Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Κριτικές και συνεντεύξεις

Έχει περάσει ένας χρόνος που κυκλοφόρησε το "Κοράκι σε άλικο φόντο" κι έτσι είπα να συγκεντρώσω σε μια ανάρτηση όλα όσα έχουν γραφεί στον Τύπο ή το διαδίκτυο για το βιβλίο. Αφήνω κατά μέρος τις παρουσιάσεις σε βιβλιοστήλες οι οποίες αναπαρήγαγαν απλά το κείμενο από το οπισθόφυλλο ή εκείνο από το δελτίο τύπου κι έτσι μένουν σχετικά λίγα πράγματα, αλλά όλα θετικά.

Έγραψαν για το έργο μου λοιπόν...


- Βάσω Χρήστου, Φανταστικά Χρονικά (το περιοδικό της ΑΛΕΦ), τεύχος 16 (Χειμώνας 2010-11):

Το μυθιστόρημα φαντασίας του Ελευθέριου Κεραμίδα Κοράκι σε Άλικο Φόντο είναι το πρώτο της σειράς «Οι Γιοι της Στάχτης» και ταυτόχρονα το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα. Ωστόσο, ούτε ο κόσμος, ούτε η πλοκή, ούτε η γλώσσα του Ε. Κεραμίδα μαρτυρούν πως πρόκειται για πρώτο έργο. Κι αυτό γιατί όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το βιβλίο είναι πραγματικά δουλεμένα και ώριμα.

Ο χάρτης του έργου είναι μέρος μιας ευρύτερης περιοχής που θυμίζει την Ευρώπη μαζί με μέρος της Ανατολίας και των στεπών του βορρά ενώ ο τόπος των πρωταγωνιστών του – με γεωγραφία και δομή πολύ κοντά στη Βυζαντινή – ονομάζεται Βασιλεία Αιγλωέων.

Ο συγγραφέας δείχνει να ξέρει πολύ καλά τον κόσμο του, να τον έχει ολοζώντανο στο μυαλό και στο έργο του. Είναι φανερό ότι το χέρι που κινεί τα νήματα γνωρίζει πολύ καλά τι συμβαίνει κάθε στιγμή απ’ άκρη σ’ άκρη του χάρτη, και το περιγράφει με συνέπεια.

Πόλεις και παλάτια και ίντριγκες, δάση και ερημωμένες πολιτείες και μοναστήρια, μισθοφόροι και αποστάτες και προδότες, δεν θα λείψουν απ’ όποιον τα περιμένει. Και θ’ ανακαλύψει ότι είναι σωστά τοποθετημένα. Ο αναγνώστης θα βρει επίσης ενδιαφέροντα στοιχεία του φανταστικού, φαρμακείες και φαρμακολύτες, παράξενα δημιουργήματα, πλάσματα που έλκουν την καταγωγή τους πλάσματα που έλκουν την καταγωγή τους από το βασίλειο του υπερφυσικού, ακόμα και μάγους και δράκους – αλλά μακριά από τους συνηθισμένους τους ρόλους. Πραγματικό και φανταστικό πλέκονται με μια λεπτή δεξιοτεχνία, καθώς οι τρεις πόλοι της ιστορίας – τρεις άντρες με εντελώς διαφορετικά σχέδια και προοπτικές – παίζουν ο καθένας το ρόλο του για να εξυφάνουν τη μοίρα του βασιλείου. Μια διεφθαρμένη πρωτεύουσα, που βρίθει από συνωμοσίες, ένα μοναστήρι όπου τίποτα δεν είναι αυτό που δείχνει, ένας φαινομενικά αδίστακτος μισθοφόρος με απώτερους σκοπούς και φόβους που ούτε να διανοηθούν μπορούν οι σύντροφοί του, μας ταξιδεύουν και μας αποκαλύπτουν τα περισσότερα μέρη του λαμπρού βασιλείου.

Η δομή του βιβλίου – μεγάλα κεφάλαια, αλλά με πολλά επιμέρους τμήματα, που μας μεταφέρουν από το ένα σημείο στο άλλο – βοηθάει στην καλύτερη παράθεση των γεγονότων που συμβαίνουν ταυτόχρονα, αλλά και στην κορύφωση της αγωνίας.

Η πλοκή είναι πυκνή, οι περιγραφές δυνατές, οι σκηνές ολοζώντανες και αληθοφανείς. Σημαντικό το στοιχείο της ισορροπίας μεταξύ περιγραφής, σχεδιασμού, δράσης, αλλά και σκέψεων-συναισθημάτων, ενώ πολύ θετική και η ενδιάμεση κορύφωση με την αποκάλυψη της φύσης των Γιων της Στάχτης.

Τέλος, θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην τονιστεί πως ο Ε. Κεραμίδας έχει εξαιρετικά καλή και σωστή γραφή στο βιβλίο του, καθώς επίσης και ένα λεξιλόγιο όρων που θα ζήλευε και ιστορικός της εποχής. Απόλυτο must για όσους ασχολούνται με φάντασυ!

Κι αν ζυγίσουμε τα συν και τα πλην;

Στα θετικά: Που το βιβλίο είναι σχεδόν αυτοτελές, ενώ έχουμε να περιμένουμε και άλλα αντίστοιχης ποιότητα βιβλία για να ολοκληρώσουν τους Γιους της Στάχτης.

Στα αρνητικά: Που θα χρειαστεί να περιμένουμε αυτά τα βιβλία. Εγώ θέλω τη συνέχεια τώρα!


- Δημήτρης Αργασταράς, www.bookpress.gr, 22.1.2011:

Εδώ θα διαβάσετε το άρθρο "Τοπία του φανταστικού" που αναφέρει και το δικό μου έργο.



- Μαρία Βασιλείου, Metal Hammer & Heavy Metal, τεύχος 318 (6ος του 2011):

Δεν συναντάμε συχνά συγγραφικές απόπειρες που να επιτυγχάνουν τόσα πολλά με τη μία: να καταξιώνουν τον συγγραφέα ως αριστοτέχνη της αφηγηματικής δομής (καθώς φαίνεται να κατέχει με άνεση τις ομολογουμένως δύσκολες τεχνικές του εκτενούς μυθιστορήματος) και ως γοητευτικό μυθοπλάστη, υφαίνοντας μία πρωτότυπη και συναρπαστική περιπέτεια, ικανή να καθηλώσει τον απαιτητικό αναγνώστη του είδους. Ακόμη, να τραβήξει την προσοχή του εκδοτικού ενδιαφέροντος, παρά τον ασυνήθιστο κι επομένως ριψοκίνδυνο χαρακτήρα του. Κι επιπλέον, να μην επιχειρήσει μία ακόμα αναπαράσταση αγγλοσαξονικής παράδοσης, αλλά να καταπιαστεί μ’ ένα εντελώς ασυνήθιστο πλαίσιο, μία εκδοχή του ελληνικού Μεσαίωνα.

Γιατί να το διαβάσεις: Απαραίτητο για κάθε αναγνώστη παρα-ιστορικής περιπέτειας και Φαντασίας.


- Περιοδικό Glamour, 6ος του 2011

Εδώ θα διαβάσετε τις βιβλιοπαρουσιάσεις ("Πάρε άλλο ένα βιβλίο από το ράφι")


- Μάκης Πανώριος, The Books' Journal, τεύχος 8, 01/08/2011, απόσπασμα από το εκτενές άρθρο "Φάνταζι" και φαντασία, βασισμένο στο κείμενο που εκφώνησε ο κύριος Πανώριος στην παρουσίαση του βιβλίου μου. Ξεκινά με μια σύντομη εισαγωγή στο αγαπημένο μας λογοτεχνικό είδος και δυστυχώς δεν υπάρχει online, ούτε γνωρίζω αν μπορώ να το αναπαράγω ολόκληρο εδώ):

To συγκεκριμένο, που το διεκπεραιώνει με ευχέρεια αφηγηματικής ικανότητας ο Ελευθέριος Κεραμίδας, καταργεί την ιστορική εντοπιότητα, και με την κατάλληλη μετάπλαση του πραγματικού γεωγραφικού τοπίου, καθώς επίσης και με τη χρησιμοποίηση πλούσιου πραγματολογικού υλικού, που αντλεί από την ευρωπαϊκή παράδοση, αλλά και τη μυθολογία και την προσφυγή σε ιστορικές περιόδους, αποκτά μια παγκόσμια διάσταση.

[...]

Η ιδιομορφία της γραφής του προέρχεται από το λαϊκό βυζαντινό αλλά και ευρωπαϊκό ιπποτικό μυθιστόρημα, το ανατολίτικο και δυτικό παραμύθι, θρύλους, μύθους, παραδόσεις. Έχοντας αφομοιώσει αυτές τις νόμιμες επιδράσεις, το αποτέλεσμα που παραδίνεται στον αναγνώστη του είναι μια γοητευτική τοιχογραφία τοπίων, προσώπων και καταστάσεων. Στην αρένα της συναντώνται το 
ξίφος με το λαγούτο, ο ιππότης με τον τροβαδούρο, ο ιερωμένος με τον άρχοντα, Kat ο φαρμακός 
με το επερχόμενο μέλλον. Ένα μέλλον η ποιότητα του οποίου εξαρτάται όχι μόνο από τη βελτίωση

της καθημερινότητας ως αποτέλεσμα ενός πιο ανθρώπινου κοινωνικοπολιτικού συστήματος,
αλλά κυρίως, από την καλλιέργεια της φαντασίας.



- Ρίτα Γκούργκουλα, ιστολόγιο "Βιβλιο...λογίες"

Εδώ θα βρείτε την κριτική


Τέλος, εδώ θα βρείτε την συζήτηση που γίνεται για το βιβλίο μου στο ελληνικό φόρουμ του φανταστικού sff.gr, σε πολύ πιο ανεπίσημο τόνο. Σας παραπέμπω στην πρώτη κριτική, μετά τα συγχαρητήρια για την έκδοση και τα λοιπά διαδικαστικά.


Επίσης, έχω δώσει τις εξής συνεντεύξεις:




Φυσικά, αν έχω παραλείψει κάτι, από αμέλεια ή άγνοια, είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτο να με ενημερώσετε.


Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Στιγμή 11

Έχει τόσο καιρό να εμφανιστεί νέα ανάρτηση στο ιστολόγιο που ίσως κάποιοι να μη γνωρίζουν ή να μη θυμούνται τι είναι οι Στιγμές. Σε τέτοια περίπτωση, ρίξτε μια ματιά εδώ.

Κατά τα άλλα, δε θα πω ότι θα προσπαθήσω να έχω μια καινούρια ανάρτηση κάθε τόσο, γιατί το έχω ήδη πει και δεν έχω κατορθώσει να το τηρήσω. Θα πω μόνο πως θα κάνω ό,τι καλύτεορ μπορώ με το ιστολόγιο - και θα δούμε τι θα είναι αυτό.


Πριγκίπισσα Αγαθή

Η αύρα κόπαζε στιγμιαία κι ύστερα ξεκινούσε ξανά, σαν ανάσα. Ερχόταν από την πλευρά της θάλασσας, υγρή κι αμυδρή, ίδια με χάδι από ελαφρά βρεγμένο χέρι.

Ήταν όμορφη μέρα, ο ουρανός πεντακάθαρος, η ζέστη κι η δροσιά ευχάριστες μέσα στην ισορροπία τους. Όλοι στο Σεπτό Παλάτι είχαν αναζητήσει αφορμή για να βγουν στους κήπους. Οι υπηρέτες κι οι τεχνίτες θυμήθηκαν τις υπαίθριες εργασίες που είχαν παραμελήσει όσο είχε κρατήσει η καλοκαιρινή κάψα. Οι στρατιώτες έστεκαν ευθυτενείς αντί να λαγοκοιμούνται στη σκιά στηριγμένοι στα δόρατά τους. Οι αξιωματούχοι αποφάσισαν πως ήταν καιρός να κάνουν επιθεωρήσεις.

Οι πολύ υψηλόβαθμοι, βέβαια, δε χρειάζονταν δικαιολογίες· ο Μέγας Λογοθέτης Σεβαστιανός είχε απλά προστάξει να μεταφέρουν ένα γραφείο στην αυλή των διαμερισμάτων του για να δουλέψει εκεί. Η Αγαθή στάθηκε μαζί με τις συνοδούς της σεμνά δυο βήματα μακριά του, περιμένοντας υπομονετικά να ασχοληθεί μαζί της. Δάχτυλα ηλιόφωτος κυμάτιζαν πάνω της και στο πλακόστρωτο γύρω της, όπως το αεράκι έκανε τα φύλλα της κληματαριάς να κυματίζουν. Ο μεσήλικος άντρας σταμάτησε να διαβάζει μετά από λίγο, σήκωσε το βλέμμα του και αντιλήφθηκε της παρουσία της. Έκανε μια αφηρημένη κίνηση που θα μπορούσε να είναι κοφτό νεύμα χαιρετισμού, μα αντί να της μιλήσει άρχισε να γράφει μανιωδώς. Είχε συνοφρυωθεί κι ήταν φανερό πως πάσχιζε να κάνει τις σκέψεις του λέξεις πριν ξεγλιστρήσουν από το νου του.

Η Αγαθή έμεινε να ακούει το γρατσούνισμα της γραφίδας πάνω στην περγαμηνή, αμυδρό ανάμεσα στο τραγούδι των τζιτζικιών. Διέκρινε καθαρά το κείμενο – τα βαθυγάλαζα μάτια της δεν ήταν μόνο όμορφα, αλλά και κοφτερά. Ο Μέγας Λογοθέτης είχε καταπιαστεί με στρατιωτικά θέματα. Τον είδε να γράφει εκ παραδρομής ‘προσβολή του εχθρού’ αντί για ‘προβολή του εχθρού’. Και στις δυο περιπτώσεις έβγαινε νόημα, μα διαφορετικό. Και κάποιος λιγότερο οξυδερκής δε θα υποψιαζόταν πως η ‘προσβολή’, αν και πιο συνήθης έκφραση, δεν ταίριαζε με τον ειρμό του κειμένου. Πήρε βαθιά ανάσα κι άνοιξε το στόμα της για να του επισημάνει το σφάλμα, αλλά δεν τόλμησε να πάρει το λόγο μόνη της. Ένιωσε το βλέμμα της θείας της να πέφτει επικριτικό πάνω της, να της καίει την πλάτη.

Η Ισμήνη, ένα μόλις βήμα πίσω από την πριγκίπισσα, κατείχε άριστα τη γλώσσα των σωμάτων· θα είχε αναγνωρίσει το δισταγμό της, έστω κι αν δε θα είχε κατανοήσει ποιο ήταν το αντικείμενό του. Και γι’ αυτό ακριβώς την είχε πάρει μαζί της η Αγαθή, τη θεία και τροφό της, γιατί ήταν μαχητική, την ενθάρρυνε να διεκδικεί και την επέκρινε πάντα όταν συμβιβαζόταν. Δε θα της επέτρεπε να λιποψυχήσει. Για τον ίδιο λόγο η Αγαθή δεν είχε πάρει μαζί της την άλλη τροφό της, τη γερόντισσα Ουρανία, που ήταν αδελφή της Ισμήνης. Εκείνη, σαν μοναχή, πάσχιζε να είναι ήπια και συγκαταβατική και το ίδιο παρότρυνε και τους άλλους να κάνουν.

Ο Σεβαστιανός άφησε ξαφνικά το έγγραφο στην άκρη και ύψωσε το βλέμμα του από το γραφείο, καθυστερώντας φευγαλέα στο ύψος των γοφών της πριγκίπισσας και ξανά στο στήθος της. Όσο πιο πολύ μεγάλωνε, τόσο συχνότερα της συνέβαινε αυτό με τους άντρες, σαφής απόδειξη πως δεν ήταν πια κορίτσι αλλά γινόταν γυναίκα. Γυναίκα με πολύ θελκτικό σώμα. Στην αρχή κοκκίνιζε από ντροπή κι αναγκαζόταν να σκύβει το κεφάλι της, γιατί η αλλαγή ήταν πολύ έντονη στο λευκό της δέρμα. Αλλά με τις συμβουλές της Ισμήνης και τη δυνατή της θέληση είχε κατορθώσει να καταπνίξει την αυθόρμητη αντίδραση.

«Καλώς τες» τις υποδέχτηκε και επίσημα ο Μέγας Λογοθέτης.

Πάνω στην ώρα, οι υπηρέτες του έφεραν καθίσματα και κεράσματα. Οι δυο γυναίκες δέχτηκαν τις περιποιήσεις και ρώτησαν τι κάνει ο γιος του Σεβαστιανού, ο Πελάγιος, που ήταν σύντροφος στα παιδικά παιχνίδια της Αγαθής χρόνια πριν. Είπαν κι όλα τα άλλα πράγματα που επέβαλε η ευγένεια, μα δεν είχαν λησμονήσει το λόγο της επίσκεψής τους.

«Θα ήθελα την έγκρισή σου, θείε» δήλωσε τελικά η πριγκίπισσα.

Ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη του μεσήλικου άντρα. Δεν ήταν πραγματικά συγγενείς κι είχε να την ακούσει να τον αποκαλεί έτσι από τα μικράτα της. Σ’ αυτή τη νοσταλγική αντίδραση είχε ελπίσει και η Αγαθή και γι’ αυτό είχε επιλέξει τη συγκεκριμένη λέξη.

«Για ποιο πράγμα θες δική μου έγκριση κι όχι του πατέρα σου;» τη ρώτησε, ακόμη χαμογελαστός.

«Ονειρεύομαι να σπουδάσω στο Πανδιδακτήριο» αποκρίθηκε η κοπέλα. «Αν το πεις εσύ, θα γίνει».

Ο Μέγας Λογοθέτης έξυσε τα γκριζαρισμένα γένια του αμήχανος κι έριξε μια ερωτηματική ματιά στην Ισμήνη.

«Υπάρχουν πολύ πιο ταιριαστές ασχολίες για μια γυναίκα της αυτοκρατορικής οικογένειας από το να τυλίγουν επιδέσμους» είπε. «Ακόμη κι αν ξαναγίνει πόλεμος – κι ελπίζω να μην το δω όσο ζω».

«Δεν επιθυμώ να ασχοληθώ με τη Θεραπευτική» εξήγησε η πριγκίπισσα.

«Οι γυναίκες δε σπουδάζουν τίποτε άλλο στο Πανδιδακτήριο» τον άκουσε να απαντάει σφιγμένος.

«Ως τώρα» επέμεινε η πριγκίπισσα.

Δε δείλιασε. Δε χαμήλωσε το βλέμμα της. Συνέχισε να κοιτάζει το δεξί χέρι του πατέρα της, τον άνθρωπο που σε μεγάλο βαθμό όριζε τη χώρα. Προσηλώθηκε στα σκούρα μάτια του. Κι είδε τα φρύδια του να σμίγουν σιγά-σιγά γεμάτα προβληματισμό.

«Εκτός αν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος που πρέπει να συνεχιστεί αυτός ο αποκλεισμός» παρενέβη η Ισμήνη με γλυκό ύφος.

Τα λόγια της έμοιαζαν αυθόρμητα, μα η Αγαθή ήξερε πως η θεία της με πονηριά κατεύθυνε τους άντρες όπως κατεύθυνε και τη βελόνα ή τη σαΐτα του αργαλειού. Δεν τη στενοχωρούσε καθόλου που η Εκκλησία του Δημιουργού απαγόρευε το δεύτερο γάμο σε όσους χήρευαν. Πολύ όμορφη και σχετικά νέα, με σημαντική περιουσία, φημισμένη για τη νοικοκυροσύνη της, εύκολα θα έβρισκε σύζυγο. Μα η ανιψιά της την είχε ακούσει δεκάδες φορές να λέει πόσο ευτυχισμένη ήταν χωρίς κανέναν πάνω από το κεφάλι της.

Βαλλόμενος από δυο πλευρές, ο Σεβαστιανός μαλάκωσε. Σηκώθηκε και απάντησε μειλίχια:

«Έχω καθήκον να εξασφαλίζω πως η αυτοκρατορική οικογένεια αξιοποιεί το χρόνο της για να φανεί χρήσιμη στο λαό. Ο μεγαλειότατος θα είχε περάσει όλη του την εφηβεία στα κυνήγια και στον ιππόδρομο αν του το είχαν επιτρέψει οι προκάτοχοί μου. Θα ήταν σωστό κάτι τέτοιο; Θα ήταν αντάξιο του θρόνου;»

«Μα δε ζητώ διασκεδάσεις!» διαμαρτυρήθηκε η Αγαθή, εξοργισμένη για τη σύγκριση. «Γνώσεις ζητώ, που θα τις χρειαστώ όταν βρεθώ σύζυγος στο πλευρό κάποιου ηγεμόνα!»

«Οι γνώσεις δεν είναι χρήματα, να τις αποθησαυρίζουμε» αντέτεινε ο Σεβαστιανός. «Ήδη έχεις στη διάθεσή σου τις καλύτερες διδασκάλισσες της χώρας. Ειλικρινά δε νομίζω πως υπάρχει πιο μορφωμένη γυναίκα στην Πλάση απ’ τη δέσποινα Ουρανία. Ξέρει περισσότερα από μένα. Παίζει την Αριθμητική στα δάχτυλα. Απαγγέλει από στήθους τα κείμενα των Παλιών Αιγλωέων. Υμνογραφεί. Είναι όμως ικανή να κάνει τη δική μου δουλειά; Σε τι θα βοηθήσει τον μελλοντικό σου σύζυγο αν διδαχθείς, ας πούμε, Αστρονομία;

»Σου μιλάω σαν να είσαι δική μου θυγατέρα. Μάθε όσα μπορείς, μάθε κι όσα σου αρέσουν, αλλά δώσε προτεραιότητα σ’ αυτά που πραγματικά τιμούν μια γυναίκα. Βάλε πρώτη την ανέμη και δεύτερη τη γραφίδα. Μιας και μίλησες για γάμο, μην ακολουθήσεις το παράδειγμα της γερόντισσας Ουρανίας. Με διάφορες δικαιολογίες κατόρθωσε να μείνει ανύπαντρη και υποπτεύομαι πως κατά βάθος το επέλεξε γιατί δεν ήθελε περισπασμούς από τις μελέτες της. Αξιοθαύμαστη κατά τα άλλα, μοναδική, αλλά – με όλο το θάρρος – άχρηστη. Τι έχει προσφέρει μια γυναίκα στην κοινωνία, αν δεν έχει προσφέρει ένα παιδί;»

Η πριγκίπισσα ένιωσε το αίμα να πυρώνει το πρόσωπό της, ακόμη και τα αυτιά της. Δεν ενοχλήθηκε, ούτε έσκυψε για να κρυφτεί. Ήταν έξαλλη. Γιατί δεν την καταλάβαινε; Γιατί δεν ήθελε να την καταλάβει; Ήταν πανέξυπνος, δε μπορεί να μην έβλεπε πόσο μεγάλο όφελος θα είχε ένας βασιλιάς ή αυτοκράτορας αν η ίδια του η σύντροφος γνώριζε Ρητορική ή Νομική! Μήπως τόση ώρα τα λόγια του ήταν ύπουλα, διπλωματικά, με μόνο στόχο να την ξεγελάσουν και να την εξευμενίσουν; Και πού το πήγαινε; Σκόπευε να της προσφέρει κάτι; Κάτι μικρό κι ασήμαντο για να την κάνει να ξεχάσει το όνειρό της; Μήπως ο Μέγας Λογοθέτης πίστευε τελικά πως οι γυναίκες σε τίποτε δε μπορούσαν να είναι ισάξιες με τους άντρες; Δηλαδή, τι; Την προόριζε μόνο για να διακοσμήσει κάποια Αυλή με την παρουσία της και για να γεννήσει διαδόχους, να ακούει και να υπακούει σιωπηρή; Ή μήπως επειδή είχε χηρέψει νεότατος ο ίδιος ο Σεβαστιανός δεν είχε προλάβει να γνωρίσει την αληθινή αξία της γυναικείας στήριξης και δε μπορούσε να τη φανταστεί καν;

Ω, πόσο σύγχυση και πόσος θυμός! Είχε διδαχτεί από την Ισμήνη να ξεδιαλέγει τις σκέψεις της, να τις βάζει σε μια λογική σειρά και να τις κάνει ευγενικό λόγο με συνοχή. Αλλά για πρώτη φορά δεν ένιωθε ικανή. Την τρέλαινε αυτό το κουβάρι των παράλογων επιχειρημάτων του!

Έσφιξε τις μικροσκοπικές γροθιές της, όρθωσε το ανάστημά της που ήδη ήταν παρόμοιο με του βραχύσωμου Σεβαστιανού και με τα γαλανά μάτια της να πετούν σπίθες, μίλησε για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή της χωρίς να έχει αποφασίσει από πριν τι θα πει.