Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

Φανταστικοί θεοί

«Δεν υπάρχει τίποτα που να μην το κόβει το ατσάλι», απάντησε ο Κόναν. «Έριξα το τσεκούρι μου στο δαίμονα και δεν πληγώθηκε, μα μπορεί να αστόχησα στο λυκόφως ή ένα κλαδί να το εξοστράκισε. Δεν πάω γυρεύοντας να βρω δαίμονες· αλλά δε βγαίνω κι από το δρόμο μου για να τους αφήσω να περάσουν»
- Robert E. Howard, Πέρα από το Μαύρο Ποταμό, 1935

Η Υβοριανή Εποχή είναι γεμάτη μοχθηρές θρησκείες που απαιτούν φριχτές υπηρεσίες από τους πιστούς τους, όπως ανθρωποθυσίες. Ακόμα χειρότερα, υπάρχουν ένα σωρό ενσαρκωμένοι δαίμονες οι οποίοι δεν περιμένουν υπομονετικά να βρεθεί σάρκα στο βωμό τους: την αρπάζουν μόνοι τους και την καταβροχθίζουν – ή της κάνουν ό,τι άλλο τραβάει η ψυχή τους (θυμηθείτε τον Tsotha-lanti*). Αλλά όντας υλικοί, καταλήγουν κι αυτοί να πέσουν από το σπαθί του Κόναν, όπως κάθε άλλος αντίπαλος. Δε μιλάω για τέρατα που αδαείς άγριοι λατρεύουν ως θεούς, μιλάω για όντα που παρουσιάζονται αντικειμενικά στις ιστορίες ως υπερφυσικής/εξωκοσμικής φύσης.

Οι θεοί της Υβοριανής Εποχής, από την άλλη, αν και η λατρεία τους είναι πολύ πιο διαδεδομένη από εκείνη των δαιμόνων και η ύπαρξή τους αποδεδειγμένη, έχουν μια μάλλον μπλαζέ προσέγγιση. Δεν απαιτούν εντυπωσιακά καλές πράξεις από τους πιστούς τους. Δεν επεμβαίνουν για να εμποδίσουν τα έργα των εξαιρετικά δραστήριων δαιμόνων**. Και σε καμία περίπτωση δεν εμφανίζονται οι ίδιοι. Ο Κόναν αντιμετωπίζει δαίμονες τουλάχιστον στο ένα τρίτο των ιστοριών στις οποίες πρωταγωνιστεί. Αγγέλους και άβαταρ δε συναντά πουθενά.

Θα μπορούσε κανείς να αποδώσει το φαινόμενο στις απόψεις του Howard, σύμφωνα με τις οποίες το Σύμπαν είναι εχθρικό προς τον άνθρωπο, ένα ατίθασο πράγμα που καταστρέφει τους αδύναμους και δαμάζεται από τους ισχυρούς. Εξωτερική βοήθεια δεν είναι ούτε διαθέσιμη, ούτε επιθυμητή από τον αληθινό ήρωα, ο οποίος εμπιστεύεται μόνο το ατσάλι στο χέρι του.

Βέβαια, μια πιο πρακτική θεώρηση λέει πως το όλο θέμα ήταν πρακτική λογοτεχνική επιλογή. Τι ενδιαφέρον θα παρουσίαζαν οι περιπέτειες ενός ανθρώπου τον οποίο από τις δυσκολίες θα έβγαζε πάντα ένας (από μηχανής) θεός; Αν οι υπερφυσικές δυνάμεις ξεκαθάριζαν μεταξύ τους τούς λογαριασμούς τους, ποιος ο λόγος να εμπλακούν θνητοί; Κι αν δεν εμπλέκονταν θνητοί, υπήρχε κανένας λόγος να αναφέρονται όλα αυτά στα κείμενα; Είναι πιο ουσιώδες κομμάτι της καθημερινότητας από το πώς ένα λιοντάρι κυνηγάει μια γαζέλα; Εν ολίγοις, δαίμονες υπήρχαν για να έχει ενδιαφέροντες αντιπάλους ο Κόναν και οι θεοί έμεναν αμέτοχοι για να έχει όλα τα βλέμματα στραμμένα πάνω του και μόνο.

Στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, από την άλλη, απουσιάζει κάθε αναφορά σε ναό και ιερατείο, του Καλού ή του Κακού. Όχι βέβαια γιατί ο Καθηγητής ήταν εχθρός της οργανωμένης θρησκείας – κάθε άλλο. Και δεν είναι θέμα έλλειψης θεών στη Μέση Γη. Η εξαντλητική λεπτομέρεια με την οποία περιγράφει τη θεογονία του στο Σιλμαρίλλιον αποδεικνύει πως δε θεωρούσε σε καμία περίπτωση τον κόσμο που έπλαθε πλήρη, χωρίς αυτήν. Και η θεία παρέμβαση είναι ζωτικό μέρος του Άρχοντα. Ο πανταχού παρών χαρακτήρας, εκείνος που γνωρίζει τα πάντα για τα γεγονότα (έστω κι αν είναι εξοργιστικά φειδωλός με τις πληροφορίες), που ρυθμίζει τις εξελίξεις, που διαθέτει όλων των ειδών τις ευκολίες για να είναι δημοφιλής και να προωθεί την πλοκή (τον θαυμάζουν οι πάντες, κάνει μάγια, δέρνει, πετάει σοφίες, έχει πάντα δίκιο), τι είναι τελικά; Ένας από τους (αρχ)αγγέλους που κυκλοφορούν στον πλανήτη.

Έχει ειπωθεί από μελετητές του έργου του Tolkien πως, λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, δεν ένιωθε άνετα να περιγράψει μια τεχνητή θρησκεία με τον ίδιο τρόπο που περιέγραφε τεχνητές γλώσσες, τεχνητή χλωρίδα και πανίδα, τεχνητούς πολιτισμούς. Άλλοι έχουν πει πως σύμφωνα με την Καθολική πίστη του Καθηγητή, η επιλογή στη ήταν θέμα του ανθρώπου, εξαρτώμενη από την ισχύ της θέλησής του, αλλά το κρινόμενο ζήτημα ήταν απλά αν το δημιούργημα θα δεχθεί το χέρι που του τείνει ο δημιουργός του, δίχως το οποίο δεν υπάρχει σωτηρία.

Εγώ και πάλι θα δώσω μια πιο πρακτική ερμηνεία. Εφόσον υπάρχει μόνο ένας θεός στη Μέση Γη, θα υπήρχε μόνο μία θρησκεία. Και με τα τσιράκια του εν λόγω Υπέρτατου Όντος να σουλατσάρουν εδώ κι εκεί, δεν θα υπήρχαν Σχίσματα και αιρέσεις και διαφορετικά δόγματα, όλοι θα πίστευαν τα ίδια ακριβώς πράγματα (τα σωστά). Αυτό όμως θα στερούσε τον Καθηγητή από δυο συμβάσεις δίχως τις οποίες ο Άρχοντας των δαχτυλιδιών θα ήταν τριάντα σελίδες το πολύ:

α) Οι ναοί είναι εκ φύσεως αρχεία. Διατηρούν και διαδίδουν τη μνήμη του δόγματός τους, και μαζί της ένα σωρό άλλες πληροφορίες που σε κάποιον φάνηκαν σχετικές. Οπότε, θα μπορούσε η Συντροφιά να χτυπήσει την πόρτα της πιο κοντινής εκκλησίας και να μάθει σχεδόν τα πάντα (και μαζί της ο αναγνώστης), αντί να περιμένει πότε ο Γκάνταλφ θα δώσει λίγες ακόμη πληροφορίες με το σταγονόμετρο.

β) Το ιερατείο θα αποτελούσε ενοποιό δύναμη και θα δρομολογούσε τη συνεργασία των διαφόρων φυλών ενάντια στον Σάουρον, η οποία όπως έχουν τώρα τα πράγματα τρώει το μισό βιβλίο για να επιτευχθεί.


Στο σύγχρονο φάνταζυ αντίθετα, πολλά έργα ακολουθούν τις τρέχουσες ιδέες και τοποθετούν τον κλήρο του φανταστικού τους κόσμου σε ρόλο συντηρητικού/οπισθοδρομικού παράγοντα του οποίου οι αντιρρήσεις πρέπει να καμφθούν (συνηθέστερα, η επιρροή του στο λαό/στους κυβερνώντες πρέπει να εκμηδενιστεί) για να δράσουν αποτελεσματικά οι δυνάμεις του Καλού. Οι παραπάνω προσεγγίσεις είναι το ίδιο θεμιτές όπως κι οι αντίθετες. Αλλά συνδυάζονται με έναν ευρύτατο σκεπτικισμό στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και/ή στο σύνολο των θετικά σκιαγραφούμενων χαρακτήρων του βιβλίου. Η πίστη παρουσιάζεται ως ελάττωμα λιγοστών θρησκόληπτων που κάνουν τη ζωή δύσκολη για όλους. Κι αυτό θεμιτό είναι, αλλά τα δυο στοιχεία μαζί χωλαίνουν σημαντικά από συγγραφικής άποψης.

Από τη μια, η πλοκή αναγκάζεται να μπει στο καλούπι της ιδεολογίας του συγγραφέα και όχι το αντίστροφο. Κι η λογική των Howard-Tolkien έμπαζε, αλλά το αναγνωστικό κοινό δεν έδωσε σημασία γιατί η στρέβλωση έγινε υπέρ του κειμένου. Αν η στρέβλωση γίνεται υπέρ της στράτευσης, ποιο το όφελος; Αν είναι οι παπάδες να χρησιμοποιηθούν ψυχαναγκαστικά σαν παράπλευρο εμπόδιο που γεμίζει αδιάφορες σελίδες, γιατί να μην παραλειφθούν εντελώς, να μην πάρει τη θέση τους το κενό, να μην εξερευνηθεί η σχετικά αγνοημένη προοπτική ενός κόσμου που δεν έχει γνωρίσει καθόλου την ιδέα της θρησκείας; Γιατί να θεωρούνται ορισμένες δομές του γήινου παρελθόντος σταθερά κάθε κόσμου, ακόμη κι εκείνες (όπως η φεουδαρχία) που δεν ήταν καν παγκόσμιες; Που δεν ήταν καν σταθερές της καθημερινότητας των προγόνων του συγγραφέα, όταν αυτός είναι Έλληνας;

Από την άλλη, αν η θρησκεία δεν είναι η συνεκτική δύναμη ενός φανταστικού λαού σε ψευδομεσαιωνικό κόσμο, τι παίρνει τι θέση της; Για μερικούς συγγραφείς, η λύση είναι η εθνική συνείδηση. Μα αυτή αποτελεί εφεύρεση του νεότερου κόσμου, σε μεγάλο βαθμό επακόλουθο της τυπογραφίας που δημιούργησε την ενημέρωση και την προπαγάνδα. Αν δεν υπάρχει διάδοση των νέων σε μεγάλη κλίμακα (και με κατευθυνόμενη χροιά), πώς θα νοιαστεί ο αγρότης της ενδοχώρας για τις πειρατικές επιδρομές στα παράλια; Είναι πρόβλημα άλλου, όχι δεινό των συμπατριωτών του. Πάντα με παραξένευε η συμπεριφορά φανταστικών χωρικών που με προθυμία πετούσαν τα τσαπιά για να τρέξουν να πολεμήσουν τους εισβολείς στην άλλη άκρη της χώρας.

Η πραγματική Ιστορία μιλάει για ανθρώπους που γκρίνιαζαν ακόμη και για έκτακτους φόρους λόγω πολέμου, όχι να γίνει ολόκληρη επιστράτευση που θα τους ξεβόλευε. Δεν αρκεί ένα καλό οδικό δίκτυο και η προφορική διάδοση των νέων για να νιώσουν γείτονες μεταξύ τους οι κάτοικοι δυο διαφορετικών πόλεων. Χρειάζεται ένας καλός μηχανισμός διοχέτευσης πληροφοριών. Κι αν δεν έχει εφευρεθεί ακόμη η τυπογραφία ή κάποιο μαγικό υποκατάστατό της, το μόνο που μένει είναι ένα οργανωμένο ιερατείο με κοινό, αποκρυσταλλωμένο δόγμα. Αλλιώς ξεχνάμε την κοινωνική συνοχή σε μεγάλη κλίμακα και πάμε πίσω στις εποχές της πόλης-κράτους, εκεί που οι σχέσεις μέσα στην πόλη είναι στενές κι η αλληλεγγύη σε εθνικό επίπεδο χαλαρή (που είναι επίσης θεμιτό και σχετικά ανέγγιχτο στο φάνταζυ).

Μια άλλη εναλλακτική πηγή κοινωνικής συνοχής που ευτυχώς δεν έχει κυριαρχήσει ακόμη στο κακογραμμένο φάνταζυ, είναι η πολιτική ιδεολογία. Απαιτεί κι αυτή τυπογραφία, αλλά και γρήγορες μεθόδους επικοινωνίας (αλλιώς πώς θα συντονίζεται η δράση των ομοϊδεατών σε πολλά σημεία της χώρας;) Απαιτείται ακόμη μια στοιχειώδης ελευθερία του λόγου (το πολύ να σε κυνηγάνε γι’ αυτά που λες κι όχι επειδή μιλάς χωρίς να διαθέτεις αξίωμα). Αλλά κι όλα αυτά να τα υποθέσουμε, η πολιτική είναι περισσότερο διασπαστική παρά συνεκτική. Δεν έχει νόημα δίχως κάποιον αντίπαλο εντός της ίδιας κοινωνίας (αν μιλάμε για κράτη με ένα μόνο κόμμα-ιδεολογία, δεν έχει κοινωνιολογική διαφορά από κράτη με μια μόνο θρησκεία). Υπονοείται από την ύπαρξη πολιτικής, τέλος, ένα καλό βιοτικό επίπεδο που επιτρέπει στον πολίτη να νιώσει ασφαλής, ικανός να κάνει μια επιλογή για τον εαυτό του. Δηλαδή, ικανός να σταθεί χωρίς τους άλλους να τον στηρίζουν.

Αλλοτριωμένος.

Κι αν η πολιτική απουσιάζει από το φάνταζυ, παρ’ όλ’ αυτά τα επακόλουθά της επικρατούν σε πολλά βιβλία. Ο λαός συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα, όπως βολεύει το συγγραφέα και την πλοκή, όχι όπως θα ήταν λογικό. Γενικά ατομιστής και με άποψη για τα πάντα. Γνήσιο τέκνο του εικοστού πρώτου αιώνα κι όχι του κόσμου στον οποίο κατοικεί. Κι από την άλλη, έτοιμος να βγει στο δρόμο μαζί με τον όχλο, χωρίς προοικονομία και σοβαρό λόγο, μόνο με θυμόσοφες αναλύσεις του «έτσι είναι ο τάδε λαός, έρμαιο του τάδε πράγματος». Αλλά τι τον ενώνει με τους υπόλοιπους ροπαλοφόρους, τι τον φέρνει στο πλευρό τους; Η θρησκεία στην οποία δεν πιστεύει; Η πολιτική που δεν έχει εφευρεθεί ακόμη στον κόσμο του; Η εθνική του συνείδηση που έχει διαμορφωθεί και συντηρείται ανεξήγητα; Ποια είναι η κινητήρια δύναμη της κοινωνίας στην οποία ζει; Η δύναμη που την κρατά ενωμένη;

Για να το πω όσο πιο απλά γίνεται, ένας πρόγονός σας θα αυτοπροσδιοριζόταν (ανάλογα με την εποχή που γεννήθηκε) ως π.χ. Αθηναίος ή Χριστιανός/Ρωμιός ή Έλληνας ή Δημοκράτης. Μόνο ο τελευταίος κι εσείς σήμερα έχετε την πολυτέλεια να δηλώσετε «ιδιώτες». Γιατί οι υπηρεσίες του στρατού, της πυροσβεστικής, των τραπεζών, σας επιτρέπουν να επιβιώσετε χωρίς να ενταχθείτε κάπου. Οι χαρακτήρες ενός φανταστικού προβιομηχανικού κόσμου δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα.

Νομίζω εξήγησα πως οι δυο πατέρες του φάνταζυ προσπάθησαν να γράψουν κάτι που να είναι καλό γενικώς. Κι έδωσα παραδείγματα για το πώς μπορεί να βρεθεί μια ενδιαφέρουσα πλοκή φάνταζυ με τη θρησκεία ή με την έλλειψή της (χωρίς ν’ αγγίξω καν το γόνιμο ζήτημα των πραγματικά υπαρκτών θεών και των πιθανών παρεμβάσεών τους). Μπορεί, βέβαια, κάποιος να με αγνοήσει, να κουτσουρέψει τη θρησκεία χωρίς να αντικαταστήσει την κοινωνική της υπόσταση με κάτι άλλο και να επιμείνει να γράφει για ξεροκέφαλα ιερατεία, που η στενομυαλιά τους δεν προσθέτει πιο πολλή ουσία στην πλοκή απ’ ότι θα είχε μια απεργία των ταξιτζήδων. Αλλά ας έχει υπόψη πως γράφει για το Σήμερα, κάτι που ίσως Αύριο να είναι το ίδιο ξεπερασμένο όπως έχει καταντήσει τώρα η μεσαιωνική προσέγγιση για τη θρησκεία. Πως γράφει δηλαδή, ένα αλληγορικό σχόλιο για το σύγχρονο κόσμο, έστω κι αν το ντύνει με δράκους. Ένα κείμενο που του αξίζει να ξεχαστεί αργά ή γρήγορα, γιατί δεν προσπαθεί να καταπιαστεί με αλήθειες ανεξάρτητες από τον τόπο και το χρόνο.


*: "Λένε πως μια χορέυτρια από τη Σάντιζαρ κοιμήθηκε υπερβολικά κοντά στα προανθρώπινα ερείπια στο Λόφο του Ντάγκοθ και ξύπνησε στην αγκαλιά ενός μαύρου δαίμονα· πως απ’ αυτή την ανόσια ένωση γεννήθηκε το καταραμένο υβρίδιο που οι άνθρωποι αποκαλούν Τσόθα-λάντι-"
- Robert E. Howard, Η Άλικη Ακρόπολη, 1933

**: Εξαίρεση αποτελεί εν μέρει το ατυχές διήγημα «Ο φοίνικας στο σπαθί», που είναι μια πρόχειρη διόρθωση/συμπλήρωση του εξαιρετικού «Με τούτο το τσεκούρι κυβερνώ» στο οποίο πρωταγωνιστούσε άλλος ήρωας του Howard (ο Κουλ), οπότε δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μέτρο για τις ιστορίες του Κόναν.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Στιγμή 7

Σήμερα βλέπουμε τον τελευταίο από τους «ήρωες της δεύτερης γραμμής», ένα από τους ανώτερους κρατικούς λειτουργούς. Καθώς πλησιάζει σιγά-σιγά η ημερομηνία της έκδοσης, οι Στιγμές θα επικεντρώσουν στο αντίπαλο δέος, τους «κακούς». (Αν έχουμε καινούριους αναγνώστες που δεν γνωρίζουν τι είναι οι στιγμές, ας ρίξουν μια ματιά εδώ)

Πολυκράτης


Στηρίχτηκε στον παραστάτη πριν χτυπήσει το ρόπτρο. Ένιωθε αδύναμος. Η αυστηρή νηστεία που είχε επιβάλει στον εαυτό του για πάνω από δέκα ημέρες αποδείχτηκε κακή ιδέα. Δεν έμοιαζε λιγότερο υπέρβαρος το πρωί στον καθρέπτη, έμοιαζε ταλαιπωρημένος, σαν να ανάρρωνε από μακρά ασθένεια. Το ανοιχτόχρωμο δέρμα του και τα αχυρένια μαλλιά του δε βοηθούσαν. Έπρεπε να το είχε απλά αποδεχτεί· είχε κληρονομήσει την ευφυΐα και τη μεθοδικότητα που χαρακτήριζε τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του. Και μαζί της είχε κληρονομήσει αποστροφή για τη σωματική άσκηση, συνδυασμένη με λαιμαργία. Έτσι όπως τα είχε καταφέρει, η σκέψη του φαγητού είχε γιγαντωθεί μέσα του, σχεδόν καλύπτοντας ακόμη και την εικόνα εκείνης.

Η εξώθυρα άνοιξε απότομα και τον έπιασε απροετοίμαστο, κάνοντας έναν χείμαρρο παγωμένου ιδρώτα να τρέξει στον αυχένα και την πλάτη του. Μόρφασε νευρικά, άνοιξε το στόμα του και δε βγήκε φωνή. Θύμωσε. Είχε καταστρώσει τέλειο σχέδιο, είχε πάει με συνταγή στα χέρια. Γιατί να γεννηθεί τόσο αγχωτικός; Καθάρισε το λαιμό του, κορδώθηκε για να τονίσει το αξιόλογο ύψος του και δρασκέλισε το κατώφλι με ύφος κατακτητή. Ο αποσβολωμένος υπηρέτης μόλις που πρόλαβε να παραμερίσει. Την επόμενη στιγμή ο Πολυκράτης δήλωσε το όνομά του και την καταγωγή του και παρέδωσε το δώρο που είχε φέρει για την οικοδέσποινα.

Ήταν πολύ προσεκτικά διαλεγμένο. Είχε δωροδοκήσει ένα σωρό εμπόρους για να μάθει τι της άρεσε. Ως και το μεταξωτό του περιτύλιγμα δεν ήταν ένα τυχαίο κομμάτι πανάκριβου πανιού. Είχε την ίδια ακριβώς απόχρωση με τα πράσινα μάτια της. Αυτό ήταν από τα πιο δύσκολα κομμάτια του σχεδίου. Χρειάστηκε οι υπηρέτριες των γονιών του να ανακρίνουν διακριτικά τις υπηρέτριες του δικού της σπιτικού και τελικά ο ίδιος να καταλήξει στο ποια μαρτυρία ήταν η πιο αξιόπιστη.

Ξεφύσησε ενοχλημένος στην ανάμνηση του κόπου του και άφησε να τον οδηγήσουν στον εσωτερικό κήπο, εκεί που βρίσκονταν ήδη οι υπόλοιποι υποψήφιοι μνηστήρες. Το περίμενε πως θα είχε να κάνει με τους πιο εμφανίσιμους, τους πιο πλούσιους και τους πιο έξυπνους νέους της Νεάπολης. Μόνο οι άριστοι από τους ανύπαντρους βρίσκονταν εκεί – γι’ αυτό ακριβώς τον κοίταξαν με μισό μάτι. Έγλειψε τα ξεραμένα χείλη του, έτοιμος να το βάλει στα πόδια. Αν δε φοβόταν τόσο τις επιπλήξεις των γονιών του που τον είχαν αναγκάσει να συμμετάσχει κι εκείνος στη διαδικασία, θα έβαζε την ουρά στα σκέλια και θα αποχωρούσε. Να είναι πολύ λίγος για τη γυναίκα που είχε ερωτευτεί, το άντεχε. Να τον σφυροκοπούν κάθε μέρα πως δεν είναι λίγος, δεν το άντεχε.

Άρχισε να χαιρετά όσους γνώριζε καλά ή έστω εξ όψεως. Άλλοι χαμογέλασαν, άλλοι δεν έκρυψαν τη δυσφορία για την επαφή με τις ιδρωμένες του παλάμες. Δεν τον απασχόλησε. Χρησιμοποιούσε διακριτικά τον όγκο του για να φτάσει στο σημείο που έπρεπε. Ο αρχιτέκτονας που είχε χτίσει την έπαυλη ορκιζόταν ότι το πιο βολικό σημείο για να παρακολουθήσει εκείνη τον κήπο κρυμμένη στα διαμερίσματά της, ήταν ακριβώς πάνω από το σιντριβάνι. Ότι λεγόταν εκεί, θα έφτανε στα αυτιά της πεντακάθαρα, ενώ τον ομιλητή θα τον μισόκρυβε – κολακευτικά, στην περίπτωση του Πολυκράτη – το περβάζι.

Όταν στάθηκε ακριβώς εκεί που ήθελε, έφερε για μια τελευταία φορά στ’ αυτιά του τις φράσεις που είχε ετοιμάσει για να την εντυπωσιάσει. Είχε βασιστεί στα όσα η ίδια συζητούσε στον γυναικωνίτη της μητρόπολης με τις φίλες της για τον ιδανικό σύζυγο. Αυτά είχαν κοστίσει πιο πολύ για να μαθευτούν κρυφά, αλλά ήταν και τα πιο εύκολα προσβάσιμα – μυστικά μεταξύ γυναικών.

Δεν πρόλαβε να βρει ή να δημιουργήσει αφορμή για να πει κάτι.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, εμφανίστηκε μια υπηρέτρια που μοίραζε γλυκίσματα από ένα καλάθι και ζητούσε συγνώμη για την αναμονή. Το στομάχι του Πολυκράτη διαμαρτυρήθηκε έντονα. Αυτός κοκκίνισε ντροπιασμένος, αν και κανείς δεν του έδωσε σημασία. Δεν άπλωσε το χέρι του να τιμήσει το κέρασμα. Όταν η υπηρέτρια επέστρεψε στο μαγειρείο και οι άλλοι μνηστήρες ξανάρχισαν τις συζητήσεις, την πρώτη φορά που το γαλανό βλέμμα του διασταυρώθηκε μ’ εκείνο κάποιου άλλου, ντράπηκε που ήταν αναψοκοκκινισμένος και κοκκίνισε ακόμη περισσότερο. Ένιωσε να πνίγεται, να τον στενεύει ο χιτώνας του στο λαιμό. Τα φρύδια του έσταζαν ιδρώτα.

«Όλοι συμφωνούμε πως είναι η ομορφότερη κόρη στη Βασιλεία Αιγλωέων», είπε ένας εντυπωσιακός μελαχροινός χιλίαρχος που είχε έλθει με την επίσημη στολή του.

«Η ομορφότερη των τελευταίων εκατό χρόνων λέει ο παππούς μου», υπερθεμάτισε ένας από τους Καλόθετους, φορτωμένος στο χρυσάφι.

«Ναι, μη με διακόπτεις», τον αποπήρε ο στρατιωτικός. «Αλλά πού ακούστηκε μια γυναίκα να καλεί μνηστήρες για να επιλέξει το σύζυγό της; Ο αυτοκράτορας, ναι, πολλές φορές έχει γίνει. Σπουδαίοι άρχοντες; Ναι. Αλλά μια γυναίκα;»

«Μα η Όμορφη Σελάη!» αναφώνησε αυθόρμητα ο Πολυκράτης. «Που οι Παλιοί Αιγλωείς κίνησαν όλα τα πλοία τους για χάρη της κι έκαψαν το πλούσιο Άρκειο! Δε μάθατε κι εσείς ανάγνωση από την Αρκειάδα; Δε θυμάστε στην πρώτη ραψωδία το δείπνο των βασιλέων που είχαν όλοι αποδεχθεί την πρόσκλησή της για να επιλέξει σύντροφο ανάμεσά τους;»

Όλοι στον κήπο είχαν σταματήσει να μιλούν κι είχαν στραφεί προς το μέρος του. Άλλοι ενοχλημένοι, άλλοι δύσπιστοι, άλλοι πρόθυμοι να ακούσουν περισσότερα, ελάχιστοι πεπεισμένοι πως άκουσαν κάτι σημαντικό και ουσιώδες. Ο Πολυκράτης σφίχτηκε. Δεν πίστευε πως μπορούσε να γίνει ακόμη πιο κόκκινος απ’ ότι ήδη ήταν, αλλά τα κατάφερε.

Και τώρα τι; Πίστευε πως η πρόθεσή της δεν ήταν να θέσει τον εαυτό της στο ίδιο επίπεδο με την ομορφότερη γυναίκα όλων των εποχών. Δεν ήταν εγωισμός το κίνητρό της, αλλά μια απόπειρα να αναβιώσει κάτι που θεωρούσε όμορφο, να προτρέψει τους άλλους να φερθούν ξεχωριστά για μια μέρα, όχι ειδικά σ’ εκείνη.

Να το πει αυτό; Ή να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να στρέψει τη συζήτηση εκεί που ήθελε, να προβάλει τον εαυτό του; Σίγουρα είχε κεντρίσει την περιέργειά τη ήδη, ώστε να θέλει να μάθει περισσότερα γι’ αυτόν. Κι οι άλλοι δε θα έμεναν άφωνοι για πολύ ακόμη, ό,τι και να τους έλεγε. Ακόμα χειρότερα, αν δεν έλεγε κάτι αμέσως.

Είχε μόνο μια στιγμή στη διάθεσή του για να αποφασίσει.

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Νεότερα

Χτες είδα την πρώτη σελιδοποίηση του βιβλίου. Το κοντέρ έγραψε κάπου ανάμεσα στο τετρακόσια ενενήντα και στο πεντακόσια. Βάλτε και τους χάρτες που θα μπουν, καμιά διόρθωση, τον βλέπω στρογγυλό τον αριθμό τελικά.

Μόλις τελειώσει το τρέχον χέρι επιμέλειας και ξαναγίνει σελιδοποίηση, θα πάρω το διορθωμένο κείμενο για να το ελέγξω. Ακολουθεί ένα τελευταίο χέρι από την επιμελήτρια και ταυτόχρονα η δημιουργία εξωφύλλου-οπισθόφυλλου.

Οι χάρτες, που τους ανέφερα πιο πάνω, περιμένουν τελική έγκριση από τον υπεύθυνο έκδοσης. Θα τους δείτε όταν θα έχουν την τελική τους μορφή με την οποία θα εμφανιστούν στο βιβλίο, όταν θα είναι βέβαιο πως δεν χρειάζονται άλλες διορθώσεις.

Κατά τα άλλα, ο Ιανουάριος προφανώς δεν ισχύει πια σαν χρόνος έκδοσης. Άνευ απροόπτου, πάμε για Μάρτη πια.

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

Πηγές έμπνευσης

Λέει εύστοχα ο nihilio* στην τελευταία του ανάρτηση για το 2009:

Σε πρώτο επίπεδο μας λένε, αντί να εμπνεόμαστε από ψευδομεσαιωνικούς κόσμους και να τους αντιγράφουμε, να πάρουμε ως πηγή έμπνευσης το Βυζάντιο και την αρχαία Ελλάδα. […] το να παίρνεις το κλισαρισμένο Τολκιενικό πρότυπο και να του δίνεις ένα άλλο χρώμα δεν κάνει το αποτέλεσμα λιγότερο κλισαρισμένο, αντίθετα το κάνει ακόμα πιο γραφικό. Το να γράψει κανένας τον Άρχοντα των Δακτυλιδιών με σάτυρους και δρυάδες αντί για ξωτικά και νάνους και ακρίτες αντί για ρέηντζερ είναι μάλλον αστείο (πόσο μάλλον αν αντί για ορκ έχει Τούρκους).

Δυστυχώς, εδώ καταδεικνύεται μια μεγάλη αλήθεια για το ελληνικό φανταστικό: οι περισσότεροι συγγραφείς επιδιώκουν την «ελληνικότητα» ως ζητούμενο. Παίρνουν ένα δεδομένο πλαίσιο (το φάνταζυ), αφαιρούν αυτό που δεν τους κάνει (τη «δυτική» ατμόσφαιρα) και την αντικαθιστούν με κάτι που τους αρέσει καλύτερα (ελληνικά στοιχεία). Αλλά για να ταιριάξουν πλαίσιο και περιεχόμενο, πρέπει να δουλευτούν και τα δύο, αλλιώς γίνονται σαλάτα με ετερόκλητες γεύσεις. Σαν να προσπαθείς να βάλεις έναν τετράγωνο πίνακα σε ορθογώνια κορνίζα.

Χρησιμοποίησα τη λέξη ‘πλαίσιο’ εσκεμμένα. Είτε μας αρέσει, είτε όχι, δεν γράφουμε ανεπηρέαστοι. Ακόμη κι αν δεν έχουμε διαβάσει οι ίδιοι Τόλκιεν ή Χάουαρντ ή οποιονδήποτε άλλο επηρέασε σημαντικά τη λογοτεχνία φαντασίας με τα βιβλία του, έχουμε διαβάσει έργα τρίτων που γράφτηκαν υπό αυτήν την επιρροή. Για να είμαστε ακριβείς, ήμασταν εκτεθειμένοι από παιδιά σε εικόνες, ταινίες, κόμικ, κινούμενα σχέδια, βιβλία, κάθε είδους αφηγηματική ή εικαστική δημιουργία που θα ήταν αλλιώτικη αν δεν είχαν υπάρξει στο παρελθόν οι προαναφερθέντες γίγαντες του είδους.

Είτε πούμε πως είναι αρχέτυπα που υπάρχουν ούτως ή άλλως στο συλλογικό ασυνείδητο, είτε πούμε πως είναι πρότυπα που τα σχημάτισαν οι πατέρες του φάνταζυ κι ύστερα διαδόθηκαν μέσω της pop culture, ορισμένα πράγματα είναι εδώ κι είμαστε αναγκασμένοι να τα λάβουμε υπόψη. Η ομάδα από ασύμβατους χαρακτήρες που παρά τις εσωτερικές συγκρούσεις της θα σώσει τον κόσμο, ο σιωπηρός ξένος που τελικά είναι πρίγκιπας κάποιας ξένης χώρας, ακόμη και σ’ ένα παιδί είναι γνώριμα, δίχως να προέρχονται από τα παραμύθια.

Το φάνταζυ είναι φαντασία και, αυτό που χρειαζόμαστε είναι καλή κοσμοπλασία και καλές ιστορίες, όχι επιπλέον περιορισμούς στη φαντασία του συγγραφέα.

λέει ακόμη ο nihilio και αγγίζει μια ακόμη μεγάλη αλήθεια: Είμαστε περιορισμένοι. Μπορεί η φαντασία να μας ανοίγει θεωρητικά άπειρους ορίζοντες, αλλά το φάνταζυ είναι αυτό που οι αγγλόφωνοι αποκαλούν genre – ένα είδος με δικούς του κανόνες, σαν το γουέστερν ή το αστυνομικό, ένα είδος με κλισέ. Μπορούμε να τα σεβαστούμε, να τα ανατρέψουμε, να τα παραλλάξουμε, να παίξουμε μ’ αυτά, να τα χτίσουμε από την αρχή. Αλλά για να το κάνουμε αυτό, πρέπει να τους γνωρίζουμε τους κανόνες πρώτ’ απ’ όλα, ποιοι είναι, γιατί είναι έτσι κι από πού προέρχονται. Αυτή η προσέγγιση επέτρεψε να εμφανιστούν νέοι δημοφιλείς συγγραφείς όταν τα κλισέ είχαν πια παγιωθεί. Η δύναμη του Μούρκοκ, ας πούμε, είναι το ότι έγραφε κάνοντας σαφές πως είχε υπόψη του τον Τόλκιεν και τον Χάουαρντ και τους διαστρέβλωνε εσκεμμένα.

Όποιος δε με πιστεύει ότι είναι απαραίτητη μια τέτοια γνώση για να σταθεί κανείς συγγραφικά χωρίς να γίνει ρεζίλι, ας δοκιμάσει να σκεφτεί μια πρωτότυπη πλοκή για αστυνομικό μυθιστόρημα. Μετά ας ρωτήσει κάποιον φίλο του που να ασχολείται με το είδος, για να μάθει σε ποιο βιβλίο της Άγκαθα Κρίστι – γραμμένο δεκαετίες πριν – υλοποιήθηκε η «πρωτότυπη» ιδέα του. Τα πρώτα πράγματα που θα σκεφτούμε, είχαν χρόνο να τα σκεφτούν άλλοι πριν από εμάς. Μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα παραπέρα, ένα βήμα σε απάτητες περιοχές, μόνο αν λάβουμε υπόψη μας όσο περισσότερα γίνεται απ’ αυτά που έχουν προηγηθεί. Για κάθε ιδέα που καλύπτεται σε βιβλίο, γεννιέται μία δεύτερη, ανεκμετάλλευτη ακόμη, η οποία δεν θα μπορούσε χωρίς την πρώτη.

Δυστυχώς, έχουν παρουσιαστεί τελευταία διάφοροι φωστήρες στο ελληνικό φανταστικό, οι οποίοι διατείνονται με υπερηφάνεια πως δεν διαβάζουν φαντασία (και δυο-τρεις που λένε πως δε διαβάζουν γενικώς, πράγμα που εξηγεί γιατί δεν ξέρουν να γράφουν και γιατί δε θα μάθουν ποτέ, εκτός αν το Άγιο Πνεύμα αρχίσει να μοιράζει επιφοιτήσεις Δημιουργικής Γραφής). Αυτοί συνήθως κρύβονται πίσω από κάποια δικαιολογία του τύπου «εκμεταλλεύομαι τα κλισέ του είδους», οπότε πρέπει να πρόκειται για εξαιρετικές ιδιοφυίες, μιας και τα κλισέ τα έμαθαν από πέντε ταινίες που έχουν δει ενώ άλλοι κάνουν διδακτορικά στο θέμα και δεν τολμούν να πουν πως το έχουν καλύψει πλήρως.

Εδώ ίσως βρεθεί κανείς να θέσει ενστάσεις. Δηλαδή, τι πρέπει να γίνει; Να διαβάσουμε τα δεκάδες χιλιάδες βιβλία φάνταζυ που γράφτηκαν τα τελευταία εβδομήντα χρόνια; Σίγουρα δεν μπορούμε. Αλλά η λύση σε καμία περίπτωση δεν είναι να μην διαβάσουμε κανένα. Πώς θα επιλέξει ο καθένας να διευρύνει τις γνώσεις του, είναι επιλογή του. Εγώ υποστηρίζω πως όσο περισσότερο τις διευρύνει, τόσο καλύτερο φάνταζυ θα γράφει. Κι αν πείτε πως όλα τα παρουσιάζω πιο εύκολα για τους παλιότερους συγγραφείς, σκεφτείτε: πώς προέκυψε το δικό τους περιεχόμενο, με παρθενογένεση;

Και πάλι καταφεύγω στο nihilio, αλλά αυτή τη φορά για να διαφωνήσω ελαφρώς μαζί του:

Γιατί, κακά τα ψέματα, οι θρύλοι και οι παραδόσεις αφορούν ελάχιστα τον μέσο κάτοικο του αστικού περιβάλλοντος κάτω από 30. […] Οπότε το να γράψει κάποιος φανταστικό με ξωθιές και τελώνια αφορά μικρή μερίδα του κοινού, που δείχνει να έχει περισσότερο λαογραφικό ενδιαφέρον και που μάλλον είναι αρνητικό σε δραματικές τροποποιήσεις των θρύλων και παραδόσεων.

Λογικό ακούγεται. Αλλά υπήρχαν περισσότεροι στην Μεγάλη Βρετανία που να τους αφορούσαν elf και dwarf, περισσότεροι που να τα γνώριζαν (δεν είναι καν αγγλικοί μύθοι) και να ήταν δεκτικότεροι στην τροποποίησή τους; Δε νομίζω. Και μήπως ο Τόλκιεν έγραψε από επιλογή για τέτοια θέματα; Για να έχει πέραση στο πιθανό κοινό του; Όχι. Ήταν αυτό που γνώριζε, αυτό που είχε μελετήσει και αγαπούσε, γι’ αυτό μπόρεσε να το εκμεταλλευτεί στο έπακρο, να πάρει ό,τι ήθελε, να αλλάξει ό,τι δεν ήθελε και να πλάσει μια ιστορία. Αν έγραφε για τις Σταυροφορίες που ήταν πολύ πιο της μόδας την εποχή του στην Αγγλία, σήμερα δεν θα τον θυμόταν κανείς. Γιατί δεν το κάτεχε το θέμα.

Ο Χάουαρντ, γιατί έχει τόσες ιστορίες που μοιάζουν με γουέστερν, με pulp εξωτικές περιπέτειες, με ιστορικά, με τρόμου; Ας πούμε, δεν είναι σαφείς οι ομοιότητες στη σύλληψη του Red Nails με το νουάρ Red Harvest του Χάμετ, γραμμένο επτά χρόνια πριν; Έχασε ο Χάουαρντ από την επιλογή του αυτή; Δεν μπορεί να πει κανείς ότι αντέγραψε, απλά ανέπτυξε. Αυτά ήταν τα αναγνώσματά του, από τα περιοδικά που διάβαζε (και στα οποία επίσης έγραφε). Αν μια ιδέα και μια τεχνική λειτουργούσαν τοποθετημένες στον πραγματικό μας κόσμο, γιατί να μην λειτουργούσαν και σε κάποιου είδους φανταστικό υπόβαθρο; Έβλεπε πώς έστηναν, ας πούμε, οι άλλοι ένταση σε μια μονομαχία με πιστόλια, και έτσι έστησε ο ίδιος τις μονομαχίες με σπαθιά. Έτσι σκέφτηκε. Έτσι λειτούργησε. Και πέρασε κι αυτός στην Ιστορία με χρυσά γράμματα.

Και οι δυο περιπτώσεις είναι ίδιες. Τόλκιεν και Χάουαρντ διάβαζαν πολύ, είχαν ενδιαφέροντα, τα μελετούσαν σε βάθος και τα έκαναν φάνταζυ. Αν του ενός το πάθος ήταν τα σκανδιναβικά και γερμανικά έπη των ύστερων μεσαιωνικών χρόνων, ενώ του άλλου ήταν η «παραλογοτεχνία» της εποχής του, και τα δυο υπήρξαν εξεζητημένα και εξειδικευμένα. Θεωρητικά, σαν θέματα, ήταν αδύνατον να παράγουν κάτι δημοφιλές. Η τεράστια επιτυχία των δυο συγγραφέων δεν προέρχεται από τη θεματολογία τους αυτή καθεαυτή, αλλά από τη βαθιά γνώση της που διέθεταν, η οποία τους επέτρεψε να την κόψουν και να τη ράψουν στα μέτρα του ταλέντου τους.

Κι επίσης καταπιάστηκαν με πράγματα που γνώριζαν από τη ζωή τους. Ο θείος Μπομπ δεν έμαθε για τα άλογα διαβάζοντας γουέστερν. Ζούσε στο Τέξας και ίππευε συχνά. Ο Τόλκιεν δεν έμαθε τα δάση από εγχειρίδια Βοτανολογίας. Μεγάλωσε στην επαρχία, την εποχή που αυτό σήμαινε ύπαιθρο.

Έγραψα πιο πάνω ότι η «ελληνικότητα» ως ζητούμενο είναι κάτι αρνητικό. Και επιμένω. Λέω «γράφτε κάτι ελληνικό» υποθέτοντας ότι η Ελλάδα είναι αυτό που γνωρίζουμε, αυτό το οποίο μπορούμε να αξιοποιήσουμε για να γράψουμε καλά. Όχι για να διαφημίσουμε την Ελλάδα ή να πουλήσουμε βιβλία χάρη σ’ αυτήν. Απλά γιατί ίσως από εκεί μπορέσουμε να αντλήσουμε συγγραφική δύναμη για το έργο μας. Στην τελική, ποτέ δε θα έχουμε καλό ελληνικό φάνταζυ αν προσπαθούμε να γράψουμε κι εμείς για Βίκινγκ ή Κέλτες. Οι απόγονοί τους πάντα θα το κάνουν καλύτερα από μας.

Κι αν κάποιος δεν ξέρει αρκετά για την ελληνική Ιστορία-Μυθολογία για να την περάσει στο έργο του (ΔΕΝ είναι θανάσιμη αμαρτία), υπάρχουν άλλα πράγματα που θα γνωρίζει ή θα έχει ζήσει για να αξιοποιήσει. Αν του αρέσει η μαγειρική, ας γράψει για αλχημιστές, με μείγματα, μυστικές συνταγές και σπάνια υλικά. Αν του αρέσει η μπάλα, ας γράψει για οπαδισμό, στημένα παιχνίδια και πάθος των κερκίδων σε μια φανταστική αρένα. Αν κάνει ιστιοπλοΐα, ας γράψει μια ναυτική φανταστική περιπέτεια. Οτιδήποτε είναι κτήμα μας μπορεί να γίνει μια καλή αφορμή για φάνταζυ. Αυτό που μας λέει πώς να γράψουμε, αλλά δεν μπορεί να μας πει τι να γράψουμε, είναι το ίδιο το φάνταζυ. Είπα ότι πρέπει να έχουμε καλή γνώση του πεδίου, αλλά αν περιοριστούμε εκεί, όπως κάνουν πολλοί συγγραφείς, Έλληνες και μη, θα γράφουμε ανοησίες στερούμενες πειστικότητας, με κοινωνίες που δε θα ήταν βιώσιμες, με αναχρονισμούς, με ανακρίβειες. Η λογοτεχνία του φανταστικού ΔΕΝ είναι εγκυκλοπαίδεια. Δε θα μάθετε από εκεί τον κόσμο. Τα τόξα δεν λειτουργούν σαν τα πιστόλια. Τα άλογα είναι ζωντανά πλάσματα, δεν είναι ποδήλατα χωρίς αντιδράσεις. Μην αντιγράφετε ότι είδατε αλλού, ή ότι σας φαίνεται λογικό. Ή καθίστε να μάθετε ή μη μπαίνετε σε λεπτομέρειες που μπορεί να σας εκθέσουν.

Διαβάστε, λοιπόν, φάνταζυ. Και όχι μόνο φάνταζυ. Ζήστε. Κι ύστερα γράψτε γι’ αυτό που κατέχετε καλά. Αν είναι η Ελλάδα, καλώς. Αν είναι κάτι άλλο, και πάλι καλώς.


*: Προτείνω να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο, μιας και είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Για την ακρίβεια, προτείνω να παρακολουθείτε το ιστολόγιο του nihilio όπως κάνω κι εγώ

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Η καθαρότητα της Φυλής

Λέει η «Φυλλάδα του Μέγ’ Αλέξανδρου» (τουλάχιστον στις εκδόσεις του 18ου μ.Χ. αιώνα, αν όχι ήδη στις πρώτες του 4ου):

Ηύραν ανθρώπους μονοπόδαρους, με ουρά ωσάν πρόβατα, και πιάνοντας πολλούς και απ' αυτούς, ήφεράν τους εις τον Αλέξανδρον· όστις τους ερώτησε λέγων· πώς είστε αυτού; […] Το κρέας μας είναι νοστιμώτερον από όλα τα πετούμενα και τετράποδα, το κουφάρι μας γέμει πολύτιμα λιθαρόπουλα, με χοντρόν μαργαριτάρι, και το πετζί μας σίδερον δεν το απερνά. Ως τους ήκουσεν ο Αλέξανδρος, εγέλασε λέγων· ο άνθρωπος από την γλώσσαν του χάνει το κεφάλι του.


Ας έχουν τόσο παράξενη φυσιολογία, ας είναι βρώσιμα, τα πλάσματα που περιγράφονται δεν τα χαρακτηρίζει με κάποιο τρόπο «μη ανθρώπους» ο συγγραφέας.

Στον Πάρσιφαλ (γραμμένο γύρω στο 1200), ο πρωταγωνιστής έχει έναν ετεροθαλή αδελφό ονόματι Feirefiz, από Μαυριτανή μητέρα, ο οποίος είναι παρδαλός, με άσπρα και σκούρα μπαλώματα, όπως θα ήταν ένα ζώο με γονείς διαφορετικών χρωμάτων. Προφανώς, ο ραψωδός δεν είχε ποτέ συναντήσει μιγάδα. Αλλά το όλο θέμα δεν έχει κάποιο κρυφό νόημα, είναι καθαρά για λόγους ποικιλίας και εξωτισμού. Ο Feirefiz περιγράφεται ως ιδιαίτερα εμφανίσιμος και είναι ο μόνος πολεμιστής ισάξιος του πρωταγωνιστή.

Η φυλή – όπως λέμε «Λευκή φυλή» ή «Μαύρη φυλή», όχι όπως λέμε «η φυλή των Απάτσι» ή «η φυλή των Ζουλού» – δεν υπάρχει στις καταβολές του φάνταζυ σαν έννοια. Εμφανίζεται τη δεκαετία του 1930, και στον Howard και στον Tolkien. Κι εδώ, οι δυο μεγάλοι δεν βρίσκονται στους αντίποδες του φάσματος ως συνήθως. Οι απόψεις τους μάλλον ταυτίζονται.

Ο πρώτος μένει σε Λευκούς, Μαύρους, «Καστανούς» και Κίτρινους, ενώ ο δεύτερος μιλάει για ξωτικά, νάνους και χόμπιτ, αλλά η λέξη είναι ίδια: race. Δε μιλάμε για έθνη ή είδη, αλλά για φυλές. Και ισχύουν οι ίδιες πάνω-κάτω παραδοχές στους δυο πατέρες του είδους, οι οποίες θα έπρεπε να φαίνονται παράξενες σε έναν σύγχρονο αναγνώστη:

- Υπάρχει σαφής ιεραρχία από το καλύτερο προς το χειρότερο. Ο Λευκός είναι ανώτερος σε κάθε ουσιαστικό ζήτημα από τον Μαύρο. Το ρέψιμο του πιο φάλτσου ξωτικού είναι μελωδικότερο από το τραγούδι του πιο καλλίφωνου Ανθρώπου. Ο νάνος ξεπετάει ένα αριστούργημα στο λεπτό άμα έχει σφυρί και αμόνι. Το χόμπιτ είναι ανθεκτικό στα πάντα. (Στη μια περίπτωση, ο αναγνώστης ως Λευκός είναι στην κορυφή, στην άλλη ως Άνθρωπος είναι στον πάτο, αλλά η ουσία είναι πως δεν υπάρχει η έννοια της ποικιλίας, μόνο της κλίμακας)

- Οι μικτοί γάμοι δεν είναι απλώς κατακριτέοι, είναι και ανύπαρκτοι. Πιο σπάνιοι απ’ όσο υπήρξαν ποτέ στην Ιστορία κι απ’ ότι ήταν στις ιδιαίτερες πατρίδες των δυο συγγραφέων. Ενώ οι φυλές στο φάνταζυ ζουν πολύ πιο ανάκατες από τις διάφορες εθνότητες στον Μεσαίωνα του πραγματικού κόσμου, δεν υπάρχει σεξουαλική έλξη μεταξύ τους. Οι ξωτικοκυράδες είναι πιο ωραίες από τις Ανθρώπινες γυναίκες, αλλά δεν ποθούν όλοι οι Άνθρωποι μια τέτοια σύζυγο. Ομοίως για τις Λευκές και τους μη Λευκούς άντρες. Σε ορισμένες περιοχές των ΗΠΑ οι ενώσεις αφρικανών και ινδιάνων δεν ήταν ασυνήθιστες, αλλά ούτε οι Καστανοί παντρεύονταν Μαύρους, ούτε ένας στους δεκατρείς νάνους βλέπει έστω μία χομπιτίνα του γούστου του σε ολόκληρο χωριό.

- Οι βιολογικές διαφορές μεταξύ των φυλών δεν παίζουν κανένα ρόλο στην κουλτούρα και την καθημερινή ζωή τους. Οι κοινωνίες τους λειτουργούν όπως θέλει ο συγγραφέας κι όχι όπως επιβάλει η Φύση. Αντοχή στα τραύματα, υπέρτερη μυϊκή δύναμη, περιορισμένο ύψος, ακόμη και αθανασία, τίποτε δεν αλλάζει το σκεπτικό τους, τίποτα δε λαμβάνουν υπόψη. Υπάρχει μια ψυχολογική προδιάθεση που καθορίζει ότι θα χτίζουν τα σπίτια τους με συγκεκριμένο τρόπο, θα υφαίνουν τα ρούχα τους με συγκεκριμένο τρόπο, θα φτιάχνουν τα έπιπλά τους με συγκεκριμένο τρόπο, θα φέρονται με συγκεκριμένο τρόπο και η πρακτικότητα εκπαραθυρώνεται.

- Οι Ινδοί έχουν τις κάστες, οι δυτικοευρωπαίοι τους ευγενείς, οι Ιάπωνες το giri, εμείς οι Έλληνες το φιλότιμο. Οι φανταστικές φυλές δεν αρέσκονται στις πολιτισμικές έννοιες που να μην μεταφράζονται εύκολα σε κάποιο αγγλοσαξωνικό αντίστοιχο και να θέλουν την εξήγηση ενός αληθινά ξένου τρόπου σκέψης. Δεν προτιμούν κοινωνικές δομές οι οποίες να μην είναι ωμά λογικές και εμφανώς κατασκευασμένες, χωρίς καμιά μυρωδιά παράλογης παράδοσης ή αληθινής πολυπλοκότητας. Απευθείας από τη φιλοσοφία και τις ουτοπίες του Διαφωτισμού ή των αρχών του εικοστού αιώνα, στο χαρτί. Οι τέλειες λειτουργούν ρολόι, χωρίς κανέναν ρυθμιστικό μηχανισμό. Οι ατελείς έχουν εμφανή ελαττώματα, αλλά δεν καταρρέουν, κι ας μην έχουν καμία αιτία συνοχής στην καθημερινότητά τους.

- Οι Άνθρωποι και οι άνθρωποι τεκνοποιούν με οτιδήποτε κινείται. Με ξωτικά, με τελώνια, με δαίμονες από το απώτερο διάστημα. Αλλά οι διασταυρώσεις συνοδεύονται από περίεργα φαινόμενα. Ο αθάνατος γονέας γίνεται θνητός, το παιδί γεννιέται με χαρακτηριστικά που δεν τα είχε καμιά από τις αρχικές φυλές.

- Φυλές και λαοί, δεν έχουν καμιά επαφή μεταξύ τους πριν την έναρξη του βιβλίου, δε βγαίνουν από τα σπίτια τους. Αναγκαζόμενοι να συμπρωταγωνιστήσουν διάφοροι ξένοι μεταξύ τους, σοκάρονται ή μένουν έκθαμβοι κάθε δεύτερη σελίδα με το πώς ξυρίζεται ο άλλος, πώς σκέφτεται, πώς πολεμάει, τι τρώει. Είτε για να βγει γέλιο, είτε για να μπει ένα ακόμα κήρυγμα των απόψεων του συγγραφέα στο στόμα κάποιου χαρακτήρα.

Όλα αυτά είναι δείγματα της εποχής εκείνης. Έγκριτοι επιστήμονες συμβούλευαν τον Τσώρτσιλ να μη φοβάται πόλεμο με τους Ιάπωνες, μιας και τα σχιστά μάτια τους δεν έχουν σωστή αίσθηση του βάθους κι έτσι δεν μπορούν να στελεχώσουν ικανή αεροπορία. Βιολόγοι προσπαθούσαν με μετρήσεις να αποδείξουν ότι οι «φυλές» είναι ξεχωριστά είδη του Homo Sapiens, με διαφορετικές δυνατότητες. Δεν κατακρίνω τον Howard και τον Tolkien που περιγράφουν τον κόσμο όπως τον έβλεπαν γύρω τους, δεν αφαιρεί από την λογοτεχνική αξία του έργου τους. Αν από κάποιο θαύμα βρίσκονται και τα δικά μου βιβλία σε κυκλοφορία εβδομήντα χρόνια μετά την έκδοσή τους, δεν θα φαίνονται λιγότερο δέσμια ξεπερασμένων πια απόψεων.

Αλλά δε ζούμε πλέον στο Μεσοπόλεμο και δεν υπάρχει μόνο μια επιλογή για το πώς θα χειριστούμε τις φυλές στο φάνταζυ σήμερα, ανοίγονται πολλοί δρόμοι μπροστά μας, άλλοι με προοπτικές κι άλλοι αδιέξοδοι. Μπορούμε:

- να είμαστε εντελώς αστοιχείωτοι για το είδος το οποίο υπηρετούμε και την ιστορία του. Να συγχέουμε τις συμβάσεις μιας περασμένης εποχής με τις συμβάσεις του ίδιου του φανταστικού. Δηλαδή, να γράφουμε με τις ίδιες παραδοχές που είχαν οι δυο μεγάλοι στα έργα τους γιατί «αυτό είναι φάνταζυ». Η λύση που επιλέγει η πλειοψηφία των μετά το ’80 συγγραφέων. Συνήθως μιλάμε για μια φυλή υπερανθρώπων στην οποία θα ανήκει ο ήρωας για να ικανοποιούνται οι εφηβικές φαντασιώσεις ισχύος του αναγνώστη και/ή μια φυλή υπανθρώπων την οποία θα γενοκτονεί ο ήρωας χωρίς την ανάγκη για τύψεις.

- να φτιάξουμε μια «φυλή» που δεν έχει πραγματικούς λόγους, να μην ενωθεί με την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Για την ακρίβεια, η κοινωνία της θα κατέρρεε ερχόμενη σε επαφή με τις υπόλοιπες. Την τοποθετούμε σε μια απομακρυσμένη ήπειρο μόνη της ή σε μια άλλη διάσταση και κλείσαμε. Λύση συνηθισμένη και πιστευτή. Αλλά φτηνή, σε ένα λογοτεχνικό είδος στο οποίο χτίζουμε τον κόσμο όπως εμείς θέλουμε.

- να φτιάξουμε μια πραγματικά ξένη φυλή, η οποία ίσως είναι ανθρωποειδής πλην αμφίβια ή ίσως αποτελείται από κατσαρίδες με τέσσερα φύλα. Να δουλέψουμε σοβαρά πάνω της, βάζοντας λίγη Κοινωνιολογία, λίγη Βιολογία, λίγη Λαογραφία, λίγη Γλωσσολογία, μπόλικη κοινή λογική. Όπως κάνουν με τους εξωγήινους στην Επιστημονική Φαντασία. Τίμια τακτική που δεν μπορεί να την μεμφθεί κανείς. Απλά χρειάζεται χώρος σε ένα βιβλίο για παρουσιαστούν και να αναλυθούν όλα αυτά, τόσος χώρος που κινδυνεύει να επισκιάσει την πλοκή του έργου. Εκτός κι αν αυτό είναι το επίκεντρο της πλοκής. Δεν είναι ο τρόπος που σκέφτομαι σαν συγγραφέας και δε νομίζω πως θα πάρω τέτοια κατεύθυνση ποτέ. Σαν αναγνώστης δεν είμαι αρνητικός, αρκεί να μην είναι απλά αφορμή για να δω μια ακόμη ουτοπία ή δυστοπία.

- να μη μιλήσουμε για φυλές, αλλά για λαούς. Ανθρώπους σαν όλους τους άλλους, οι οποίοι έχουν επιλέξει τον απομονωτισμό και μια κοινωνία-κλειστό σύστημα με μηχανισμούς που παρεμποδίζουν την αλλαγή και την διάλυσή της (ιστορικό παράδειγμα: αρχαία Σπάρτη). Στα συν, μιας και μιλάμε για φάνταζυ, μπορούμε να εισαγάγουμε για έναν τέτοιο λαό μικρές βιολογικές διαφορές από την υπόλοιπη ανθρωπότητα, οι οποίες να είναι η αιτία που έχτισαν μια τέτοια κοινωνία και ταυτόχρονα η βοήθεια με την οποία μπορούν να την συντηρούν. Έχω χρησιμοποιήσει τέτοια τακτική σε γραπτά μου, αλλά όχι στους Γιους της Στάχτης.

- να έχουμε, μόνους τους ή μαζί με φυλές στο ίδιο βιβλίο, παράξενους λαούς στους οποίους χωρίζονται οι Άνθρωποι. Να τραβήξουμε αυθαίρετες γραμμές στο χάρτη, χωρίς κάποιο φυσικό όριο όπως βουνό ή ποτάμι και να πούμε «από ‘δω και πέρα ζουν οι μεγαλόσωμοι βουνίσιοι με τις γενειάδες, από την άλλη οι μελαχροινοί και μικρόσωμοι θαλασσινοί». Και να φτιάξουμε πολιτισμούς που θα αφήσουν ιστορία, όπως ο διαρκώς επανεμφανιζόμενος στο κακής ποιότητας φάνταζυ, εκείνος που πιστεύει στην τύχη. Μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι ρίχνουν ζάρια για να πάρουν και την παραμικρή καθημερινή απόφαση. Τις δυο-τρεις πρώτες φορές που το είδα γέλασα – και ήμουν 15 χρονών. Τώρα πια τρομάζω όταν συνειδητοποιώ πως ένας άνθρωπος ικανός να ολοκληρώσει ένα βιβλίο 200 σελίδων με αξιοπρεπή γραφή, βάζει κάτι τέτοιο μέσα και δεν καταλαβαίνει πως είναι ηλίθιο.

- να συνειδητοποιήσουμε ότι οι δυτικοευρωπαίοι το μεσαίωνα όντως δεν έβγαιναν από το χωριό τους, δεν ήξεραν τίποτε για κανέναν άλλον και έπαθαν πολιτισμικό σοκ όταν οι Σταυροφορίες τούς ταξίδεψαν. Αλλά εμείς δεν είμαστε απόγονοί τους. Οι Βυζαντινοί, οι Άραβες, οι Ρώσοι, οι Κινέζοι, οι Ινδοί, είχαν εμπορικές σχέσεις, αντίληψη της ύπαρξης άλλων ανθρώπων με άλλους τρόπους ζωής. Δεν ήξεραν όλες τις λεπτομέρειες, υπήρχαν παρανοήσεις και φήμες και προπαγάνδα και μισαλλοδοξία. Αλλά υπήρχαν και ταξιδιωτικά κείμενα. Όσοι ζούσαν στα σύνορα ή εμπορεύονταν, έρχονταν συχνά σε κάποια επαφή με τους γείτονες, συμπεθέρευαν μάλλον συχνά. Και δυο άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής που γνωρίζονταν μπορούσαν να αλληλοεκτιμηθούν ή η σχέση τους να παραμείνει τεταμένη, όποια κι αν είναι η επίσημη σχέση των πατρίδων τους, όχι όμως γιατί μοιράστηκαν τον ίδιο υπνόσακο στο Δάσος της Λησμονιάς ή επειδή κοντεύει να τελειώσει το βιβλίο και χρειάζεται δραματουργική λύση κάθε ανοιχτού ζητήματος. Σ’ αυτά τα πλαίσια προσπαθώ να κινηθώ στους Γιους της Στάχτης.

Αν πάρεις τους ανθρώπους που όλοι ξέρουμε και τους δώσεις φτερά, τους βάλεις να φοράνε μόνο κόκκινα ρούχα και να ζουν σε μια πόλη-κράτος με τρεις «κάστες», Ευγενείς, Στοχαστές και Τεχνίτες, λες και είναι μυρμήγκια, δεν έχεις μόλις φτιάξει μια νέα φυλή με πολλές προοπτικές. Έχεις φτιάξει μια καρικατούρα. Οι «μη άνθρωποι» θέλουν δουλειά και βάθος, το ίδιο και τα διάφορα έθνη των ανθρώπων. Και δουλειά προς τη σωστή κατεύθυνση με τα σημερινά δεδομένα. Γιατί τον Howard και τον Tolkien δεν μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει ότι δεν ήταν διαβασμένοι ή ότι δεν δούλεψαν τους κόσμους. Αλλά δεν μπορούμε αιωνίως εμείς να «πατάμε» πάνω στη δουλειά τους, τη στιγμή που έχουμε άλλα δεδομένα στη διάθεσή μας.

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009

Οι Περιφέρειες - Πελάγους

Στο Πέλαγος υπάρχουν εικοσιένα νησιά, δεκάδες νησόπουλα με μια ή δυο οικογένειες πάνω τους και αμέτρητες βραχονησίδες. Από τόπο σε τόπο, τα έθιμα και η ντοπιολαλιά διαφέρουν, αν και είναι ορατή μια κοινή ρίζα πάντα. Με τις εμπορικές συναλλαγές, οι ιστορίες μεταδίδονται και επιζούν σαν αφηγήσεις σε κάθε νησί, αλλά είναι αδύνατον να πει κανείς ποια μορφή τους είναι αρχαιότερη και κοντινότερη στα αυθεντικά γεγονότα, ποια έχει διαστρεβλωθεί περισσότερο από το σκεπτικό του αφηγητή.

Για παράδειγμα, οι κάτοικοι της Νήου και εκείνοι της Κήρου, αν και βρίσκονται σε συνεχή επαφή, έχουν εντελώς διαφορετικές κοσμοθεωρίες. Οι πρώτοι είναι οι καλύτεροι ναυπηγοί στο Πέλαγος, πλούσιοι πλοιοκτήτες, περήφανοι, ιδιαίτερα τοπικιστές - μόνο οι καραβοκύρηδες-έμποροι ταξιδεύουν και δύσκολα κερδίζει κανείς την εμπιστοσύνη τους για να βρεθεί φιλοξενούμενός τους. Οι δεύτεροι είναι οι καλύτεροι ναυτικοί στο Πέλαγος, δουλεύουν στα νηώτικα πλοία από ανάγκη γιατί το έδαφος του νησιού τους είναι φτωχό, είναι ξακουστοί για την πραότητά και την ταπεινότητά τους, ενώ είναι και ιδιαίτερα φιλόξενοι στο σπιτικό τους.


Ζιατί οι Νηώτες ‘εν κάνουσιν Κηριώτες γαμπρούς

Μνια βολά τσ’ έναν τσαιρό, ήσαν τρεις καραβοτσυραίοι ‘δω στη Χώρα, αδέρφια, τσ’ είχασιν τσαι μια αδερφήν πεντάμορφην. Οι γονιοί τζοι είχασιν ποθάνει χρόνια τσαι η μάνα τζοι τσοι είχεν αφημένα φυλαχτάρια, ζια την κακιάν την ώραν.

Σ’ ένα ταγκζίδιν που ήσαν όλοι αντάμα στο ίδιο καράβιν ζια ν’ αγοράσωσιν οίνους στη Βότρια, ο πρωτοναύτης τζοι – που ήτο άτιμη Κηριώτικη σπορά – τσοι άφησεν να πίουσιν ώσπου ζαλιστήκασιν τσαι άμα ζυρίσασιν στο καράβιν, εκέρνα τζοι πλιο ακόμα.

Άμα ξυπνήσασιν με το τσεφάλι βαρύν, τζοι είπε πως του είχαν κάμει λόγο να γενεί γαμπρός τσαι συνεταίρος, να πάρει την αδερφήν τζοι. Τέθοιο πράμα ‘εν εθυμούντασιν. Μα ‘εν εθυμούντασιν τσαι άλλον πράμα, από τσοι πολλούς οίνους τσαι από ντροπή ‘εν μπορούσασιν να κάμουν πίσω, μήμπως τσαι αλήθεια είχασιν κάμει όρκον.

Σα φτάσασιν πίσω στη Νηο, βγάλασιν λαλητήν να πει τον γάμον στσοι ζειτονιές τσαι φωνάξασιν παπά να κάμωσιν τον αρραβώναν.

Μα ο πονηρός ο Κηριώτης ‘εν είχεν στο νου του να γενεί μονάχα αδερφός τζοι, είχεν αποφασίσει να τσοι γκζεκάμει κιόλα, να απομείνωσι όλα τα καράβια τζοι δικά του τσαι όλες τσοι σεντούκες τζοι να τσοι πάρει προίκαν.

Κάλεσέν τζοι να θηρεύσωσιν ρήζισσες, στο βουνίν μπζηλά. Ξεμονάχιασεν τον μικρόν, αμούστακον αγόρι ακόμα, τσαι κάρφωσέν του στην τσοιλιάν ένα κοντάριν που είχεν κρυμμένον από πριν στσοι βάτους. Σαν ακούσασιν οι μεγάλοι τη φωνήν τσαι ετρέξασιν, είπεν τζοι ο γαμπρός πως τον αδερφόν τζοι τον εσούβλισεν ελάφιν που ξάφνισέν το.

Κάμασιν πέθος, κρεμάσασιν τα μαύρα σκουτιά στα παρεθύρια τσαι μάζεψεν η αδερφή το φυλαχτάριν τση μάνας τζοι από του αδικοσκοτωμένου το στήθι, να θυμάται τον από δαύτο τουλάιστον, αφού ‘εν τον βοήθησεν που φόρα το. Καθά πως το έχομεν συνήθειο, ο γάμος πήεν πίσω μνια χρονιά.

Άμα πέρασε το πέθος τσαι ήσαν πάλι προετοιμασίες ζια την εκκλησά, είπεν τους κωνιάδους του ο πονηρός να πάγωσιν ζια το νυφόγκζυλλον. Πήρασιν τα μπριόνια τζοι τσαι τσοι αγκζίνες τζοι τσαι δώσασιν δρόμον. Ο πρωτοναύτης είχεν πάει από προηγούμενην μέραν τσαι είχεν πελετσήσει ένα μεγαλόν δεντρί. Τσαι μόλις το περάσασιν οι άλλοι, το αμπώχνει τσαι το ρίχνει καθά μέρος τζοι. Ο μεγάλος έσμπρωγκζεν τον μεσαίον παράμερα να γλιτώσει τσαι πλακώθηκεν μονάχος του τσαι πάει τσαι. Είπαν τύχη του ήτο, ‘εν καταλάβασιν το φόνο.

Πάλι τσηδείες τσαι πέθος τσαι μαύρα σκουτιά, πάλι πίσω ο γάμος μνια χρονιά, πάλι μάζεψεν η αδερφή τση μάνας το φυλαχτάριν από του αδικοσκοτωμένου το στήθι. Σαν πέρασεν ο τσαιρός, είπεν ο πονηρός του τελευταίου κωνιάδου να πάγουσιν στο βουνί να κάμουσιν νυχτέρι στο ξωκλήσιν, μην εύρει τζοι πάλι κακόν. Πήρασιν το μονοπάτι το πισινό, από του Μαώρου τα Καλύβια αποπάνου. Τσαι ότι φτάνασιν την κορυφήν, δίνει μνια ο πονηρός τσαι στέλει τον μεσαίο καραβοτσύρη να τσακίνεται στο κρεμνί στα βράχια.

Τρίτη φορά πέθος, τρίτη φορά μαύρα σκουτιά, τρίτο φυλαχτάριν μάζωξεν η αδερφή από αδικοσκοτωμένου στήθι. Άλλους συγγενείς ‘εν είχεν, ο γάμος ‘εν πήαινεν άλλον πίσω, να μη μείνει μοναχή τζη. Ένα φεγγάρι που ‘πρεπε να περάσει ως το μυστήριον, είπεν ο γαμπρός να το κάμει ταγκζίδιν, να πάρει τσαι δώρα νυφιάτικα.

Η νύφη, καλύτερά της έτζι. Είχεν λωλαθεί από την λύπην με το χαμό των αδερφώνε της τσ’ έρωτα ζια τον Κηριώτη ‘εν είχεν. Πήεν στο ακροζιάλι, εκρέμασεν τα φυλαχτάρια του αδερφώνε τση στα σκίνα, έβγαλεν τσαι το δικό της, κρέμασέν το κι εκείνον, τσ’ ετοιμάστη να πέσει να πνιεί, να πάει κοντά στο σόι της που είχεν ξεπατωθεί. ‘Εν επρόλαβε να βουτήξει, εσηκώθη το νερό μπρος της όρθιον.

«Στάσε!», είπεν την κόρην η κυρα-Θάλασσα. «Από να σε πάρω τσαι να με καταριέται ο κόσμος, καλύτερον σου να πάεις καλογριά να με βλογάς, να σχωρνιούνται τσαι οι ποθαμένοι σου. Ρίξε μου τα φυλαχτάρια σας, ζιατί μεγάλον άδικο σας έχει γενεί τσαι τώρα θα το λύσω. Τσαι μη φοβάσαι πως δε θα σε κρατήσωσι σε μοναστήρι που είσαι ταμένη ζια γάμο. Οι μέρες του αρραβώνα σου μετρημένες είναι».

Όπως ορμήνεψέν την η κυρα-Θάλασσα, έτσι έκαμεν η κοπέλα, τα φυλαχτάρια εριξέν τα τσαι πήεν να καλογερέψει. Τσ’ ότι ζύριζε ο πρωτοναύτης ο άτιμος στη Νηο, ετσακίστη το καράβιν σε γκζέρα τσαι εξεβράστη αυτός μισοπνιμένος στη Χώρα. Τσαι από το φόβο του, τα κρίματα τσαι τ’ άδικα που είχεν καμωμένα τα εμαρτύρησε πριν του βγει η ψυχή, τσαι τα έμαθε ο κόσμος.

Τσαι από τότε ‘εν κάνουσιν οι Νηώτες γαμπρούς Κηριώτες.


Γιατί οι Κηριώτες δεν πααίνουν γαμπροί στη Νηο

Τον καιρό των παλαιών ταξιδιών, ήταν ένας Κηριώτης. Συγγενείς και βιος αυτός δεν είχε. Είχε μονάχα μια δουλειά κοντά σε τρεις αδερφούς Νηώτες με πολλά καράβια.

Τα αφεντικά καλά δεν ήταν. Ήταν σφιχτοχέρικα και πολύ τους έβαζαν να δουλεύουν τους ανθρώπους τους. Μια φορά, έφτασαν κι οι τρεις μαζί στη Βότρια, με το καράβι που αρμένιζε ο Κηριώτης. Το ταξίδι άσχημα δεν πήε. Καλά πολύ πήε κι έκαμαν κέρδη και πήραν και κρασά να πουλήσουν αλλού.

Από τη χαρά τους, αυτοί δεν κρατήθηκαν γλέντι να κάμουν σα γύριζαν σπίτια τους. Έκαμαν γλέντι εκεί και γίνηκαν σταφίδα με τα κρασά που είχαν πάρει. Και τον Κηριώτη τον κάλεσαν να τον κεράσουν γιατί ήταν άξιος ναύτης και πάντα καλή δουλειά τους έκανε. Κι αυτοί πάνω στην τύφλα τους, να τον κάνουν καπετάνιο δεν του είπανε. Του είπανε να τον κάμουν γαμπρό και συγγενή, που είχαν μια αδερφή ξακουσμένη για την εμορφάδα της, την είχε δει μια φορά κι ο ναύτης και την είχε βάλει στην καρδιά του.

Το πρωί σα συνήρθανε, το λόγο που είχανε πει, να τον τιμήσουνε δε θέλανε. Θέλανε καλύτερα να του δώσουνε ένα καράβι να το διαφεντεύει και γαμπρό να κάμουνε κανέναν της σειράς τους, να ‘χει βιος σεντούκες, να το ενώσει με το δικό τους. Μα είχανε ακούσει κι οι άλλοι ναύτες το λόγο τους και να πούνε πως έλεε ψέματα ο Κηριώτης, δε μπορούσανε. Μπορούσανε μονάχα να τον ξεφορτωθούνε με πονηριά.

Του είπανε να πάνε για κυνήι στη Βότρια πριν φύουνε, που έχει ορτύκους και λαούς και περδίκους. Αυτοί σκοπό να τον γυρίσουν ζωντανό δεν είχαν. Είχαν σκοπό να τον τοξέψουν και να πουν πως πέρναε ζάρκαδος μπροστά του και ξεστόχησαν. Μα κοντά στην Πέρια, φυσάει γερά κι ο Κηριώτης βλαστήμια για τον κυρ-Άνεμο στα ταξίδια του ποτέ δεν έλεε. Έλεε μόνο ‘καλά να ‘σαι κυρ-Άνεμε κι άσε μας να διαβούμε’. Κι ο κυρ-Άνεμος τον λυπήθηκε και του πήρε το κεφαλομάντηλο την ώρα που τον τόξευε ο μεγάλος ο αδερφός ο καραβοκύρης, κι όπως έσκυψε ο Κηριώτης να το πιάσει, ίσα πήε η σαΐτα στου μικρού αδερφού την καρδιά. Μια ανάσα που του ‘μεινε, κατάρα έριξε στο ναύτη να μη του ‘βγουνε σε καλό τα καράβια τους.

Κλάψανε οι άλλοι δύο, φωνάξανε, τον πήρανε τον σκοτωμένο στους ώμους και κατεβήκανε στο καράβι. Μοιριολόια δε λέανε. Λέανε τραγούδια της χαράς, που ήτανε ανύπαντρος ακόμα. Βάλανε μαύρα πανιά και κινήσανε.

Οι δυο καραβοκυραίοι στενοχώρια δεν είχανε. Είχανε μίσος και λέανε πως ο γαμπρός τους φταίει. Είπανε να πιάσουνε στη Λεύκη, να φορτώσουνε μάρμαρο για το μνήμα του αδερφού τους και ρίξανε άγκυρα. Πήρανε ξινάρια και τον Κηριώτη, μα στο νου τους να φτάσουνε ως απάνω στο βουνό δεν είχανε. Είχανε στο νου τους να ρίξει ο μεσαίος βράχο και να πλακώσει το ναύτη. Μα εκεί είναι γυμνός τόπος κι ο ναύτης στα ταξίδια του βλαστήμια στις ξέρες ποτέ δεν έλεε. Έλεε μόνο ‘καλά να ‘σαι κυρά-Πέτρα κι απάνω σου να μη βρούμε’. Κι η κυρά-Πέτρα τον λυπήθηκε και τον έκαμε να σκοντάψει την ώρα που ερχότανε ο βράχος και πλακώθηκε ο μεγάλος ο αδερφός αντί για δαύτονε κι γίνηκε μπουκούνια. Μια ανάσα που του ‘μεινε, κατάρα έριξε στο ναύτη να μη του ‘βγουνε σε καλό τα πλούτια από τις σεντούκες τους.

Τον πεθαμένο τον φορτώθηκε ο μεγάλος, τον πήρε κάτω στο καράβι, με τραούδια της χαράς πάλι, που ήταν και τούτος ανύπαντρος. Από στεναχώρια και πένθος ο καραβοκύρης δεν έκλαψε. Έκλαψε από το κακό του και αντί να βάλει μυαλό, έδωκε όρκο να τον ξεκάμει τον Κηριώτη.

Είπε και πιάσανε και στη Χαριέσσα, δήθεμου-τάχαμου να πάρουνε καντηλέρια μαλαματένια για την κηδεία. Εκεί άλλοι ναύτες στη στεριά δε βγήκανε. Βγήκανε μονάχα οι δυο τους με τη βάρκα, που είχε κάμει σχέδιο ο Νηώτης να τον πετάξει σε ρούφουλα που ‘ξερε από παλιά τον Κηριώτη και να τον πνίξει. Μα ο ναύτης στα ταξίδια του στη θάλασσα την αρμυρή βλαστήμια ποτέ δεν έλεε. Μόνο έλεε ‘όμορφη κυρά-Θάλασσα, σπλαχνίσου μανάδες και γυναίκες’. Κι η κυρά-Θάλασσα τον λυπήθηκε και μόλις φτάσανε κοντά στο ρούφουλα, βγήκε απάνου το κύμα και πήρε τον καραβοκύρη μέσα από τη βάρκα και τον έπνιξε εκείνον. Μια ανάσα που του ‘μεινε, έριξε κατάρα στο ναύτη να μην του ‘βγουνε σε καλό τα προικιά που θα πάρει.

Ο Νηώτης, τα κακά που θέλεσαν να του κάμουν, δεν τα είχε καταλάβει. Είχε καταλάβει μονάχα που πρώτη φορά βρήκε οικοένεια. Και τον πήρε τον πεθαμένο και τον πήε πίσω στο καράβι κλαίοντάς τον και μοιριολοώντας τον.

Σα φτάσανε πίσω στη Νηο, έδωσε τα κακά μαντάτα στην αδερφή των καραβοκυραίων και στη γυναίκα του μεγάλου που είχε παιδί μικρό. Ο γάμος να περιμένει τρία χρόνια για το πένθος δε γινόταν. Γινόταν μονάχα να παντρευτούν σε ένα φεγγάρι από την κηδεία την τριπλή, γιατί άλλος άντρας στο σόι δεν είχε απομείνει να το διαφεντεύει.

Το βιος που είχε μείνει, με τέτοιο κακό τρόπο, ο Κηριώτης να το πάρει δεν ήθελε. Ήθελε να μείνουν όλα τα καράβια και οι σεντούκες στη χήρα του κουνιάδου του και να περάσουν και σε ό,τι παιδιά του κάμει η δική του η γυναίκα. Κι αυτός να τα αυγατίζει τα πλούτια, αλλά χέρι να μη βάλει απάνω τους. Και τη γυναίκα του είπε πως με προίκες δεν την ήθελε. Την ήθελε όπως ήτανε, με το φουστάνι που φόραε μονάχα, με την εμορφάδα της και την προκοπή της. Μα να μην πάρει τα κεντήματα που έκανε με τα χέρια της τόσα χρόνια για το σπιτικό της, δεν γινότανε. Γινότανε να τα φορτώσει και να τα πάει μέσα σε ένα σπίτι καινούριο.

Μα η καραβοκυροπούλα έβαλε μέσα στα μεσάλια και τα σεντόνια κι έκρυψε ένα κουτί μικρό, με τα μαλαματικά που της είχε παρμένα η μάνα της η μακαρίτισσα. Και τη βραδιά του γάμου, να κοιμηθούνε αντάμα δεν έμελλε. Έμελλε να πιάσουν τόπο οι κατάρες οι τρεις και μόλις άνοιξε το κουτί να στολιστεί η νύφη, βγήκε φωτιά και τους καρβούνιασε. Και το είδανε με τα μάτια τους οι ανθρώποι, που είχε καλέσει όλη την Κήρο ο ναύτης να χαρεί τη χαρά του και είπανε πως κανονική δουλειά δεν ήτανε. Ήτανε κατάρα και μάλιστα νηώτικη, μιας και κακό στο νου τους για δαύτον οι συντοπίτες του δεν είχανε.

Κι από τότε οι Κηριώτες δεν πααίνουν γαμπροί στη Νηο.

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

Μπήκαμε στο επόμενο στάδιο

Σήμερα επιβεβαίωσα πως η επιμέλεια του βιβλίου έχει ξεκινήσει. Συνεχίζουμε κανονικά για Γενάρη (με στάσεις ενδιάμεσα για εξώφυλλο και, υποθέτω, διαδικαστικά όπως βιογραφικό για το εσώφυλλο).

Επίσης έμαθα ότι οι διαστάσεις του βιβλίου θα είναι ίδιες με την "Παγίδα των αηδονιών" και τον "Έραγκον" (21 x 14 εκατοστά - το πάχος προφανώς θα εξαρτηθεί από τον αριθμό των σελίδων). Θα υπάρχουν δυο ασπρόμαυροι χάρτες, ένας για τη Γνωστή Πλάση κι ένας για τη Βασιλεία Αιγλωέων, βασισμένοι σε αυτόν κι όχι εκείνον που βλέπετε μόλις μπαίνετε στο ιστολόγιο. Η χειροτεχνία είναι φυσικά του Ozzo και πάλι, ο οποίος δουλεύει τώρα σε μια έκπληξη για το μέλλον. Αναμείνατε στο ακουστικό σας.