Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009

Οι Περιφέρειες - Παράλου

Η Περιφέρεια Παράλου έχει κομβική θέση σε στεριά (φιλοξενεί σημαντικά περάσματα από τα βουνά που διχοτομούν την Οικεία Ανατολή, τις Χαλκές και τις Σιδηρές Πύλες) αλλά και στη θάλασσα, σαν σταθμός ανεφοδιασμού στα πλοία των Περατινών πριν συνεχίσουν προς τη Γη των Δηωτών και άλλα εξωτικά μέρη στα οποία εμπορεύονται. Ο μακρόχορνος συγχρωτισμός μαζί τους, έχει προσφέρει στην τοπική διάλεκτο πολλές λέξεις με ξενικό ήχο [Σημείωση: η "χειροδότηση" που αναφέρεται στο κείμενο είναι το αντίστοιχο του σταυροκοπήματος για την Πλάση]

Ο ψαράς κι η θυατέρα η μαρμάρινη

Τα παλιά τα χρόνια – σα να λέμε τόμου του Παπά ο Πλάτανος ήτο λιανός και μπόρουνε ένα γερό παλικάρι να τόνε αγκαλιάσει γύρω-τροΰρω – είχε κάμει μια μεγάλη φουρτούνα και πήανε σούμπιτα τα μισά καΐκια κι οι μισές βάρκες του χωριού. Ένας από τσου ψαράδες που πνιήκανε, χήρος ήτο, άφηκε πίσω τη μάνα του και το γιο του μονάχους.

Μπάλωνε η γριά δίχτυα, πήαινε το παιδί βοήθαγε σε αλλουνούς καραβοκυραίους, κάπως τήνε κουτσοβγάνανε. Έξοδα δεν κάνανε, μια παλιά βράκα χιλιομπαλωμένη φόραε το παιδί, μια φουστάνα μαύρη χιλιοτριμμένη η νόνα του, και τσου γελάανε οι ανέμυαλοι. Α μα με τα πολλά μαζώξανε δυο φούχτες χάλκινα και κάμανε καινούρια βάρκα, να τη δουλεύει το παλικάρι ατό του.

Αγαντάρει μια μέρα, μήτε σπάρος στα δίχτυα. Αγαντάρει δεύτερη, μήτε γόπα. Ένα φεγγάρι πέρασε, καθημερνώς με το κοφίνι αδειανό και μουσκλωμένος γύρναε στη νόνα του. Α δεν ήτανε τα αρμυρίκια και τα λάχανα που μάζευε η γριά κι έβραζε, νηστικοί θα μένανε. Το αρμάρι τους αδειανό, μέρμηγκας στο σπίτι τους ψόφαε από την πείνα. Ψιχί δε βρισκότανε.

Ώσπου σκάθηκε την ψυχή του το παιδί και είπε τση γριάς:

«Νόνα, α δώσει και γυρίσω και σήμερα με αδειανά χέρια, πα να πει δε μας θέλει η θάλασσα. Αμώνω να τη δώσω τη βάρκα κοψοχρονίς και θα πάρουμε των ομματιών μας να πάμε σ’ ένα καμπίσο μέρος».

«Αφού είπες τέτοιο λόο, παιδί μου, δεν έχει τώρα να κάμεις πίσω», τον ορμήνεψε η γριά. «Διάβε με την ευκή μου κι ό,τι θέλει ας δώσει η κυρα-Θάλασσα».

Αγάνταρε πάλι, αμολάει τα δίχτυα του, πιάνει να τα τραβήξει σαν πέρασε η ώρα, ολότελα αδειανά. Δεύτερη φορά, τα όμοια. Τρίτη; Δε σκωνόντανε από το βάρος! Λες, βάνει με το νου του, να φισκάρανε τόσο πια; Δίνει, τραβάει, ιδρώνει, βάνει αντιστύλι το ποδάρι του, κάτι κατάφερε. Γλέπει και προβάνει ένα κουβάρι φύκια. Πήρε καρδιά, βάνει κι άλλο δύναμη, τραβάει δυο οργιές ακόμα. Τι να δει; Ψάρι μήτε για δείγμα, μονάχα μια θυατέρα μαρμαρένια. Είπε να την αφήσει να πάει πάλι κάτου σούμπιτη, να λασκάρει η μέση του. Έλα που άλλο πράμα δεν είχε πιασμένο, θα γύρναε πίσω με το κοφίνι αδειανό κι ήπρεπε να κρατήσει τον όρκο. Άιντε, λέει, ένα φεγγάρι με καταφρονάει η θάλασσα και δεν τη μούτζωσα. Α έχει να μου δώσει μια τύχη, ετούτη είναι, μ’ αρέσει-δε μ’ αρέσει.

Λες κι αλάφρυνε η πέτρα όπως το ‘βαλε με το νου του να τη βαστήσει, βγήκε η θυατέρα στον αφρό και τη φόρτωσε και δεν έκατσε η βάρκα, είχε και τζόγο. Πιάνει στεριά, δένει, ζαλιγκώνεται το μάρμαρο και λάου-λάου για το χωριό. Το και το, λέει στη νόνα του άμα έφτασε σπίτι του.

«Βάλ’ την ευτού στην άκρη στη ‘στιά κι αύριο γλέπουνε τι θα ξημερώσει, α θα τη δώκουμε πουθενά», είπε η γριά.

Σκωθήκανε αχάραα καθώς το ‘χανε συνήθειο και βρίσκουνε το σπίτι λαμπίκο. Η αυλή ασπρισμένη, το κακάβι χόχλαζε στη φωτιά και μοσκοβόλαε ο τόπος. Η θυατέρα η μαρμαρένια άφαντη. Μια ζωντανή είχε πιάσει το φρόκαλο και πάστρευε, μια έμορφη που την ήγλεπες και αλάλιαζες – ούτε η Γλυκερία του φούρναρη, σα να λέμε.

«Καλημέρα νόνα, καλημέρα άντρα», τσοι καλοδέχτηκε.

Τρίβανε τα μάτια τους.

«Πού βρεθήκανε τόσα πράματα;»

«Η προίκα μου», αποκρίθηκε.

Τι να τα πολυλοούμε, ως τ’ απόγεμα είπανε το γάμο στον κόσμο, ως την άλλη μέρα τόνε κάμανε με παπά. Κρυφά από τη γριά, η γυναικά έπιασε τον άντρα και του ‘πε, έτσι κι απλώσει χέρι απάνω της και δεν έχει ένας χρόνος περασμένος και μια μέρα ακόμα, πάει. Τη χάνει και θέλει να τη γυρέψει σε γιαλό και σε κάμπο και στου βουνού τη ράχη για να την ξανάβρει.

Πέρνα ο καιρός, οι γλωσσούδες είχανε και λέανε που δεν έπιανε παιδί η νύφη – τι; λες να μην είχενε κουτσομπόλες στο χωριό τότενες; – μα περνάανε ζωή χαρισάμενη οι τρεις τους. Προκομμένη η κοπέλα, όλα στο σπίτι ήτονε στην τρίχα, τη γριά δεν την άφηνε να σκώνεται από την καθίκλα της, νερό με το μπικιόνι τση πήαινε στο χέρι. Προλάβαινε να μπαλώνει και τα δίχτυα, που από κείνη τη μέρα όλο βαριά βγαίνανε, τόσο που φίσκαρε το κοφίνι καθημερνώς, πήρε και δεύτερο το παιδί, και πάλι περσεύανε ψάρια και τα ‘ριχτε πίσω στο νερό. Κι απ’ την καλή οικονομία που ‘κανε η νύφη, μαέρευε όλο από την προίκα που ‘χε στα αρμάρια και στην αγορά πάαινε μια στο τόσο μονάχα. Όλα καλά. Μήτε η γριά δεν τόλμαε να γκρινιάξει, που δεν είχε αγγόνι να βγάλει το όνομα του αντρός της.

Σαν πέρασε ο χρόνος κι η μέρα, κι έφτασε η ώρα να πέσουνε αντάμα στο κρεβάτι που είχε ξομείνει με τα νυφιάτικα τα στρωσίδια, τήνε πήρε από το χέρι το παιδί να τήνε πάει. Και μόλις γκιούξανε τα δαχτύλια τους, μπουφ! Αμπούρα γίνηκε η νύφη και χάθηκε. Πιάνει να ψάξει το παιδί, δεν τη βρίσκει πουθενά στο χωριό. Τα βαλε κάτου, ρώτησε και τον παπά και βρήκε πως είχενε κάμει λάθος οι καψεροί. Ήτο δίσεχτος ο χρόνος και ήθελε κι άλλη μιαν ημέρα αποπάνου για να περάσει!

Η γριά βάραγε τα στήθια της κι έβγαλε το μαντήλι της λες κι είχε πένθος. Δική της θυατέρα να ‘τανε, λιγότερο θα την έκλαιε. Το παιδί δεν έκατσε να μοιρολογάει. Πήρε μια καινούρια βράκα, καινούριο γελέκο, καινούρια ποδήματα – τόσο βιος που ‘χανε μαζώξει πια, δεν ήτανε έξοδο – έβαλε κάμποσα φλουριά στο ζωνάρι του και πήρε το στρατί να τήνε γυρέψει πρώτα στο γιαλό, που τον είχε ορμηνεμένο.

Ένα βράδυ τον ηύρε νύχτα στην άμμο κι άναψε φωτιά με ξύλα που ‘χε ξεβράσει το κύμα. Γλέπει σε λίγο κι έρχεται να ζεσταθεί ένας άνθρωπος με σκυλίσο κεφάλι και κόκκινο πετσί, στοιχειό σα να λέμε. Λούφαξε το παιδί, δε μίλησε καθόλου. Μονάχα κρυφοκοίταζε που το στοιχείο είχε πατήσει ένα αγκάθι και δε μπόρουνε να το βγάλει από το ποδάρι του γιατί σκαινότανε το αίμα. Χα μία, χα δύο, στο τέλος δεν κρατήθηκε το παιδί, απλώνει το χέρι και τραβάει το αγκάθι. Πετάγεται το στοιχειό όρθιο.

«Ευχαριστώ, αδρεφέ μου! Τέτοιο καλό που μου ‘καμες, πώς να στο ξεπλερώσω; Ζήτα μια χάρη. Ό,τι θέλεις, όσο μεγάλο, είναι στη δύναμή μου».

Το παιδί ήτανε ακόμα λαμπαγμένο και είπε δεν ήθελε τίποτα. Ξαναρώτηξε το στοιχειό, πάλι όχι. Μωρέ καλέ, μωρέ κακέ, δεν κατάφερε να του πάρει κουβέντα του παιδιού. Ώσπου στο τέλος λέει το στοιχειό:

«Μπράβο… Τρακόσια χρόνια πειράζω τσου ανθρώπους που ανταμώνω σ’ ετούτο τον τόπο. Ούλοι ζητάνε φλουριά και οφίτσια πλερωμή σε τόσο δα καλό που μου κάνουνε και παίρνω εξουσία και τσου τρώω για την πλεονεξία τους. Εσύ δεν είσαι τέτοιος. Να δω τι άνθρωπος είσαι, θα σε πάρω από κοντά».

Και ζαρώνει και γίνεται ένας καμπούρης και μαυροτσούκαλος γέροντας. Κι όπου πήαινε το παιδί, αποπίσω το στοιχειό να λέει πως είναι υπερέτης του. Τέλος πάντων, φτάνουνε σε ένα νησόπουλο που ήτανε δεμένα κουρσάρικα καράβια. Στο πιο μεγάλο, στην πλώρη απάνω, είχε ιστορημένη σε ξύλο μια θυατέρα σαν τη γυναίκα τη δική του, μα μήτε κι όμοια τελείως. Σαν πιο μεγαλωμένη.

«Τι θέλεις;» ρωτάει το στοιχειό που τον είδε και την καλοκοίταζε. «Να στην κατεβάσω;»

Το παιδί είχε καεί μια φορά από τη βιάση του, δεν τόλμαε να ξαναπάθει κάζο. Δυο σάλτα στη σανίδα, ανέβηκε στο μπάρκο το μεγάλο. Σύρανε μαχαίρες οι κουρσάροι να τόνε κάμουνε μελίδια, μα δε φάνηκε ντιπ σκιαγμένος. Το είδε ο καπετάνιος, το εχτίμησε και τον πήρε κοντά του. Τέσσερα φεγγάρια σαλπάρανε και χτυπάγανε περατινά μπάρκα. Το παιδί καθάριζε, ψάρευε, έστηνε το κακάβι, έλεε ιστορίες και τον βάλανε στην καρδιά τους οι ναύτες. Και το στοιχειό από κοντά.

Μια μέρα αρμενίζανε κοντά στο χωριό του που τα ήξερε τα νερά και τσου είπε ο καιρός θα είναι άσκημος, μα τόνε αναγελάσανε – τόσοι θαλασσοψημένοι να μην ξέρουνε κι εκειός να ξέρει; Δεν πρόκαμε να πιάσει το γιόμα και σκώθηκε το κύμα ίσα με το καμπαναριό τση εκκλησάς. Απάνω τους κατουριστήκανε, με το συμπάθιο. Απάγκιο πουθενά, είπανε πάνε χαμένοι και πιάσανε να ασπάζονται για χαιρετισμό. Πάει το παιδί στο τιμόνι, μπατάρει το καράβι κόντρα στον καιρό, το περνάει κοντά στα βράχια, το τρυπώνει σε λιμανάκι που μόνο οι ντόπιοι το γνωρίζανε και το σώνει.

Πέσανε οι κουρσάροι στα ποδάρια του, χρυσό τον κάμανε. Το μόνο που γύρεψε, ήτο η γυναίκα που ήτανε ιστορημένη στην πλώρη. Πάρε φλουριά, πάρε το καπετανιλίκι, τίποτα. Εγώ αυτό θέλω. Τι να κάμουνε, το ξηλώσανε. Μόλις το απιθώνουνε κάτου, περιστέρα μαλαματένια γένεται η γυναίκα και δίνει φτερό, μην την είδατε. Χειροδοτιόντανε από το φόβο τους, το παιδί δε ‘στάθη καθόλου. Πήρε δρόμο κατά και που ‘καμε το πουλί. Αντάμα και το στοιχειό.

Βγήκε στο δρόμο τον καμπίσο το παλικάρι, όπως του το ‘χε ειπωμένο η γυναίκα του ότι ευτού θα τήνε ψάξει μετά το γιαλό. Αγόρασε στεριανά ρούχα και ποδήματα, ένα ραβδί να πηαίνει. Πέρασε χωριά και χώρες, πήγε ποδαράτο από τις Σιδερένιες στσι Χάλκινες Πόρτες που λέει ο λόος, φτάνει σε μια πολιτεία μεγάλη, έκατσε σε μια εκκλησά στο κατώφλι να ξαποστάσει. Έρχεται ένας διάκος και του λέει τα φαγιά δεν είναι έτοιμα. Ήτο, να δείτε, Πρώτη του Χρόνου και δεν το ‘χε πάρει χαμπάρι το παιδί. Και στσι πολιτείες δε δίνουνε αλεύρι και κρέας στσου φτωχούς που δίνουμε εδώ, κάθονται και τσου μαερεύουν και τσου καλούνε να κάμουνε ούλοι αντάμα βεγγέρα. Σκώνεται το παιδί να πάρει πάλε το δρόμο του, απάνου στο μινούτο έρχεται η μαλαματένια περιστέρα και μπαίνει από τση εκκλησάς την πόρτα και πάει και κουρνιάζει στο τέμπλο απάνω, καρσί σ’ έναν θαλασσαϊτό μπρούτζινο που κράταε μια καδένα στο στόμα και στην άκρια τση καδένας είχε ένα καντήλι.

«Να τόνε κατεβάσω;», είπε ο υπερέτης – το στοιχειό, σα να λέμε.

Το παιδί μήτε και κατεδέχτηκε να απαντήσει. Μονάχα έβγαλε από το ζωνάρι του κι έδωσε μια χούφτα χάλκινα για το φαΐ του φτωχόνε. Ανασκουμπώθηκε, πήε κοντά στο διάκο να βοηθήσει με το ζύμωμα και το φούρνισμα. Και πιο πολύ με τα ψαρικά, που δεν ξέρανε να τα κάμουνε σ’ εκείνο τον τόπο να μη χάσουν τη γέψη τους στο βράσιμο. Δεν πήρε ανάσα το παιδί ώσπου απόφαε κι ο στερνός στην καλέστρα.

Ύστερα έμεινε στην εκκλησά, εκοιμότανε στο πάτωμα, συγύριζε, χτύπαε την καμπάνα, έσβηε τα κεριά που παρακαιόντανε. Πληρωμή δε ζήταε, μονάχος του έπαιρνε κι έτρωε και τάιζε και το στοιχειό. Άμα περάσανε τέσσερα φεγγάρια, τόνε ξεμονάχιασε ο πρωτόπαπας και τόνε ρώτησε:

«Εσύ κάποιο τάμα θα ‘χεις. Για πες μου ποιο είναι, να σε βοηθήσω».

«Θέλω να αλλάξω όλα τα καντήλια για την ψυχή του πατέρα μου», είπε το παιδί.

Αφού του δώκανε την άδεια, άρχισε και κρέμαγε τα καινούρια που αγόρασε. Τελευταίο άφηκε εκειό που είχε ο αϊτός στο στόμα. Μόλις τον ξεστέλιωσε, ζωντάνεψε μες τα χέρια του κι έδωκε φτερό. Ίσα και πρόλαβε το παιδί να πιαστεί από την καδένα που την είχε ακόμα στο στόμα το πουλί. Ο αϊτός ήτο τόσο δυνατός που τόνε σήκωσε και τον πήρε μαζί. Πίσω η περιστέρα, πίσω και το στοιχειό, αλλαξομορφισμένο σε κουρούνα. Πετάανε, πετάανε, είπε το παιδί θα πέσει και θα γίνει μπουκούνια και βαστιότανε όπως μπόρουνε. Περάσανε πάνω από τον Άβυθο, προβάλανε τα βουνά, εδεκεί πήε και το απίθωσε ο αϊτός το παιδί και μετά έφυε αντάμα και φιλιωμένος με την περιστέρα – θάμα που δεν ξανάγινε.

Τι να κάμει το παιδί, είπε πως κοντεύει πια, αφού είχε περάσει το γιαλό και τον κάμπο, στου βουνού τη ράχη απόμενε να ψάξει τη νύφη πού ‘χε χάσει. Πήρε το στρατί κατά κει που ‘χε δει να πηαίνουνε τα πουλιά. Από λόγγο σε λόγγο, από βουνί σε βουνί, με το στοιχειό ξοπίσω. Είχε πάρει εκειό πάλι τη σκυλίσα τη μουτσούνα και το κόκκινο το πετσί που ‘χε στην αρχή. Όποτε φτάνανε σε βατσουνιές, σε νερό τρεχούμενο, σε τόπο δύσκολο να διαβούνε, έλεε το στοιχειό:

«Να δώσω μια να φτάσουμε αντίκρυ;»

«Να κάτσεις ευτού που ‘σαι», έλεε το παιδί.

Ώσπου βρήκανε μια σγούμπα γυμνή κι απάνου-απάνου ένα δεντρί μαύρο. Στα κλωνιά είχανε κουρνιάσει η περιστέρα κι ο αϊτός, στα ριζά στεκούτανε η γυναίκα του παιδιού μαρμαρωμένη. Την έπιασε από το χέρι και τση \λεγε:

«Σήκω ψυχή μου να πάμε στο σπίτι μας, να πάμε στην κάμαρή μας, να πάμε στο κρεβάτι μας να πλαγιάσουμε. Σήκω τζόγια μου».

Μήτε φωνή, μήτε ακρόαση.

«Να τη ζωντανέψω;» λέει το στοιχειό.

Παρολίγο και θα λιποψύχαε το παιδί, μα θυμήθηκε το πάθημά του και το δρόμο που είχε κάμει και βάστηξε. Έκατσε στον τόπο εκειό και κοιμήθηκε το βράδυ. Το άλλο πρωί, πάλι τα ίδια.

«Σήκω ψυχή μου να πάμε στο σπίτι μας, να πάμε στην κάμαρή μας, να πάμε στο κρεβάτι μας να πλαγιάσουμε. Σήκω τζόγια μου».

Μήτε φωνή, μήτε ακρόαση.

«Να τη ζωντανέψω;»

Δεν του ‘δωκε σημασία του στοιχειού.

Να μην τα πολυλοούμε, η ίδια δουλειά σαράντα μέρες.

«Δεν εκουράστηκες ακόμα;» λέει το στοιχειό.

«Όχι σαράντα μέρες, τέσσερα φεγγάρια και δε θα κουραστώ».

«Εδώ είμαστε και να σε γλέπω».

Περνάει το δεύτερο φεγγάρι, περνάει το τρίτο, τέλειωνε και το στερνό εκείνη τη μέρα. Το μαύρο δεντρί είχε πιάσει να μπουμπουκιάζει και κοντεύανε να ανοίξουνε μαύρα άνθια. Τα σκουτιά του παιδιού είχενε λιώσει πια, τα γένια του είχενε γίνει τουλούπα, είχε ρέψει από την κακουχία. Άνοιξε το στόμα του να ζητήσει βοήθεια από το στοιχειό, μα καθάρισε ο νους του. Ήρτε γλέπετε η ευκή που του ‘χε δώκει η νόνα του τόμου βγήκε και ψάρεψε τη θυατέρα. Έπιασε το ίδιο τροπάριο:

«Σήκω ψυχή μου να πάμε στο σπίτι μας, να πάμε στην κάμαρή μας, να πάμε στο κρεβάτι μας να πλαγιάσουμε. Σήκω τζόγια μου».

Μήτε φωνή, μήτε ακρόαση.

«Να τη ζωντανέψω;» λέει το στοιχειό.

«Να κάτσεις ευτού που είσαι».

Μόλις το λέει, απ’ το κακό του που δεν ημπόρεσε να βάλει το παιδί σε πειρασμό, κρεπάρισε το στοιχειό και στον τόπο του έμεινε ένα ξανθό παλικάρι. Το δεντρί το μαύρο μαράγκιασε και φανήκανε δυο σακιά φλουριά στσι ρίζες του. Τα δυο πουλιά γινήκανε μια γυναίκα κι ένας άντρας χαμομεγάλοι. Κι η κοπέλα ζωντάνεψε και αναστέναξε λες και τση είχε φύει ένα βάρος από το στήθος.

Πιάσανε και είπανε στο παιδί το βίο τους, πως ήταν γονέοι και αδρεφός τση θυατέρας οι άλλοι. Και τσου είχε ρίξει σε χρόνους παλαιούς ένας βασιλιάς κατάρα, αφού δεν ηθέλησε να τον πάρει η κοπέλα γαμπρό, τότενες να γίνουν ούλοι πέτρες και σίδερα και στοιχειά και να μαρτυρήσουνε. Κι άμα βρεθεί ένα παιδί με σέστο και υπομονή να την αγαπήσει την κοπέλα, να τήνε χάσει και να τήνε γυρέψει για ένα χρόνο και μια μέρα σε ούλη την Πάραλο, τότενες να λυθούνε ούλες οι κατάρες στου βασιλιά το μνήμα απάνου. Αλλιώς, άμα δε βρισκότανε τέτοιο παλικάρι άξο, να χαθεί κι εκειό, να χαθούνε κι ούλοι τους, γονέοι και παιδιά.

Πήρανε τα φλουριά του βασιλιά, γυρίσανε πίσω στο χωριό, βρήκανε του παιδιού τη νόνα και στα υστερνά της έγινε κι ευτείνη αρχόντισσα στην πολιτεία. Στήσανε ένα παλάτι και κάμανε τσούρμο παιδιά, να μπαρκάρεις καράβι που λέει ο λόος. Και τα καλά που είδανε, να τα ειδήτε κι εσείς.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009

Στιγμή 6

Μια ομάδα από πολεμιστές που έχει ζήσει σε πολλές χώρες.

Οι Δέκα

Τον πρώτο καιρό δυσκολευόταν να κοιμηθεί.

Για έναν Νανταρινό, οι Λαίτιοι ήταν φρικτό μέρος. Άχρωμο, ψυχρό, αποπνικτικό. Μικρά κτήρια, στενοί δρόμοι, γκρίζα πέτρα που έσταζε υγρασία. Ομίχλη που σερνόταν στους δρόμους κι έκρυβε το ποτάμι, τις γέφυρες που οδηγούσαν στα δυο νησιά, τα πάντα λίγα βήματα πιο πέρα. Κρύο και χοντρόρουχα σε σκούρα χρώματα. Άνθρωποι σκυθρωποί και χλωμοί. Ο ίδιος ο ουρανός σαν στρωμένος με βαμβακερό ύφασμα που είχε σκουρύνει από τον ιδρώτα. Όταν δεν έβρεχε.

Αναπολούσε το φως που στεφάνωνε και χρύσιζε το κάθε τι στην πατρίδα του. Τα χαμόγελα που αποκάλυπταν λευκά δόντια και στόλιζαν μελαχροινά πρόσωπα. Ενδύματα και σπίτια σε χίλιες χαρούμενες αποχρώσεις. Την αίσθηση του ανοιχτού χώρου. Την καταγάλανη θάλασσα που καλούσε στην αγκαλιά της.

Ύστερα γνώρισε τη Ερδίνα, τη μικρή κόρη του αρτοποιού.

Πάλι δυσκολευόταν να κοιμηθεί, μα μόνο γιατί μετρούσε το χρόνο ώσπου να έρθει η δική του σειρά, μια φορά στο δεκαήμερο, να κοιμηθεί έξω από το μικρό κτήριο που νοίκιαζε με τους συντρόφους του και τον αρχηγό τους. Να κοιμηθεί στο πλευρό της, κρυφά από τους γονείς της, κρυφά από τους φίλους του. Δεν τους είχε ποτέ κρύψει κάτι άλλο, δεν είχε μυστικά πέντε χρόνια που γύριζε την Πλάση μαζί τους. Μα αυτή η πηγή φωτός και χρώματος στη ζωή του, στην καρδιά του την ίδια, που έκανε τους Λαίτιους υποφερτούς, δεν ήταν ακόμη έτοιμος να αποκαλύψει έστω και την ύπαρξή της.

Ένα βράδυ της έδωσε το ασημένιο δαχτυλίδι του αρραβώνα που με χίλιες οικονομίες είχε κατορθώσει να αγοράσει. Της υποσχέθηκε το χρυσό κόσμημα του γάμου. Και της ζήτησε να κάνει λίγη υπομονή ώσπου να διευθετήσει τις υποθέσεις του και να μπορέσουν να μείνουν μαζί – για πάντα. Κι εκείνη, με μάτια κλαμένα από χαρά, με χείλη που γελούσαν, τιτιβίζοντας σχεδόν, του είπε να βιαστεί, να προλάβει πριν γίνει πατέρας.

Κάθε φορά έβρισκε αφορμές να καθυστερήσει, να μην την αφήσει ώσπου να μην υπάρχουν άλλα περιθώρια. Μα το νέο τον ανάγκασε να κάνει την καρδιά του πέτρα και να βιαστεί· έστω κι αν τρεις φορές πισωγύρισε από το κατώφλι για να της δώσει ένα τελευταίο φιλί. Βιαζόταν γιατί μακριά της δε βρισκόταν πια η μοναξιά. Βρίσκονταν οι προετοιμασίες ώστε στην επόμενη έξοδό του να γίνει η τελετή που θα τους ένωνε. Ο Αρζέντ, ο διοικητής του, επέμενε να ζουν όλοι μαζί, να φυλάνε ο ένας την πλάτη του άλλου, να τηρούν το αυστηρό του πρόγραμμα, να μη βασίζονται σε άτομα έξω από τον στενό κύκλο τους. Μα ποτέ δεν είχε φανεί αρνητικός στην προοπτική της αποκατάστασής τους.

Ο στρατιώτης διέσχισε τους δρόμους βυθισμένος στις σκέψεις του. Ούτε που κατάλαβε πότε τέλειωσε η διαδρομή. Ήταν σαν να είχε περπατήσει ανάλαφρος πάνω στα σύννεφα, όχι μέσα στην ομίχλη των τελευταίων νυχτερινών ωρών που έκανε τα ενδύματά του να κολλούν στο δέρμα του, το μουστάκι και τα μαλλιά του μια λάσπη.

Ανέβηκε την πέτρινη σκάλα, δρασκέλισε το κατώφλι και αντίκρισε ένα άδειο δωμάτιο. Τα έπιπλα μαζεμένα στη γωνία, όλα τα φορητά αντικείμενα να λείπουν ή να φλέγονται στο τζάκι. Τίποτε να μη μείνει πίσω. Μ’ έναν κόμπο στο στομάχι, πέρασε την καταπακτή και βγήκε στο στάβλο που καταλάμβανε όλο το ισόγειο. Οι άλλοι είχαν τα σακίδιά τους έτοιμα, τα όπλα τους ζωσμένα, τις αρματωσιές φορεμένες. Σέλωναν τα άλογα, μαζί και το δικό του.

«Οι Λευκοί θα χτυπήσουν τους Γαλάζιους αύριο», είπε ένας από τους έξι τοξότες. «Θα τους εξοντώσουν όλους ταυτόχρονα. Το σχεδίαζαν μήνες. Κι αν δεν το είχαμε μάθει εμείς τόσο καιρό, δεν το έχουν μάθει και οι στόχοι».

«Ειρήνη», ψιθύρισε. Κι άλλο χαρούμενο νέο· θα ξεθύμαινε πλέον αυτή η ένταση που βασάνιζε τη χώρα. Η Ερδίνα δεν κινδύνευε, ζούσε σε μια συνοικία που δεν υπήρχε ούτε ένας Γαλάζιος. «Εμείς ποιον αναλάβαμε να σκοτώσουμε;»

«Κανέναν», τον διόρθωσε ο συνομιλητής του. «Οι Γαλάζιοι θα πεθάνουν εδώ, αλλά είναι ισχυροί στην επαρχία. Θα λυσσάξουν μετά το αυριανό. Και να μην ενδιαφερθούν για εκδίκηση, θα πολεμήσουν για να επιβιώσουν. Εμφύλιος μέχρι τελικής πτώσεως. Φεύγουμε».

Μια ακόμη μετακόμιση. Ο Αργκάν είχε γίνει Αρζέντ, είχε γίνει Ζίλμπερ, είχε γίνει Πράτιους. Τώρα άλλη μια χώρα, άλλο ένα ψευδώνυμο, άλλη μια καινούρια αρχή. Δε ρίζωσαν στους Λαίτιους. Δε θα ρίζωναν πουθενά. Κι αυτός τι έπρεπε να κάνει; Να παρατήσει τη γυναίκα που αγαπούσε, με το παιδί του στα σπλάχνα της; Να τη σύρει μαζί του έγκυο σε περιπλανήσεις και πολέμους; Να λιποτακτήσει, εγκαταλείποντας τους συντρόφους που του χρωστούσαν της ζωή τους και τους χρωστούσε τη δική του; Πώς να ζήσει στην ξενιτιά, χωρίς συμπατριώτες που τον καταλάβαιναν; Πώς να ζήσει οπουδήποτε χωρίς εκείνη; Πώς να τα συμβιβάσει και τα δύο;

Οι συνάδελφοί του, οι άλλοι τρεις ιππείς, είχαν σταθεί και τον κοιτούσαν που έμενε άπρακτος. Του έδειξαν μ’ έναν νεύμα του σαγονιού το δικό του σακίδιο και τη δική του λόγχη που τον περίμεναν στη γωνία. Η συντροφιά του ήταν ένα δεδομένο στη ζωή τους.

«Άντε, τι κάθεσαι;», προέτρεψε ο τοξότης που είχε μιλήσει και πριν.

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009

Σ-Ε-Κ-Σ

Πολύ φάνταζυ είναι από-σεξουαλικοποιημένο. Μπορεί να πηγαίνει πακέτο με τις καταβολές του φάνταζυ, δεν ξέρω: παίζει πολύ ρομάντζο αλλά αξιοσημείωτα λίγο σεξ. Οι άνθρωποι τείνουν να κάνουν [σημαντικά] πράματα για χατίρι των [γαμήλιων] όρκων παρά για χατίρι του γαμ… που ακολουθεί.

Τάδε έφη Cliver Barker εν έτει 1988, σε συνέντευξη για την κυκλοφορία του ‘Υφαντόκοσμου’ (σ.σ. η απόδοση του κειμένου και η λογοκρισία δικές μου).

Ως τότε είχε υπάρξει εξαιρετικά επιτυχημένος συγγραφέας τρόμου, αλλά με το συγκεκριμένο βιβλίο έκανε στροφή προς την Αστική Φαντασία, πορεία που συνεχίζει σταθερά ως σήμερα. Η Αστική Φαντασία είναι υποείδος του Φανταστικού που συχνά πατάει με το ένα πόδι στο φάνταζυ και με το άλλο στον τρόμο. Ο Barker όμως κάνει τον κόπο να συγκρίνει το ύφος του «Υφαντόκοσμου» με το ύφος των έργων του Τόλκιεν, δηλώνοντας έτσι που κατατάσσει ο ίδιος το πόνημά του, αλλά κι ότι θεωρεί (ορθά) όλα τα είδη φάνταζυ ως ενιαίο σύνολο.

Λέει πιο κάτω στη συνέντευξη: «horror fiction is very sexual», ενώ για το φάνταζυ είδαμε ήδη τι λέει…

Δεν μπορώ να τον διαψεύσω. Το ως τώρα έργο μου δε μου δίνει έρεισμα, είμαι κι εγώ από τους «σεμνούς». Είδατε πώς έγραψα τον τίτλο της ανάρτησης; Πολλοί συγγραφείς φάνταζυ δεν θέλουν καν η λέξη «σεξ» να αναφερθεί σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των βιβλίων τους.

Οι παρθένες είναι Παρθένες, άσπιλες και άμωμες. Ο ιππότης όχι απλά δεν έχει βλέψεις προγαμιαίων σχέσεων, δεν κοιτά καν το ντεκολτέ της πριγκίπισσας όταν αυτή σκύβει να εξετάσει το δαχτυλίδι που της προσφέρει – την φαντάζεται όταν είναι μακριά του, δεν την φαντασιώνεται. Ο τυχοδιώκτης μπορεί να αλλάζει τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα, διαφορετική σε κάθε περιπέτεια, αλλά δεν ξεπερνούν ποτέ το παιδαριώδες επίπεδο «Τζέημς Μποντ» (εμφανίζονται με βαθύ ντεκολτέ στο εξώφυλλο και τις περιγραφές, δεν χρειάζεται να κάνει τίποτε το ουσιώδες για να τις κατακτήσει, οι συνευρέσεις γίνονται εκτός σκηνής, όπως κι οι χωρισμοί που είναι πάντα κοινή συναινέσει)∙ σαν να έβαλε κάποιος μια καλλονή να παίξει το ρόλο του πιστού, γραφικού συντρόφου (sidekick), ώστε να καλυφθεί αυτή η ανάγκη και να δηλωθεί ταυτόχρονα ότι ο πρωταγωνιστής είναι πολύ άντρας.

Ο αναγνώστης έχει μάθει περιμένει κάποιου είδους γάμο-φιέστα στο φινάλε. Είναι σύμβολο μετάβασης σε άλλο στάδιο (άρα το βιβλίο μπορεί να κλείσει), είναι ευκαιρία να δεθούν όσα αφηγηματικά νήματα είναι εκκρεμή ακόμη, είναι σύμβολο πως ο ήρωας απέκτησε την ευτυχία που του αναλογεί, είναι κι οι ρίζες του φάνταζυ στα παραμύθια και τη ρομαντική λογοτεχνία – είδη που τυπικά τελειώνουν με το «και ‘ζήσαν αυτοί καλά» του πρωταγωνιστικού ζευγαριού.

Αλλά (εκτός κι αν γράφουμε για παιδιά), δεν μπορούμε να παρουσιάσουμε ένα ουρανοκατέβατο μυστήριο, έναν έρωτα που όλος κι όλος υπήρξε κλείσιμο του ματιού. Πρέπει να αναπτυχθεί το απαραίτητο ρομάντζο. Και να είναι πιστευτό. Χωρίς αισθησιασμό, θα είναι ψυχρό, ελλιπές κι αποστειρωμένο, άρα ψεύτικο, στερούμενο έστω και ελάχιστου ρεαλισμού.

Κι ακόμη κι αν δε θέλουμε τελετές, το σεξ είναι ανάγκη κι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής για όλους. Ακόμη και για τον ερημίτη που προσπαθεί να τιθασεύσει τις ορμές του ή τον παραμορφωμένο που δεν μπορεί να έλξει καμία γυναίκα αλλά νιώθει πόθο. Ο ερωτισμός μπορεί να βοηθήσει στη σκιαγράφησή ενός λογοτεχνικού χαρακτήρα: να μας δείξει πώς συμπεριφέρεται στον/στην σύντροφό του, το πιο κοντινό του πρόσωπο. Είναι εγωιστής και σκέφτεται μόνο τον εαυτό του, βάζει τους άλλους σε μεγαλύτερη προτεραιότητα, έχει μια κρυφή ανθρώπινη πλευρά; Έχει τόση εμμονή με το στόχο που έχει θέσει στον εαυτό του ώστε παραμελεί ως και το έτερόν του ήμισυ; Έχει τόση αδυναμία στο έτερόν του ήμισυ ώστε για χάρη του παραμελεί την αναζήτηση που θα σώσει την ίδια του την πατρίδα;

Από την άλλη, δεν είναι μόνο θέμα συντηρητισμού η απουσία γαργαλιστικών λεπτομερειών. Ειδικά στο επικό φάνταζυ, αναφέρονται συνήθως τόσα πρόσωπα και εκτυλίσσονται τόσο σημαντικά γεγονότα, ώστε δεν υπάρχει διαθέσιμος χώρος και χρόνος για περισπασμούς. Είναι αδύνατο να καλυφθούν όλες οι πτυχές κάθε χαρακτήρα· συχνά δεν ξέρουμε αν κάποιος είναι παντρεμένος, εργένης ή ό,τι άλλο, όπως δεν ξέρουμε κι άλλες λεπτομέρειες που δεν υπάρχει λόγος να κρυφτούν – απλά δε χωράνε! Και θα ήταν έλλειψη ρεαλισμού, όχι αύξησή του, για τους περισσότερους να κάνουν ερωτικές αρπαχτές ενώ τρέχουν να σώσουν τον κόσμο.

Βέβαια, από το 1988 κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Το Φανταστικό – όπως το γουέστερν, το έργο πολεμικών τεχνών, η ταινία εποχής και κάθε άλλη κατηγορία αφηγηματικής τέχνης που έχει να κάνει με ένα στυλιζαρισμένο «Αλλού και Άλλοτε» – όσο τρέφεται με κλισέ και αρχέτυπα, άλλο τόσο τρέφεται και με την ανατροπή τους. Ακόμη περισσότερο, στο Φανταστικό, η αναζήτηση του πρωτότυπου/πρωτόγνωρου είναι σχεδόν αυτοσκοπός. Και σ’ αυτήν την τελευταία εικοσαετία, η τάση σε όλους τους τομείς της Τέχνης είναι να αποδειχθεί πως όλα επιτρέπονται και κανείς «λογοκριτής» δεν μπορεί να μας βάλει χέρι. Πλέον, για κάθε έναν συγγραφέα φάνταζυ που απέχει από την περιγραφή της ερωτικής ζωής των χαρακτήρων του, ένας άλλος συγγραφέας μπαίνει σε λεπτομέρειες για την σεξουαλική ζωή των δικών του, αγγίζοντας τα όρια της «ροζ» λογοτεχνίας (για να μην πω πορνογραφίας).

Όπως σε όλα τα θέματα, και σ’ αυτό κάθε δημιουργός βρίσκει τη δική του ισορροπία, σχετικά με το είναι λίγο και τι πολύ. Ποτέ δε θα ευχαριστήσει κανείς όλους τους αναγνώστες με την επιλογή του, αλλά και ποτέ δε θα τους δυσαρεστήσει όλους.

Αλλά θα ήταν καλό να λάβουμε υπόψη ένα ακόμη θέμα που είχε θίξει ο Barker στη συνέντευξή του:

οι Seerkind [σ.σ. τα «καλά» υπερφυσικά πλάσματα στον ‘Υφαντόκοσμο’] συνουσιάζονται, κλάνουν – είναι κάθε άλλο παρά αγνοί. Αυτό τους κάνει πιο διασκεδαστικούς και αποκρύπτει την τεχνητή διάκριση ανάμεσα στους ηθικά αγνούς και ηρωικούς, από τη μια πλευρά, και τους ολοκληρωτικά καταραμένους, βλάσφημους και ανόσιους, από την άλλη.

Δυστυχώς, η λογοτεχνική «σεξουαλική απελευθέρωση» φαίνεται πως οδήγησε στην αντίθετη κατεύθυνση από την επιθυμητή κι αναμενόμενη. Πολλοί συγγραφείς φάνταζυ καυχώνται πως αγνοούν τους οπισθοδρομικούς (αυτο)περιορισμούς, τη συμβατική ηθική, το κατασκευασμένο. Αλλά τι σημαίνει αυτό στην πράξη για τους περισσότερους;

Πρώτον, οι πρωταγωνιστές είναι εμφανίσιμοι και μεγάλοι εραστές (σε προσόντα και ικανότητες). Ενώ οι ανταγωνιστές τους είναι άσχημοι και/ή φορτώνονται πότε με σεξουαλική ανικανότητα (κυριολεκτική ή μεταφορική), πότε με προτιμήσεις που ο μέσος άνθρωπος θεωρεί αποκλίνουσες (σαδισμός, μαζοχισμός, ομοφυλοφιλία κτλ.). Αν το αγγελικό Καλό και το δαιμονικό Κακό είναι οπισθοδρομικά, η ταύτιση του Κακού με την αναπηρία και την άγνοια, πώς να χαρακτηριστεί; Πόσους αιώνες πίσω μας πάει; Πόσο τεχνητή είναι;

Δεύτερον, οι χαρακτήρες ξεκινάνε και διαλύουν σχέσεις με μια ελαφρότητα που είναι εντελώς ασυνεπής με τη δομή της κοινωνίας που περιγράφεται στα βιβλία κατά τα άλλα – στυγνή μεταφορά της σημερινής ηθικής (που δεν είναι η χτεσινή, αλλά δεν είναι και η αυριανή) σε έναν άλλο τόπο και χρόνο. Και ελάχιστοι συγγραφείς βάζουν το μυαλό τους να σκεφτεί, ώστε να δουν πως θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τέτοιες καταστάσεις για να δημιουργήσουν ανταγωνισμούς και πικρίες, συγκρούσεις μέσα στην ίδια παράταξη, ή μικροπρεπείς λόγους έχθρας ανάμεσα στις αντίπαλες παρατάξεις. Οπότε χάνεται η ευκαιρία να βγει κάτι ρεαλιστικό απ’ αυτό. Και τι μένει; Το σύνδρομο «Τζέημς Μποντ», απλά με τις συνευρέσεις επί σκηνής.


Είναι καλό να ξέρει κανείς τι θέλει να γράψει, καθώς και τις παγίδες στις οποίες δε θα ήθελε να πέσει, τα λάθη των προκατόχων του. Αλλά όταν θέτει σαν μόνο στόχο την πλήρη αντιστροφή ενός προτύπου, δεν πετυχαίνει τίποτε. Μαζί με τα αρνητικά, πετάει στα σκουπίδια και τα καλά.


[Ευχαριστώ πολύ τους φίλους που σχολίασαν τη μοναδική τολμηρή σκηνή του Κορακιού και με βοήθησαν να σκεφτώ τα παραπάνω]

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009

Στιγμή ανακούφισης-πανικού

Έκανα κάτι τελευταίες μικροδιορθώσεις που ήθελα στο βιβλίο. Μια λέξη εδώ, μια λέξη εκεί, δυο σελίδες που δε με ικανοποιούσαν. Βοήθησαν και διάφοροι φίλοι.

Συμπίεσα το αρχείο, το σταύρωσα, το επισύναψα σ' ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και έφυγε από τα χέρια μου. Οριστικά.

Πλέον αναλαμβάνει ο επιμελητής. εγώ μπορώ να αρχίσω να ασχολούμαι αποκλειστικά με το επόμενο (τίτλο θα αποκαλύψω σύντομα).

Και έπαθα κρίση πανικού. Πλέον δεν μπορώ να αλλάξω τίποτα, εκτός κι αν συννενοηθώ με τον επιμελητή. Ποιος θα είναι αυτός; Θα έχουμε επικοινωνία; Θα έχουμε καλή επικοινωνία; ή αν δε χρειαστεί να με συμβουλευτεί για κάποιο λόγο, για να διευκρινίσω κάποια ασάφεια ας πούμε, δε θα μιλήσουμε ποτέ; Θα ξαναδώ το χειρόγραφό μου μια και καλή, έτοιμο να βγει στα ράφια, και πάλι θα πιάσει το μάτι μου πράγματα που θα τα ήθελα αλλιώς και δε θα γίνεται πια να αλλαχθούν, δε θα υπάρχει χρόνος;

Έχω ακούσει που λένε πως ο συγγραφέας κάνει διορθώσεις ως και στη θανατική καταδίκη που του απαγγέλουν. Ότι οι διορθώσεις δεν τελειώνουν πραγματικά ποτέ σε ένα κείμενο, όσο το έχεις μπροστά σου.

Αλλά αυτά δεν έχουν σημασία όσο δουλεύεις ακόμη ένα κείμενο. Παραμένουν μακρινές προοπτικές ώς το τελευταίο λεπτό. Και είναι λέξεις ανούσιες όταν συνειδητοποιείς πως το πενυματικό σου παιδί ενηλικιώθηκε αναπόφευκτα κι έχει αφήσει την πατρική εστία.

Βαθιές ανάσες. Βαθιές ανάσες.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2009

Ηρωική Φαντασία ή Επική Φαντασία

Άλλο ένα δίλημμα που είναι της μόδας τελευταία και μπορούμε να το ανάγουμε στο δίπολο Tolkien-Howard. Ηρωικές πράξεις που επηρεάζουν τη μοίρα όλου του κόσμου ή οι συναρπαστικές περιπέτειες ενός τυχοδιώκτη που στηρίζεται μόνος στις ικανότητές του;

Η διαφορά δεν έγκειται στη σοβαρότητα της προσέγγισης. Η Επική Φαντασία μπορεί να είναι ανάλαφρη ή και αφελής, παιδαριώδης. Η Ηρωική Φαντασία μπορεί να είναι σκοτεινή και απαισιόδοξη, ένα είδος νουάρ. Είναι περισσότερο ζήτημα κλίμακας.

Η Επική Φαντασία τείνει προς τη μεγάλη κλίμακα. Κάστρα, ίντριγκες σε επίπεδο κρατών, στρατιές που συγκρούονται, πολιτισμοί και θρησκείες. Χρειάζονται πολλά πρόσωπα για να τα δείξεις όλα αυτά σε βάθος, να τα αναπτύξεις και να νιώσει ο αναγνώστης πως είναι «μέσα», αθέατος παρατηρητής της Αυλής, της πρώτης γραμμής στη μάχη, της σφαγής των αμάχων σε μια λεηλατούμενη πόλη.

Η Ηρωική Φαντασία τείνει στη μικρή κλίμακα, στο τοπικό και στο σύντομο. Ακόμη κι αν διακυβεύεται το ποιος θα καθίσει στο θρόνο ή αν θα απελευθερωθεί ο παντοδύναμος και μοχθηρός δαίμονας, η πλοκή μπορεί να χωράει μέσα σε μια νύχτα ή μέσα σε ένα παλάτι, ένα ερημονήσι, έναν τύμβο. Άλλες φορές πάλι, η Ηρωική Φαντασία είναι ένα καλειδοσκόπιο εικόνων, τόπων και στιγμών, ας πούμε ένα κυνηγητό από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη. Και πάλι, όμως, η οπτική της είναι περιορισμένη. Η «κάμερα» ακολουθεί έναν μόνο πρωταγωνιστή ή έστω μια μικρή ομάδα.

Κάποιος μπορεί να γελαστεί και να πει πως η Ηρωική Φαντασία είναι πιο εύκολη, χρειάζεται λιγότερη δουλειά και δεν είναι ανάγκη να αναπτυχθεί τόσο ο κόσμος στον οποίο θα διαδραματιστεί. Λάθος, φυσικά. Αν μιλήσουμε για δυο κείμενα του ιδίου μεγέθους, είναι δυνατόν να έχουν διαφορετικό βάθος και λεπτομέρεια; Πώς θα γεμίσουν 70.000 λέξεις; Απλά, εκεί που ο συγγραφέας ενός έργου Επικής Φαντασίας έχει αποφασίσει να ζωντανέψει λαούς και οργανώσεις και θρησκείες, να δώσει την αίσθηση μια κοινωνικής ομάδας και τις σκέψεις-αισθήματα των μελών της, ο συγγραφέας ενός έργου Ηρωικής Φαντασίας προτίμησε να προσπαθήσει να ζωντανέψει χρώματα και μυρωδιές και υφές, όλα όσα φοράνε και χρησιμοποιούν και δημιουργούν οι κάτοικοι του κόσμου που πλάθει. Αν υπάρχει κάποια αντικειμενική διαφορά είναι πως η Επική Φαντασία δε χωρά σ’ ένα διήγημα, ενώ η Ηρωική Φαντασία μπορεί να απλωθεί και να γεμίσει και ένα μυθιστόρημα, ενώ τα διηγήματα είναι ο φυσικός της χώρος.

Κι εγώ που στέκω, λοιπόν;

Δεν κρύβω ότι προτιμώ μακράν τον Howard από τον Tolkien. Οι καταβολές μου είναι στην Ηρωική Φαντασία. Με τέτοιου είδους διηγήματα ξεκίνησα. Από την άλλη, η πολυπρόσωπη προσέγγιση την οποία δυσκολεύομαι να αποχωριστώ είναι καταλληλότερη για την Επική Φαντασία. Κάθισα να γράψω το «Κοράκι σε Άλικο Φόντο» έχοντας κατά νου κάτι σε πολύ μεγάλη κλίμακα. Αλλά δεν ήξερα πώς να το ξεκινήσω, ήταν το πρώτο μου μυθιστόρημα. Εντάξει, λέω, θα βάλω έναν στρατιωτικό κι έναν πολιτικό σαν ήρωες, θα πιάσω όλες τις οπτικές.

Και μετά το ξανασκέφτομαι και λέω, ο στρατιωτικός θα μπλέκει σε μεγάλες μάχες, θα είναι διοικητής. Μπορώ να βάλω κι έναν απλό στρατιώτη, αλλά και πάλι θα μιλάμε για το ίδιο πράγμα από άλλη οπτική γωνία. Εγώ ξέρω να γράφω για ήρωες που πάνε μόνοι τους και αντιμετωπίζουν τέρατα ή κάνουν άλλα κατορθώματα. Γιατί να μη βάλω κι έναν τέτοιο; Μέσα στα πλαίσια ενός ολόκληρου κόσμου, δεν είναι εφικτό να υπάρχουν και κάποιοι των οποίων η ζωή θα είναι ένα είδος Ηρωικής Φαντασίας; Μου άρεσε αυτή η ιδέα και την κράτησα.

Οπότε δεν έχω ιδέα πού να κατατάξω το βιβλίο μου.

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009

Ο Νέος Χάρτης

Ο Ozzo κεντάει.



Νομίζω πως δεν έχει νόημα να πω κάτι περισσότερο. Καλύτερα να αφήσω την εικόνα να μιλήσει μόνη της, αφού πήρα την έγκρισή του καλλιτέχνη να σας προσφέρω ένα δείγμα της δουλειάς του. Το μόνο που θα διευκρινίσω είναι πως το μικρό αυτό κομμάτι προέρχεται από μια χώρα που λέγεται Δαετία. Οι Δαετοί δε μιλούν αιγλωικά, γι' αυτό τα τοπωνύμια είναι "αλαμπουρνέζικα" και δεν σημαίνουν κάτι στα ελληνικά.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2009

Οι Περιφέρειες - Χαρεόπολης

Οι περισσότεροι Χαρεοπολίτες ανήκουν στο αυστηρό θρησκευτικό κίνημα των Αγνών που παρουσιάστηκε στη Βασιλεία Αιγλωέων πριν λίγα χρόνια και ξεκίνησε από την περιοχή τους. Από τα παραμύθια, το ενδιαφέρον τους έχει πλέον μετακινηθεί στις παραβολές.


Η παραβολή του φαύλου ποιμένα

Είναι ένας νεαρός ποιμένας που αρέσκεται να ψεύδεται σε όλους, να καταστρέφει τα εύθραυστα και να ταλανίζει τους αδύναμους. Λέει πως διασκεδάζει με την οργή, τη σύγχυση και την οδύνη των άλλων. Πως ηδύνεται να είναι ο υπαίτιος και να μη συλλαμβάνεται.

Μια εσπέρα θερινή, μισοκοιμισμένος κάτω από τη δροσερή σκιά πλατάνου, ακούει βήματα στην όχθη του ποταμού. Θορυβημένος, σηκώνεται και παίρνει αμυντική στάση. Αντικρίζει έναν άντρα με ευχάριστη όψη και λευκή ενδυμασία, με άδεια χέρια και δίχως καμιά αποσκευή.

«Καλώς ανταμώσαμε», λέει ο ξένος. «Ακολούθησέ με να δεις πράγματα θαυμαστά».

Ο ποιμένας, περισσότερο υπηρέτης της περιέργειάς του παρά της ευθύνης για το ποίμνιο, ανταποκρίνεται. Μπαίνουν στο δάσος, ακολουθούν πολύστροφο μονοπάτι μέσα στο σκοτάδι που δε δυσχεραίνει την πορεία του επισκέπτη και φτάνουν σε τόπο όπου τα κλαδιά είναι μπλεγμένα σε συμπαγή θόλο και δεν ξεχωρίζει σελήνη, άστρο ή θάμπος του στερεώματος.

Ο λευκοχίτωνας παραμερίζει τις βάτους πλησίον πηγής που κατεβαίνει παγωμένη από τα όρη. Φανερώνει χάλκινους πρασινισμένους κρίκους πάνω σε μαρμάρινη πλάκα και προστάζει τον ποιμένα να τους τραβήξει. Αυτός δεν αρέσκεται να καταπονεί το σώμα του αλλά έχει φλογιστεί ο νους του από την αναμονή θεαμάτων και δε νιώθει κόπωση, πόνο ή πείνα.

Αποκαλύπτεται άνοιγμα ερεβώδες και αραχνιασμένο κάτω από το μάρμαρο κι ο ξένος κατεβαίνει ευθύς, ξάφνου σε κάθε χέρι του πυρσός που καίει. Ο ποιμένας ακολουθεί. Μετράει χίλια σκαλιά λαξευτά, εκατό βήματα σε στοά υγρή και δέκα κτιστές αψίδες. Φτάνουν σε σπήλαιο ανέγγιχτο από ανθρώπινο χέρι και τους φράζει το δρόμο ποταμός. Αναμένουν ώσπου φτάνει βαρκάρης πεπλοφόρος και τους μεταφέρει απέναντι, πληρωμένος δυο νομίσματα μολυβένια από τον ξένο.

Ο ποιμένας αρχίζει να δυσανασχετεί από την παράταση της αναμονής και διαμαρτύρεται. Ο λευκοχίτωνας σύρει αθέατο παραπέτασμα και του αποκαλύπτει διάδρομο με εσοχές, κάθε μία με το δικό της αναμμένο λύχνο, άλλοι φωτεινοί και άλλοι έτοιμοι να σβήσουν. Ο ξένος προστάζει τον ποιμένα να αναμείνει εκεί.

Ο ποιμένας ανήσυχος περιδιαβαίνει τον χώρο. Φυσά ένα λυχνάρι και το σβήνει. Νιώθει μια στιγμιαία ευχαρίστηση και σπεύδει να το επαναλάβει. Σαλιώνει το δάχτυλό του και συμπιέζει φυτίλια. Ανικανοποίητος ακόμη, αρχίζει να πετάει γυάλινους και πήλινους λύχνους στο δάπεδο για να σπάσουν, αδειάζει τους μεταλλικούς, ηδύνεται με το έλαιο που φλέγεται όλο μαζί.

Εν καιρώ, αρχίζει να βρίσκει ανιαρή τη διαδικασία και σταματά. Αμέσως, ο ξένος επιστρέφει στο πλευρό του και συνεχίζουν την πορεία τους. Σύντομα ο ποιμένας διαμαρτύρεται ξανά και ο λευκοχίτωνας σύρει έτερο αθέατο παραπέτασμα, αποκαλύπτοντας δυο ερμάρια και αποχωρεί. Ο ποιμένας χωρίς δισταγμό αρχίζει να ερευνά. Το εκ δεξιών ερμάρι είναι γεμάτο μικρά κουτιά που φέρουν άνθρακες, λερά ράκη και σαπισμένους καρπούς. Το εξ ευωνύμων ερμάρι περιέχει λίγες χούφτες στολίδια από ήλεκτρο, χρυσό και ελεφαντοστό, ατάκτως ερριμμένα.

Αρχίζει να γεμίζει το βαλάντιό του. Παίρνει όσα πολύτιμα αντικείμενα μπορεί και τα επίλοιπα τα μεταφέρει και τα πετά από μοχθηρία στα κουτιά του άλλου ερμαριού, να χαθούν, να λερωθούν και να φθαρούν. Ευχαριστημένος από την έμπνευσή του, κλείνει τα ερμάρια ώστε να φαίνονται ανέγγιχτα.

Ο ξένος επιστρέφει αμίλητος και ξεκινούν πάλι την υπόγεια πορεία τους. Δεν κάνουν μήτε δέκα βήματα κι ο ποιμένας ανοίγει το στόμα του να δηλώσει δυσαρεστημένος. Ο επισκέπτης, πριν αποχωρήσει προσωρινά, σύρει τρίτο αθέατο παραπέτασμα, διπλό, προς αίθουσα με κλωβούς πλήρεις θηρίων εξωτικών, ημέρων και αγρίων.

Μόνος ο ποιμένας, αρχίζει να σείει τις σιδερένιες ράβδους που τον χωρίζουν από τα ζώα και τα πτηνά, να θέτει σε χρήση τα φραγγέλια και τις βέργες που βρίσκονται στο χώρο. Τρομοκρατεί, εξαγριώνει και τραυματίζει, μετατρέποντας την αίθουσα σε ωδείο βρυγμού και οδυρμού. Δεν αφήνει κανένα πλάσμα σε ηρεμία, οχλώντας όποιο σιωπεί. Σταματά από κόπωση σωματική κι όχι πνευματική.

Και πάλι ο ξένος επιστρέφει εγκαίρως, αυτή τη φορά είναι αδύνατο να προσποιηθεί πως δεν κατανοεί τι συνέβη όσο απουσίαζε. Μορφάζει με δυσαρέσκεια μα δεν ομιλεί. Νεύει να τον ακολουθήσει ο ποιμένας. Πιο πέρα, αναμένει γραία μαυροφορούσα και ερωτά το όνομα του ποιμένα. Αυτός, φοβούμενος πως συνάντησε κάποιον από τους κατοίκους του τόπου κι ότι αν πει την αλήθεια θα μπορέσουν αργότερα να τον εντοπίσουν και να τον τιμωρήσουν για όσα έκανε εκεί, δηλώνει όνομα ξένο, που να ανήκει σε ένα άλλο νέο του χωριού του, λειψό στο νου, πολλάκις θύμα του.

Συνεχίζοντας το δρόμο τους, διασταυρώνονται εκ νέου με τον ποταμό, τους διεκπεραιώνει ο πεπλοφόρος πορθμέας επί πληρωμή, διασχίζουν δέκα κτιστές αψίδες, εκατό βήματα σε υγρή στοά υγρή, ανέρχονται χίλια σκαλιά λαξευτά, ο ξένος σβήνει τους πυρσούς και ο ποιμένας τοποθετεί τη μαρμάρινη πλάκα στη θέση της.

Η επιστροφή στο ποίμνιο είναι σύντομη, το μονοπάτι ευθύ και βραχύ.

«Αυτά ήταν τα θαυμαστά;» ωρύεται ο νεανίας. «Λύχνοι και ερμάρια και κλωβοί;»

«Ο πρόθυμος βιώνει θαύματα και στην απλούστερη στιγμή», απαντά γαλήνιος ο ξένος. «Οι λύχνοι ήταν οι βίοι των οικείων σου, ανθρώπων και μη, που τερματίζουν όταν σωθεί το έλαιο».

Ο χώρος φωτίζεται και αποκαλύπτονται όλοι οι αμνοί του ποιμνίου νεκροί και ο ποιμένας γοεί γόο μεγάλο, σκεπτόμενος την οικογένειά του.

«Στο εξ ευωνύμων ερμάρι φυλάσσονται για να σε κοσμήσουν οι δίκαιες πράξεις σου», λέγει ο ξένος, «ενώ στο εκ δεξιών φυλάσσονται τα σφάλματά σου, δια να ζυγιστούν τα μεν με τα δε όταν έλθει η ώρα».

Ο ποιμένας αδειάζει το βαλάντιό του απελπισμένος και βρίσκει μόνο σκώληκες, λύθρο και πυρίτες λίθους.

«Τα θηρία και τα πτηνά στους κλωβούς είναι οι κοιμισμένες συνειδήσεις των γειτόνων σου», λέγει ο ξένος, «που μπορείς να τις αφυπνίσεις για να αναγνωρίσουν την κρυφή αξία σου ή την κρυφή αναξιότητά σου».

Από την άλλη όχθη ακούγεται φωνές και φαίνονται φλόγες, πλήθος ερχόμενο, οι χωριανοί που έχουν ανακαλύψει όλα τα ψεύδη και τα κρίματα του ποιμένα και σπεύδουν να τον υποβάλλουν σε τιμωρία ανάλογή τους. Ριγεί και τα δόντια του τρίζουν από τρόμο.

«Η γραία είναι η καλή σου Μοίρα ζητά να σε βρει για να σου στείλει τύχη», λέγει ο ξένος. «Και τον τόπο των θαυμάτων δε θα μπορέσεις να ξαναβρείς και να διορθώσεις όσα έπραξες, διότι το πολύ μία φορά δικαιούται κανείς να τον επισκεφθεί. Σε θαύματα καλέστηκες και θαύμα δε θέλησες να δεις».

Και αποχωρεί ως ήλθε.