Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Στιγμή 10

Κάποιοι μου είπαν πως οι δυο προηγούμενοι "κακοί" χαρακτήρες που παρουσίασα εκ πρώτης όψεως δεν φαίνονται πολύ κακοί (χωρίς εισαγωγικά). Δείτε, λοιπόν, κι ένα πραγματικό τέρας. Αλλά μην ξεχνάτε πως κι αυτό έχεις τις σκέψεις και τα κίνητρά του. Αν είχε μόνο ένστικτα, θα ήταν απλά ζώο.

(Μην αλλάξετε κανάλι, γιατί οι επόμενες Στιγμές θα είναι αφιερωμένες στις κυρίες του βιβλίου)

Γεώταυρος

Σήκωσε τα βαριά βλέφαρά του. Ασθενικές πράσινες ανταύγειες από τις φλόγες στο βάθος των ματιών του απλώθηκαν σαν βρύα στις πέτρες και στους σωρούς από γυμνά οστά. Οστά ανθρώπων που είχε σύρει ως εκεί, ενώ σφάδαζαν και ούρλιαζαν. Παλιά οστά ζώων, εξιλαστήριων θυμάτων που οι χωρικοί τα είχαν πνίξει στα έλη, ελπίζοντας μάταια να τον κατευνάσουν και να ξεγελάσουν την πείνα του για να μην εμφανιστεί. Αρχαία οστά ηρώων που είχαν αναζητήσει το λημέρι του για να τον φονεύσουν.

Η καρδιά του χτύπησε μια φορά και το αίμα κύλησε νωθρά στις φλέβες του. Θα μούγκριζε από οδύνη, μα δεν υπήρχε ακόμη καθόλου αέρας στα τεράστια πνευμόνια του. Πήρε μια πρώτη βαθιά ανάσα. Πόσοι κύκλοι των εποχών είχαν περάσει από το τελευταίο του ξύπνημα; Ακολούθησαν κι άλλοι σφυγμοί, πυκνότεροι, ισχυρότεροι. Ο ιχώρας ζέστανε τα σωθικά του, κόχλασε, έβρασε μέσα του. Η ακατάβλητη δύναμη επέστρεψε στα μέλη του που είχαν μείνει διπλωμένα κάτω από το κορμί του στη διάρκεια της μακροχρόνιας νάρκης. Σηκώθηκε αργά, κυρτώνοντας τη ράχη του για να ξεπιαστεί. Ξεφύσησε κι η καυτή πνοή του εξάτμισε λίγη από την υγρασία του χώρου. Όχι αρκετή για να σταματήσει ο βαρύς αέρας να κολλάει στο πυκνό κόκκινο τρίχωμά του.

Με τα μουδιασμένα ακόμη πόδια του να τρεκλίζουν, διέσχισε το σπήλαιο. Έψαξε στις γωνίες, έσκυψε να δει καλύτερα εκείνο που μάντευε πως δε θα είχε αλλάξει. Οι τρεις αδελφοί του ήταν ακόμη νεκροί. Δεν ήξερε γιατί είχαν προτιμήσει να αναστήσουν μόνο αυτόν, δεν ήξερε πώς τον είχαν επιλέξει, τι ήθελαν να κάνει. Δεν ήξερε καν για ποιον από τους θεούς δούλευε. Κανείς δεν είχε καταδεχτεί να εμφανιστεί μπροστά του, κανενός το ναό δεν είχε δει έξω στα χωριά.

Μαζί με τη θέρμη στο κορμί του είχε επιστρέψει και η οργή στον νου του, η δίψα για αίμα. Πήρε τον ανηφορικό δρόμο. Στο στενότερο σημείο της σήραγγας, έσκυψε το κερασφόρο του κεφάλι και έβαλε όλη του τη δύναμη για να προχωρήσει. Τα πλευρά του ξύστηκαν στις πέτρες, βγάζοντας έναν στριγκό μεταλλικό ήχο και πετώντας σπίθες. Έφτασε στο νερό και βούτηξε χωρίς δισταγμό.

Κολύμπησε, νιώθοντας το νερό να βράζει γύρω του. Αναδύθηκε από τα στάσιμα νερά καλυμμένος με λάσπη και ξεριζωμένα νούφαρα. Προχώρησε ως την κοντινότερη συστάδα καλαμιών και πάτησε στην ξηρά. Μουγκάνισε βροντερά για να δηλώσει την παρουσία του και το έδαφος σείστηκε από μια μικρή δόνηση. Κυρίαρχος και πάλι. Δυνατός. Τρομερός.

Και πάλι δεν ήρθε κανένα όραμα να τον βρει. Δεν είχε συγκεκριμένο σκοπό, συγκεκριμένα όρια. Δεν του επέβαλαν κάποιον τόπο στον οποίο να περιορίσει την τιμωρία της παρουσίας του, κάποια συγκεκριμένη κατηγορία θυμάτων που έπρεπε αποκλειστικά να επιλέγει, κάποια μέθοδο που επιβαλλόταν να χρησιμοποιήσει. Δεν είχε ιδέα τι του ζητούσαν να πράξει πριν επιστρέψει στη λήθη. Αυτή η ελευθερία επιλογής τού ήταν αφύσικη, τον τρόμαζε και τον μπέρδευε. Τον θύμωνε. Τι άλλο να κάνει παρά να τσακίσει όσα χωριά έβρισκε στο δρόμο του, να μην αφήσει πέτρα πάνω σε πέτρα, ειδικά στους ναούς που η εγγύτητά τους του προξενούσε δυσφορία, ακόμη και πόνο; Το μόνο που έμενε ν’ αποφασίσει ήταν αν θα περιπλανιόταν πάνω ή κάτω από το ποτάμι αυτή τη φορά.

Άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνση της αυγής, τα ρουθούνια του γεμάτα από τις μυρωδιές του ζωντανού κόσμου. Τσαλαπάτησε μικρούς θάμνους, ένιωσε με ευχαρίστηση δέντρα και μικρούς βράχους να κομματιάζονται από τα μαύρα κέρατά του. Έκλεισε τα μάτια για να απολαύσει τη στιγμή.

Ξαφνικά σταμάτησε, όσο πιο γρήγορα του επέτρεπε η ορμή του θηριώδους κορμιού του.

Είχε επικρατήσει απόλυτη, αφύσικη ησυχία. Τα πουλιά είχαν πετάξει μακριά και τα ζωντανά του δάσους είχαν λουφάξει τρομοκρατημένα. Κι εκείνος δεν ανέπνεε καν. Το μόνο που κουνούσε ήταν τα μυτερά αυτιά του, αναζητώντας την καλύτερη κλίση για να αφουγκραστεί. Αγκομαχητό, πόδια που σέρνονταν προσπαθώντας να μην κάνουν θόρυβο, ζωντανό ξύλο που παραμέριζε τρίζοντας αμυδρά. Ακολούθησε τους ήχους, πολτοποιώντας πεσμένα φύλλα στο διάβα του, συνθλίβοντας ξερά κλαδιά.

Έφτασε στο φρύδι του λόφου. Έσκυψε και είδε τη ματωμένη γυναίκα με τα σκισμένα ενδύματα να προχωρά ανάμεσα στους θάμνους, αγνοώντας το μονοπάτι. Τα μάτια της ήταν υγρά. Φοβόταν και υπέφερε. Ωραία. Πιο κάτω στην πλαγιά, τρεις άντρες την έψαχναν, με σιδερένιες ακίδες στα χέρια. Τρεις μικρές ψυχές, τρεις ζωές που αυτός μπορούσε να τις σβήσει μέσα σε μια στιγμή καθώς θα κατηφόριζε, δίχως καν να σταθεί. Το κουρέλιασμα της σάρκας τους δε θα χόρταινε το μίσος του για πάνω από μια στιγμή. Αλλά κάτι θα ήταν, ώσπου να βρει πιο πολλά θύματα συγκεντρωμένα.

Σαν από προαίσθημα, η γυναίκα ύψωσε το κεφάλι της και το βλέμμα της διασταυρώθηκε με το δικό του. Δεν μπόρεσε να ουρλιάξει από τρόμο, γιατί ο πανικός έφραξε το λαιμό της. Του άρεσε αυτό. Ετοιμάστηκε να μουγκανίσει για να τον αντιληφθούν κι οι άλλοι, να οσφρανθεί την ευωδιά του κρύου ιδρώτα που θα τους έλουζε πριν τους τσακίσει. Έσκαψε το χώμα ανυπόμονα με την οπλή του. Μα κάτι τον έκανε να διστάζει. Βιαζόταν. Η όρεξη να σπείρει τον όλεθρο σε όσους πιο πολλούς προλάβει, πριν ξαναπέσει σε νάρκη, τον κατέτρωγε σαν τη μεγαλύτερη πείνα, τον μαστίγωνε και τον καθοδηγούσε σαν τη βέργα του ζευγολάτη.

Αλλά κάτι από το μαρτύριο της γυναίκας μιλούσε μέσα του, τραγουδούσε στον καυτό ιχώρα στις φλέβες του. Μήπως να σκότωνε μόνο τους άντρες κι εκείνη να την κρατούσε για λίγο ζωντανή, να επέτεινε την οδύνη της;

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Φεμινισμός, ο Φανταστικός

«[…] Όταν μαχαίρωσες εκείνον τον Στύγιο αξιωματικό, απαρνήθηκες την εύνοια του Ζάραλο, και την προστασία του, και βρέθηκες κυνηγημένη από τους Στύγιους».

«Το ξέρω» απάντησε βαρύθυμα. «Μα τι άλλο μπορούσα να κάνω; Ξέρεις ποια ήταν η αιτία».

«Ξέρω» συμφώνησε. «Αν ήμουν εκεί, θα τον είχα μαχαιρώσει εγώ. Αλλά όταν μια γυναίκα ζει σε στρατόπεδο εκστρατείας, πρέπει να περιμένει τέτοια πράγματα».

Η Βαλέρια χτύπησε το μποτοφορεμένο πόδι της καταγής κι έβρισε.

«Γιατί οι άντρες δε μ’ αφήνουν να ζήσω σαν άντρας;»

«Μα είναι προφανές!»

- Robert E. Howard, Κόκκινα Καρφιά, 1936



Μια φορά κι έναν καιρό, σε σκοτεινούς φαλλοκρατικούς καιρούς, τα πράγματα ήταν απλά. Η ημίγυμνη δεσποσύνη τσίριζε. Ο Κόναν έμπαινε ανάμεσα σ’ εκείνη και το φοβερό θηρίο που την απειλούσε. Το σκότωνε. Η δεσποσύνη τού δινόταν. Κι εκεί τέλειωνε ο ρόλος της. Στον πολυσέλιδο Άρχοντα των Δαχτυλιδιών; Τρεις γυναικείοι χαρακτήρες όλοι κι όλοι, σε ρόλους αβανταδόρικους, μα δευτερεύοντες. Λες κι η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού είχε κλειδώσει όλες τις γυναίκες σπίτι πριν ξεκινήσει για την αναζήτησή της. Ευτυχώς, η κοινωνία δεν έμεινε εκεί. Εξελίχθηκε προς το καλύτερο. Και μαζί της εξελίχθηκαν οι κόσμοι της λογοτεχνίας του φανταστικού. Εμφανίστηκαν στο χαρτί ανεξάρτητες αμαζόνες που μπορούσαν να τα βάλουν με οποιονδήποτε άντρα. Χώρες στις οποίες οι άνθρωποι ήταν ακόμη πιο προοδευτικοί από εμάς, ζούσαν με πραγματική ισότητα: ακόμη και στο στρατό τους υπηρετεί το ωραίο φύλο.

Είναι όμως τόσο απλά τα πράγματα;

Ας ξεκινήσουμε ανάποδα, από το σήμερα προς το χθες. Σε μεγάλο μέρος της σύγχρονης παραγωγής του φανταστικού, είτε μιλάμε για βιβλία γραμμένα από γυναίκες, είτε μιλάμε για βιβλία γραμμένα από άντρες που δηλώνουν «φεμινιστές», βρίσκουμε τρεις βασικές παραδοχές:

- Μπορεί να υπάρξει μια γυναίκα (μοναδική ή μέλος μιας μικρής ομάδας με παρόμοιες ικανότητες), η οποία διαπρέπει στην ξιφομαχία. Διάφοροι άντρες την υποτιμούν και τα βάζουν συνεχώς μαζί της, εξαιτίας της προκατάληψής τους, αλλά τους νικά τον έναν μετά τον άλλο. Δεν έχει ανάγκη τη βοήθεια κανενός. Για να μην αναφέρω ότι εμφανισιακά μοιάζει περισσότερο με μοντέλο παρά με Βουλγάρα αρσιβαρίστρια.

- Μπορεί να υπάρξει μικτός στρατός από άντρες και γυναίκες, είτε σε ξεχωριστές μονάδες, είτε και ανάκατοι στις ίδιες.

- Μπορεί να υπάρξει πλήρης ισότητα σε μια προβιομηχανική κοινωνία.

Προσωπικά διαφωνώ και με τα τρία. Να τα δούμε ένα-ένα:

α. Η αμαζόνα

Σύμφωνα με όσους ασχολούνται με την ξιφασκία και τις πολεμικές τέχνες, μια γυναίκα μπορεί να είναι απολύτως αξιόμαχη. Αξιοποιώντας τη μεγαλύτερη ευλυγισία και ταχύτητά της, δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από έναν άντρα με τον ίδιο όγκο και την ίδια εμπειρία. Αλλά οι άντρες είναι κατά μέσο όρο πιο δυνατοί και πιο μεγαλόσωμοι. Και τα δυο φύλα αγωνίζονται σε διαφορετικές κατηγορίες πυγμαχίας και πολεμικών τεχνών όχι εξαιτίας κάποιας παλιομοδίτικης διάκρισης, αλλά για τον ίδιο ακριβώς λόγο που ένας άντρας εξήντα κιλών αγωνίζεται σε διαφορετική κατηγορία από έναν άντρα εκατό κιλών. Ο όγκος και η δύναμη είναι καθοριστικοί παράγοντες σε μια αναμέτρηση σώμα με σώμα. Η μεγάλη εμπειρία μπορεί να ισοσκελίσει αυτές τις ανισότητες, όπως και οποιαδήποτε άλλη, μα πρέπει κανείς να επιβιώσει αρκετά πριν την αποκτήσει. Αυτό σημαίνει πως μια γυναίκα η οποία συνεχώς μονομαχεί με τους καλύτερους για να αποδείξει την αξία της, αργά ή γρήγορα θα συναντήσει εκείνους τους λίγους που εκτός από δυνατότεροί της και ψηλότεροί της (άρα και με μακρύτερα χέρια που θα την φτάνουν χωρίς εκείνη να τους φτάνει) θα είναι ταυτόχρονα το ίδιο γρήγοροι κι ευλύγιστοι μ’ εκείνη.

Και υπάρχουν και δυο πιο τεχνικά ζητήματα. Πρώτον, ο άντρας είναι πιο ανθεκτικός. Δε μιλάμε για τον πόνο της γέννας, ούτε την αντοχή στα μικρόβια. Μιλάμε για το ποιος έχει περισσότερο αίμα στο κορμί του και ποιου τα ζωτικά όργανα κρύβονται πίσω από μεγαλύτερα στρώματα σάρκας. Ποιος, δηλαδή, είναι λιγότερο πιθανό να πεθάνει από το ίδιο ακριβώς τραύμα. Το δεύτερο ζήτημα είναι η έλλειψη κατάλληλων δασκάλων. Για να εκμεταλλευτεί τις αρετές του σώματός της μια γυναίκα, πρέπει να μάθει να μάχεται σαν γυναίκα. Η δύναμή της, απ’ ότι έχω διαβάσει, βρίσκεται στον άξονα της μέσης κι όχι στον άξονα των ώμων, όπως στον άντρα. Αν είναι η μοναδική θηλυκή ξιφομάχος του κόσμου, θα έχει διδαχθεί αναγκαστικά από άντρα, άρα θα ξέρει να πολεμά σαν άντρας – σαν μικρόσωμος κι αδύναμος άντρας. Αν ανήκει σε κάποια σπάνια παράδοση πολεμιστριών, όσο μακρά κι αν είναι αυτή, θα έχει ένα και μοναδικό κέντρο (π.χ. ένα μοναστήρι ή ένα αυτοκρατορικό τάγμα), άρα δεν μπορεί να είναι τόσο ανεπτυγμένη όσο η αντρική ξιφασκία που θα την εξελίσσουν ταυτόχρονα εκατοντάδες σχολές σε όλο τον κόσμο.

Όλα αυτά, βέβαια, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τον πιο σημαντικό παράγοντα. Για κάθε γυναίκα, είτε τη Βαλέρια, είτε την Ιππολύτη, είτε οποιαδήποτε άλλη ανίκητη αμαζόνα, υπάρχουν κάποιες μέρες του μήνα που βρίσκεται σε μειωμένη μαχητική ικανότητα (στην καλύτερη των περιπτώσεων). Σε έναν μοχθηρό φαλλοκρατικό κόσμο, όπου το να κουβαλά μια γυναίκα σπαθί είναι επαρκής λόγος για να την προκαλέσει κανείς, ποιος θα φανεί τόσο ιππότης ώστε να περιμένει να την αντιμετωπίσει μεθαύριο; Κανείς μας δεν είναι απολύτως αυτάρκης, κανείς δεν είναι αδιάλειπτα στα καλύτερά του. Ακόμη και ο Κόναν έχει κακές μέρες (π.χ. όταν είναι λιάρδα, όπως στο Rogues in the House). Πόσο ρεαλιστική είναι μια πολεμίστρια που μοιάζει με διαφήμιση λακ; Που τίποτα δεν της χαλάει καν το μαλλί;

Όχι, λοιπόν, ότι δε μπορεί να υπάρξει μια γυναίκα ικανή να σταθεί ανάμεσα στους ισχυρότερους πολεμιστές ενός κόσμου, αλλά υπό συνθήκη. Ενταγμένη σε κάποια παράδοση που να είναι λογικό να την έχει γεννήσει. Με πολλή δουλειά, ουσιαστικά αφοσιωμένη σ’ αυτό που κάνει. Έχοντας τη δυνατότητα να αποκτήσει την απαραίτητη εμπειρία, αντί να βολοδέρνει από σύγκρουση σε σύγκρουση ώσπου να πεθάνει. Και με τις αδύναμες στιγμές της, στις οποίες αναγκαστικά θα στηριχτεί σε άλλους, όπως κάνουμε όλοι.

β. Ο στρατός των ίσων ευκαιριών

Αυτό είναι πιο εύκολο να το καταρρίψει κανείς. Είδαμε πως μπορούν να υπάρξουν άξιες πολεμίστριες. Στην ιστορία του δικού μας κόσμου, πέρασαν και λίγες σημαντικές γυναικείες μονάδες, έστω κι αν είχαν πάντα ρόλο σωματοφυλακής. Προσωπικά πιστεύω πως το «ασθενές» φύλο είναι ικανό να προσαρμοστεί πιο εύκολα από το «ισχυρό» στην πειθαρχία του στρατού. Αλλά θα έπαιρνα μαζί μου στον πόλεμο μια γυναικεία μονάδα, αν ήμουν στρατηγός σε κάποιον κόσμο με μεσαιωνική ή αναγεννησιακή τεχνολογία; Μόνο από απελπισία.

Πολύ απλά, όταν δεν έχεις πια δυο αντιπάλους, αλλά εκατό από τη μια πλευρά κι εκατό από την άλλη, τότε το λόγο παίρνουν οι μέσοι όροι. Στριμωγμένη στους στίχους μιας συμπαγούς παράταξης, η γυναίκα δε μπορεί να αξιοποιήσει ούτε στο ελάχιστο την ευελιξία και την ταχύτητά της. Το μικρότερο μέγεθος δεν αξίζει και πολλά όταν είσαι στατικός στόχος. Κι απέναντί θα βρισκονται άντρες που μπορούν να την χτυπήσουν δυνατότερα απ’ όσο μπορεί να τους χτυπήσει αυτή, που είναι ανθεκτικότεροι, βαρύτεροι και αντέχουν περισσότερη ώρα να κοπιάζουν φορτωμένοι με πανοπλία και ασπίδα. Ενώ η μεγαλύτερη μυϊκή τους δύναμη σημαίνει πως θα χρησιμοποιούν μακρύτερα και βαρύτερα όπλα…

Βέβαια, στα περισσότερα βιβλία οι στρατιωτίνες υπηρετούν σαν τοξότριες. Και τα ολυμπιακά ρεκόρ δείχνουν ότι δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά ευστοχίας ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες. Αλλά η αξία ενός τόξου έγκειται στην απόσταση στην οποία μπορεί να ρίξει ένα βέλος με αρκετή ορμή για να καρφωθεί αυτό κάπου. Πράγμα που εξαρτάται από το πόσο σκληρό είναι το τόξο, πόσο δύσκολο είναι δηλαδή να τραβηχτεί η χορδή. Είτε έχουμε να κάνουμε με ξύλινο τόξο, είτε με σύνθετο τόξο, είτε με τζάγρα (crossbow), ακόμα και με κάποιο φαντασιακό όπλο από μέταλλο ή μαγικό υλικό. Οι άντρες, όντας δυνατότεροι, θα χρησιμοποιούν σκληρότερα τόξα και θα έχουν μεγαλύτερο βεληνεκές. Εν ολίγοις, αν βάλεις τοξότριες απέναντι σε τοξότες, οι άντρες θα τις σκοτώσουν όλες πριν αυτές φτάσουν αρκετά κοντά για να μπορούν να τους πετύχουν.

Υπάρχει, βέβαια, το πλεονέκτημα των αριθμών. Αν ο αντίπαλός σου έχει φέρει μόνο άντρες στο πεδίο της μάχης, π.χ. δέκα χιλιάδες άτομα, γιατί εσύ να μην πάρεις μαζί σου και μερικές γυναίκες; Ακόμη κι αν δεν είναι αντάξιες των συμπολεμιστών τους, δε θα βρεις πέντε χιλιάδες ακόμη; Αυτό θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιβίωση ενός μικρού προοδευτικού κράτους μέσα σε έναν κατά τα άλλα φαλλοκρατικό κόσμο που το επιβουλεύεται από μισαλλοδοξία (κλισέ στα βιβλία που χρησιμοποιούν αυτήν εδώ τη σύμβαση). Το «καλό» κράτος θα έχει σχεδόν διπλάσιο στρατό από τους γείτονές του, με τον ίδιο ακριβώς πληθυσμό.

Έχουν χρησιμοποιηθεί διάφορα επιχειρήματα για τη μη συμμετοχή γυναικών στους πολέμους, όπως το ότι ένας άντρας θα νιώσει να του κόβονται τα πόδια αν δει δίπλα του μια γυναίκα να σκοτώνεται, σε σχέση με το να δει έναν άλλο άντρα. Μα αυτά βασίζονται στις κοινωνικές δομές του δικού μας κόσμου. Υποθέτουμε πως σε έναν κόσμο με παράδοση στις στρατιωτίνες, δε θα υπάρχουν τέτοια ταμπού, όπως δε θα υπάρχει και ταμπού που να κάνει τους αντιπάλους να διστάζουν να τις χτυπήσουν. Αλλού είναι το θέμα. Το σεξ είναι γνωστό αγχολυτικό και πριν από μια μάχη υπάρχει μεγάλος άγχος, οπότε για κάθε εκατό άντρες και εκατό γυναίκες που θα έχεις, χρειάζεσαι και πενήντα ευνούχους για να τους εμποδίζουν να έρθουν σε επαφή. Αλλιώς, όταν φτάσει επιτέλους η ώρα της μάχης, δε θα μπορούν πάρουν τα πόδια τους! Φυσικά, αστειεύομαι. Κι αυτό, επίσης, είναι ένα θέμα που μια κοινωνία μαθημένη σε μικτούς στρατούς θεωρητικά θα έχει βρει τρόπο να το λύσει.

Αλλά ένας λόχος που περιέχει γυναίκες, είτε αποκλειστικά, είτε μαζί με άντρες, πρέπει να διατηρεί δύναμη μεγαλύτερη από την ονομαστική του. Για να το κάνω λιανά, όποια μέρα του μήνα κι αν γίνει τελικά η μάχη, κάποιες από τις στρατιωτίνες θα είναι ανίκανες να συμμετάσχουν. Άρα, για να κατεβάσει μια μονάδα εκατό γυναίκες στην πρώτη γραμμή, χρειάζεται να αποτελείται από τουλάχιστον εκατόν δέκα. Αυτό σημαίνει πως ο εξοπλισμός κι η συντήρησή του θα κοστίζουν περισσότερο από ενός αντρικού λόχου. Κι επίσης σημαίνει πως είναι αδύνατον ένας τέτοιος λόχος να κάνει γυμνάσια με την ακριβή διάταξη που θα πολεμήσουν τα μέλη του, καθώς είναι αδύνατον να ξέρουν ποιες θα λείψουν τελικά και ποιες θα είναι εκεί.

Παραδόξως, δεν έχω ακούσει καν για κάποιο έργο φεμινιστικής φαντασίας στο οποίο να χρησιμοποιείται μαγεία για τη ρύθμιση της περιόδου και την αντιμετώπιση των πόνων της.

γ. Η δίκαιη κοινωνία

Οι πιο παρατηρητικοί ίσως έχουν προσέξει πως χρησιμοποιώ στα άρθρα μου τον όρο «προβιομηχανική», αντί για «μεσαιωνική». Πολλοί θεωρούν πως ο τυπικός φάνταζυ κόσμος ορίζεται από την έλλειψη πυρίτιδας. Κατά τη δική μου γνώμη, ο πραγματικός διαχωριστικός παράγοντας είναι η έλλειψη της μαζικής παραγωγής αγαθών, είτε με τεχνολογικό, είτε με μαγικό τρόπο. Αυτό που μένει, είναι η σκληρή χειρωνακτική εργασία που έχει μικρή απόδοση όσο καλά κι αν οργανωθεί.

Ένας αγρότης, σε ποιο από τα παιδιά του θα αφήσει το χωραφάκι του; Λογικά σ’ εκείνο που θα μπορεί να το δουλέψει καλύτερα, το πιο δυνατό και ανθεκτικό, που αναγκαστικά θα είναι αγόρι. Το ίδιο ισχύει και για έναν ψαρά με τη βάρκα του ή έναν βιοτέχνη με το εργαστήριό του. Και το κράτος, που εκτός από το να συλλέξει φόρους, έχει ανάγκη να επανδρώσει το στρατό του, θα προτιμήσει τους άντρες από τις γυναίκες (για τους λόγους που ανέπτυξα πιο πάνω), οπότε αυτούς θα αναγνωρίζει ως πολίτες με δικαίωμα ψήφου, κοινωνικές μονάδες, κεφαλές οικογενειών κτλ.

Μέσα σε μια φτωχή οικογένεια, οι γυναίκες δεν εργάζονταν λιγότερες ώρες από τους άντρες τους (το αντίθετο, αν συνυπολογίσει κανείς και τα οικιακά). Αλλά δεν μπορούμε να κρίνουμε με τα δικά μας μέτρα, εμείς που έχουμε αλουμινένια τενεκεδάκια μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, με το πάτημα ενός κουμπιού. Μια κοινωνία στην οποία ακόμη και τα απλούστερα πήλινα σκεύη απαιτούν ιδρώτα στον τροχό, θα πάρει όποια μέτρα χρειάζονται για να είναι βιώσιμη, όσο άδικα κι αν τα βρίσκουμε σήμερα. Η γυναίκα δεν μπορεί να είναι ίση με τον άντρα σε μια προβιομηχανική κοινωνία, γιατί οι πόροι δεν είναι αρκετοί.

Γιατί όχι μια βιομηχανική κοινωνία, τότε, σα θέμα βιβλίου φάνταζυ; Με μαγικά εργοστάσια, ας πούμε; Ή ακόμη και η προσπάθεια χειραφέτησης του ωραίου φύλου στην αρχή μιας τέτοιας κοινωνίας; Μα εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα· αυτό εδώ το άρθρο περιγράφει περισσότερες λύσεις απ’ ότι έχω δει να χρησιμοποιούνται στα δήθεν φεμινιστικά μυθιστορήματα του χώρου. Έχουν άραγε ξοδέψει οι συγγραφείς τους έστω και πέντε λεπτά σκέψης σ’ αυτά που γράφουν; Μήπως αναφέρονται τελικά σε φανταστικά πλάσματα που έχουν γυναικεία όψη αλλά δε διαφοροποιούνται σε τίποτε από τους άντρες;


Και για να δούμε τι έγραφαν πραγματικά τα «φαλλοκρατικά γουρούνια» των απαρχών του λογοτεχνικού μας είδους.

Η Βαλέρια από το απόσπασμα στην αρχή του άρθρου μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τους άντρες που προσπαθούσαν να απλώσουν χέρι πάνω της. Ήταν πιο γρήγορη κι ευέλικτη από τον Κόναν. Σκότωνε τους αντιπάλους της με χτυπήματα σε καίρια σημεία, αντί να τους κόβει φέτες όπως εκείνος. Ο μεγάλος έρωτας του Κόναν, η Μπελίτ, είναι η αδιαμφισβήτητα επιτυχημένη αρχηγός των πειρατών της Μαύρης Ακτής, αρκετά καλή με το τόξο για να διδάξει τη χρήση του στους ναύτες της, αν και η ίδια δε φαίνεται πως συμμετείχε στις μάχες. Οι σκλάβες που συναντάει ο Κόναν – η Ολίβια, η Οκτάβια, η Ζηνοβία, η Νατάλα – αν και ανίκανες να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, είναι πρακτικές: επιλέγουν να τον βοηθήσουν για να τις βοηθήσει, δε διστάζουν να διατρέξουν θανάσιμο κίνδυνο και του σώζουν τη ζωή. Η αρχοντική ερωμένη Ναφερτάρι διαθέτει αρκετή γυναικεία πονηριά για να βάλει άλλους να πολεμήσουν γι’ αυτήν και παίρνει τα πράγματα στα χέρια της όταν αυτό εποδεικνύεται αναγκαίο. Γενικά, οι γυναικείοι χαρακτήρες στις ιστορίες του Robert E. Howard διακρίνονται από φιλοδοξίες και ικανότητες που συμβαδίζουν με το υπόβαθρο του καθενός τους.

Στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, η Γκαλάντριελ είναι υπόδειγμα ηγέτη και επισκιάζει τον σύζυγό της. Η Άργουεν ενσαρκώνει το ιδανικό για το οποίο πολεμάει ο Άραγκορν, χωρίς το οποίο θα λύγιζε. Ενώ η Έογουιν όχι μόνο κάνει αυτό που κανείς άντρας δε μπορεί, αλλά επίσης μετά τον πόλεμο αφιερώνεται στην αντιμετώπιση των πληγών που άφησε πίσω του. Υπάρχουν πράγματα στα οποία οι γυναίκες είναι το ίδιο καλές με τους άντρες κι άλλα ακόμη στα οποία είναι καλύτερες. Τα δυο φύλα, ίσα ή άνισα, (ευτυχώς) δεν είναι ίδια. Οι γυναίκες δεν είναι το ίδιο καλές με τους άντρες στο να σκοτώνουν. Δεν είναι ντροπή. Μπορούν να γίνουν θεραπεύτριες, ανιχνεύτριες, εταίρες, ηγέτιδες, μάγισσες – φάνταζυ γράφουμε, επιτέλους! Και μπορούν να ειπωθούν ενδιαφέρουσες ιστορίες γύρω απ’ αυτούς τους ρόλους, με δράση και αγωνία και ένταση.

Αν οι πατέρες του φάνταζυ διέπραξαν κάποιο σφάλμα, είναι πως απευθύνθηκαν κυρίως στο αντρικό κοινό, σε μια εποχή που υπήρχαν μόνο άρρενες αναγνώστες για το λογοτεχνικό είδος που έγραφαν. Έδωσαν πολύ λίγο χρόνο και πολύ λίγο βάρος στους θηλυκούς χαρακτήρες τους. Αλλά τουλάχιστον τους έβαλαν να σκέφτονται και να πράττουν με βάση αυτά που πραγματικά θα ήθελαν και θα μπορούσαν. Νομίζω τελικά πως ο φεμινισμός στη λογοτεχνία αντιμετωπίζει ακριβώς το πρόβλημα στόχου με τον φεμινισμό στη ζωή. Θέλουμε οι γυναίκες να επιτρέπεται να κάνουν ότι κι οι άντρες, ανεξάρτητα από τη σχετική ικανότητά τους; Ή θέλουμε να έχουν τη δυνατότητα να δράσουν στα πεδία στα οποία είναι ικανές και να τους αποδίδεται ο ίδιος ακριβώς σεβασμός όπως σ’ έναν άντρα που κάνει το αντίστοιχο;