Έγραψα στην τελευταία δημοσίευση πως η διάκριση χαρακτήρων σε «πρωταγωνιστές» και «δευτερεύοντες» είναι αντίθετη στην όλη σύλληψη των «Γιων της Στάχτης».
Όταν πήρα τη θαρραλέα απόφαση να καταστρώσω μια σειρά βιβλίων φάνταζυ, κάπου στο 2001, είχα ήδη αρχίσει να συνειδητοποιώ πως αποτελεί σημαντικό μέρος της τεχνικής μου η χρήση πολλών προσώπων και η παράθεση/αντιπαράθεση απόψεων και οπτικών.
Και ήρθε η συζήτηση με ένα φίλο, εξαιρετικά ταλαντούχο συγγραφέα φαντασίας, με έντονους προβληματισμούς ως προς τη θεωρητική πλευρά της γραφής και του σχεδιασμού πλοκής.
Εκείνο τον καιρό μας απασχολούσε η φύση του κεντρικού χαρακτήρα τον οποίο ακολουθεί η δράση. Είχαμε καταλήξει πως υπάρχουν δυο κύριες σχολές στο είδος. Ο μοναχικός ήρωας από τη μια, η «συντροφιά ετερόκλητων χαρακτήρων» από την άλλη.
Ρωτάω, λοιπόν, μια μέρα το φίλο μου, τι γράφει αυτόν τον καιρό. Και μου λέει «Φάνταζυ», οπότε τον ρωτάω τι είναι αυτή τη φορά ο ήρωάς του, μάγος, πολεμιστής, κάτι άλλο, ολόκληρη ομάδα; Και μου απαντάει: «Δεν έχει ήρωα. Σκέψου κάτι σαν την επανάσταση του ’21. Ένας μεγάλος πόλεμος σε πολλά μέτωπα, που για να κερδηθεί πρέπει διάφοροι να παίξουν το ρόλο τους. Άλλοι κερδίζουν μάχες, άλλοι χάνουν, άλλοι γίνονται ήρωες, άλλοι προδίδουν, άλλοι εμφανίζονται από το πουθενά, άλλοι έχουν μια επιτυχία και μετά τίποτα, άλλοι σκοτώνονται, ο καθένας έχει δικά του κίνητρα και απόψεις, σκοτώνονται και μεταξύ τους χωρίς να υπάρχει κάποιος πάνω απ’ όλους να τους συντονίσει».
Αυτή είναι μια αρκετά καλή περιγραφή της επανάστασης.
Εντάξει, εγώ δεν έχω το θάρρος να καταπιαστώ με κάτι τόσο δύσκολο. Δεν ξέρω αν θα κατόρθωνα να διατηρήσω το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ένιωθα την ανάγκη να αφιερώσω περισσότερο κείμενο σε ένα μικρό αριθμό χαρακτήρων, να τους χρεώσω περισσότερες πράξεις απ’ ότι στους υπόλοιπους, για να μπορέσω να δουλέψω.
Αλλά το μυαλό μου πήρε μπρος. Γιατί να υπάρχει οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα στους κεντρικούς χαρακτήρες του τύπου «αχ, τώρα που εμείς ψάχνουμε το μαγικό σπαθί, βαστάει άραγε ο φίλος μας που τον στείλαμε να υπερασπίσει το πέρασμα απέναντι στις ορδές του Σκότους»; Εδώ που τα λέμε, γιατί να γνωρίζονται καν; Να το πάμε ένα βήμα παραπέρα: γιατί να ξέρουν καν ο ένας την ύπαρξη του άλλου; Δεν είναι πολύ στημένες οι κοινές αφετηρίες και οι διάφοροι συνεκτικοί χαρακτήρες που βολοδέρνουν από το ένα κομμάτι της ομάδας στο άλλο χωρίς πειστικό λόγο;
Και τι πάει να πει «πιστός σύντροφος»; Δεν έχει δικά του «θέλω» ο βοηθός ενός πρωταγωνιστή; Υπάρχει μόνο για να προχωράει η πλοκή στα δύσκολα σημεία, να γίνεται γραφικός και να γεμίζουν πού και πού σελίδες με το παρελθόν του που έρχεται ουρανοκατέβατο να τον στοιχειώσει ξαφνικά και να ικανοποιήσει τυχόν απορίες του αναγνώστη; Ή όταν θέλουμε να δείξουμε πώς είδε ένα σημαντικό γεγονός ο τυχαίος στρατιώτης μέσα στο πλήθος, δημιουργούμε έναν ξαφνικά, τον ψυχογραφούμε όσο πιο καλά μπορούμε, τον βάζουμε να σκέφτεται την αρραβωνιαστικιά του για να συγκινηθεί ο αναγνώστης και μετά τον σκοτώνουμε και πάμε παρακάτω; Πού είναι η εξέλιξη, το βασικό όχημα του δράματος; Η αίσθηση ότι η ιστορία έχει μια αρχή, ένα τέλος και μια πορεία που τα συνδέει; Ότι δεν είναι απλώς η απεικόνιση μιας στατικής στιγμής ξεκομμένης από το χρόνο; Όχι μόνο για τους «ήρωες», αλλά για όσο περισσότερα άτομα είναι δυνατόν, έστω κι αν η αρχή και το τέλος της δεν είναι πάντα η αρχή και των τέλος των ίδιων της σειράς των βιβλίων.
Αυτό είναι ένα ακόμη στοίχημα των «Γιων», πέρα από την ελληνικότητά τους.
[Και για όσους αναρωτιούνται: απ’ όσο ξέρω, ο φίλος μου δεν έγραψε πάνω από 30-40 σελίδες πάνω στην ιδέα του]
Οι "Γιοι της Στάχτης" είναι η σειρά φανταστικής λογοτεχνίας (φάνταζυ συγκεκριμένα) πάνω στην οποία δουλεύω επί του παρόντος. Και τα τρία βιβλία της τριλογίας ("Κοράκι σε άλικο φόντο", "Βέλη και κρόκινες φλόγες" και "Δρυς με φύλλα σμαραγδιά) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις mamaya. (Για νέους επισκέπτες)
Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009
Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009
Στιγμή 1
Πέρα από τα παραμύθια που συνεχίζουν ακάθεκτα (το είδατε το τελευταίο;), εγκαινιάζω ένα νέο είδος δημοσίευσης στο ιστολόγιο αυτό. Μικρά κείμενα από το παρελθόν των χαρακτήρων που εμφανίζονται στο «Κοράκι σε άλικο φόντο», πράγματα που συνέβησαν πριν την έναρξη του βιβλίου. Υπάρχουν πολλά πρόσωπα στους «Γιους της Στάχτης» κι αυτός είναι ένας τρόπος να τα παρουσιάσω σταδιακά, χωρίς αποσπάσματα από τα ίδια τα βιβλία, με κίνδυνο να αποκαλύψω περισσότερα απ’ όσα πρέπει.
Να σημειώσω ότι τα κειμενάκια αυτά δεν είναι απαραίτητο να τα διαβάσει κανείς για να κατανοήσει το βιβλίο (και τούμπαλιν, μπορείτε να τα απολαύσετε χωρίς να έχετε διαβάσει το βιβλίο).
Εκτός κι αν μου βρείτε καλύτερο όνομα, θα τα αποκαλώ «Στιγμές».
Κάνω την αρχή με έναν από τους «δευτερεύοντες» χαρακτήρες (τα εισαγωγικά γιατί η διάκριση αυτή είναι λίγο αντίθετη στην όλη σύλληψη των «Γιων»).
Νικήτας
Με σφιγμένα τα δόντια, τρυπούσε θώρακες, έσπαγε ασπίδες, τσάκιζε πρόσωπα. Κάποιοι άρπαζαν το δόρυ, αλλά δεν είχαν τη δύναμη να του το πάρουν από τα χέρια. Άλλοι χτυπούσαν το όπλο με τα σπαθιά τους, μήπως το σπάσουν, μα το ξύλινο στέλεχός του ήταν χοντρό σαν αντρικός καρπός, ένα μικρό δέντρο. Γύρω, οι γραμμές των δυο παρατάξεων είχαν μπλεχτεί. Βέλη συνέχιζαν να πέφτουν από ψηλά, αδυνατώντας να ξεχωρίσουν εχθρό από φίλο. Πάνω από τα κεφάλια υψώνονταν τα δυο λάβαρα, όμοια σε σχέδιο, τα χρώματά τους αντίστροφα. Όπως κι αν εξελισσόταν η μάχη, αιγλωικό σύμβολο θα κατέληγε στη λάσπη. Άρχισε να ψιχαλίζει.
Περπάτησε αργά όλη τη Μακρά Γέφυρα και γύρισε πάλι πίσω. Στο μουντό φως τη συννεφιασμένης μέρας, κάθε χρώμα έμοιαζε να έχει αποσυρθεί από το τοπίο και τους ανθρώπους. Η μενεξεδιά στολή του φάνταζε μελανή. Ο μάλλινος μανδύας ανέμιζε και ξεγελούσε τα μάτια, γινόταν ένα με τους γρανιτένιους ογκόλιθους πίσω από τον άντρα. Καμιά αντανάκλαση δεν πιανόταν στους κρίκους της αρματωσιάς του, τα σταχτιά φρύδια του δεν έκαναν αντίθεση με το ξυρισμένο δέρμα του κρανίου του.
«Εκατόνταρχε Νικήτα», τον υποδέχτηκε ο αρχιστράτηγος, που περίμενε υπομονετικά όσο εκείνος εξέταζε την τοποθεσία. «Λοιπόν;»
Μια λέξη όλη κι όλη, ένα τεράστιο δίλημμα.
«Θα την κρατήσουμε», αποφάσισε ο υπαξιωματικός. «Όσοι κι αν είναι οι αντίπαλοι, ό,τι κι αν χρειαστεί να κάνουμε».
Η βροχή είχε μουσκέψει τις πλάκες της γέφυρας. Μικροί καταρράχτες έρρεαν στα πλευρά της και κατέληγαν στον αφρισμένο Σπείρωνα, νερό ανάμικτο με αίμα παράσερνε κομμάτια μετάλλου, κομμάτια σάρκας. Παντού άψυχα κορμιά ανθρώπων και αλόγων, διαλυμένες άμαξες, γκρεμισμένα οδοφράγματα.
Πίσω στην επόμενη γραμμή άμυνας, ανασύνταξη. Δυο νεοσύλλεκτοι πέρασαν δίπλα από το Νικήτα, δυο πανικόβλητα παιδιά με μάτια διεσταλμένα από τρόμο. Λίγο πιο πίσω ακολουθούσε ο φίλος τους, ένα αγόρι που έμοιαζε πολύ μικρό για να παίζει πόλεμο με αληθινά όπλα. Ένα απελατίκι κατέβηκε βαρύ στην πλάτη του νεαρού, ο ώμος του δίπλωσε αφύσικα. Σωριάστηκε μπρούμυτα στις βρεγμένες πλάκες, να αγκομαχά λαβωμένος. Ο πεζικάριος του εχθρού έσκυψε να τον αποτελειώσει.
Ο εκατόνταρχος δεν είχε χρόνο για σκέψη, ούτε καν για να τραβήξει το όπλο του από το θηκάρι. Πίσω η ασφάλεια, μπρος ένας σύντροφος που κινδύνευε και δεκάδες εχθροί. Έκανε ότι του επέβαλε το ένστικτο. Έτρεξε μπροστά, όσο γρήγορα του επέτρεπε το σώμα του που ήταν περισσότερο δυνατό παρά ευέλικτο.
Να σημειώσω ότι τα κειμενάκια αυτά δεν είναι απαραίτητο να τα διαβάσει κανείς για να κατανοήσει το βιβλίο (και τούμπαλιν, μπορείτε να τα απολαύσετε χωρίς να έχετε διαβάσει το βιβλίο).
Εκτός κι αν μου βρείτε καλύτερο όνομα, θα τα αποκαλώ «Στιγμές».
Κάνω την αρχή με έναν από τους «δευτερεύοντες» χαρακτήρες (τα εισαγωγικά γιατί η διάκριση αυτή είναι λίγο αντίθετη στην όλη σύλληψη των «Γιων»).
Νικήτας
Με σφιγμένα τα δόντια, τρυπούσε θώρακες, έσπαγε ασπίδες, τσάκιζε πρόσωπα. Κάποιοι άρπαζαν το δόρυ, αλλά δεν είχαν τη δύναμη να του το πάρουν από τα χέρια. Άλλοι χτυπούσαν το όπλο με τα σπαθιά τους, μήπως το σπάσουν, μα το ξύλινο στέλεχός του ήταν χοντρό σαν αντρικός καρπός, ένα μικρό δέντρο. Γύρω, οι γραμμές των δυο παρατάξεων είχαν μπλεχτεί. Βέλη συνέχιζαν να πέφτουν από ψηλά, αδυνατώντας να ξεχωρίσουν εχθρό από φίλο. Πάνω από τα κεφάλια υψώνονταν τα δυο λάβαρα, όμοια σε σχέδιο, τα χρώματά τους αντίστροφα. Όπως κι αν εξελισσόταν η μάχη, αιγλωικό σύμβολο θα κατέληγε στη λάσπη. Άρχισε να ψιχαλίζει.
Περπάτησε αργά όλη τη Μακρά Γέφυρα και γύρισε πάλι πίσω. Στο μουντό φως τη συννεφιασμένης μέρας, κάθε χρώμα έμοιαζε να έχει αποσυρθεί από το τοπίο και τους ανθρώπους. Η μενεξεδιά στολή του φάνταζε μελανή. Ο μάλλινος μανδύας ανέμιζε και ξεγελούσε τα μάτια, γινόταν ένα με τους γρανιτένιους ογκόλιθους πίσω από τον άντρα. Καμιά αντανάκλαση δεν πιανόταν στους κρίκους της αρματωσιάς του, τα σταχτιά φρύδια του δεν έκαναν αντίθεση με το ξυρισμένο δέρμα του κρανίου του.
«Εκατόνταρχε Νικήτα», τον υποδέχτηκε ο αρχιστράτηγος, που περίμενε υπομονετικά όσο εκείνος εξέταζε την τοποθεσία. «Λοιπόν;»
Μια λέξη όλη κι όλη, ένα τεράστιο δίλημμα.
«Θα την κρατήσουμε», αποφάσισε ο υπαξιωματικός. «Όσοι κι αν είναι οι αντίπαλοι, ό,τι κι αν χρειαστεί να κάνουμε».
Η βροχή είχε μουσκέψει τις πλάκες της γέφυρας. Μικροί καταρράχτες έρρεαν στα πλευρά της και κατέληγαν στον αφρισμένο Σπείρωνα, νερό ανάμικτο με αίμα παράσερνε κομμάτια μετάλλου, κομμάτια σάρκας. Παντού άψυχα κορμιά ανθρώπων και αλόγων, διαλυμένες άμαξες, γκρεμισμένα οδοφράγματα.
Πίσω στην επόμενη γραμμή άμυνας, ανασύνταξη. Δυο νεοσύλλεκτοι πέρασαν δίπλα από το Νικήτα, δυο πανικόβλητα παιδιά με μάτια διεσταλμένα από τρόμο. Λίγο πιο πίσω ακολουθούσε ο φίλος τους, ένα αγόρι που έμοιαζε πολύ μικρό για να παίζει πόλεμο με αληθινά όπλα. Ένα απελατίκι κατέβηκε βαρύ στην πλάτη του νεαρού, ο ώμος του δίπλωσε αφύσικα. Σωριάστηκε μπρούμυτα στις βρεγμένες πλάκες, να αγκομαχά λαβωμένος. Ο πεζικάριος του εχθρού έσκυψε να τον αποτελειώσει.
Ο εκατόνταρχος δεν είχε χρόνο για σκέψη, ούτε καν για να τραβήξει το όπλο του από το θηκάρι. Πίσω η ασφάλεια, μπρος ένας σύντροφος που κινδύνευε και δεκάδες εχθροί. Έκανε ότι του επέβαλε το ένστικτο. Έτρεξε μπροστά, όσο γρήγορα του επέτρεπε το σώμα του που ήταν περισσότερο δυνατό παρά ευέλικτο.
Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009
Οι Περιφέρειες - Καρυκίου
Προτελευταία περιοχή της Αιγλώης, η Περιφέρεια Καρυκίου, στο κέντρο της σχεδόν. Βρίσκεται στη σκιά του Δικόρυφου Όρους με τη Μονή Αγιασματαρίου, αλλά η υπόλοιπη είναι μια τεράστια ενιαία πεδιάδα. Οι κάτοικοί της είναι κάπως πιο προσγειωμένοι από τους υπόλοιπους Αιγλωείς, ζώντας σε μια γενναιόδωρη γη, χωρίς σκοτεινά δάση και άλλες απρόσιτες γωνιές που να εξάπτουν τη φαντασία. Από την άλλη, η εξάρτηση της τύχης τους από τα καπρίτσια του καιρού, τους κάνει λίγο προληπτικούς.
Το παιδί που δεν είχε ανταμώσει τη Μοίρα του
Μια βολά, ήταν κλέφτες που ρημάζανε όλα τα καμποχώρια. Κάπου τους στριμώξαν’ στο βουνό των καλοέρων, στο Δίκορφο, πάνε καλιά τους. Μόνο ο αρχικλέφτης γλίτωσε, λαβωμένος άσκημα. Σούρθηκε μέχρι το κονάκι του, είπε στη μοναχοκόρη του σαν και πού τα ‘χε χουμπωμένα τα φλουριά του και ταχιά ξεψύχησε.
Πάνω στον τόπο που ήτανε χωμένος ο θησαυρός, είχε χτίσει καλύβι ένας καημενάκος χηρεμένος, μ’ ένα παιδί. Ολονών των φτωχών οι Μοίρες είναι κουτσές και μια-δυο φορές μοναχά προκάνουν να φέρουν καλό όλες κι όλες στη ζήση. Μα του παιδιού η Μοίρα ήτανε και στραβή μαζί και πήγαινε ψάχτοντας με τα χέρια και δεν είχανε απαντηθεί ακόμα μεταξύ τους. Κι όλο σκόνταφτε το παιδί και ‘κανε ζημιές και ‘χανε πράματα χωρίς να τ’ αφήνει μες τη μέση. Αλλά είχε μάθει και δε βαρυγκομούσε.
Να κι ένα πουρνό, παρουσιάζεται στη μπασά απ’ το καλύβι μια ζητιάνα νια κι όμορφη, έπιασε κουβεντολόι με το νοικοκύρη που δεν του περίσσευε τίποτις να δώσει. Τα φέρανε από ‘δω, τα φέρανε από ‘κει, ξαναπήγε την άλλη τη μέρα. Να μην τα πολυλογώ, την πήρε γυναίκα στο τέλος. Πού να ξέρε πως είναι του κλέφτη η θυγατέρα!
Η κακούργα έκανε την καλή μπροστά στον πατέρα, μα όντας έλειπε κείνος στο χωράφι, το παιδί το πέρναγε μαρτύρια. Πότε το ‘δερνε, πότε τ’ άφηνε νηστικό, πότε το ‘κλεινε στο αρμάρι. Δίκιο να βρει το παιδί δεν είχε, έλεε τ’ αντρός της πως γλίστρησε μονάχο του και τσακίστηκε, πως του ‘πεσε το φαΐ στη λάσπη, πως σφήνωσε στο αρμάρι. Χειρότερη μυτρηγιά, δεν ξανάγινε.
Απάνω στον ένα χρόνο, αφού το θησαυρό που ‘ψαχτε δεν τον είχε ξετρυπώσει ακόμα, η γυναίκα βαρέθηκε. Φαρμάκωσε τον άντρα της και ‘πιασε αγάπες με το παλιό πρωτοπαλίκαρο του πατέρα της που ‘χε κάμει δικό του ασκέρι και ταλαιπώραε τους νοικοκυραίους. Το παιδί το πήρ’ αυτός και το ‘δωσε σε κάτι κλέφτες πελαγίσους, να το πουλήσουνε δούλο σε μακρινά μέρη. Κι η κακούργα έπιασε και ξεθεμέλιωσε το καλύβι και βρήκε τα φλουριά κι έφερε μαστόρους και χτίσανε παλάτι στον ίδιο τόπο κι έκανε μετά την αρχόντισσα εκεί με τον αγαπητικό της.
Ας την τώρ’ αυτή, να ιδούμε τι απόγινε το παιδί. Εκεί που αρμενίζανε οι κλέφτες οι θαλασσινοί, σκώνεται κύμα τρανό, γυρνάει ανάποδα το καράβι τους. Βγαίνει κι ένα θεριό του νερού κι άρχισε κι έτρωγε όποιον ήγλεπε. Μοναχά το παιδί γλίτωσε, το ξέβρασε η θάλασσα σε κάτι βράχια μαύρα. Μήτε κι ήξερε σε τι τόπο είχε φτάσει. Το πήρε δρόμο-δρόμο, έφτασε σε χωριό με ανθρώπους ξένους και γλώσσα ξένη.
Να συνεννοηθεί δεν μπορούσε, τον πιάσανε και τον πήγανε στο βασιλιά τους να τον βάλει σε δουλειά. Κανένας επιστάτης δεν το ήθελε κοντά του το παιδί, όλοι το γυρίζανε στο βασιλιά πίσω. Το ‘χωσαν στη γης να σκάβει για χρυσάφι, μια έσπαγε ο κασμάς του, μια σωριάζονταν οι πέτρες που πόστιαζε στην άκρη. Το βάλανε ύστερα να γυρνάει το μάγκανο στο πηγάδι σα γάιδαρος, πότε κοβόταν η τριχιά, πότε τρύπαγε το λαήνι. Το στείλανε στα ζα, άλλα αρρώσταιναν, άλλα κουτσαίνονταν.
Ο βασιλιάς έλεγε πως είναι πονηρός ο δούλος του και κάνει ζημιές για να τον διώξουν, γι’ αυτό έβαζε να τον περνάνε βούρδουλα κάθε βολά. Ώσπου έφτασε είκοσι χρονώ το παιδί και έμαθε πια τη γλώσσα την ξένη κι έπιασε τον αφέντη του να πει τα βασανά του και να κάμει ξήγησες. Πάλι δεν πίστεψ’ ο βασιλιάς. Έκαμε πως το λυπήθηκε το παιδί, του ‘δωσε μιαν αλλαξά χρυσή, ένα μαντήλι τυλιγμένο γεμάτο φλουριά κι ένα σπαθί καλό, και το αμόλησε με την ευκή του. Μασκαρεύτηκε κι αυτός ο ίδιος ταξιδιώτης κι ακλούθησε λίγο παραπίσω να δει τι θα γενεί. Έλεγε όλα καλά θα πάνε και μετά θα βάλει αυτός να το τιμωρήσει το παιδί για τα ψέματα που του ‘χε ειπωμένα.
Πααίνανε κι οι δυο με τα ποδάρια, γιατί το παιδί δεν ήθελε να πάρει άλογο, το λυπότανε το ζώο να το βασανίσει άδικα. Φτάνουνε σ’ ένα χάνι, μπήκανε να κοιμηθούνε. Έρχεται ύστερα ένας ξένος λελέκι σκέτο, μα ο χανιτζής είχε μονάχα ένα κρεβάτι κοντό να του δώσει. Το πιδί, από την καλή του την καρδιά, είπε ν’ αλλάξουνε κάμαρες. Κοιμήθηκε καλά ο ψηλός, το παιδί βρήκε κοριούς στο στρώμα και δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Πιο πέρα, φτάνουνε σ’ ένα γιοφύρι που ‘χε γκρεμιστεί κι ήταν ένας έμπορας με φρούτα φορτωμένα στ’ αμάξι του κι αναστέναζε που δε μπορούσε να προχωρήσει. Πιάνει το παιδί, φορτώνεται, περνάνε την πραμάτεια απέναντι μαζί με τον έμπορα να μη μείνει εκεί και χαλάσει. Γυρνάει πίσω το παιδί, περνάει και τ’ άλογο. Ότι πήγαινε κι αυτό να βγει στον όχτο, κατεβάζει λάσπη το ποτάμι. Κατάφερε και πιάστηκε από μια ρίζα και γλίτωσε το παιδί, μόνο η χρυσή η φορεσά του γίνηκε κομμάτια. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Την άλλη τη μέρα, χωρίζει ο δρόμος στα δυο, μια στράτα πάει χαμηλά, μια περνάει δίπλα στο γκρεμό, κοίταζες και σ’ έπιανε ζαλάδα. Απάνου στη διχάλα, ήτανε ένα τσοπανόπουλο κι έκλαιγε. Ρωτάει το παιδί, μαθαίνει που το καλύτερο κατσίκι του κοπαδιού είχε πάρει το μονοπάτι του γκρεμού και σκιαζότανε ο τσοπανάκος να πάει να το φέρει πίσω. Ούτε και πίσω σπίτι του μπορούσε να πάει, γιατί είχε μυτρηγιά κακούργα και θα το ‘δερνε. Λυπήθηκε το παιδί, θυμήθηκε τα δικά του τα περασμένα, βγαίνει στο φρύδι του γκρεμού, το πιάνει το ερίφι. Κι ότι το ‘φερνε πίσω, δίνει το ζώο μια μήπως του φύγει, πιάνεται στο κέρατό του το μαντήλι του παιδιού που το ‘χε γεμίσει ο αφέντης του με φλουριά, πάει κάτω στο γκρεμό όπως ήτανε. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Την παράλλη μέρα, συνάντησε το παιδί ένα ζαρκάδι θηλυκό και το είχανε τριγυρισμένο τσακάλια να του φάνε το μικρό του. Σέρνει το παιδί το καλό σπαθί που του ‘χε δωσμένο ο βασιλιάς, δίνει μια-δυο, φύγανε αλυχτώντας τα θρασίμια. Μα σφήνωσε το όπλο στα πλευρά ενός, πάει το πήρε μαζί του κι έμεινε αδειανό το θηκάρι. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Πίστεψε πια ο αφέντης την ιστορία του δούλου του κι είπε να του φανερωθεί. Τέτοιος άνθρωπος λέει, τόσα να παθαίνει και να μη βαρυγκομάει, να μην κρατάει κακία και πάλι να βοηθάει, δεν υπάρχει στην Πλάση. Μα τον έτρωγε κι η περιέργεια και είπε ας πάει άλλη μια μέρα, να ιδεί τι άλλο θα γενεί. Βρίσκει ένα πηγάδι το άλλο πουρνό το παιδί, πάει κοντά να νιφτεί. Ακούει ένα κλάμα γυναίκειο από κάτου, έσκυψε να ιδεί μην είχε πέσει μέσα καμιά κυρά. Ήτανε γλιτσασμένο το στόμα του πηγαδιού, γλιστράει, πάει κι αυτός μέσα.
Τότες ο βασιλιάς πικράθηκε. Είπε άδικα το άφησε το παιδί και πήγε χαμένο. Γύρισε παραπίσω κι έφερε τους υπηρέτες που ακολουθούσαν, να βγάλουν τουλάχιστον τα κόκαλα του παιδιού από το πηγάδι, να του κάμουν ένα μνημούρι ανθρώπινο ν’ αναπαυτεί η ψυχούλα του.
Μα έλα που το παιδί δεν ήτανε πεθαμένο! Το πηγάδι είχε νερό και σώθηκε, είχε και πέτρες να σταθεί να μην πνιγεί. Εκεί, μες το σκοτάδι, ήτανε και μια γριά.
«Παιδί μου», λέει, «κάμε κουράγιο. Άνθρωπος δεν περνάει από τούτη την ερμιά και δε σωνόμαστε. Εγώ έχω δέκα χρόνια πεσμένη μέσα. Μον’ έλα κοντά να σου δώσω την ευκή μου γιατί δε βαστάω άλλο».
Κι όπως βάνει τα χέρια της απάνου του, τον εγνώρισε, γιατί ήτανε η Μοίρα του που δεν ήγλεπε, κι έτσι είχε βρεθεί κι εκείνη στην τρύπα.
«Αμ στον κόσμο σε γύρευα κι εδώ σε βρήκα!», του λέει. «Κάτσε να μ’ ακούσεις, γιατί δεν έχει να ξαναειδωθούμε. Όταν λάχει και σε βγάλουνε, άλλο πράμα να μη ζητήσεις, παρά το κρουσταλλένιο προσκεφάλι»
Ήρθανε οι υπηρέτες του βασιλιά, το βγάλανε όξω το παιδί από το πηγάδι, ψάξανε και για τη γριά, πουθενά. Κατεβάσανε δαδιά να δούνε καλύτερα, τίποτα. Γυρίσανε όλοι μαζί πίσω στο παλάτι, έπιασε ο αφέντης και αγκάλιασε το δούλο και τον αμόλησε λεύτερο, αληθινά ετούτη τη φορά.
«Τι δώρο να σου κάμω», του λέει, «να μην το χάσεις κι ετούτο;»
Το παιδί ζήτησε το κρουσταλλένιο προσκεφάλι όπως το ‘χε ορμηνέψει η Μοίρα του. Ο βασιλιάς είπε κι είπε, να το αλλάξει γνώμη, μα δεν τα κατάφερνε, κι έβαλε να φέρουν εκεί μπροστά στο θρονί του το δώρο. Αυτό είχε ζητήσει από μαστόρους να το φτιάσουν, για να βρει άντρα για τη μοναχοκόρη του. Όποιος κοιμόταν με δαύτο, τον έβρισκε μεγάλο κακό παρεκτός κι αν στη ζήση του
ψέμα δεν είχε ειπωμένο
κακό δεν είχε καμωμένο
φλουρί δεν είχε κλεμμένο
άδικο δεν είχε κερδισμένο
και πολλά βασιλόπουλα είχανε πεθαμένα και λαβωμένα από δαύτο, μέχρι που δεν τόλμαγε κανείς να το δοκιμάσει κι ο βασιλιάς ο ίδιος έλεγε πως τέτοιος άνθρωπος δεν υπάρχει.
Και να που βρέθηκε το παιδί άξιο και έκαμε τον καλύτερο του ύπνο με το κρουσταλλένιο προσκεφάλι στις βασιλικές τις κάμαρες και σκώθηκε το άλλο το πουρνό ξεκούραστο. Άλλο νέο καλύτερο δεν ήθελε ο βασιλιάς, που δεν είχε κλείσει μάτι από την έγνοια του. Έβαλε αμέσως να γίνει καλέστρα, να κάμει το παιδί γαμπρό του. Και κακό δεν του ξανάτυχε του παιδιού στα πολλά χρόνια που βασίλεψε, γιατί τη Μοίρα του την είχε ανταμώσει πια.
Και το κρουσταλλένιο προσκεφάλι, που δεν το ‘χε ανάγκη πια, το ‘στειλε πεσκέσι στη συμπεθέρα του, τη μητρυγιά του παιδιού. Εκείνη το ‘βαλε να πλαγιάσει ο αγαπητικός της και άνοιξε η γης και τους κατάπιε και τους δύο, με το παλάτι τους και τα κλεψιμέικα τους.
Το παιδί που δεν είχε ανταμώσει τη Μοίρα του
Μια βολά, ήταν κλέφτες που ρημάζανε όλα τα καμποχώρια. Κάπου τους στριμώξαν’ στο βουνό των καλοέρων, στο Δίκορφο, πάνε καλιά τους. Μόνο ο αρχικλέφτης γλίτωσε, λαβωμένος άσκημα. Σούρθηκε μέχρι το κονάκι του, είπε στη μοναχοκόρη του σαν και πού τα ‘χε χουμπωμένα τα φλουριά του και ταχιά ξεψύχησε.
Πάνω στον τόπο που ήτανε χωμένος ο θησαυρός, είχε χτίσει καλύβι ένας καημενάκος χηρεμένος, μ’ ένα παιδί. Ολονών των φτωχών οι Μοίρες είναι κουτσές και μια-δυο φορές μοναχά προκάνουν να φέρουν καλό όλες κι όλες στη ζήση. Μα του παιδιού η Μοίρα ήτανε και στραβή μαζί και πήγαινε ψάχτοντας με τα χέρια και δεν είχανε απαντηθεί ακόμα μεταξύ τους. Κι όλο σκόνταφτε το παιδί και ‘κανε ζημιές και ‘χανε πράματα χωρίς να τ’ αφήνει μες τη μέση. Αλλά είχε μάθει και δε βαρυγκομούσε.
Να κι ένα πουρνό, παρουσιάζεται στη μπασά απ’ το καλύβι μια ζητιάνα νια κι όμορφη, έπιασε κουβεντολόι με το νοικοκύρη που δεν του περίσσευε τίποτις να δώσει. Τα φέρανε από ‘δω, τα φέρανε από ‘κει, ξαναπήγε την άλλη τη μέρα. Να μην τα πολυλογώ, την πήρε γυναίκα στο τέλος. Πού να ξέρε πως είναι του κλέφτη η θυγατέρα!
Η κακούργα έκανε την καλή μπροστά στον πατέρα, μα όντας έλειπε κείνος στο χωράφι, το παιδί το πέρναγε μαρτύρια. Πότε το ‘δερνε, πότε τ’ άφηνε νηστικό, πότε το ‘κλεινε στο αρμάρι. Δίκιο να βρει το παιδί δεν είχε, έλεε τ’ αντρός της πως γλίστρησε μονάχο του και τσακίστηκε, πως του ‘πεσε το φαΐ στη λάσπη, πως σφήνωσε στο αρμάρι. Χειρότερη μυτρηγιά, δεν ξανάγινε.
Απάνω στον ένα χρόνο, αφού το θησαυρό που ‘ψαχτε δεν τον είχε ξετρυπώσει ακόμα, η γυναίκα βαρέθηκε. Φαρμάκωσε τον άντρα της και ‘πιασε αγάπες με το παλιό πρωτοπαλίκαρο του πατέρα της που ‘χε κάμει δικό του ασκέρι και ταλαιπώραε τους νοικοκυραίους. Το παιδί το πήρ’ αυτός και το ‘δωσε σε κάτι κλέφτες πελαγίσους, να το πουλήσουνε δούλο σε μακρινά μέρη. Κι η κακούργα έπιασε και ξεθεμέλιωσε το καλύβι και βρήκε τα φλουριά κι έφερε μαστόρους και χτίσανε παλάτι στον ίδιο τόπο κι έκανε μετά την αρχόντισσα εκεί με τον αγαπητικό της.
Ας την τώρ’ αυτή, να ιδούμε τι απόγινε το παιδί. Εκεί που αρμενίζανε οι κλέφτες οι θαλασσινοί, σκώνεται κύμα τρανό, γυρνάει ανάποδα το καράβι τους. Βγαίνει κι ένα θεριό του νερού κι άρχισε κι έτρωγε όποιον ήγλεπε. Μοναχά το παιδί γλίτωσε, το ξέβρασε η θάλασσα σε κάτι βράχια μαύρα. Μήτε κι ήξερε σε τι τόπο είχε φτάσει. Το πήρε δρόμο-δρόμο, έφτασε σε χωριό με ανθρώπους ξένους και γλώσσα ξένη.
Να συνεννοηθεί δεν μπορούσε, τον πιάσανε και τον πήγανε στο βασιλιά τους να τον βάλει σε δουλειά. Κανένας επιστάτης δεν το ήθελε κοντά του το παιδί, όλοι το γυρίζανε στο βασιλιά πίσω. Το ‘χωσαν στη γης να σκάβει για χρυσάφι, μια έσπαγε ο κασμάς του, μια σωριάζονταν οι πέτρες που πόστιαζε στην άκρη. Το βάλανε ύστερα να γυρνάει το μάγκανο στο πηγάδι σα γάιδαρος, πότε κοβόταν η τριχιά, πότε τρύπαγε το λαήνι. Το στείλανε στα ζα, άλλα αρρώσταιναν, άλλα κουτσαίνονταν.
Ο βασιλιάς έλεγε πως είναι πονηρός ο δούλος του και κάνει ζημιές για να τον διώξουν, γι’ αυτό έβαζε να τον περνάνε βούρδουλα κάθε βολά. Ώσπου έφτασε είκοσι χρονώ το παιδί και έμαθε πια τη γλώσσα την ξένη κι έπιασε τον αφέντη του να πει τα βασανά του και να κάμει ξήγησες. Πάλι δεν πίστεψ’ ο βασιλιάς. Έκαμε πως το λυπήθηκε το παιδί, του ‘δωσε μιαν αλλαξά χρυσή, ένα μαντήλι τυλιγμένο γεμάτο φλουριά κι ένα σπαθί καλό, και το αμόλησε με την ευκή του. Μασκαρεύτηκε κι αυτός ο ίδιος ταξιδιώτης κι ακλούθησε λίγο παραπίσω να δει τι θα γενεί. Έλεγε όλα καλά θα πάνε και μετά θα βάλει αυτός να το τιμωρήσει το παιδί για τα ψέματα που του ‘χε ειπωμένα.
Πααίνανε κι οι δυο με τα ποδάρια, γιατί το παιδί δεν ήθελε να πάρει άλογο, το λυπότανε το ζώο να το βασανίσει άδικα. Φτάνουνε σ’ ένα χάνι, μπήκανε να κοιμηθούνε. Έρχεται ύστερα ένας ξένος λελέκι σκέτο, μα ο χανιτζής είχε μονάχα ένα κρεβάτι κοντό να του δώσει. Το πιδί, από την καλή του την καρδιά, είπε ν’ αλλάξουνε κάμαρες. Κοιμήθηκε καλά ο ψηλός, το παιδί βρήκε κοριούς στο στρώμα και δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Πιο πέρα, φτάνουνε σ’ ένα γιοφύρι που ‘χε γκρεμιστεί κι ήταν ένας έμπορας με φρούτα φορτωμένα στ’ αμάξι του κι αναστέναζε που δε μπορούσε να προχωρήσει. Πιάνει το παιδί, φορτώνεται, περνάνε την πραμάτεια απέναντι μαζί με τον έμπορα να μη μείνει εκεί και χαλάσει. Γυρνάει πίσω το παιδί, περνάει και τ’ άλογο. Ότι πήγαινε κι αυτό να βγει στον όχτο, κατεβάζει λάσπη το ποτάμι. Κατάφερε και πιάστηκε από μια ρίζα και γλίτωσε το παιδί, μόνο η χρυσή η φορεσά του γίνηκε κομμάτια. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Την άλλη τη μέρα, χωρίζει ο δρόμος στα δυο, μια στράτα πάει χαμηλά, μια περνάει δίπλα στο γκρεμό, κοίταζες και σ’ έπιανε ζαλάδα. Απάνου στη διχάλα, ήτανε ένα τσοπανόπουλο κι έκλαιγε. Ρωτάει το παιδί, μαθαίνει που το καλύτερο κατσίκι του κοπαδιού είχε πάρει το μονοπάτι του γκρεμού και σκιαζότανε ο τσοπανάκος να πάει να το φέρει πίσω. Ούτε και πίσω σπίτι του μπορούσε να πάει, γιατί είχε μυτρηγιά κακούργα και θα το ‘δερνε. Λυπήθηκε το παιδί, θυμήθηκε τα δικά του τα περασμένα, βγαίνει στο φρύδι του γκρεμού, το πιάνει το ερίφι. Κι ότι το ‘φερνε πίσω, δίνει το ζώο μια μήπως του φύγει, πιάνεται στο κέρατό του το μαντήλι του παιδιού που το ‘χε γεμίσει ο αφέντης του με φλουριά, πάει κάτω στο γκρεμό όπως ήτανε. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Την παράλλη μέρα, συνάντησε το παιδί ένα ζαρκάδι θηλυκό και το είχανε τριγυρισμένο τσακάλια να του φάνε το μικρό του. Σέρνει το παιδί το καλό σπαθί που του ‘χε δωσμένο ο βασιλιάς, δίνει μια-δυο, φύγανε αλυχτώντας τα θρασίμια. Μα σφήνωσε το όπλο στα πλευρά ενός, πάει το πήρε μαζί του κι έμεινε αδειανό το θηκάρι. Είδ’ ο βασιλιάς και θάμαξε, το φιλότιμο να γυρίσει σε κακοτυχιά.
Πίστεψε πια ο αφέντης την ιστορία του δούλου του κι είπε να του φανερωθεί. Τέτοιος άνθρωπος λέει, τόσα να παθαίνει και να μη βαρυγκομάει, να μην κρατάει κακία και πάλι να βοηθάει, δεν υπάρχει στην Πλάση. Μα τον έτρωγε κι η περιέργεια και είπε ας πάει άλλη μια μέρα, να ιδεί τι άλλο θα γενεί. Βρίσκει ένα πηγάδι το άλλο πουρνό το παιδί, πάει κοντά να νιφτεί. Ακούει ένα κλάμα γυναίκειο από κάτου, έσκυψε να ιδεί μην είχε πέσει μέσα καμιά κυρά. Ήτανε γλιτσασμένο το στόμα του πηγαδιού, γλιστράει, πάει κι αυτός μέσα.
Τότες ο βασιλιάς πικράθηκε. Είπε άδικα το άφησε το παιδί και πήγε χαμένο. Γύρισε παραπίσω κι έφερε τους υπηρέτες που ακολουθούσαν, να βγάλουν τουλάχιστον τα κόκαλα του παιδιού από το πηγάδι, να του κάμουν ένα μνημούρι ανθρώπινο ν’ αναπαυτεί η ψυχούλα του.
Μα έλα που το παιδί δεν ήτανε πεθαμένο! Το πηγάδι είχε νερό και σώθηκε, είχε και πέτρες να σταθεί να μην πνιγεί. Εκεί, μες το σκοτάδι, ήτανε και μια γριά.
«Παιδί μου», λέει, «κάμε κουράγιο. Άνθρωπος δεν περνάει από τούτη την ερμιά και δε σωνόμαστε. Εγώ έχω δέκα χρόνια πεσμένη μέσα. Μον’ έλα κοντά να σου δώσω την ευκή μου γιατί δε βαστάω άλλο».
Κι όπως βάνει τα χέρια της απάνου του, τον εγνώρισε, γιατί ήτανε η Μοίρα του που δεν ήγλεπε, κι έτσι είχε βρεθεί κι εκείνη στην τρύπα.
«Αμ στον κόσμο σε γύρευα κι εδώ σε βρήκα!», του λέει. «Κάτσε να μ’ ακούσεις, γιατί δεν έχει να ξαναειδωθούμε. Όταν λάχει και σε βγάλουνε, άλλο πράμα να μη ζητήσεις, παρά το κρουσταλλένιο προσκεφάλι»
Ήρθανε οι υπηρέτες του βασιλιά, το βγάλανε όξω το παιδί από το πηγάδι, ψάξανε και για τη γριά, πουθενά. Κατεβάσανε δαδιά να δούνε καλύτερα, τίποτα. Γυρίσανε όλοι μαζί πίσω στο παλάτι, έπιασε ο αφέντης και αγκάλιασε το δούλο και τον αμόλησε λεύτερο, αληθινά ετούτη τη φορά.
«Τι δώρο να σου κάμω», του λέει, «να μην το χάσεις κι ετούτο;»
Το παιδί ζήτησε το κρουσταλλένιο προσκεφάλι όπως το ‘χε ορμηνέψει η Μοίρα του. Ο βασιλιάς είπε κι είπε, να το αλλάξει γνώμη, μα δεν τα κατάφερνε, κι έβαλε να φέρουν εκεί μπροστά στο θρονί του το δώρο. Αυτό είχε ζητήσει από μαστόρους να το φτιάσουν, για να βρει άντρα για τη μοναχοκόρη του. Όποιος κοιμόταν με δαύτο, τον έβρισκε μεγάλο κακό παρεκτός κι αν στη ζήση του
ψέμα δεν είχε ειπωμένο
κακό δεν είχε καμωμένο
φλουρί δεν είχε κλεμμένο
άδικο δεν είχε κερδισμένο
και πολλά βασιλόπουλα είχανε πεθαμένα και λαβωμένα από δαύτο, μέχρι που δεν τόλμαγε κανείς να το δοκιμάσει κι ο βασιλιάς ο ίδιος έλεγε πως τέτοιος άνθρωπος δεν υπάρχει.
Και να που βρέθηκε το παιδί άξιο και έκαμε τον καλύτερο του ύπνο με το κρουσταλλένιο προσκεφάλι στις βασιλικές τις κάμαρες και σκώθηκε το άλλο το πουρνό ξεκούραστο. Άλλο νέο καλύτερο δεν ήθελε ο βασιλιάς, που δεν είχε κλείσει μάτι από την έγνοια του. Έβαλε αμέσως να γίνει καλέστρα, να κάμει το παιδί γαμπρό του. Και κακό δεν του ξανάτυχε του παιδιού στα πολλά χρόνια που βασίλεψε, γιατί τη Μοίρα του την είχε ανταμώσει πια.
Και το κρουσταλλένιο προσκεφάλι, που δεν το ‘χε ανάγκη πια, το ‘στειλε πεσκέσι στη συμπεθέρα του, τη μητρυγιά του παιδιού. Εκείνη το ‘βαλε να πλαγιάσει ο αγαπητικός της και άνοιξε η γης και τους κατάπιε και τους δύο, με το παλάτι τους και τα κλεψιμέικα τους.
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009
Πάμε πάλι (νο 1;)
Χτες ταχυδρόμησα το βιβλίο μου σε νέο εκδότη (θα τον αποκαλούμε Εκδότη-2 για ευκολία).
Αν έβγαλα κάποιο συμπέρασμα από την όλη εμπειρία της απόρριψης, είναι πως δεν υπάρχει "σωστός" τρόπος δράσης. Μπορεί κανείς να ακολουθήσει τις καλοπροαίρετες συμβουλές των φίλων του όταν επιλέγει σε ποιον εκδοτικό οίκο θα στείλει το πόνημά του. Και μετά, αν ατυχήσει, αναπόφευκτα θα σκεφτεί "δεν έπρεπε να τους ακούσω, τώρα υφίσταμαι τις συνέπειες του δικού τους λάθους". Μη βιαστεί να πει κανείς πως πρέπει ν' ακολουθούμε το δικό μας ένστικτο. Μπορεί ο επίδοξος συγγραφέας να επιλέξει να μην ακούσει τους φίλους του και να κάνει του κεφαλιού του. Και μετά, αν ατυχήσει, αναπόφευκτα θα σκεφτεί "έπρεπε να τους ακούσω, τώρα υφίσταμαι τις συνέπειες του δικού μου λάθους από το οποίο προσπάθησαν να με προστατέψουν".
Αφού και ο συγγραφέας και οι φίλοι του με εκτιμήσεις κινούνται, δεν υπάρχει σωστή λύση, δεν υπάρχει σωστή αντίδραση στην ατυχία. Ο καθένας ας εμπιστευτεί το ένστικτο που θεωρεί πιο ισχυρό, το δικό του ή των ανθρώπων του περιβάλλοντός του. Και να μη νιώσει καθόλου πικρία όποια κι αν είναι η έκβαση. Κατά κάποιον τρόπο, δική του είναι η επιλογή και στις δυο περιπτώσεις. (Έτσι, εγκυκλοπαιδικά, ο Εκδότης-2 ήταν η πρώτη μου επιλογή)
Το ιστολόγιο επανέρχεται δριμύτερο. Αναμείνατε νέο παραμύθι αύριο ή μεθαύριο.
Αν έβγαλα κάποιο συμπέρασμα από την όλη εμπειρία της απόρριψης, είναι πως δεν υπάρχει "σωστός" τρόπος δράσης. Μπορεί κανείς να ακολουθήσει τις καλοπροαίρετες συμβουλές των φίλων του όταν επιλέγει σε ποιον εκδοτικό οίκο θα στείλει το πόνημά του. Και μετά, αν ατυχήσει, αναπόφευκτα θα σκεφτεί "δεν έπρεπε να τους ακούσω, τώρα υφίσταμαι τις συνέπειες του δικού τους λάθους". Μη βιαστεί να πει κανείς πως πρέπει ν' ακολουθούμε το δικό μας ένστικτο. Μπορεί ο επίδοξος συγγραφέας να επιλέξει να μην ακούσει τους φίλους του και να κάνει του κεφαλιού του. Και μετά, αν ατυχήσει, αναπόφευκτα θα σκεφτεί "έπρεπε να τους ακούσω, τώρα υφίσταμαι τις συνέπειες του δικού μου λάθους από το οποίο προσπάθησαν να με προστατέψουν".
Αφού και ο συγγραφέας και οι φίλοι του με εκτιμήσεις κινούνται, δεν υπάρχει σωστή λύση, δεν υπάρχει σωστή αντίδραση στην ατυχία. Ο καθένας ας εμπιστευτεί το ένστικτο που θεωρεί πιο ισχυρό, το δικό του ή των ανθρώπων του περιβάλλοντός του. Και να μη νιώσει καθόλου πικρία όποια κι αν είναι η έκβαση. Κατά κάποιον τρόπο, δική του είναι η επιλογή και στις δυο περιπτώσεις. (Έτσι, εγκυκλοπαιδικά, ο Εκδότης-2 ήταν η πρώτη μου επιλογή)
Το ιστολόγιο επανέρχεται δριμύτερο. Αναμείνατε νέο παραμύθι αύριο ή μεθαύριο.
Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009
Πόρτα (νο. 1)
Κι ότι έλεγα πως πρέπει να ανασκουμπωθώ και να γράψω το περί-ανέμων-και-υδάτων της εβδομάδας αύριο στο ιστολόγιο, χτυπάει το κινητό μου και βλέπω αριθμό που μου είναι άγνωστος.
Ήταν από τον Εκδότη, ο οποίος θα παραμείνει και πάλι ανώνυμος, καθώς επέλεξε να μη σχετιστεί επαγγελματικά με το πόνημά μου. Με απλά λόγια, δεν ενδιαφέρονται να το εκδόσουν. Η πρώτη μου απόρριψη! Ενδιαφέρον ως εμπειρία.
Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα; Θέλει σκέψη.
Ήταν από τον Εκδότη, ο οποίος θα παραμείνει και πάλι ανώνυμος, καθώς επέλεξε να μη σχετιστεί επαγγελματικά με το πόνημά μου. Με απλά λόγια, δεν ενδιαφέρονται να το εκδόσουν. Η πρώτη μου απόρριψη! Ενδιαφέρον ως εμπειρία.
Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα; Θέλει σκέψη.
Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009
Οι Περιφέρειες - Μεσογαίας
Τελικά, είμαι άνθρωπος της ρουτίνας, μου αρέσει να παίρνω τα πράγματα με τη σειρά. Επιστρέφω πάλι στη χερσόνησο της Αιγλώης, ακριβώς στο μέσο της, από τις παλαιοτερα και πυκνότερα κατοικημένες περιοχής της Πλάσης. Ένα παραμύθι λίγο μεγαλύτερο από τα προηγούμενα, κι ίσως λιγότερο εντυπωσιακό, μα με μια έκπληξη για όσους αντέξουν ως το τέλος της ανάγνωσης [update: αναφέρομαι στο δεύτερο, συμπληρωματικό κείμενο, το οποίο διέφυγε της προσοχής όσων αναγνωστών το πέρασαν για ξεχωριστή ιστορία].
Ο τσοπάνος και το αθάνατο βοτάνι
Τους καιρούς των Παλιών Γλωέων, ήταν’ ένα θεριό σα λύκος με νύχια σιδερένια. Γυρνούσε εδώ στα χωριά μας κι ως ίσα κάτω στον κάμπο, έτρωγε ανθρώπους και ζα, έφτυνε φωτιά να κάψει τα χωράφια πριν το θέρο και κακό δεν υπήρχε που να μην το ‘χει καμωμένο.
Ο βασιλιάς εδώ του τόπου – κείνα τα χρόνια, κάθε τόπος είχε δικό του βασιλιά – έβγαλε τελάληδες, όποιος το σκοτώσει το θεριό, παίρνει την κόρη του γυναίκα, παίρνει και την κορώνα σαν ποθάνει αυτός.
Ήτανε τότες κι ένα παιδί, τσοπάνος, κι είχε πολλούς μήνες πάνω στο βουνό με τα πράματά του και δεν είχε κρένει σε άνθρωπο. Έφτασε ως το μαντρί του το θεριό νύχτα, μεσάνυχτα κι έπιασε ένα αρνί γαλάρι να το φάει. Πετάχτηκε το παλικάρι απ’ το καλύβι του με το τόξο στο χέρι μόλις άκουσε τα πρόβατα να σκούζουν. Τηράει καλά-καλά το λυκόπραμα και δεν ήξερε τι σόι ζο ήγλεπε. Ήτανε αντρειωμένος, όμως, και δε δείλιασε, παρά ρίχνει μια σαΐτα στο θεριό και του βγάνει το ‘να μάτι. Μούγκρισε το θεριό και σείστηκε ολάκερο το βουνό, έτριξε τα δόντια του κι έσταξε η φλόγα που ‘χε μες τα σωθικά του και τσουρούφλιξε τα δεντρά στην πλαγιά πάνω απ’ το Αγναντοχώρι κι ακόμα έχει να φυτρώσει τίποτα.
Πιαστήκανε ύστερα στα χέρια και κυλάγανε στα χώματα με την απάλη. Κι όπου δάγκωνε και γρατζούναγε το θεριό, πέταγε το αίμα τζουρνάρι, όπου βάραγε το παλικάρι σπάγανε τα κόκαλα σαν το ξύλο το ξερό. Και στο τέλος έπιασε ο αντρειωμένος τα σαγόνια του θεριού γερά με τα δυο του τα χέρια και τα ξεκλείδωσε και ψόφησε το παλιόπραμα που ‘χε κάμει τόσο χαλασμό.
Ύστερα, έπιασε το παιδί κι έκαψε το ψοφίμι. Μόνο το τομάρι κράτησε και ροβόλησε στα χωριά να το πουλήσει, και τα νύχια τα σιδερένια να τα δώκει για καρφιά. Σα μαθεύτηκε το κατόρθωμά που ‘χε καμωμένο, τον πήρανε και τον πήγανε στο βασιλιά. Κείνος δεν ήθελε να κάμει γαμπρό προβατάρη και για να μην τον σκοτίζει το παιδί, το ‘στειλε να του φέρει το αθάνατο βοτάνι για χάρισμα – εκείνους τους καιρούς, λέει, ο γαμπρός έδινε προίκα, αντί να παίρνει.
Το παλικάρι, που την είχε δει τη βασιλοκόρη και του καλάρεσε, είπε ας το κάμει κι αυτό. Βουνίσος ήτανε, από κόσμο δεν ήξερε. Το φόβο δεν τον είχε μάθει, η πονηριά δεν του πέρναγε απ’ το νου.
Μόνο δεν ήξερε σε τι τόπο να φυτρώνει το αθάνατο βοτάνι. Ρώτα εδώ, ρώτα εκεί, έφτασε ψηλά στον τόπο τον αλογατάρηδων. Εκεί ήβρε ένα ‘ρημίτη πολύξερο. Τον πήρε στη σκήτη του τον τσοπάνο ο καλόγερος, τον τάισε, τον κοίμισε και το άλλο πρωί πιάσανε να πούνε πώς έτσι, πώς αλλιώς, πώς ετούτα, πώς εκείνα.
«Α», λέει ο γέροντας, «άμα είναι να πας για το βοτάνι, θες μπροστά να πάρεις τ’ άλογο το πλουμιστό που ‘ναι πέρ’ απ’ το πέλαγο».
Τι να κάμει το παλικάρι; Μια και δυο, μπαίνει σ’ ένα καράβι και περνάει απέναντι. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει σ’ ένα βρωμότοπο που αλλού ήτανε μικρό βουνό, αλλού μικρός κάμπος, αλλού μικρή βαλτουριά κι ένα σκέδιο δεν είχε, να ξέρουν κι οι ανθρώποι πώς να ζήσουνε. Εκεί τα πρόβατα και τα γίδια δεν τα ‘ξεραν, τα γελάδια δεν τα βόσκανε. Μόνο αλόγατα, άσπρα και μαύρα και κόκκινα. Πλουμιστό, ντιπ.
Ρωτάει από ‘δω, ρωτάει από κει το παιδί, του ‘πανε να πάει στο ποτάμι και να περιμένει. Έστησε παγανιά και νύχτα, μεσάνυχτα γλέπει ένα φως που ερχότανε, πότε έσβηνε, πότε άναφτε. Καρτεράει λίγο ακόμα, τι να δει; Έφτασε στο νερό να ξεδιψάσει ένα ζο σαν άλογο της καβάλας, μια γαλανό, μια πράσινο, μια κίτρινο, ό,τι χρώμα θες το πέρναγε.
Χιμάει ο τσοπάνος να το πιάσει, δίνει απίδρομο εκείνο. Κι όπου φτάνανε σε βουνό, το άλογο το πλουμιστό σκαρφάλωνε σαν το γίδι, όπου πιάνανε βαλτουριά κολύμπαγε σαν τη νεροφίδα, όπου φτάνανε σε κάμπο κόντευε το παιδί να το χάσει απ’ τα μάτια του. Εφτά μέρες κυνηγιόντανε, αρχίνησε κι απόκανε το παλικάρι, είπε πως θα λυγοθυμίσει. Α και πάνω στην ώρα, φτάσανε σε τόπο στενό, σε λαγκαδιά να πούμε. Τότες, τυλίγει το λυκοτόμαρο του θεριού στη γκλίτσα του το παιδί και την πετάει μπροστά στο μονοπάτι και στάθηκε όρθια. Τη βλέπει τ’ άλογο μες το σκοτάδι και λέει πως αλήθεια λύκο έχει μπροστά του, σκώθηκε στα πίσω ποδάρια και φρούμαζε. Και το ‘φτασ’ ο τσοπάνος και του πέρασε χαλινάρι.
Γυρνάει το παλικάρι πίσω στον καλόγερο. Να, του λέει, το ‘χω τ’ άλογο το πλουμιστό.
«Α», λέει ο γέροντας, «άμα είναι να πας για το βοτάνι, θες μπροστά να πάρεις το σπαθί το μαλαματένιο που ‘ναι στη μαύρη εκκλησιά πέρ’ απ’ τ’ αυλάκι».
Τι να κάμει το παλικάρι; Μια και δυο, ροβολάει τον κατήφορο, διαβαίνει το Λαιμό και πιάνει τα Κόκκινα Χώματα. Εκεί ‘ναι καλά και για στάρι και για φρούτο και για το κάθε τις. Αλλά οι νομάτοι του τόπου είναι πονηροί και μην τους βάλεις πίστη, άμα τους συναντήσεις.
Τέλος πάντων, έφερε γύρα όλον τον τόπο το παιδί, ότι ξωκλήσι έβρισκε, ήταν ασβεστωμένα σαν τα δικά μας.
Ρωτάει από ‘δω, ρωτάει από κει, του ‘πανε ν’ ανέβει στο βουνό, στην πιο ψηλή ράχη και ν’ αγναντέψει, μια μέρα να ‘ναι καθαρή. Πραγματικώς, από κει φαινότανε αυτό που ‘ψαχνε. Κατεβαίνει ύστερα στη μαύρη εκκλησιά, πάει να διαβεί τη θύρα, πετάγονται μπρος του πέντε αδέρφια, ο ένας πιο αντρειωμένος από τον άλλο. Κείνη η οικογένεια ήταν πάππου προς πάππου ομωμένη να μην αφήκουνε να πάρει άνθρωπος το μαλαματένιο το σπαθί χωρίς αμάχη.
Άλλα σαν να τα βρήκανε με το παλικάρι και είπανε να μη σκοτωθούνε τζάμπα. Βάλανε κρασί σ’ ένα ποτήρι και έπιανε όλοι στη σειρά, να γίνουνε σταυραδερφοί και ύστερα βάλανε στοιχήματα. Άμα κέρδιζε το παιδί του το δίνουνε το σπαθί, άμα χάσει γυρνάει και φεύγει. Έριξε λιθάρι ο μεγάλος αδερφός κι έπεσε στο διπλανό βουνό. Έριξ’ ο τσοπάνος και δεν φτάνανε να δούνε που έπεσε. Έδωσ’ απίδρομο ο δεύτερος αδερφός και πριν φτάσει εκεί που είχανε βαλμένο να σταματήσουνε, ο τσοπάνος πρόκανε να φτάσει και να γυρίσει. Βάρεσ’ ο τρίτος αδερφός ένα μήλο με τη σαΐτα του, βάρεσ’ ο τσοπάνος και έσκισε τη σαΐτα του άλλου στα δύο, σούβλισε και δυο μήλα μαζί. Έδωσ’ ο τέταρτος αδερφός μια γροθιά κι έχωσε τον τσοπάνο στο χώμα ως το γόνα, έδωσ’ ο τσοπάνος γροθιά και τον έχωσε τον τέταρτο αδερφό στο χώμα ως το λαιμό. Πήδησ’ ο μικρός αδερφός κι έφτασε ως τ’ αυλάκι, πήδησ’ ο τσοπάνος κι έφτασε πέρ’ απ’ το Λαιμό.
Κι αφού βρέθηκε καλύτερο σε όλα το παλικάρι, τον ασπαστήκανε τα σταυραδέρφια του και του το δώκανε το σπαθί το μαλαματένιο και γύρισε πίσω στον καλόγερο. Να, του λέει, το ‘χω κι ετούτο. Με το’ να και με τα’ άλλο, είχαν περάσει άλλες εφτά μέρες.
«Α», λέει ο γέροντας, «άμα είναι να πας για το βοτάνι, θες μπροστά να πάρεις το διαμαντένιο ξουράφι που ‘ναι κρεμασμένο στον χιλιόχρονο έλατο, στα δάσα πέρ’ απ’ το πέλαγο».
Τι να κάμει το παλικάρι; Ετοιμάστηκε να ταξιδέψει πάλε κι έπεσε για ύπνο νωρίς. Και βλέπει όνειρο τη μακαρίτισσα τη μάνα του που του ‘πε να πάρει μαζί τα σιδερένια νύχια του θεριού του σκοτωμένου, κι όπου σταθεί να τα φυτέψει.
Μια και δυο, ξαναπαίρνει καράβι, ξαναπερνάει το πέλαγο. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει σ’ έναν τόπο όλο καταχνιά, όλο βουνό και δάσα. Ούτε να δεις, ούτε ν’ ακούσεις τίποτα. Ο ουρανός μαύρος απ’ την καπνιά, οι ραχούλες αντιλαλούσανε σφυρί στ’ αμόνι.
Γυρνάει από ‘δω, γυρνάει από κει ο τσοπάνος, χίλιους μύριους έλατους είδε, όλοι ίδιοι του φαινότανε. Πάει να βρει κόσμο να ρωτήσει, σπίτια πουθενά. Όλο το βουνό ήτανε κουφωμένο σπηλιές, γιομάτες δράκους. Μόλις τον καταλάβανε, βγήκανε να τον φάνε. Παίρνει κι αυτός τα νύχια του θεριού και τα καρφώνει στο χώμα, όπως τον είχε ορμηνεμένο το όνειρο. Φυτρώνουνε στρατιώτες σιδεροντυμένοι, μιλιούνια. Κι η αμάχη κράτησε εφτά μέρες και κοκκινίσανε τα ποτάμια από το αίμα, ώσπου στο τέλος ξεπαστρευτήκανε οι δράκοι και μείνανε οι ανθρώποι. Όσοι είχανε γλιτώσει, σκορπίσανε ύστερα και χαλάσανε τον τόπο να βρούνε τον χιλιόχρονο έλατο. Σαν τον βρήκε ένας, μαζευτήκανε κι οι υπόλοιποι, πατήσανε ο ένας τους ώμους τ’ αλλουνού σαν τα μυρμήγκια και φτάσανε το διαμαντένιο ξουράφι που κρεμότανε στο πιο ψηλό κλωνί του έλατου. Ύστερα πιάσανε τις σπηλιές και τα αμόνια που ‘χανε ορφανέψει και κατοικήσανε κείνο τον τόπο.
Ο τσοπάνος γύρισε στον καλόγερο. Να, του λέει, το ‘χω και το ξουράφι, δώσε μου την ευχή σου.
«Είναι ένα ρουμάνι πυκνό-πυκνό με χίλια μονοπάτια, που το λένε άφαντο», λέει ο γέροντας, «γιατί φυτρώνει κάθε που το φεγγάρι γιομώνει και χάνεται το πουρνό και παίρνει μαζί όποιον μείνει μέσα και δεν τον ξαναβλέπει ανθρώπου μάτι. Το βοτάνι βγαίνει μες τη μέση απ’ το ρουμάνι, που καβαλάρης δεν προκάνει να φτάσει πριν ξημερώσει. Και το φυλάνε σαράντα αντρειωμένοι με ασημοκαπνισμένη αρματωσά που δεν την περνάει μήτε κοντάρι μήτε σαΐτα, μόν’ το σπαθί το μαλαματένιο. Κι άμα δεν το κόψεις το βοτάνι με το διαμαντένιο ξουράφι, παρά απλώσεις χέρι ή σίδερο, πάει μαραίνεται».
Καλά ορμηνεμένο, το παλικάρι καρτέρεψ’ από νωρίς και μόλις φάνηκε το φεγγάρι, μαζί και το ρουμάνι, ανέβηκε στ’ άλογο το πλουμιστό και πήρε να τρέχει. Πέρναγε το ζο το θαμαστό απ’ τα δεντρά ανάμεσα, πήρε το σωστό το μονοπάτι λες και το ‘ξερε από πριν, έφτασε στη μέση απ’ το ρουμάνι.
Εκεί ‘ταν μαζεμένοι οι σαράντα αντρειωμένοι με τις αργυρές αρματωσές και περιμέναν να στήσουν πόλεμο με κοντάρια φαρμακωμένα. Έδεσε το παλικάρι τα μάτια του αλόγου του να μη σκιαχτεί κι έπεσε μες το σκοτωμό. Μια πέρναγε κι έσπαγε τα κοντάρια, μια πέρναγε κι έκοβε τα κεφάλια, ώσπου σώθηκαν οι οχτροί κι άλλος ζωντανός δεν ήτανε στο ρουμάνι από κείνον.
Ξεπεζεύει, πίνει από μια πηγή δίπλα στο βοτάνι – είχε διψάσει από την αμάχη – πλένει και το μαντήλι του από τα αίματα. Πιάνει το διαμαντένιο ξουράφι, χραπ, κόβει το βοτάνι κι αφήνει τη ρίζα, να ‘χει να ξαναφυτρώνει. Το πήρε, το ‘βαλε στο δισάκι του, ξανά καβάλα και δρόμο. Πρόλαβε και βγήκε από το ρουμάνι κι ήθελε ακόμα το φεγγάρι για να κάτσει.
Ξαναπερνάει από τον καλόγερο το παλικάρι, του φιλεί το χέρι και πίσω στο βασιλιά που του ‘χε τάξει την κόρη.
Σαν έφτασε πάλε στα μέρη μας, βλέπει στολίδια κι άργανα. Ρωτάει από ‘δω, ρωτάει από κει, του λένε αρραβωνιάζεται η βασιλοκόρη μ’ ένα ξένο βασιλοπαίδι. Τρέχει ο τσοπάνος στο παλάτι να προλάβει. Πάνε να του φράξουν το δρόμο, δίνει έναν πήδο το πλουμιστό τ’ άλογο, περνάει αποπάνω. Φτάνει μπρος στα τραπέζα που ‘χανε στημένα για το γλέντι το παιδί, ξεκαβαλικεύει, ζητάει ξήγησες. Ο βασιλιάς του τόπου τον είδε πια πως ήταν άξιος και τον ήθελε τώρα. Αλλά οι συμπεθέροι που είχαν έρθει για το προξενιό, ο πατέρας του γαμπρού και έξι αδέρφια που ‘χε, ο καθένας βασιλιάς στον τόπο του, σηκωθήκανε ορθοί και λέγανε πως α λάχει και τους κάμουνε τέτοια προσβολή, να προτιμήσουνε προβατάρη από το δικό τους το παιδί, θα πάει ο καθένας να φέρει το ασκέρι του, να στήσουνε πόλεμο που δεν τον έχει ξαναδεί η Πλάση.
«’Λάτε», λέει ο τσοπάνος. «Βαστάω ‘γώ, με το μαλαματένιο σπαθί και το πλουμιστό τ’ άλογο και τ’ αθάνατο βοτάνι. Να δούμε ποιον θα φάει η μαύρη γης».
Σαν άκουσανε έτσι, δειλιάσανε και λουφάξανε. Μα το βασιλόπαιδο δεν έκανε πισω. Είπε θα κινήσει γη και ουρανό, ν’ ακουστεί πως δεν κρατεί το λόγο του ο βασιλιάς του τόπου και να μην έχει μούτρα στους άλλους βασιλιάδες, μήτ’ αυτός, μήτε κι ο γαμπρός του.
«Πάρε το μαλαματένιο σπαθί και το πλουμιστό τ’ άλογο και τ’ αθάνατο βοτάνι και δώσε τόπο στην οργή», λέει ο τσοπάνος, «Πάρε και την κορώνα, άμα τη θες. Εγώ μόνη τη βασιλοκόρη ζητάω, όπως είναι».
Στους ξένους, τους καλάρεσαν αυτά και σκωθήκανε να δώσουνε τα χέρια να κλείσει η συμφωνία. Μα σαν τους άκουσαν οι δικοί μας πως είναι τέτοιοι πλεονέχτες κι αφιλότιμοι, να αλλάζουν την αγάπη με τα πλούτη, τους πήραν στην κοροϊδία και τους ξαπόστειλαν. Και δεν είχαν μούτρα να παρουσιαστούν σε πανηγύρι βασιλικό και σε μάζωξη βασιλική, γιατί είχε ακουστεί σε όλους τους τόπους η ντροπή τους.
Και πήρε ο τσοπάνος τη βασιλοκόρη, γάμος από τους παλαιούς που κρατάγανε τα γλέντια κι οι χαρές σαράντα μέρες. Και κάμανε καλή πόρεψη που βασιλέψανε στον τόπο σαν πόθανε ο βασιλιάς και κάμανε και καλά παιδιά και ζήσανε καλά γεράματα με το αθάνατο βοτάνι, χωρίς αρρώστιες.
Κι άμα δεν το πιστεύετε, εκεί απέναντι στο βουνί που ‘ναι στοιβαμένα τα μεγάλα λιθάρια, κείνα ήταν τα θεμέλια του παλατιού τους.
Αριστοβίου Μυθογεωγραφικά, Βιβλίο Έβδομο
1. Βορείως και δυτικά του Λαιμού, εκτείνεται περιοχή καλούμενη Πολύκερσος, που τελευταία την επισκέφθηκα στα ταξίδια μου επί της Αιγλώης γης, κρίνοντας πως θα τη βρω πλούσια σε ιστορίες, καθώς λέγεται από όλους ότι αυτή είναι από τους πρώτους τόπους που κατοικήθηκαν, ήδη από τον καιρό που πλάστηκαν οι άνθρωποι από τους πρώτους θεούς, εκείνους που τώρα λέγουμε Τεθνεώτες.
[…]
245. Την τελευταία ημέρα πριν επιβιβαστώ στην τριήρη για τη Λύγρα ώστε να μεταβώ στην Έξω Αιγλώη και να συνεχίσω εκεί την αναζήτησή και την καταγραφή θρύλων προς τέρψη και επιμόρφωση των φιλομαθών, ο οδηγός μου μού παρουσίασε μια γραία τυφλή, η οποία είχε κατέλθει στην κώμη αναζητώντας θεραπευτή.
246. Η γραία γνώριζε πολλούς παλαιούς θρύλους, παραλλαγές όσων ήδη είχα συλλέξει, αν και ορισμένοι με βοήθησαν να ξεκαθαρίσω σημεία που άλλοι, νεότεροι, αφηγητές δε γνώριζαν την αρχική τους σημασία ή δεν είχαν συγκρατήσει στην πληρότητά τους.
247. Αλλά η πιο ενδιαφέρουσα πληροφορία που έλαβα από τη γραία αφορά τα ερείπια έξω από το παλαιό κέντρο του Κοινού των Πολυκέρσιων, τα οποία ήδη έχω αναφέρει. Όπως ξαναείπα, αυτά – όπως και άλλα πολλά που βρίσκονται στη νότια Αιγλώη, ειδικά στην Ερυθρόγεια – είναι κτισμένα με λίθους τεράστιους που δε γνωρίζουμε πως είναι δυνατόν να τοποθετήθηκαν ο ένας πάνω στον άλλο με ανθρώπινα μέσα. Οι δεισιδαίμονες λέγουν πως είναι έργο γιγάντων, μα θέλω να πιστεύω πως το έργο μου δεν προορίζεται για ανθρώπους τόσους εύπιστους, ξένους στη φιλοσοφία και στην αναζήτηση της αλήθεια που κρύβεται πίσω από τους μύθους.
248. Σύμφωνα με τη γραία, τα ερείπια πλησίον του χώρου συγκέντρωσης του Κοινού υπήρξαν κάποτε ανάκτορα του τοπικού βασιλέα, ο οποίος εκθρονίστηκε και – καθώς κανείς δεν ήθελε να επωμιστεί το άγος της βασιλοκτονίας – αναγκάστηκε να εξοριστεί στο βουνό και να φροντίζει τα κοπάδια του νεοϊδρυθέντος τότε Κοινού.
249. Τα πρώτα χρόνια, το Κοινό έκανε σπονδές στους Ήρωες και θυσίες στους Επουράνιους Θεούς, αλλά δεν τιμούσε με κανέναν τρόπο τους Τεθνεώτες, θεωρώντας τους ξεχασμένους και αδύναμους. Εκείνοι – ας είναι μακριά από εμάς η μήνη τους – έστειλαν φρικτό τέρας να προκαλέσει καταστροφές για να εκφραστεί η δυσαρέσκειά τους. Επρόκειτο για ένα πλάσμα λυκόμορφο, με νύχια χάλκινα.
250. Όταν έφτασε ως τα κοπάδια του Κοινού το τέρας, βρήκε εκεί να τα φυλάσσει ο εγγονός του εκθρονισμένου βασιλέα, ο οποίος δε γνώριζε τη θεία φύση του θηρίου και το εξόντωσε παλεύοντας μαζί του και χρησιμοποιώντας τις λαβές και τα χτυπήματα που γνώριζε από το παγκράτιο. Έχοντας αθέλητα προσβάλλει τους Τεθνεώτες και άρα έχοντας μιανθεί, ο νεανίας αναγκάστηκε να ζητήσει φήγιο χρησμό. Προστάχτηκε να ντυθεί τη δορά του σφαγιασθέντος θηρίου, να αλειφθεί στάχτες ως πενθών και να φορέσει τα χάλκινα νύχια σαν περίαπτα στο λαιμό του. Και κατόπιν να περιπλανηθεί ώσπου να συναντήσει ιερέα των Τεθνεόντων, τον οποίο όφειλε να υπηρετήσει ως δούλος για επτά χρόνια, πριν καταστεί άξιος καθαρμού.
251. Ο μόνος που ιερέας που κατόρθωσε να βρει, ήταν ο ηγεμόνας της Μυριάνδρου, του οποίου οι απόγονοι ακόμη και σήμερα αληθινά διατυμπανίζουν πως κατάγονται από ιερατικό γένος. Εκείνος, φοβούμενος μήπως ο φιλοξενούμενος με το βασιλικό αίμα θα επιθυμούσε να σφετεριστεί το θρόνο του, έστελνε τον ικέτη σε δοκιμασίες και άθλους, ώστε να μένει στην αυλή του το λιγότερο δυνατόν ή, ακόμα καλύτερα, να θανατωθεί από ξένο χέρι μακριά από τη δική του εξουσία και προστασία.
252. Πρώτα τον ανάγκασε να φέρει φοράδες από τα άγρια κοπάδια της Ευίππου, ώστε να πλουτισθούν παραπάνω οι ξακουστοί βασιλικοί στάβλοι της Μυριάνδρου. Για να αφήσουν το νεανία να περάσει, οι νομαδικές φυλές της περιοχής απαίτησαν να δωρίσει στους αρχηγούς τους το δέρμα του κτήνους που είχε σκοτώσει.
253. Κατόπιν, ο ιερέας απαίτησε ο ικέτης να επιστρέψει νικητής από τους αγώνες που λαβαίνουν χώρα κάθε πενταετία στη Σικύα προς τιμήν των πέντε αδελφών ηρώων, σε τέμενος γνωστό μόνο στους μυημένους. Ο νέος μπόρεσε να εντοπίσει μύστη και να γίνει δεκτός στη λατρεία, να επισκεφθεί το τέμενος και να επιστρέψει ελαιοστεφανωμένος, έχοντας διακριθεί και στα πέντε αγωνίσματα, την πυγμαχία, τον ακοντισμό, το δρόμο, το άλμα και το δίσκο.
254. Τέλος, ο ιερέας ζήτησε από τον ικέτη να κρεμάσει εκ μέρους του ανάθημα στην Ιερά Πίτυ της Ανθρακίας. Η Δέσποινα που λατρεύεται εκεί, θεωρούταν ήδη από τότε πως είναι ταυτόσημη με την Πασιμήτηρα και της αρμόζει σεβασμός. Ως εκ τούτου, ο νεανίας έκανε στάση στη Μύρρα, στο ναό της Πασιμήτηρας και τέλεσε θυσίες για επιτυχή έκβαση του ταξιδιού, μιας και καλά γνώριζε πως οι γηγενείς Ανθράκιοι ήταν αφιλόξενοι και συνήθιζαν να ληστεύουν και να φονεύουν τους ξένους, ενίοτε δε και να τους θυσιάζουν τεμαχίζοντάς τους ζώντες ενώπιον της Ιεράς Πίτεως. Έλαβε χρησμό να φυτέψει τα χάλκινα νύχια του θηρίου. Σύμφωνα με το μύθο, φύτρωσαν τη νύχτα οπλίτες οι οποίοι εξόντωσαν τους Ανθράκιους και μετά κατοίκησαν τον τόπο στη θέση τους.
255. Καθώς τα επτά χρόνια της ικεσίας ολοκληρώθηκαν με τα τόσα ταξίδια, ο ιερέας αναγκάστηκε να τελέσει τον καθαρμό∙ όχι σε ναό, μα στο βασιλικό άλσος της Μυριάνδρου. Έλουσε με νερό που ανάβλυζε από υπόγεια σπήλαια το νέο, ώστε να φύγουν οι πενθητικές στάχτες από το δέρμα του, έκοψε με το ιερατικό δρεπάνι την ιερή δάφνη και τον στεφάνωσε. Και η οργή των Τεθνεώτων έπαψε.
256. Εκείνη τη νύχτα, πριν ο φιλοξενούμενος αναχωρήσει, ο ιερέας είδε προφητικό όνειρο πως είχε αδικήσει τον ικέτη με τους κινδύνους στους οποίους τον εξέθετε, και συνεπώς όφειλε να του προσφέρει ένα αντάλλαγμα από τα υπάρχοντά του, ό,τι ο ίδιος ο νεανίας θα επέλεγε ελεύθερα. Αντί να συμμορφωθεί, φοβούμενος πως ο Πολυκέρσιος θα του ζητούσε το θρόνο ή τη ζωή του, ο ιερέας έστειλε άντρες να τον φονεύσουν.
257. Ο καθαρμένος πλέον νεανίας κατατρόπωσε τους δολοφόνους και ο ηγεμόνας αναγκάστηκε να του αποκαλύψει τι πρόσταζαν οι θεοί. Προς μεγάλη έκπληξή του, ο πρώην δούλος ζήτησε μόνο τη μικρότερη θυγατέρα του βασιλικού οίκου για σύζυγο και αρνήθηκε να παραμείνει στη Μυρίανδρο περαιτέρω, ακόμη κι όταν του προσέφεραν το θρόνο.
258. Η ιστορία που σας παρουσίασα παραπάνω μοιάζει στα δικά μου μάτια να αποτελεί συρραφή από άλλους, ακόμη παλαιότερους μύθους. Η μεγάλη της ηλικία, όμως, είναι αδιαμφισβήτητη, καθώς αναφέρει χάλκινα αντικείμενα και τις πρώτες μέρες του Κοινού των Πολυκερσίων, οι οποίες απέχουν τουλάχιστον δεκατέσσερις εικοσιπενταετίες από την εποχή μας.
259. Θα ήταν πολύ ωφέλιμο για τον αναγνώστη αν είχα τη δυνατότητα να ερευνήσω κατά πόσον είναι όντως τα πέντε προαναφερθέντα αθλήματα στα οποία διαγωνίζονται οι μυημένοι στη Σικύα, αν υπάρχουν στην Ανθρακία ιστορίες για Μυριάνδριους ή Πολυκέρσιους εποίκους ή, έστω, κάποιο ίχνος ετούτης της αφήγησης επιζεί στην Εύιππο και τη Μυρίανδρο. Αν κάτι με παρηγορεί, είναι η ελπίδα πως θα έλθουν άλλοι στο μέλλον να συνεχίσουν το έργο μου. Και θα βρουν, πιστεύω, την ίδια ιστορία να τους περιμένει εδώ, καθώς είναι τόπος που όχι μόνο βρίθει μύθων, μα τους συντηρεί κιόλας.
Ο τσοπάνος και το αθάνατο βοτάνι
Τους καιρούς των Παλιών Γλωέων, ήταν’ ένα θεριό σα λύκος με νύχια σιδερένια. Γυρνούσε εδώ στα χωριά μας κι ως ίσα κάτω στον κάμπο, έτρωγε ανθρώπους και ζα, έφτυνε φωτιά να κάψει τα χωράφια πριν το θέρο και κακό δεν υπήρχε που να μην το ‘χει καμωμένο.
Ο βασιλιάς εδώ του τόπου – κείνα τα χρόνια, κάθε τόπος είχε δικό του βασιλιά – έβγαλε τελάληδες, όποιος το σκοτώσει το θεριό, παίρνει την κόρη του γυναίκα, παίρνει και την κορώνα σαν ποθάνει αυτός.
Ήτανε τότες κι ένα παιδί, τσοπάνος, κι είχε πολλούς μήνες πάνω στο βουνό με τα πράματά του και δεν είχε κρένει σε άνθρωπο. Έφτασε ως το μαντρί του το θεριό νύχτα, μεσάνυχτα κι έπιασε ένα αρνί γαλάρι να το φάει. Πετάχτηκε το παλικάρι απ’ το καλύβι του με το τόξο στο χέρι μόλις άκουσε τα πρόβατα να σκούζουν. Τηράει καλά-καλά το λυκόπραμα και δεν ήξερε τι σόι ζο ήγλεπε. Ήτανε αντρειωμένος, όμως, και δε δείλιασε, παρά ρίχνει μια σαΐτα στο θεριό και του βγάνει το ‘να μάτι. Μούγκρισε το θεριό και σείστηκε ολάκερο το βουνό, έτριξε τα δόντια του κι έσταξε η φλόγα που ‘χε μες τα σωθικά του και τσουρούφλιξε τα δεντρά στην πλαγιά πάνω απ’ το Αγναντοχώρι κι ακόμα έχει να φυτρώσει τίποτα.
Πιαστήκανε ύστερα στα χέρια και κυλάγανε στα χώματα με την απάλη. Κι όπου δάγκωνε και γρατζούναγε το θεριό, πέταγε το αίμα τζουρνάρι, όπου βάραγε το παλικάρι σπάγανε τα κόκαλα σαν το ξύλο το ξερό. Και στο τέλος έπιασε ο αντρειωμένος τα σαγόνια του θεριού γερά με τα δυο του τα χέρια και τα ξεκλείδωσε και ψόφησε το παλιόπραμα που ‘χε κάμει τόσο χαλασμό.
Ύστερα, έπιασε το παιδί κι έκαψε το ψοφίμι. Μόνο το τομάρι κράτησε και ροβόλησε στα χωριά να το πουλήσει, και τα νύχια τα σιδερένια να τα δώκει για καρφιά. Σα μαθεύτηκε το κατόρθωμά που ‘χε καμωμένο, τον πήρανε και τον πήγανε στο βασιλιά. Κείνος δεν ήθελε να κάμει γαμπρό προβατάρη και για να μην τον σκοτίζει το παιδί, το ‘στειλε να του φέρει το αθάνατο βοτάνι για χάρισμα – εκείνους τους καιρούς, λέει, ο γαμπρός έδινε προίκα, αντί να παίρνει.
Το παλικάρι, που την είχε δει τη βασιλοκόρη και του καλάρεσε, είπε ας το κάμει κι αυτό. Βουνίσος ήτανε, από κόσμο δεν ήξερε. Το φόβο δεν τον είχε μάθει, η πονηριά δεν του πέρναγε απ’ το νου.
Μόνο δεν ήξερε σε τι τόπο να φυτρώνει το αθάνατο βοτάνι. Ρώτα εδώ, ρώτα εκεί, έφτασε ψηλά στον τόπο τον αλογατάρηδων. Εκεί ήβρε ένα ‘ρημίτη πολύξερο. Τον πήρε στη σκήτη του τον τσοπάνο ο καλόγερος, τον τάισε, τον κοίμισε και το άλλο πρωί πιάσανε να πούνε πώς έτσι, πώς αλλιώς, πώς ετούτα, πώς εκείνα.
«Α», λέει ο γέροντας, «άμα είναι να πας για το βοτάνι, θες μπροστά να πάρεις τ’ άλογο το πλουμιστό που ‘ναι πέρ’ απ’ το πέλαγο».
Τι να κάμει το παλικάρι; Μια και δυο, μπαίνει σ’ ένα καράβι και περνάει απέναντι. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει σ’ ένα βρωμότοπο που αλλού ήτανε μικρό βουνό, αλλού μικρός κάμπος, αλλού μικρή βαλτουριά κι ένα σκέδιο δεν είχε, να ξέρουν κι οι ανθρώποι πώς να ζήσουνε. Εκεί τα πρόβατα και τα γίδια δεν τα ‘ξεραν, τα γελάδια δεν τα βόσκανε. Μόνο αλόγατα, άσπρα και μαύρα και κόκκινα. Πλουμιστό, ντιπ.
Ρωτάει από ‘δω, ρωτάει από κει το παιδί, του ‘πανε να πάει στο ποτάμι και να περιμένει. Έστησε παγανιά και νύχτα, μεσάνυχτα γλέπει ένα φως που ερχότανε, πότε έσβηνε, πότε άναφτε. Καρτεράει λίγο ακόμα, τι να δει; Έφτασε στο νερό να ξεδιψάσει ένα ζο σαν άλογο της καβάλας, μια γαλανό, μια πράσινο, μια κίτρινο, ό,τι χρώμα θες το πέρναγε.
Χιμάει ο τσοπάνος να το πιάσει, δίνει απίδρομο εκείνο. Κι όπου φτάνανε σε βουνό, το άλογο το πλουμιστό σκαρφάλωνε σαν το γίδι, όπου πιάνανε βαλτουριά κολύμπαγε σαν τη νεροφίδα, όπου φτάνανε σε κάμπο κόντευε το παιδί να το χάσει απ’ τα μάτια του. Εφτά μέρες κυνηγιόντανε, αρχίνησε κι απόκανε το παλικάρι, είπε πως θα λυγοθυμίσει. Α και πάνω στην ώρα, φτάσανε σε τόπο στενό, σε λαγκαδιά να πούμε. Τότες, τυλίγει το λυκοτόμαρο του θεριού στη γκλίτσα του το παιδί και την πετάει μπροστά στο μονοπάτι και στάθηκε όρθια. Τη βλέπει τ’ άλογο μες το σκοτάδι και λέει πως αλήθεια λύκο έχει μπροστά του, σκώθηκε στα πίσω ποδάρια και φρούμαζε. Και το ‘φτασ’ ο τσοπάνος και του πέρασε χαλινάρι.
Γυρνάει το παλικάρι πίσω στον καλόγερο. Να, του λέει, το ‘χω τ’ άλογο το πλουμιστό.
«Α», λέει ο γέροντας, «άμα είναι να πας για το βοτάνι, θες μπροστά να πάρεις το σπαθί το μαλαματένιο που ‘ναι στη μαύρη εκκλησιά πέρ’ απ’ τ’ αυλάκι».
Τι να κάμει το παλικάρι; Μια και δυο, ροβολάει τον κατήφορο, διαβαίνει το Λαιμό και πιάνει τα Κόκκινα Χώματα. Εκεί ‘ναι καλά και για στάρι και για φρούτο και για το κάθε τις. Αλλά οι νομάτοι του τόπου είναι πονηροί και μην τους βάλεις πίστη, άμα τους συναντήσεις.
Τέλος πάντων, έφερε γύρα όλον τον τόπο το παιδί, ότι ξωκλήσι έβρισκε, ήταν ασβεστωμένα σαν τα δικά μας.
Ρωτάει από ‘δω, ρωτάει από κει, του ‘πανε ν’ ανέβει στο βουνό, στην πιο ψηλή ράχη και ν’ αγναντέψει, μια μέρα να ‘ναι καθαρή. Πραγματικώς, από κει φαινότανε αυτό που ‘ψαχνε. Κατεβαίνει ύστερα στη μαύρη εκκλησιά, πάει να διαβεί τη θύρα, πετάγονται μπρος του πέντε αδέρφια, ο ένας πιο αντρειωμένος από τον άλλο. Κείνη η οικογένεια ήταν πάππου προς πάππου ομωμένη να μην αφήκουνε να πάρει άνθρωπος το μαλαματένιο το σπαθί χωρίς αμάχη.
Άλλα σαν να τα βρήκανε με το παλικάρι και είπανε να μη σκοτωθούνε τζάμπα. Βάλανε κρασί σ’ ένα ποτήρι και έπιανε όλοι στη σειρά, να γίνουνε σταυραδερφοί και ύστερα βάλανε στοιχήματα. Άμα κέρδιζε το παιδί του το δίνουνε το σπαθί, άμα χάσει γυρνάει και φεύγει. Έριξε λιθάρι ο μεγάλος αδερφός κι έπεσε στο διπλανό βουνό. Έριξ’ ο τσοπάνος και δεν φτάνανε να δούνε που έπεσε. Έδωσ’ απίδρομο ο δεύτερος αδερφός και πριν φτάσει εκεί που είχανε βαλμένο να σταματήσουνε, ο τσοπάνος πρόκανε να φτάσει και να γυρίσει. Βάρεσ’ ο τρίτος αδερφός ένα μήλο με τη σαΐτα του, βάρεσ’ ο τσοπάνος και έσκισε τη σαΐτα του άλλου στα δύο, σούβλισε και δυο μήλα μαζί. Έδωσ’ ο τέταρτος αδερφός μια γροθιά κι έχωσε τον τσοπάνο στο χώμα ως το γόνα, έδωσ’ ο τσοπάνος γροθιά και τον έχωσε τον τέταρτο αδερφό στο χώμα ως το λαιμό. Πήδησ’ ο μικρός αδερφός κι έφτασε ως τ’ αυλάκι, πήδησ’ ο τσοπάνος κι έφτασε πέρ’ απ’ το Λαιμό.
Κι αφού βρέθηκε καλύτερο σε όλα το παλικάρι, τον ασπαστήκανε τα σταυραδέρφια του και του το δώκανε το σπαθί το μαλαματένιο και γύρισε πίσω στον καλόγερο. Να, του λέει, το ‘χω κι ετούτο. Με το’ να και με τα’ άλλο, είχαν περάσει άλλες εφτά μέρες.
«Α», λέει ο γέροντας, «άμα είναι να πας για το βοτάνι, θες μπροστά να πάρεις το διαμαντένιο ξουράφι που ‘ναι κρεμασμένο στον χιλιόχρονο έλατο, στα δάσα πέρ’ απ’ το πέλαγο».
Τι να κάμει το παλικάρι; Ετοιμάστηκε να ταξιδέψει πάλε κι έπεσε για ύπνο νωρίς. Και βλέπει όνειρο τη μακαρίτισσα τη μάνα του που του ‘πε να πάρει μαζί τα σιδερένια νύχια του θεριού του σκοτωμένου, κι όπου σταθεί να τα φυτέψει.
Μια και δυο, ξαναπαίρνει καράβι, ξαναπερνάει το πέλαγο. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει σ’ έναν τόπο όλο καταχνιά, όλο βουνό και δάσα. Ούτε να δεις, ούτε ν’ ακούσεις τίποτα. Ο ουρανός μαύρος απ’ την καπνιά, οι ραχούλες αντιλαλούσανε σφυρί στ’ αμόνι.
Γυρνάει από ‘δω, γυρνάει από κει ο τσοπάνος, χίλιους μύριους έλατους είδε, όλοι ίδιοι του φαινότανε. Πάει να βρει κόσμο να ρωτήσει, σπίτια πουθενά. Όλο το βουνό ήτανε κουφωμένο σπηλιές, γιομάτες δράκους. Μόλις τον καταλάβανε, βγήκανε να τον φάνε. Παίρνει κι αυτός τα νύχια του θεριού και τα καρφώνει στο χώμα, όπως τον είχε ορμηνεμένο το όνειρο. Φυτρώνουνε στρατιώτες σιδεροντυμένοι, μιλιούνια. Κι η αμάχη κράτησε εφτά μέρες και κοκκινίσανε τα ποτάμια από το αίμα, ώσπου στο τέλος ξεπαστρευτήκανε οι δράκοι και μείνανε οι ανθρώποι. Όσοι είχανε γλιτώσει, σκορπίσανε ύστερα και χαλάσανε τον τόπο να βρούνε τον χιλιόχρονο έλατο. Σαν τον βρήκε ένας, μαζευτήκανε κι οι υπόλοιποι, πατήσανε ο ένας τους ώμους τ’ αλλουνού σαν τα μυρμήγκια και φτάσανε το διαμαντένιο ξουράφι που κρεμότανε στο πιο ψηλό κλωνί του έλατου. Ύστερα πιάσανε τις σπηλιές και τα αμόνια που ‘χανε ορφανέψει και κατοικήσανε κείνο τον τόπο.
Ο τσοπάνος γύρισε στον καλόγερο. Να, του λέει, το ‘χω και το ξουράφι, δώσε μου την ευχή σου.
«Είναι ένα ρουμάνι πυκνό-πυκνό με χίλια μονοπάτια, που το λένε άφαντο», λέει ο γέροντας, «γιατί φυτρώνει κάθε που το φεγγάρι γιομώνει και χάνεται το πουρνό και παίρνει μαζί όποιον μείνει μέσα και δεν τον ξαναβλέπει ανθρώπου μάτι. Το βοτάνι βγαίνει μες τη μέση απ’ το ρουμάνι, που καβαλάρης δεν προκάνει να φτάσει πριν ξημερώσει. Και το φυλάνε σαράντα αντρειωμένοι με ασημοκαπνισμένη αρματωσά που δεν την περνάει μήτε κοντάρι μήτε σαΐτα, μόν’ το σπαθί το μαλαματένιο. Κι άμα δεν το κόψεις το βοτάνι με το διαμαντένιο ξουράφι, παρά απλώσεις χέρι ή σίδερο, πάει μαραίνεται».
Καλά ορμηνεμένο, το παλικάρι καρτέρεψ’ από νωρίς και μόλις φάνηκε το φεγγάρι, μαζί και το ρουμάνι, ανέβηκε στ’ άλογο το πλουμιστό και πήρε να τρέχει. Πέρναγε το ζο το θαμαστό απ’ τα δεντρά ανάμεσα, πήρε το σωστό το μονοπάτι λες και το ‘ξερε από πριν, έφτασε στη μέση απ’ το ρουμάνι.
Εκεί ‘ταν μαζεμένοι οι σαράντα αντρειωμένοι με τις αργυρές αρματωσές και περιμέναν να στήσουν πόλεμο με κοντάρια φαρμακωμένα. Έδεσε το παλικάρι τα μάτια του αλόγου του να μη σκιαχτεί κι έπεσε μες το σκοτωμό. Μια πέρναγε κι έσπαγε τα κοντάρια, μια πέρναγε κι έκοβε τα κεφάλια, ώσπου σώθηκαν οι οχτροί κι άλλος ζωντανός δεν ήτανε στο ρουμάνι από κείνον.
Ξεπεζεύει, πίνει από μια πηγή δίπλα στο βοτάνι – είχε διψάσει από την αμάχη – πλένει και το μαντήλι του από τα αίματα. Πιάνει το διαμαντένιο ξουράφι, χραπ, κόβει το βοτάνι κι αφήνει τη ρίζα, να ‘χει να ξαναφυτρώνει. Το πήρε, το ‘βαλε στο δισάκι του, ξανά καβάλα και δρόμο. Πρόλαβε και βγήκε από το ρουμάνι κι ήθελε ακόμα το φεγγάρι για να κάτσει.
Ξαναπερνάει από τον καλόγερο το παλικάρι, του φιλεί το χέρι και πίσω στο βασιλιά που του ‘χε τάξει την κόρη.
Σαν έφτασε πάλε στα μέρη μας, βλέπει στολίδια κι άργανα. Ρωτάει από ‘δω, ρωτάει από κει, του λένε αρραβωνιάζεται η βασιλοκόρη μ’ ένα ξένο βασιλοπαίδι. Τρέχει ο τσοπάνος στο παλάτι να προλάβει. Πάνε να του φράξουν το δρόμο, δίνει έναν πήδο το πλουμιστό τ’ άλογο, περνάει αποπάνω. Φτάνει μπρος στα τραπέζα που ‘χανε στημένα για το γλέντι το παιδί, ξεκαβαλικεύει, ζητάει ξήγησες. Ο βασιλιάς του τόπου τον είδε πια πως ήταν άξιος και τον ήθελε τώρα. Αλλά οι συμπεθέροι που είχαν έρθει για το προξενιό, ο πατέρας του γαμπρού και έξι αδέρφια που ‘χε, ο καθένας βασιλιάς στον τόπο του, σηκωθήκανε ορθοί και λέγανε πως α λάχει και τους κάμουνε τέτοια προσβολή, να προτιμήσουνε προβατάρη από το δικό τους το παιδί, θα πάει ο καθένας να φέρει το ασκέρι του, να στήσουνε πόλεμο που δεν τον έχει ξαναδεί η Πλάση.
«’Λάτε», λέει ο τσοπάνος. «Βαστάω ‘γώ, με το μαλαματένιο σπαθί και το πλουμιστό τ’ άλογο και τ’ αθάνατο βοτάνι. Να δούμε ποιον θα φάει η μαύρη γης».
Σαν άκουσανε έτσι, δειλιάσανε και λουφάξανε. Μα το βασιλόπαιδο δεν έκανε πισω. Είπε θα κινήσει γη και ουρανό, ν’ ακουστεί πως δεν κρατεί το λόγο του ο βασιλιάς του τόπου και να μην έχει μούτρα στους άλλους βασιλιάδες, μήτ’ αυτός, μήτε κι ο γαμπρός του.
«Πάρε το μαλαματένιο σπαθί και το πλουμιστό τ’ άλογο και τ’ αθάνατο βοτάνι και δώσε τόπο στην οργή», λέει ο τσοπάνος, «Πάρε και την κορώνα, άμα τη θες. Εγώ μόνη τη βασιλοκόρη ζητάω, όπως είναι».
Στους ξένους, τους καλάρεσαν αυτά και σκωθήκανε να δώσουνε τα χέρια να κλείσει η συμφωνία. Μα σαν τους άκουσαν οι δικοί μας πως είναι τέτοιοι πλεονέχτες κι αφιλότιμοι, να αλλάζουν την αγάπη με τα πλούτη, τους πήραν στην κοροϊδία και τους ξαπόστειλαν. Και δεν είχαν μούτρα να παρουσιαστούν σε πανηγύρι βασιλικό και σε μάζωξη βασιλική, γιατί είχε ακουστεί σε όλους τους τόπους η ντροπή τους.
Και πήρε ο τσοπάνος τη βασιλοκόρη, γάμος από τους παλαιούς που κρατάγανε τα γλέντια κι οι χαρές σαράντα μέρες. Και κάμανε καλή πόρεψη που βασιλέψανε στον τόπο σαν πόθανε ο βασιλιάς και κάμανε και καλά παιδιά και ζήσανε καλά γεράματα με το αθάνατο βοτάνι, χωρίς αρρώστιες.
Κι άμα δεν το πιστεύετε, εκεί απέναντι στο βουνί που ‘ναι στοιβαμένα τα μεγάλα λιθάρια, κείνα ήταν τα θεμέλια του παλατιού τους.
Αριστοβίου Μυθογεωγραφικά, Βιβλίο Έβδομο
1. Βορείως και δυτικά του Λαιμού, εκτείνεται περιοχή καλούμενη Πολύκερσος, που τελευταία την επισκέφθηκα στα ταξίδια μου επί της Αιγλώης γης, κρίνοντας πως θα τη βρω πλούσια σε ιστορίες, καθώς λέγεται από όλους ότι αυτή είναι από τους πρώτους τόπους που κατοικήθηκαν, ήδη από τον καιρό που πλάστηκαν οι άνθρωποι από τους πρώτους θεούς, εκείνους που τώρα λέγουμε Τεθνεώτες.
[…]
245. Την τελευταία ημέρα πριν επιβιβαστώ στην τριήρη για τη Λύγρα ώστε να μεταβώ στην Έξω Αιγλώη και να συνεχίσω εκεί την αναζήτησή και την καταγραφή θρύλων προς τέρψη και επιμόρφωση των φιλομαθών, ο οδηγός μου μού παρουσίασε μια γραία τυφλή, η οποία είχε κατέλθει στην κώμη αναζητώντας θεραπευτή.
246. Η γραία γνώριζε πολλούς παλαιούς θρύλους, παραλλαγές όσων ήδη είχα συλλέξει, αν και ορισμένοι με βοήθησαν να ξεκαθαρίσω σημεία που άλλοι, νεότεροι, αφηγητές δε γνώριζαν την αρχική τους σημασία ή δεν είχαν συγκρατήσει στην πληρότητά τους.
247. Αλλά η πιο ενδιαφέρουσα πληροφορία που έλαβα από τη γραία αφορά τα ερείπια έξω από το παλαιό κέντρο του Κοινού των Πολυκέρσιων, τα οποία ήδη έχω αναφέρει. Όπως ξαναείπα, αυτά – όπως και άλλα πολλά που βρίσκονται στη νότια Αιγλώη, ειδικά στην Ερυθρόγεια – είναι κτισμένα με λίθους τεράστιους που δε γνωρίζουμε πως είναι δυνατόν να τοποθετήθηκαν ο ένας πάνω στον άλλο με ανθρώπινα μέσα. Οι δεισιδαίμονες λέγουν πως είναι έργο γιγάντων, μα θέλω να πιστεύω πως το έργο μου δεν προορίζεται για ανθρώπους τόσους εύπιστους, ξένους στη φιλοσοφία και στην αναζήτηση της αλήθεια που κρύβεται πίσω από τους μύθους.
248. Σύμφωνα με τη γραία, τα ερείπια πλησίον του χώρου συγκέντρωσης του Κοινού υπήρξαν κάποτε ανάκτορα του τοπικού βασιλέα, ο οποίος εκθρονίστηκε και – καθώς κανείς δεν ήθελε να επωμιστεί το άγος της βασιλοκτονίας – αναγκάστηκε να εξοριστεί στο βουνό και να φροντίζει τα κοπάδια του νεοϊδρυθέντος τότε Κοινού.
249. Τα πρώτα χρόνια, το Κοινό έκανε σπονδές στους Ήρωες και θυσίες στους Επουράνιους Θεούς, αλλά δεν τιμούσε με κανέναν τρόπο τους Τεθνεώτες, θεωρώντας τους ξεχασμένους και αδύναμους. Εκείνοι – ας είναι μακριά από εμάς η μήνη τους – έστειλαν φρικτό τέρας να προκαλέσει καταστροφές για να εκφραστεί η δυσαρέσκειά τους. Επρόκειτο για ένα πλάσμα λυκόμορφο, με νύχια χάλκινα.
250. Όταν έφτασε ως τα κοπάδια του Κοινού το τέρας, βρήκε εκεί να τα φυλάσσει ο εγγονός του εκθρονισμένου βασιλέα, ο οποίος δε γνώριζε τη θεία φύση του θηρίου και το εξόντωσε παλεύοντας μαζί του και χρησιμοποιώντας τις λαβές και τα χτυπήματα που γνώριζε από το παγκράτιο. Έχοντας αθέλητα προσβάλλει τους Τεθνεώτες και άρα έχοντας μιανθεί, ο νεανίας αναγκάστηκε να ζητήσει φήγιο χρησμό. Προστάχτηκε να ντυθεί τη δορά του σφαγιασθέντος θηρίου, να αλειφθεί στάχτες ως πενθών και να φορέσει τα χάλκινα νύχια σαν περίαπτα στο λαιμό του. Και κατόπιν να περιπλανηθεί ώσπου να συναντήσει ιερέα των Τεθνεόντων, τον οποίο όφειλε να υπηρετήσει ως δούλος για επτά χρόνια, πριν καταστεί άξιος καθαρμού.
251. Ο μόνος που ιερέας που κατόρθωσε να βρει, ήταν ο ηγεμόνας της Μυριάνδρου, του οποίου οι απόγονοι ακόμη και σήμερα αληθινά διατυμπανίζουν πως κατάγονται από ιερατικό γένος. Εκείνος, φοβούμενος μήπως ο φιλοξενούμενος με το βασιλικό αίμα θα επιθυμούσε να σφετεριστεί το θρόνο του, έστελνε τον ικέτη σε δοκιμασίες και άθλους, ώστε να μένει στην αυλή του το λιγότερο δυνατόν ή, ακόμα καλύτερα, να θανατωθεί από ξένο χέρι μακριά από τη δική του εξουσία και προστασία.
252. Πρώτα τον ανάγκασε να φέρει φοράδες από τα άγρια κοπάδια της Ευίππου, ώστε να πλουτισθούν παραπάνω οι ξακουστοί βασιλικοί στάβλοι της Μυριάνδρου. Για να αφήσουν το νεανία να περάσει, οι νομαδικές φυλές της περιοχής απαίτησαν να δωρίσει στους αρχηγούς τους το δέρμα του κτήνους που είχε σκοτώσει.
253. Κατόπιν, ο ιερέας απαίτησε ο ικέτης να επιστρέψει νικητής από τους αγώνες που λαβαίνουν χώρα κάθε πενταετία στη Σικύα προς τιμήν των πέντε αδελφών ηρώων, σε τέμενος γνωστό μόνο στους μυημένους. Ο νέος μπόρεσε να εντοπίσει μύστη και να γίνει δεκτός στη λατρεία, να επισκεφθεί το τέμενος και να επιστρέψει ελαιοστεφανωμένος, έχοντας διακριθεί και στα πέντε αγωνίσματα, την πυγμαχία, τον ακοντισμό, το δρόμο, το άλμα και το δίσκο.
254. Τέλος, ο ιερέας ζήτησε από τον ικέτη να κρεμάσει εκ μέρους του ανάθημα στην Ιερά Πίτυ της Ανθρακίας. Η Δέσποινα που λατρεύεται εκεί, θεωρούταν ήδη από τότε πως είναι ταυτόσημη με την Πασιμήτηρα και της αρμόζει σεβασμός. Ως εκ τούτου, ο νεανίας έκανε στάση στη Μύρρα, στο ναό της Πασιμήτηρας και τέλεσε θυσίες για επιτυχή έκβαση του ταξιδιού, μιας και καλά γνώριζε πως οι γηγενείς Ανθράκιοι ήταν αφιλόξενοι και συνήθιζαν να ληστεύουν και να φονεύουν τους ξένους, ενίοτε δε και να τους θυσιάζουν τεμαχίζοντάς τους ζώντες ενώπιον της Ιεράς Πίτεως. Έλαβε χρησμό να φυτέψει τα χάλκινα νύχια του θηρίου. Σύμφωνα με το μύθο, φύτρωσαν τη νύχτα οπλίτες οι οποίοι εξόντωσαν τους Ανθράκιους και μετά κατοίκησαν τον τόπο στη θέση τους.
255. Καθώς τα επτά χρόνια της ικεσίας ολοκληρώθηκαν με τα τόσα ταξίδια, ο ιερέας αναγκάστηκε να τελέσει τον καθαρμό∙ όχι σε ναό, μα στο βασιλικό άλσος της Μυριάνδρου. Έλουσε με νερό που ανάβλυζε από υπόγεια σπήλαια το νέο, ώστε να φύγουν οι πενθητικές στάχτες από το δέρμα του, έκοψε με το ιερατικό δρεπάνι την ιερή δάφνη και τον στεφάνωσε. Και η οργή των Τεθνεώτων έπαψε.
256. Εκείνη τη νύχτα, πριν ο φιλοξενούμενος αναχωρήσει, ο ιερέας είδε προφητικό όνειρο πως είχε αδικήσει τον ικέτη με τους κινδύνους στους οποίους τον εξέθετε, και συνεπώς όφειλε να του προσφέρει ένα αντάλλαγμα από τα υπάρχοντά του, ό,τι ο ίδιος ο νεανίας θα επέλεγε ελεύθερα. Αντί να συμμορφωθεί, φοβούμενος πως ο Πολυκέρσιος θα του ζητούσε το θρόνο ή τη ζωή του, ο ιερέας έστειλε άντρες να τον φονεύσουν.
257. Ο καθαρμένος πλέον νεανίας κατατρόπωσε τους δολοφόνους και ο ηγεμόνας αναγκάστηκε να του αποκαλύψει τι πρόσταζαν οι θεοί. Προς μεγάλη έκπληξή του, ο πρώην δούλος ζήτησε μόνο τη μικρότερη θυγατέρα του βασιλικού οίκου για σύζυγο και αρνήθηκε να παραμείνει στη Μυρίανδρο περαιτέρω, ακόμη κι όταν του προσέφεραν το θρόνο.
258. Η ιστορία που σας παρουσίασα παραπάνω μοιάζει στα δικά μου μάτια να αποτελεί συρραφή από άλλους, ακόμη παλαιότερους μύθους. Η μεγάλη της ηλικία, όμως, είναι αδιαμφισβήτητη, καθώς αναφέρει χάλκινα αντικείμενα και τις πρώτες μέρες του Κοινού των Πολυκερσίων, οι οποίες απέχουν τουλάχιστον δεκατέσσερις εικοσιπενταετίες από την εποχή μας.
259. Θα ήταν πολύ ωφέλιμο για τον αναγνώστη αν είχα τη δυνατότητα να ερευνήσω κατά πόσον είναι όντως τα πέντε προαναφερθέντα αθλήματα στα οποία διαγωνίζονται οι μυημένοι στη Σικύα, αν υπάρχουν στην Ανθρακία ιστορίες για Μυριάνδριους ή Πολυκέρσιους εποίκους ή, έστω, κάποιο ίχνος ετούτης της αφήγησης επιζεί στην Εύιππο και τη Μυρίανδρο. Αν κάτι με παρηγορεί, είναι η ελπίδα πως θα έλθουν άλλοι στο μέλλον να συνεχίσουν το έργο μου. Και θα βρουν, πιστεύω, την ίδια ιστορία να τους περιμένει εδώ, καθώς είναι τόπος που όχι μόνο βρίθει μύθων, μα τους συντηρεί κιόλας.
Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008
Οι Περιφέρεις - Σπειρωνίας
Να και ένα παραμύθι από την Οικεία Ανατολή, από τη Σπειρωνία που βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της κι έχει ασυνήθιστη παράδοση.
Τα πέντε ανθρωπάκια
Ήτανε μια φορά μια κόρη. Δεν είχε δώσει ο Δημιουργός να κάμουν άλλα παιδιά οι δικοί της, μα έφτανε εκείνη, γιατί είχε όλα τα καλά μαζεμένα πάνω της. Και καλόκαρδη ήτανε, και χρυσοχέρα και ξουράφι το μυαλό της. Και την είχανε αρρεβωνιασμένη μ’ ένα παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά, μοναχογιός κι εκείνος.
Ο κύρης του παλικαριού είχε καΐκι και πήγαινε πέρα-δώθε στα νησιά να πουλάει και ν’ αγοράζει. Του ‘πε μια μέρα το παιδί:
«Μεγάλωσα πια. Δε μου ‘χεις εμπιστοσύνη να κάνω μόνος μου ταξίδι;»
Τι να κάμει ο γέρος, δεν ήθελε να τον κακοκαρδίσει το μοναχογιό του, τον άφησε. Κάνει ένα ταξίδι το παλικάρι, όλα καλά. Κάνει δύο, κάνει τρία. Κάθε βολά, μόλις γύρναγε, έστελνε με τον υπηρέτη στην αρρεβωνιάρα του δώρα νησιώτικα. Πότε σκουλαρίκια, πότε καθρέφτη, πότε ένα κλωνί κοράλλι να το βάνει στην κάμαρή της να βλέπει να τον έχει στο νου της.
Και στο δέκατο ταξίδι απάνω, τη μέρα όπου ήτανε να γυρίσει, ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Η κόρη είχε δει άσκημο όνειρο τη νύχτα, έβαλε κακό με το νου της. Το λέει του κυρού της, πάει εκείνος, ρωτάει, μαθαίνει. Γύρισε αργά το βράδυ στο σπίτι τους, κίτρινος ως το λεμόνι. Εκείνη είχε μείνει ξάγρυπνη από την ανησυχία της. Της είπε πως το παλικάρι καθυστέρησε στα νησιά με δουλειές κι έχει να ‘ρχεται σε λίγες μέρες. Μα η κόρη δεν τον πίστεψε τον κύρη της, τον έβλεπε που μάσαγε τα λόγια του. Τον έβαλε στα δυο στενά, ώσπου της μαρτύρησε το μυστικό: το παλικάρι είχε στείλει γραφή να χαλάσουν οι αρρεβώνες.
Η κόρη ήτανε να σκάσει. Σηκώθηκε και πήγαινε πέρα-δώθε από τη μια κάμαρα στην άλλη και ησυχία δεν έβρισκε. Ως το πρωί, δεν είχε ξαπλώσει στιγμή, ας την παρακαλάγανε οι γονιοί της. Μόλις έφεξε, το είχε πάρει απόφαση τι να κάμει. Παρήγγειλε του κυρού της να της φέρει μια φορεσιά αντρίκια• αφού δεν είχε αδερφούς να πάνε να ζητήσουν το δίκιο της, θα πήγαινε μοναχή της. Την ορμήνεψε κείνος να κάτσει ήσυχη, την ορμήνεψε η μάνα της, μα δε μπορέσανε να την κάμουνε καλά. Στο τέλος, της έγινε το χατίρι.
Ντύνεται παλικάρι η κόρη, μπαίνει σ’ ένα καΐκι που ‘πιανε ένα-ένα τα νησιά με τη σειρά, τάχαμου να μάθει τη ναυτική. Σα δέσανε στο πέμπτο λιμάνι, βλέπει η κόρη τον αρρεβωνιάρη της να παίρνει τον αέρα του έξω στη στεριά. Λέει του καπετάνιου η κοπέλα:
«Δεν κάνω εγώ για τη θάλασσα. Συχώρα με που σ’ απαρατάω και μη μου κάμεις πληρωμή».
Βγαίνει στη στεριά η κόρη, πήρε κι ακολούθαγε το παλικάρι στα στενά. Έφτασ’ αυτό σ’ ένα αρχοντόσπιτο δίπατο, χτυπάει τη θύρα. Ανοίγουνε δυο γυναίκες, μια μεγάλη, μια μικρή, μαύρες κι άσκημες σαν κάργιες, αλλά ντυμένες στο χρυσάφι. Κι ο νιος εφίληε το χέρι της μεγάλης λες και την είχε μάνα, αγκάλιαζε τη μικρή λες και την είχε γυναίκα. Μπήκανε μέσα, κλείσανε τη θύρα.
Η κόρη – αντρίκια ντυμένη ακόμα – πάει πίσω στο γιαλό. Στο δρόμο βάραγε τα στήθια της κι έλεγε να πέσει στα βράχια να σκοτωθεί, που την είχε απαρνηθεί ο αγαπητικός της για τα φλουριά. Μόλις έφτασε δίπλα στο κύμα, βλέπει μια γριά μαυροφορούσα να μαζεύει αρμυρίκια. Είπε να περιμένει, να μη σκοτωθεί μπρος σε ξένο άνθρωπο η κόρη, κι έκατσε συλλοϊσμένη σε μια πέτρα.
Σαν έφτασε κοντά της η γερόντισσα κούτσα-κούτσα, της άνοιξε κουβέντα.
«Καλώς τονε», της λέει – γιατί την πέρασε την κόρη για παλικάρι. «Εσένα που σε βλέπω κι είσαι ωραίος νέος, να σου δώκω μια συμβουλή. Να μην πας στην πέρα γειτονιά. Εκεί είναι μια μάνα και μια θυγατέρα που όποιονε λιμπιστούνε, τον ποτίζουνε ένα κακό νερό και τρελαίνεται για δαύτες και ξεχνάει και σπίτι και γυναίκα και παιδιά ακόμα, αν έχει. Κι άμα τους βαρεθούνε τους κακόμοιρους, τους στέλνουν εδωνά, να πέσουν μοναχοί τους στα βράχια να γενούν κομμάτια».
Η κόρη αναθάρρησε. Δεν την είχε απαρνηθεί με δική του βούληση ο αρρεβωνιάρης της, μον’ τον είχανε μαγεμένο. Κι όπως άκουγε τη γριά από την ομιλία, ήτανε πατριώτισσά της. Έτσι, είχε το θάρρος και τη ρώτησε:
«Κι όποιον έχουν δεμένο θείτσα, δε λύνεται με τίποτα;»
Κι η γριά αποκρίθηκε:
«Ο νους, παιδί μου είναι σαν το σπίτι. Πρέπει ν’ ανοίξεις πόρτες και παράθυρα για να αεριστεί. Πρέπει να λυθούνε τα δάτυλα και η μύτη, τ’ αυτιά και τα μάτια, τελευταία η γλώσσα».
«Και δε βρέθηκε κανένας να τις χαλάσει εκείνες τις δυο, να λευτερώσει τον τόπο;», ξαναρώτησε η κόρη.
«Ποιος έχει ανάκαρα;», κατηγόρησε η γριά.
«Εγώ ‘χω», είπε η κόρη.
Αφού την κοίταξε καλά-καλά, η μαυροφόρα έβαλε το χέρι στον κόρφο της κι έβγαλε ένα κουτί ντυμένο σε φίλντισι και το ‘δωσε στην κόρη. Το ανοίγει η κοπέλα, βλέπει έξι ανθρωπάκια σκαλιστά σε ξύλο και χρωματισμένα.
«Άμα τα βάλεις στο πάτωμα νύχτα», της είπε η γερόντισσα, «ό,τι χάρη θέλεις θα στην κάμουν ως το πρωί και μετά θα χαθούν. Μα το τελευταίο, το μαύρο, να μην το βγάλεις απ’ το κουτί».
Η κόρη την ευχαρίστησε τη μαυροφόρα, έβαλε το κουτί στο δικό της κόρφο κι έφυγε από το γιαλό. Κρύφτηκε, έβγαλε τα αντρίκια τα ρούχα και ξαναντύθηκε κοπέλα. Μετά πήγε στο σπίτι το δίπατο και χτύπησε την πόρτα. Κι άμα της άνοιξε η μεγάλη η γυναίκα, η μάνα, είπε πως είναι ορφανή και ψάχνει αφεντικά να πιάσει υπηρέτρια. Η άσκημη γυναίκα την κοίταξε καλά-καλά την κόρη κι απέ την έμπασε μέσα. Μόλις αντίκρισε τον αρρεβωνιάρη της η κοπέλα, ήθελε να ορμήσει απάνω του να τον συνεφέρει, μα κείνος την κοίταξε λες κι ήτανε ξένη.
Από κείνη την ώρα, οι δυο αφεντικίνες βάνανε την κόρη να κάνει πολλές δουλειές, να πλένει και να μαγειρεύει, να σκουπίζει και να σφουγγαρίζει, να ασβεστώνει και να σκαλίζει, να φέρνει νερό από το πηγάδι και να κόβει ξύλα για τη φωτιά. Τον αρρεβωνιάρη της τον συναντούσε συνέχεια, μα μάτια δεν είχε για δαύτη, μόνο για τη θυγατέρα του σπιτιού.
Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που το ‘χε κρυμμένο σ’ ένα άδειο πιθάρι στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο γαλανό σαν τα μάτια του αγαπητικού της. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά γαλάζια και της ζητάει ορμήνια.
Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο γαλάζιος νέος και χτυπάει τη θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και του ‘δειξε το χρυσό δαχτυλίδι της, τάχαμου ότι το είχε αγοράσει κείνος για μια κοπέλα που ήθελε να ζητήσει. Ο μαγεμένος το στριφογύρισε καλά-καλά στο χέρι του το δαχτυλίδι, το χάιδευε ώρα πολλή, μα στο τέλος είπε μονάχα πως πολύ ωραίο είναι. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το γαλάζιο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.
Από κείνη την ώρα, τα δάχτυλα του αρρεβωνιάρη της κοπέλας είχανε ξυπνήσει. Σαν πήγαιναν οι δυο άσκημες γυναίκες που τον είχαν δεμένο να τον ακουμπήσουν, ανατρίχιαζε. Μάνα και θυγατέρα σκύλιασαν. Βγάλανε το άχτι τους να μην αφήνουν σε χλωρό κλαρί την κόρη που τους έκανε την υπηρέτρια. Την έστελναν μέρα και νύχτα σε δουλειές, όχι μονάχα γυναίκειες, μα και βαριές αντρίκιες.
Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο κίτρινο, όπως το λούλουδο που της είχε δώσει ο αγαπητικός της σαν την πρωτοείδε στη βρύση του χωριού τους. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά κίτρινη και της ζητάει ορμήνια.
Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο κίτρινος νέος και χτυπάει τη θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και του ‘δειξε μια μπάλα μύρο από τα μέρη μας, τάχαμου πως είχε φέρει τέτοιο φορτίο με το καΐκι του. Ο μαγεμένος τη μύρισε καλά-καλά τη μπάλα, την έπλαθε στα χέρια, μα στο τέλος είπε μονάχα πως καλό μύρο είναι, από το ακριβό. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το κίτρινο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.
Από κείνη την ώρα, είχε ξυπνήσει η μύτη του αρρεβωνιάρη της κοπέλας. Όλο του φαινότανε πως βρωμάνε οι δυο άσκημες γυναίκες και έβανε να αρωματίζουνται για να τον πλησιάσουνε. Μάνα και θυγατέρα χολώσανε. Βγάλανε το άχτι τους να την αφήνουν νηστική την κόρη που τους έκανε την υπηρέτρια κι ας της είχαν φορτωμένες δουλειές για δυο ανθρώπους.
Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο άσπρο, σαν τα δόντια της τα μαργαριταρένια που φαινόντανε άμα έβλεπε τον αγαπητικό της να χορεύει στο πανηγύρι και χαμογέλαγε. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά άσπρη και της ζητάει ορμήνια.
Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο άσπρος νέος και χτυπάει τη θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και πήρε έναν ταμπουρά κι άρχισε να λέει τραγούδια από τα δικά μας τα μέρη. Ο μαγεμένος άκουσε και βούρκωσε, ζήταγε όλο ν’ ακούσει κι άλλο, μα στο τέλος είπε μονάχα πως καλά περάσανε. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το άσπρο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.
Από κείνη την ώρα, δεν τον χώραγε πια ο τόπος τον αρρεβωνιάρη της κόρης, είχανε ξυπνήσει τ’ αυτιά του. Είδανε και πάθανε οι κακούργες να τον κρατήσουνε να μη φύγει. Τα παρακάλια δεν πιάνανε, δεν ήθελε ν’ ακούει τη φωνή τους. Αναγκαστήκανε και τον ποτίσανε πάλι με το κακό νερό. Βγάλανε το άχτι τους στην κόρη που είχανε και τους έκανε την υπηρέτρια, αρχίσανε και τη δέρνανε με το παραμικρό.
Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο κόκκινο, σαν πως γίνανε τα μάγουλά της όταν της είχε πιάσει το χέρι ο αγαπητικός της για να της περάσει στο δαχτύλι τον αρρεβώνα. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά κόκκινη και της ζητάει ορμήνια.
Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο κόκκινος νέος και χτυπάει την θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και του ‘δωκε το μαντήλι που του ‘χε κεντημένο η αρρεβωνιάρα του και δεν είχε προλάβει να του το δώκει, δήθεν ότι ήτανε δικό του, από δική του αγαπητικιά. Ο μαγεμένος κοίταγε τα παγώνια και τα αμπέλια που ήταν ιστορημένα στο πανί, το γύρναγε από τη μια, το γύρναγε από την άλλη, μα στο τέλος είπε μονάχα να τη χαίρεται ο ξάδερφος την αγαπητικιά του τη χρυσοχέρα. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το κόκκινο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.
Από κείνη την ώρα, ξυπνήσανε τα μάτια του αρρεβωνιάρη της κόρης. Αντί να κοιτάζει τις δυο κακίστρες που τον είχανε μαγεμένο, κοίταγε κείνη όλη την ώρα κι αφαιρενότανε. Ζηλέψανε μάνα και θυγατέρα και της είπαν της κόρης να ετοιμάσει προικιά, για να στείλουνε γραφή σ’ ένα συγγενή τους να ‘ρθει να την πάρει νύφη.
Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει το πέμπτο ανθρωπάκι, βαμμένο πράσινο, σαν τα δικά της τα μάτια. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά πράσινη και της ζητάει ορμήνια.
Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο πράσινος νέος και χτυπάει την θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και ήθελε σώνει και καλά να μαγειρέψει η υπηρέτρια. Του κάμανε το χατίρι κι η κόρη έφκιασε ένα σωρό φαγιά από τα δικά μας τα μέρη. Έφαγε ο μαγεμένος κι όλο και συνερχότανε. Και μόλις γεύτηκε και το γλυκό στο τέλος, ξύπνησαν ο λόγος κι ο λογισμός του. Πετάγεται όρθιος και τα θυμήθηκε όλα. Μια ζήταγε σχώρεση από την αρρεβωνιάρα του, μια έψαχνε να βρει σπαθί στον οντά να χαλάσει τις κακούργες.
Μα οι άσκημες γυναίκες είχανε πονηρευτεί από τις τόσες επισκέψεις κι είχανε παρακλουθήσει την υπηρέτριά τους. Το φιλντισένιο κουτί που ‘χε κρυμμένο στο πιθάρι, το ‘χανε βρει και το ‘χανε παρμένο. Το βγάνει η μάνα από τον κόρφο της, τ’ ανοίγει η θυγατέρα και παίρνει το μαύρο ανθρωπάκι. Το απιθώνει στο πάτωμα, γίνεται παλικάρι με μαύρη φορεσιά. Είχε από ένα σπαθί σε κάθε χέρι και τις κόβει και τις δύο. Μετά έφυγε αμίλητο και δεν το ξανάδε κανένας.
Η κόρη κι ο αρρεβωνιάρης της πήρανε το πρώτο καΐκι που πέρασε, γυρίσανε στο χωριό τους και με την ευκή των γονιών τους παντρευτήκανε αμέσως. Κουμπάρο κάμανε τον καπετάνιο που είχε πάρει την κόρη στο καΐκι του για ναύτη, τον καιρό που ήτανε ντυμένη αντρίκια. Και κουμπάρα τη γριά τη μαυροφόρα. Στο γλέντι ήρθε και το πράσινο παλικάρι. Κι αφού έσυρε ένα χορό, γύρισε μετά κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.
Τα πέντε ανθρωπάκια
Ήτανε μια φορά μια κόρη. Δεν είχε δώσει ο Δημιουργός να κάμουν άλλα παιδιά οι δικοί της, μα έφτανε εκείνη, γιατί είχε όλα τα καλά μαζεμένα πάνω της. Και καλόκαρδη ήτανε, και χρυσοχέρα και ξουράφι το μυαλό της. Και την είχανε αρρεβωνιασμένη μ’ ένα παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά, μοναχογιός κι εκείνος.
Ο κύρης του παλικαριού είχε καΐκι και πήγαινε πέρα-δώθε στα νησιά να πουλάει και ν’ αγοράζει. Του ‘πε μια μέρα το παιδί:
«Μεγάλωσα πια. Δε μου ‘χεις εμπιστοσύνη να κάνω μόνος μου ταξίδι;»
Τι να κάμει ο γέρος, δεν ήθελε να τον κακοκαρδίσει το μοναχογιό του, τον άφησε. Κάνει ένα ταξίδι το παλικάρι, όλα καλά. Κάνει δύο, κάνει τρία. Κάθε βολά, μόλις γύρναγε, έστελνε με τον υπηρέτη στην αρρεβωνιάρα του δώρα νησιώτικα. Πότε σκουλαρίκια, πότε καθρέφτη, πότε ένα κλωνί κοράλλι να το βάνει στην κάμαρή της να βλέπει να τον έχει στο νου της.
Και στο δέκατο ταξίδι απάνω, τη μέρα όπου ήτανε να γυρίσει, ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Η κόρη είχε δει άσκημο όνειρο τη νύχτα, έβαλε κακό με το νου της. Το λέει του κυρού της, πάει εκείνος, ρωτάει, μαθαίνει. Γύρισε αργά το βράδυ στο σπίτι τους, κίτρινος ως το λεμόνι. Εκείνη είχε μείνει ξάγρυπνη από την ανησυχία της. Της είπε πως το παλικάρι καθυστέρησε στα νησιά με δουλειές κι έχει να ‘ρχεται σε λίγες μέρες. Μα η κόρη δεν τον πίστεψε τον κύρη της, τον έβλεπε που μάσαγε τα λόγια του. Τον έβαλε στα δυο στενά, ώσπου της μαρτύρησε το μυστικό: το παλικάρι είχε στείλει γραφή να χαλάσουν οι αρρεβώνες.
Η κόρη ήτανε να σκάσει. Σηκώθηκε και πήγαινε πέρα-δώθε από τη μια κάμαρα στην άλλη και ησυχία δεν έβρισκε. Ως το πρωί, δεν είχε ξαπλώσει στιγμή, ας την παρακαλάγανε οι γονιοί της. Μόλις έφεξε, το είχε πάρει απόφαση τι να κάμει. Παρήγγειλε του κυρού της να της φέρει μια φορεσιά αντρίκια• αφού δεν είχε αδερφούς να πάνε να ζητήσουν το δίκιο της, θα πήγαινε μοναχή της. Την ορμήνεψε κείνος να κάτσει ήσυχη, την ορμήνεψε η μάνα της, μα δε μπορέσανε να την κάμουνε καλά. Στο τέλος, της έγινε το χατίρι.
Ντύνεται παλικάρι η κόρη, μπαίνει σ’ ένα καΐκι που ‘πιανε ένα-ένα τα νησιά με τη σειρά, τάχαμου να μάθει τη ναυτική. Σα δέσανε στο πέμπτο λιμάνι, βλέπει η κόρη τον αρρεβωνιάρη της να παίρνει τον αέρα του έξω στη στεριά. Λέει του καπετάνιου η κοπέλα:
«Δεν κάνω εγώ για τη θάλασσα. Συχώρα με που σ’ απαρατάω και μη μου κάμεις πληρωμή».
Βγαίνει στη στεριά η κόρη, πήρε κι ακολούθαγε το παλικάρι στα στενά. Έφτασ’ αυτό σ’ ένα αρχοντόσπιτο δίπατο, χτυπάει τη θύρα. Ανοίγουνε δυο γυναίκες, μια μεγάλη, μια μικρή, μαύρες κι άσκημες σαν κάργιες, αλλά ντυμένες στο χρυσάφι. Κι ο νιος εφίληε το χέρι της μεγάλης λες και την είχε μάνα, αγκάλιαζε τη μικρή λες και την είχε γυναίκα. Μπήκανε μέσα, κλείσανε τη θύρα.
Η κόρη – αντρίκια ντυμένη ακόμα – πάει πίσω στο γιαλό. Στο δρόμο βάραγε τα στήθια της κι έλεγε να πέσει στα βράχια να σκοτωθεί, που την είχε απαρνηθεί ο αγαπητικός της για τα φλουριά. Μόλις έφτασε δίπλα στο κύμα, βλέπει μια γριά μαυροφορούσα να μαζεύει αρμυρίκια. Είπε να περιμένει, να μη σκοτωθεί μπρος σε ξένο άνθρωπο η κόρη, κι έκατσε συλλοϊσμένη σε μια πέτρα.
Σαν έφτασε κοντά της η γερόντισσα κούτσα-κούτσα, της άνοιξε κουβέντα.
«Καλώς τονε», της λέει – γιατί την πέρασε την κόρη για παλικάρι. «Εσένα που σε βλέπω κι είσαι ωραίος νέος, να σου δώκω μια συμβουλή. Να μην πας στην πέρα γειτονιά. Εκεί είναι μια μάνα και μια θυγατέρα που όποιονε λιμπιστούνε, τον ποτίζουνε ένα κακό νερό και τρελαίνεται για δαύτες και ξεχνάει και σπίτι και γυναίκα και παιδιά ακόμα, αν έχει. Κι άμα τους βαρεθούνε τους κακόμοιρους, τους στέλνουν εδωνά, να πέσουν μοναχοί τους στα βράχια να γενούν κομμάτια».
Η κόρη αναθάρρησε. Δεν την είχε απαρνηθεί με δική του βούληση ο αρρεβωνιάρης της, μον’ τον είχανε μαγεμένο. Κι όπως άκουγε τη γριά από την ομιλία, ήτανε πατριώτισσά της. Έτσι, είχε το θάρρος και τη ρώτησε:
«Κι όποιον έχουν δεμένο θείτσα, δε λύνεται με τίποτα;»
Κι η γριά αποκρίθηκε:
«Ο νους, παιδί μου είναι σαν το σπίτι. Πρέπει ν’ ανοίξεις πόρτες και παράθυρα για να αεριστεί. Πρέπει να λυθούνε τα δάτυλα και η μύτη, τ’ αυτιά και τα μάτια, τελευταία η γλώσσα».
«Και δε βρέθηκε κανένας να τις χαλάσει εκείνες τις δυο, να λευτερώσει τον τόπο;», ξαναρώτησε η κόρη.
«Ποιος έχει ανάκαρα;», κατηγόρησε η γριά.
«Εγώ ‘χω», είπε η κόρη.
Αφού την κοίταξε καλά-καλά, η μαυροφόρα έβαλε το χέρι στον κόρφο της κι έβγαλε ένα κουτί ντυμένο σε φίλντισι και το ‘δωσε στην κόρη. Το ανοίγει η κοπέλα, βλέπει έξι ανθρωπάκια σκαλιστά σε ξύλο και χρωματισμένα.
«Άμα τα βάλεις στο πάτωμα νύχτα», της είπε η γερόντισσα, «ό,τι χάρη θέλεις θα στην κάμουν ως το πρωί και μετά θα χαθούν. Μα το τελευταίο, το μαύρο, να μην το βγάλεις απ’ το κουτί».
Η κόρη την ευχαρίστησε τη μαυροφόρα, έβαλε το κουτί στο δικό της κόρφο κι έφυγε από το γιαλό. Κρύφτηκε, έβγαλε τα αντρίκια τα ρούχα και ξαναντύθηκε κοπέλα. Μετά πήγε στο σπίτι το δίπατο και χτύπησε την πόρτα. Κι άμα της άνοιξε η μεγάλη η γυναίκα, η μάνα, είπε πως είναι ορφανή και ψάχνει αφεντικά να πιάσει υπηρέτρια. Η άσκημη γυναίκα την κοίταξε καλά-καλά την κόρη κι απέ την έμπασε μέσα. Μόλις αντίκρισε τον αρρεβωνιάρη της η κοπέλα, ήθελε να ορμήσει απάνω του να τον συνεφέρει, μα κείνος την κοίταξε λες κι ήτανε ξένη.
Από κείνη την ώρα, οι δυο αφεντικίνες βάνανε την κόρη να κάνει πολλές δουλειές, να πλένει και να μαγειρεύει, να σκουπίζει και να σφουγγαρίζει, να ασβεστώνει και να σκαλίζει, να φέρνει νερό από το πηγάδι και να κόβει ξύλα για τη φωτιά. Τον αρρεβωνιάρη της τον συναντούσε συνέχεια, μα μάτια δεν είχε για δαύτη, μόνο για τη θυγατέρα του σπιτιού.
Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που το ‘χε κρυμμένο σ’ ένα άδειο πιθάρι στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο γαλανό σαν τα μάτια του αγαπητικού της. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά γαλάζια και της ζητάει ορμήνια.
Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο γαλάζιος νέος και χτυπάει τη θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και του ‘δειξε το χρυσό δαχτυλίδι της, τάχαμου ότι το είχε αγοράσει κείνος για μια κοπέλα που ήθελε να ζητήσει. Ο μαγεμένος το στριφογύρισε καλά-καλά στο χέρι του το δαχτυλίδι, το χάιδευε ώρα πολλή, μα στο τέλος είπε μονάχα πως πολύ ωραίο είναι. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το γαλάζιο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.
Από κείνη την ώρα, τα δάχτυλα του αρρεβωνιάρη της κοπέλας είχανε ξυπνήσει. Σαν πήγαιναν οι δυο άσκημες γυναίκες που τον είχαν δεμένο να τον ακουμπήσουν, ανατρίχιαζε. Μάνα και θυγατέρα σκύλιασαν. Βγάλανε το άχτι τους να μην αφήνουν σε χλωρό κλαρί την κόρη που τους έκανε την υπηρέτρια. Την έστελναν μέρα και νύχτα σε δουλειές, όχι μονάχα γυναίκειες, μα και βαριές αντρίκιες.
Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο κίτρινο, όπως το λούλουδο που της είχε δώσει ο αγαπητικός της σαν την πρωτοείδε στη βρύση του χωριού τους. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά κίτρινη και της ζητάει ορμήνια.
Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο κίτρινος νέος και χτυπάει τη θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και του ‘δειξε μια μπάλα μύρο από τα μέρη μας, τάχαμου πως είχε φέρει τέτοιο φορτίο με το καΐκι του. Ο μαγεμένος τη μύρισε καλά-καλά τη μπάλα, την έπλαθε στα χέρια, μα στο τέλος είπε μονάχα πως καλό μύρο είναι, από το ακριβό. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το κίτρινο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.
Από κείνη την ώρα, είχε ξυπνήσει η μύτη του αρρεβωνιάρη της κοπέλας. Όλο του φαινότανε πως βρωμάνε οι δυο άσκημες γυναίκες και έβανε να αρωματίζουνται για να τον πλησιάσουνε. Μάνα και θυγατέρα χολώσανε. Βγάλανε το άχτι τους να την αφήνουν νηστική την κόρη που τους έκανε την υπηρέτρια κι ας της είχαν φορτωμένες δουλειές για δυο ανθρώπους.
Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο άσπρο, σαν τα δόντια της τα μαργαριταρένια που φαινόντανε άμα έβλεπε τον αγαπητικό της να χορεύει στο πανηγύρι και χαμογέλαγε. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά άσπρη και της ζητάει ορμήνια.
Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο άσπρος νέος και χτυπάει τη θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και πήρε έναν ταμπουρά κι άρχισε να λέει τραγούδια από τα δικά μας τα μέρη. Ο μαγεμένος άκουσε και βούρκωσε, ζήταγε όλο ν’ ακούσει κι άλλο, μα στο τέλος είπε μονάχα πως καλά περάσανε. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το άσπρο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.
Από κείνη την ώρα, δεν τον χώραγε πια ο τόπος τον αρρεβωνιάρη της κόρης, είχανε ξυπνήσει τ’ αυτιά του. Είδανε και πάθανε οι κακούργες να τον κρατήσουνε να μη φύγει. Τα παρακάλια δεν πιάνανε, δεν ήθελε ν’ ακούει τη φωνή τους. Αναγκαστήκανε και τον ποτίσανε πάλι με το κακό νερό. Βγάλανε το άχτι τους στην κόρη που είχανε και τους έκανε την υπηρέτρια, αρχίσανε και τη δέρνανε με το παραμικρό.
Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει ένα ανθρωπάκι βαμμένο κόκκινο, σαν πως γίνανε τα μάγουλά της όταν της είχε πιάσει το χέρι ο αγαπητικός της για να της περάσει στο δαχτύλι τον αρρεβώνα. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά κόκκινη και της ζητάει ορμήνια.
Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο κόκκινος νέος και χτυπάει την θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και του ‘δωκε το μαντήλι που του ‘χε κεντημένο η αρρεβωνιάρα του και δεν είχε προλάβει να του το δώκει, δήθεν ότι ήτανε δικό του, από δική του αγαπητικιά. Ο μαγεμένος κοίταγε τα παγώνια και τα αμπέλια που ήταν ιστορημένα στο πανί, το γύρναγε από τη μια, το γύρναγε από την άλλη, μα στο τέλος είπε μονάχα να τη χαίρεται ο ξάδερφος την αγαπητικιά του τη χρυσοχέρα. Άμα πήγε αργά και κόντευε να χαθεί το φεγγάρι, σηκώθηκε το κόκκινο παλικάρι κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.
Από κείνη την ώρα, ξυπνήσανε τα μάτια του αρρεβωνιάρη της κόρης. Αντί να κοιτάζει τις δυο κακίστρες που τον είχανε μαγεμένο, κοίταγε κείνη όλη την ώρα κι αφαιρενότανε. Ζηλέψανε μάνα και θυγατέρα και της είπαν της κόρης να ετοιμάσει προικιά, για να στείλουνε γραφή σ’ ένα συγγενή τους να ‘ρθει να την πάρει νύφη.
Η κόρη έκαμε υπομονή και στην πέμπτη εβδομάδα απάνω, βγάνει το κουτί που ‘χε κρυμμένο στο κατώι. Παίρνει το πέμπτο ανθρωπάκι, βαμμένο πράσινο, σαν τα δικά της τα μάτια. Το απιθώνει στο πάτωμα το ανθρωπάκι, γίνεται παλικάρι με φορεσιά πράσινη και της ζητάει ορμήνια.
Όπως του ‘πε η κόρη να κάμει, πάει ο πράσινος νέος και χτυπάει την θύρα στο δίπατο το σπίτι και λέει πως είναι ξάδερφος του άντρα που είχανε εκεί κι ήρθε να τον ιδεί. Μάνα και θυγατέρα τον έμπασαν μέσα γιατί τον είδαν ωραίο και τους γυάλισε. Τον πότισαν το κακό νερό τους και περίμεναν να τον πιάσει, αλλά πού! Αφού δεν ήταν αληθινός άνθρωπος. Μόνο έκαμε κουβέντες με τον αρρεβωνιάρη της κόρης και ήθελε σώνει και καλά να μαγειρέψει η υπηρέτρια. Του κάμανε το χατίρι κι η κόρη έφκιασε ένα σωρό φαγιά από τα δικά μας τα μέρη. Έφαγε ο μαγεμένος κι όλο και συνερχότανε. Και μόλις γεύτηκε και το γλυκό στο τέλος, ξύπνησαν ο λόγος κι ο λογισμός του. Πετάγεται όρθιος και τα θυμήθηκε όλα. Μια ζήταγε σχώρεση από την αρρεβωνιάρα του, μια έψαχνε να βρει σπαθί στον οντά να χαλάσει τις κακούργες.
Μα οι άσκημες γυναίκες είχανε πονηρευτεί από τις τόσες επισκέψεις κι είχανε παρακλουθήσει την υπηρέτριά τους. Το φιλντισένιο κουτί που ‘χε κρυμμένο στο πιθάρι, το ‘χανε βρει και το ‘χανε παρμένο. Το βγάνει η μάνα από τον κόρφο της, τ’ ανοίγει η θυγατέρα και παίρνει το μαύρο ανθρωπάκι. Το απιθώνει στο πάτωμα, γίνεται παλικάρι με μαύρη φορεσιά. Είχε από ένα σπαθί σε κάθε χέρι και τις κόβει και τις δύο. Μετά έφυγε αμίλητο και δεν το ξανάδε κανένας.
Η κόρη κι ο αρρεβωνιάρης της πήρανε το πρώτο καΐκι που πέρασε, γυρίσανε στο χωριό τους και με την ευκή των γονιών τους παντρευτήκανε αμέσως. Κουμπάρο κάμανε τον καπετάνιο που είχε πάρει την κόρη στο καΐκι του για ναύτη, τον καιρό που ήτανε ντυμένη αντρίκια. Και κουμπάρα τη γριά τη μαυροφόρα. Στο γλέντι ήρθε και το πράσινο παλικάρι. Κι αφού έσυρε ένα χορό, γύρισε μετά κι έφυγε και δεν το ξανάδε κανένας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)