Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Ονοματολογία

Τώρα πια θα έχετε καταλάβει όλοι το είδος των ονομάτων που δίνω στους χαρακτήρες μου.

Πριν χρόνια, χρησιμοποιούσα όπως όλοι ένα είδος λογοπλασίας και δημιουργούσα ονομασίες όπως «Ελμάριαλ». Προσπαθούσα να πιάσω έναν ήχο που με κάποιο τρόπο να θυμίζει το πρόσωπο, ώστε να βοηθώ τον αναγνώστη και στην απομνημόνευση (για σκεφτείτε, πόσες τέτοιες λέξεις πρέπει να αποστηθίσει κανείς προσωρινά για να μπορέσει να απολαύσει ένα μυθιστόρημα φάνταζυ με το συνήθη μεγάλο αριθμό σελίδων;)

Μου έλεγαν πως έχω χάρισμα σ’ αυτό. Αλλά εμένα κάτι δε μου άρεσε στην όλη υπόθεση. Οι χαρακτήρες μου μιλούσαν ελληνικά, έκλιναν όλες τις λέξεις, όχι όμως και τα ίδια τους τα ονόματα! Ο Ελμάριαλ, του Ελμάριαλ, τον Ελμάριαλ… Εντάξει, το έχουμε συνηθίσει σαν αναγνώστες. Δε γίνεται όμως λίγο γελοίο όταν το όνομα συνοδεύεται από έναν χαρακτηρισμό ο οποίος κλίνεται ενώ το ίδιο όχι; Ο μυστηριώδης Ελμάριαλ, του μυστηριώδους Ελμάριαλ, τον μυστηριώδη Ελμάριαλ…

Και, στην τελική, τι σημαίνει «Ελμάριαλ»; Ο αγγλόφωνος συγγραφέας είναι συνηθισμένος σε μια κοινωνία στην οποία δεν έχει ιδέα ποιο ήταν το αρχικό νόημα του ονόματος του γείτονά του, το οποίο μπορεί να είναι λατινικό, κελτικό, γερμανικό, ισπανικό, σλαβικό… Κληροδότημα μιας γλώσσας ξένης, μπορεί και νεκρής. Ο αναγνώστης, και να θέλει να δει τι σημαίνει, πρέπει να αφήσει το βιβλίο κατά μέρος, να πιάσει μια εγκυκλοπαίδεια. Ο Έλληνας, από την άλλη, εκτός από τα λίγα λατινικά και ιουδαϊκά δάνεια, ακούγοντας ένα όνομα στον περίγυρό του, διαθέτει άμεσα κι έναν νοηματικό συνειρμό. Μη μου πείτε ότι δεν ξέρετε τι σημαίνει Ελευθέριος, Νικόλαος ή Ειρήνη;

Ίσως είναι θέμα αισθητικής.

Πάντως, λίγο πριν ξεκινήσω τους Γιους της Στάχτης, έκανα το μεγάλο βήμα. Έγραψα μια νουβέλα στην οποία ακολούθησα τη μόνιμή από τότε σύμβασή μου:

- Ο «βασικός» λαός μιλάει ελληνικά και οι άνθρωποί του έχουν ονόματα που να σημαίνουν κάτι στη γλώσσα μας (π.χ. Πολυνέφων, Ροδάνθη, Χαρίτιμος, Περίκλεια)
- Τα ονόματα των ξένων τα φτιάχνω με τον «παραδοσιακό» φάνταζυ τρόπο. Αλλά οι «ελληνόφωνοι» τα κακοποιούν, τους κοτσάρουν μια κατάληξη και τα κάνουν να κλίνονται, όπως συνέβαινε στην Ελλάδα από τα αρχαία χρόνια ως τον 19ο αιώνα. Μάλιστα, αν υπάρχει κάποια ομοιότητα συλλαβών με υπαρκτή ελληνική λέξη, αυτή προτιμάται. Για παράδειγμα, ο ξένος ηγεμόνας Κουαραβάσα είναι γνωστός στους Αιγλωείς ως Χοραβάσης. Και ο λαός του, οι Δαϊτούν, είναι γνωστοί ως Δηώτες.

Αν ενδιαφέρεται κανείς να πειραματιστεί με παρόμοιο τρόπο, ας τον προειδοποιήσω πως δεν λείπουν τα προβλήματα. Από τη μια, όνομα βασισμένο σε χαρακτηριστικά που δεν είναι ορατά σε ένα βρέφος, είναι προφανές ότι αποτελεί παρωνύμιο που δόθηκε στο χαρακτήρα (ή το επέλεξε μόνος του!) όταν μεγάλωσε. Από την άλλη, τα όμορφα ονόματα τείνουν να είναι τετρασύλλαβα ή πεντασύλλαβα κι αυτό παραπέμπει στην ανάγκη για υποκοριστικά (ζήτημα που εγώ δεν έχω λύσει ακόμη…) Τέλος, δεν υπάρχουν ημίμετρα: δεν γίνεται οι μισοί ντόπιοι στο βιβλίο να έχουν ελληνικά ονόματα, όποτε ο συγγραφέας έχει έμπνευση να βρει κάτι, και οι άλλοι μισοί να λέγονται «Χρουμφ» και «Μπουμπλ» και ότι άλλο του κατέβει (εκτός αν δοθεί μια πειστική εξήγηση, όπως μακροχρόνια ξένη κατοχή που άφησε ίχνη στην τοπική γλώσσα).

Βέβαια, δίνεται στο συγγραφέα περιθώριο να παίξει, στα ίδια πλαίσια. Να δημιουργήσει ενδιαφέρουσες καταστάσεις από τις δυσκολίες της γραφής. Κάποιος χαρακτήρας μπορεί να κληρονόμησε ένα πολύ αταίριαστο όνομα από τον παππού του (π.χ. ένας Λεωσθένης = «δυνατός σαν λιοντάρι», ο οποίος είναι πολύ αδύναμος σωματικά). Κάποιος άλλος μπορεί να φέρει ένα βαρύ όνομα που συνοψίζει τις προθέσεις/ελπίδες εκείνων που τον ανέθρεψαν (π.χ. ένα Κλέαρχος, ο οποίος έχει διδαχτεί από τους γονείς του να αναζητά το κλέος, τη δόξα δηλαδή, για να τιμήσει την οικογένεια).

Αν έχει μέλλον όλη αυτή η ιδέα στο ελληνικό φάνταζυ, δεν μπορώ να ξέρω. Αλλά είναι μια δυνατότητα που μας δίνει η γλώσσα μας σε σχέση με τις άλλες γλώσσες και δε βλέπω το λόγο να μην την εκμεταλλευτούμε.

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

Στιγμή 2

Ένας ακόμη χαρακτήρας στο προσκήνιο, απ' αυτούς που στο βιβλίο μένουν λίγο στη σκιά άλλων.

Αναρρωτιέμαι κατά πόσον κατορθώνω να γίνω κατανοητός μ' αυτά τα κειμενάκια σε όσους δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο. Ή τα βρίσκουν απλά καλογραμμένες (ελπίζω!) ασυναρτησίες.


Γελασηνός

Μελανά ενδύματα, κορακίσια μαλλιά, μαύρα μάτια, δέρμα χλωμό.

Όπως κατέβαινε τα λιγοστά σκαλιά που οδηγούσαν στον ημιυπόγειο χώρο, με βήμα λυγερό και γεμάτο αυτοπεποίθηση, θα ήταν εντυπωσιακός. Αν δεν φάνταζε τόσο μικροσκοπικός ανάμεσα στους γεροδεμένους του συντρόφους.

Είχε υποσχεθεί να φροντίσει το ζήτημα των εφοδίων χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες του ανάμεσα στον υπόκοσμο της Αργυρούπολης. Δεν άρεσε σε κανέναν από τους άλλους Γιους της Στάχτης το σχέδιό του. Κανείς τους δεν τον θεωρούσε αξιόπιστο. Μα δεν μπόρεσαν να προτείνουν κάτι άλλο. Κι έτσι τον ακολούθησαν στο άντρο της συμμορίας.


Οι κακοποιοί στράφηκαν όλοι μαζί προς το μέρος των επισκεπτών, λες και τα σώματά τους τα έλεγχε ένας μόνο νους. Στένεψαν τα μάτια τους καχύποπτα. Εκεί, στο αρχηγείο τους, στο άδυτό τους, ήταν αφέντες. Άγνωστοι περνούσαν το κατώφλι μόνο για να τους παρακαλέσουν. Ή για να τους αμφισβητήσουν.

Ο Γελασηνός χαμογέλασε πλατιά κι ήταν σαν να άνθιζε το πρόσωπό του. Τα χαρακτηριστικά του έπαψαν να είναι αδιάφορα. Έγινε κάποιος, κάποιος οικείος.

Η συμμορία σηκώθηκε αργά. Ο καθένας έσερνε την καρέκλα του κι έφερνε το χέρι του στο μαχαίρι που είχε θηκαρωμένο στη ζώνη του. Δεν είχαν ξεχάσει την προηγούμενη επίσκεψή του, κι ας είχε μεσολαβήσει σχεδόν μια δεκαετία από τότε:

Ο αρχηγός της συμμορίας ήταν σπουδαίος, όλοι τον φοβούνταν. Είχε μεγάλη αδυναμία στα τυχερά παιχνίδια. Πάντα κέρδιζε.

Αλλά πάντα έρχεται κι η ώρα που η τύχη στερεύει.

Μόλις έδυσε ο ήλιος, ήρθε ο αντίπαλος, όπως του είχε μηνύσει. Πολύ νεαρός, σχεδόν αγόρι. Μαυροφορεμένος για να δείχνει σοβαρός. Χαμογελαστός για να κρύβει τη νευρικότητά του. Με κάθε ζαριά, αποσπούσε και κάτι. Κάθε καινούριο στοίχημα τον έβρισκε νικητή. Χρήμα πέρασε στα χέρια του. Το δικαίωμα να απομυζά τους κατοίκους κακόφημων συνοικιών. Η κυριαρχία πάνω σε χρέη ακόμη απλήρωτα από εκείνους που είχαν δανειστεί.

Στον αρχηγό έμεναν πια μόνο τρία πράγματα να αποθέσει στο τραπέζι του παιχνιδιού. Η ζωή του. Η ηγεσία της συμμορίας. Η πίστη της ερωμένης του. Η πανύψηλη ξανθιά έσκυψε, αγωνιώντας να δει το αποτέλεσμα που θα έκρινε με ποιον έμελλε να κοιμάται πια. Ο λεπτός χιτώνας της κρεμάστηκε από τους ώμους της κι επέτρεψε στο Γελασηνό να θαυμάσει ακόμη περισσότερο από το λείο δέρμα του στήθους της. Σχεδόν αντίκριζε τις θηλές της. Τεντώθηκε για να δει πιο πολλά. Δυο κοκάλινοι κύβοι κύλησαν από το εσωτερικό της χειρίδας του.

Έκλεβε και τον είχαν καταλάβει.


Οι σύντροφοι του Γελασηνού τον κοίταξαν θορυβημένοι από τις απειλητικές κινήσεις των συμμοριτών. Εκείνος χαμογέλασε ακόμη πιο πλατιά.

«Είναι πολύ χωρατατζήδες οι φίλοι μου», ψιθύρισε για να τους καθησυχάσει και κατέβηκε το τελευταίο σκαλοπάτι. «Ξέρετε. Θα παραστήσουν ότι είναι έτοιμοι να μου επιτεθούν και μόλις το πιστέψετε, θα με σφίξουν στην αγκαλιά τους».

Τρεις λεπίδες κατευθύνθηκαν πάνω του από τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις. Ήταν γρήγορος, πολύ γρήγορος. Και υπεράνθρωπα ευλύγιστος. Χόρεψε ανάμεσα στα όπλα και τα απέφυγε. Οι σύντροφοί του, οι Γιοι της Στάχτης που είχε οδηγήσει ως εκεί, δεν ήταν το ίδιο προικισμένοι μ’ αυτόν. Άκουσε βογκητά πίσω του, τον υπόκωφο υγρό ήχο του ατσαλιού που καρφώνεται σε σάρκα.

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2009

Οι Περιφέρειες - Λευκυδρίας

Η Λευκυδρία είναι το νοτιότερο άκρο της Αιγλώης, σχεδόν ξεχωριστό νησί, ενωμένο μαζί της μόνο με μια στενή λωρίδα γης που την αποκαλούν 'Λαιμό'. Αυτή η γεωγραφική ιδιαιτερότητα επηρέασε σημαντικά την ιστορία του τόπου, αν υπολογίσει κανείς ότι Μεσογαία κι η Λευκυδρία είναι οι κοιτίδες του αιγλωικού πολιτισμού. Η δεύτερη είναι επίσης εξαιρετικά ευνοημένη από τη θέση της πάνω στους θαλάσσιους δρόμου, το κλίμα της, αλλά και από τις επιλογές των κρατούντων.

[Τελευταία περιοχή της Αιγλώης! Από το επόμενο παραμύθι περνάμε οριστικά στην εξωτική Οικεία Ανατολή...]


Το στοιχειό του περβολιού

Πολλές εποχές πίσω – μπορεί και χίλιες – ήσαντε δυο περβολάρηδες.

Ο πρώτος ήτο πολύ δουλευτής. Τα χέρια του είχανε ρόζους από το σκάψιμο, το θειάφισμα, το ρόγκισμα και το πότισμα. Τα δέντρα του τα αγάπαγε σαν παιδιά του. Γι’ αυτό ανθίζανε ένα μήνα πριν από των αλλονών και καρπίζανε κι ένα μήνα παραπάνω. Και τα φρούτα τους ήσαντε μέλι, τα γλυκύτερα. Και στις βραγιές του, δυο φορές μεγάλα σαν των αλλωνών γινότανε τα λαχανικά. Είχανε να το λένε, όσοι κάτσανε στο τραπέζι του. Και πάντα έβγανε στην άκρη λίγα για κείνους που δεν είχανε βιος ν’ αγοράζουνε, και δεν άφηνε ποτέ να σαπίσουνε, ούτε πάνου στο κλωνί, ούτε στην αποθήκη, παρά τα χάριζε άμα δεν έβρισκε να τα πουλήσει. Κι οι φτωχούληδες σχωρνάγανε τα πεθαμένα του

Ο άλλος περβολάρης δεν καθότανε να σκάφτει και να ρογκίζει. Παρά έτρεχε από πόρτα σε πόρτα κι από χωριό σε χωριό, και την είχε πουλημένη τη σοδειά του πριν γουρμάσει ακόμα, κι ας ήσαντε και κατώτερα σε γεύση. Μάζευε φλουριά στο κατζέλο του, αγόραζε άλλα περβόλια σωρό. Γκρέμιζε τους φράχτες που τα χωρίζανε με το δικό του, έδιωχνε εκείνους που τα είχανε πρώτα κι έβανε αργάτες ξένους, από πέρα από το Λαιμό, να είναι φτηνοί. Εκείνοι τις δουλειές τις κάνανε όπως-όπως – τόσο ξέρανε, τόσο νοιαζόντανε.

Με τον καιρό, δε μείνανε άλλοι περβολάρηδες σε όλο το χωριό, μονάχα οι δυο τους. Ο μεγαλοπερβολάρης είχε βάλει στο μάτι τα δέντρα του αλλουνού. Δεν ήτο μονάχα που ήσαντε τόσο καλύτερα, τονε σφίγγανε κι οι περιστάσεις τον πλούσιο – βλέπεις τα δικά του τα δέντρα είχανε πιάσει να στερφεύουνε από την αφροντισιά και το χώμα στα χωράφια του ξέραινε που δεν το αφήνανε να ξαποστάσει και σπόρος δεν έπιανε πλέο φύτρα.

Ο μικροπερβολάρης είχε βρεθεί κλεισμένος γύρα-γύρα από την περιουσία του γείτονά του κι έπρεπε να περνάει μέσα από ξένο τόπο για να βγει στο χωριό και στο δρόμο. Έτσι, ο πονηρός ο πλούσιος τον έφραξε από παντού και μετά τον έπιασε και του είπε:

«Εγώ δε θέλω να σε φέρω στα δύσκολα, γείτονα. Αλλά μου είπαν οι αργάτες μου πως ποδοπατιούνται στα μποστάνια μου, όπως περνάς με το κάρο σου. Δε λες καλύτερα να μου δώσεις τη μισή τη γη σου, να σου κόψω κι εγώ ένα δρόμο δικό σου να περνάς όπως σε βολεύει; Να ‘χεις την άνεσή σου, μα να μη χάσω κι εγώ, που τον τόπο που θα πάρεις θα τον έκανα βραγιές».

Ο δουλευτής κακοκαρδίστηκε, γιατί δεν ήθελε να δώσει το μισό του το βιος, που το ‘χε η φαμελιά του από πάππου προς πάππου, να χάσει τα δέντρα του που τα ‘χε αναστημένα σαν παιδιά, το χώμα που ‘χε ποτίσει τον ίδρω του. Κι αποπάνου να πάρει αντάλλαγμα χώμα ξερό ίσα για να το πατεί. Μεγάλη κοροϊδία! Ύπνος δεν τον έπιανε το βράδυ, κοντεύανε να περάσουνε οι δέκα μέρες που είχε διορία να απαντήσει, αρχινάγανε να χαλάνε φρούτα και λαχανικά αμάζευτα. Και την τελευταία νύχτα, απόκαμε και κοιμήθηκε αργά, την ώρα που ‘ναι γλυκός ο ύπνος. Κι ονειρεύτηκε πως βγήκε από μια τρύπα στο χώμα ένα φίδι μακρύ με δυο κέρατα στο κεφάλι – το στοιχειό της γης του. Και σούρθηκε το σερπετό κάτου από την πόρτα και χώθηκε στην κάμαρη και σκαρφάλωσε να κουλουριαστεί στο προσκεφάλι του. Και σφύραγε με τη γλώσσα του και βγαίνανε ανθρώπινα λόγια στο αυτί του περβολάρη.

«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να πάρεις ένα κλωνί από κάθε δέντρο που θα σου πάρουνε και να κεντρώσεις τα δέντρα που θα σου μείνουνε. Και να πάρεις ένα λαχανικό από κάθε βραγιά που θα δώσεις, να σκορπίσεις σπόρους στις βραγιές που θα σου μείνουνε».

Έτσι έκαμε ο περβολάρης και απόχτησε μονοπάτι, όπως τα είχανε συμφωνημένα. Κι ο πλούσιος είχε να πουλάει πλέο καλά πράμματα κι έγινε δυο φορές πλούσιος. Μα και του δουλευτή δεν του έλλειψε τίποτα. Μέσα σε μια χρονιά, τα δέντρα του θεριέψανε κι από τη μια πλευρά είχανε τα δικά τους τα φρούτα, από την άλλη βγάνανε τα φρούτα από το σκέδιο που είχανε κεντρωθεί. Και στις βραγιές του φυτρώνανε αγκαλιασμένες δυο λογιώ φύτρες πλάι-πλάι, οι ντοματιές με τις φραουλιές σαν αδέρφια αγαπημένα, τα λάχανα και τα καρπούζια μαζί σαν τσαμπιά. Και ούτε φτώχυνε ο νοικοκύρης, ούτε λιγοστέψανε οι ελεημοσύνες που ‘δινε. Και τις ρίζες του, αφού είχανε μείνει οι μισές, δυο φορές πιο πολύ τις φρόντιζε.

Ο μεγαλοπερβολάρης, πάλι, είχε στραβωθεί από τα φλουριά που γυαλίζανε στα κατζέλα του, κι έχτιζε ανώγια και κατώγια για να βάνει το βιος του. Και πάλι δεν του φτάνανε και συλλογιότανε πώς να τα κάμει περισσότερα. Από τη ζήλεια του, βάλθηκε να πάρει κι άλλο από το βιος του γείτονά του. Αγόρασε ράχες κι ερημιές, κι έκλεισε το ποτάμι από παντού γύρα. Κι ύστερα, σαν καρπίσανε καλά όλες οι φύτρες και τα δέντρα, έκοψε το νερό από τα χωράφια του μεγαλοπερβολάρη και τον έπιασε και του είπε:

«Εγώ δε θέλω να σε φέρω στα δύσκολα, γείτονα. Αλλά μου είπαν οι αργάτες μου πως δε χρειάζομαι τόσα αυλάκια. Δε λες καλύτερα να μου δώσει τη μισή τη γη σου, να σου αφήσω ένα τελείως δικό σου να ποτίζεις όπως σε βολεύει; Να ‘χεις την άνεσή σου, μα να μη χάσω κι εγώ, που θα το παράχωνα το αυλάκι να το φυτέψω».

Ο δουλευτής πάλι κακοκαρδίστηκε. Να δώσει δέντρα ζωντανά και βραγιές κατάφυτες για νερό, που δεν το στερείται ούτε ο ζητιάνος; Ποιος το ‘χει ξανακούσει τέτοιο πράμμα; Μεγάλη κοροϊδία. Πάλι έχασε τον ύπνο του και δεν ήξερε τι να πει σαν τελειώσει η διορία, πού να βρει το δίκιο του. Πάλι αποκοιμήθηκε κι ονειρεύτηκε το στοιχειό να ‘ρχεται στο προσκεφάλι του σα φίδι, μα είχε μείνει το μισό σε μάκρος, σα δεντρόγαλος.

«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να κόψεις ότι φρούτο έχεις κι ότι λαχανικό, στο κομμάτι που θα σου πάρουνε. Τα μισά να τα μοιράσεις σ’ όποιον έχει ανάγκη και τα υπόλοιπα να τα ποστιάσεις στις ρίζες που θα σου μείνουνε. Τα φρούτα στα δέντρα, τα λαχανικά στις βραγιές».

Έτσι έκαμε ο περβολάρης και απόχτησε αυλάκι, όπως τα είχανε συμφωνημένα. Ο γειτονάς του σκύλιασε, γιατί είχε υπολογίσει να πάρει και τη σοδειά μαζί, μ’ αφού δεν το ‘χανε κουβεντιάσει έτσι, δεν μπορούσε να μιλήσει κιόλας. Έκαμε υπομονή, κι όλα τα δέντρα κι οι βραγιές που είχε παρμένα στανικώς καρπίσανε και πάλι διπλό έγινε το κέρδος του και κολύμπαε πια στο φλουρί. Αλλά πάλι τρωγότανε με τα ρούχα του κι ήθελε κι άλλα.

Γιατί ο μικροπερβολάρης πάλι δεν είχε πάει χαμένος. Τα δέντρα του γιγαντώσανε και βγάνανε το καθένα τριων λογιών φρούτα. Ένα από τη ρίζα τους, ένα από το κέντρωμα, ένα από το σωρό που είχε σαπίσει απάνω τους για λίπασμα. Κι οι βραγιές δε φαινότανε, από τα φύλλα και τις ρίζες και τα λαχανικά. Έπιανε ένα βλήτο να το ξεπατώσει, τράβαγε μαζί του και μια πατάτα τόση, σα γατοκέφαλο. Στρωμένος ο τόπος πρασινάδα, δεν ξεχώριζε πουθενά χώμα.

Τότε ήρθε ένας δικαστής στο χωριό, που έστελνε ο βασιλές μια στο τόσο να λύνει διαφορές. Κι ο φτονερός ο πλούσιος τον πλήρωσε, να κατηγορήσει το δουλευτή, πως ήσαντε τόσο μεγάλα τα κλωνιά από τα δέντρα του, που περνάγανε πάνω από το φράχτη και πέφτανε φρούτα στα χωράφια του μεγαλοπερβολάρη. Και πιάνανε οι σπόροι τους και δεν αφήνανε να ζήσουνε τα δικά του δέντρα. Φρούτα αλήθεια πέφτανε, τόσο θεριεμένα που ήτανε τα δέντρα του μικροπερβολάρη. Μα πού να προλάβουνε να βγούνε σπόροι! Ο πλούσιος έβανε του αργάτες του να τα μαζεύουνε και να τα πουλούνε.

Ο δικαστής έστειλε γραφή στο δουλευτή να δώσει κι εκείνο το λίγο τόπο που του ‘χε απομείνει, αφού δήθεν τον είχε βλάψει το μεγαλοπερβολάρη. Μόνο το σπίτι του θα του αφήνανε. Ο καψερός έπεσε να πεθάνει. Να μην έχει κάμει ποτέ κακό σε άνθρωπο, να κοιτάει πώς να βοηθήσει και να βρεθεί και φταίχτης; Μεγάλη κοροϊδία. Να χάσει ό,τι βρήκε απ’ τους γονιούς του κι ό,τι δούλεψε; Να βρεθεί η φαμελιά του να διακονεύει στα ύστερα; Έκαμε πέτρα την καρδιά του κι έπεσε για ύπνο. Άμα έβλεπε το στοιχειό να τον ορμηνέψει, έχει καλώς. Αλλιώς, θα σκωνότανε το πρωί να πάει να πέσει στο γκρεμό να μη ζήσει να δει ξένους στην αυλή του.

Αλήθεια, είδε πάλι ονείρατα με το φίδι. Μα είχε μικρύνει κι άλλο, σα σκουλήκι είχε καταντήσει, κι η φωνή του ήτο ξεψυχισμένη.

«Μη σκιαχτείς», τον ορμήνεψε. «Να τα δώσεις τα χωράφια. Μόνο, πρώτα, να έρθεις στην τρύπα που με είδες να βγαίνω και να βάλεις το χέρι σου. Δυο αυγά θα βρεις εκεί μέσα. Το ένα, να ξηλώσεις τα σανίδια από το πάτωμά σου και να το φυτέψεις. Το άλλο να το κρατήσεις. Κι όποιος σου ζητήσει χάρη, μην πάρεις πληρωμή».

Έτσι έκαμε ο δουλευτής και στην τρύπα βρήκε τ’ αυγά μονάχα. Το στοιχειό είχε χαθεί μαζί με τον τόπο. Ο πλούσιος έκαμε χαρές και γλέντια που είχε περάσει η αδικία του. Έλεγε πάλι διπλή θα γίνει η περιουσία του. Ο φτωχός πάλι, έκλαιγε τη μοίρα του και δεν είχε τι να κάμει να περάσει η μέρα. Αλλά δεν πείνασε. Όλοι που τους είχε κάμει καλό, τον θυμηθήκανε και κάτι του φέρνανε για το τραπέζι του, όσο λίγο είχε ο καθένας. Και μια μέρα, σαν διάβηκε ένα φεγγάρι, τι βλέπει το πρωί; Είχε φυτρώσει μέσα στο σπίτι του ένα τόσο δα δέντρο αργυρό με ένα φρούτο απάνου μονάχα στα κλωνιά του, σα μήλο μαλαματένιο.

Κι ως το μεσημέρι, χτυπάει η πόρτα του. Ανοίγει και ήσαντε οι άνθρωποι του βασιλέ, με τα μετάξια και τα βελούδα τους. Είχε πέσει ο πολυχρονεμένος άρρωστος του θανατά κι είχανε πει οι γιατροί πως δε γλιτώνει άμα δε φάει μαλαματένιο μήλο. Τέτοιο φρούτο δεν είχε ξανακούσει κανένας, έτσι πιάσανε πόρτα-πόρτα να ρωτούνε οι υπηρέτες, όπου έχει περβόλια, μην το γνωρίζει κάποιος. Μόλις άκουσε πως είναι άνθρωπος να πεθάνει, μάλιστα ο βασιλές, ο μικροπερβολάρης που δεν είχε πλέο γη, αμέσως κόβει το φρούτο του και το δίνει. Κάνουν να του αδειάσουν ένα σακί χρυσάφι στα πόδια του, δεν το θέλει. Κάνουν να του αδειάσουν ένα σακί διαμάντι στα πόδια του, δεν το θέλει. Του λένε να τον βάλουν άρχοντα σ’ όλες τι πολιτείες ως το Λαιμό, δεν το θέλει. Δεν ξέρανε τι να τον κάμουν πια, τον πήρανε κοντά τους να τα βρει με το βασιλέ.

Ντράπηκε αυτός, φτωχός άνθρωπος στα παλάτια, μα τι να κάμει. Αφού τον είχε ορμηνεμένο το στοιχειό. Ρώτα από ‘δω, ρώτα από κει, αναγκάστηκε και την ξεφούρνισε όλη την ιστορία του στον πολυχρονεμένο που είχε γίνει πια καλά. Σαν άκουσε τόσες αδικίες και τέτοια κακία, ο βασιλές έστειλε να πάρουν όλα τα πλούτη του μεγαλοπερβολάρη και να τον βάλουν στους βασιλικούς μπαξέδες να δουλέψει, ώσπου να τσακιστεί η μέση του. Ο μικροπερβολάρης δε θέλησε να πάρει το βιος του γείτονά του, παρά ζήτησε να πάρουν πίσω τα χωράφια τους όλοι οι παλιοί γειτόνοι του που τα ‘χανε δώσει στον πλούσιο. Κι εκεινού δεν του ‘λειψε τίποτα πάλι, όπως και παλιά, γιατί είχε πλέο καινούριο στοιχειό, το μικρό δεντρί που ήτο φυτρωμένο μες την ίδια την κάμαρή του.

Το δεύτερο αυγό του τι απόγινε; Το χώσανε στους βασιλικούς μπαξέδες κι έχουν κι εκείνοι πια στοιχειό από τον τόπο μας.