Έγραψαν για το έργο μου λοιπόν...
Οι "Γιοι της Στάχτης" είναι η σειρά φανταστικής λογοτεχνίας (φάνταζυ συγκεκριμένα) πάνω στην οποία δουλεύω επί του παρόντος. Και τα τρία βιβλία της τριλογίας ("Κοράκι σε άλικο φόντο", "Βέλη και κρόκινες φλόγες" και "Δρυς με φύλλα σμαραγδιά) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις mamaya. (Για νέους επισκέπτες)
Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011
Κριτικές και συνεντεύξεις
Έγραψαν για το έργο μου λοιπόν...
Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011
Στιγμή 11
Κατά τα άλλα, δε θα πω ότι θα προσπαθήσω να έχω μια καινούρια ανάρτηση κάθε τόσο, γιατί το έχω ήδη πει και δεν έχω κατορθώσει να το τηρήσω. Θα πω μόνο πως θα κάνω ό,τι καλύτεορ μπορώ με το ιστολόγιο - και θα δούμε τι θα είναι αυτό.
Σάββατο 25 Ιουνίου 2011
Cover letter/Συνοδευτική επιστολή χειρογράφου
Τη δεύτερη φορά που υπέβαλα το «Κοράκι» σε εκδότη, στον Πατάκη δηλαδή που το έκανε δεκτό, είχα βάλει μια τέτοια επιστολή στο φάκελο μαζί με το χειρόγραφο. Κι αργότερα μου είπαν ότι η παρουσία της βοήθησε το βιβλίο, οπότε όσοι ενδιαφέρεστε να στείλετε βιβλίο σε εκδοτικό οίκο στον οποίο δε γνωρίζετε κανέναν, συνεχίστε να διαβάζετε την ανάρτηση.
Τα παρακάτω προτεινόμενα περιεχόμενα μιας συνοδευτικής επιστολής, δε μπορώ να τα τεκμηριώσω. Προέκυψαν από τη λογική, συμβουλές που διάβασα στο δίκτυο (για την αγγλόφωνο κόσμο του βιβλίου που είναι εντελώς διαφορετικός από το δικό μας), από άσχετες συζητήσεις με τους ανθρώπους των εκδόσεων Πατάκη (ούτε υπάρχει κάποιο στάνταρ, ούτε κανείς μου είπε «αυτό θέλουμε») και από την επιστολή που ο ίδιος έγραψα για το δικό μου βιβλίο. Δηλαδή, δεν αποτελούν ευαγγέλιο όσα θα πω· όποιος θέλει τα δέχεται. Όσα από αυτά θέλει, αν δεν του κάνουν όλα.
Σε τι μπορεί να βοηθήσει μια συνοδευτική επιστολή
Κάποτε είχα διαβάσει για το εξωτερικό ότι χειρόγραφα που δε συνοδεύονται από cover letter δε θα μπαίνουν καν στη διαδικασία επιλογής, αλλά θα πηγαίνουν στον κάλαθο των αχρήστων (ιδίως σε περιοδικά, αν και τα χειρόγραφα που δέχονται είναι πολύ μικρότερα από ένα βιβλίο). Τότε δεν υπήρχε το διαδίκτυο και το λεξικό δεν αρκούσε για να μάθω τι ήταν επιτέλους αυτό το cover letter. Τώρα που ξέρω, καταλαβαίνω και γιατί του δίνουν τόση σημασία.
Το πλήθος των χειρογράφων που δέχεται ένας εκδοτικός οίκος κάθε μήνα είναι πολύ μεγάλο, ενώ μπορεί να απασχολήσει περιορισμένο αριθμό επαγγελματιών αναγνωστών (ανθρώπων που πληρώνονται για να τα διαβάζουν και να κάνουν το πρώτο ξεσκαρτάρισμα). Πολλά από τα χειρόγραφα είναι απαράδεκτα και δε διαβάζονται, ενώ αρκετά ακόμη είναι μέτρια/αδιάφορα.
Οι επαγγελματίες αναγνώστες σέβονται τη δουλειά που χρειάστηκε για τις 100, 200 ή και 500 σελίδες ενός βιβλίου. Αλλά ποτέ δεν είναι η ανάγνωση αποκλειστική εργασία τους, ούτε και βγήκαν από τις θερμοκοιτίδες του Μάτριξ. Με λίγα λόγια, ο χρόνος τους δεν είναι άπειρος, ούτε αρέσουν στον καθένα όλα τα είδη λογοτεχνίας, ούτε γνωρίζει όλα τα είδη λογοτεχνίας.
Επίσης, δεν επιλέγουν αυτοί τη στρατηγική του οίκου για τον οποίο δουλεύουν. Αν εντοπίσουν ένα βιβλίο που το θεωρούν καλό και το προωθήσουν, δε σημαίνει πως θα γίνει αποδεκτό. Μπορεί π.χ. να είναι αστυνομικό κι ο οίκος να μη θέλει άλλα αστυνομικά τη δεδομένη στιγμή, είτε γιατί έχει ήδη επιλέξει αρκετά για τα επόμενα δυο χρόνια, είτε γιατί θεωρεί πως δεν είναι της μόδας της συγκεκριμένη περίοδο τα αστυνομικά (τα παραδείγματα είναι τυχαία).
Όλα αυτά, τις ικανότητες του κάθε επαγγελματία αναγνώστη και τον προγραμματισμό, τα ξέρει καλύτερα ο υπεύθυνος των χειρογράφων, γιατί αυτή είναι η δουλειά του. Μια συνοδευτική επιστολή θα τον βοηθήσει να επιλέξει σε ποιον από τους αναγνώστες που έχει στη διάθεσή του θα το αναθέσει και τι προτεραιότητα θα του δώσει. Σειρά προτεραιότητας δεν τηρείται αυστηρά, δηλαδή ένα χειρόγραφο που έφτασε πριν από ένα άλλο, δε θα αξιολογηθεί απαραίτητα και πρώτο. Κι αυτό γιατί η αγορά και η ζήτηση αλλάζει.
Για να συνοψίσω την ουσία: η συνοδευτική επιστολή μπορεί να βοηθήσει να ασχοληθεί με το χειρόγραφό σας ο άνθρωπος του οίκου που θα το εκτιμήσει περισσότερο, μπορεί να βοηθήσει να το δουν γρηγορότερα και μπορεί να βοηθήσει να το δουν μαζί με άλλα αντίστοιχα (από τα οποία ελπίζουμε πως θα είναι καλύτερο και δε θα του φάνε τη θέση στο πρόγραμμα του εκδοτικού οίκου μόνο και μόνο επειδή έτυχε να υποβληθούν νωρίτερα).
Κι αν έχει το αντίθετο αποτέλεσμα; Αν η επιστολή κάνει τον οίκο να καθυστερήσει ν’ ασχοληθεί με το χειρόγραφο ή να θεωρήσει πως δεν τον ενδιαφέρει καθόλου και να το απορρίψει; Η γνώμη μου είναι πως αυτές δεν είναι κυριολεκτικά κακές εξελίξεις. Αν η συνοδευτική επιστολή έχει γραφτεί σωστά και αντιπροσωπεύει το βιβλίο, τότε καλύτερα να το διαβάσουν σε μια περίοδο πιο ευνοϊκή για το ίδιο κι ας είναι αυτή δυο μήνες πιο πίσω. Και αν πραγματικά δεν τους ενδιαφέρει, τι είναι προτιμότερο; Να δοθεί άμεσα η αρνητική απάντηση, απελευθερώνοντας το συγγραφέα να το στείλει σε άλλους ή να απαντήσει σε προτάσεις που μπορεί να του έχουν γίνει στο μεταξύ; Ή να μείνει το χειρόγραφο σε κάποια στοίβα για τρεις-τέσσερις μήνες και μετά να δοθεί η αρνητική απάντηση μόλις διαβαστεί, πιθανώς ούτε καν ολόκληρο αφού θα καταλάβουν από τις πρώτες σελίδες πως δεν είναι αυτό που θέλουν;
Κι απ’ ότι έχω καταλάβει, ποτέ ένα χειρόγραφο δεν επιστρέφεται πραγματικά αδιάβαστο, τουλάχιστον από οίκους που αξίζουν τον κόπο να ασχοληθεί κανείς μαζί τους. Θα κάνουν τον κόπο να ρίξουν μια ματιά στη γραφή, γιατί ακόμη κι αν το βιβλίο αξίζει να το απορρίψουν, αυτό δε σημαίνει πως κι ο συγγραφέας αξίζει να τον απορρίψουν!
Τα περιεχόμενα μιας συνοδευτικής επιστολής
Όταν και να γράψετε μέσα στο cover letter σας, συνολικά δε θα πρέπει να είναι πάνω από τα τρία τέταρτα μιας σελίδας, με κενές γραμμές ανάμεσα στις παραγράφους. Αν έχετε γράψει ένα σωρό κείμενο, μια τιγκαρισμένη σελίδα και παραπάνω, γιατί να μη διαβάσουν απευθείας την πρώτη σελίδα του χειρογράφου αντί για την επιστολή; Κι αυτή θα τους πει πολλά κι ίσως πιο αντιπροσωπευτικά.
Κατά τα άλλα, προσπαθήστε να απαντήσετε τις παρακάτω ερωτήσεις, περίπου μ’ αυτή τη σειρά:
1. Γιατί στέλνετε το χειρόγραφό σας σ’ αυτόν τον οίκο; Δεν είναι πραγματικά απαραίτητη αυτή η πληροφορία, αλλά αν δε μπορείτε να δώσετε την απάντηση ούτε και στον εαυτό σας, τότε μάλλον δεν είναι σωστή κίνηση να το χειρόγραφο σας εκεί.
2. Τι είναι αυτό που στέλνετε, με μια φράση; Μυθιστόρημα, συλλογή διηγημάτων, νουβέλα; Σε ποιο είδος ανήκει; Αυτοτελές, πρώτο σε σειρά, αυτοτελές αλλά με περιθώριο για συνέχειες;
3. Σε τι κοινό απευθύνεται; Ηλικιακά και από άποψη προτιμήσεων.
4. Γιατί θα το ήθελε ο εκδοτικός οίκος; Ποιο είναι το δυνατό του σημείο; Τι το κάνει να ξεχωρίζει από μια άλλη παρόμοια υποβολή; Αν υπάρχει κάποιο σημείο που αποζημιώνει, π.χ. μια δυνατή ανατροπή στη μέση, μη διστάσετε να το πείτε για να διαβάσουν οπωσδήποτε (ως) εκεί πριν κρίνουν.
Για παράδειγμα, μια συνοδευτική επιστολή προς τις Βορειοδυτικές Εκδόσεις για κάποιο υποθετικό βιβλίο:
Τρίτη 24 Μαΐου 2011
Πώς φτιάχτηκε το εξώφυλλο
Τετάρτη 4 Μαΐου 2011
Παρουσίαση στη Θεσσαλονίκη!
Ορίστε και τα επίσημα από το πρόγραμμα εκδηλώσεων:
19:30-20:30
Κοράκι σε άλικο φόντο
(H φαντασία δεν είναι μόνο κέλτικη)
του ΕΛΕΥΘΈΡΙΟY ΚΕΡΑΜΊΔΑ
Οι συγγραφείς Φίλιππος Μανδηλαράς και Ελευθέριος Κεραμίδας συνομιλούν με εφήβους και ενήλικες για τη λογοτεχνία φαντασίας.
Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011
Τι είπα στην παρουσίαση

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι μιλάμε για δυο χώρες με κοινό υπόβαθρο: σεισμογενείς, μακρόστενες από βορρά προς νότο, έτσι που να παρουσιάζουν θαυμαστή βιοποικιλότητα, με έναν από τους ελάχιστους πολιτισμούς που συνδυάζουν τεράστια χρονική διάρκεια και ευρεία ακτινοβολία. Δηλαδή, οι δυο λαοί αναπτύχθηκαν σε συναφείς συνθήκες κι ίσως οι διαφορά στην ιδιοσυγκρασία τους να οφείλεται σε διαφορές επίσης θεμελιώδεις, όπως η κομβική θέση της Ελλάδας σε αντιδιαστολή με την απομόνωση της Ιαπωνίας. Μα αυτό είναι σαν τη φράση που αποδίδει ο Πλάτωνας στον Πρωταγόρα, πως ακόμα και το άσπρο με το μαύρο κάπου μοιάζουν.
Η αλήθεια είναι Ελλάδα και Ιαπωνία στις συγκεκριμένες εποχές ούτε είναι παρόμοιες, ούτε αντίθετες. Απλά παρουσιάζουν τόσο μεγάλη διαφορά που είναι πολύ δύσκολο να τις συγκρίνει κανείς.
Ας πούμε, στην Ιαπωνία έχουμε ένα είδος απολυταρχικής αριστοκρατίας το οποίο όμως αντισταθμίζεται από κοινωνικούς και ηθικούς περιορισμούς που είναι μεγαλύτεροι και αυστηρότεροι όσο υψηλότερα στην κοινωνική κλίμακα βρίσκεται κανείς, με το ασφυκτικό bushido των σαμουράι στην κορυφή. Μπορεί, δηλαδή, ένας άρχοντας να έχει εξουσία ζωής και θανάτου πάνω στους χωρικούς που καλλιεργούν τη γη του, μα δεν έχει την ελευθερία να εκφράζει τα συναισθήματά του δημόσια ή να κάνει κυριολεκτικά ό,τι θέλει, δίχως κάποιο πρόσχημα που να επικαλείται κάποιο δικαίωμά του για να παρέμβει σε μια κατάσταση. Ένα στραβοπάτημα μπορεί να επιφέρει το όνειδος που το συνοδεύει η πλήρης απαξίωση από τους άλλους άρχοντες, την οποία την ξεπλένει κάποιες φορές μόνο η αυτοκτονία.
Στις ελληνόφωνες περιοχές, η ιδέα των «ευγενών» δεν ευδοκίμησε ποτέ. Δεν υπήρξαν κόμητες και βαρώνοι και λόρδοι. Κληρονομεί κανείς την περιουσία των γονιών του, τη φήμη τους, αλλά δεν είναι προστατευμένα διά νόμου. Τα αξιώματα απονέμονται και δεν κληροδοτούνται. Η μόρφωση είναι διαχρονικά το ίδιο ισχυρός παράγοντας για να αποκτήσει κανείς αξιώματα, όσο ο πλούτος ή οι γνωριμίες. Αποτελεί ένδειξη πως κάποιος θα ανταπεξέλθει σε διαχειριστικές υποχρεώσεις και συνοδεύεται από κοινωνική καταξίωση.
Η καθημερινή ζωή στην Ιαπωνία του παρελθόντος χαρακτηριζόταν από θαυμαστές για την απλότητα και πρακτικότητά τους λεπτομέρειες. Συνδύαζε τη λιτότητα και την εκλέπτυνση, με τους τοίχους από ρυζόχαρτο, το λακαρισμένο ξύλο που δίνει ακόμη και πανοπλίες και φυσικά την περίφημη κατάνα. Και στον τομέα των χόμπι, γέννησε ορισμένα από τα πιο εντυπωσιακά, όπως η καλλιγραφία, το οριγκάμι και η ανθοδετική, όλα τους καθορισμένα από πλήθος κανόνων και θεωρούμενα άξια θαυμασμού.
Στην Ελλάδα, από την άλλη, η τεχνολογία έδωσε εντυπωσιακά αποτελέσματα, ακόμη και αιώνες μετά τη σύλληψη του αντίστοιχου επιστημονικού κανόνα, για παράδειγμα όταν το Βυζάντιο εφάρμοσε τις ιδέες των επιστημόνων της ελληνιστικής εποχής, στην αρχιτεκτονική, στις πολεμικές μηχανές ή και για καθαρά αισθητικά αποτελέσματα, όπως τα ατμοκίνητα αυτόματα του αυτοκρατορικού παλατιού. Η ύπαρξη ισχυρής κεντρικής εξουσίας επέτρεψε τη συντήρηση οδικού δικτύου, υδραγωγείων και άλλων έργων κοινής ωφέλειας, αλλά αυτό δεν είναι μοναδικό. Οι πρωτοφανείς ιδέες που εμείς έχουμε μάθει να τις θεωρούμε τέκνο των δυο τελευταίων αιώνων. Είναι οι θεσμοί διακυβέρνησης και διαχείρισης, όπως το τελωνείο και το οργανωμένο δικαστικό σύστημα. Και τα ιδρύματα, όπως το ορφανοτροφείο και η δωρεάν κλινική.
Θα μπορούσα να αντιπαραβάλω ένα σωρό πράγματα ακόμη, τις μουσικές των δυο λαών, το υγρό πυρ και τις συζύγους των σαμουράι που εκπαιδεύονταν σε όπλα φτιαγμένα ειδικά για γυναίκες, αλλά αυτό που θέλω να πω είναι πολύ απλό. Η μεσαιωνική Ελλάδα κι η φεουδαρχική Ιαπωνία έχουν στοιχεία που με τα σύγχρονα μέτρα είναι ενδιαφέροντα ή πρωτότυπα και μπορούμε να τα τοποθετήσουμε αυτούσια μέσα σε ένα λογοτέχνημα του φανταστικού.
Από την άλλη, αν πάμε στο φάνταζυ όπως το ξέρουμε, οι πραγματικοί πατέρες του είναι ο Τόλκιεν, ο Έντισον (αυτός με τον Ουροβόρο Όφι) και ο Βάγκνερ (αυτός με τις όπερες), δυτικοευρωπαίοι που θέλησαν να ξαναζωντανέψουν τις παραδόσεις των τόπων τους, κελτικές και γερμανικές (με την ευρεία έννοια), ή ακόμη και να μιμηθούν σε δομή και γραφή τα έπη των προγόνων τους, τα σάγκα. Σαν τον Σκοτ, βέβαια, τον συγγραφέα του Ιβανόη, δε μπορούν να μιλήσουν για τον πραγματικό δυτικοευρωπαϊκό μεσαίωνα. Προσεγγίζουν μια εξιδανικευμένη βικτωριανή εκδοχή του, στην οποία τα ιδανικά είναι υψηλότερα απ’ ότι υπήρξαν πραγματικά, η σκέψη βαθύτερη, η υγιεινή καλύτερη και η κλίμακα μεγαλύτερη. Τα κάστρα που χτίστηκαν πριν την Αναγέννηση είναι μάλλον μικρά και άσχημα, οι μάχες που έκριναν τον κόσμο ούτε κατά διάνοια επικές, υπόθεση ελάχιστων χιλιάδων ατόμων. Η δυτική Ευρώπη ήταν ένα μάλλον άχρωμο και ανιαρό μέρος πριν τις σταυροφορίες. Κι ακόμη και τότε, είχε πολλά χαρακτηριστικά που δε θα ενθουσίαζαν έναν σύγχρονο αναγνώστη.
Αλλά εγώ δεν είμαι εδώ για να πω πόσο καλύτερο είναι το παρελθόν των δικών μου προγόνων κι οι μύθοι τους. Μου φαίνεται προφανές πως οι παραστάσεις αυτές θα πρέπει να ταιριάζουν καλύτερα με την ιδιοσυγκρασία όσων βρισκόμαστε εδώ μέσα, να μας εμπνέουν πολύ περισσότερες ιδέες απ’ ότι οι Βίκινγκς ή οι ιππότες και να μας αγγίζουν περισσότερο σαν αναγνώστες τα βιβλία που γεννήθηκαν από αυτές. Να πούμε και του στραβού το δίκιο, πώς να συγκριθεί το αγγλοσαξωνικής ατμόσφαιρας βιβλίο ενός Έλληνα με εκείνο που θα γράψει ένας αληθινός αγγλοσάξωνας, ο οποίος διαποτίστηκε από τα παιδικά του χρόνια με τον αντίστοιχο πολιτισμό, τη νοοτροπία και τις εικόνες;
Μα ούτε κι εδώ θα επιμείνω.
Η διεθνής αγορά του φανταστικού μιλάει από μόνη της. Οι μιμήσεις των πρωτεργατών έχουν φέρει τον κορεσμό, θολές αντανακλάσεις ενός πράγματος που ήδη ήταν αντανάκλαση. Πόσες παραλλαγές να χωρέσουν πια πριν έρθει ο κορεσμός, ειδικά όταν δεν έχουν συνέπεια και ρεαλισμό; Συχνά το αποτέλεσμα ήταν γελοίο, γιατί οι νεότεροι συγγραφείς ήταν ανιστόρητοι, ενώ ο Τόλκιεν και οι άλλοι ήξεραν πολλοί καλά τι μεγαλοποιούσαν, τι απέκρυπταν και τι αντικαθιστούσαν και για ποιο λόγο τα έκαναν αυτά. Ακολούθησε η εποχή της αμφισβήτησης των προτύπων, ακόμα και της αντιστροφής τους, οι αντιήρωες και ο μεταμοντερνισμός. Κι αυτή πνέει τα λοίσθια πια. Τώρα πια έχουμε χώρο μόνο να ανανεώσουμε τα πρότυπα ή να τα αντικαταστήσουμε με καινούρια.
Η τρέχουσα μόδα λέει πως μόνο τρεις δρόμοι υπάρχουν για να σταθεί ένα καινούριο βιβλίο στο φάνταζυ. Πρώτο, να προσεγγίσει την ιστορική πραγματικότητα όσο το δυνατόν περισσότερο και να πατήσει πάνω στα δύσκολα σημεία, αντί να τα αποφύγει, μετατρέποντας τα σε δυνατά σημεία αντί για αδυναμίες. Παράδειγμα, το «Τραγούδι της Φωτιάς και του Πάγου» του Μάρτιν. Δεύτερη επιλογή, η απαγκίστρωση από κάθε ομοιότητα με συγκεκριμένη ιστορική περίοδο ή τόπο, χωρίς απαγκίστρωση από τη συνέπεια. Επιτυχημένος εκπρόσωπος αυτής της τάσης, ο Έρικσον. Τρίτος δρόμος, η εκμετάλλευση χρονικών περιόδων άλλων από τον μεσαίωνα ή μακρινών πολιτισμών, ένας πραγματικός θησαυρός που το φάνταζυ αγνοούσε κοντόφθαλμα ως τώρα. Παράδειγμα η Λίαν Χερν και οι Οτόρι.
Οι Γάλλοι και οι διάφοροι σλαβικοί λαοί φαίνεται πως τρέχουν να προλάβουν αυτήν την τελευταία τάση. Γράφουν φάνταζυ στις δικές τους γλώσσες, με τοπικό χρώμα. Στην Ελλάδα δεν έχουμε κάνει ιδιαίτερα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν έχουμε καν κατορθώσει να βρούμε έναν ελληνικό όρο για το φάνταζυ, ενώ το Horror και το Science Fiction έχουν αποδοθεί ως Τρόμος και Επιστημονική Φαντασία εδώ και δεκαετίες. Δεν ξέρουμε καν αν θέλουμε να λέμε «το» φάνταζυ ή «η» φάνταζυ. Τη στιγμή που η ύστερη αρχαιότητα και ο πρώιμος μεσαίωνας στην ανατολική μεσόγειο εμπνέουν τον R. Scott Bakker για το Prince of Nothing, ενώ οι Μύριοι του Ξενοφώντα τον Paul Kearney.
Για να επιστρέψουμε στο δίπτυχο Ελλάδα-Ιαπωνία, ο πολιτισμός της Ιαπωνίας είναι από τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα της, το ίδιο κερδοφόρο όπως και οι ηλεκτρικές συσκευές. Ταινίες, κόμικς, παιχνίδια. Βιβλία λιγότερο, αλλά οι διεθνείς επιτυχίες του Μουρακάμι και της Γιόκο Ογκάουα ίσως είναι μόνο η αρχή. Όπου εντοπίζουμε κάτι ποιοτικό, δε συνηθίζουμε να ψάχνουμε και γύρω του; Και γενικότερα πάει καλά στο εξωτερικό η Ιαπωνία, όχι μόνο στην τέχνη, αλλά και την κουζίνα ή τη γλώσσα. Πού οφείλεται αυτό το φαινόμενο; Ας συγκρίνουμε με την Κίνα που βρίσκεται στην ίδια γειτονιά του πλανήτη και πολλοί Έλληνες δεν την ξεχωρίζουν από την Ιαπωνία. Η Κίνα έχει ακόμη αρχαιότερο πολιτισμό από την Ιαπωνία, είναι το ίδιο εξωτική, διαθέτει παραγωγικότατη βιομηχανία του θεάματος κι ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους που μπορούν να τη διαφημίσουν. Αλλά παγκοσμίως οι κινεζόφιλοι είναι ελάχιστοι σε σχέση με τους ιαπωνόφιλους.
Η δική μου ερμηνεία είναι πως η ιαπωνική αφηγηματική τέχνη – είτε μιλάμε για βιβλία, είτε για κόμικς, είτε για ταινίες, είτε για παιχνίδια στον υπολογιστή – είναι ένας συνεχής διάλογος ανάμεσα στο ντόπιο και το ξένο. Άλλες φορές εξαντλεί λεπτομερειακά τη λαογραφία, άλλες φορές βάζει το εγχώριο σπαθί να μονομαχεί με το εισαγόμενο τουφέκι, άλλες πάλι ντύνει τους πρωταγωνιστές του με την τελευταία λέξη της αμερικάνικης μόδας και τους απεικονίζει ίδιους οπτικά ενώ άλλοι είναι Ιάπωνες και μερικοί Γερμανοί. Η γιαπωνέζικη τέχνη δοκιμάζει αμέσως κάθε νέα φόρμα που ανακαλύπτει στο εξωτερικό, την ανακατεύει με τις παραδοσιακές ή την ενσωματώνει με τοπικό χρώμα, ακόμα και φολκλόρ. Το αποτέλεσμα είναι ένας αχταρμάς με χίλια πρόσωπα, αλλά υπάρχει και μια σταθερά. Πότε με ξενομανία και πότε με ξενοφοβία, ο ιαπωνικός πολιτισμός έχει σαν βασικό θέμα τον εαυτό του. Ασχολείται ξανά και ξανά με τη θέση του μέσα στον κόσμο και δίπλα στους άλλους πολιτισμούς. Κι έτσι βρίσκει πάντα κάτι να πει, σε Ιάπωνες και σε ανθρώπους άλλων λαών.
Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.
Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011
Παρουσίαση και συνέντευξη

Η αλήθεια είναι πως έχω παραμελήσει το ιστολόγιό μου από την κυκλοφορία του βιβλίου και μετά. Θα επανορθώσω. Θα σηκώσω μια καινούρια Στιγμή την άλλη Πέμπτη το βράδυ. Γιατί τότε; Γιατί θέλω αυτή εδώ η ανάρτηση να μείνει σε πρώτη θέση ως τότε, για πρακτικούς λόγους.
Με χαρά σας ανακοινώνω πως είμαστε έτοιμοι για την πρώτη παρουσίαση του Κορακιού. Αντιγράφω από την πρόσκληση:
Επίσης, ελπίζω να μην έχουμε πάλι αμήχανη έλλειψη ερωτήσεων μετά τις ομιλίες, όπως συχνά συμβαίνει, ούτε να αναλωθούμε σε μια-δυο αναμενόμενες απορίες. Έχουμε ένα θέμα προς συζήτηση στην εκδήλωση (αυτό που προσδιορίζει ο τίτλος της εκδήλωσης, τους φανταστικούς κόσμους με χρώμα διαφορετικό από το τυποποιημένο του δυτικού μεσαίωνα) κι ελπίζω να αποδειχθεί γόνιμο. Θα είναι τιμή μου να σας δω εκεί και να τα πούμε.
Τέλος, η συνέντευξη που αναφέρει ο τίτλος της ανάρτησης είναι αυτή που έδωσα στο sff.gr, το πιο σημαντικό ίσως ελληνικό διαδικτυακό "στέκι" για κάθε είδος φανταστικής λογοτεχνίας, όπου είμαι χρόνια μέλος. Θα την βρείτε εδώ.