Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

330.000 (Κι όμως!)

Κάνοντας διορθώσεις στη συνέχεια του «Κορακιού σε άλικο φόντο», έκοψα μπόλικες φλυαρίες και πέταξα κάποια κομμάτια που δεν οδηγούσαν πουθενά, ούτε προσέφεραν κάτι άλλο. Ήταν μια ολόκληρη υποπλοκή. Αλλά υπήρχαν κάποια κενά που έπρεπε να γεμίσουν, κάποια πράγματα που χρειάζονταν ανάλυση ή εξήγηση. Έτσι, έγραψα και αρκετό νέο κείμενο. Γι’ αυτό μου πήρε τόσο καιρό να τελειώσω. Αποτέλεσμα; Αντί να μικρύνει το τέρας, εκτοξεύτηκε στις 330.000 λέξεις (ενδεικτικά, το «Κοράκι» ήταν γύρω στις 130.000).

Η προφανής λύση είναι να κόψω το κείμενο και να το κάνω δυο ξεχωριστά βιβλία. Το προτιμώ να πάρω εγώ την απόφαση πού θα χωριστεί και να στήσω το ρυθμό και τις κορυφώσεις μου αναλόγως, παρά να κοπεί σε δυο τόμους για λόγους βιβλιοδεσίας, τους οποίους ο αναγνώστης θα διστάζει να αγοράσει/ξεκινήσει. Σάμπως και σε έναν τόμο να βγει, δε θα είναι τρομακτικό για πολλούς, και σαν τιμή και σαν όγκος; Ούτως ή άλλως, προτιμώ να ξέρω απέξω κι ανακατωτά κάθε γραπτό μου όσο το δουλεύω, να μπορώ να το γυρίσω μέσα στο μυαλό μου και να το δω από κάθε γωνία για να κάνω τη λεπτοδουλειά. Αυτό εδώ έχει διογκωθεί τόσο που δυσκολεύομαι να το διαχειριστώ.

Αλλά λέει μια ιστορία, από την αρχή μέχρι το τέλος της. Όπου και να τραβήξω τη μαχαιριά για να το χωρίσω, κάποια νήματα νομίζω πως θα κοπούν κι οι άκρες τους θα μείνουν μετέωρες.

Δεν ξέρω ακόμα τι θα κάνω. Περιμένω γνώμες κι από τους δοκιμαστικούς αναγνώστες μου.

Αυτά είναι τα νέα αυτή τη στιγμή και η ουσία της ανάρτησης για όσους δεν ενδιαφέρονται για τη διαδικασία της συγγραφής και τα γρανάζια που γυρίζουν μέσα της. Κατά τα άλλα, εδώ θα κάνω τον κόπο να μιλήσω για τον τρόπο που δουλεύω και να εξηγήσω γιατί πήρε τα πάνω του το βιβλίο σε μέγεθος. Γράφω γρήγορα (όταν το παίρνω απόφαση να στρωθώ), πατώντας πάνω σε ιδέες και κατευθύνσεις, όχι σε σχεδιαγράμματα. Αφήνω τα πράγματα να πάρουν τη φυσική τους τροπή αντί να τα χαλιναγωγώ.

Όταν τελειώνω και βγαίνει αυτό το ακατέργαστο πράγμα που λέμε «πρώτη γραφή», είναι γεμάτο με σημάδια που προοιωνίζουν πράγματα που τελικά δε συμβαίνουν (γιατί δε χωρούσαν στην πλοκή ή γιατί βρήκα κάτι καλύτερο να μπει στη θέση τους), καθώς και με πράγματα που πετάγονται από το πουθενά χωρίς να έχουν ρίζες στην αρχή του κειμένου (γιατί συνειδητοποίησα στην πορεία πως έλειπαν).

Τα πρώτα πρέπει να ξηλωθούν και τα δεύτερα πρέπει να στηριχτούν. Πονάει η ψυχή του συγγραφέα όταν πετάει σελίδες ολόκληρες από λέξεις που ζορίστηκε να τις στριμώξει στο χαρτί ή το αρχείο. Θέλει θάρρος. Και είναι γρίφος να βρεις πού ακριβώς να βάλεις τις πρώτες εμφανίσεις των νέων προσώπων και πλοκών δίχως να χαλάσεις τις ισορροπίες και το ρυθμό του κειμένου ή να ξεχάσεις τίποτα που θα σκάσει μετά απροειδοποίητα φάντης μπαστούνι. Θέλει υπομονή και προσοχή, ψιλό κεντίδι. Αλλά αν δεν το κάνεις, το βιβλίο θα έχεις τρύπες και θα φαίνεται. Αυτό είναι το πρώτο χέρι των διορθώσεων (ή «δεύτερο χέρι/δεύτερη γραφή»).

Δυστυχώς, πολλοί συγγραφείς κουράζονται τόσο από την προσπάθεια της συγγραφής που δεν έχουν κουράγιο να μπουν σε τέτοια διαδικασία μετά. Κι αυτό τους χαντακώνει. Καλύτερα να αφήσουν λίγο χρόνο και να ξαναπιάσουν το έργο τους όταν θα είναι έτοιμοι, παρά να τρέξουν αμέσως να το εκδώσουν και να δημιουργήσουν κακές εντυπώσεις.

Όχι πως κι εκεί (μετά το δεύτερο χέρι) τελειώνουν τα πράγματα. Δεν είναι υποχρεωμένος κανείς να δουλεύει σαν εμένα. Μπορεί να πάει μεθοδικά και να τα έχει όλα οργανωμένα στην πρώτη γραφή. Να τον βγάλει το ταλέντο ως εκεί, να ξέρει τέλεια την ιστορία που θέλει να πει. Μόνο που ακόμα και οι μεγαλύτεροι συγγραφείς, τωρινοί ή παλιοί, δεν έβγαζαν άψογο κείμενο με την πρώτη. Δεν είμαστε μηχανές. Η ιστορία ίσως να είναι όπως πρέπει, οι λέξεις που την απαρτίζουν όχι.


Χρειάζεται τουλάχιστον ένα χέρι ακόμα στην οθόνη, για τυπογραφικά, ορθογραφικά κι εκφραστικά λάθη. Κι ένα τελευταίο, οπωσδήποτε, με το κείμενο τυπωμένο. Ως εκεί θα έχεις αποστηθίσει σχεδόν τις λέξεις, θα τις έχεις σιχαθεί και δε θα θες να τις ξαναδείς. Όταν, όμως, αρχίζεις να το κάνεις αυτό, να χτενίζεις και να στρώνεις τα γραπτά σου πριν τα εκθέσεις στο ευρύ κοινό, τότε έχεις πάψει απλά να «γράφεις» και «είσαι συγγραφέας», κατά τη γνώμη μου. Τη διαφορά δεν την κάνει η έκδοση ή η αναγνώριση, αλλά η σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζουμε την ασχολία μας.