Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Σ-Ε-Κ-Σ

Πολύ φάνταζυ είναι από-σεξουαλικοποιημένο. Μπορεί να πηγαίνει πακέτο με τις καταβολές του φάνταζυ, δεν ξέρω: παίζει πολύ ρομάντζο αλλά αξιοσημείωτα λίγο σεξ. Οι άνθρωποι τείνουν να κάνουν [σημαντικά] πράματα για χατίρι των [γαμήλιων] όρκων παρά για χατίρι του γαμ… που ακολουθεί.

Τάδε έφη Cliver Barker εν έτει 1988, σε συνέντευξη για την κυκλοφορία του ‘Υφαντόκοσμου’ (σ.σ. η απόδοση του κειμένου και η λογοκρισία δικές μου).

Ως τότε είχε υπάρξει εξαιρετικά επιτυχημένος συγγραφέας τρόμου, αλλά με το συγκεκριμένο βιβλίο έκανε στροφή προς την Αστική Φαντασία, πορεία που συνεχίζει σταθερά ως σήμερα. Η Αστική Φαντασία είναι υποείδος του Φανταστικού που συχνά πατάει με το ένα πόδι στο φάνταζυ και με το άλλο στον τρόμο. Ο Barker όμως κάνει τον κόπο να συγκρίνει το ύφος του «Υφαντόκοσμου» με το ύφος των έργων του Τόλκιεν, δηλώνοντας έτσι που κατατάσσει ο ίδιος το πόνημά του, αλλά κι ότι θεωρεί (ορθά) όλα τα είδη φάνταζυ ως ενιαίο σύνολο.

Λέει πιο κάτω στη συνέντευξη: «horror fiction is very sexual», ενώ για το φάνταζυ είδαμε ήδη τι λέει…

Δεν μπορώ να τον διαψεύσω. Το ως τώρα έργο μου δε μου δίνει έρεισμα, είμαι κι εγώ από τους «σεμνούς». Είδατε πώς έγραψα τον τίτλο της ανάρτησης; Πολλοί συγγραφείς φάνταζυ δεν θέλουν καν η λέξη «σεξ» να αναφερθεί σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των βιβλίων τους.

Οι παρθένες είναι Παρθένες, άσπιλες και άμωμες. Ο ιππότης όχι απλά δεν έχει βλέψεις προγαμιαίων σχέσεων, δεν κοιτά καν το ντεκολτέ της πριγκίπισσας όταν αυτή σκύβει να εξετάσει το δαχτυλίδι που της προσφέρει – την φαντάζεται όταν είναι μακριά του, δεν την φαντασιώνεται. Ο τυχοδιώκτης μπορεί να αλλάζει τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα, διαφορετική σε κάθε περιπέτεια, αλλά δεν ξεπερνούν ποτέ το παιδαριώδες επίπεδο «Τζέημς Μποντ» (εμφανίζονται με βαθύ ντεκολτέ στο εξώφυλλο και τις περιγραφές, δεν χρειάζεται να κάνει τίποτε το ουσιώδες για να τις κατακτήσει, οι συνευρέσεις γίνονται εκτός σκηνής, όπως κι οι χωρισμοί που είναι πάντα κοινή συναινέσει)∙ σαν να έβαλε κάποιος μια καλλονή να παίξει το ρόλο του πιστού, γραφικού συντρόφου (sidekick), ώστε να καλυφθεί αυτή η ανάγκη και να δηλωθεί ταυτόχρονα ότι ο πρωταγωνιστής είναι πολύ άντρας.

Ο αναγνώστης έχει μάθει περιμένει κάποιου είδους γάμο-φιέστα στο φινάλε. Είναι σύμβολο μετάβασης σε άλλο στάδιο (άρα το βιβλίο μπορεί να κλείσει), είναι ευκαιρία να δεθούν όσα αφηγηματικά νήματα είναι εκκρεμή ακόμη, είναι σύμβολο πως ο ήρωας απέκτησε την ευτυχία που του αναλογεί, είναι κι οι ρίζες του φάνταζυ στα παραμύθια και τη ρομαντική λογοτεχνία – είδη που τυπικά τελειώνουν με το «και ‘ζήσαν αυτοί καλά» του πρωταγωνιστικού ζευγαριού.

Αλλά (εκτός κι αν γράφουμε για παιδιά), δεν μπορούμε να παρουσιάσουμε ένα ουρανοκατέβατο μυστήριο, έναν έρωτα που όλος κι όλος υπήρξε κλείσιμο του ματιού. Πρέπει να αναπτυχθεί το απαραίτητο ρομάντζο. Και να είναι πιστευτό. Χωρίς αισθησιασμό, θα είναι ψυχρό, ελλιπές κι αποστειρωμένο, άρα ψεύτικο, στερούμενο έστω και ελάχιστου ρεαλισμού.

Κι ακόμη κι αν δε θέλουμε τελετές, το σεξ είναι ανάγκη κι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής για όλους. Ακόμη και για τον ερημίτη που προσπαθεί να τιθασεύσει τις ορμές του ή τον παραμορφωμένο που δεν μπορεί να έλξει καμία γυναίκα αλλά νιώθει πόθο. Ο ερωτισμός μπορεί να βοηθήσει στη σκιαγράφησή ενός λογοτεχνικού χαρακτήρα: να μας δείξει πώς συμπεριφέρεται στον/στην σύντροφό του, το πιο κοντινό του πρόσωπο. Είναι εγωιστής και σκέφτεται μόνο τον εαυτό του, βάζει τους άλλους σε μεγαλύτερη προτεραιότητα, έχει μια κρυφή ανθρώπινη πλευρά; Έχει τόση εμμονή με το στόχο που έχει θέσει στον εαυτό του ώστε παραμελεί ως και το έτερόν του ήμισυ; Έχει τόση αδυναμία στο έτερόν του ήμισυ ώστε για χάρη του παραμελεί την αναζήτηση που θα σώσει την ίδια του την πατρίδα;

Από την άλλη, δεν είναι μόνο θέμα συντηρητισμού η απουσία γαργαλιστικών λεπτομερειών. Ειδικά στο επικό φάνταζυ, αναφέρονται συνήθως τόσα πρόσωπα και εκτυλίσσονται τόσο σημαντικά γεγονότα, ώστε δεν υπάρχει διαθέσιμος χώρος και χρόνος για περισπασμούς. Είναι αδύνατο να καλυφθούν όλες οι πτυχές κάθε χαρακτήρα· συχνά δεν ξέρουμε αν κάποιος είναι παντρεμένος, εργένης ή ό,τι άλλο, όπως δεν ξέρουμε κι άλλες λεπτομέρειες που δεν υπάρχει λόγος να κρυφτούν – απλά δε χωράνε! Και θα ήταν έλλειψη ρεαλισμού, όχι αύξησή του, για τους περισσότερους να κάνουν ερωτικές αρπαχτές ενώ τρέχουν να σώσουν τον κόσμο.

Βέβαια, από το 1988 κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Το Φανταστικό – όπως το γουέστερν, το έργο πολεμικών τεχνών, η ταινία εποχής και κάθε άλλη κατηγορία αφηγηματικής τέχνης που έχει να κάνει με ένα στυλιζαρισμένο «Αλλού και Άλλοτε» – όσο τρέφεται με κλισέ και αρχέτυπα, άλλο τόσο τρέφεται και με την ανατροπή τους. Ακόμη περισσότερο, στο Φανταστικό, η αναζήτηση του πρωτότυπου/πρωτόγνωρου είναι σχεδόν αυτοσκοπός. Και σ’ αυτήν την τελευταία εικοσαετία, η τάση σε όλους τους τομείς της Τέχνης είναι να αποδειχθεί πως όλα επιτρέπονται και κανείς «λογοκριτής» δεν μπορεί να μας βάλει χέρι. Πλέον, για κάθε έναν συγγραφέα φάνταζυ που απέχει από την περιγραφή της ερωτικής ζωής των χαρακτήρων του, ένας άλλος συγγραφέας μπαίνει σε λεπτομέρειες για την σεξουαλική ζωή των δικών του, αγγίζοντας τα όρια της «ροζ» λογοτεχνίας (για να μην πω πορνογραφίας).

Όπως σε όλα τα θέματα, και σ’ αυτό κάθε δημιουργός βρίσκει τη δική του ισορροπία, σχετικά με το είναι λίγο και τι πολύ. Ποτέ δε θα ευχαριστήσει κανείς όλους τους αναγνώστες με την επιλογή του, αλλά και ποτέ δε θα τους δυσαρεστήσει όλους.

Αλλά θα ήταν καλό να λάβουμε υπόψη ένα ακόμη θέμα που είχε θίξει ο Barker στη συνέντευξή του:

οι Seerkind [σ.σ. τα «καλά» υπερφυσικά πλάσματα στον ‘Υφαντόκοσμο’] συνουσιάζονται, κλάνουν – είναι κάθε άλλο παρά αγνοί. Αυτό τους κάνει πιο διασκεδαστικούς και αποκρύπτει την τεχνητή διάκριση ανάμεσα στους ηθικά αγνούς και ηρωικούς, από τη μια πλευρά, και τους ολοκληρωτικά καταραμένους, βλάσφημους και ανόσιους, από την άλλη.

Δυστυχώς, η λογοτεχνική «σεξουαλική απελευθέρωση» φαίνεται πως οδήγησε στην αντίθετη κατεύθυνση από την επιθυμητή κι αναμενόμενη. Πολλοί συγγραφείς φάνταζυ καυχώνται πως αγνοούν τους οπισθοδρομικούς (αυτο)περιορισμούς, τη συμβατική ηθική, το κατασκευασμένο. Αλλά τι σημαίνει αυτό στην πράξη για τους περισσότερους;

Πρώτον, οι πρωταγωνιστές είναι εμφανίσιμοι και μεγάλοι εραστές (σε προσόντα και ικανότητες). Ενώ οι ανταγωνιστές τους είναι άσχημοι και/ή φορτώνονται πότε με σεξουαλική ανικανότητα (κυριολεκτική ή μεταφορική), πότε με προτιμήσεις που ο μέσος άνθρωπος θεωρεί αποκλίνουσες (σαδισμός, μαζοχισμός, ομοφυλοφιλία κτλ.). Αν το αγγελικό Καλό και το δαιμονικό Κακό είναι οπισθοδρομικά, η ταύτιση του Κακού με την αναπηρία και την άγνοια, πώς να χαρακτηριστεί; Πόσους αιώνες πίσω μας πάει; Πόσο τεχνητή είναι;

Δεύτερον, οι χαρακτήρες ξεκινάνε και διαλύουν σχέσεις με μια ελαφρότητα που είναι εντελώς ασυνεπής με τη δομή της κοινωνίας που περιγράφεται στα βιβλία κατά τα άλλα – στυγνή μεταφορά της σημερινής ηθικής (που δεν είναι η χτεσινή, αλλά δεν είναι και η αυριανή) σε έναν άλλο τόπο και χρόνο. Και ελάχιστοι συγγραφείς βάζουν το μυαλό τους να σκεφτεί, ώστε να δουν πως θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τέτοιες καταστάσεις για να δημιουργήσουν ανταγωνισμούς και πικρίες, συγκρούσεις μέσα στην ίδια παράταξη, ή μικροπρεπείς λόγους έχθρας ανάμεσα στις αντίπαλες παρατάξεις. Οπότε χάνεται η ευκαιρία να βγει κάτι ρεαλιστικό απ’ αυτό. Και τι μένει; Το σύνδρομο «Τζέημς Μποντ», απλά με τις συνευρέσεις επί σκηνής.


Είναι καλό να ξέρει κανείς τι θέλει να γράψει, καθώς και τις παγίδες στις οποίες δε θα ήθελε να πέσει, τα λάθη των προκατόχων του. Αλλά όταν θέτει σαν μόνο στόχο την πλήρη αντιστροφή ενός προτύπου, δεν πετυχαίνει τίποτε. Μαζί με τα αρνητικά, πετάει στα σκουπίδια και τα καλά.


[Ευχαριστώ πολύ τους φίλους που σχολίασαν τη μοναδική τολμηρή σκηνή του Κορακιού και με βοήθησαν να σκεφτώ τα παραπάνω]