Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Στιγμή 8

Συνεχίζουμε να ρίχνουμε ματιές μέσα στο μυαλό των χαρακτήρων του βιβλίου. Όπως είχα πει, τα επόμενα κείμενα θα ασχοληθούν με τους «κακούς». Ο σημερινός, την εποχή που διαδραματίζεται το «Κοράκι σε άλικο φόντο», είναι ένας από τους ισχυρότερους άντρες στη Βασιλεία Αιγλωέων. Πώς ήταν, όμως, στα νιάτα του;

Πορφύριος

Ο υπηρέτης με το φαγητό, ακόμη δεν έχει φανεί κι η πείνα δεν άφηνε τον Πορφύριο να συγκεντρωθεί. Σηκώθηκε εκνευρισμένος και πλησίασε τα μεγάλα παράθυρα. Η θαλασσινή αύρα ήρθε και χάιδεψε απαλά το πρόσωπό του. Το μέγαρο ήταν το ψηλότερο κτήριο έξω από το Σεπτό Παλάτι και το δικό του γραφείο βρισκόταν ακριβώς δίπλα στου Έπαρχου, γωνιακό. Κοίταξε στο βάθος, δυο περατινά πλοία που έκαναν ελιγμούς για να προσεγγίσουν τις αποβάθρες. Κοίταξε και χαμηλά στο λιμάνι, το ανθρωπομάνι που ερχόταν κι έφευγε, που αγόραζε και πουλούσε, που απλά ρέμβαζε. Αλλά ο Πορφύριος δεν είδε τίποτε. Το μυαλό του ήταν αλλού. Η κούραση έκανε όλη την πικρία και την απογοήτευσή του να βγουν στην επιφάνεια.

Το πρωί, στον διάδρομο, είχε ακούσει τους υφισταμένους του να τον κακολογούν. Αν δεν ήταν άκληρος ο Έπαρχος και δεν τον είχε ανιψιό, δε θα είχε τέτοιο αξίωμα τόσο νέος! Ποιο αξιώματα; Ούτε εργάτη δεν θα τον είχαμε εδώ μέσα! Μόνο αυτό είχαν να πουν όλοι στην πρωτεύουσα, από τον Μέγα Λογοθέτη ως τον τελευταίο γραφέα: ο Πορφύριος ο νεότερος είναι ανιψιός του Πορφύριου του πρεσβύτερου, το μόνο του προσόν. Κανείς δεν κοίταζε αν έφευγε κάθε μέρα βράδυ από γραφείο του, κανείς δεν σκεφτόταν πως η Περιφέρεια λειτουργούσε καλύτερα όσο αυτός αποκτούσε πιο πολλές αρμοδιότητες, κανείς δεν έδινε σημασία στις τόσες γνωριμίες και διασυνδέσεις που είχε αποκτήσει ανάμεσα στα σημαντικά πρόσωπα της Αυλής.

Ο άνεμος είχε πέσει, τα πανιά των δυο πλοίων είχαν κρεμάσει σαν μισοξηλωμένα παραπετάσματα, σαν σακουλιασμένο δέρμα.

Ο Πορφύριος αναστέναξε. Πού ήταν η ισχύς που έπρεπε να συνοδεύει τη θέση του; Πού ήταν όλη αυτή η αίγλη που θαύμαζε στα παιδικά του χρόνια, η χρυσή άλως σεβασμού που έμοιαζε να συνοδεύει τον θείο του; Γιατί αυτόν δεν τον χαιρετούσαν όλοι στον δρόμο, δεν του έκαναν υποκλίσεις, δεν τον καλούσαν σε όλες τις δεξιώσεις και τις εσπερίδες; Γιατί δεν λειτουργούσε σαν αφροδισιακό η εξουσία του, δεν έλκυε τις γυναίκες στην αγκαλιά του;

Ίσως έφταιγε και το βάρος του. Πάντα είχε μια τάση να παχαίνει, τώρα την επιδείνωναν τα τσιμπολογήματα στο γραφείο, η καθιστική εργασία, το άγχος. Κι εδώ ένα ασήμαντο ελάττωμα που υπερκάλυπτε τόσες αρετές. Τις πλούσιες μπούκλες του. Το μουστάκι που τόσο φρόντιζε. Τα ενδύματα από το πιο ακριβό μετάξι και τους καλύτερους ράφτες. Το χρυσάφι που σκόρπιζε απλόχερα όταν–

Ακούστηκε ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χτύπημα.

Ο Πορφύριος στράφηκε απότομα, έτοιμος να επιπλήξει τον υπηρέτη του. Η θύρα άνοιξε απότομα κι αντίκρισε μια γυναίκα. Διστακτικά, η άγνωστη πέρασε μέσα δίχως να περιμένει πρόσκληση. Αμέσως έγινε κατακόκκινη, χαμήλωσε το βλέμμα και έκλεισε τη θύρα πίσω της. Εντελώς αθόρυβα, σαν φοβισμένη γάτα.

Ήταν μια πολύ εντυπωσιακή γυναίκα, νεαρή∙ σχεδόν κορίτσι. Ψηλή – ίσως ένα κεφάλι ψηλότερή του – με σταρένιο δέρμα, μακριά ίσια μαλλιά στο χρώμα του μελιού, μεγάλα γαλανά μάτια. Υγρά μάτια, θλιμμένα, ικετευτικά. Τα φτωχικά ενδύματά της ήταν σεμνά, φαρδιά, ως και τα μανίκια κατέβαιναν στη μέση της παλάμης. Κι όμως, η κίνησή της, είχε δώσει στον Πορφύριο την αίσθηση της λυγερής χάρης, των θηλυκών γραμμών και καμπυλών. Ένιωσε έξαψη στη θωριά της, ένα ρίγος.

Εκείνη πήρε βαθιά ανάσα, αναζητώντας θάρρος.

«Πήρα το θάρρος να σε επισκεφτώ, κύρη», είπε βιαστικά, πνιγμένα, «γιατί είσαι νέος, θυμάσαι τι είναι ο έρωτας».

Συνέχισε μονοκοπανιά, να προλάβει πριν ο αέρας αδειάσει από πνευμόνια της, ένωσε τις λέξεις σε μία:

«Είμαι ορφανή, παραδουλεύτρα στο υποστατικό του Έπαρχου, λογοδοσμένη μ’ έναν από τους φρουρούς του. Θέλει να τον στείλει στον πόλεμο, να σκοτωθεί, για να μ’ έχει δική του. Είσαι δικός του άνθρωπος, συγγενής, μπορείς να του αλλάξεις γνώμη, να μας γλιτώσεις αν το θες».

Ύστερα, βουβάθηκε ξαφνικά. Το ήξερε πως είχε δείξει μεγάλο θράσος, πως είχε υπερβεί τα όρια. Αναρωτιόταν κι η ίδια πως είχε τολμήσει να τα πει όλα αυτά, αναρωτιόταν τι συνέπειες έπρεπε να υποστεί.

Ο Πορφύριος ένιωσε το στόμα του στεγνό. Είχε απέναντί του αυτήν την καλλονή που κρεμόταν από το στόμα της, που ένιωθε την ανάγκη να της κάνει οποιαδήποτε χάρη για να την δει να χαμογελάει. Μόνη της εκεί, δίχως τη συνοδεία κάποιας γηραιάς θείας ή τροφού, δίχως να την περιμένει κάποιος στο σπίτι. Σκέφτηκε να πάει στο πλευρό της, να δηλώσει τη στήριξή του, να της χαϊδέψει το λευκό της χέρι παρήγορα. Από την άλλη, είχε το θείο του, που αποδεικνυόταν λίγος, πενιχρός στα στερνά του. Ήταν αυτός που τον είχε αναδείξει, τον είχε υιοθετήσει σχεδόν, του είχε προσφέρει όσα είχε – ας ήταν άξιος να τα κατέχει, χωρίς τον Πορφύριο τον πρεσβύτερο, δεν θα τα είχε γνωρίσει ποτέ. Κι αν έρχονταν αντιμέτωποι, αν τα πράγματα έφταναν στα άκρα, το σκάνδαλο θα κατέστρεφε τον γέρο ολοκληρωτικά.

Το δίλλημα ήταν μεγάλο, το μεγαλύτερο που είχε συναντήσει ως τότε στη ζωή του.

Μπορούσε να κάνει υπομονή, να μη φανεί άπληστος σαν τον θείο του, να δρέψει με το καλό το μπουμπούκι που είχε μπρος του μια και μόνη φορά, αντί να το θελήσει μόνιμο στολίδι στο κρεβάτι του. Με αντάλλαγμα, τη βοήθεια που του ζητούσε. Ή να δείξει πως ήταν έτοιμος, πως δεν ήταν νωρίς, πως δεν ήταν απλά ένας ανιψιός. Να απαιτήσει να παραιτηθεί ο Έπαρχος και να τον χρίσει αντικαταστάτη του. Εκτός αν ήθελε να διαπομπευτεί δημόσια.

Έπρεπε να ηρεμήσει, να σκεφτεί λογικά, να επιλέξει ορθά. Να ζυγίσει προσεκτικά τα ‘επιθυμώ’ και τα ‘μπορώ’.