια δε τον ξαναρίχνει στο στρώμα. Μόνο για να το βρει το δέντρο άνθρωπος, πρέπει να μην είναι γερός, να ‘χει κάτι να γιατρευτεί.
Όσο να πεις κύμινο, όλοι οι αναπήροι βρεθήκανε όξω από τις πύλες. Άλλοι γιατί τόσο τους έκοβε, ότι αυτοί τάχα θα σώνανε τον Αυτοκράτορα, άλλοι κανακεμένοι με φλουριά κι άλλοι σπρωγμένοι με το ζόρι, με το κοντάρι στην πλάτη. Πήρανε όλοι μαζί τη Βασιλική Οδό, κουτσαίνοντα, σκουντουφλόντα, σέρνοντα, όπως μπορούσε ο καθείς. Μερικοί πάει καλιά τους, δεν ήταν για τίποτις άλλο από διακονιά. Άλλοι κουτσοβολεύανε καμιά δουλίτσα και σταθήκανε στα χωριά που συναντάγανε κι άμα ξεμάθανε το καθισό μπορέσανε και παντρευτήκανε και ξεκινήσανε ζωή καλή. Άλλοι-παράλλοι, πάλι, αποκάμανε και ξαναπιάσανε τη ζητιανιά, αλλά σε καινούριο τόπο πια. Καλώς-κακώς, την ξέμαθε τη φάρα μας η Νεάπολη εκείνα τα χρόνια.
Λίγοι φτάσανε και σε ξένους τόπους και κάμανε καλά ή άσκημα, κατά τον κόσμο που ζούσε σ’ εκείνα τα μέρη. Στο τέλος δεν είχε μείνει άνθρωπος να ρωτάει πια για το δέντρο με τα χρυσά τα μήλα, μονάχα τέσσαροι που είχανε πιάσει φιλία, ένας στραβός, ένας λωλός, ένας κουτσός κι ένας κουφός. Αυτοί άλλο τίποτις καλύτερο δεν είχανε βρει να κάμουνε στο δρόμο και δε σταθήκανε πουθενά, αλλά και κακό δεν τους είχε βρει, μιας και βοηθάγανε ο ένας τον άλλο. Με υπομονή, με καλή οικονομία, με κουβέντα, τα καταφέρανε και φτάσανε ως το Ραδινό, που ξεκινάνε τόποι απολίτιστοι.
Εκεί ήτανε ένας βαρκάρης που πέρναγε τον κόσμο απέναντι στο ποτάμι. Κι οι αναπήροι βρήκανε μπροστά τους παλικάρια. Ήτανε αρχοντόπουλα στους τόπους τους κι είχανε αποφασίσει ο καθένας να βρει το χρυσό το μήλο για τον βασιλέ του, σαν ακούσανε για δαύτο. Έτσι, θα τους ιστορούσανε σε τραγούδια, θα καλοπαντρευότανε, θα τους λούζανε στα φλουριά και θα τρώγανε κι οι ίδιοι από το δέντρο, να μείνουμε νέοι ως τα στερνά τους. Κι αφού έπρεπε να είναι λειψοί, είχε ο καθείς κόψει το μικρό του το δαχτύλι.
Αυτοί πλερώσανε και πήγανε απέναντι δια μιας. Οι αναπήροι δεν είχανε μήτε χάλκινο. Ο βαρκάρης σταύρωσε τα χέρια και τους λέει:
«Γιατί να τραβήξω κουπί για τα μούτρα σας; Μην και σας χρωστάω από πουθενά;»
Αποκρίθηκε τότε ο λωλός, που έτρεχε η γλώσσα του πιο μπροστά από το μυαλό του:
«Δε μας χρωστάς, λες; Δεν είσαι γερός του λόγου σου; Δεν είναι και τ’ αδέρφια σου και τα παιδιά σου; Δε θες να κάμει και γερά εγγόνια; Σαν δε γεννιόμαστε εμείς να είμαστε λειψοί, κάποιος άλλος θα ήτανε. Ξέρεις αν ήσουνα εσύ ή οι δικοί σου;»
Δεν έβρισκε τι να πει ο βαρκάρης, δεν το ‘χε ξανασκεφτεί κιόλα, τους φόρτωσε και τους πάει απέναντι. Εκεί είδανε σκοτωμένους σωρό, είχανε ορμήσει οι βάρβαροι στα παλικάρια κι είχανε περαστεί λεπίδι. Όσοι γλιτώσανε, είχανε κρυφτεί στα δάσα και σαν είδανε τους τέσσερις φίλους, πέσανε να ξεπληρώσουν σ’ εκείνους το αίμα. Ο κουφός δεν άκουσε τίποτις να σκιαχτεί, ο κουτσός δεν πρόφταινε να γλιτώσει, ο στραβός δεν ήξερε πού να πάει, ο λωλός πού να πήγαινε μοναχός του; Σαν τους είδανε οι βάρβαροι πως δεν αρχίσανε να τρέχουνε, μήτε και είχανε όπλα στα χέρια, είπανε πως κάτι παραπάνω θα ξέρουνε ετούτοι και δεν τολμήσανε να τους πλησιάσουνε.
«Ας τους», είπανε, «ας μην τους κόψουμε εμείς. Θα τους κόψει ο Δημιουργός όποτε είναι η ώρα τους».
Έτσι, περάσανε κι από κει και φτάσανε σε μια σπηλιά που απόξω στεκότανε μια γριά άσκημη, ψηλή και κοκαλιάρα, με μαλλιά σα σκοινιά.
«Μην ξέρεις από πού πάνε για το δέντρο με τα χρυσά τα μήλα, καλή κυρά;», τη ρωτήσανε.
Εκείνη άναψε ένας φανάρι και μπήκε στη σπηλιά και τους έκαμε νόημα να πάνε ξοπίσω της. Πηγαίνανε-πηγαίνανε, φτάνουνε σε μια κάμαρα μεγάλη σαν παλάτι, γεμάτη πέρα για πέρα και από το πάτωμα ως το ταβάνι με φλουριά. Μες τα φλουριά στεκότανε ένα παιδί όμορφο και ξανθό και τους είπε άμα θέλουνε να τους δώσει από ένα σακί άπατο, να βάλουνε μέσα όσα φλουριά τράβαγε η ψυχή τους. Εκεί λιποψυχήσανε κι είπανε να παρατήσουνε το χρυσό το μήλο, μα το παιδί έπιασε και κύλαγε τα φλουριά στη χούφτα του, να τα δούνε να τα ζηλέψουνε. Οι τρεις σκεφτότανε πως θα κάνανε ζωή χρυσή, γιατί άμα είσαι πλούσιος, κανένας δε σε κοιτάει άμα έχεις ένα χέρι ή ένα ποδάρι. Μα ο στραβός τους πήρε στανικώς να προχωρήσουνε και να προκάμουνε τη γριά που είχε πιάσει και ξεμάκραινε. Σαν τη φτάσανε, τους λέει εκείνη:
«Καλά που δε σταθήκατε, γιατί άμα σκοτεινιάζει, το παιδί γίνεται θεριό που τρώει ανθρώπους. Πριν λίγο στάθηκε ένας Περατινός και τώρα δεν είχε ούτε κοκαλάκι να δείτε».
Λέει κι ο στραβός:
«Τι να σταθούμε. Ψεύτικα ήτανε τα φλουριά. Τα άκουγα εγώ που δεν κουδουνίζανε σωστά, όπως τα χρυσά που ‘χει ο κόσμος στο πουγκί και δε μου δίνει».
Εκεί η γριά τους έπεψε να προχωρήσουνε μοναχοί. Χωθήκανε βαθύτερα στη σπηλιά, πηγαίνανε-πηγαίνανε και βρίσκουνε άλλη γριά άσκημη, αδερφή με την πρώτη. Ετούτη ήτανε χοντρή και ιδρωμένη και αγκομάχαγε με κάθε ανάσα και κάθε βήμα και κάθε λόγο. Τους έδωσε ένα αναμμένο φανάρι και τους είπε:
«Σαν βρείτε μια αδερφή μου που είναι ακόμα πιο κάτω, μην λησμονήσετε να της πείτε
να ξυστρίσει τ’ άλογο το ξεξύστριστο,
το ξεπέταλωτο, το ξεκαπιστρωμένο.
Ν’ αλέσει το κριθάρι το ανάλεστο,
το άλιαστο, το ξαναποκρισαρωμένο.
Και να γανώσει το κακάβι το ξεγάνωτο,
το καλοξεπλυμένο, το καλοξανακολλημένο.
Όπως σας το λέω, έτσι να το πείτε».
Ο λωλός πήρε το φανάρι, έπιασε να μουρμουράει το γλωσσοδέτη της γριάς πάλι και πάλι, σαν το μουρλό το τούμπανο, και έκοψε μπροστά, ξοπίσω κι οι άλλοι. Πιο πέρα, βγήκανε σε ανοιχτό τόπο, ένα δάσο σκοτεινό, στριμωγμένο ανάμεσα σε δυο βουνά, σε μια γούβα σαν αμασχάλη. Είχε νυχτώσει για τα καλά και δίχως το φανάρι, μήτε και θα ξέρανε πού πάνε και πού είν’ το μονοπάτι. Πηγαίνανε-πηγαίνανε κι αρχίσανε κι ακούγανε λύκους ν’ ουρλιάζουνε, όλο και πιο σιμά. Πιαστήκανε χέρι-χέρι και ανοίξανε όσο μπορούσανε το βήμα, μα φτάσανε και βλέπανε κόκκινα μάτια μέσα στα δέντρα.
Λέει τότε ο κουτσός:
«Αμολυθείτε, αδέρφια, και τρέχετε. Ας μείνω εγώ παραπίσω. Άμα είναι να φάει απόψε το κοπάδι, ας φάει ένανε μονάχα, μη μας φάει όλους άδικα».
Στην αρχή δε θέλανε, μα σαν είδανε πως άλλο δε μπορούσε να γενεί, σταθήκανε, τον φιλήσανε σταυρωτά και δώσανε δρόμο. Προχώραγε κι εκείνος όπως-όπως, έβλεπε και δεν έβλεπε στα σκοτάδια, μα δεν ήθελε και να σταθεί να πεθάνει, κι ας μην το ‘λπιζε να γλιτώσει. Εκεί που προχώραγε, βρίσκει ένα παιδί όμορφο με μαλλιά καστανά κι έκλαιγε. Είχε γυρίσει το ποδάρι του όπως έτρεχε και δεν μπορούσε πια να περπατήσει διόλου. Το λυπήθηκε ο κουτσός και το φορτώθηκε στην πλάτη, ας πήγαινε τώρα πιο αργά ακόμα. Λέει, άμα μας φτάσουνε τα θεριά, το πετάω μες τα δέντρα το παιδί και άμα δεν το μυριστούνε, γλιτώνει.
Μόλις σιμώνουνε οι λύκοι κι είπε πάει χαμένος, πηδάει το παιδί χάμω και γίνεται άντρας ολόκληρος. Κάνει μια έτσι με το χέρι του και τα ζώα σταθήκανε και λουφάξανε και δεν τολμάγανε να κάμουνε βήμα.
«Καλά που δε με παράτησες, όπως με είδες», λέει το παλικάρι με τα καστανά μαλλιά. «Θα σε κάνανε μια χαψιά σα σε βρίσκανε μονάχο τα θεριά. Έτσι έκαμε κι ένας Δαετός που πέρασε, είπε ‘ο καθένας ότι είναι άξιος ατός του, ας κάμει’. Και δεν έμεινε από τούτονε τίποτις να σαβανώσει η μάνα του και να κλάψει η αδερφή του».
Τι να πει ο κουτσός; Ευχαρίστησε κι έδωσε να προλάβει τους άλλους. Εκείνοι είχανε φτάσει πέρα απ’ το δάσο, εκεί που άνοιγε δεύτερη σπηλιά στο βουνό και περίμενε δίπλα σε βράχια πεσμένα μια γριά καμπούρα, με μια μύτη κι ένα σαγόνι τόσο γυρισμένα που αγγίζανε μεταξύ τους. Όπως πήγαινε μπρος ο λωλός, πριν προλάβουνε να τη χαιρετίσουνε οι άλλοι, της λέει:
«να ξυστρίσει τ’ άλογο το ξεξύστριστο,
το ξεπέταλωτο, το ξεκαπιστρωμένο.
Ν’ αλέσει το κριθάρι το ανάλεστο,
το άλιαστο, το ξαναποκρισαρωμένο.
Και να γανώσει το κακάβι το ξεγάνωτο,
το καλοξεπλυμένο, το καλοξανακολλημένο».
Του λέει εκείνη:
«Μπράβο, παλικάρι μου. Οι άλλοι κουτσά-στραβά το είπανε και περάσανε. Ο Ελεβός που σκέφτηκε πώς δεν τον ξαναβλέπω και δε με έχει ανάγκη, πήγε να περάσει έτσι και τον πλακώσανε τα βράχια. Εσύ τέλεια και παρατέλεια το είπες, γι’ αυτό θα σου δώσω ορμήνια: τον κουφό βάλτε μπροστά τώρα».
Έτσι κάμανε, και με τον κουτσό πάλι στη συντροφιά τους, χωθήκανε στη σπηλιά. Πηγαίνανε-πηγαίνανε, μισόσβησε το φανάρι τους και πηγαίνανε ψηλαφιστά, ώσπου φτάσανε μπρος σε μια στενή τρύπα και μπροστά της ήτανε ένας σκύλος μεγάλος και μαύρος. Ήτανε δεμένος με αλυσίδα και δε μπορούσε ούτε να χιμήσει, ούτε να φύγει. Μόνο αλύχταγε και έβριζε με ανθρώπινη φωνή και περιγέλαγε τους αναπήρους, πως φτάσανε τέσσαροι ως εκεί γιατί δεν όλοι μαζί δεν κάνουν έναν άντρα σωστό. Κοντά στο σκύλο, ήτανε αφημένο ένα τσεκούρι με μακρύ στειλιάρι. Οι άλλοι είχανε αφρίσει με τα όσα ακούγανε, θέλανε και να περάσουνε, είπανε να σκοτώσουνε το σκυλί. Μα ο κουφός πήγαινε μπροστά και πρόλαβε και πήρε το τσεκούρι πρώτος. Ετούτος δεν είχε ακούσει καμιά βρισιά και έβλεπε και καλύτερα που ήτανε μαθημένος να ‘χει μάτια μοναχά. Δίνει μια καλή μες το σκοτάδι με τη φαρδιά μεριά του τσεκουριού και τον ξαπλώνει κάτω το σκύλο, ζωντανό ακόμα.
Δεν προλάβανε να τον δρασκελίσουνε, ξαναπετάγεται θεριεμένη η φλόγα του φαναριού, φωτίζεται ο τόπος, γίνεται ο σκύλος παιδί όμορφο με μαλλιά μαύρα. Λέει:
«Καλά και τρίκαλα που δεν κάματε καθόλου να με σκοτώσετε. Και να μου δίνατε μία να μου πάρετε το κεφάλι, πάει καλά. Έναν Κουβράτος που πήγε να περάσει, από τα νεύρα του και το κακό του, μου έδωσε μια και δυο και δέκα και με έκαμε κομμάτια κι ύστερα ζωντάνεψα και τον έφαγα. Άιντε τώρα και το ‘βρατε το δέντρο, πιο κάτω είναι. Μόνο ό,τι κάμετε κι ό,τι πείτε, καλά να το στοχαστείτε».
Λίγο ακόμα πήγανε, φτάσανε σε ένα δέντρο τόσο ‘δα, κοκκινωπό, με ένα χρυσό μήλο μονάχα να κρέμεται στα κλωνιά του. Δεύτερο δεν είχε, μήτε φύλλο. Δίπλα στεκότανε μια γριά, αδερφή με τις άλλες τρεις. Ετούτη ήτανε μαυριδερή και ζαρωμένη σα σταφίδα, τόσο που ίσα ξεχώριζε το στόμα της το φτενό μέσα στις άλλες γραμμές στα μούτρα της. Καλοσώρισε τους τέσσαρους φίλους και τους λέει:
«Άτυχοι είσαστε, παιδιά μου. Το χρυσό το μήλο είναι καινούριο, σε χίλια χρόνια θα ξαναγενεί καινούριο. Τόσο κόπο κάματε να φτάσετε, ένας σας θα φάει μονάχα».
Απογοητευτήκανε, το κουβεντιάσανε. Κανένας τους δεν ήθελε να το στερήσει από τους άλλους, ξέρανε πως όποιος γενεί γερός, θα τους καταφρονήσει τους άλλους και δε θα ‘νε φίλοι πια. Έτσι είπανε να το πάρουνε το φρούτο και να το πάνε στον Αυτοκράτορα που το ήθελε από την αρχή και ήτανε και της σειράς του. Μόλις συμφωνήσανε, πάνω στη στιγμή, φτάσανε κι άλλες τρεις γριές και το δέντρο ζωντάνεψε κι έγινε παιδί όμορφο με μαλλιά κόκκινα. Στο χέρι του το δεξί κράταγε το χρυσό το μήλο και το ‘δινε.
«Είστε άξιοι να το πάρετε», τους συντυχαίνει. «Τόσα κάματε σωστά και περάσατε. Άμα λέγατε εσείς να το φάτε το χρυσό το μήλο κι εκεινού που του το τάξατε να μην του πάτε τίποτις, σαν που είπε ο Δάνονας, θα σας πιάνανε οι ρίζες μου και θα σας τραβάγανε ζωντανούς στο χώμα».
Έκαμε ο λωλός ν’ απλώσει το χέρι, μα στάθηκε σα μιλήσανε οι γριές:
«Δεν κάνει να σας το πει το παιδί, μα το χρυσό το μήλο είναι η ζωή του. Άμα μείνουνε γυμνά τα κλωνιά, πάει, σβήνει και χάνεται».
Τέτοιο πράμμα, ούτε να το ακούσουνε οι αναπήροι. Γυρίσανε όπως ήτανε να φύγουνε, όπως είχανε έρθει. Μα πάλι μπροστά τους είδανε το δέντρο, αντί να μείνει πίσω από την πλάτη τους το παιδί. Και τώρα τα κλωνιά του ήτανε βαριά από τον καρπό και κοντεύανε να σπάσουνε. Κι οι γριές είχανε γενεί πανώριες νιες, με χαμηλό το βλέμμα. Ετούτες επιμείνανε και τους ταΐσανε με το ζόρι τα φρούτα, ένα στον καθένα, κι ήτανε γλυκά-ολόγλυκα.
«Τώρα είστε αλήθεια άξιοι», είπε η φωνή του παιδιού που ήτανε δέντρο. «Άμα σαν τον Δηώτη που έφτασε ως εδώ, κι όλα τα άλλα τα έπραξε σωστά, δε σας ένοιαζε ούτε ο εαυτός σας, μα δε σας νοιάζανε κι οι άλλοι για να κάμετε το σκοπό σας, πάλι χαμένοι θα πηγαίνατε και δηλητήριο θα ήτανε το μήλο το χρυσό στ’ αχείλι σας».
Κι έτσι πάψανε να ‘ναι λειψοί οι τέσσαροι φίλοι, γίνανε γεροί και σωστοί στα όλα τους και παντρευτήκανε τις τέσσαρες πανώριες. Μα το χρυσό το μήλο κάνει τους ανθρώπους να ξεχνάνε όλους τους παλιούς πόνους, κι έτσι ξεχάσανε κι εκείνοι τη Νεάπολη και μείνανε στις σπηλιές να φυλάνε το δέντρο με τις γυναίκες τους. Ποιος το ξέρει, μπορεί και ως τα σήμερα κι ακόμα.
Κι ο Πρώτος Αυτοκράτορας που ‘χε αρχίσει πια να γερνάει, μήλο χρυσό δεν έλαβε και πέθανε όπως ο καθείς. Κι άμα πέθανε κι ο Έπαρχος ο πονηρός, ξαναγέμισε η Νεάπολη σιγά-σιγά με ζητιάνους και κρατάει η φάρα μας μέχρι τα σήμερα κι ακόμα.
Σάββατο 27 Μαρτίου 2010
Τελευταία Νέα
Τέλος και η επιμέλεια πια. Εκκρεμούν η μετατροπή σε φιλμ, το εξώφυλλο (με το κείμενο του οπισθόφυλλου που πρέπει να γράψω ο ίδιος!) και κάτι μικρά τεχνικά θέματα με το χάρτη.
Προφανώς, το βιβλίο δεν κυκλοφόρησε το Μάρτη που είχα γράψει στην τελευταία σχετική ανάρτηση, ούτε και θα προλάβει να βγει πριν το Πάσχα, που είχα αναφέρει σε κάποιες κατ' ιδίαν συζητήσεις. Νέος στόχος, να προλάβουμε την Πρωτομαγιά.
Και για να μην καταντήσω να ακούγομαι σαν τον ψεύτη βοσκό,έχω εμφανιστεί στον κατάλογο Μάρτη-Απρίλη των εκδόσεων Πατάκη για βιβλιοπώλες (σελ 47, δεξιά, χωρίς κωδικό ή τιμή, ακόμη, βέβαια) και, φυσικά, στον έντυπο γενικό κατάλογο εκδόσεων για Μάρτιο-Απρίλιο, για όποιον έχει πρόσβαση. Όπως παρατήρησε ένας φίλος, είμαι ο μόνος Έλληνας στην κατηγορία φαντασίας. Αγχώθηκα.
Προφανώς, το βιβλίο δεν κυκλοφόρησε το Μάρτη που είχα γράψει στην τελευταία σχετική ανάρτηση, ούτε και θα προλάβει να βγει πριν το Πάσχα, που είχα αναφέρει σε κάποιες κατ' ιδίαν συζητήσεις. Νέος στόχος, να προλάβουμε την Πρωτομαγιά.
Και για να μην καταντήσω να ακούγομαι σαν τον ψεύτη βοσκό,έχω εμφανιστεί στον κατάλογο Μάρτη-Απρίλη των εκδόσεων Πατάκη για βιβλιοπώλες (σελ 47, δεξιά, χωρίς κωδικό ή τιμή, ακόμη, βέβαια) και, φυσικά, στον έντυπο γενικό κατάλογο εκδόσεων για Μάρτιο-Απρίλιο, για όποιον έχει πρόσβαση. Όπως παρατήρησε ένας φίλος, είμαι ο μόνος Έλληνας στην κατηγορία φαντασίας. Αγχώθηκα.
Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010
Φανταστικοί θεοί
«Δεν υπάρχει τίποτα που να μην το κόβει το ατσάλι», απάντησε ο Κόναν. «Έριξα το τσεκούρι μου στο δαίμονα και δεν πληγώθηκε, μα μπορεί να αστόχησα στο λυκόφως ή ένα κλαδί να το εξοστράκισε. Δεν πάω γυρεύοντας να βρω δαίμονες· αλλά δε βγαίνω κι από το δρόμο μου για να τους αφήσω να περάσουν»
- Robert E. Howard, Πέρα από το Μαύρο Ποταμό, 1935
Η Υβοριανή Εποχή είναι γεμάτη μοχθηρές θρησκείες που απαιτούν φριχτές υπηρεσίες από τους πιστούς τους, όπως ανθρωποθυσίες. Ακόμα χειρότερα, υπάρχουν ένα σωρό ενσαρκωμένοι δαίμονες οι οποίοι δεν περιμένουν υπομονετικά να βρεθεί σάρκα στο βωμό τους: την αρπάζουν μόνοι τους και την καταβροχθίζουν – ή της κάνουν ό,τι άλλο τραβάει η ψυχή τους (θυμηθείτε τον Tsotha-lanti*). Αλλά όντας υλικοί, καταλήγουν κι αυτοί να πέσουν από το σπαθί του Κόναν, όπως κάθε άλλος αντίπαλος. Δε μιλάω για τέρατα που αδαείς άγριοι λατρεύουν ως θεούς, μιλάω για όντα που παρουσιάζονται αντικειμενικά στις ιστορίες ως υπερφυσικής/εξωκοσμικής φύσης.
Οι θεοί της Υβοριανής Εποχής, από την άλλη, αν και η λατρεία τους είναι πολύ πιο διαδεδομένη από εκείνη των δαιμόνων και η ύπαρξή τους αποδεδειγμένη, έχουν μια μάλλον μπλαζέ προσέγγιση. Δεν απαιτούν εντυπωσιακά καλές πράξεις από τους πιστούς τους. Δεν επεμβαίνουν για να εμποδίσουν τα έργα των εξαιρετικά δραστήριων δαιμόνων**. Και σε καμία περίπτωση δεν εμφανίζονται οι ίδιοι. Ο Κόναν αντιμετωπίζει δαίμονες τουλάχιστον στο ένα τρίτο των ιστοριών στις οποίες πρωταγωνιστεί. Αγγέλους και άβαταρ δε συναντά πουθενά.
Θα μπορούσε κανείς να αποδώσει το φαινόμενο στις απόψεις του Howard, σύμφωνα με τις οποίες το Σύμπαν είναι εχθρικό προς τον άνθρωπο, ένα ατίθασο πράγμα που καταστρέφει τους αδύναμους και δαμάζεται από τους ισχυρούς. Εξωτερική βοήθεια δεν είναι ούτε διαθέσιμη, ούτε επιθυμητή από τον αληθινό ήρωα, ο οποίος εμπιστεύεται μόνο το ατσάλι στο χέρι του.
Βέβαια, μια πιο πρακτική θεώρηση λέει πως το όλο θέμα ήταν πρακτική λογοτεχνική επιλογή. Τι ενδιαφέρον θα παρουσίαζαν οι περιπέτειες ενός ανθρώπου τον οποίο από τις δυσκολίες θα έβγαζε πάντα ένας (από μηχανής) θεός; Αν οι υπερφυσικές δυνάμεις ξεκαθάριζαν μεταξύ τους τούς λογαριασμούς τους, ποιος ο λόγος να εμπλακούν θνητοί; Κι αν δεν εμπλέκονταν θνητοί, υπήρχε κανένας λόγος να αναφέρονται όλα αυτά στα κείμενα; Είναι πιο ουσιώδες κομμάτι της καθημερινότητας από το πώς ένα λιοντάρι κυνηγάει μια γαζέλα; Εν ολίγοις, δαίμονες υπήρχαν για να έχει ενδιαφέροντες αντιπάλους ο Κόναν και οι θεοί έμεναν αμέτοχοι για να έχει όλα τα βλέμματα στραμμένα πάνω του και μόνο.
Στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, από την άλλη, απουσιάζει κάθε αναφορά σε ναό και ιερατείο, του Καλού ή του Κακού. Όχι βέβαια γιατί ο Καθηγητής ήταν εχθρός της οργανωμένης θρησκείας – κάθε άλλο. Και δεν είναι θέμα έλλειψης θεών στη Μέση Γη. Η εξαντλητική λεπτομέρεια με την οποία περιγράφει τη θεογονία του στο Σιλμαρίλλιον αποδεικνύει πως δε θεωρούσε σε καμία περίπτωση τον κόσμο που έπλαθε πλήρη, χωρίς αυτήν. Και η θεία παρέμβαση είναι ζωτικό μέρος του Άρχοντα. Ο πανταχού παρών χαρακτήρας, εκείνος που γνωρίζει τα πάντα για τα γεγονότα (έστω κι αν είναι εξοργιστικά φειδωλός με τις πληροφορίες), που ρυθμίζει τις εξελίξεις, που διαθέτει όλων των ειδών τις ευκολίες για να είναι δημοφιλής και να προωθεί την πλοκή (τον θαυμάζουν οι πάντες, κάνει μάγια, δέρνει, πετάει σοφίες, έχει πάντα δίκιο), τι είναι τελικά; Ένας από τους (αρχ)αγγέλους που κυκλοφορούν στον πλανήτη.
Έχει ειπωθεί από μελετητές του έργου του Tolkien πως, λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, δεν ένιωθε άνετα να περιγράψει μια τεχνητή θρησκεία με τον ίδιο τρόπο που περιέγραφε τεχνητές γλώσσες, τεχνητή χλωρίδα και πανίδα, τεχνητούς πολιτισμούς. Άλλοι έχουν πει πως σύμφωνα με την Καθολική πίστη του Καθηγητή, η επιλογή στη ήταν θέμα του ανθρώπου, εξαρτώμενη από την ισχύ της θέλησής του, αλλά το κρινόμενο ζήτημα ήταν απλά αν το δημιούργημα θα δεχθεί το χέρι που του τείνει ο δημιουργός του, δίχως το οποίο δεν υπάρχει σωτηρία.
Εγώ και πάλι θα δώσω μια πιο πρακτική ερμηνεία. Εφόσον υπάρχει μόνο ένας θεός στη Μέση Γη, θα υπήρχε μόνο μία θρησκεία. Και με τα τσιράκια του εν λόγω Υπέρτατου Όντος να σουλατσάρουν εδώ κι εκεί, δεν θα υπήρχαν Σχίσματα και αιρέσεις και διαφορετικά δόγματα, όλοι θα πίστευαν τα ίδια ακριβώς πράγματα (τα σωστά). Αυτό όμως θα στερούσε τον Καθηγητή από δυο συμβάσεις δίχως τις οποίες ο Άρχοντας των δαχτυλιδιών θα ήταν τριάντα σελίδες το πολύ:
α) Οι ναοί είναι εκ φύσεως αρχεία. Διατηρούν και διαδίδουν τη μνήμη του δόγματός τους, και μαζί της ένα σωρό άλλες πληροφορίες που σε κάποιον φάνηκαν σχετικές. Οπότε, θα μπορούσε η Συντροφιά να χτυπήσει την πόρτα της πιο κοντινής εκκλησίας και να μάθει σχεδόν τα πάντα (και μαζί της ο αναγνώστης), αντί να περιμένει πότε ο Γκάνταλφ θα δώσει λίγες ακόμη πληροφορίες με το σταγονόμετρο.
β) Το ιερατείο θα αποτελούσε ενοποιό δύναμη και θα δρομολογούσε τη συνεργασία των διαφόρων φυλών ενάντια στον Σάουρον, η οποία όπως έχουν τώρα τα πράγματα τρώει το μισό βιβλίο για να επιτευχθεί.
Στο σύγχρονο φάνταζυ αντίθετα, πολλά έργα ακολουθούν τις τρέχουσες ιδέες και τοποθετούν τον κλήρο του φανταστικού τους κόσμου σε ρόλο συντηρητικού/οπισθοδρομικού παράγοντα του οποίου οι αντιρρήσεις πρέπει να καμφθούν (συνηθέστερα, η επιρροή του στο λαό/στους κυβερνώντες πρέπει να εκμηδενιστεί) για να δράσουν αποτελεσματικά οι δυνάμεις του Καλού. Οι παραπάνω προσεγγίσεις είναι το ίδιο θεμιτές όπως κι οι αντίθετες. Αλλά συνδυάζονται με έναν ευρύτατο σκεπτικισμό στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και/ή στο σύνολο των θετικά σκιαγραφούμενων χαρακτήρων του βιβλίου. Η πίστη παρουσιάζεται ως ελάττωμα λιγοστών θρησκόληπτων που κάνουν τη ζωή δύσκολη για όλους. Κι αυτό θεμιτό είναι, αλλά τα δυο στοιχεία μαζί χωλαίνουν σημαντικά από συγγραφικής άποψης.
Από τη μια, η πλοκή αναγκάζεται να μπει στο καλούπι της ιδεολογίας του συγγραφέα και όχι το αντίστροφο. Κι η λογική των Howard-Tolkien έμπαζε, αλλά το αναγνωστικό κοινό δεν έδωσε σημασία γιατί η στρέβλωση έγινε υπέρ του κειμένου. Αν η στρέβλωση γίνεται υπέρ της στράτευσης, ποιο το όφελος; Αν είναι οι παπάδες να χρησιμοποιηθούν ψυχαναγκαστικά σαν παράπλευρο εμπόδιο που γεμίζει αδιάφορες σελίδες, γιατί να μην παραλειφθούν εντελώς, να μην πάρει τη θέση τους το κενό, να μην εξερευνηθεί η σχετικά αγνοημένη προοπτική ενός κόσμου που δεν έχει γνωρίσει καθόλου την ιδέα της θρησκείας; Γιατί να θεωρούνται ορισμένες δομές του γήινου παρελθόντος σταθερά κάθε κόσμου, ακόμη κι εκείνες (όπως η φεουδαρχία) που δεν ήταν καν παγκόσμιες; Που δεν ήταν καν σταθερές της καθημερινότητας των προγόνων του συγγραφέα, όταν αυτός είναι Έλληνας;
Από την άλλη, αν η θρησκεία δεν είναι η συνεκτική δύναμη ενός φανταστικού λαού σε ψευδομεσαιωνικό κόσμο, τι παίρνει τι θέση της; Για μερικούς συγγραφείς, η λύση είναι η εθνική συνείδηση. Μα αυτή αποτελεί εφεύρεση του νεότερου κόσμου, σε μεγάλο βαθμό επακόλουθο της τυπογραφίας που δημιούργησε την ενημέρωση και την προπαγάνδα. Αν δεν υπάρχει διάδοση των νέων σε μεγάλη κλίμακα (και με κατευθυνόμενη χροιά), πώς θα νοιαστεί ο αγρότης της ενδοχώρας για τις πειρατικές επιδρομές στα παράλια; Είναι πρόβλημα άλλου, όχι δεινό των συμπατριωτών του. Πάντα με παραξένευε η συμπεριφορά φανταστικών χωρικών που με προθυμία πετούσαν τα τσαπιά για να τρέξουν να πολεμήσουν τους εισβολείς στην άλλη άκρη της χώρας.
Η πραγματική Ιστορία μιλάει για ανθρώπους που γκρίνιαζαν ακόμη και για έκτακτους φόρους λόγω πολέμου, όχι να γίνει ολόκληρη επιστράτευση που θα τους ξεβόλευε. Δεν αρκεί ένα καλό οδικό δίκτυο και η προφορική διάδοση των νέων για να νιώσουν γείτονες μεταξύ τους οι κάτοικοι δυο διαφορετικών πόλεων. Χρειάζεται ένας καλός μηχανισμός διοχέτευσης πληροφοριών. Κι αν δεν έχει εφευρεθεί ακόμη η τυπογραφία ή κάποιο μαγικό υποκατάστατό της, το μόνο που μένει είναι ένα οργανωμένο ιερατείο με κοινό, αποκρυσταλλωμένο δόγμα. Αλλιώς ξεχνάμε την κοινωνική συνοχή σε μεγάλη κλίμακα και πάμε πίσω στις εποχές της πόλης-κράτους, εκεί που οι σχέσεις μέσα στην πόλη είναι στενές κι η αλληλεγγύη σε εθνικό επίπεδο χαλαρή (που είναι επίσης θεμιτό και σχετικά ανέγγιχτο στο φάνταζυ).
Μια άλλη εναλλακτική πηγή κοινωνικής συνοχής που ευτυχώς δεν έχει κυριαρχήσει ακόμη στο κακογραμμένο φάνταζυ, είναι η πολιτική ιδεολογία. Απαιτεί κι αυτή τυπογραφία, αλλά και γρήγορες μεθόδους επικοινωνίας (αλλιώς πώς θα συντονίζεται η δράση των ομοϊδεατών σε πολλά σημεία της χώρας;) Απαιτείται ακόμη μια στοιχειώδης ελευθερία του λόγου (το πολύ να σε κυνηγάνε γι’ αυτά που λες κι όχι επειδή μιλάς χωρίς να διαθέτεις αξίωμα). Αλλά κι όλα αυτά να τα υποθέσουμε, η πολιτική είναι περισσότερο διασπαστική παρά συνεκτική. Δεν έχει νόημα δίχως κάποιον αντίπαλο εντός της ίδιας κοινωνίας (αν μιλάμε για κράτη με ένα μόνο κόμμα-ιδεολογία, δεν έχει κοινωνιολογική διαφορά από κράτη με μια μόνο θρησκεία). Υπονοείται από την ύπαρξη πολιτικής, τέλος, ένα καλό βιοτικό επίπεδο που επιτρέπει στον πολίτη να νιώσει ασφαλής, ικανός να κάνει μια επιλογή για τον εαυτό του. Δηλαδή, ικανός να σταθεί χωρίς τους άλλους να τον στηρίζουν.
Αλλοτριωμένος.
Κι αν η πολιτική απουσιάζει από το φάνταζυ, παρ’ όλ’ αυτά τα επακόλουθά της επικρατούν σε πολλά βιβλία. Ο λαός συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα, όπως βολεύει το συγγραφέα και την πλοκή, όχι όπως θα ήταν λογικό. Γενικά ατομιστής και με άποψη για τα πάντα. Γνήσιο τέκνο του εικοστού πρώτου αιώνα κι όχι του κόσμου στον οποίο κατοικεί. Κι από την άλλη, έτοιμος να βγει στο δρόμο μαζί με τον όχλο, χωρίς προοικονομία και σοβαρό λόγο, μόνο με θυμόσοφες αναλύσεις του «έτσι είναι ο τάδε λαός, έρμαιο του τάδε πράγματος». Αλλά τι τον ενώνει με τους υπόλοιπους ροπαλοφόρους, τι τον φέρνει στο πλευρό τους; Η θρησκεία στην οποία δεν πιστεύει; Η πολιτική που δεν έχει εφευρεθεί ακόμη στον κόσμο του; Η εθνική του συνείδηση που έχει διαμορφωθεί και συντηρείται ανεξήγητα; Ποια είναι η κινητήρια δύναμη της κοινωνίας στην οποία ζει; Η δύναμη που την κρατά ενωμένη;
Για να το πω όσο πιο απλά γίνεται, ένας πρόγονός σας θα αυτοπροσδιοριζόταν (ανάλογα με την εποχή που γεννήθηκε) ως π.χ. Αθηναίος ή Χριστιανός/Ρωμιός ή Έλληνας ή Δημοκράτης. Μόνο ο τελευταίος κι εσείς σήμερα έχετε την πολυτέλεια να δηλώσετε «ιδιώτες». Γιατί οι υπηρεσίες του στρατού, της πυροσβεστικής, των τραπεζών, σας επιτρέπουν να επιβιώσετε χωρίς να ενταχθείτε κάπου. Οι χαρακτήρες ενός φανταστικού προβιομηχανικού κόσμου δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα.
Νομίζω εξήγησα πως οι δυο πατέρες του φάνταζυ προσπάθησαν να γράψουν κάτι που να είναι καλό γενικώς. Κι έδωσα παραδείγματα για το πώς μπορεί να βρεθεί μια ενδιαφέρουσα πλοκή φάνταζυ με τη θρησκεία ή με την έλλειψή της (χωρίς ν’ αγγίξω καν το γόνιμο ζήτημα των πραγματικά υπαρκτών θεών και των πιθανών παρεμβάσεών τους). Μπορεί, βέβαια, κάποιος να με αγνοήσει, να κουτσουρέψει τη θρησκεία χωρίς να αντικαταστήσει την κοινωνική της υπόσταση με κάτι άλλο και να επιμείνει να γράφει για ξεροκέφαλα ιερατεία, που η στενομυαλιά τους δεν προσθέτει πιο πολλή ουσία στην πλοκή απ’ ότι θα είχε μια απεργία των ταξιτζήδων. Αλλά ας έχει υπόψη πως γράφει για το Σήμερα, κάτι που ίσως Αύριο να είναι το ίδιο ξεπερασμένο όπως έχει καταντήσει τώρα η μεσαιωνική προσέγγιση για τη θρησκεία. Πως γράφει δηλαδή, ένα αλληγορικό σχόλιο για το σύγχρονο κόσμο, έστω κι αν το ντύνει με δράκους. Ένα κείμενο που του αξίζει να ξεχαστεί αργά ή γρήγορα, γιατί δεν προσπαθεί να καταπιαστεί με αλήθειες ανεξάρτητες από τον τόπο και το χρόνο.
*: "Λένε πως μια χορέυτρια από τη Σάντιζαρ κοιμήθηκε υπερβολικά κοντά στα προανθρώπινα ερείπια στο Λόφο του Ντάγκοθ και ξύπνησε στην αγκαλιά ενός μαύρου δαίμονα· πως απ’ αυτή την ανόσια ένωση γεννήθηκε το καταραμένο υβρίδιο που οι άνθρωποι αποκαλούν Τσόθα-λάντι-"
- Robert E. Howard, Η Άλικη Ακρόπολη, 1933
**: Εξαίρεση αποτελεί εν μέρει το ατυχές διήγημα «Ο φοίνικας στο σπαθί», που είναι μια πρόχειρη διόρθωση/συμπλήρωση του εξαιρετικού «Με τούτο το τσεκούρι κυβερνώ» στο οποίο πρωταγωνιστούσε άλλος ήρωας του Howard (ο Κουλ), οπότε δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μέτρο για τις ιστορίες του Κόναν.
- Robert E. Howard, Πέρα από το Μαύρο Ποταμό, 1935
Η Υβοριανή Εποχή είναι γεμάτη μοχθηρές θρησκείες που απαιτούν φριχτές υπηρεσίες από τους πιστούς τους, όπως ανθρωποθυσίες. Ακόμα χειρότερα, υπάρχουν ένα σωρό ενσαρκωμένοι δαίμονες οι οποίοι δεν περιμένουν υπομονετικά να βρεθεί σάρκα στο βωμό τους: την αρπάζουν μόνοι τους και την καταβροχθίζουν – ή της κάνουν ό,τι άλλο τραβάει η ψυχή τους (θυμηθείτε τον Tsotha-lanti*). Αλλά όντας υλικοί, καταλήγουν κι αυτοί να πέσουν από το σπαθί του Κόναν, όπως κάθε άλλος αντίπαλος. Δε μιλάω για τέρατα που αδαείς άγριοι λατρεύουν ως θεούς, μιλάω για όντα που παρουσιάζονται αντικειμενικά στις ιστορίες ως υπερφυσικής/εξωκοσμικής φύσης.
Οι θεοί της Υβοριανής Εποχής, από την άλλη, αν και η λατρεία τους είναι πολύ πιο διαδεδομένη από εκείνη των δαιμόνων και η ύπαρξή τους αποδεδειγμένη, έχουν μια μάλλον μπλαζέ προσέγγιση. Δεν απαιτούν εντυπωσιακά καλές πράξεις από τους πιστούς τους. Δεν επεμβαίνουν για να εμποδίσουν τα έργα των εξαιρετικά δραστήριων δαιμόνων**. Και σε καμία περίπτωση δεν εμφανίζονται οι ίδιοι. Ο Κόναν αντιμετωπίζει δαίμονες τουλάχιστον στο ένα τρίτο των ιστοριών στις οποίες πρωταγωνιστεί. Αγγέλους και άβαταρ δε συναντά πουθενά.
Θα μπορούσε κανείς να αποδώσει το φαινόμενο στις απόψεις του Howard, σύμφωνα με τις οποίες το Σύμπαν είναι εχθρικό προς τον άνθρωπο, ένα ατίθασο πράγμα που καταστρέφει τους αδύναμους και δαμάζεται από τους ισχυρούς. Εξωτερική βοήθεια δεν είναι ούτε διαθέσιμη, ούτε επιθυμητή από τον αληθινό ήρωα, ο οποίος εμπιστεύεται μόνο το ατσάλι στο χέρι του.
Βέβαια, μια πιο πρακτική θεώρηση λέει πως το όλο θέμα ήταν πρακτική λογοτεχνική επιλογή. Τι ενδιαφέρον θα παρουσίαζαν οι περιπέτειες ενός ανθρώπου τον οποίο από τις δυσκολίες θα έβγαζε πάντα ένας (από μηχανής) θεός; Αν οι υπερφυσικές δυνάμεις ξεκαθάριζαν μεταξύ τους τούς λογαριασμούς τους, ποιος ο λόγος να εμπλακούν θνητοί; Κι αν δεν εμπλέκονταν θνητοί, υπήρχε κανένας λόγος να αναφέρονται όλα αυτά στα κείμενα; Είναι πιο ουσιώδες κομμάτι της καθημερινότητας από το πώς ένα λιοντάρι κυνηγάει μια γαζέλα; Εν ολίγοις, δαίμονες υπήρχαν για να έχει ενδιαφέροντες αντιπάλους ο Κόναν και οι θεοί έμεναν αμέτοχοι για να έχει όλα τα βλέμματα στραμμένα πάνω του και μόνο.
Στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, από την άλλη, απουσιάζει κάθε αναφορά σε ναό και ιερατείο, του Καλού ή του Κακού. Όχι βέβαια γιατί ο Καθηγητής ήταν εχθρός της οργανωμένης θρησκείας – κάθε άλλο. Και δεν είναι θέμα έλλειψης θεών στη Μέση Γη. Η εξαντλητική λεπτομέρεια με την οποία περιγράφει τη θεογονία του στο Σιλμαρίλλιον αποδεικνύει πως δε θεωρούσε σε καμία περίπτωση τον κόσμο που έπλαθε πλήρη, χωρίς αυτήν. Και η θεία παρέμβαση είναι ζωτικό μέρος του Άρχοντα. Ο πανταχού παρών χαρακτήρας, εκείνος που γνωρίζει τα πάντα για τα γεγονότα (έστω κι αν είναι εξοργιστικά φειδωλός με τις πληροφορίες), που ρυθμίζει τις εξελίξεις, που διαθέτει όλων των ειδών τις ευκολίες για να είναι δημοφιλής και να προωθεί την πλοκή (τον θαυμάζουν οι πάντες, κάνει μάγια, δέρνει, πετάει σοφίες, έχει πάντα δίκιο), τι είναι τελικά; Ένας από τους (αρχ)αγγέλους που κυκλοφορούν στον πλανήτη.
Έχει ειπωθεί από μελετητές του έργου του Tolkien πως, λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, δεν ένιωθε άνετα να περιγράψει μια τεχνητή θρησκεία με τον ίδιο τρόπο που περιέγραφε τεχνητές γλώσσες, τεχνητή χλωρίδα και πανίδα, τεχνητούς πολιτισμούς. Άλλοι έχουν πει πως σύμφωνα με την Καθολική πίστη του Καθηγητή, η επιλογή στη ήταν θέμα του ανθρώπου, εξαρτώμενη από την ισχύ της θέλησής του, αλλά το κρινόμενο ζήτημα ήταν απλά αν το δημιούργημα θα δεχθεί το χέρι που του τείνει ο δημιουργός του, δίχως το οποίο δεν υπάρχει σωτηρία.
Εγώ και πάλι θα δώσω μια πιο πρακτική ερμηνεία. Εφόσον υπάρχει μόνο ένας θεός στη Μέση Γη, θα υπήρχε μόνο μία θρησκεία. Και με τα τσιράκια του εν λόγω Υπέρτατου Όντος να σουλατσάρουν εδώ κι εκεί, δεν θα υπήρχαν Σχίσματα και αιρέσεις και διαφορετικά δόγματα, όλοι θα πίστευαν τα ίδια ακριβώς πράγματα (τα σωστά). Αυτό όμως θα στερούσε τον Καθηγητή από δυο συμβάσεις δίχως τις οποίες ο Άρχοντας των δαχτυλιδιών θα ήταν τριάντα σελίδες το πολύ:
α) Οι ναοί είναι εκ φύσεως αρχεία. Διατηρούν και διαδίδουν τη μνήμη του δόγματός τους, και μαζί της ένα σωρό άλλες πληροφορίες που σε κάποιον φάνηκαν σχετικές. Οπότε, θα μπορούσε η Συντροφιά να χτυπήσει την πόρτα της πιο κοντινής εκκλησίας και να μάθει σχεδόν τα πάντα (και μαζί της ο αναγνώστης), αντί να περιμένει πότε ο Γκάνταλφ θα δώσει λίγες ακόμη πληροφορίες με το σταγονόμετρο.
β) Το ιερατείο θα αποτελούσε ενοποιό δύναμη και θα δρομολογούσε τη συνεργασία των διαφόρων φυλών ενάντια στον Σάουρον, η οποία όπως έχουν τώρα τα πράγματα τρώει το μισό βιβλίο για να επιτευχθεί.
Στο σύγχρονο φάνταζυ αντίθετα, πολλά έργα ακολουθούν τις τρέχουσες ιδέες και τοποθετούν τον κλήρο του φανταστικού τους κόσμου σε ρόλο συντηρητικού/οπισθοδρομικού παράγοντα του οποίου οι αντιρρήσεις πρέπει να καμφθούν (συνηθέστερα, η επιρροή του στο λαό/στους κυβερνώντες πρέπει να εκμηδενιστεί) για να δράσουν αποτελεσματικά οι δυνάμεις του Καλού. Οι παραπάνω προσεγγίσεις είναι το ίδιο θεμιτές όπως κι οι αντίθετες. Αλλά συνδυάζονται με έναν ευρύτατο σκεπτικισμό στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και/ή στο σύνολο των θετικά σκιαγραφούμενων χαρακτήρων του βιβλίου. Η πίστη παρουσιάζεται ως ελάττωμα λιγοστών θρησκόληπτων που κάνουν τη ζωή δύσκολη για όλους. Κι αυτό θεμιτό είναι, αλλά τα δυο στοιχεία μαζί χωλαίνουν σημαντικά από συγγραφικής άποψης.
Από τη μια, η πλοκή αναγκάζεται να μπει στο καλούπι της ιδεολογίας του συγγραφέα και όχι το αντίστροφο. Κι η λογική των Howard-Tolkien έμπαζε, αλλά το αναγνωστικό κοινό δεν έδωσε σημασία γιατί η στρέβλωση έγινε υπέρ του κειμένου. Αν η στρέβλωση γίνεται υπέρ της στράτευσης, ποιο το όφελος; Αν είναι οι παπάδες να χρησιμοποιηθούν ψυχαναγκαστικά σαν παράπλευρο εμπόδιο που γεμίζει αδιάφορες σελίδες, γιατί να μην παραλειφθούν εντελώς, να μην πάρει τη θέση τους το κενό, να μην εξερευνηθεί η σχετικά αγνοημένη προοπτική ενός κόσμου που δεν έχει γνωρίσει καθόλου την ιδέα της θρησκείας; Γιατί να θεωρούνται ορισμένες δομές του γήινου παρελθόντος σταθερά κάθε κόσμου, ακόμη κι εκείνες (όπως η φεουδαρχία) που δεν ήταν καν παγκόσμιες; Που δεν ήταν καν σταθερές της καθημερινότητας των προγόνων του συγγραφέα, όταν αυτός είναι Έλληνας;
Από την άλλη, αν η θρησκεία δεν είναι η συνεκτική δύναμη ενός φανταστικού λαού σε ψευδομεσαιωνικό κόσμο, τι παίρνει τι θέση της; Για μερικούς συγγραφείς, η λύση είναι η εθνική συνείδηση. Μα αυτή αποτελεί εφεύρεση του νεότερου κόσμου, σε μεγάλο βαθμό επακόλουθο της τυπογραφίας που δημιούργησε την ενημέρωση και την προπαγάνδα. Αν δεν υπάρχει διάδοση των νέων σε μεγάλη κλίμακα (και με κατευθυνόμενη χροιά), πώς θα νοιαστεί ο αγρότης της ενδοχώρας για τις πειρατικές επιδρομές στα παράλια; Είναι πρόβλημα άλλου, όχι δεινό των συμπατριωτών του. Πάντα με παραξένευε η συμπεριφορά φανταστικών χωρικών που με προθυμία πετούσαν τα τσαπιά για να τρέξουν να πολεμήσουν τους εισβολείς στην άλλη άκρη της χώρας.
Η πραγματική Ιστορία μιλάει για ανθρώπους που γκρίνιαζαν ακόμη και για έκτακτους φόρους λόγω πολέμου, όχι να γίνει ολόκληρη επιστράτευση που θα τους ξεβόλευε. Δεν αρκεί ένα καλό οδικό δίκτυο και η προφορική διάδοση των νέων για να νιώσουν γείτονες μεταξύ τους οι κάτοικοι δυο διαφορετικών πόλεων. Χρειάζεται ένας καλός μηχανισμός διοχέτευσης πληροφοριών. Κι αν δεν έχει εφευρεθεί ακόμη η τυπογραφία ή κάποιο μαγικό υποκατάστατό της, το μόνο που μένει είναι ένα οργανωμένο ιερατείο με κοινό, αποκρυσταλλωμένο δόγμα. Αλλιώς ξεχνάμε την κοινωνική συνοχή σε μεγάλη κλίμακα και πάμε πίσω στις εποχές της πόλης-κράτους, εκεί που οι σχέσεις μέσα στην πόλη είναι στενές κι η αλληλεγγύη σε εθνικό επίπεδο χαλαρή (που είναι επίσης θεμιτό και σχετικά ανέγγιχτο στο φάνταζυ).
Μια άλλη εναλλακτική πηγή κοινωνικής συνοχής που ευτυχώς δεν έχει κυριαρχήσει ακόμη στο κακογραμμένο φάνταζυ, είναι η πολιτική ιδεολογία. Απαιτεί κι αυτή τυπογραφία, αλλά και γρήγορες μεθόδους επικοινωνίας (αλλιώς πώς θα συντονίζεται η δράση των ομοϊδεατών σε πολλά σημεία της χώρας;) Απαιτείται ακόμη μια στοιχειώδης ελευθερία του λόγου (το πολύ να σε κυνηγάνε γι’ αυτά που λες κι όχι επειδή μιλάς χωρίς να διαθέτεις αξίωμα). Αλλά κι όλα αυτά να τα υποθέσουμε, η πολιτική είναι περισσότερο διασπαστική παρά συνεκτική. Δεν έχει νόημα δίχως κάποιον αντίπαλο εντός της ίδιας κοινωνίας (αν μιλάμε για κράτη με ένα μόνο κόμμα-ιδεολογία, δεν έχει κοινωνιολογική διαφορά από κράτη με μια μόνο θρησκεία). Υπονοείται από την ύπαρξη πολιτικής, τέλος, ένα καλό βιοτικό επίπεδο που επιτρέπει στον πολίτη να νιώσει ασφαλής, ικανός να κάνει μια επιλογή για τον εαυτό του. Δηλαδή, ικανός να σταθεί χωρίς τους άλλους να τον στηρίζουν.
Αλλοτριωμένος.
Κι αν η πολιτική απουσιάζει από το φάνταζυ, παρ’ όλ’ αυτά τα επακόλουθά της επικρατούν σε πολλά βιβλία. Ο λαός συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα, όπως βολεύει το συγγραφέα και την πλοκή, όχι όπως θα ήταν λογικό. Γενικά ατομιστής και με άποψη για τα πάντα. Γνήσιο τέκνο του εικοστού πρώτου αιώνα κι όχι του κόσμου στον οποίο κατοικεί. Κι από την άλλη, έτοιμος να βγει στο δρόμο μαζί με τον όχλο, χωρίς προοικονομία και σοβαρό λόγο, μόνο με θυμόσοφες αναλύσεις του «έτσι είναι ο τάδε λαός, έρμαιο του τάδε πράγματος». Αλλά τι τον ενώνει με τους υπόλοιπους ροπαλοφόρους, τι τον φέρνει στο πλευρό τους; Η θρησκεία στην οποία δεν πιστεύει; Η πολιτική που δεν έχει εφευρεθεί ακόμη στον κόσμο του; Η εθνική του συνείδηση που έχει διαμορφωθεί και συντηρείται ανεξήγητα; Ποια είναι η κινητήρια δύναμη της κοινωνίας στην οποία ζει; Η δύναμη που την κρατά ενωμένη;
Για να το πω όσο πιο απλά γίνεται, ένας πρόγονός σας θα αυτοπροσδιοριζόταν (ανάλογα με την εποχή που γεννήθηκε) ως π.χ. Αθηναίος ή Χριστιανός/Ρωμιός ή Έλληνας ή Δημοκράτης. Μόνο ο τελευταίος κι εσείς σήμερα έχετε την πολυτέλεια να δηλώσετε «ιδιώτες». Γιατί οι υπηρεσίες του στρατού, της πυροσβεστικής, των τραπεζών, σας επιτρέπουν να επιβιώσετε χωρίς να ενταχθείτε κάπου. Οι χαρακτήρες ενός φανταστικού προβιομηχανικού κόσμου δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα.
Νομίζω εξήγησα πως οι δυο πατέρες του φάνταζυ προσπάθησαν να γράψουν κάτι που να είναι καλό γενικώς. Κι έδωσα παραδείγματα για το πώς μπορεί να βρεθεί μια ενδιαφέρουσα πλοκή φάνταζυ με τη θρησκεία ή με την έλλειψή της (χωρίς ν’ αγγίξω καν το γόνιμο ζήτημα των πραγματικά υπαρκτών θεών και των πιθανών παρεμβάσεών τους). Μπορεί, βέβαια, κάποιος να με αγνοήσει, να κουτσουρέψει τη θρησκεία χωρίς να αντικαταστήσει την κοινωνική της υπόσταση με κάτι άλλο και να επιμείνει να γράφει για ξεροκέφαλα ιερατεία, που η στενομυαλιά τους δεν προσθέτει πιο πολλή ουσία στην πλοκή απ’ ότι θα είχε μια απεργία των ταξιτζήδων. Αλλά ας έχει υπόψη πως γράφει για το Σήμερα, κάτι που ίσως Αύριο να είναι το ίδιο ξεπερασμένο όπως έχει καταντήσει τώρα η μεσαιωνική προσέγγιση για τη θρησκεία. Πως γράφει δηλαδή, ένα αλληγορικό σχόλιο για το σύγχρονο κόσμο, έστω κι αν το ντύνει με δράκους. Ένα κείμενο που του αξίζει να ξεχαστεί αργά ή γρήγορα, γιατί δεν προσπαθεί να καταπιαστεί με αλήθειες ανεξάρτητες από τον τόπο και το χρόνο.
*: "Λένε πως μια χορέυτρια από τη Σάντιζαρ κοιμήθηκε υπερβολικά κοντά στα προανθρώπινα ερείπια στο Λόφο του Ντάγκοθ και ξύπνησε στην αγκαλιά ενός μαύρου δαίμονα· πως απ’ αυτή την ανόσια ένωση γεννήθηκε το καταραμένο υβρίδιο που οι άνθρωποι αποκαλούν Τσόθα-λάντι-"
- Robert E. Howard, Η Άλικη Ακρόπολη, 1933
**: Εξαίρεση αποτελεί εν μέρει το ατυχές διήγημα «Ο φοίνικας στο σπαθί», που είναι μια πρόχειρη διόρθωση/συμπλήρωση του εξαιρετικού «Με τούτο το τσεκούρι κυβερνώ» στο οποίο πρωταγωνιστούσε άλλος ήρωας του Howard (ο Κουλ), οπότε δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μέτρο για τις ιστορίες του Κόναν.
Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010
Στιγμή 7
Σήμερα βλέπουμε τον τελευταίο από τους «ήρωες της δεύτερης γραμμής», ένα από τους ανώτερους κρατικούς λειτουργούς. Καθώς πλησιάζει σιγά-σιγά η ημερομηνία της έκδοσης, οι Στιγμές θα επικεντρώσουν στο αντίπαλο δέος, τους «κακούς». (Αν έχουμε καινούριους αναγνώστες που δεν γνωρίζουν τι είναι οι στιγμές, ας ρίξουν μια ματιά εδώ)
Πολυκράτης
Στηρίχτηκε στον παραστάτη πριν χτυπήσει το ρόπτρο. Ένιωθε αδύναμος. Η αυστηρή νηστεία που είχε επιβάλει στον εαυτό του για πάνω από δέκα ημέρες αποδείχτηκε κακή ιδέα. Δεν έμοιαζε λιγότερο υπέρβαρος το πρωί στον καθρέπτη, έμοιαζε ταλαιπωρημένος, σαν να ανάρρωνε από μακρά ασθένεια. Το ανοιχτόχρωμο δέρμα του και τα αχυρένια μαλλιά του δε βοηθούσαν. Έπρεπε να το είχε απλά αποδεχτεί· είχε κληρονομήσει την ευφυΐα και τη μεθοδικότητα που χαρακτήριζε τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του. Και μαζί της είχε κληρονομήσει αποστροφή για τη σωματική άσκηση, συνδυασμένη με λαιμαργία. Έτσι όπως τα είχε καταφέρει, η σκέψη του φαγητού είχε γιγαντωθεί μέσα του, σχεδόν καλύπτοντας ακόμη και την εικόνα εκείνης.
Η εξώθυρα άνοιξε απότομα και τον έπιασε απροετοίμαστο, κάνοντας έναν χείμαρρο παγωμένου ιδρώτα να τρέξει στον αυχένα και την πλάτη του. Μόρφασε νευρικά, άνοιξε το στόμα του και δε βγήκε φωνή. Θύμωσε. Είχε καταστρώσει τέλειο σχέδιο, είχε πάει με συνταγή στα χέρια. Γιατί να γεννηθεί τόσο αγχωτικός; Καθάρισε το λαιμό του, κορδώθηκε για να τονίσει το αξιόλογο ύψος του και δρασκέλισε το κατώφλι με ύφος κατακτητή. Ο αποσβολωμένος υπηρέτης μόλις που πρόλαβε να παραμερίσει. Την επόμενη στιγμή ο Πολυκράτης δήλωσε το όνομά του και την καταγωγή του και παρέδωσε το δώρο που είχε φέρει για την οικοδέσποινα.
Ήταν πολύ προσεκτικά διαλεγμένο. Είχε δωροδοκήσει ένα σωρό εμπόρους για να μάθει τι της άρεσε. Ως και το μεταξωτό του περιτύλιγμα δεν ήταν ένα τυχαίο κομμάτι πανάκριβου πανιού. Είχε την ίδια ακριβώς απόχρωση με τα πράσινα μάτια της. Αυτό ήταν από τα πιο δύσκολα κομμάτια του σχεδίου. Χρειάστηκε οι υπηρέτριες των γονιών του να ανακρίνουν διακριτικά τις υπηρέτριες του δικού της σπιτικού και τελικά ο ίδιος να καταλήξει στο ποια μαρτυρία ήταν η πιο αξιόπιστη.
Ξεφύσησε ενοχλημένος στην ανάμνηση του κόπου του και άφησε να τον οδηγήσουν στον εσωτερικό κήπο, εκεί που βρίσκονταν ήδη οι υπόλοιποι υποψήφιοι μνηστήρες. Το περίμενε πως θα είχε να κάνει με τους πιο εμφανίσιμους, τους πιο πλούσιους και τους πιο έξυπνους νέους της Νεάπολης. Μόνο οι άριστοι από τους ανύπαντρους βρίσκονταν εκεί – γι’ αυτό ακριβώς τον κοίταξαν με μισό μάτι. Έγλειψε τα ξεραμένα χείλη του, έτοιμος να το βάλει στα πόδια. Αν δε φοβόταν τόσο τις επιπλήξεις των γονιών του που τον είχαν αναγκάσει να συμμετάσχει κι εκείνος στη διαδικασία, θα έβαζε την ουρά στα σκέλια και θα αποχωρούσε. Να είναι πολύ λίγος για τη γυναίκα που είχε ερωτευτεί, το άντεχε. Να τον σφυροκοπούν κάθε μέρα πως δεν είναι λίγος, δεν το άντεχε.
Άρχισε να χαιρετά όσους γνώριζε καλά ή έστω εξ όψεως. Άλλοι χαμογέλασαν, άλλοι δεν έκρυψαν τη δυσφορία για την επαφή με τις ιδρωμένες του παλάμες. Δεν τον απασχόλησε. Χρησιμοποιούσε διακριτικά τον όγκο του για να φτάσει στο σημείο που έπρεπε. Ο αρχιτέκτονας που είχε χτίσει την έπαυλη ορκιζόταν ότι το πιο βολικό σημείο για να παρακολουθήσει εκείνη τον κήπο κρυμμένη στα διαμερίσματά της, ήταν ακριβώς πάνω από το σιντριβάνι. Ότι λεγόταν εκεί, θα έφτανε στα αυτιά της πεντακάθαρα, ενώ τον ομιλητή θα τον μισόκρυβε – κολακευτικά, στην περίπτωση του Πολυκράτη – το περβάζι.
Όταν στάθηκε ακριβώς εκεί που ήθελε, έφερε για μια τελευταία φορά στ’ αυτιά του τις φράσεις που είχε ετοιμάσει για να την εντυπωσιάσει. Είχε βασιστεί στα όσα η ίδια συζητούσε στον γυναικωνίτη της μητρόπολης με τις φίλες της για τον ιδανικό σύζυγο. Αυτά είχαν κοστίσει πιο πολύ για να μαθευτούν κρυφά, αλλά ήταν και τα πιο εύκολα προσβάσιμα – μυστικά μεταξύ γυναικών.
Δεν πρόλαβε να βρει ή να δημιουργήσει αφορμή για να πει κάτι.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, εμφανίστηκε μια υπηρέτρια που μοίραζε γλυκίσματα από ένα καλάθι και ζητούσε συγνώμη για την αναμονή. Το στομάχι του Πολυκράτη διαμαρτυρήθηκε έντονα. Αυτός κοκκίνισε ντροπιασμένος, αν και κανείς δεν του έδωσε σημασία. Δεν άπλωσε το χέρι του να τιμήσει το κέρασμα. Όταν η υπηρέτρια επέστρεψε στο μαγειρείο και οι άλλοι μνηστήρες ξανάρχισαν τις συζητήσεις, την πρώτη φορά που το γαλανό βλέμμα του διασταυρώθηκε μ’ εκείνο κάποιου άλλου, ντράπηκε που ήταν αναψοκοκκινισμένος και κοκκίνισε ακόμη περισσότερο. Ένιωσε να πνίγεται, να τον στενεύει ο χιτώνας του στο λαιμό. Τα φρύδια του έσταζαν ιδρώτα.
«Όλοι συμφωνούμε πως είναι η ομορφότερη κόρη στη Βασιλεία Αιγλωέων», είπε ένας εντυπωσιακός μελαχροινός χιλίαρχος που είχε έλθει με την επίσημη στολή του.
«Η ομορφότερη των τελευταίων εκατό χρόνων λέει ο παππούς μου», υπερθεμάτισε ένας από τους Καλόθετους, φορτωμένος στο χρυσάφι.
«Ναι, μη με διακόπτεις», τον αποπήρε ο στρατιωτικός. «Αλλά πού ακούστηκε μια γυναίκα να καλεί μνηστήρες για να επιλέξει το σύζυγό της; Ο αυτοκράτορας, ναι, πολλές φορές έχει γίνει. Σπουδαίοι άρχοντες; Ναι. Αλλά μια γυναίκα;»
«Μα η Όμορφη Σελάη!» αναφώνησε αυθόρμητα ο Πολυκράτης. «Που οι Παλιοί Αιγλωείς κίνησαν όλα τα πλοία τους για χάρη της κι έκαψαν το πλούσιο Άρκειο! Δε μάθατε κι εσείς ανάγνωση από την Αρκειάδα; Δε θυμάστε στην πρώτη ραψωδία το δείπνο των βασιλέων που είχαν όλοι αποδεχθεί την πρόσκλησή της για να επιλέξει σύντροφο ανάμεσά τους;»
Όλοι στον κήπο είχαν σταματήσει να μιλούν κι είχαν στραφεί προς το μέρος του. Άλλοι ενοχλημένοι, άλλοι δύσπιστοι, άλλοι πρόθυμοι να ακούσουν περισσότερα, ελάχιστοι πεπεισμένοι πως άκουσαν κάτι σημαντικό και ουσιώδες. Ο Πολυκράτης σφίχτηκε. Δεν πίστευε πως μπορούσε να γίνει ακόμη πιο κόκκινος απ’ ότι ήδη ήταν, αλλά τα κατάφερε.
Και τώρα τι; Πίστευε πως η πρόθεσή της δεν ήταν να θέσει τον εαυτό της στο ίδιο επίπεδο με την ομορφότερη γυναίκα όλων των εποχών. Δεν ήταν εγωισμός το κίνητρό της, αλλά μια απόπειρα να αναβιώσει κάτι που θεωρούσε όμορφο, να προτρέψει τους άλλους να φερθούν ξεχωριστά για μια μέρα, όχι ειδικά σ’ εκείνη.
Να το πει αυτό; Ή να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να στρέψει τη συζήτηση εκεί που ήθελε, να προβάλει τον εαυτό του; Σίγουρα είχε κεντρίσει την περιέργειά τη ήδη, ώστε να θέλει να μάθει περισσότερα γι’ αυτόν. Κι οι άλλοι δε θα έμεναν άφωνοι για πολύ ακόμη, ό,τι και να τους έλεγε. Ακόμα χειρότερα, αν δεν έλεγε κάτι αμέσως.
Είχε μόνο μια στιγμή στη διάθεσή του για να αποφασίσει.
Πολυκράτης
Στηρίχτηκε στον παραστάτη πριν χτυπήσει το ρόπτρο. Ένιωθε αδύναμος. Η αυστηρή νηστεία που είχε επιβάλει στον εαυτό του για πάνω από δέκα ημέρες αποδείχτηκε κακή ιδέα. Δεν έμοιαζε λιγότερο υπέρβαρος το πρωί στον καθρέπτη, έμοιαζε ταλαιπωρημένος, σαν να ανάρρωνε από μακρά ασθένεια. Το ανοιχτόχρωμο δέρμα του και τα αχυρένια μαλλιά του δε βοηθούσαν. Έπρεπε να το είχε απλά αποδεχτεί· είχε κληρονομήσει την ευφυΐα και τη μεθοδικότητα που χαρακτήριζε τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του. Και μαζί της είχε κληρονομήσει αποστροφή για τη σωματική άσκηση, συνδυασμένη με λαιμαργία. Έτσι όπως τα είχε καταφέρει, η σκέψη του φαγητού είχε γιγαντωθεί μέσα του, σχεδόν καλύπτοντας ακόμη και την εικόνα εκείνης.
Η εξώθυρα άνοιξε απότομα και τον έπιασε απροετοίμαστο, κάνοντας έναν χείμαρρο παγωμένου ιδρώτα να τρέξει στον αυχένα και την πλάτη του. Μόρφασε νευρικά, άνοιξε το στόμα του και δε βγήκε φωνή. Θύμωσε. Είχε καταστρώσει τέλειο σχέδιο, είχε πάει με συνταγή στα χέρια. Γιατί να γεννηθεί τόσο αγχωτικός; Καθάρισε το λαιμό του, κορδώθηκε για να τονίσει το αξιόλογο ύψος του και δρασκέλισε το κατώφλι με ύφος κατακτητή. Ο αποσβολωμένος υπηρέτης μόλις που πρόλαβε να παραμερίσει. Την επόμενη στιγμή ο Πολυκράτης δήλωσε το όνομά του και την καταγωγή του και παρέδωσε το δώρο που είχε φέρει για την οικοδέσποινα.
Ήταν πολύ προσεκτικά διαλεγμένο. Είχε δωροδοκήσει ένα σωρό εμπόρους για να μάθει τι της άρεσε. Ως και το μεταξωτό του περιτύλιγμα δεν ήταν ένα τυχαίο κομμάτι πανάκριβου πανιού. Είχε την ίδια ακριβώς απόχρωση με τα πράσινα μάτια της. Αυτό ήταν από τα πιο δύσκολα κομμάτια του σχεδίου. Χρειάστηκε οι υπηρέτριες των γονιών του να ανακρίνουν διακριτικά τις υπηρέτριες του δικού της σπιτικού και τελικά ο ίδιος να καταλήξει στο ποια μαρτυρία ήταν η πιο αξιόπιστη.
Ξεφύσησε ενοχλημένος στην ανάμνηση του κόπου του και άφησε να τον οδηγήσουν στον εσωτερικό κήπο, εκεί που βρίσκονταν ήδη οι υπόλοιποι υποψήφιοι μνηστήρες. Το περίμενε πως θα είχε να κάνει με τους πιο εμφανίσιμους, τους πιο πλούσιους και τους πιο έξυπνους νέους της Νεάπολης. Μόνο οι άριστοι από τους ανύπαντρους βρίσκονταν εκεί – γι’ αυτό ακριβώς τον κοίταξαν με μισό μάτι. Έγλειψε τα ξεραμένα χείλη του, έτοιμος να το βάλει στα πόδια. Αν δε φοβόταν τόσο τις επιπλήξεις των γονιών του που τον είχαν αναγκάσει να συμμετάσχει κι εκείνος στη διαδικασία, θα έβαζε την ουρά στα σκέλια και θα αποχωρούσε. Να είναι πολύ λίγος για τη γυναίκα που είχε ερωτευτεί, το άντεχε. Να τον σφυροκοπούν κάθε μέρα πως δεν είναι λίγος, δεν το άντεχε.
Άρχισε να χαιρετά όσους γνώριζε καλά ή έστω εξ όψεως. Άλλοι χαμογέλασαν, άλλοι δεν έκρυψαν τη δυσφορία για την επαφή με τις ιδρωμένες του παλάμες. Δεν τον απασχόλησε. Χρησιμοποιούσε διακριτικά τον όγκο του για να φτάσει στο σημείο που έπρεπε. Ο αρχιτέκτονας που είχε χτίσει την έπαυλη ορκιζόταν ότι το πιο βολικό σημείο για να παρακολουθήσει εκείνη τον κήπο κρυμμένη στα διαμερίσματά της, ήταν ακριβώς πάνω από το σιντριβάνι. Ότι λεγόταν εκεί, θα έφτανε στα αυτιά της πεντακάθαρα, ενώ τον ομιλητή θα τον μισόκρυβε – κολακευτικά, στην περίπτωση του Πολυκράτη – το περβάζι.
Όταν στάθηκε ακριβώς εκεί που ήθελε, έφερε για μια τελευταία φορά στ’ αυτιά του τις φράσεις που είχε ετοιμάσει για να την εντυπωσιάσει. Είχε βασιστεί στα όσα η ίδια συζητούσε στον γυναικωνίτη της μητρόπολης με τις φίλες της για τον ιδανικό σύζυγο. Αυτά είχαν κοστίσει πιο πολύ για να μαθευτούν κρυφά, αλλά ήταν και τα πιο εύκολα προσβάσιμα – μυστικά μεταξύ γυναικών.
Δεν πρόλαβε να βρει ή να δημιουργήσει αφορμή για να πει κάτι.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, εμφανίστηκε μια υπηρέτρια που μοίραζε γλυκίσματα από ένα καλάθι και ζητούσε συγνώμη για την αναμονή. Το στομάχι του Πολυκράτη διαμαρτυρήθηκε έντονα. Αυτός κοκκίνισε ντροπιασμένος, αν και κανείς δεν του έδωσε σημασία. Δεν άπλωσε το χέρι του να τιμήσει το κέρασμα. Όταν η υπηρέτρια επέστρεψε στο μαγειρείο και οι άλλοι μνηστήρες ξανάρχισαν τις συζητήσεις, την πρώτη φορά που το γαλανό βλέμμα του διασταυρώθηκε μ’ εκείνο κάποιου άλλου, ντράπηκε που ήταν αναψοκοκκινισμένος και κοκκίνισε ακόμη περισσότερο. Ένιωσε να πνίγεται, να τον στενεύει ο χιτώνας του στο λαιμό. Τα φρύδια του έσταζαν ιδρώτα.
«Όλοι συμφωνούμε πως είναι η ομορφότερη κόρη στη Βασιλεία Αιγλωέων», είπε ένας εντυπωσιακός μελαχροινός χιλίαρχος που είχε έλθει με την επίσημη στολή του.
«Η ομορφότερη των τελευταίων εκατό χρόνων λέει ο παππούς μου», υπερθεμάτισε ένας από τους Καλόθετους, φορτωμένος στο χρυσάφι.
«Ναι, μη με διακόπτεις», τον αποπήρε ο στρατιωτικός. «Αλλά πού ακούστηκε μια γυναίκα να καλεί μνηστήρες για να επιλέξει το σύζυγό της; Ο αυτοκράτορας, ναι, πολλές φορές έχει γίνει. Σπουδαίοι άρχοντες; Ναι. Αλλά μια γυναίκα;»
«Μα η Όμορφη Σελάη!» αναφώνησε αυθόρμητα ο Πολυκράτης. «Που οι Παλιοί Αιγλωείς κίνησαν όλα τα πλοία τους για χάρη της κι έκαψαν το πλούσιο Άρκειο! Δε μάθατε κι εσείς ανάγνωση από την Αρκειάδα; Δε θυμάστε στην πρώτη ραψωδία το δείπνο των βασιλέων που είχαν όλοι αποδεχθεί την πρόσκλησή της για να επιλέξει σύντροφο ανάμεσά τους;»
Όλοι στον κήπο είχαν σταματήσει να μιλούν κι είχαν στραφεί προς το μέρος του. Άλλοι ενοχλημένοι, άλλοι δύσπιστοι, άλλοι πρόθυμοι να ακούσουν περισσότερα, ελάχιστοι πεπεισμένοι πως άκουσαν κάτι σημαντικό και ουσιώδες. Ο Πολυκράτης σφίχτηκε. Δεν πίστευε πως μπορούσε να γίνει ακόμη πιο κόκκινος απ’ ότι ήδη ήταν, αλλά τα κατάφερε.
Και τώρα τι; Πίστευε πως η πρόθεσή της δεν ήταν να θέσει τον εαυτό της στο ίδιο επίπεδο με την ομορφότερη γυναίκα όλων των εποχών. Δεν ήταν εγωισμός το κίνητρό της, αλλά μια απόπειρα να αναβιώσει κάτι που θεωρούσε όμορφο, να προτρέψει τους άλλους να φερθούν ξεχωριστά για μια μέρα, όχι ειδικά σ’ εκείνη.
Να το πει αυτό; Ή να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να στρέψει τη συζήτηση εκεί που ήθελε, να προβάλει τον εαυτό του; Σίγουρα είχε κεντρίσει την περιέργειά τη ήδη, ώστε να θέλει να μάθει περισσότερα γι’ αυτόν. Κι οι άλλοι δε θα έμεναν άφωνοι για πολύ ακόμη, ό,τι και να τους έλεγε. Ακόμα χειρότερα, αν δεν έλεγε κάτι αμέσως.
Είχε μόνο μια στιγμή στη διάθεσή του για να αποφασίσει.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)